Μια MILF αποφασίζει να καλύψει τις ανάγκες της

Δημοσιεύθηκε από Yannis-Petros
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 01-02-2020
Παντρεύτηκε μικρή. Δεκαοχτώ χρονών είχε το πρώτο της παιδί, κορίτσι ήταν. Και μερικά χρόνια μετά έκανε και δεύτερο κορίτσι. Ο άντρας της πολύ μεγαλύτερός της, αλλά στιβαρός και ωραίος. Πέρασαν πολλά καλά χρόνια μαζί, μέχρι που χήρεψε. Στα πενήντα της έμεινε μόνη. Τα κορίτσια της παντρεμένα και εργαζόμενα. Δύσκολα συναντιόνται μέσα στη βδομάδα. Ζει μόνη, όπως και πολλές φίλες της. Είχε γυναικοπαρέες και έβγαιναν συχνά. Δεν της έλειπε η διασκέδαση… η ανδρική συντροφιά, το ανδρικό κορμί, η επαφή της έλειπε. Και της έλειπε πολύ.

Τον τελευταίο καιρό ένιωθε έντονα το κενό, είχε ανάγκες, την πίεζε και η ηλικία, ήξερε ότι μεγαλώνει και όσο και να κρατιέται καλά αυτό έχει ένα τέλος. Είχε αρχίσει και πήγαινε και στο γυμναστήριο, μπας και μαζέψει ακόμα καλύτερα το κορμί της. Και τα κατάφερε. Ήταν ωραία γυναίκα, γυναικάρα με τα όμορφα μεγάλα μαύρα μάτια της, τα πάντα καλοχτενισμένα μαλλιά της, το λεπτό κορμί της και το περήφανο μεγάλο στήθος της. Περπατούσε στο δρόμο και έτριζε ο τόπος.

Ένα μεσημέρι, Άνοιξη ήταν, πήγαινε για να συναντήσει μια κολλητή της στη Βάρκιζα. Ήταν όμορφα ντυμένη με ένα πουκαμισάκι λευκό με το δεύτερο κουμπάκι ξεκούμπωτο για να κόβει λίγο στο στήθος. Ένιωσε ότι κάποιος την ακολουθεί. Στάθηκε δήθεν να περιεργαστεί μια βιτρίνα. Δίπλα της στάθηκε ένας νέος με στολή Εύελπι. Γύρισε το κεφάλι της και τον είδε με μεγάλο ερωτηματικό στα μάτια της. Ο Εύελπις ευγενέστατος, τη χαιρέτισε και της είπε:

- Συγγνώμη, λέγομαι Κωνσταντίνος Π και θα ήθελα να σας μιλήσω για ένα λεπτό.

Ανατρίχιασε που τον είδε τόσο κοντά της. Φορούσε και την στολή του. Επιβλητικός νέος. Και η φωνή του, αχ… αυτή η φωνή του. Μπάσα και με μια μουσικότητα, της μίλησε στην ψυχή της.

- Τι θέλετε κύριε;

- Με συγχωρείτε πολύ, αλλά σας είδα και θέλω να σας πω ότι μου αρέσετε πάρα πολύ. Ξέρω ότι ίσως δεν θα έπρεπε να πω κάτι τέτοιο σε μια κυρία, αλλά ειλικρινά θέλω να σας εκφράσω το θαυμασμό μου. Είναι η δεύτερη φορά που σας βλέπω στην περιοχή και σας εξομολογούμαι ότι με έχετε τρελάνει.

- Νεαρέ μου σας ευχαριστώ για…

Τραύλισε και δεν ήξερε τι άλλο να πει. Από κοπελίτσα είχε να ζήσει κάτι τέτοιο. Και τότε βέβαια με ένα «άντε καλέ» και ένα «άσε με ήσυχη» ξεμπέρδευε. Αλλά τώρα…

- Πάμε να πιούμε ένα καφέ, σας παρακαλώ.

- Έχω ένα ραντεβού. Δε μπορώ τώρα.

Δεν την άφησε να τελειώσει…

- Μπαίνω στο στρατόπεδο σε μια ώρα. Χαρίστε μου μερικά λεπτά για ένα καφέ!

Τον λυπήθηκε, σκέφτηκε τον γαμπρό της που τον συνόδευσαν όταν ήταν να καταταγεί στην Κόρινθο! Θυμάται ακόμα το ύφος του όταν έμπαινε στην Πύλη και λύγισε.

- Καλά… ας πάμε, του απάντησε.

- Πως σας λένε, τη ρώτησε.

- Πόπη, του απάντησε.

Κάθισαν και οι καφέδες ήρθαν.

- Βρε παιδί μου, είμαι σαν τη μάνα σου, ίσως και μεγαλύτερη. Τι σου άρεσε σε μένα. Είσαι νέος και ωραίο παιδί, τι παιδί δηλαδή… άντρας με τα όλα σου. Τι θες με μια γυναίκα που έχει παιδιά στην ηλικία σου;

- Αυτό μου αρέσει. Εσείς με συγκινείτε. Έτσι θέλω τη γυναικά δίπλα μου, μεγαλύτερή μου.

Η συζήτηση συνεχίστηκε και όταν πια η Πόπη του είπε πως πρέπει να φύγει, συμφώνησε και ο Κωνσταντίνος. Σηκώθηκαν και όταν χώριζαν ο Εύελπις με μια θεατρική κίνηση της έδωσε την κάρτα του με τα τηλέφωνά του.

- Θα έχω έξοδο το άλλο Σάββατο-Κύριακο. Αν θες πάρε με ένα τηλέφωνο για ένα καφέ. Χαιρέτισε και έφυγε στητός και αγέρωχος.

Η Πόπη συνέχισε το δρόμο της πολύ προβληματισμένη. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Ένιωθε μπερδεμένη. Πήγε στο ραντεβού της και δεν τόλμησε να κοινοποιήσει το πρόβλημα στις φίλες της. Το συναίσθημα που την κατέκλυζε ήταν ντροπή αλλά και… αυτό το "αλλά" δε μπορούσε να το προσδιορίσει. Την βασάνιζε αυτό το διπλό… και ντρέπομαι και θέλω. Τι θέλω, ρε γαμώτο, από ένα παιδί; Τι παιδί ρε Πόπη;… άντρακλας είναι. Το παιδί μου είναι, ρε συ. Ναι! Το παιδί σου αλλά με κάτι αρχίδια "να!". Θεέ μου τι σκέφτομαι, τι μου συμβαίνει;

Είχε γυρίσει σπίτι της, μόνη της και αφού έκανε κάποια μαζέματα κάθισε στην TV, αλλά δε μπορούσε να συγκεντρωθεί. Το μυαλό της έτρεχε. Και τι θα γίνει αν πω ναι. Γιατί ολόκληρος άνδρας τι άλλο μπορεί να θέλει από μένα; Και εγώ, εγώ τι θέλω; Θα μου άρεσε μια περιπετειούλα; Μα τι λέω τώρα, τι είναι αυτά που περνάνε από το μυαλό μου. Ένιωθε κουρασμένη αλλά είχε αρχίσει μια σειρά που την έβλεπε. Την κοπέλα την αγκάλιαζε ο άντρας. Άρχισε να την φιλάει, ένιωσε τη γλώσσα του στα χείλια της. Την έσφιξε δυνατά. Προς στιγμή δε μπορούσε να αναπνεύσει. Ένιωσε το χέρι του στο στήθος της. Της το πόνεσε και μετά της φίλησε τη ρώγα. Αχ! πόσο ωραία ένιωσε. Έσκυψε ανάμεσα στα μπούτια της και ένιωσε τη γλώσσα του να της χωρίζει τα μουνόχειλα και να φτάνει στην κλειτορίδα της. Πετάχτηκε όρθια και παραλίγο να πέσει κάτω. Τι έγινε; Αναρωτήθηκε. Όνειρο ήταν, Θεέ μου όνειρο ήταν. Με πήρε ο ύπνος. Τι μου συμβαίνει τέλος πάντων;

Πήγε στο μπάνιο να ετοιμαστεί για ύπνο. Έπλυνε δόντια και εκεί κατάλαβε ότι το μουνάκι της ήταν γεμάτο ζουμάκια. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε τις ρυτίδες δεξιά και αριστερά από τα χείλια της. Στεναχωρήθηκε. Έβαλε διπλή ποσότητα από την αντιρυτιδική της κρέμα. Κατέβασε τις ράντες της και έβγαλε το σουτιέν. Είδε το κορμί της στον καθρέφτη. Της άρεσε αυτό που έβλεπε. Το στήθος της, αν και μεγάλο, στεκόταν αρκετά καλά. Οι ρώγες μεγάλες και σκούρες και σκληρές από την καύλα της. Αυτό που έβλεπε της άρεσε. Τις χάιδεψε και κατέβασε το χέρι της στο μουνάκι της. Όρθια μπροστά στον καθρέφτη λύγισε τα γόνατά της και άρχισε σιγά-σιγά να τρίβει την ερεθισμένη κλειτορίδα της. Με το αριστερό χάιδευε και τραβούσε τις καυλωμένες της ρώγες. Η καύλα της πολύ μεγάλη. Η φαντασίωσή της πολύ έντονη. Την αγκαλιάζει και της τον χώνει βάρβαρα. Αχ, της ξεφεύγει από τα χειλάκια της και συνεχίζει.

Την έχει γείρει στο πλυντήριο με το κωλί της στον αέρα και την σουβλίζει με την τεράστια πούτσα του. Έχει ξεφύγει τελείως. Παίρνει την βούρτσα των μαλλιών της και τη χώνει στη μουνότρυπα της. Τη βάζει και τη βγάζει με λύσσα. Βαριανασαίνει. Τον νιώθει να την οργώνει με δύναμη. Είναι να τελειώσει και τρέμει. Φοβάται ότι θα καταρρεύσει αλλά συνεχίζει. Έρχεται η λύτρωση. Τρέμει ολόκληρη, κάθεται στην λεκάνη της τουαλέτας να πάρει ανάσα. Ένιωσε ωραία και έπεσε για ύπνο. Και πάλι τη βασάνιζαν όνειρα. Έβλεπε ότι γαμιόταν από τον Εύελπι. Έβλεπε να τη γαμάει και ξύπναγε αγκομαχώντας. Κάνα δυο φορές ξύπνησε καταϊδρωμένη. Δε θυμόταν τα όνειρα αλλά οι ρώγες της ήταν πολύ ερεθισμένες και το μουνάκι της μουλιασμένο από τα ζουμάκια της . Έβαλε δαχτυλάκι στο μουνάκι της και άρχισε να χαϊδεύεται. Σύντομα τελείωσε με ένα μεγάλο "αχ" της καύλας. Το ήξερε ότι θα ενδώσει. Το ένιωθε ότι τον επιθυμεί. Βασανιζόταν αλλά το ήξερε ότι τον είχε, ή μάλλον το είχε ανάγκη.

Έτσι βασανιστικά πέρασαν οι μέρες και έφτασε η Παρασκευή. Πήρε το τηλέφωνό της τρέμοντας και του έστειλε ένα μήνυμα.

- Θέλεις ακόμα να συναντηθούμε;

Καταλάβαινε ότι έδειχνε την τεράστια ανασφάλεια που την διακατείχε. Το ήξερε αλλά δεν την ένοιαζε. Ήθελε να είναι αληθινή μαζί του.

- Η απάντησή του ήρθε αμέσως. Βεβαίως και θέλω. Θα σας περιμένω το Σάββατο στα κάτω Starbucks στη Γλυφάδα στις 11:00. Ενημερώστε με αν μπορείτε.

- Θα είμαι εκεί.

Έτρεμε ολόκληρη. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Θα είχε ραντεβού με άντρα μετά από εννιά χρόνια. Εννιά χρόνια μοναξιάς.

Ντύθηκε στολίστηκε και 11:15 ήταν στο ραντεβού της. Την περίμενε σε κάποιο τραπέζι που θα το έλεγες και απόμερο, αν αυτό υπάρχει στο συγκεκριμένο μαγαζί. Σηκώθηκε και της πρότεινε να καθίσει δίπλα του. Δεν έφερε αντίρρηση. Κάθισε δίπλα του και αυτός της έπιασε το χέρι και το έφερε στα χείλια του. Ανατρίχιασε και της άρεσε. Ένιωθε λίγο σαν χαμένη αλλά ήταν χαρούμενη που τον ξανάβλεπε. Της άρεσε που τόλμησε να τον συναντήσει. Ήταν ευχάριστος, μιλούσε άνετα και με χιούμορ, αλλά δεν την ένοιαζε. Κάποια στιγμή δείχνοντας την ανυπομονησία της να συναντηθούν μόνοι τους μακριά από αδιάκριτα μάτια του είπε:

- Κωνσταντίνε, το σπίτι μου είναι λίγα τετράγωνα από εδώ που είμαστε. Αν θες μπορούμε να πάμε να είμαστε και πιο άνετα. Και θέλω να σου πω ότι ψιλοφοβάμαι τα αδιάκριτα μάτια.

Ούτε έφηβη που ξέφυγε από την πατρική επιτήρηση, σκέφτηκε και γέλασε από μέσα της.

- Όπως θέλετε. Και εγώ θα ήθελα να μείνουμε μόνοι… της είπε με νόημα.

- Το έχεις ξανακάνει αγόρι μου με μεγάλες γυναίκες στην ηλικία μου;

- Ήταν μια οικογενειακή γνωστή που μου δίδαξε τον έρωτα. Αυτή ήταν η μοναδική μου εμπειρία. Έγινε όταν τελείωνα το Λύκειο. Μετά μπήκα στην Ευελπίδων και μετά σας συνάντησα.

- Πες μου ότι είσαι μικρός και άπειρος, του είπε και γελάσανε.

- Θα έλεγα πως έχετε δίκιο.

Τον διέκοψε.

- Αν θες να συνεχίσουμε τέρμα ο πληθυντικός, μόνο ενικός. Και αυτό είναι απαίτηση, όχι παράκληση.

- Εντάξει Πόπη, ότι πεις.

Φτάσανε στο σπίτι της. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Τώρα τι κάνουμε;… σκέφτηκε η Πόπη.

- Να βάλω καφέ, τι καφέ προτιμάς;

- Θα προτιμούσα ένα ουίσκι με παγάκια.

- Στο ετοιμάζω αμέσως και εγώ θα κάνω ένα δεύτερο καφεδάκι

- Σε περιμένω. Να έρθω μαζί σου στην κουζίνα;

- Έλα να μου κάνεις παρέα.

Πήγαν στην κουζίνα. Πήρε ένα ποτήρι του ουίσκι και πήγε στο σαλόνι να το γεμίσει. Γύρισε στην κουζίνα και έσκυψε να πάρει παγάκια από την κατάψυξη. Την είδε σκυμμένη και τρελάθηκε. Άπλωσε το χέρι δειλά και της χάιδεψε το κωλομέρι. Κούνησε το κωλάκι της με νάζι. Της άρεσε η χειρονομία του. Πήρε θάρρος αυτός και συνέχισε. Αυτή έμεινε να περιμένει. Πέρασε το δάχτυλό του από την χαραμάδα της, πάνω από τα ρούχα. Ακόμα να βρει τα παγάκια. Τον περιμένει. Αυτός δεν τολμάει. Σηκώνεται, στήνεται μπροστά του με το στήθος της σχεδόν στο στόμα του. Το ουίσκι σου, του λέει. Και οι δυο είναι στο κρίσιμο σημείο. Αυτός σηκώνεται, ψηλός, με μεγάλους ώμους, πίνει μια γουλιά από το ποτό του, την αγκαλιάζει και την φιλάει με γλώσσα. Αυτή τον αγκαλιάζει και ανταποδίδει. Το έχει αποφασίσει ότι τον θέλει και ότι και να κάνει θα ακολουθήσει. Είχε μάθει να οδηγεί ο άντρας της και περιμένει την επόμενη κίνησή του. Την αγκαλιάζει και της φιλάει το λαιμό, και το αφτί. Της πιπιλάει το λοβό της. Ανατριχιάζει σύγκορμη. Δε μπορεί να συγκρατήσει κάποιες μικρές κραυγούλες ηδονής που της ξεφεύγουν. Είναι σημάδια επιβεβαίωσης για τον Κωνσταντίνο. Συνεχίζει με τα φιλιά και τα γλειψίματα και της λέει να ξεντυθεί.

- Πάμε στο κρεβάτι… του λέει.

- Γδύσου, της λέει επιτακτικά.

Αρχίζει να ξεντύνεται και σταματάει με το που έχει βγάλει το πουκαμισάκι της.

- Εσύ έτσι θα μείνεις;… τον ρωτάει.

Αρχίζει να ξεντύνεται και βλέπει ο ένας τον άλλο στα μάτια. Είναι να κατεβάσει τη φούστα της και σταματάει.

- Θέλω να σε δω γυμνό, του λέει.

Λύνει τη ζώνη του και βγάζει το πουκάμισό του. Τον βλέπει με θαυμασμό και λαχτάρα. Πλησιάζει και τον αγκαλιάζει. Του φιλάει τις ρώγες, τρίβει το μάγουλό της στο τριχωτό στήθος του. Είναι πολύ γυμνασμένος, το δέρμα του σκούρο, κρουστό, οι μύες του ζωγραφιστοί, σαν ρωμαϊκού γλυπτού. Νιώθει τις ρώγες του ερεθισμένες. Τις δικές μου να δεις… σκέφτεται. Βγάζει το σουτιέν της. Αντανακλαστικά κρύβει τα στήθη της με τα χέρια της. Αυτός σκύβει της τραβάει τα χέρια και αγκαλιάζει ένα της στήθος με τις δυο του χούφτες και παίζει με τη ρώγα της. Την πιπιλάει, τη δαγκώνει, τη γλείφει, τη ρουφάει και την παίζει δυνατά με τη γλώσσα του. Δε θυμάται αν το έχει ξαναζήσει αλλά την καυλώνει αφάνταστα. Τον αφήνει να συνεχίσει. Της αρέσει. Νιώθει το ανδρικό κορμί στο κορμί της. Της είχε λείψει, το ήθελε, το θέλει πολύ, το νιώθει! Τον πιάνει από το κεφάλι, τον σηκώνει και του δίνει ένα φιλί που κρατάει ώρα. Έχει αρχίσει να τρέμει από την ένταση αλλά της αρέσει.

- Βγάλε και το παντελόνι σου του ψιθυρίζει.

- Πρώτα εσύ τη φουστίτσα σου.

Συμμορφώνεται και μένει με το κιλοτάκι της, που είναι μποξεράκι, λευκή δαντέλλα με ποδαράκι. Σκύβει σαν τρελός και αρχίζει να της φιλάει κοιλιά, μπούτια, εφηβαίο. Της δαγκώνει να της φάει την ήβη της. Μη… του λέει αλλά αυτός δεν ακούει τίποτα. Βάζει τις χερούκλες του κάτω από το σλιπάκι και της χουφτώνει τα κωλομάγουλα. Της χαϊδεύει τη χαράδρα. Λυγίζει τα γόνατά της και εκθέτει τις τρυπούλες της. Ο άντρας το νιώθει και της χαϊδεύει όλη την περιοχή. Του αγκαλιάζει το κεφάλι και του το πιέζει στην κοιλιά της στο εφηβαίο της. Την γλείφει και τη φιλάει όπου μπορεί, όπου βρίσκει. Είναι πλέον ένα, δυο κορμιά ενωμένα, αγκαλιασμένα. Η Πόπη πετάει στα ουράνια. Του χαϊδεύει τα μαύρα του μαλλιά. Γέρνει το κορμί της να τον φιλήσει. Ενώνουν τα χείλια τους. Νιώθει υπέροχα.

- Βγάλε το μποξεράκι σου, του λέει.

- Εσύ να μου το κατεβάσεις.

Τον κοιτάει με απορία αλλά το έχει αποφασίσει, θα τον ακολουθήσει παντού. Γονατίζει μπροστά του, με τα δυο της χέρια του το κατεβάζει. Μπροστά της έχει μια καλοσχηματισμένη πούτσα σε στύση, μεγάλη αρχιδοσακούλα και μια τούφα μαύρες ψωλότριχες. Πλησιάζει και τρίβει το μούτρο της στην πούτσα του. Τη χουφτώνει με τα δυο της χέρια, την πλησιάζει στη μύτη της και την οσμίζεται. Πόσο της είχε λείψει αυτή η μυρωδιά. Του την φιλάει, τη χαϊδεύει, του την παίζει, τσιτώνεται. Έχει καυλώσει τρελά. Την πιάνει με τη χούφτα του και της χαϊδεύει το μάγουλο με το υγρό του ψωλοκέφαλο. Την τρελαίνει. Γυρνάει και του τον φιλάει. Περνάει τη γλώσσα της πάνω από τον κορμό. Τον γεμίζει με σάλια. Την πιάνει και την ακουμπάει στα χείλη της. Πιέζει να τον πάρει στο στόμα.

- Μη χύσεις μέσα, στο στήθος μου σε παρακαλώ, εκεί τα θέλω.

- Ότι πεις μωρό μου, και απαλά μπαίνει στο στόμα της.

Τον πιπώνει όσο μπορεί καλύτερα. Παίζει το πουτσοκέφαλό του με τη γλώσσα της. Θέλει να της γαμήσει το στόμα αλλά φοβάται. Αυτή του έχει πιάσει τα κωλομάγουλα και του δίνει ένα αργό παθιάρικο ρυθμό. Της γαμάει το στόμα και της αρέσει. Της πιάνει το κεφάλι και αυξάνει το ρυθμό του. Φοβάται μην της χύσει τα ψωλόχυμα στο στόμα αλλά δε μπορεί, δε θέλει να σταματήσει το τσιμπούκωμα. Αυτός έχει παραδοθεί στην καύλα του. Συνεχίζει το τσιμπούκωμα μέχρι να τελειώσει. Τον νιώθει ότι θέλει να τελειώσει. Είναι κι αυτή η φλεβίτσα του που χτυπάει στα χείλη της. Τσιτώνεται το κορμί του και της λέει:

- Χύνω Πόπη μου, χύνω γλύκα μου…

Τραβιέται, την πιάνει στην χούφτα του και την μαλακίζει χύνοντας τα ψωλόχυματα της στο στήθος της. Τη σηκώνει και την αγκαλιάζει. Τα ζουμιά του τρέχουν στα κορμιά τους.

- Πάμε στο μπάνιο Κωνσταντίνε.

Την ακολουθεί. Μπαίνουν στην ντουζιέρα, τακτοποιεί το νερό και τον σαπουνίζει σε όλο του το κορμί. Επιμένει στην πούτσα του και στο κωλί του. Το ίδιο κάνει και ο Κωνσταντίνος στο κορμάκι της Πόπης. Νιώθει υπέροχα, νιώθει γυναίκα, νιώθει επιτέλους ποθητή. Σκέφτεται πως ήταν τελικά αρκετά εύκολο ή μήπως απλά ήταν τυχερή. Βγαίνουν από τηντουζιέρα και τον σκεπάζει με μια μεγάλη λευκή πετσέτα. Φοράει κι αυτή το μπουρνούζι της. Τρέχει στο κρεβάτι της. Την ακολουθεί. Έχουν στεγνώσει τα κορμιά τους. Ο Κωνσταντίνος πετάει την πετσέτα και η πούτσα του στητή. Η Πόπη έχει ξαπλώσει και τον περιμένει. Οι σκέψεις την κατακλύζουν. Το διπλό κρεβάτι της ποτέ δεν είχε δεχτεί άλλο κορμί. Το κορμί της δεν είχε ακουμπήσει σε ξένο σώμα. Τον άντρα που είναι δίπλα της τον θέλει, τον ποθεί. Δεν τη νοιάζει ποιος είναι αλλά τον θέλει. Θέλει να τον νιώσει μέσα της. Ο Κωνσταντίνος σκύβει επάνω της. Την αγκαλιάζει, την φιλάει με πάθος και της ακουμπάει το καυλί του στην κοιλιά της. Ανοίγει τα μπούτια της.

- Πάρε με, του λέει. Θέλω να σε νιώσω μέσα μου, μουρμουράει.

Σηκώνει τη λεκάνη του και με το χέρι του οδηγεί το καυλί του στο μουνί της. Με το υγρό του πουτσοκέφαλο χωρίζει τα μεγάλα χείλη της. Τον νιώθει και τρελαίνεται. Της βουρτσίζει τη μουνάρα της. Κρατάει την ανάσα της μη χαλάσει τη στιγμή. Συνεχίζει το βούρτσισμα και επικεντρώνεται στην κλειτορίδα της. Δεν αντέχει και τον αγκαλιάζει με μπούτια και μπράτσα. Έχει ανέβει πολύ και τη νιώθει, σταματάει στην τρύπα της και σπρώχνει.

- Πάρε με, του λέει. Τώρα, τώρα σου λέω!

Μια δυνατή πουτσιά, ένα αχνό "αχ" και είναι βαθιά μέσα της. Τον αγκαλιάζει με τα μπούτια της σαν να τον ήθελε να μείνει εκεί μέσα της. Τη γαμάει δυνατά. Σε κάθε πουτσιά του ακούγεται και μια βαθιά αναπνοή. Τρελαίνεται και μουρμουράει…

- Έτσι αγόρι μου, έτσι, έτσι, αχ… ναι κι άλλο, κι άλλο.

Της έρχεται να του πει βρωμόλογα αλλά δεν τολμάει, ντρέπεται σαν παιδούλα, αλλά θέλει.

- Θα χύσω καύλα μου, της λέει ο Κωνσταντίνος…

- Λίγο ακόμα αγόρι μου, μην τελειώσεις, γάμησε με, μη με αφήνεις τώρα.

- Δεν αντέχω καύλα μου

Κατέβασε το χέρι της στην κλειτορίδα της και άρχισε να την τρίβει σαν λυσσασμένη.

- Περίμενέ με τελειώνω, τελειώνω, αχ…

- Παρ' τα και από μένα στην μούνα σου!

Ένιωσε να γεμίζει ο κόλπος της όσο οι σπασμοί του οργασμού της την πλημμύριζαν. Την έκαψε το ψωλόχυμά του. Το είχε ανάγκη. Τον ένιωσε να τραβιέται από μέσα της. Πήρε χαρτομάντιλα να σκουπιστεί.

- Πάμε για ένα ντουζάκι κορίτσι μου.

- Πάμε κούκλε μου.

Τον έπιασε από το χέρι και πήγαν μαζί για ένα ντουζάκι.




Copyright protected OW ref: 174393