Το κέρατο δε χωνεύεται εύκολα

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 31-01-2020
Κατέβηκα από το λεωφορείο βιαστικός. Έπρεπε να προλάβω να πάω στο ανθοπωλείο της γειτονιάς, πριν γυρίσει η Γιάννα.

- Καλησπέρα κυρ Νίκο!

- Καλησπέρα Δημήτρη μου! Γιατί έτσι βιαστικός;

- Έτρεχα να σε προλάβω. Θέλω μια ανθοδέσμη. Θα την κάνω δώρο στη μνηστή μου.

- Έχω ωραία τριαντάφυλλα. Να, διάλεξε μόνος σου!

Άρχισα να διαλέγω. Ο κυρ Νίκος ήταν χρόνια γνωστός μου. Ήξερε πόσο πολύ μου αρέσουν τα λουλούδια και ιδιαίτερα τα τριαντάφυλλα. Διάλεξα διάφορα χρώματα. Ο κυρ Νίκος τα πήρε και έφτιαξε μια καταπληκτική ανθοδέσμη. Ύστερα του είπα να μου βάλει κι άλλα τέσσερα κόκκινα τριαντάφυλλα ξεχωριστά.

- Γιορτάζετε κάτι, Δημήτρη μου;

- Όχι, απολύτως τίποτα. Να, ήθελα να της κάνω μια έκπληξη.

Πλήρωσα, πήρα τα λουλούδια και έφυγα βιαστικός. Πήγα στο σπίτι. Έβαλα την ανθοδέσμη κάπου σε ένα σκρίνιο για να μην τη δει η Γιάννα. Ύστερα πήρα και μάδησα από τα άλλα τριαντάφυλλα. Έριξα ροδοπέταλα σε όλη την κρεβατοκάμαρα. Γδύθηκα και έκανα ένα ντους γρήγορα. Έφτιαξα έναν καφέ και την περίμενα. Σε λίγο την άκουσα που ανέβαινε τα λίγα σκαλιά της εισόδου. Πήρα τα λουλούδια, έσβησα το φως και περίμενα. Η πόρτα άνοιξε. Με το που άνοιξε τα φώτα με είδα να κρατάω την ανθοδέσμη.

- Καλησπέρα, αγάπη μου! είπε και έμεινε έκπληκτη.

- Καλησπέρα μωρό μου… της έδωσα την ανθοδέσμη και τη φίλησα στο στόμα.

- Γιορτάζουμε τίποτα;

- Ναι, την αγάπη μας, σήμερα είμαστε ενάμιση χρόνο μαζί. Και επειδή σ’ αγαπάω πάρα πολύ σκέφτομαι την κάθε μέρα μας να την κάνω γιορτή.

Άφησε τα λουλούδια στο τραπεζάκι και αγκαλιαστήκαμε. Άρχισε να με φιλάει παθιασμένα στο στόμα.

- Πάω να κάνω ένα μπάνιο να ξεκουραστώ.

- Να πας, αγάπη μου… της είπα.

Σε λίγο βγήκε γυμνή τυλιγμένη με μια πετσέτα. Σηκώθηκα την αγκάλιασα και τη φίλησα στο στόμα. Μείναμε να φιλιόμαστε αρκετά στο διάδρομο. Άπλωσα το χέρι μου κάτω και της έπιασα το μουνάκι της. Μόλις το είχε ξυρίσει. Τραβήξαμε για το δωμάτιο.

Με το που μπήκαμε πέταξε την πετσέτα στο σκαμπό και έμεινε θεόγυμνη. Τα όμορφα μεγάλα της στήθη πετάχτηκαν μπροστά μου και με προκαλούσαν να τα φιλήσω. Έσκυψα λίγο και άρχισα να της τα πιπιλάω. Με χάιδευε στο κεφάλι όσο εγώ πιπιλούσα τις πεταχτές της ρώγες.

Η Γιάννα ήταν μια σεξοβόμβα. Πάντα φρόντιζε το σώμα της. Και όλη αυτή την ομορφιά έρχονταν να συμπληρώσουν τα ξανθά της μαλλιά και το γαλανό βλέμμα της.

Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Άρχισα να τη χαϊδεύω και να τη φιλάω παντού.

- Θα μου το γλείψεις αγόρι μου; Το θέλω πολύ!

- Ναι, μωρό μου θα σου το γλείψω και θέλω να σε κάνω να χύσεις γλείφοντάς σε.

Σήκωσε λίγο τα γόνατα και άνοιξε τα πόδια της. Μπήκα ανάμεσα στα πόδια της και άρχισα να περιεργάζομαι το μουνί της εξωτερικά. Τα όμορφα ξυρισμένα και μυρωδάτα μουνόχειλά της ήταν ένα όνειρο. Μου άρεσε να κάνω γλειφομούνι με τις ώρες. Και της άρεσε κι εκείνης. Σιγά-σιγά άρχισα να οργώνω τη σχισμή της με τη γλώσσα μου. Βογκούσε από καύλα. Έβαλα τη γλώσσα μου ανάμεσα στα μουνόχειλά της και με το χέρι μου έτριβα την κλειτορίδα της. Τα υγρά της μου άρεσαν στη γεύση. Ο πούτσος μου είχε γίνει πέτρα.

Σηκώθηκα και την καβάλησα στο πρόσωπο. Έσκυψα πάλι πάνω της και άρχισα να πιπιλάω την κλειτορίδα της. Με τα δάχτυλα της γαμούσα το μουνί. Η Γιάννα πήρε τον πούτσο μου στο στόμα της και άρχισε να τον παίζει. Στην αρχή έκανε διάφορα παιχνίδια με το πουτσοκέφαλο. Ύστερα άρχισε να τον παίρνει πιο βαθιά. Τον έβγαλε και άρχισε να μου γλείφει τα αρχίδια. Είχαμε απογειωθεί κι οι δύο.

Εγώ την έγλειφα και εκείνη έχυνε συνεχώς. Η κωλοτρυπίδα της είχε γίνει μούσκεμα από τα υγρά της. Της έχωσα ένα δάχτυλο στο μουνί και ένα στον κώλο. Άρχισα να τη γαμάω με τα δάχτυλα και να παίζω τρελά με την κλειτορίδα της. Μου άρεσε αυτό που της έκανα. Το απολάμβανα. Σε λίγο το σώμα της άρχισε να συσπάται. Ο πούτσος μου είχε χωθεί ολόκληρος μέσα στο στόμα της. Τον έβγαλε τη στιγμή που έχυνε και τον έπαιζε με τα χέρια της. Έχυσε βογκώντας και φωνάζοντας. Τα υγρά της έτρεχαν πλημμυρίζοντας το μουνί της, κι εγώ το χαιρόμουν όλο αυτό το θέαμα. Έγλειφα από την καύλα μου τα υγρά της, το απολάμβανα.

Ξαναπήρε τον πούτσο μου μέσα της και άρχισε να τον ρουφάει. Με είχε απογειώσει. Δεν άντεχα άλλο. Άρχισα να χύνω. Έχυσα μέσα στο στόμα της. Τα έφτυνε, αλλά όσο έχυνα συνέχιζε να τον ρουφάει και να τον παίζει μέσα της, μέχρι που έχυσα την τελευταία σταγόνα και στράγγισα εντελώς.

Σηκώθηκα και ξάπλωσα δίπλα της. Αρχίσαμε τα φιλιά και τα ερωτόλογα.

- Σ’ αγαπάω μωρό μου, της έλεγα.

- Κι εγώ σ΄ αγαπάω, άντρα μου! Σε λατρεύω!

Πέρασε περίπου το τέταρτο μέσα στις γλύκες και τα φιλιά. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Βγήκε με μια πετσέτα τυλιγμένη.

- Αγάπη μου, δεν πας κι εσύ; Είπε. Εγώ θα φτιάξω τοστάκι να φάμε.

- Ναι, μωρό μου, θα πάω.

Πήγαμε κι οι δυο μισόγυμνοι και φάγαμε τα τοστ. Εγώ σηκώθηκα και έβαλα δύο ποτήρια χυμό από το ψυγείο. Καθίσαμε λίγο στην κουζίνα. Πέρασε λίγη ώρα που είμαστε μέσα στις γλύκες και τα φιλιά.

- Δεν πάμε, Γιάννα μου, μέσα στο δωμάτιο; Είπα με ένα βλέμμα που υπονοούσε τα αυτονόητα.

- Γιατί, μωρό μου, δεν μπορείς να με γαμήσεις εδώ;… είπε κοιτώντας με ένα καυλιάρικο βλέμμα όλο νάζι.

Δεν ήθελα περισσότερο να παραδοθώ στην θερμή αυτήν πρόκλησή της. Την έβαλα να γονατίσει. Της έδωσα τον ήδη σκληρό πούτσο μου στο στόμα της. Τον άρπαξε και άρχισε να τον ρουφάει με μανία. Την σήκωσα και την έβαλα να ακουμπήσει τα χέρια στον πάγκο της κουζίνας. Την έπιασα από τη μέση και της κάρφωσα το καυλί μου μέσα της. Τον έχωνα ολόκληρο. Το γαμήσι σε αυτή τη στάση κράτησε αρκετά. Θα έλεγα ότι κουράστηκα από τη στάση αυτή. Τον έβγαλα και τον έτριβα στην κωλοτρυπίδα της. Η Κωλοτρυπίδα της ήταν παρθένα ακόμη. Πολλές φορές προσπάθησα να την πείσω να το κάνουμε, αλλά φοβόταν.

Τον ξανά έχωσα μέσα στο μουνί της. Τον έβγαλα έσκυψα και άρχισα να παίζω με την γλώσσα μου κωλοτρυπίδα της. Απογειώθηκε. Έβαλα το δάχτυλο από κάτω και της έτριβα την κλειτορίδα. Εκστασιάστηκε με αυτό που της έκανα. Τραβήχτηκα λίγο. Έβλεπα πότε να σφίγγει τη σούφρα της πότε να τη χαλαρώνει. Ήθελα πολύ να την γαμήσω από τον κώλο. Έπρεπε να την πείσω.

Σηκώθηκε και έβαλε το πόδι της πάνω στην καρέκλα. Με αγκάλιασε και χώθηκα μέσα της από μπροστά. Τη γαμούσα δυνατά. Έχυσε μετά από λίγο. Σε λίγο ο πούτσος μου τεντώθηκε. Άρχισα να χύνω μέσα της. Τα σώματά μας είχαν συντονιστεί στα κύματα της ηδονής που χάριζε ο ένας τον άλλο. Δε φοβόμαστε το «αναπάντεχο». Η Γιάννα έπαιρνε πάντα αντισύλληψη. Το μόνο που δε θέλαμε κι οι δυο ήταν μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη εκείνο τον καιρό.

Σταθήκαμε γυμνοί κι οι δυο στην κουζίνα και αγκαλιασμένοι φιλούσε ο ένας τον άλλον.

- Σ’ αγαπάω, μωρό μου, σε λατρεύω!

- Και εγώ σ’ αγαπάω Δημήτρη μου! Δε θέλεις λίγο να ξεκουραστούμε; Είμαι στο πόδι όλη μέρα.

- Ναι, μωράκι μου, πάμε!

Πήγαμε και ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Η Γιάννα πήρε το χέρι μου και το έβαλε κάτω από το κεφάλι της. Με αγκάλιασε.

- Είσαι πολύ ρομαντικός! Σ’ ευχαριστώ για τα λουλούδια, γλυκέ μου!

- Αγάπη μου, απόψε λέω να παραγγείλουμε απ’ έξω.

- Ναι, μωρό μου. Θέλω μόνο μια ώρα να κλείσω τα μάτια μου, να ξεκουραστώ λίγο.

- Κοιμήσου, γλυκιά μου, κοιμήσου! Θα σε προσέχω.

Χαμογέλασε και αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου. Όσο κοιμόταν την κοιτούσα και θαύμαζα την ομορφιά της. Κοιμόταν σαν ένα άγγελος κι εγώ ένιωθα πολύ τυχερός με αυτό το υπέροχο πλάσμα δίπλα μου.

Σε μια ώρα η Γιάννα ξύπνησε. Τη χάιδεψα στο κεφάλι τρυφερά.

- Κοιμήσου μωρό μου, κοιμήσου της είπα.

Άνοιξε νωχελικά τα μάτια της και μου χαμογέλασε. Όταν μου χαμογελούσε ένιωθα ότι ο κόσμος μου γίνεται πιο όμορφος.

- Πόση ώρα κοιμάμαι;

- Μια ώρα περίπου μωράκι μου.

- Εσύ κοιμήθηκες;

- Όχι, γλυκιά μου! καθόμουν και σε κοίταζα. Μου άρεσε που σε έβλεπα να κοιμάσαι σαν άγγελος. Αν σηκωνόμουν θα σε ξυπνούσα.

- Σ’ αγαπάω, μωράκι μου, είπε και με φίλησε τρυφερά στο μάγουλο.

Σηκωθήκαμε και φτιάξαμε καφέ. Καθίσαμε στο σαλόνι. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η φίλη της, η Λένα. Μίλησαν λίγο.

- Δημήτρη μου, θέλεις να βγούμε με τα παιδιά έξω; Εννοώ τη Λένα και τον Κώστα. Θα είναι και κάποιοι άλλοι στην παρέα. Τι λες;

- Ναι, γιατί όχι. Μια και πήρες το δίπλωμά σου, ας το γιορτάσουμε.

Το βράδυ εκείνο πήγαμε σε ένα μαγαζί στο Περιστέρι. Περάσαμε όμορφα. Γυρίσαμε στο σπίτι μισοζαλισμένοι από τα ποτά. Με το που μπήκαμε στο σπίτι γδυθήκαμε και πέσαμε για ύπνο. Τα ποτά που καταναλώσαμε δεν μας άφηναν περιθώριο για κάτι περισσότερο.

Σηκωθήκαμε κατά τις 11:00 το πρωί. Πρώτη σηκώθηκε η Γιάννα. Έφτιαξε καφέδες και σε λίγο σηκώθηκα κι εγώ. Καθόμαστε στο σαλόνι και πίναμε το καφέ μας μέσα στις γλύκες και στα φιλιά. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η μάνα της.

- Ε, δεν ξέρω βρε μαμά, να το συζητήσω με τον Δημήτρη μου και θα σε πάρω, είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο.

- Η μαμά θέλει αύριο να πάμε να φάμε από εκεί. Θα έχει τραπέζι και στο θείο. Θα είναι κι άλλοι εκεί.

- Δεν ξέρω μωρέ, τι να σου πω; Αισθάνομαι λίγο άβολα. Εξάλλου, πώς έτσι με κάλεσε σε τραπέζι, ξαφνικά, και με άλλους καλεσμένους;

- Έλα μωρό μου, μην τα βλέπεις όλα εκ του πονηρού. Εξάλλου, είτε θέλουν είτε δεν θέλουν, θα τη δεχθούν κάποια στιγμή την σχέση μας.

- Τι να πω; Αν κι αισθάνομαι λίγο άβολα, όπως σου είπα και πριν, ας γίνει. Εξάλλου κάποια στιγμή θα γίνει.

Το μεσημέρι βγήκαμε για ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Γυρίσαμε. Ύστερα βγήκαμε να πάρουμε κάποια γλυκά για τους δικούς της. Επιστρέψαμε στο σπίτι αργά το απόγευμα. Η κούραση που νιώθαμε ήταν μεγάλη.

Μπήκα πρώτος στο μπάνιο. Άφησα το καυτό νερό να τρέχει επάνω μου. Χαλάρωσα. Σε λίγο ανοίγει η πόρτα. Μπαίνει η Γιάννα τυλιγμένη με ένα μπουρνούζι. Το κρεμάει και μπροστά μου αποκαλύπτεται το όμορφο γυμνό κορμί της. Δίχως να πει κουβέντα μπήκε μαζί μου στη μπανιέρα. Πήρα το ντους και άρχισα να της βρέχω το κορμί. Η ίδια στάθηκε με την πλάτη προς σε μένα. Της άρεσε πάντα να της τρίβω και να της σαπουνίζω την πλάτη. Σε λίγο ήμαστε κι οι δυο γεμάτοι σαπούνια. Την αγκάλιασα και η αίσθηση του γυμνού κορμιού της με απογείωσε. Την κρατούσα αγκαλιά με την πλάτη γυρισμένη σε μένα και τα χέρια μου έπαιζαν με τα όμορφα βυζιά της. Οι ρώγες της είχαν σκληρύνει. Ο πούτσος μου είχε γίνει ατσάλι. Τούρλωσε ελαφρά τον κώλο της. Λύγισα τα γόνατα λίγο και ο πούτσος μου βρήκε το δρόμο προς το μουνί της. Χώθηκα μέσα της με τη μία. Ήταν πολύ υγρή. Όσο τη γαμούσα σε αυτή τη στάση, έτριβα τις ρώγες της με τα δάχτυλα. Σε λίγο άρχισε να χύνει.

Βγήκα, εκείνη γύρισε προς τα μένα και με αγκάλιασε. Γονάτισε και άρχισε να μου τον παίρνει μια υπέροχη βαθιά πίπα. Δεν άργησα να χύσω στο πρόσωπό της.

Ξεπλυθήκαμε κι οι δυο από τα σαπούνια. Βγήκαμε από το μπάνιο. Πήγαμε στο δωμάτιο και ξαπλώσαμε.

Εγώ άναψα την τηλεόραση να χαζέψω. Ύστερα η Γιάννα ήρθε με ένα δίσκο. Είχε κάνει τσάι. Μας άρεσε αργά να παίρνουμε το τσάι μας πότε-πότε στην κρεβατοκάμαρα. Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε. Άρχισα να νυστάζω. Σηκώθηκα, πήρα το δίσκο και πήγα στην κουζίνα. Άρχισα να συμμαζεύω τα πράγματα. Δεν μου αρέσει καθόλου η αταξία, όπως και θέλω την κουζίνα να είναι συμμαζεμένη το πρωί με τον καφέ.

- Αγάπη μου ασ' τα θα τα μαζέψω ο πρωί μόλις σηκωθούμε, είπε η Γιάννα μου με ένα νυσταγμένο ύφος.

- Σιγά, μωρό μου, τελείωσα ήδη.

Γύρισα στο κρεβάτι. την είχε πάρει σχεδόν ο ύπνος. Τη φίλησα στο μάγουλο κι αναδεύτηκε. Ξάπλωσα δίπλα της. Την πήρα αγκαλιά και έτσι μας βρήκε το πρωί.

Ξύπνησε πρώτη. Έμεινε ξαπλωμένη. Με κοιτούσε καθώς κοιμόμουν με μισάνοιχτα τα μάτια. Με χάιδευε στο πρόσωπο. Άνοιξα τα μάτια μου κι αντίκρισα το πιο γλυκό χαμόγελο του κόσμου.

- Σ’ αγαπώ, κορίτσι μου! Καλημέρα!

- Καλημέρα, αγάπη μου… μου είπε και με φίλησε στο στόμα.

- Τι ώρα είναι;… είπα με ένα χασμουρητό νύστας.

- Έντεκα! Πρέπει να σηκωθούμε, αγάπη μου! Να ετοιμαστούμε.

- Μα τι λες; Πότε πέρασε η ώρα. Σκέψου κούραση που την είχαμε!

- Ναι, πάω να φτιάξω καφέ.

Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Σηκώθηκα κι εγώ. Καθίσαμε και πίναμε τον καφέ μας. Πρώτος σηκώθηκα εγώ. Πήγα στο μπάνιο και σε ένα τέταρτο ήμουν έτοιμος.

Κατά τη μία φύγαμε για τους δικούς της. Φτάσαμε μετά από μισή ώρα με το αυτοκίνητο.

Οι δικοί της έμεναν σε μια μεγάλη μονοκατοικία στη Βούλα. Ο πατέρας της Γιάννας είχε συνεταιρικά με τον αδερφό του, τον κ. Πάτροκλο, μια εμπορική εταιρία με ανταλλακτικά. Ο κ. Πάτροκλος είχε μια κόρη τη Βούλα. Παντρεμένη με το Νίκο. Η Βούλα ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερη από τη Γιάννα. Ήταν κι εκείνη φιλόλογος, όπως κι η Γιάννα. Είχαν αποκτήσει και ένα παιδί. Ο Νίκος ήταν ηλεκτρολόγος. Δούλευε σε μια εταιρία αρκετά χρόνια.

Όταν φτάσαμε, μας άνοιξε ο Γιώργος, ο αδερφός της Γιάννας. Ήταν όλοι εκεί. Στην αρχή ένιωσα λίγο άβολα. Λογικό ήταν, μια και δε μου έδειχναν κάποια συμπάθεια από την αρχή.

Ο Γιώργος κι ο Νίκος μού άνοιξαν την κουβέντα. Έτσι, ένιωσα κάπως καλύτερα, βγαίνοντας από την αμηχανία που ήμουν στην αρχή. Ο Νίκος σε όλη τη διάρκεια του γεύματος, ένιωσα ότι καρφωνόταν στη Γιάννα.

«Δεν ξέρω, μονολόγησα μέσα μου, ίσως και να είμαι υπερβολικός· να είναι η ιδέα μου. Εξάλλου, σκέφτηκα, δεν τους ξέρω καλά κι ίσως να μην ξέρω και τα χούγια τους.»

Είχαμε τελειώσει το γεύμα. Οι άντρες της παρέας πήγαμε και καθίσαμε στο σαλόνι. Εκεί άρχισαν να με ρωτάνε διάφορα, για τη δουλειά μου, τους δικούς μου…

Σε μια στιγμή η Γιάννα ήρθε με ένα δίσκο με τους καφέδες. Καθώς τους άφηνε στο τραπέζι του σαλονιού, παρατήρησα τον Νίκο να καρφώνεται πάνω της για μια στιγμή. Έδειχνε να την έγδυνε με τα μάτια του. Τσιτώθηκα μέσα μου. Κάποια στιγμή ίσως κατάλαβε ότι το αντιλήφθηκα και μαζεύτηκε αμέσως. Η ώρα πέρασε και αφού τους ευχαρίστησα για την πρόσκληση και την περιποίηση, φύγαμε από τους πρώτους με τη Γιάννα.

Όταν φτάσαμε η Γιάννα με ρώτησε:

- Πώς σου φάνηκε το τραπέζι, Δημήτρη μου;

- Ωραία ήταν, δε μπορώ να πω. Αλλά να, όσο κι αν οι δικοί σου να το έπαιζαν άνετοι απέναντί μου, δε μου φαινόταν ειλικρινές. Ήταν κάπως... δεν ξέρω, δε νομίζω ότι έχουν συμβιβαστεί με τη σχέση μας.

- Θα το πράξουν κι αυτό βρε αγάπη μου. Σημασία δεν έχουν αυτοί, αλλά η αγάπη μας, και με φίλησε στο στόμα.

Ανταπέδωσα το φιλί και τη σήκωσα στα χέρια.

- Μα, τι κάνεις, βρε αγάπη μου, είσαι καλά;

- Ναι, μια χαρά είμαι. Παίρνω την αγάπη μου αγκαλιά και την πάω στο κρεβάτι μου, αυτό κάνω.

Πιάστηκε με τα χέρια από πάνω μου. Την ξάπλωσα στο κρεβάτι. Άρχισα να τη γδύνω. Την ποθούσα πολύ. Τα καρφώματα που της έριχνε ο Νίκος, αν και το έκρυψα με διακριτικότητα, με έκαναν να ζηλέψω, να την ποθώ ακόμα περισσότερο.

Σε λίγο την έγδυσα εντελώς. Γδύθηκα κι εγώ κι έπεσα δίπλα της. Άρχισα να η φιλάω στα χείλη με πάθος. Η Γιάννα ανταπέδιδε με το ίδιο πάθος. Τα χέρια της με χάιδευαν σε όλο το κορμί. Αναζητούσαμε ο ένας από τον άλλον όλο και περισσότερη ηδονή εκείνη τη στιγμή.

Έπιασα και άρχισα να γλείφω τι ρώγες της. Ανατρίχιαζε και το ένιωθα, και με ικανοποιούσε πολύ αυτό να τη βλέπω τόσο ξαναμμένη.

Σε λίγο ήμουν ανάμεσα στα πόδια της και πιπιλούσα την κλειτορίδα της. Η Γιάννα αναστέναζε. Είχε πιάσει τον πούτσο μου με το χέρι της και τον έπαιζε.

- Θέλω τον πούτσο σου, μου λέει σε κάποια στιγμή, γάμησε με αγάπη μου!

Της σήκωσα τα πόδια και με μια κίνηση της στον κάρφωσα βαθιά. Ήταν πολύ υγρή. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Έπεσα πάνω της και αρχίσαμε τα γλωσσόφιλα, όσο τη γαμούσα. Με αγκάλιασε δυνατά, με έσφιξε πάνω της. Έχυσε με ένα πρωτόγνωρο πάθος. Εγώ συνέχισα λίγο ακόμα. Σε λίγο τελείωσα μέσα της. Δε βγήκα αμέσως. Μείναμε να φιλιόμαστε, μέχρι που ο πούτσος μου μαλάκωσε. Βγήκα και ξαπλώσαμε δίπλα-δίπλα αγκαλιά. Λέγαμε γλυκόλογα και ανταλλάσσαμε φιλιά και χάδια.

Μετά από λίγο σηκώθηκε πρώτη και πήγε στο μπάνιο. Έκανε ένα τέταρτο να βγει. Βγήκε και μοσχομύριζε σαπούνι και φρεσκάδα. Ακολούθησα εγώ.

Όταν βγήκα τη βρήκα στο κρεβάτι ξαπλωμένη γυμνή. Είχε βάλει την τηλεόραση και χάζευε. Ξάπλωσα δίπλα της κι εγώ γυμνός.

- Δημήτρη μου, μπορείς να μου πεις κάτι; Ρώτησε με ένα νάζι.

- Τι είναι, μωρό μου;

- Αγόρασες κάτι τώρα τελευταία;

- Δε θυμάμαι, σαν τι βρε μωρό μου;

- Πονηρούλη! Είπε και με χάιδεψε στα μαλλιά. Το έκρυψες, ε;

- Τι πράγμα, μωρό μου;

- Αυτό!

…και μου δείχνει το λιπαντικό που είχα πάρει προ ημερών. Το είχα στο συρτάρι του κομοδίνου μου. Ήθελα να κάνουμε μια προσπάθεια να το κάνουμε κι από πίσω. Όμως παλιότερα δεν το ήθελε με τίποτα. Μια φορά θυμάμαι ότι μου θύμωσε. Έψαχνα τρόπο να της το φέρω. Δεν ήθελα να τη ζορίσω. Ξέρω ότι στενοχωριόταν. Δεν ήθελε, αλλά δεν ήθελε να είμαι δυσαρεστημένος μαζί της.

- Θέλεις τόσο πολύ να το κάνουμε;

- Ε, ναι, θέλω. Αλλά δεν θέλω να γίνει με το ζόρι. Ξέρεις τι άνθρωπος είμαι!

- Ναι, ξέρω. Κι επειδή το θέλεις πολύ, και δείχνεις τέτοιο σεβασμό απέναντί μου, θέλω να το προσπαθήσουμε, μιας και έχουμε και τα κατάλληλα εφόδια απόψε, είπε κουνώντας το τζελ.

Τη φίλησα στο στόμα. Ανταπέδωσε με ένα καυτό φιλί.

- Δε θέλω να βιαστούμε αγάπη μου, της είπα.

- Το βρήκα προχθές στο συρτάρι σου. Κι απόψε έχω προετοιμαστεί κατάλληλα. Θέλω να μου την πάρεις την παρθενιά του κώλου μου! Σ’ αγαπώ…

κι ακολούθησαν πολλά φιλιά από την ίδια.

Την έβαλα στα τέσσερα. Άρχισα να τη φιλάω το μουνί. Άρχισε να βογκάει από καύλα. Έβαλα τον πούτσο μου στο μουνί της και άρχισα να τη γαμάω. Μου άρεσε όπως ήταν στημένη. Ο κώλος της καλοσχηματισμένος, γυμνασμένος.

Σε μια στιγμή σταμάτησα. Άρχισα να τη φιλάω στα κωλομάγουλα. Ύστερα άρχισα να περιπαίζω την κωλοτρυπίδα της με τη γλώσσα μου. Δεν το είχα κάνει αυτό ποτέ σε γυναίκα. Η ίδια φρόντισε να είναι πολύ καθαρή. Η κίνηση που έκανα την απογείωσε εντελώς. Πότε έσφιγγε και πότε χαλάρωνε τη σούφρα της στα πειράγματα με τη γλώσσα μου. Έπιασα το τζελ και έβαλα πάνω στην τρύπα της. Με το δάχτυλο άρχισα να το σπρώχνω μέσα. Έβαλα λίγο το δάχτυλο μέσα στην κωλοτρυπίδα της και άρχισα να τη γαμάω. Ταυτόχρονα το άλλο χέρι μου περιεργαζόταν την κλειτορίδα της. Σε λίγο έβαλα κι άλλο λιπαντικό και το ένα δάχτυλο έγινα δύο. Έπαιξα αρκετά, αβίαστα μέχρι που ένιωσα ότι ο σφικτήρας της χαλάρωσε αρκετά.

Πήγα πίσω της. Έβαλα αρκετό λιπαντικό όσο σ’ εκείνη όσο και στον πούτσο μου. Άρχισα να τρίβω το πουτσοκέφαλο στην κωλοτρυπίδα της. Της άρεσε. Έσπρωξα λίγο. Μπήκε με δυσκολία το κεφάλι μέσα της. Την ένωσα να σφίγγεται. Σταμάτησα γιατί κατάλαβα πως πονούσε. Τον έβγαλα, κι ύστερα το έβαλα πάλι.

Σε λίγο το πουτσοκέφαλο έμπαινε με περισσότερη ευκολία. Βγήκα. Ξαπλώσαμε κι οι δύο, εκείνη με την πλάτη σε μένα. Έπιασε τον πούτσο μου και τον οδήγησε ξανά η ίδια στον κώλο της. Τον έβαλε μόνη της αυτή τη φορά. Σιγά-σιγά άρχισε να κουνιέται. Άφησα εντελώς την πρωτοβουλία σε εκείνη. Σε λίγο επιτάχυνε το ρυθμό.

Την έπιασα από τη μέση και άρχισα να πιέζω πιο μέσα σε κάθε σπρώξιμο. Η Γιάννα έβαλε το χέρι της κόντρα κι όταν πονούσε με έσπρωχνε προς τα πίσω. Σε λίγο ο πούτσος μου χωνόταν ο μισός μέσα της. Πλέον έδειξε να μην πονά και να βογκάει από καύλα. Δεν άντεξα περισσότερο. Έχυσα μέσα της. Γύρισε προς τα πίσω το κεφάλι της και με φίλησε στο στόμα πεταχτά. Μείναμε ακίνητοι με τον πούτσο καρφωμένο στον κώλο της.

- Ήταν υπέροχο μωρό μου! Εσένα σου άρεσε;

- Ναι, πολύ γλυκέ μου! Θέλω να το κάνουμε συχνά, αλλά προσεκτικά. Θέλω να σε συνηθίσει η τρύπα μου. Σ’ αγαπάω Δημήτρη μου!

- Κι εγώ σ΄ αγαπάω κορίτσι μου! Σε λατρεύω.

Εκείνο το βράδυ το ξανακάναμε. Πρώτα τη γάμησα από το μουνί αρκετά. Ύστερα ακολούθησε ξέσκισμα του κώλου, με τον πούτσο μου να χώνεται σχεδόν ολόκληρος.

Έτσι, από εκείνο το βράδυ οι ερωτική μας επαφή ήταν πιο ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Κάθε μέρα δε βλέπαμε την ώρα και τη στιγμή να πέσουμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ζούσαμε ο ένας για τον άλλον.

Πέρασε περίπου ένα εξάμηνο από την μέρα εκείνη που μας έκαναν το τραπέζι. Γύρισα στο σπίτι. Η Γιάννα είχε μαγειρέψει. Με περίμενε.

- Ξέρεις, αγάπη μου, σήμερα νωρίς πήγα και έδωσα βιογραφικά σε δύο φροντιστήρια. Στο ένα πιστεύω ότι θα με καλέσουν.

- Δεν πειράζει αγάπη μου. Κι εγώ έχω να σου πω δύο καλά μαντάτα. Το πρώτο καλό είναι ότι από σήμερα στην εταιρία είμαι ο προϊστάμενος του ερευνητικού τμήματος. Κι έτσι ο μισθός μου μεγάλωσε.

Με φίλησε και το πρόσωπό της έλαμψε από τη χαρά.

- Και το δεύτερο καλό, κύριε προϊστάμενε;

- Το δεύτερο καλό, αγαπημένη μου, είναι αυτό.

Και βγάζω το δαχτυλίδι από την τσέπη μου.

- Έρωτά μου, σου ζητάω να γίνεις γυναίκα μου! Λοιπόν;

- Αγάπη μου… και με φίλησε στο στόμα. Δέχομαι, έρωτά μου! Δέχομαι!

Εκείνη τη μέρα φάγαμε και πέσαμε στο κρεβάτι. Δεν κάναμε τίποτα άλλο παρά έρωτα. Πετούσαμε κι οι δυο στα σύννεφα από την ευτυχία.

Τις επόμενες μέρες η Γιάννα το ανακοίνωσε στους δικούς της. Εκείνοι, πλέον, εξέφρασαν φανερά τις αντιρρήσεις τους. Η Γιάννα θύμωσε μαζί τους. Τη μέρα εκείνη γύρισα και τη βρήκα να κάθεται στενοχωρημένη στην κουζίνα. Με το που μου το είπε, μιας και ήμουν άνθρωπος των άμεσων αποφάσεων, της πρότεινα να παντρευτούμε στο Δημαρχείο. Οι δυο μας, με δύο μάρτυρες. Έτσι κι έγινε.

Την άλλη μέρα του γάμου μας επισκέφτηκε η μάνα της. Εγώ ήμουν επιφυλακτικός και πολύ τυπικός μαζί της, αλλά είχα και ένα ύφος. Η Γιάννα προσπαθούσε να φτιάξει το κλίμα.

Ο καιρός περνούσε. Οι δικοί της ηρέμησαν κάπως. Απλά με δέχονταν στον κύκλο τους κατ’ ανάγκη. Γι’ αυτό και ήθελα πάντα να αποφεύγω τις συναντήσεις μαζί τους. Εγώ με τη γυναίκα μου ήμαστε τόσο ευτυχισμένοι! Η Γιάννα άρχισε πάλι να ψάχνει δουλειά. Σιγά-σιγά άρχισε να κάνει διάφορα ιδιαίτερα σε μαθητές. Μια δουλειά με πολύ τρέξιμο, αλλά κέρδιζε πολλά περισσότερα απ’ ό,τι να δούλευε σε φροντιστήριο.

Η ζωή μας κυλούσε όμορφα. Εγώ πολλές φορές μετά την προαγωγή μου, αργούσα στη δουλειά. Οι ευθύνες μου μεγάλωσαν. Πέρασε ενάμισης χρόνος που ήμαστε παντρεμένοι.

Κάθε βράδυ δε βλέπαμε την ώρα να πέσουμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Η δίψα του ενός για το κορμί του άλλου ήταν αστείρευτη.

Ήταν βράδυ σχεδόν, όταν γύρισα από τη δουλειά. Η Γιάννα με περίμενε στην κουζίνα. Αφού φάγαμε, βάλαμε δύο ποτήρια κρασί. Καθόμαστε μέσα στις γλύκες και τα φιλιά. Την έπιασα από το χέρι και την οδήγησα στην κρεβατοκάμαρα. Από το ύφος μου κατάλαβε τις προθέσεις μου. Ακολούθησε με ένα ναζιάρικο ύφος που με αναστάτωνε περισσότερο. Σε λίγο ήμαστε γυμνοί και ο ένας φιλούσε παθιάρικα τον άλλον. Της σήκωσα τα πόδια και χώθηκα με τη μία μέσα της. Ο πόθος μου ήταν μεγάλος εκείνη τη στιγμή και το ένιωθε κι εκείνη. Αφέθηκε στη λύσσα μου. Σε λίγο μεγάλωσα την ένταση που τη γαμούσα. Άναψε κι εκείνη για τα καλά. Τελειώσαμε σχεδόν ταυτόχρονα. Έχυσα μέσα στο μουνί της. Το κάναμε σπάνια αυτό. Η ίδια δεν ήθελε παιδί ακόμα· και το σεβόμουνα. Αν κι εγώ είχα τέτοια επιθυμία.

Ένα μεσημέρι η Γιάννα με πήρε τηλέφωνο στη δουλειά.

- Δημήτρη μου καλημέρα. Να σε ρωτήσω, πλήρωσες το ρεύμα;

- Μα, φυσικά μωρό μου, απάντησα. Γιατί τι έγινε;

- Τίποτα, καλέ μου, απλά μόλις γύρισα από το ιδιαίτερο που είχα, μπήκα σπίτι και δεν είχαμε ρεύμα καθόλου.

- Τι να σου πω; Μήπως υπάρχει γενική διακοπή;

- Όχι, ρώτησα την κυρία Ελπίδα από δίπλα κι εκείνη έχει μου είπε.

- Δεν βρίσκεις βρε μωρό μου κανένα τεχνικό να το δει; Εγώ από εδώ δεν ευκαιρώ, έχω πολύ δουλειά.

Κλείσαμε το τηλέφωνο και εγώ έπεσα πάλι με τα μούτρα στη δουλειά. Εκείνη τη μέρα στο γραφείο είχα πολύ δουλειά. Μαζί μου ήρθε να με βοηθήσει κι μια συνάδελφος, η Χριστίνα.

- Δημήτρη, θέλεις να δεις κι αυτή την περίπτωση εδώ και μετά να το κλείσουμε το θέμα. Τα έχω παίξει από την κούραση.

- Ναι, βρε Χριστίνα μου.

Μετά τον έλεγχο και τη βεβαίωση ότι όλα είναι καλά, υπέγραψα και η Χριστίνα τα πήγε στο Γενικό.

Σε λίγο συναντηθήκαμε στο καφέ που ήταν στο κτίριο της εταιρείας. Καθίσαμε στο ίδιο τραπεζάκι και τα λέγαμε. Η Χριστίνα ήταν μια όμορφη κοπέλα με καστανά μαλλιά μέχρι την πλάτη. Λεπτή και χαριτωμένη. Φρόντιζε πάντα να ντύνεται κομψά και στη δουλειά. Από όπου περνούσε κέρδιζε πάντα τα βλέμματα των ανδρών. Με τη Χριστίνα ήμαστε πολύ καλοί φίλοι. Μάλιστα σε μια δεξίωση της εταιρείας γνώρισε και τη Γιάννα. Πάνω απ’ όλα, αυτή η κοπέλα είχε χρυσή καρδιά. Μάλιστα κάποιες φορές πριν γίνω προϊστάμενος του τμήματος που ήμουν, με προστάτεψε καλύπτοντάς με σε λάθη που έκανα. Το ίδιο έκανα κι εγώ γι’ αυτήν πολλές φορές. Ό,τι στραβό γινόταν έμενε μεταξύ μας. Ο ένας κάλυπτε τον άλλον.

Το απόγευμα αργά σχόλασα και πήγα στο σπίτι.

- Αγάπη μου! φώναξα!

Ήρθε η Γιάννα στο σαλόνι. Με αγκάλιασε και με φίλησε.

- Καλησπέρα, μωρό μου! είπε με ένα γλυκό χαμόγελο

- Καλησπέρα, γλυκιά μου, είπα κι ανταπέδωσα το φιλί.

- Έβαλα το θερμοσίφωνα. Έχει νερό ζεστό. Άντε να πλυθείς μέχρι να σου βάλω να φας.

Πήγα στην κουζίνα να πιω ένα ποτήρι νερό. Εκεί στον πάγκο είδα δύο φλιτζάνια του καφέ στα άπλυτα.

- Τι έκανες με το ρεύμα; Τη ρώτησα.

- Φώναξα το Νίκο της Βούλας. Ήρθε ο άνθρωπος και το έφτιαξε. Μάλιστα δε μου πήρε και λεφτά.

- Τώρα, του έχουμε υποχρέωση.

- Σιγά μωρέ, το πολύ-πολύ να τον καλέσουμε για ένα καφέ ή να βγούμε και με τη Βούλα παρέα και να τους κεράσουμε.

- Ε, δεν του έλεγες να καθίσει λίγο, να του προσφέρεις κάτι;

- Βιαζόταν, ούτε για καφέ δεν κάθισε. Δεν έμεινε πάνω από 5 λεπτά.

Ένιωσα περίεργα. Αμέσως στο μυαλό μου ήταν η εικόνα με τα δύο φλιτζάνια. Μπήκα στο μπάνιο. Μόλις βγήκα πήγα στην κουζίνα. Η Γιάννα ήταν στο δωμάτιο.

- Εσύ δε θα φας;

- Όχι, πεινούσα κι έφαγα, συγγνώμη που δε σε περίμενα.

Κι εκεί ήταν που πρόσεξα ότι τα δύο φλιτζάνια που ήταν πριν άπλυτα είχαν ήδη πλυθεί κι είχαν εξαφανιστεί από τον πάγκο. Μου φάνηκε παράξενο. Δεν έδωσα παραπέρα σημασία. Έφαγα και ύστερα πήγαμε στο σαλόνι.

Ο καιρός περνούσε κι η ζωή μας κυλούσε ήρεμα. Το σεξ το απολαμβάναμε με όλο το πάθος μας. Με έπιασε ένας διακαής πόθος να κάνουμε ένα παιδί. Η Γιάννα συνέχιζε τα ιδιαίτερα. Πολλές φορές αργούσε και επέστρεφε πτώμα μετά από μένα στο σπίτι.

Οι δικοί της συνέχιζαν να μου δείχνουν, όποτε μπορούσαν, πόσο ανεπιθύμητος τους ήμουν. Αυτός ήταν κι ο λόγος που πολλές φορές αρνιόμουν να πάω στο σπίτι όταν με καλούσαν για τραπέζι. Δε με ήθελαν και δεν τους ήθελα.

Ένα βράδυ την περίμενα από νωρίς να επιστρέψει. Είχαν κανονίζει με την ξαδέρφη της τη Βούλα και το Νίκο να βγαίναμε. Ήταν Παρασκευή. Εγώ ετοιμάστηκα και την περίμενα. Θα πηγαίναμε σε ένα μπαράκι στο κέντρο της Αθήνας για ποτό. Η Γιάννα γύρισε κατά τις εννέα. Έδειχνε αναστατωμένη, κουρασμένη…

- Γιάννα μου αν δεν μπορείς, είπα, να τους πάρουμε να το ακυρώσουμε.

- Όχι, βρε αγάπη μου, μπορώ. Θα κάνω ένα μπάνιο και θα ετοιμαστώ. Σιγά, νωρίς είναι ακόμα. Αύριο Σάββατο είναι.

Πήγε στο μπάνιο. Δεν έκανε πάνω από ένα τέταρτο. Βγήκε και μπήκε στη κρεβατοκάμαρα. Εγώ έπρεπε να πάω στην τουαλέτα. Μια μικρή πετσέτα είχε πέσει χάμω. Τη μάζεψα κι άνοιξα το ντουλάπι με τα άπλυτα. Είδα το κιλοτάκι της. δεν ξέρω τι μου τράβηξε την προσοχή. Το έπιασα. Στο πίσω μέρος ήταν λεκιασμένο. Το έπιασα και τότε διαπίστωσα ότι ο λεκές έμοιαζε με σπέρμα. Σοκαρίστηκα! Όμως δεν ήμουν σίγουρος.

«Ίσως να είμαι υπερβολικός!», σκέφτηκα. «Ηρέμησε μαλάκα!», είπα στον εαυτό μου.

Με το που βγήκε η Γιάννα, εγώ καθόμουν στο σαλόνι και προσπαθούσα να συνέλθω. Προσπαθούσα να αδειάσω το μυαλό μου από αυτές τις αρνητικές σκέψεις. Σε λίγο άκουσα θόρυβο από το μπάνιο.

- Καλά, βρε αγάπη μου, μας περιμένουν κι εσύ έβαλες πλυντήριο;

- Ναι, Δημήτρη μου. Όταν γυρίσω θα είναι έτοιμο. Αύριο, από το μεσημέρι και μετά έχω φορτωμένο πρόγραμμα. Το πρωί θέλω να είναι έτοιμα και να τα απλώσω νωρίς. Μετά έχω μαθήματα και δε θα έρθω νωρίς.

- Καλά, όπως θέλεις.

Φύγαμε. Συναντηθήκαμε με τη Βούλα και το Νίκο. Μαζί τους ήταν κι ένα άλλο ζευγάρι. Γνωστοί του Νίκου. Η βραδιά κυλούσε χαλαρά. Συζητούσαμε διάφορα. Η ώρα προχωρούσε και τα ποτά διαδέχονταν το ένα το άλλο. Όσο ήμαστε εκεί, ο Νίκος καρφωνόταν πάνω στη Γιάννα. Αυτό έγινε κάποιες φορές. Η Γιάννα προσπαθούσε να είναι όσο διακριτική μπορούσε. Με ήξερε ότι ήμουν πολύ παρατηρητικός και δε μου ξέφευγε τίποτα. Η Βούλα έδειχνε να μην είχε αντιληφθεί τίποτα από τη συμπεριφορά του άντρα της. Η ίδια έδειχνε να εμπιστεύεται τον άντρα της τυφλά. Μάλιστα στην κουβέντα έμαθα ότι κι ο Νίκος αργούσε πολλές φορές στη δουλειά.

- Να, όπως κι απόψε. Το μωρό μου γύρισε στις εννιά, από το πρωί είναι στη δουλειά, είπε η Βούλα και τον φίλησε στο μάγουλο.

Εγώ πιο πολύ μιλούσα με τους γνωστούς του Νίκου. Ο Στάθης ήταν ένα καλό παιδί. Δούλευε σε μια μεταφορική εταιρεία. Φύγαμε αργά.

Φτάσαμε στο σπίτι. Η Γιάννα παραπατούσε από το ποτό. Με το που βγήκαμε έξω και τη χτύπησε ο αέρας έγινε χειρότερα.

Πέρασαν τέσσερις μήνες από εκείνο το βράδυ. Εμένα με είχε πιάσει ένας διακαής πόθος να αποκτήσουμε παιδιά. Όλο αυτό το διάστημα τέλειωνα συχνά μέσα της. Ένα σαββατιάτικο πρωινό η Γιάννα ήρθε ξανά στο κρεβάτι και ξάπλωσε. Πάνω που ετοιμαζόμουν κι εγώ να σηκωθώ.

- Δημήτρη μου, είπε με ένα μαζεμένο χαμόγελο. Έχω να σου πω ένα νέο.

- Τι είναι αγάπη μου; Συμβαίνει κάτι; Και γιατί το λες έτσι, μαζεμένη;

- Είμαι έγκυος!

- Πέταξα από τη χαρά μου.

Ο καιρός πέρασε και αποκτήσαμε μια πανέμορφη κόρη. Ίδια η Γιάννα. Εγώ πετούσα σαν το χαζομπαμπά στους ουρανούς από ευτυχία. Η ίδια σταμάτησε τα ιδιαίτερα για κάποιο διάστημα. Όλη τη μέρα ήταν απασχολημένη με το παιδί. Αν και με κρύα καρδιά, η μάνα της τη βοηθούσε πότε-πότε. Ιδιαίτερα στην αρχή. Εγώ ήμουν πολύ τυπικός και ευγενικός με τα πεθερικά μου, αν και συχνά εισέπραττα μια ξινίλα από μέρους τους. Δεν έδινα σημασία όμως, το προσπερνούσα. Μόλις μεγάλωσε λίγο το παιδί, η Γιάννα άρχισε πάλι τα φροντιστήρια, παρά τις αντιρρήσεις μου.

Πέρασε ένας χρόνος. Το πρόγραμμά της γύρισε στα ίδια πλαίσια με πριν. Επέστρεφε αργά και πτώμα από τα φροντιστήρια. Πολλές φορές λογομαχήσαμε γι’ αυτό. Ιδιαίτερα γιατί δεν ήθελα υποχρεώσεις στα πεθερικά μου, να μας κρατάνε το παιδί.

Από τη δεδομένη κατάσταση αυτή, η σεξουαλική μας ζωή παρουσίασε, όπως ήταν φυσικό, κρίση. Πολλές φορές από μέρους της ήταν τυπικά τα πράγματα και μόνο. Μου δινόταν μόνο και μόνο για να με ξεφορτωθεί. Το εισέπραττα αυτό. Με πείραζε πάρα πολύ η τροπή αυτή που πήραν τα πράγματα. Πολλές φορές γύριζε μετά τις εννιά στο σπίτι. Κάτι όμως δε μου κολλούσε σε όλη την κατάσταση· η Γιάννα είχε αλλάξει. Όσο για το πρωκτικό σεξ, μετά τη γέννα και λίγο πριν από αυτή, ήταν πια παρελθόν. Δε με άφηνε πια ούτε να την αγγίξω.

Στη δουλειά, η Χριστίνα με έβλεπε που έπεφτα με τα μούτρα στη δουλειά. Δεν ήμουν ευδιάθετος, όπως ήμουν συνήθως. Με ρώτησε κάποιες φορές αν μου συμβαίνει κάτι. Απέφευγα διακριτικά τις απαντήσεις κι εκείνη το καταλάβαινε και σταματούσε.

Μια μέρα γύρισα σπίτι πιο νωρίς, γιατί δεν αισθανόμουν καλά. Είχα ένα δυνατό πόνο στο στομάχι που με παρέλυσε και με έκανε να φύγω πιο νωρίς. Πήγα σε ένα φαρμακείο και πήρα κάποια φάρμακα. Η Γιάννα θα γύριζε κατά τις οχτώ το βράδυ εκείνη τη μέρα. Πήρα τα φάρμακα να ηρεμήσω από τον πόνο και κάθισα λίγο. Με πήρε ο ύπνος στο σαλόνι.

Ξύπνησα. Η ώρα είχε πάει εννιά. Αμέσως πετάχτηκα πάνω. Πήρα το αμάξι και πήγα στην πεθερά μου να πάρω το παιδί. Γύρισα κι η ώρα είχε πάει 10 το βράδυ. Δεν έπαιρνα τη Γιάννα τηλέφωνο για να μην τη ενοχλώ στα μαθήματα που έκανε. Έβαλα το παιδί για ύπνο και κάθισα στο σαλόνι χαζεύοντας στην τηλεόραση και περιμένοντάς τη.

Κάποια στιγμή, κατά τις έντεκα, μπήκε φουριόζα και τράβηξε στο μπάνιο.

- Κορίτσι μου, είσαι καλά; Τη ρώτησα.

- Καλά είμαι, μου αποκρίθηκε με ένα αδιάφορο ύφος.

Ύστερα άκουσα που έκανε ένα μπάνιο. Βγήκε και τράβηξε στην κρεβατοκάμαρα να ντυθεί. Ήρθε κάθισε στο σαλόνι μαζί μου. Την είδα προβληματισμένη, όσο κι αν προσπαθούσε να μου το κρύψει δε με ξεγελούσε.

- Γιάννα μου, όλα καλά;

- Ναι, μου απάντησε, με ένα ύφος που έδειξε να την ξαφνιάζει η ερώτησή μου. Γιατί ρωτάς;

- Δε σε βλέπω καλά. Έγινε κάτι;

- Όχι, τι να έγινε;

- Δεν ξέρω, σε είδα που μπήκες έτσι φουριόζα και νόμισα ότι έπαθες κάτι. Δεν πάμε μέσα να σε αγκαλιάσω, να σου περάσει ό,τι κι αν έχεις;

- Όχι, Δημήτρη, είμαι πολύ ταλαιπωρημένη, άσε με σε παρακαλώ, είπε με ένα ύφος που έμοιαζε ότι ήθελε να με ξεφορτωθεί.

Το βράδυ έπεσε πιο πριν από μένα για ύπνο. Παλιότερα, όταν είχε κάποιο πρόβλημα, σημαντικό ή ασήμαντο, το μάθαινα πρώτος εγώ. Τώρα άρχισε να έχει μυστικά. Δεν ήθελε να τα συζητάει μαζί μου.

Κάθισα λίγο ακόμα στο σαλόνι και ύστερα σηκώθηκα να πλυθώ στο μπάνιο. Από την ταλαιπωρία που είχα με το στομάχι μου, δεν άργησε να πάρει κι εμένα ο ύπνος.

Την άλλη μέρα έφυγα αργότερα. Εκείνη βιαζόταν και έφυγε φουριόζα. Φεύγοντας, της έπεσε ένα μπρελόκ με τα κλειδιά ενός μικρού ισόγειου διαμερίσματος που είχε στο Παγκράτι. Τα αναγνώρισα αμέσως από τον κρίκο. Της τον είχα δώσει εγώ, είχε τη μάρκα της εταιρείας που δούλευα. Τα πήρα και τα έβαλα στην τσέπη μου. Κάθισα στο σαλόνι.

- «Αυτά τα κλειδιά τα είχε πάντα στο συρτάρι του κομοδίνου», σκέφτηκα. «Τι δουλειά έχουν στην τσάντα της;»

Καθόμουν σκεπτικός. Προσπαθούσα να βγάλω άκρη. Μέσα στο μυαλό μου οι σκέψεις εναλλάσσονταν η μια μετά την άλλη.

Πήρα τηλέφωνο στη δουλειά και είπα ότι δε θα πάω. Ύστερα σηκώθηκα και βγήκα πηγαίνοντας δυο στενά πιο κάτω. Έβγαλα αντικλείδια από το διαμέρισμα και γύρισα πίσω. Άφησα τα κλειδιά στο σημείο που της έπεσαν κάτω και ύστερα βγήκα. Πήρα τηλέφωνο τη Χριστίνα στο κινητό. Κανονίσαμε μετά τη δουλειά να βρεθούμε. Συναντηθήκαμε στο κέντρο, στο σύνταγμα.

- Τι έγινε βρε θηρίο; Τι έπαθες; Είσαι καλά; Ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον.

- Καλά είμαι Χριστίνα μου. Απλά χθες δεν ένιωθα καλά. Πονούσα κι έφυγα.

- Πήγες στο γιατρό;

- Όχι, με έχει ξαναπιάσει και παλιότερα. Παίρνω κάτι φάρμακα και όλα εντάξει. Να σου πω, δεν πάμε να φάμε; Έλα κερνάω εγώ.

Πήγαμε σε ένα ωραίο μαγαζί. Παραγγείλαμε και ένα μπουκάλι κρασί. Η Χριστίνα ήταν πάντα εύθυμος άνθρωπος. Ήξερε να κάνει κέφι όταν ήταν με καλή παρέα.

- Να σου πω, καλά τα λέμε τώρα, καλά τα πίνουμε, δεν μου είπες το πιο σημαντικό όμως.

- Σαν τι, Χριστίνα μου;

- Τι σου συμβαίνει; Εσύ για να με πάρεις τηλέφωνο και να θέλεις παρέα, να κάνεις κοπάνα από τη δουλειά, και το ύφος που έχεις πολλές φορές, κάτι τρέχει. Δε με ξεγελάς εμένα. Έχουμε τόσον καιρό μαζί στη δουλειά. Σε ξέρω πώς είσαι, όταν είναι όλα εντάξει.

- Έχεις δίκιο. Αν δε βρω κάποιον να τα πω, θα σκάσω…

και άρχισα να της αφηγούμαι τα περιστατικά και τα γεγονότα. Της τα είπα όλα όσα με βασάνιζαν τα τελευταία δύο χρόνια. Ξαλάφρωσα.

- Τι να σου πω βρε Δημήτρη μου; Μου φαίνεται λίγο απίστευτο. Ξέρω ότι έχεις ορθή κρίση και δύσκολα κάνεις λάθος. Γιατί δεν βάζεις έναν ντετέκτιβ να την παρακολουθεί, γιατί δεν παγιδεύεις με κάμερες το διαμέρισμα στο Παγκράτι; Τώρα υπάρχουν μέσα για όλα. Έτσι, αν γίνεται τίποτα εκεί μέσα, θα το μάθεις. Αν δεν συμβαίνει, τότε θα ηρεμήσεις. Και μετά προσπαθείς διαφορετικά, πάτε σε ένα σύμβουλο γάμου. Αν θέλεις έχω ένα μακρινό ξάδερφο που ασχολείται με κάμερες, δουλεύει σε μια εταιρία.

- Είναι εύκολο να με φέρεις με τον ξάδερφό σου σε επαφή;

- Τώρα κιόλας, τον παίρνω.

Τον πήρε τηλέφωνο. Με το παλικάρι κανονίσαμε να βρεθούμε την άλλη μέρα.

Εκείνη τη μέρα γύρισα αργά το απόγευμα στο σπίτι κι η Γιάννα δεν ήταν εκεί. Ούτε και τα κλειδιά που της έπεσαν. Προφανώς γύρισε και τα πήρε.

Γύρισε κατά τις εννιά. Μόλις έκανε μπάνιο, μου είπε ότι όλη τη μέρα δεν σταμάτησε. Ότι είναι πολύ κουρασμένη και με παρακάλεσε να πάω να πάρω εγώ το παιδί.

Την επόμενη σχόλασα νωρίτερα. Το ραντεβού με τον Κώστα ήταν έξω από τον Ευαγγελισμό. Τον πήρα με το αμάξι του και πήγαμε στο σπίτι. Ο Κώστας ήταν πολύ έμπειρος στη δουλειά αυτή. Παγίδευσε το σπίτι με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπάρχουν κρυφά σημεία. Μάλιστα οι κάμερες είχαν τη δυνατότητα να συνδέονται με το κινητό ή το λάπτοπ. Τελειώσαμε σε δύο τρεις ώρες. Εγώ είχα την αγωνία να μην τυχόν έρθει και μας δει εκεί. Δοκιμάστηκαν και ύστερα φύγαμε.

Την άλλη μέρα στη δουλειά κατά τις πέντε το απόγευμα σχόλασα. Ήμουν στο αυτοκίνητο, όταν χτύπησε ο συναγερμός του κινητού. Σταμάτησα κάπου και συνδέθηκα με την κάμερα του χολ. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ήταν ο Νίκος μέσα στο σπίτι. Εκεί τρελάθηκα.

Ύστερα από ένα τέταρτο χτύπησε το κουδούνι και της άνοιξε εκείνος σαν καλός νοικοκύρης.

Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν στο στόμα με πάθος. Ύστερα πήγαν στην κρεβατοκάμαρα. Γδύθηκαν και άρχισε να του παίρνει μια πίπα με το πάθος που έπαιρνε σε μένα τις μέρες που ήμαστε καλά. Κέρωσα. Της σήκωσε τα πόδια και άρχισε να τη γαμάει. Εκείνη έβγαζε τόσο πάθος! Την έστησε στα τέσσερα και άρχισε να της χώνει τα δάχτυλα στον κώλο. Σε λίγο της τον έχωσε και άρχισε να τη γαμάει δυνατά. Εκείνη έπαιζε με τα δάχτυλα το μουνί της και δεν άργησε να χύσει. Έχυσε κι εκείνος μέσα της. Ξάπλωσαν λαχανιασμένοι.

Άρχισαν τις γλύκες και τα φιλιά. Του έλεγε πόσο πολύ τον αγαπάει. Κι από τότε που ζωντάνεψαν τον έρωτά τους, νιώθουν πολύ ευτυχισμένοι κι οι δυο, όσο κι επικίνδυνο κι αν είναι αυτό που κάνουν.

Βγήκαν και πήγαν στο μπάνιο. Εκείνη κοίταξε το ρολόι της και ντύθηκε. Ντύθηκε κι εκείνος. Τους άκουσα να λένε ότι την επόμενη δεν θα βρισκόντουσαν, γιατί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του έπρεπε να πάνε σε μια επίσκεψη. Εκεί άκουσα και τη δικιά μου να λέει ότι πρέπει να προσέξει κι εμένα, γιατί με έβλεπε σκεπτικό. Έπρεπε, όπως έλεγε, να μην υποψιαστώ κάτι.

- Πρέπει να βρω τρόπο να τον καλμάρω τον Δημήτρη. Είναι πολύ έξυπνος και παρατηρητικός, είπε.

- Έλα, βρε μωρό μου, ιδέα σου είναι. Εγώ δεν τον κόβω για τόσο γάτα, της απάντησε με ένα χαμόγελο και τη φίλησε πεταχτά στο στόμα.

Βγήκαν από το σπίτι και κλείδωσαν.

Έμεινα αποσβολωμένος στο αμάξι. Κοίταζα το κινητό και δεν έβγαινε η φωνή μου. Ήθελα να φωνάξω, να ουρλιάξω, να βγω και να ξεσπάσω κάπου. Από τα νεύρα μου έριξα μια μπουνιά στον ουρανό του αυτοκινήτου. Έβαλα μπροστά. Έφυγα και γύριζα με το αμάξι στους δρόμους της Αθήνας στα χαμένα, σαν τρελός για μια ώρα περίπου. Δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ.

Πήγα σε ένα μπαράκι στο κέντρο κι ήπια δύο ουίσκι. Ύστερα κοίταξα το ρολόι μου. Είχε πάει δέκα το βράδυ. Ούτε που το πήρα είδηση.

Σε λίγο χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η Γιάννα. Την πρώτη φορά δεν το σήκωσα. Χτύπησε ξανά. Ύστερα ο σήκωσα και της είπα ότι βγήκα με κάποιο διευθυντή της εταιρείας.

Γύρισα κατά τις δώδεκα στο σπίτι. Η Γιάννα είχε ξαπλώσει. Ήθελα να τη σκοτώσω στο ξύλο.

Κάθισα στον καναπέ και ήπια άλλο ένα ουίσκι. Ύστερα πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Γδύθηκα. Από το θόρυβο ξύπνησε.

- Τι ώρα είναι;… ρώτησε νυσταγμένα.

- Δωδεκάμισι, της απάντησα.

- Είσαι καλά;

- Ναι, καλά είμαι της απάντησα ξερά. Κοιμήσου! Συγγνώμη που σε ξύπνησα.

- Δεν πειράζει, Δημήτρη!

Πήγα στο μπάνιο και πλύθηκα. Κάθισα αρκετά να συνέλθω. Βγήκα, φόρεσα τις πιτζάμες και έπεσα. Δεν άργησε να με πάρει ο ύπνος. Εκείνη δεν ξέρω τι ώρα κοιμήθηκε μετά.

Το πρωί της άλλης έφυγα νωρίς για τη δουλειά. Έφτασα πριν την ώρα μου. Το έκανα γιατί το σπίτι δε με χωρούσε πια. Κάθισα σε ένα καφέ κοντά στη δουλειά και πήρα έναν καφέ. Στη δουλειά ήμουν σκεπτικός. Σε κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό μου. Το σήκωσα. Ήταν η Γιάννα.

- Καλημέρα, μωρό μου… μου είπε με μια ναζιάρικη φωνή.

- Καλημέρα, της είπα με ένα απότομο ύφος. Θέλεις κάτι; Έχω πολύ δουλειά.

- Πήρα έτσι, να δω τι κάνεις.

- Καλά είμαι, σε κλείνω. Έχω δουλειά.

Το τηλέφωνο το άκουσε η Χριστίνα. Σηκώθηκε από το δικό της γραφείο και ήρθε σε μένα. Με χτύπησε ελαφριά στην πλάτη.

- Δημήτρη μου, είναι άδικο και βαρύ αυτό που γίνεται, αλλά πρόσεχε τις κινήσεις σου. Δεν αξίζει να εκτεθείς και να τους έχεις κι από πάνω.

- Το ξέρω, βρε Χριστίνα μου. Σε ευχαριστώ πολύ… και της έπιασα το χέρι που είχε ακουμπισμένο στον ώμο μου. Αν δεν είχα κι εσένα… βλέπεις δεν έχω δικό μου άνθρωπο εδώ στην Αθήνα, είπα κι αναστέναξα. Εκεί βούρκωσα.

Η Χριστίνα. Με αγκάλιασε και με φίλησε στο μάγουλο.

- Έλα, μη στενοχωριέσαι. Να σου πω, θέλεις να πάμε να φάμε μετά τη δουλειά;

- Αν θέλω λέει;… το μόνο που θέλω είναι να μην πάω στο σπίτι μου.

Το απόγευμα μετά τη δουλειά βγήκαμε και πήγαμε στο ίδιο μέρος για φαγητό. Γύρισα κατά τις εννιά. Περάσαμε υπέροχα. Η συντροφιά της μου ήταν τόσο ευχάριστη. Η Γιάννα με πήρε στο τηλέφωνο κατά τις οχτώ και μισή. Της είπα ότι βγήκα για φαγητό με συναδέλφους. Γύρισα κοντά στις δέκα. Στο σπίτι με περίμενε με ύφος.

- Κι ήθελα σήμερα να βγούμε λίγο έξω, να ξεσκάσουμε.

- Τι να βγούμε, βρε μωρό μου, λες και μας βλέπει καθόλου αυτό το σπίτι;

- Τι εννοείς;

- Εννοώ ότι σ’ αυτό το σπίτι πια έτσι όπως καταντήσαμε, ερχόμαστε μόνο να κοιμηθούμε και να ξεκουραστούμε για την επόμενη μέρα. Έτσι δεν είναι;

- Και τι να κάνουμε βρε Δημήτρη; Είπε με ένα ύφος αγανάκτησης.

- Ξέρω κι εγώ βρε Γιάννα; Τι να κάνουμε; Τίποτα δε μπορούμε να κάνουμε, είπα και πήγα για λίγο στην κουζίνα. Εσύ, πώς πέρασες τη μέρα σου; Τη ρώτησα.

- Καλά. Δεν είχα το χθεσινό τρέξιμο που είχα.

Εκεί εκνευρίστηκα, αλλά πιέστηκα πολύ να το καταπιώ. Ήμουν έτοιμος να την πιάσω στα χαστούκια. Ύστερα πήγα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Ήρθε κι εκείνη. Άρχισε να με χαϊδεύει. Την απομάκρυνα, λέγοντας ότι δεν έχω όρεξη. Παραξενεύτηκε λίγο.

- Πώς βρε μωράκι μου; Εσύ όποτε σε άγγιζα, είπε με ένα ναζιάρικο ύφος, γινόσουν πάντα πύραυλος…

- Ε, τώρα δε γίνομαι. Είμαι κουρασμένος και πονάει το κεφάλι μου. Θέλω να κοιμηθώ. Άσε με σε παρακαλώ. Αν είναι αύριο, βλέπουμε.

Δεν το πίστευε ποτέ, ότι θα αντιδρούσα έτσι. Όλο τον καιρό που άρχισε η κρίση στη σχέση μας, εγώ έπαιρνα πάντα την πρωτοβουλία, εκείνη πάντα είτε βαριόταν και το έκανε με το ζόρι, είτε με σταματούσε. Προφανώς ένιωθε ότι είχε τον έλεγχο και το πάνω χέρι. Τώρα η απόρριψη της ήρθε ξαφνική μάλλον. Είχαμε να το κάνουμε πάνω από μήνα. Έκανε πώς θύμωσε. Δεν είπα τίποτα. Αποκοιμήθηκα.

Την άλλη μέρα εκείνη έφυγε πριν από μένα. Πήγε το παιδί στη μάνα της και έφυγε για ένα μάθημα που είχε νωρίς.

Το απόγευμα λίγο πριν σχολάσω, άνοιξα το προσωπικό μου λάπτοπ που συχνά έπαιρνα στη δουλειά. Μπήκα στις κάμερες του σπιτιού, δεν είχαν πάει ακόμα. Περίμενα κάνοντας κάποιους ελέγχους που αφορούσαν τη δουλειά. Σε κάποια στιγμή βλέπω τη Γιάννα να μπαίνει στο σπίτι. Έστρωσε το κρεβάτι και συγύρισε λίγο. Έκανε ένα μπάνιο και ξάπλωσε με τα εσώρουχα. Τον περίμενε. Σε λίγο έφτασε κι εκείνος. Η ίδια κολασμένη επανάληψη των προχθεσινών.

Κάποια στιγμή έκαναν διάλειμμα. Εγώ όλη τη συνάντησή τους την έγραφα στον υπολογιστή.

- Κοίτα, ανησυχώ, Νίκο μου!

- Γιατί, μωρό μου;

- Γιατί βλέπω το Δημήτρη αλλαγμένο. Δεν ξέρω, αν έχει κάποιο πρόβλημα με τη δουλειά, αλλά η συμπεριφορά του έχει αλλάξει εντελώς.

- Δηλαδή;

- Είναι πιο ψυχρός. Χθες να φανταστείς προσπάθησα να κάνουμε έρωτα και με απώθησε. Ξέρεις, φοβάμαι πως έχει μυριστεί κάτι.

- Έλα, μωρέ το μαλάκα, σιγά μην μυριστεί. Εσύ από ό,τι μου είπες, δεν έκανες κάτι που θα τον έβαζε σε υποψίες…

- Όχι, βρε μωρό μου. Δύο χρόνια σχεδόν, από όταν αρχίσαμε να έχουμε σχέση ξανά, όλα τα έχω υπό έλεγχο. Βέβαια δε μπορώ να κάνω σεξ μαζί του· το ξέρεις, είπε με ένα ναζιάρικο ύφος κοιτώντας τον στα μάτια. Κι αν το κάνω αραιά και πού, είναι μετά από επιμονή δική του, και το κάνω να τον κρατάω ήρεμο. Σκέψου ότι έχουμε πάνω από μήνα να το κάνουμε. Κι σε άλλες φάσεις έγινε αυτό κι όταν τον άγγιζα έκανε σαν τρελός.

- Τι να πω; Δε νομίζω. Ίσως είναι η δουλειά του που τον πιέζει.

- Μακάρι.

Ύστερα άρχισαν να φιλιούνται και να τρίβονται. Την έστησε στα τέσσερα. Τη γάμησε αρκετή ώρα. Σηκώθηκε όρθιος και της τον έδωσε στο στόμα. Εκείνη τον πίπωσε μέχρι που έχυσε στο στόμα της.

Κάθισαν λίγο και χαμουρευόντουσαν στο κρεβάτι. Ύστερα σηκώθηκαν και ντύθηκαν βιαστικά. Βγήκαν από το σπίτι.

Εγώ έμεινα να κοιτάζω παγωμένος την οθόνη. Δεν ήξερα τι να κάνω. Ήμουν σε μια αμηχανία. Έκλεισα τον υπολογιστή, μάζεψα τα πράγματά μου και βγήκα στο γκαράζ της εταιρίας. Πήρα το αμάξι και πήγα κατευθείαν σπίτι. Βρήκα τη Γιάννα με το παιδί, που μόλις ήρθαν. Τους χαιρέτησα τυπικά.

Δεν ήθελα να φάω. Δεν πήγαινε μπουκιά κάτω. Κάθισα στο σαλόνι και έπαιξα λίγο με το παιδί. Έτσι μπόρεσα και ξεχάστηκα λίγο. Η ώρα πέρασε κι έπρεπε να πάει για ύπνο. Την πήρα και την έβαλα στο κρεβατάκι της. Την αποκοίμισα λέγοντας της παραμύθια. Βγήκα και κάθισα στο σαλόνι. Η Γιάννα καθόταν κι εκείνη στο σαλόνι.

- Γιατί δεν έφαγες;

- Δεν ήθελα. Προχθές έφυγα από τη δουλειά λόγω του ότι με πονούσε το στομάχι. Τώρα είμαι καλύτερα.

- Και γιατί δεν μου είπες τίποτα;

- Μα, δεν με ρώτησες. Γιατί να σου πω; Κι όταν μπήκες, μπήκες φουριόζα και δεν ήθελες καν να μιλήσεις. Τελευταία ούτε που μιλάς και που ρωτάς τι κάνω;

- Να σταματήσεις να πίνεις, είπε με ένα επιτακτικό ύφος που έδειχνε κάπως ότι με μάλωνε.

- Δεν είναι από αυτό. Μια φορά μόνο συνέβη στο κάτω-κάτω. Κι εξάλλου ο γιατρός δεν μου βρήκε κάτι. Εσύ τι κάνεις, πώς πας με τα ιδιαίτερα;

- Καλά, μια χαρά.

- Θα έχεις γεμάτο πρόγραμμα να φανταστώ…

- Ναι, πολύ γεμάτο.

- Εσύ με τη δουλειά;

- Τι να σου πω; Ευθύνες, στρες, άγχος και πάρα πολύ τρέξιμο. Δε βαριέσαι όμως. Καλά είμαι. Δεν παραπονιέμαι. Νιώθω κουρασμένος, θα πάω να την πέσω.

- Καλά, κι εγώ το ίδιο θα κάνω.

Η Γιάννα ήρθε μετά από μένα στο κρεβάτι. Έμεινε λίγο και μάζεψε την κουζίνα

Όταν ξάπλωσε άπλωσε το χέρι της να με χαϊδέψει. Το σταμάτησα

- Σταμάτα, σε παρακαλώ, δεν έχω καμιά διάθεση.

Στην πραγματικότητα τη σιχαινόμουν. Αηδίαζα και που την αισθανόμουν δίπλα μου. Εκείνη έκανε πως θίχθηκε με τη στάση μου. Την άλλη μέρα φύγαμε σχεδόν μαζί από το σπίτι. Η Γιάννα πήγε το παιδί στην γιαγιά του και ύστερα είχε μάθημα. Στη δουλειά είχε τρέξιμο πολύ εκείνη τη μέρα. Κάποια στιγμή το μεσημέρι μπαίνει η Χριστίνα με ένα καφέ κι ένα σάντουιτς.

- Έλα, Δημήτρη μου, φάε και κάτι, γιατί με την πολλή δουλειά και την πολλή στενοχώρια δεν πρόκοψε κανείς.

- Αχ! Σ’ ευχαριστώ! Είσαι ένας άγγελος!

- Τα παραλές.

- Όχι, καθόλου.

Καθίσαμε λίγο. Ύστερα πλακωθήκαμε στη δουλειά. Κάθε φορά που η εταιρία ήθελε να βγάλει ένα προϊόν στην αγορά όλες οι μελέτες και αναλύσεις έπρεπε να περάσουν από τα χέρια μου. Και βέβαια το δεξί μου χέρι ήταν η Χριστίνα. Κάποιες από αυτές τις ανέλαβε η Χριστίνα εξολοκλήρου για να με ξαλαφρώσει.

Πήγε αργά. Η Χριστίνα έφυγε πριν από μένα. Εγώ έφυγα πιο αργά. Στο γκαράζ βρήκα το Βασίλη. Το λογιστή της εταιρίας. Ο Βασίλης ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος και καλός λογιστής. Είχαμε πολλά κοινά, τα βρίσκαμε στις απόψεις πολλές φορές. Γνωριζόμαστε από τότε που πήγα στην εταιρία. Μάλιστα κάναμε σε διαστήματα και καλή παρέα. Μάλιστα κάποτε μας είχαν καλέσει στο σπίτι για φαγητό. Η γυναίκα του η Παναγιώτα ήταν φανταστική μαγείρισσα και καλή κοπέλα. Οι δυο τους είχαν δύο παιδιά και πήγαιναν για τρίτο.

- Βασίλη πού θα πας τώρα;

- Πού να πάω βρε Δημήτρη; Σε δουλειά θα πάω. Θα πάω στο γραφείο που συνεργάζομαι. Ο ένας μισθός δε φτάνει με τίποτα. Τι να κάνω;

- Δε θα πας από το σπίτι;

- Όχι, μένω μακριά. Θα πάω να τσιμπήσω κάτι και μετά στο γραφείο.

- Δεν πάμε μαζί να φάμε;

- Ε και δεν πάμε;

Πήγαμε σε ένα σουβλατζίδικο και φάγαμε. Εκεί έμαθα ότι ο Βασίλης κρατούσε και παράλληλα και τα βιβλία ενός νυχτερινού κέντρου δύο χρόνια τώρα. Μου είπε να πάμε κάποια βραδιά. Σε κάποια στιγμή αναστέναξα.

- Τι έχεις βρε Δημήτρη; Γιατί αναστενάζεις έτσι; Σου συμβαίνει κάτι;

- Τίποτα βρε Βασίλη μου, προσωπικά.

- Με τη Γιάννα βρε κάτι; Αυτή σε λατρεύει. Η Παναγιώτα πάντα έλεγε τι αγαπημένο ζευγάρι που είστε.

Με τη συζήτηση, του είπα για τα προβλήματα με τη Γιάννα. Δεν άντεχα, έπρεπε να τα πω να ξαλαφρώσω. Έτσι του είπα και για το κεράτωμα.

- Φυσικά, δε θα το αφήσεις έτσι, να φανταστώ.

- Θα το τελειώσω ρε Βασίλη, αλλά να… σκέφτομαι το παιδί. Γαμώ την τύχη μου! είπα κι αναστέναξα.

- Και αυτόν, θα τον αφήσεις έτσι; Δε μπορείς να του ρίξεις ένα μπερντάκι ξύλο; Να σε θυμάται τουλάχιστον;

- Έχει νόημα βρε Μπιλ; Τι νόημα έχει; Το γουστάρει κι είναι μαζί του. Δεν είναι με το ζόρι. Εξάλλου από διαλόγους τους κατάλαβα, πως πριν από μένα είχε γίνει φάση με τους δυο τους. Πρέπει να τα είχαν για κάποιο διάστημα και μετά προφανώς χωρίσανε. Δεν ξέρω τι στο διάολο έγινε!

- Κοίτα, επειδή σε καταλαβαίνω, ότι σου είναι και άβολο να μπλέξεις, γιατί δεν βάζεις κάποιον να τον σακατέψει στο ξύλο; Αν θέλεις, στο κέντρο που κρατάω τα βιβλία έχω παιδιά, που για πάρτη μου, θα του έκαναν κάποια χάδια του μαλάκα. Αν τους το ζητήσω εγώ, θα το κάνουν μια και μου έχουν υποχρέωση. Μην είσαι κορόιδο. Εγώ στη θέση σου δεν θα τον άφηνα έτσι. Σου κατέστρεψε την οικογένεια. Αύριο θα κοροϊδεύει πίσω από την πλάτη σου.

- Δεν ξέρω βρε Βασίλη. Θα το σκεφτώ και αν είναι θα σε ειδοποιήσω. Σε ευχαριστώ πάντως για το ενδιαφέρον που δείχνεις.

- Τι λες βρε Δημήτρη; Τόσα χρόνια γνωριζόμαστε. Ειλικρινά στενοχωρήθηκα πάρα πολύ.

Η ώρα είχε πάει εφτά το βράδυ. Με το Βασίλη χωριστήκαμε, κι εκείνος έφυγε για το γραφείο.

Μπήκα στο αμάξι. Άνοιξα το κινητό μου και συνδέθηκα με τις κάμερες. Τα πιτσουνάκια ήταν πάλι εκεί. Αμέσως άρχισα να καταγράφω τις σκηνές «απείρου κάλλους», που εκτυλίσσονταν ανάμεσά τους. Έφτασα στο σπίτι μου. Κάθισα λίγο στο σαλόνι. Ύστερα βγήκα πάλι. Δε με χωρούσε πια. Πήγαινα με τα πόδια. Σε ένα πάρκο κάθισα σε ένα παγκάκι. Έσκυψα το κεφάλι κρατώντας το με τα χέρια μου και δάκρυσα. Η ιδέα του Βασίλη άρχισε να μου τριβολίζει το κεφάλι.

Το βράδυ εκείνο έμεινα μέχρι τις δύο έξω. Είχα κλείσει το κινητό μου, γιατί δεν ήθελα να ακούσω κανένα. Γύρισα και είδα τη Γιάννα να με περιμένει.

- Τι έγινες βρε παιδί μου, ανησύχησα. Πού ήσουν τόσες ώρες; Ρώτησε με ένα θυμωμένο ύφος.

- Βγήκα για φαγητό με κάποιο φίλο. Εσύ τι ώρα γύρισες;

- Νωρίς στις οχτώ περίπου. Σε έπαιρνα τηλέφωνο και το είχες κλειστό.

- Θα έκλεισε κατά λάθος.

- Δημήτρη συμβαίνει κάτι; Δε σε βλέπω καλά τελευταία.

- Τι εννοείς;

- Ε, είσαι λιγομίλητος, νιώθω ότι με αποφεύγεις, βγαίνεις συχνά έξω… δεν ξέρω τι να υποθέσω.

- Σε αποφεύγω;… εγώ; Από πού έβγαλες το συμπέρασμα;

Εκείνη τη στιγμή ήμουν μέσα στην οργή. Ήθελα να την πιάσω στα χαστούκια, να τη βρίσω, αλλά κρατήθηκα.

- Ε, να, όσες φορές τελευταία στο κρεβάτι προσπάθησα να σε πλησιάσω, με αποφεύγεις.

- Συγγνώμη, ακούς τι λες; Εσύ, γαμώ τον καντήλι μου, τι κάνεις εδώ και δύο χρόνια τώρα; Απάντησέ μου! Όταν εγώ προσπαθούσα να σε πλησιάσω εσύ πώς με αντιμετώπιζες; Είπα υψώνοντας τη φωνή μου μέσα στα νεύρα.

- Ήμουν κουρασμένη, από τη γέννα, από τη δουλειά. Τι νομίζεις ότι είναι εύκολο αυτό που κάνω;

- Όχι, καθόλου! Το γνωρίζω καλύτερα από σένα, το έκανα κάποτε και μην μου κάνεις κήρυγμα. Αλλά εγώ λέω άλλο. Εσύ ενοχλήθηκες γιατί; Επειδή περνάω δύσκολα και ζορίζομαι στη δουλειά. Δεν το καταλαβαίνω. Και στο κάτω-κάτω, γιατί να έχουμε επαφή μόνο όταν θέλεις εσύ; Κι αν αυτό δε γίνεται να υπάρχει μείζον πρόβλημα, ενώ όταν δε θέλεις εσύ να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα; Δεν πας στο διάολο βρε Γιάννα! Άντε στο διάολο μαλακισμένη!

Κι έφυγα εκνευρισμένος στο μπάνιο. Βγήκα. Είχε βάλει το κεφάλι κάτω και μου ζήτησε συγγνώμη. Δεν τη δέχτηκα. Το βράδυ ήρθε να με χαϊδέψει. Της απομάκρυνα το χέρι.

- Άντε παράτα με, άσε με ήσυχο σε παρακαλώ. Θέλω το χρόνο μου. Δεν έχω καμιά διάθεση για τίποτα, γαμώ το θεό σου!

Την άλλη μέρα στη δουλειά έπιασα το Βασίλη και του είπα ότι θέλω να βρω δυο ανθρώπους.

- Αυτό, φίλε μου, μπορεί να γίνει ακόμα και τώρα…

και έκανε ένα τηλέφωνο. Κανόνισε ραντεβού το απόγευμα κιόλας στο σύνταγμα. Βρέθηκα με τα παλληκάρια και το Βασίλη. Κανονίσαμε το οικονομικό. Το σχέδιο ήταν να μπουκάρουνε, όταν είναι οι δυο τους στο σπίτι, με μάσκες και να το σαπίσουν το τσογλάνι.

Οι μέρες περνούσαν. Έφτασε Πέμπτη βράδυ. Η Γιάννα, μετά τον καυγά που είχαμε, δεν συναντήθηκε ξανά με το καθίκι.

Εκείνη μέρα μού είπε ότι κανόνισε, την επόμενη να βγούμε με το Νίκο και τη Βούλα. Ήθελε να φτιάξουν τα πράγματα μεταξύ μας απ’ ό,τι κατάλαβα. Προφανώς για μου ρίξει στάχτη στα μάτια.

Την επόμενη κατά τις 3 το μεσημέρι καθίσαμε να ξεκουραστούμε με την Χριστίνα. Εκεί της τα είπα. Έμεινε να με κοιτάζει άναυδη.

- Ρε συ, Δημήτρη, πρόσεξε όμως μην μπλέξεις!

- Προσέχω, Χριστίνα μου, προσέχω. Γι’ αυτό έβαλα επαγγελματίες.

Στις 4 το απόγευμα έφυγα, έφτασα στο σπίτι. Άνοιξα το λάπτοπ γρήγορα και συνδέθηκα με το «διαμέρισμα της αμαρτίας». Εκείνος ήταν εκεί σα νοικοκύρης. Μάλλον θα ήθελαν ένα στα γρήγορα, πριν μου ρίξουν στάχτη στα μάτια.

Ειδοποίησα τον Πέτρο. Πήρα το αυτοκίνητο και σε 20 λεπτά ήμουν κι εγώ στην περιοχή. Σε λίγο τα παιδιά με ειδοποίησαν ότι ήταν έξω από το σπίτι. Περίμεναν το δικό μου ΟΚ. Σε λίγο φάνηκε κι εκείνη. Εκείνος την καλοδέχτηκε με ένα παθιάρικο γλωσσόφιλο.

Άρχισαν να συζητούν. Εκείνη του είπε για τον καυγά μας. Εκείνος την ηρέμησε και της είπε ότι το βράδυ θα είναι πιο διαχυτικός με τη Βούλα, ώστε να μην υποψιαστώ τίποτα. Άρχισε να τη φιλάει και να τη γδύνει. Στην αρχή ήταν αγχωμένη. Αργότερα χαλάρωσε και αφέθηκε στα χάδια του και τα φιλιά του.

Γυμνοί κι δυο χαϊδεύονταν και φιλιούνταν. Της σήκωσε τα πόδια και άρχισε να τη γαμάει δυνατά. Εκείνη έφτασε πολύ γρήγορα σε οργασμό. Εκείνος συνέχισε. Σε λίγο τέλειωσε. Έβγαλε το προφυλακτικό και το πέταξε στο πάτωμα. Έπεσε πάνω της κι αρχίσανε τις γλύκες και τα ερωτόλογα.

Εκείνη τη στιγμή έδωσα το ΟΚ. Σε λιγότερο από ένα λεπτό μπήκαν μέσα στο σπίτι φορώντας κουκούλες. Άνοιξαν με το κλειδί. Εκείνοι γυμνοί σάστισαν και δεν πρόλαβαν καν να αντιδράσουν αρχικά.

Έπεσαν πάνω τους. Ο ένας χαστούκισε δυνατά τη Γιάννα και εκείνη σωριάστηκε χάμω. Ο Νίκος έκανε να αντισταθεί. Τον έβαλαν κάτω και τον χτυπούσαν ανελέητα. Σε κάποια στιγμή ο Πέτρος, που ήταν σα γορίλας, τον πάτησε στη μέση, όπως ήταν μπρούμυτα. Ο Άλλος του έπιασε και του γύρισε με δύναμη το χέρι πίσω από την πλάτη. Ο Νίκος ούρλιαζε από τον πόνο. Το πρόσωπό του ήταν μέσα στα αίματα. Ο συνεργάτης του Πέτρου έβγαλε μια πεταλούδα και του έχωσε δυο μαχαιριές στα κωλομέρια. Φώναξε κι ύστερα λιποθύμησε από τον πόνο.

Η Γιάννα συνήλθε λίγο και έκανε να πιάσει το κινητό. Τότε ο Πέτρος της το πήρε από τα χέρια, το πέταξε στην άκρη του δωματίου και τη χαστούκισε δυνατά πίσω από το κεφάλι. Εκείνη έπεσε ζαλισμένη στο πάτωμα. Τους άφησαν κάτω. Ο άλλος έψαξε τα ρούχα τους. Άνοιξε την τσάντα της Γιάννας και της πήρε ό,τι χρήματα είχε. Πήρε και το πορτοφόλι του Νίκου και φύγανε.

Εγώ έμεινα να κοιτάζω τα χάλια τους από το κινητό. Στην αρχή ήθελα να εμφανιστώ, μα ύστερα το σκέφτηκα καλύτερα. Έκλεισα το κινητό και γύρισα σπίτι. Έβαλα ένα ουίσκι. Έκανα μπάνιο και ετοιμάστηκα, δήθεν να βγούμε έξω.

Η ώρα πήγε οχτώ και μισή. Σε λίγο μπήκε κι Γιάννα. Ήταν ταραγμένη, αναψοκοκκινισμένη. Μπήκε αμέσως βιαστικά στο μπάνιο και έκανε πάνω από μισή ώρα να βγει.

- Γιάννα, είσαι καλά;

- Ναι, είμαι, απάντησε.

Βγήκε σε λίγο. Είχε κάπως συνέλθει μετά το μπάνιο που έκανε. Κάθισε στο σαλόνι. Ήθελε να το παίξει άνετη, αλλά δεν της έβγαινε. Η ταραχή της φαινόταν ωστόσο κι εγώ το διασκέδαζα από μέσα μου.

- Λοιπόν, δεν παίρνεις την ξαδέρφη σου; Τι ώρα θα βρεθούμε;

Την πήρε. Κι εκεί το έπαιξε ότι δεν ήξερε τίποτα. Έδειξε να εκπλήσσεται πολύ από τα νέα που της είπε η Βούλα. Η Βούλα, που δε γνώριζε την αλήθεια, της είπε ότι λήστεψαν το Νίκο στο δρόμο και τον χτύπησαν άσχημα. Ήταν κι εκείνη στον Ευαγγελισμό. Η Γιάννα έπαιξε εκείνη τη στιγμή ένα τέλειο και αισχρό θέατρο. Απέναντι σε μένα και απέναντι στη Βούλα. Προφανώς, παρ' όλα τα χάλια τους, βρήκαν το κουράγιο να σκηνοθετήσουν ένα ψέμα για να δικαιολογηθούν.

- Δεν το πιστεύω, είπε η Γιάννα. Πλέον δεν είμαστε ασφαλείς πουθενά ρε Δημήτρη. Φοβάμαι!

- Έλα βρε συ, της είπα, τυχαίο είναι. Θα μπορούσε και να μην του είχε συμβεί. Τι λες τώρα; Σε λίγο, αν το δούμε έτσι, όπως τα λες, δεν θα κυκλοφορούμε έξω να πάμε στις δουλειές μας. Να σου πω, δεν πάμε μέχρι το νοσοκομείο να τον δούμε;

- Όχι, μωρέ, απάντησε μαγκωμένη.

- Για τη Βούλα βρε συ, ως συμπαράσταση. Ξαδέρφη σου είναι, να είναι μόνη της σε τέτοιες στιγμές;

- Είναι οι γονείς της εκεί. Άσε, καλύτερα να πάμε αύριο ή άλλη μέρα.

- Καλά, όπως θέλεις. Κρίμα όμως το παλικάρι. Στενοχωρήθηκα, ξέρεις. Ο Νίκος μου ήταν πολύ συμπαθής ως άνθρωπος.

- Ναι, η αλήθεια είναι ότι είναι καλό παιδί, είπε η Γιάννα.

Το βράδυ εκείνο καθίσαμε ως αργά στο σαλόνι. Είχε μια ανησυχία στο πρόσωπό της. Ύστερα έπεσε και κοιμήθηκε πριν από μένα. Εμένα σχεδόν με πήρε τρεις το πρωί χαζεύοντας τηλεόραση. Ένιωθα τέτοια ικανοποίηση μέσα μου! Μπήκα σε μια στιγμή στο διαμέρισμα της Γιάννας από το laptop. Ήταν άνω κάτω. Προφανώς έφυγαν με το ασθενοφόρο και πού καιρός να συγυρίσουν.

Την άλλη μέρα ήταν Σάββατο. Σηκώθηκα πρώτος. Έφτιαξα καφέ και καθόμουν στο σαλόνι. Πήρα ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη και άραξα ξεφυλλίζοντάς το στην αρχή.

Ήρθε και η Γιάννα σε λίγο με τον καφέ στο χέρι. Είχε μια ανησυχία που δε μπορούσε πια να κρύψει.

- Πρέπει να πάμε να πάρουμε το παιδί, είπε με ένα αγχωμένο ύφος, χωρίς καν να πει μια καλημέρα.

- Πες πρώτα μια «Καλημέρα», Γιάννα μου! Θα πάω εγώ να το πάρω. Γιατί έχεις τέτοιο άγχος; Δεν καταλαβαίνω…

- Όχι, όχι, καλύτερα να πάω εγώ.

- Καλώς… είπα και συνέχισα να διαβάζω το βιβλίο.

Σε λίγο ντύθηκε και έφυγε. Εγώ πήρα τη Χριστίνα και της τα είπα όλα. Κανονίσαμε να βρεθούμε στο Κολονάκι για καφέ. Εκεί άρχισα να της τα λέω με κάθε λεπτομέρεια.

- Και τώρα, Δημήτρη μου, τι θα κάνεις;

- Δεν ξέρω. Σκέφτομαι να οργανώσω την αποκάλυψη της απιστίας και μετά διαζύγιο Χριστίνα μου. Στο κάτω-κάτω το σπίτι είναι δικό μου. Μου το αγόρασε ο πατέρας μου πριν παντρευτούμε. Εξάλλου δεν θα είναι καθόλου ευνοϊκά γι’ αυτήν τα πράγματα μετά τις αποκαλύψεις. Θα τους τα σερβίρω έτσι, που θα γίνει πάταγος μέσα στο σόι τους. Δε θα ξέρουν από πού να πρωτομαζέψουν τι.

Με τη Χριστίνα ήρθαμε τόσο κοντά όλον αυτόν το καιρό. Νιώθαμε ευχάριστα, όταν είμαστε μαζί. Νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον. Από εκείνη τη μέρα βγαίναμε κάθε μέρα μετά τη δουλειά. Όλο το διάστημα αυτό που δεν είχα μυαλό στο κεφάλι μου, η Χριστίνα περαίωνε πολλούς ελέγχους σε μελέτες που ήταν δική μου υποχρέωση. Για κάποιες μάλιστα δεν έπαιρνα είδηση πότε περνούσαν τον έλεγχο. Μάλιστα πολλές μου τις έφερνε η ίδια στο γραφείο μου έτοιμες και τις υπέγραφα. Ένιωθα ότι είναι ο μόνος δικός μου άνθρωπος στη ζωή μου.

Μάλιστα, μια βδομάδα μετά τα επεισόδια κανονίσαμε να πάμε για ποτό οι δυο μας σε ένα μπαράκι. Ήταν Σάββατο. Όσο η Γιάννα ήταν μέσα στην κουζίνα και συμμάζευε, εγώ ντύθηκα και κάθισα για λίγο στο σαλόνι.

- Θα βγεις;… μου είπε.

- Ναι, θα βγω και ίσως να αργήσω.

- Πού θα πας;

- Θα βγω με δύο φίλους μου.

- Καλά, είπε μαζεμένη.

Όλες αυτές τις μέρες η Γιάννα είχε τόσο άγχος που δε μπορούσε πολλές φορές να το κρύψει. Ποτέ δε μου έκανε κάποια σκηνή όταν αργούσα να επιστρέψω στο σπίτι. Εκείνη, από το συμβάν και μετά, γύριζε πιο νωρίς στο σπίτι. Φυσικό ήταν αφού δεν υπήρχε ο Νίκος στο πρόγραμμα. Και φυσικά πλέον καμία νύξη από κανέναν για αγκαλιές και φιλιά. Είχαμε κρυώσει για τα καλά. Θεωρούσα ότι δεν την άφηνε η αγωνία και το άγχος, να οργανωθεί και να αρχίσει να μου κάνει σκηνές, επειδή έβγαινα χωρίς να της λέω που πάω. Έμοιαζε να είναι χαμένη, μπερδεμένη. Προφανώς δε μπορούσε να εξηγήσει το συμβάν μέσα στο διαμέρισμα. Έβλεπα πως περνούσε μια κόλαση. Εγώ από την πλευρά μου αδιαφορούσα για εκείνη και το έδειχνα φανερά.

Το βράδυ εκείνο γύρισα πολύ αργά. Την άλλη μέρα σηκώθηκα κατά τις τέσσερις το απόγευμα. Ήρθε κι εκείνη μαζί με το παιδί στο σαλόνι.

- Σήμερα λέω να πάμε στο Νίκο και τη Βούλα. Λέγαμε να πάμε στο νοσοκομείο, αλλά ποτέ δεν μπόρεσες κι εσύ, βρε Δημήτρη, είπε με έναν κάπως πιο ήπιο τόνο.

- Δεν πήγαινεις εσύ καλύτερα; Έχεις πιο ελεύθερο ωράριο από μένα. Σιγά… τι εγώ, τι εσύ; Εσείς στο κάτω-κάτω γνωρίζεστε και περισσότερο. Από παλιά γνωρίζεστε νομίζω, έτσι δεν είναι;

- Ναι, είπε με μια αμηχανία.

Σίγουρα σοκαρίστηκε και με το ύφος μου και με τα λόγια μου.

- Καλύτερα πήγαινε μόνη σου. Εγώ έχω να δω ένα φίλο.

- Μα καλά, βρε Δημήτρη, δε μπορείς λίγο να μείνεις μαζί μας;

- Έχω ήδη αργήσει στο ραντεβού. Εσείς κανονίσατε, αν δεν κάνω λάθος, να πάτε στη μάνα σου, έτσι δεν είναι;

- Νόμιζα ότι θα ερχόσουν κι εσύ μαζί.

- Όχι, κορίτσι μου! Δε γουστάρω, ούτε το ύφος τους ούτε τις μπηχτές που μου χώνει ο πατέρας σου πολλές φορές, επειδή δουλεύει η πριγκίπισσα η κόρη του. Θα είναι κι εκείνοι εκεί, έτσι δεν είναι; Σε άκουσα που μιλούσες στο τηλέφωνο. Άσε καλύτερα. Εγώ μπορεί και να αργήσω. Στο λέω να μη με περιμένεις.

Αργότερα μόλις ετοιμάστηκα, έφυγα χωρίς καν να τη χαιρετήσω. Αγκάλιασα μόνο τη μικρή και τη φίλησα. Πήρα το αμάξι και πήγα από το σπίτι της Χριστίνας στην Κυψέλη. Η Χριστίνα ήταν ντυμένη με ένα φόρεμα λίγο πάνω από το γόνατο. Κομψά. Τα μάτια της γλυκά εκφραστικά.

Πήγαμε να φάμε κάτι στην αρχή σε ένα παραλιακό ρεστοράν. Αργότερα, πήγαμε σε μια παμπ. Όλη την βραδιά δεν χόρταινα να την κοιτάζω. Η Χριστίνα ήταν ένα ευχάριστο παιδί. Βγήκαμε αργά από την παμπ. Μας είχε χτυπήσει λίγο το ποτό και είπαμε να περπατήσουμε στην παραλία. Ήταν ένα όμορφο χειμωνιάτικο βράδυ. Λέγαμε διάφορα. Σε μια στιγμή σταματήσαμε. Νιώθαμε μια μεγάλη έλξη ο ένας για τον άλλο. Της έπιασα τρυφερά το χέρι. Κοιταχτήκαμε στα μάτια φιληθήκαμε με ένα τρυφερό φιλί στο στόμα. Ύστερα στα φιλιά μας προστέθηκε το πάθος. Δε λέγαμε τίποτα, μόνο φιλιόμαστε. Σε μια στιγμή σταματήσαμε να πάρουμε ανάσα.

- Μου αρέσεις, της λέω.

- Και συ μου αρέσεις, πολύ, μου λέει και άρχισε να με φιλάει.

Καθίσαμε σε ένα παγκάκι αγκαλιά. Λέγαμε ερωτόλογα και φιλούσε ο ένας τον άλλον. Άρχισε να φυσάει.

- Κρυώνω, Δημήτρη μου! Δεν πάμε καλύτερα;

- Ναι, συμφωνώ. Πάμε.

Πήγαμε στο αμάξι. Αρχίσαμε τα φιλιά. Με άφηνε και τη χάιδευα στα όμορφα στητά της στήθη. Το πάθος του ενός για τον άλλο ήταν μεγάλο.

- Λοιπόν, θέλεις να πάμε σπίτι μου απόψε;

Η ερώτησή της με σόκαρε. Δεν την περίμενα, αλλά από την άλλη σκέφτηκα, ότι γνωριζόμαστε αρκετά και υπήρχε αμοιβαία εμπιστοσύνη.

Φτάσαμε στο σπίτι. Η Χριστίνα άναψε αμέσως το κλιματιστικό, αν και δεν έκανε πολύ κρύο.

- Κάθισε μου είπε. Θέλεις ένα χυμό, μια κόκα κόλα;

- Μια κόκα κόλα θα είναι ό,τι πρέπει μετά το ποτό.

Έφερε την κόκα κόλα, εκείνη ήπιε ένα χυμό. Σε κάποια στιγμή έπεσε πάνω μου και με φιλούσε. Εγώ άπλωσα το χέρι μου πάνω από το φόρε μας και της χάιδευα τα βυζιά. Οι ρώγες της είχαν πεταχτεί.

Έβγαλα το σακάκι μου. Η Χριστίνα με καβάλησε όπως ήμουν καθιστός και άρχισε να με φιλάει στο στόμα. ανάψαμε κυριολεκτικά. Άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό μου. Με φιλούσε στο στήθος. Αυτό συνεχίστηκε περίπου ένα πεντάλεπτο. Σηκωθήκαμε όρθιοι. Μου γύρισε την πλάτη. Της κατέβασα το φερμουάρ του φορέματος και με μια κίνηση το φόρεμα ήταν στο πάτωμα. Μπροστά μου αντίκριζα ένα θέαμα που με τρέλανε. Ένα σώμα απόλυτα γυμνασμένο. Γύρισε προς το μέρος μου και συνεχίσαμε τα φιλιά. Την αγκάλιασα και με τα χέρια μου της ξεκούμπωσα το σουτιέν και τα όμορφα βυζιά της ήταν μπροστά μου. Έσκυψα και πήρα τις ρώγες της υπέροχες, πεταγμένες έξω. Άρχισα να τις φιλάω και να τις πιπιλάω. Η αίσθηση ήταν υπέροχη.

Με τα χέρια της ξεκούμπωσε τη ζώνη μου και το πάνω κουμπί του παντελονιού μου. γονάτισε. Τράβηξε το φερμουάρ και μου κατέβασε το παντελόνι. Χάιδεψε τον πούτσο μου και έβαλε το χέρι της μέσα από το μποξεράκι. Τον έπιασε και άρχισε να τον παίζει. Τον έβγαλε και άρχισε ένα αισθησιακό βαθύ τσιμπούκι. Τον έπαιρνε αργά βαθιά, πότε-πότε τον έγλειφε από το πλάι. Σηκώθηκε όρθια κι αρχίσαμε τα φιλιά. Έπιασα τον πούτσο μου και τον έτριβα πάνω στο ξυρισμένο μουνί της. Της σήκωσα το πόδι στο μπράτσο του καναπέ. Τον έχωσα αργά-αργά. Ήταν πολύ υγρή αλλά και στενή ταυτόχρονα. Η γλύκα ήταν απερίγραπτη. Συνέχισα τα σπρωξίματα, δε άντεχα άλλο. Έχυσα πάνω στην κοιλιά της. αγκαλιαστήκαμε.

Το βράδυ εκείνο άρχισε η σχέση μας με τη Χριστίνα. Δεν κοιμηθήκαμε καθόλου. Κάναμε έρωτα και ζούσαμε ένα όνειρο κι οι δυο. Το βράδυ εκείνο μου είπε ότι με θαύμαζε ως άντρα από την πρώτη στιγμή που ήρθε στην εταιρία.

Στο σπίτι μου γύρισα κοντά στις έξι το πρωί. Η Γιάννα πια δε με ένοιαζε. Αν μου έκανε σκηνή, ήμουν αποφασισμένος να αντιδράσω ανάλογα. Εκείνη κοιμόταν του καλού καιρού. Κάποιες φορές τις προηγούμενες μέρες, επιχείρησε να μου κάνει σκηνικό, αλλά η φάση τελείωσε με καυγά. Αντιδρούσα επιθετικά, με σκληρά λόγια, σε κάθε προσπάθεια να μου κάνει σκηνικό. Και αργότερα, όταν κάποια βράδια δε γύριζα σπίτι, μού κρατούσε μούτρα. Δεν ξέρω τι έβαζε με το μυαλό της, αλλά δεν επέμενε πολύ στον καυγά, όταν αντιδρούσα έντονα.

Με τη Χριστίνα βρισκόμαστε κάθε μέρα. Σχολούσαμε μαζί και πολλές φορές πηγαίναμε στο σπίτι της. Εκεί του δίναμε και καταλάβαινε. Η Χριστίνα εκ πρώτης όψεως ήταν μια πολύ όμορφη, αλλά και σεμνή κοπέλα. Ύστερα ανακάλυψα το πάθος που έκρυβε μέσα της.

Ένα βράδυ μετά τον έρωτα καθόμαστε και συζητούσαμε. Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Εκείνη μου είπε ότι θα πήγαινε στη Θεσσαλονίκη στους δικούς της. Έπρεπε.

Εγώ αποφάσισα να ξεκαθαρίσω τα πράγματα με τη ζωή μου. Καθόμουν και σκεφτόμουν μια μέρα που ήμουν στο σπίτι μου μόνος.

«Όλη η κρίση στη σχέση μας με τη Γιάννα άρχισε πριν δύο χρόνια. Δύο χρόνια μαρτυρικά για μένα, που έβλεπα μέρα με την μέρα να γκρεμίζεται αυτό που δημιούργησα. Από την άλλη σκεφτόμουν και το παιδί. Τι θα έκανα; Δεν ήταν κάτι απλό»

Κι εκεί που έκανα τις σκέψεις αυτές μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου και με σόκαρε.

«Μα θα είναι και δική μου η μικρή ή μου τη σκάρωσε με το Νικολάκη;» σκέφτηκα.

Τα έβαλα με τον εαυτό μου, που σκέφτηκα κάτι τέτοιο, για ένα πλάσμα που τόσο αγαπούσα, που ήταν η παρηγοριά μου σε όλο αυτό το διάστημα στο δράμα που ζούσα.

«Παραλογίζεσαι μαλάκα,» είπα μέσα μου… «Παραλογίζεσαι»

Κάποια στιγμή μπήκα στις κάμερες του διαμερίσματος. Τα πάντα ήταν όπως τα άφησαν μετά την επίθεση. Προφανώς δεν της πέρασε από το μυαλό να πάει να το συμμαζέψει.

Εκείνο το βράδυ η Γιάννα είχε πάει από τους δικούς της. Έπρεπε να πάρει τη μικρή και θα ήταν η Βούλα με το Νίκο και τους γονείς της εκεί. Γύρισε κατά τις 10.

Έβαλε τη μικρή για ύπνο και ήρθε στο σαλόνι. Κάθισε δίπλα μου. Εγώ ήμουν απορροφημένος στην αρχή στην τηλεόραση.

- Τι κάνει ο Νίκος, συνήλθε;

- Ναι, καλύτερα είναι. Φυσικά δε μπορεί μόνος του. Η Βούλα είναι συνέχεια μαζί του. Φαντάσου, ότι έκανε μέρες να καθίσει στην τουαλέτα ο κακομοίρης. Τον μαχαίρωσαν στον πισινό. Και άσε τα κόκαλα που του έσπασαν. Πάλι καλά που δεν έμεινε ανάπηρος.

- Ε, μωρέ θα συνέρθει. Δείχνει να είναι γερό σκαρί.

- Έτσι πιστεύω κι εγώ.

- Περπατάει καθόλου;

- Ναι, με πατερίτσες. Έβγαλε τους γύψους που είχε. Απλά κάνει φυσικοθεραπείες τώρα, αλλά δε μπορεί πουθενά μόνος του. Έχασε και τη δουλειά του τώρα.

- Βρε, τον κακομοίρη τον άνθρωπο, τι έπαθε… είπα.

- Δεν μου λες, δεν πάμε μέσα να ξαπλώσουμε;

- Α μπα, Θα καθίσω λίγο ακόμα στην τηλεόραση. Δεν έχω ύπνο.

- Ούτε κι εγώ, μου είπε με υπονοούμενο.

- Κάτσε τότε να δούμε τηλεόραση, έχει μια δραματική ταινία. Άκουσα ότι είναι ωραία.

- Μα, βρε Δημήτρη μου, δε θέλεις να… είπε με ένα νάζι, και συνέχισε, έχουμε πάνω από μήνα να το κάνουμε… της ξέφυγε…

κι εκεί δαγκώθηκε με την γκάφα που έκανε, αλλά το έπαιξε άνετη.

- Ε, μωρέ… και τι μ’ αυτό βρε μωρό μου, εγώ έχω τρίμηνο κι εσύ για ένα, ενάμιση μήνα κάνεις έτσι;… είπα με ειρωνεία που την εισέπραξε αμέσως.

Χλόμιασε. Τα έχασε. Τη βραχυκύκλωσα εντελώς.

- Μου φαίνεται ότι έχασες το μέτρημα, εκτός αν έχεις πράγματι ενάμιση μήνα…

είπα με ένα ειρωνικό ύφος. Γέλασε, προσπαθώντας να διασκεδάσει την κατάσταση.

- Κοίτα φιλόλογος είμαι, όχι μαθηματικός δεν τα πάω καλά με τις μετρήσεις.

- Σωστά, εσύ είσαι της τέχνης, είπα ειρωνικά. Όχι, Γιάννα μου, δεν έχω διάθεση. Αν θέλεις, κάτσε να μού κάνεις παρέα να δούμε την ταινία, αλλιώς νάνι.

Έμεινε να με κοιτάζει αμίλητη.

- Α, να σου πω, της είπα, στη δουλειά μου είπε κάποιος ότι ψάχνει να νοικιάσει σπίτι για την ανιψιά του. Είναι φοιτήτρια. Τι λες, δεν το νοικιάζουμε εκείνο το ισόγειο, να παίρνουμε κανένα ενοίκιο κι από αυτό; Γιατί να το έχουμε κλειστό;

- Ε, ναι... είπε με μια αμηχανία. Αλλά πρέπει πρώτα να το συμμαζέψουμε.

- Σιγά, τι συμμάζεμά θα θέλει; Ας πάμε τον άνθρωπο να το δει, κι άμα του αρέσει στέλνουμε μια γυναίκα και το συγυρίζει λίγο. Το πολύ-πολύ βάζουμε και ένα μάστορα να του κάνεις ένα βάψιμο. Του κάνουμε και μια απολύμανση και θα είναι εντάξει. Εξάλλου τι συγύρισμα να θέλει. Τόσον καιρό άδειο είναι. Καλά, σκέψου το και βλέπουμε. Δεν είναι και πνιγμός.

- Θα δούμε, βρε Δημήτρη. Εκείνος βιάζεται;

- Όχι, δε βιάζεται. Απλά μου είπε ότι η ανιψιά του μένει σε κάποιο άλλο και ο νοικοκύρης της είπε να φύγει μέχρι το καλοκαίρι. Τέλος πάντων, εγώ απλά το θυμήθηκα και στο είπα. Βλέπουμε. Και τώρα που το συζητάμε, μπορεί να έχει τακτοποιηθεί αλλού η κοπέλα. Και σκέψου, ότι μου το είπε ο άνθρωπος πριν δυο βδομάδες και το ξέχασα.

Εκείνο το βράδυ η Γιάννα κάθισε λίγο ακόμα μαζί μου. Δε μιλούσε. Έκανε πώς ήταν απορροφημένη κι εκείνη στην τηλεόραση για λίγο. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν μέσα στις σκέψεις. Το έβλεπα στο ύφος της, στο βλέμμα της. Στιγμές-στιγμές αφαιρούνταν και ήταν στον κόσμο της. Το διασκέδαζα όμως. Έπειτα από λίγο σηκώθηκε και πήγε για ύπνο. Εγώ κάθισα για λίγο στην τηλεόραση. Ύστερα πήγα στο δωμάτιο. Ξάπλωσα γυρνώντας της την πλάτη.

Τη Δευτέρα μετά τη δουλειά βγήκαμε με τη Χριστίνα για φαγητό. Εκεί της είπα για τις σκέψεις που έκανα για την πατρότητα του παιδιού.

- Κοίτα, Δημήτρη μου, ίσως υπερβάλλεις λίγο, αλλά από την άλλη αν σου έχει μπει τέτοια ιδέα, δύσκολα θα σου φύγει. Πρέπει να ξέρεις, ότι όπως και να έχει το πράγμα, θα πληγωθείς να αποχωριστείς το παιδί. Ξέρω ότι το αγαπάς πολύ και ξέρεις κι εσύ ότι εκείνο δεν φταίει σε τίποτα. Οι αποφάσεις, αγάπη μου, είναι δικές σου. Αλλά, αν δε μπορείς άσε το. Εμένα δε με πειράζει που εσύ έχεις παιδί.

- Δεν ξέρω, βρε μωρό μου, θα το βλέπω μια ζωή σαν κοροϊδία.

- Τι να σου πω; Κάνε ένα τεστ και βλέπεις μετά. Μην πάρεις βιαστικές αποφάσεις.

- Είσαι ένας άγγελος στη ψυχή… και τη φίλησα στο μάγουλο.

Με τη Χριστίνα χωριστήκαμε εκείνη τη μέρα. Έφευγε βράδυ για τη Θεσσαλονίκη. Ήταν τρεις μέρες πριν τα Χριστούγεννα.

Μπήκα στο αμάξι. Μέσα στο ντουλαπάκι είχα τα αντικλείδια του διαμερίσματος της Γιάννας. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήγα εκεί.

Μπήκα μέσα. Ήταν ακατάστατο. Κοίταξα κάτω. Στο πάτωμα. Υπήρχε ένα προφυλακτικό. Το πήρα με ένα χαρτομάντηλο. Το τύλιξα και το πήρα μαζί μου. έφυγα χωρίς να αγγίξω τίποτα.

Μπήκα στο αμάξι και πήγα στο σπίτι. Η ώρα είχε πάει οχτώ. Σε λίγο ήρθε και η Γιάννα με το παιδί.

- Καλησπέρα Δημήτρη μου, είπε με ένα χαμόγελο.

Ήταν μια καλησπέρα, που είχα πολύ καιρό να τη δω.

- Καλησπέρα στις κυρίες του σπιτιού!

Πήρα το παιδί αγκαλιά και το φίλησα. Στη Γιάννα δεν έδωσα σημασία. Την πείραξε, το κατάλαβα. Δε με ένοιαζε πια. Πήγε μέσα και ετοίμασε φαγητό.

- Δημήτρη, θα φας;

- Όχι, έφαγα αργά στη δουλειά, δεν πεινάω.

Κάθισε, έφαγε λίγο μόνη της και ύστερα ήρθε στο σαλόνι. Εγώ έπαιζα με τη μικρή. Εκείνη σκαρφάλωνε πάνω μου και μου τραβούσε τ’ αυτιά. Κάθε που το έκανε αυτό ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Κι εγώ και η μικρή κάναμε σαν τρελοί, όταν αντίκριζε ο ένας τον άλλον για να παίξουμε.

- Δημήτρη, τα Χριστούγεννα μας κάλεσαν στο σπίτι οι δικοί μου. Θα είναι και ο Θείος Πάτροκλος εκεί, όλοι.

- Ωραία, θα είναι καλά να είμαστε μεγάλη παρέα τέτοια μέρα.

Καθίσαμε ως αργά το βράδυ με τη μικρή και παίζαμε. Είχε γίνει κουδούνι με τα παιγνίδια. Την πήρα και πήγαμε στο μπάνιο. Εκεί την έπλυνα και πήγαμε για ύπνο. Είπαμε τα παραμύθια μας και αποκοιμήθηκε σαν πουλάκι. Η στάση μου απέναντι στη Γιάννα δεν είχε αλλάξει, παρ' όλες τις προσπάθειες που έκανε.

Την άλλη μέρα βρήκα ένα κέντρο, που έκανε τεστ πατρότητας. Έδωσα δείγμα από τη μικρή, εμένα και από το προφυλακτικό που πήρα από την ερωτική τους φωλιά. Τα αποτελέσματα θα τα έπαιρνα μετά τα Χριστούγεννα.

Ήρθε η μέρα των Χριστουγέννων. Σηκώθηκα πριν απ’ όλους. Έστειλα τις ευχές μου στη Χριστίνα και μετά μπήκα στο μπάνιο.

Πήγαμε στο σπίτι των πεθερικών μου. Εκεί ήταν κι η Βούλα με το Νίκο και το παιδί τους. Στην Αρχή το κλίμα ήταν ήρεμο. Ήταν όλοι χαρούμενοι με τα αστεία τους. Εγώ ήμουν άνετος με όλους· περισσότερο από κάθε φορά μάλιστα. Φάγαμε το μεσημέρι κι ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι να πιούμε καφέ.

- Για πες μου, βρε συ Νίκο, πώς έγινε το συμβάν;

- Κοίτα, ήμουν στο δρόμο. Ξαφνικά μου την έπεσαν και έχασα το φως μου. Συνήλθα στο νοσοκομείο σε μαύρα χάλια. Με περιμάζεψε το 166. Ειδοποίησαν περαστικοί που με είδαν κάτω.

Εγώ άκουγα με προσοχή και ηρεμία όλα τα ψέματα που έλεγε.

- Ένα πράγμα δεν κατάλαβα ποτέ, βρε Νίκο, γιατί να σε μαχαιρώσουν στον πισινό; Μου θυμίζει τούρκικη εκδίκηση. Οι Τούρκοι το κάνουν αυτό και οι Άραβες από εκεί κάτω, όταν θέλουν να εκδικηθούν για τυχόν απιστίες της γυναίκας τους. Έτσι μαχαιρώνουν τους εραστές των συζύγων τους.

Εκείνος έχασε το χρώμα του. Έτρωγε ένα γλυκό εκείνη την ώρα που του είπα αυτό, και του έπεσε το γλυκό από το στόμα. Η Γιάννα έστεκε σοκαρισμένη με αυτό που άκουσε. Οι άλλοι με κοίταζαν περίεργα. Νόμιζαν ότι έλεγα ένα κακόγουστο αστείο.

- Μα, τι βλακείες είναι αυτές που λες βρε Δημήτρη; Είπε με αγανάκτηση η Γιάννα.

- Δεν λέω βλακείες, βρε Γιάννα. Όλο το σκηνικό, μόνο για ληστεία δε μου φαίνεται. Συνήθως χτυπάνε σε κεφάλι και φεύγουν γρήγορα. Εδώ τον άνθρωπο τον ρήμαξαν στο ξύλο. Πιο πολύ έμοιαζε με ξεκαθάρισμα παρά με ληστεία, είπα με ένα κυνικό ύφος, που πρόσβαλε τους πάντες.

- Ο γαμπρός μου λέει πού και πού κρύα αστεία, είπε ο πεθερός μου, προσπαθώντας να αποφύγει την παρεξήγηση.

- Άσε τι λέει ο πεθερός μου, είπα πειραχτικά στον Νίκο, που είχε χάσει το χρώμα του, εσύ βρε, μήπως είσαι βρε μπλεγμένος πουθενά; Όλο το πράγμα δε μοιάζει με μια απλή ληστεία.

- Ο Νίκος μου, Δημήτρη, είναι βράχος ηθικής, άλλο από τη δουλειά και την οικογένεια δεν έχει, δεν είχε ποτέ μπλεξίματα, είπε με θιγμένο ύφος η Βούλα.

- Είσαι σίγουρη γι’ αυτό;… συνέχισα στο ίδιο κυνικό ύφος και με ένα χαμόγελο που έδειχνε διάθεση πειράγματος.

- Α, να σου πω γαμπρέ, είπε εκνευρισμένος ο πεθερός μου, δεν νομίζεις ότι το παρατραβάς το σχοινί με το αστείο; Μέρα που είναι σήμερα…

Ο κύριος Πάτροκλος με κοίταζε με ένα θυμωμένο ύφος, που έδειχνε πόσο ενοχλήθηκε.

- Δημήτρη, κόφ’ το είπε η Γιάννα, με ένα αυστηρό ύφος.

- Μα, γιατί, βρε αγάπη μου; Εδώ προσπαθούμε να εξιχνιάσουμε μια υπόθεση… είπα χαμογελώντας ειρωνικά.

- Και τι είσαι εσύ, ντετέκτιβ; είπε θυμωμένα η Γιάννα.

- Μα, εγώ το λέω, βρε παιδιά, για στρέψετε τις έρευνες και σε άλλη κατεύθυνση, μπας και πιάσουν αυτόν ή αυτούς που το έκαναν. Δεν το είπα για να ενοχλήσω κανένα. Ξέρεις καλά Γιάννα μου, ότι στενοχωρήθηκα όταν το έμαθα. Τέλος πάντων, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, μάλλον παρεξηγήθηκα εδώ μέσα. Εγώ ό,τι είπα, το είπα καλοπροαίρετα. Α, να σου πω βρε Γιάννα, δεν πάμε σιγά-σιγά; Να κοιμηθεί και το παιδί.

- Σε λίγο, είπε με ένα αυστηρό ύφος η Γιάννα δείχνοντας ότι θίχτηκε πολύ με τη στάση μου και τη συμπεριφορά μου.

- Εγώ θα φύγω τώρα. Εσύ πάρε ταξί και έλα αργότερα, αν θέλεις να μείνεις ακόμα λίγο, μείνε, είπα και σηκώθηκα όρθιος.

Έμειναν να με κοιτάζουν όλοι άφωνοι μετά από αυτά που είπα και με το ψυχρό ύφος που αντιμετώπισα τη Γιάννα.

- Κυρίες και κύριοι, σας ευχαριστώ για το τραπέζι. Ήταν όλα υπέροχα. Συγχαρητήρια στις μαγείρισσες! Χρόνια πολλά σε όλους και καλή χρονιά να έχουμε. Χαίρετε!

Πήρα το σακάκι μου από έναν καλόγερο και έφυγα. Βγήκα στο αυτοκίνητο. Έβαλα μπροστά τη μηχανή και περίμενα να ζεσταθεί. Σε λίγο χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η Γιάννα.

- Περίμενε, ρε μαλάκα, έρχομαι κι εγώ… είπε με μια φωνή όλο ένταση.

Θύμωσα, αλλά κρατήθηκα.

- Το παιδί; Να έρθω να σε βοηθήσω;

- Όχι, θα μείνει με τη μάνα μου. Πρέπει να μιλήσουμε.

- Εντάξει, σε περιμένω.

Ήρθε, μπήκε στο αυτοκίνητο χτυπώντας δυνατά την πόρτα. Ήταν αρκετά θυμωμένη. Άρχισε να με ρωτάει με αυστηρό ύφος, που με τσάτισε αμέσως· δεν ήθελα και πολύ.

- Τι ήταν αυτά τα πράγματα που είπες; Είσαι καλά μωρέ; Έβαλες σε υποψίες τη Βούλα και φαγώθηκαν μετά που έφυγες. Ευτυχώς, ο πατέρας μου τους ηρέμησε κάπως.

- Θα σου πω τι ακριβώς έλεγα, μαλακισμένο, θα σου εξηγήσω αμέσως. Κάνε λίγο υπομονή και θα δεις, είπα αγριεμένα.

Ξεκίνησα απότομα το αμάξι. Οδηγούσα γρήγορα και νευρικά. Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Δεν αργήσαμε να βρεθούμε στο Παγκράτι, στο διαμέρισμα της Γιάννας. Έξω από την πολυκατοικία βρήκα και χώρο για πάρκινγκ. Σταμάτησα. Η Γιάννα είχε κερώσει. Έβλεπε το κακό να έρχεται.

- Βγες από το αμάξι… της είπα επιτακτικά, μη σου γαμήσω ό,τι έχεις και δεν έχεις.

- Πού με πας;… είπε με ένα βλέμμα ανησυχίας και τρόμου.

- Έλα, μην ανησυχείς! Σε γνωστό μέρος σε πάω.

Βγήκε στα χαμένα. Πήγαμε στο σπίτι. Έβγαλα τα κλειδιά και άνοιξα. Πλέον είχε καταλάβει ότι γνώριζα τα πάντα. Την τράβηξα βίαια από τον αγκώνα του χεριού, μπήκαμε μέσα. Κλώτσησα την πόρτα και την έκλεισα. Όλα ήταν εκεί ασυγύριστα, από τη μέρα που έφαγαν το ξύλο. Γυρίζω, την πιάνω από το μαλλί και της χώνω δύο χαστούκια που βούιξε το κεφάλι της.

- Ομολόγησε τώρα, αν θέλεις να βγεις ζωντανή!

- Τι να ομολογήσω; Είπε μέσα στα κλάματα και τον τρόμο.

Εκεί έπεσε και το τρίτο που την πήρε στο μάτι. Έχασε τον κόσμο, έπεσε κάτω. Την κλώτσησα στην κοιλιά από τα νεύρα μου. Ούρλιαξε από τον πόνο.

- Την απιστία μωρή πουτάνα, την απιστία! Όλα! Θα τα ξεράσεις όλα, γιατί θα σε σκοτώσω εδώ μέσα, τώρα. Δε θα βγεις ζωντανή από εδώ Χριστουγεννιάτικα, ούρλιαξα μέσα στα νεύρα μου και την κλώτσησα ξανά στην κοιλιά.

Την πήραν τα κλάματα. Σηκώθηκε όρθια. Άρχισε να μου ζητάει συγγνώμη. Φοβόταν κι ήταν εμφανές.

- Πόσο καιρό γαμιέσαι μαζί του; Λέγε, το καλό που σου θέλω.

- Δύο χρόνια περίπου.

- Γιατί; Ούρλιαξα από θυμό. Πώς προέκυψε αυτό; Είχατε σχέση και παλιότερα; Λέγε!

- Ναι, πριν γνωρίσει τη Βούλα, είπε μέσα στα κλάματα.

- Και φυσικά, αναβιώσατε τον έρωτά σας; Έτσι δεν είναι; Όλα ξεκίνησαν από εκείνη την γαμημένη βλάβη, έτσι δεν είναι; φώναξα μέσα στα νεύρα μου.

- Ναι, είπε κι έτρεμε από το φόβο της.

- Άρα, δεν έπεσα έξω. Λέγε παρακάτω. Κοίτα, εγώ έδωσα την εντολή γι’ αυτό ακριβώς που πάθατε εκείνη την αξέχαστη μέρα. Δεν ήταν κλέφτες αλλά μπράβοι της νύχτας. Αν δεν μιλήσεις, κάποιοι θα μπουκάρουν μέσα στο σπίτι του πατέρα σου, σήμερα κιόλας, κι ένας θεός ξέρει τι θα γίνει. Και δεν ξέρω πόσα θύματα θα μετρήσετε στο σόι σας Χριστουγεννιάτικα. Τα έχω όλα σχεδιασμένα. Μπορεί εγώ να καταλήξω στη φυλακή, αλλά φαντάσου εσείς τι κατάληξη θα έχετε! Το πώς θα τελειώσει η σημερινή μέρα το καθορίζεις εσύ με την στάση σου. Λοιπόν; Οι μάγκες είναι κοντά στο σπίτι του πατέρα σου και περιμένουν εντολή μου. Και θα καταλάβεις καλά, κι εσύ κι εκείνος ο τσόγλανος, ότι μόνο μαλάκας δεν είμαι, όπως με αποκαλούσατε.

Άρχισε να κελαηδάει σαν πουλάκι. Τα ξέρασε όλα· πως το ειδύλλιο άρχισε μετά από εκείνη τη μέρα, που ήρθε να φτιάξει τη βλάβη του ηλεκτρικού. Απαντούσε σε κάθε ερώτηση που της έκανα. Ήξερε πια ότι δεν αστειευόμουν. Ήταν πολύ τρομοκρατημένη.

Αφού την ανάγκασα να τα πει όλα, φύγαμε. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και πήγαμε πάλι στο σπίτι του πατέρα της, στη Βούλα. Σε όλη τη διαδρομή δε μιλούσε κι έτρεμε σαν το ψάρι. Ήταν όλοι εκεί. Σίγουρα θα έλεγαν τα χειρότερα για μένα. Με το που φτάσαμε στην εξώπορτα, πριν χτυπήσουμε το κουδούνι, σήκωσα το χέρι μου και έκανα ένα σινιάλο κοιτώντας προς το σταυροδρόμι πιο κάτω.

- Ποιον χαιρετάς;… είπε η Γιάννα φοβισμένη.

- Τα παιδιά, είπα. Σύνθημα, απλά να περιμένουν εντολές.

Από το ύφος της φάνηκε καθαρά ότι το έχαψε. Με κοιτούσε τρομαγμένη.

- Χτύπησα την πόρτα.

Άνοιξε η μάνα της. Ήταν όλοι εκεί μέσα, δεν είχαν φύγει ακόμα. Με είδαν και σάστισαν. Η Γιάννα έτρεμε ακόμα σαν το ψάρι. Ήταν φοβισμένη και το έδειχνε. Το μάτι της και η μούρη της είχαν κοκκινίσει από το ξύλο που έφαγε. Προχωρήσαμε στο σαλόνι. Εγώ στεκόμουν όρθιος. Οι άλλοι μας κοιτούσαν άναυδοι.

- Τι έγινε βρε Γιάννα μου; Γιατί είσαι έτσι παιδί μου;… ρώτησε η μάνα της με μια ανησυχία, βλέποντάς την μέσα σ’ αυτό το χάλι.

- Λοιπόν, Γιάννα, είπα με ένα ψύχραιμο ύφος. Θα εξηγήσεις εσύ ή ο Νικολάκης την περιπέτειά σας; Ποιος από τους δυο θα ομολογήσει το ειδύλλιο; Ποιος έχει τ’ αρχίδια να το κάνει. Αν δεν μπορείτε, μπορώ εγώ…

και την πιάνω από το μαλλί και την τραβάω πιο μέσα προς το σαλόνι.

- Λοιπόν;

Δε μιλούσε κανένας. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Όλοι κοιτούσαν σιωπηλοί, σοκαρισμένοι. Η Βούλα έδειχνε να είχε καταλάβει πια τα πάντα· όπως και οι δικοί της. Είχε ένα παγωμένο ύφος. Προχώρησα στο σαλόνι. Έβαλα ένα στικάκι στην τηλεόραση και πάτησα τα βίντεο που ο Νίκος πηδούσε τη Γιάννα. Άνοιξα τη φωνή να ακούγονται κι τα βογκητά και οι συζητήσεις τους. Πλησίασα στο Νίκο που παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα άφωνος. Ξαφνικά τον έπιασα από το γιακά εκεί που καθόταν και του έχωσα μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο. Μάτωσε μύτη του. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Η Βούλα σωριάστηκε σχεδόν σε μια πολυθρόνα του σαλονιού σοκαρισμένη από τις εξελίξεις.

- Καθίστε να απολαύσετε τα γαμήσια τους! Δύο χρόνια πηδιούνταν πίσω από την πλάτη μας. Πριν από σένα Βούλα, ο Νίκος την είχε γκόμενα την καλή μου από δω, το ήξερες; Εγώ, όχι! Και μετά χώρισαν. Το ήξερες; Όχι, να φανταστώ. Και την γαμημένη εκείνη τη μέρα που είχαμε βλάβη στον πίνακα, ήρθε ο άντρας σου και ξαναζωντάνεψαν τον έρωτά τους. Έτσι άρχισε ξανά το ειδύλλιο μεταξύ τους. Λοιπόν, σας αφήνω μέσα στην οικογενειακή σας θαλπωρή να απολαύσετε την τσόντα σας. Εγώ πάω στο σπίτι μου, αρκετά αηδίασα μαζί σας. Και μην τολμήσεις, παλιοπουτάνα, να πατήσεις ξανά το πόδι σου στο σπίτι μου, χωρίς την άδειά μου! Κι εσυ καργιόλη, μην τολμήσεις και βρεθείς ξανά στο διάβα μου! Δε θα φας ξύλο, αλλά θα σε στείλω στον τάφο, κατάλαβες;

Κι εκεί άστραψα στη Γιάννα ένα δυνατό χαστούκι μπροστά σε όλους. Τόσο δυνατό που γύρισε το κεφάλι της από την άλλη και παραπάτησε.

- Χρόνια σας πολλά, κυρίες και κύριοι.

Έφυγα. Πριν περάσω την αυλή τους, άκουσα φωνές και καυγάδες μέσα στο σπίτι. Προφανώς, έγινε της πουτάνας μεταξύ τους.

Γύρισα στο σπίτι ικανοποιημένος. Κάθισα στον καναπέ. Πήρα τηλέφωνο τη Χριστίνα μου. Μιλήσαμε αρκετά. Της τα είπα όλα. Ξαλάφρωσα.

Η Γιάννα έμεινε τρεις μέρες στους δικούς της χωρίς να δώσει σημεία ζωής. Ούτε τηλέφωνο δεν τόλμησε να πάρει.

Μια μέρα γύρισα από τη δουλειά και τη βρήκα σπίτι.

- Καλησπέρα, είπα.

- Καλησπέρα Δημήτρη. Τι κάνεις;

- Καλύτερα δεν θα μπορούσα να είμαι, απάντησα με μια ειρωνεία. Πόσο καλύτερα να είμαι όταν βλέπω να γκρεμίζεται αυτό που δημιούργησα. Τώρα να φανταστώ ότι ο πατέρας σου κι η μάνα σου θα είναι πολύ ευτυχισμένοι. Επιτέλους θα με ξεφορτωθούν. Εξάλλου, αυτό ήταν και το όνειρό τους, μόνο που τους βγήκε λίγο σε εφιάλτη, αλλά δεν πειράζει, τέλος καλό, όλα καλά, είπα ειρωνικά.

- Συγγνώμη, είπε και χαμήλωσε το κεφάλι δακρυσμένη.

- Για ποιο πράγμα συγγνώμη; Για τη ζωή που μου χάλασες; Για το παιδί που θα μεγαλώσει χωρίς τους γονείς του; Για την προδοσία; Για ποιο από όλα; Γαμώ το σπίτι σου, γαμώ το σόι σου!

- Για όλα. Εγώ φταίω και παίρνω την ευθύνη επάνω μου.

- Α, μάλιστα! Τώρα ησύχασα! Άλλη μαλακία δεν είχες να μου πεις! Και τι θα πει παίρνεις την ευθύνη επάνω σου; Θα ξαναφτιάξεις την οικογένεια της ξαδέρφης σου, την δική μας, θα μεγαλώσεις το παιδί σε φυσιολογικά πλαίσια; Για πες μου; Θα ξαναφτιάξεις μια χαρούμενη οικογενειακή ατμόσφαιρα για το παιδί; Πόσο πουτάνα είσαι βρε πούστη μου; Και δεν σου φαινόταν μωρή καργιόλα! Σε είχα σαν κορόνα στο κεφάλι μου. Έλεγα η Γιάννα μου και πετούσα στα σύννεφα. Κι εσύ… έδειξες πόσο πουτάνα είσαι!

Έσκυψε το κεφάλι. Δεν μιλούσε.

- Κοίτα έχει δύο χρόνια που τρώω το κέρατο. Έμεινες έγκυος μετά που άρχισες να πηδιέσαι με το αρχίδι. Τον πρώτο καιρό βέβαια γαμιόσουν και μαζί μου κανονικά. Ύστερα, σου ήμουν αντιπαθής. Του το έλεγες κιόλας. Το άκουσα και σε είδα να το λες όταν χαμουρευόσαστε σαν τα πιτσουνάκια μετά το γαμήσι. Να ξέρεις, έκανα τεστ πατρότητας. Πήρα τα πεταμένα προφυλακτικά του γκόμενου σου και έδωσα δείγμα από τη μικρή και μένα. Σύντομα θα ξέρουμε ποιος είναι ο πατέρας και θα πράξω ανάλογα. Να εύχεσαι να είναι δικό μου, γιατί αλλιώς θα δυναμώσω τη φωτιά που σας άναψα. Δε θα περάσει έτσι αυτό. Και να πεις τον Νικολάκη σου, να προσέχει. Είμαι σε δίλλημα να του δώσω ή όχι άλλο ένα καλό μάθημα να με θυμάται. Θα τον καθηλώσω μια ζωή σε καροτσάκι ή ακόμα θα τον στείλω και στον τάφο.

- Είμαι σίγουρη ότι είναι δικό σου.

- Δεν μπορείς να είσαι και σταμάτα να ψάχνεις να πιαστείς από κάπου. Για βάλε τα κάτω. Υπάρχει ή ίδια πιθανότητα και για τους δυο. Κάθε που γαμιόσουν με εκείνον γαμιόσουν και με μένα μέχρι που έμεινες έγκυος. Μετά βέβαια, στο κύριο μενού ήταν ο Νίκος. Κατάλαβες; Του το έλεγες ότι πολλές φορές αναγκαζόσουν να μου κάτσεις, γιατί επέμενα και για να μην υποψιαστώ κάτι. Και μην μου λες μαλακισμένες δικαιολογίες.

Έμεινε λίγο ακόμα, πήρε κάποια πράγματα του παιδιού και έφυγε για τη μάνα της. Σε λίγο χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η Χριστίνα. Ερχόταν με το λεωφορείο από την Θεσσαλονίκη. Πήγα να την περιμένω. Όταν έφτασε, αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Την είχα επιθυμήσει τόσο πολύ. Μπήκαμε στο αμάξι.

- Τι είναι αυτή η βαλίτσα;

- Μπορώ να μείνω σε σένα για λίγες μέρες;

- Και το ρωτάς; Να μείνεις για πάντα αγάπη μου! Για πάντα… είπε με ένα παιδικό ενθουσιασμό.

Φύγαμε για το σπίτι της. Στο δρόμο σταματήσαμε να πάρουμε φαγητό απ’ έξω. Φτάσαμε. Κάναμε ένα ντους και ύστερα φάγαμε στην κουζίνα. Εγώ της είπα με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα των Χριστουγέννων.

- Με εκπλήσσεις! Σε είχα μεν για δυνατό άνθρωπο, αλλά όχι και για τόσο σκληρό. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι είσαι δίκαιος. Πίσω από αυτή τη σκληρότητα, ξέρω ότι κρύβεται μια τρυφερή ψυχή.

Φιληθήκαμε. Την πήρα και πήγαμε στο κρεβάτι. Γδυθήκαμε και αρχίσαμε τα φιλιά.

Ήμουν πάνω της και την φιλούσα στο λαιμό και στ’ αυτιά. Το λάτρευε αυτό. άνοιξε τα πόδια της και με αργές κινήσεις μπήκα βαθιά μέσα στο μουνί της. Στην αρχή οι κινήσεις μας ήταν αργές. Η διείσδυση βαθιά. Το απολαμβάναμε κι δυο. Η Χριστίνα με φιλούσε τρυφερά.

- Σ’ αγαπάω, Δημήτρη μου!

- Κι εγώ σ’ αγαπάω μωρό μου, καρδούλα μου!

Ανεβάσαμε ρυθμούς, συντονισμένοι πάντα σε έναν που ευχαριστούσε και τους δυο μας. Με έσφιξε δυνατά πάνω της. Έφτασε σε οργασμό, κοκκίνισε από την ένταση. Σε λίγο ακολούθησε ο δικός μου οργασμός, τραβήχτηκα έξω κι όπως ήμουν πάνω της έτριβα τον πούτσο μου πάνω στο μουνί της. Έχυσα πάνω στην κοιλιά της. Μείναμε αγκαλιασμένοι και φιλιόμαστε. Με κοιτούσε και την κοιτούσα βαθιά στα μάτια. Ξάπλωσα δίπλα της. Όλο σχεδόν το βράδυ εκείνο κάναμε έρωτα.

Το πρωί σηκωθήκαμε, ήπιαμε τον καφέ μας, και φύγαμε μαζί για τη δουλειά. Στη δουλειά συνάντησα το Βασίλη. Ήμουν χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Το καταλάβαιναν όλοι.

- Καλημέρα, Βασίλη.

- Καλημέρα, Δημήτρη. Τι κάνεις;

- Καλά, Βασίλη μου.

- Τι έγινε, εντάξει τα παιδιά που σου έστειλα;

- Η δουλειά τέλειωσε Βασίλη μου με τον καλύτερο τρόπο…

κι εκεί του αφηγήθηκα όλες τις λεπτομέρειες. Ύστερα στην παρέα ήρθε και η Χριστίνα.

- Δημήτρη μου, πήρες κάτι να φας;

- Ναι, Χριστίνα μου, παρήγγειλα και για σένα. Κάθισε.

- Όπα! Τι έγινε Μήτσο; Έχασα επεισόδια; Χριστίνα μου, Δημήτρη μου;

- Ε, ναι, ρε συ. Είναι αυτό που νομίζεις ακριβώς.

- Χαίρομαι βρε παιδιά. Και για σένα βρε Δημήτρη ιδιαίτερα με τα όσα τράβηξες. Μπράβο. Μόλις γεννήσει κι η Παναγιώτα με το καλό και συνέλθει, θα βγούμε να το γιορτάσουμε.

- Αυτό είναι σίγουρο, είπα. Εσύ τι λες Χριστινάκι μου;

- Είμαι μέσα.

- Α, να σας πω βρε παιδιά. Με την Παναγιώτα λέμε να περιμένουμε το νέο έτος στο σπίτι. Τι λέτε, δεν έρχεστε να περάσουμε παρέα; Θα είναι κι η Καίτη, η ταμίας που έχουμε στο λογιστήριο, με τον άντρα της και τα παιδιά της. Μέρες που είναι…

- Εμένα δε με χαλάει λέει η Χριστίνα, εσύ Δημήτρη μου;

- Σύμφωνοι λοιπόν.

Το απόγευμα σχολάσαμε. Πήγαμε στο σπίτι της Χριστίνας. Φάγαμε και καθόμαστε στην κουζίνα. Μιλούσαμε για τη δουλειά συγκεκριμένα. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Γιάννα. Σκεφτόμουν να μην το σηκώσω.

- Σήκωσέ το βρε Δημήτρη μου, είπε η Χριστίνα. Μπορεί να είναι κάτι σοβαρό. Έλα, σε παρακαλώ!

Το σήκωσα. Ήταν η Γιάννα με μια φωνή όλο αγωνία.

- Δημήτρη, η μικρή δεν είναι καλά. Έχει σπασμούς και πυρετό. Πάμε στο Παίδων.

- Περίμενε, θα έρθω να την πάρω.

- Όχι, φεύγουμε τώρα με τον μπαμπά. Έλα στο νοσοκομείο καλύτερα.

Έκλεισα το τηλέφωνο. Το είπα στη Χριστίνα.

- Πρέπει να πάω.

- Και το ρωτάς, αγάπη μου!

Σε λίγο έφυγα από το σπίτι. Έφτασα λίγο μετά από αυτούς. Το μικρό έτρεμε. Το πήρα στην αγκαλιά μου. Ψηνόταν στον πυρετό. Σε κάποια στιγμή ήρθε ο πεθερός μου κι έκανε να το πάρει από τα χέρια μου.
- Να σου πω, κωλόγερε, πάρε τα χέρια σου! Εντάξει; Είπα αγριεμένος.

- Ηρεμήστε, είπε η Γιάννα. Γιατί να τσακωθείτε;

Σε λίγο πήραν τη μικρή στα επείγοντα. Την είδαν οι γιατροί. Ευτυχώς ήταν μια κρίση λόγω του πυρετού. Ο Γιατρός μας ενημέρωσε και αφού έγραψε την αγωγή φύγαμε. Έξω από το νοσοκομείο φίλησα τη μικρή, που την κρατούσα όλη την ώρα αγκαλιά.

- Να μου την προσέχεις, είπα στη Γιάννα. Θα σε πάρω τηλέφωνο αργότερα. Κι ό,τι συμβεί να με πάρεις· ό,τι ώρα κι αν είναι εντάξει;

Αγκάλιασα και φίλησα το παιδί. Ο πεθερός μου ήταν παράμερα με ύφος. Τον είχα γραμμένο όμως.

- Άντε γεια σας! Περαστικά… κι έφυγα.

Η ώρα είχε πάει κοντά δέκα το βράδυ όταν έφτασα στο σπίτι της Χριστίνας. Της εξήγησα τι είχε συμβεί.

- Εγώ, μωρέ, το φαντάστηκα. Δεν σου είπα τίποτα, γιατί σε είδα να τρελαίνεσαι για τη μικρή. Μην κάνεις έτσι όμως. Παιδιά είναι. Ξέρεις, τα παιδιά της αδερφής μου, σχεδόν εγώ τα μεγάλωσα. Ήμουν το δεξί της χέρι. Ξέρω από παιδιά.

- Μ… αυτό είναι ενδιαφέρον, της είπα με ένα χαμόγελο πονηρό και τη φίλησα στο μάγουλο.

Ύστερα καθίσαμε και λέγαμε διάφορα. Ξεχαστήκαμε. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι και ήμαστε πάλι μέσα στις γλύκες και τα φιλιά και τον έρωτα.

Το πρωί πήγαμε στη δουλειά. Μόλις φτάσαμε χτύπησε το τηλέφωνό μου. Το σήκωσα. Ήταν από το εργαστήριο. Οι απαντήσεις είχαν βγει.

- Ξέρω ότι έχεις αγωνία, θέλεις να σε καλύψω εγώ και να πας να τις πάρεις;

- Άσε, θα πάω μετά τη δουλειά. Καλύτερα.

Το μεσημέρι πήρα τηλέφωνο στην Γιάννα. Ρώτησα για το παιδί. Το ότι ήταν άρρωστο και εγώ δεν ήμουν μαζί της, με τσάκιζε πολύ αυτό. Το αγαπούσα το παιδί πολύ. Ήταν για μένα η ελπίδα μου.

Όσο ήμουν με τη Γιάννα, μέσα στα προβλήματα τα τελευταία δύο χρόνια, ο ερχομός αυτού του παιδιού γέμισε την καρδιά μου. Ένιωσα να φεύγει ένα μέρος της μοναξιάς μου. Μοναξιά που είχε φωλιάσει μέσα μου, εξαιτίας της συμπεριφοράς της Γιάννας. Πολλές φορές, όταν την έπαιρνα μαζί μου στο κρεβάτι, από την μια κοίμιζα εγώ αυτήν, κι εκείνη εμένα.

Από τη δουλειά έφυγα λίγο νωρίτερα. Έφτασα στο ιδιωτικό κέντρο να πάρω τις απαντήσεις. Μέσα μου η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Αυτό που ήθελα στην ουσία ήταν να είμαι εγώ ο πατέρας της μικρής.

Μπήκα. Η γραμματεία μου έδωσε τις απαντήσεις. Κλειστές σε φακέλους. Έφυγα.

Μπήκα στ’ αμάξι. Ένιωθα μια αγωνία και μια αμηχανία. Άνοιξα τους φακέλους. Έμεινα. Το παιδί ήταν του Νίκου. Πάγωσε το αίμα μου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Ήταν χειρότερο από όταν έπιασα την Γιάννα να με κερατώνει. Ήταν σα μαχαιριά στην καρδιά. Βγήκα από το αμάξι κρατώντας τους φακέλους στην τσέπη του παλτό μου. Περπατούσα για ώρα σαν χαμένος. Έβγαλα το κινητό και πήρα ένα φίλο μου στη Σόλωνος που είχε ένα κατάστημα με φωτοτυπικά και εκτυπώσεις.

- Έλα, Βαγγέλη τι κάνεις βρε παλιόφιλε;

- Πώς και μας θυμήθηκες βρε Δημήτρη; Χάθηκες ρε συ.

- Θα είσαι εκεί να έρθω;

- Ναι, εδώ θα είμαι. Ίσως να πεταχτώ για κανένα τέταρτο σε μια δουλειά. Περίμενέ με αν έρθεις πιο πριν.

Έκλεισα το τηλέφωνο. Σε λίγο πήρα τη Χριστίνα. Μόλις τελείωσε και θα έφευγε σε λίγο. Της είπα ότι θα αργήσω λίγο και θα τα πούμε σπίτι της. Ύστερα πήρα ξανά τη Γιάννα και ρώτησα για το παιδί. Ήταν καλύτερα. Χάρηκα. Σε λίγο βρισκόμουν στο μαγαζί του Βαγγέλη. Περίμενα κανένα πεντάλεπτο. Ήρθε. Παρήγγειλε καφέδες, αν και αργά. Καθίσαμε και τα είπαμε. Τότε του έδειξα τα χαρτιά πάγωσε λίγο.

- Δεν τον πιστεύω βρε Δημήτρη. Δεν… δεν ξέρω τι να πω. Και τώρα; Τι θα κάνεις τώρα; Θα αποποιηθείς την κηδεμονία;

- Δεν ξέρω. Από τη στιγμή που είδα τα αποτελέσματα, έχω τρελαθεί. Κι ενώ στο θέμα της απιστίας δεν σήκωνα κουβέντα, σε αυτό το θέμα όμως νιώθω ότι ηττήθηκα κατά κράτος. Η υπερηφάνεια μου πήγε περίπατο.

- Δύσκολα ρε φίλε, δύσκολα!

- Κοίτα, αν αποποιηθώ την κηδεμονία, θα είναι σαν να ρίχνω το παιδί στον Καιάδα, το παιδί που μέχρι τώρα μεγάλωνα σαν δικό μου, που το αγαπούσα και το αγαπάω περισσότερο κι από τον εαυτό μου. Καταλαβαίνεις; Θα μεγαλώσει με μια ρετσινιά. Ακόμα και μέσα στο σόι το ίδιο της Γιάννας δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτό. Ξέρω πόσο σκατόψυχοι είναι όλοι τους.

- Το ξέρει η Γιάννα για το τεστ;… η Χριστίνα τι λέει;

- Η Χριστίνα είναι ένας άγγελος. Όσο για τη Γιάννα θα πρέπει να της πω για τα αποτελέσματα. Κοίτα, κάνε μου μια χάρη. Μπορείς να σκανάρεις τις απαντήσεις και να τις μαγειρέψουμε;

- Αυτό είναι το μόνο εύκολο. Δώσε μου τες.

Του έδωσα τα χαρτιά με τις απαντήσεις. Βαγγέλης ήταν expert σε αυτά. Μέσα σε ένα τέταρτο τα είχε έτοιμα. Ήταν αδύνατο ένας κοινός θνητός να καταλάβει τη διαφορά.

Έφυγα. Πήγα στη Χριστίνα. Με το που με είδε κατάλαβε τα πάντα. Καθίσαμε στην κουζίνα και φάγαμε. Εγώ δεν πεινούσα. Απλά της έκανα συντροφιά. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι.

- Λοιπόν, τι θα κάνεις;

- Πήγα κι από τον Βαγγέλη στη Σόλωνος. Έφτιαξα και ψεύτικες απαντήσεις.

- Τι; Είπε η Χριστίνα έκπληκτη.

- Ναι. Μπορώ να σου πω, αγάπη μου, το χτύπημα αυτό ήταν πιο σκληρό από το χτύπημα της απιστίας. Καταλαβαίνεις;

Μου ανέβηκε ένας κόμπος στο λαιμό και δάκρυσα. Σταμάτησα να μιλάω.

- Καλέ μου! Μη στενοχωριέσαι! Και με φίλησε στο μάγουλο. Εγώ σ’ αγαπάω, όπως και να 'χει. Να το ξέρεις αυτό. Όποια απόφαση κι αν πάρεις.

- Σκέφτηκα ότι μπορώ να αποποιηθώ την κηδεμονία από το παιδί. Αλλά τι θα γινόταν αυτή η ψυχή; Θα μεγάλωνε στιγματισμένο μέσα στην κωλοκοινωνία και την οικογένειά της. Η καργιόλα δε με κεράτωσε με έναν ξένο, αλλά με συγγενή. Καταλαβαίνεις, αυτό το πλάσμα θα μεγαλώσει σε έναν κόσμο που δεν θα το αγαπάει κανείς. Θα είναι απλά το νόθο της οικογένειας. Και σ' αυτό το έγκλημα δε θέλω να συμμετέχω κι εγώ. Αυτές οι σκέψεις με έκαναν να λυγίσω. Την αγαπάω τη μικρούλα. Ήταν η παρηγοριά μου όλο αυτό το διάστημα που η άλλη μου συμπεριφερόταν άσχημα και υπέφερα.

- Είσαι ένας υπέροχος άνθρωπος Δημήτρη μου, αγάπη μου. Και τώρα μετά από αυτά που είπες, σε αγαπάω ακόμα περισσότερο. Και σφίχτηκε στην αγκαλιά μου.

- Δε θα σε ενοχλούσε εσένα;

- Όχι, όταν έγινε η φάση μεταξύ μας, αγάπη μου, εγώ ήξερα ότι έχεις παιδί. Ε, κι αν ήταν δικό σου, τι, θα με πείραζε; Ε και τώρα που δεν είναι δεν έχω πρόβλημα.

- Είσαι ένας άγγελος, μωρό μου, και τη φίλησα στο στόμα.

- Σ’ αγαπώ. Μη βιαστείς να δώσεις απαντήσεις. Σκέψου τα πράγματα και χειρίσου τα ήρεμα. Εντάξει μωρό μου; Για μένα εσύ έχεις σημασία, γιατί σ’ αγαπάω πολύ.

- Δηλαδή, πόσο με αγαπάς;

- Πολύ!

- Μ… δεν το βλέπω… είπα με ένα νάζι.

Άρχισε να με φιλάει στο στόμα.

- Χαλάρωσε αγαπημένε μου! Χαλάρωσε, άστα όλα επάνω μου.

Κι άρχισε να με χαϊδεύει και να με φιλάει. Σε λίγο ήμαστε γυμνοί και οι δύο. Ξάπλωσε πάνω μου και με μια κίνησή της πήρε τον πούτσο μου με τη μία στο μουνί της βαθιά. Άρχισε να κουνιέται. Η καύλα μας είχε βαρέσει κόκκινο. Ήταν πολύ αναμμένη. Σε λίγο έφτασε σε οργασμό. Σε δευτερόλεπτα έφτασα κι εγώ. Μπορεί να μην είχε μεγάλη διάρκεια αυτή μας η επαφή, αλλά η ένταση ήταν μεγάλη και για τους δυο. Νιώθαμε ότι έδωσε ο ένας στον άλλον κομμάτι από τον εαυτό του. Μείναμε ξαπλωμένοι με τη Χριστίνα πάνω μου, λαχανιασμένοι. Σήκωσε λίγο το κεφάλι της, με κοίταξε στα μάτια με ένα γλυκό βλέμμα.

Γυρίσαμε κι οι δυο στο πλάι. Την κρατούσα τρυφερά. Το ένιωθε. Κοιμηθήκαμε γυμνοί όπως ήμαστε κάτω από το πάπλωμα.

Το πρωί σηκωθήκαμε μέσα στις γλύκες. Πρώτη πήγε στο μπάνιο η Χριστίνα. Ύστερα εκείνη πήγε στην κουζίνα να ετοιμάζει πρωινό. Εγώ σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο. Βγήκα, καθίσαμε στην κουζίνα και πήραμε το πρωινό μας.

- Να σου πω, δεν πεταγόμαστε μέχρι τη Θεσσαλονίκη στην αδερφή μου; Θα ήθελε πολύ να σε γνωρίσει. Ε, ας πούμε στον Βασίλη ότι έτυχε κάτι και δε θα πάμε.

- Τι; Της μίλησες για μένα;

- Ναι, και χάρηκε πολύ. Λοιπόν; Εκεί τουλάχιστον θα περάσουμε ξένοιαστα.

- Σύμφωνοι! Δε με χαλάει καθόλου. Θα πάμε το αμάξι μου όμως. Δεν μπορώ τη συγκοινωνία.

- Εντάξει. Να το πεις στο Βασίλη αύριο κιόλας, να μην κάνουν και προετοιμασίες για εμας, στην κατάσταση που είναι και η γυναίκα του…

- Ναι, σίγουρα.

Φύγαμε για τη δουλειά. Ύστερα επιστροφή στα σπίτια μας να ετοιμάσουμε τα πράγματά μας. Είχα σχεδόν έτοιμη τη βαλίτσα μου. Την είχα στο σαλόνι. Σε λίγο θα έφευγα και θα πήγαινα από τη Χριστίνα.

Χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα… ήταν η Γιάννα με τη μικρή. Μόλις είδα το παιδί χάρηκα τόσο πολύ. Το πήρα στα χέρια μου και το αγκάλιασα. Η μικρούλα άρχισε να γελάει. Καθίσαμε στο σαλόνι. Άρχισα να παίζω σαν ξεμωραμένος μαζί της. Σε λίγο την έβαλα με τα παιγνίδια της στο σαλόνι κάτω.

- Φεύγεις; Με ρώτησε η Γιάννα.

- Ναι, θα πάω στη Θεσσαλονίκη. Αύριο.

- Στη Θεσσαλονίκη;

- Ναι, φεύγουμε με την Χριστίνα.

- Α, μάλιστα. Και πώς αυτό; Σε κάλεσε;

- Ναι, με τη Χριστίνα σε πληροφορώ ότι είμαστε μαζί πια, ζευγάρι. Την αγαπάω και μ’ αγαπάει. Αν δεν είχα τη Χριστίνα στο πλάι μου, μετά τα όσα μου έκανες, θα είχα σαλτάρει, ίσως και να έκανα κάποιο έγκλημα. Λογικό ήταν να έρθουμε πολύ κοντά, μέσα σ’ αυτήν τη κατάσταση που βίωνα. Να λες δόξα τω Θεώ που ήταν δίπλα μου, αλλιώς ένας Θεός ξέρει πώς θα καταλήγατε κι εσύ κι εκείνος. Και με στήριξε και στη δουλειά όσο κανένας.

- Μάλιστα, είπε σκεπτική. Βγήκαν τα αποτελέσματα του DNA;

- Όχι, ακόμα. Γιατί ρωτάς; Έχεις αγωνία;

- Όχι, έτσι απλά, θέλω να ξέρω. Έχω κι εγώ την αγωνία μου, τέλος πάντων.

- Γιατί; Εσύ ήσουν σίγουρη ότι το παιδί ήταν δικό μου, τώρα τι σε κάνει να αμφιβάλλεις.

- Η Χριστίνα το ξέρει;

- Ναι, η Χριστίνα ξέρει τα πάντα. Και να ξέρεις ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα να έχω παιδί. Εξάλλου το γνώριζε από πριν, ήξερε την κατάστασή μου. Η ίδια τα πάει περίφημα με τα παιδιά. Λοιπόν πρέπει να δρομολογήσουμε το διαζύγιο. Όσο πιο σύντομα γίνεται.

- Καλά, είπε μαγκωμένη.

- Μετά την πρωτοχρονιά θα σε ειδοποιήσω να το τακτοποιήσουμε. Όσο πιο γρήγορα ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, τόσο πιο καλά.

Η Γιάννα έμεινε λίγο ακόμα. Ύστερα πήρε κάποια ρούχα του παιδιού και δικά της και έφυγε.

- Κοίτα Γιάννα, έχεις κλειδιά από το σπίτι. Όποτε χρειάζεσαι πράγματα για σένα και το παιδί να έρχεσαι ελεύθερα να τα παίρνεις. Όταν ξεκαθαρίσουν τα πράγματα θα δούμε πώς θα είμαστε και τι θα κάνουμε.

- Εντάξει, σ’ ευχαριστώ.

Όσο ήταν η Γιάννα εκεί, χτύπησε το κινητό. Ήταν η Χριστίνα. Μιλήσαμε λίγο και της είπα ότι είναι και η Γιάννα με το παιδί εκεί. Ήμουν τυπικός και δεν άρχισα τα αγάπη μου κ.τ.λ.

Η Γιάννα έφυγε. Έφυγα κι εγώ για τη Χριστίνα.

Το βράδυ φάγαμε κάτι ελαφρύ κι ύστερα ξαπλώσαμε στο κρεβάτι μας. Η Χριστίνα μου ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου. Έβαλα το χέρι μου μαξιλάρι και την αγκάλιασα. Χαζεύαμε ξαπλωμένοι στην τηλεόραση. Σε κάποια στιγμή άρχισα να την πειράζω.

- Έλα, βρε Δημήτρη μου, άσε με λίγο να δω αυτό. Σε λίγο. Σε παρακαλώ!

- Καλά μωράκι μου, θα περιμένω.

Μόλις τελείωσε η ταινία που χαζεύαμε κι οι δυο, γύρισα και της έδωσα ένα γλωσσόφιλο. Ταυτόχρονα έβαλα το χέρι μου κάτω από την πιτζάμα της και άρχισα να χαϊδεύω τα βυζιά της. Οι ρώγες είχαν ερεθιστεί αμέσως. Έκανα προς τα κάτω, κάτω από το σκέπασμα και τις έπιασα κι άρχισα να της πιπιλάω. Έπαιξα με τα βυζιά της αρκετά.

Η Χριστίνα με μια κίνηση έβγαλε το παντελόνι της πιτζάμας και το κιλοτάκι μαζί. Κατέβηκα προς τα κάτω. Άρχισα να τη γλείφω γύρω από τα μουνόχειλα. Δεν βιαζόμουν και της άρεσε. Ύστερα έχωσα τη γλώσσα μου στη σχισμή του μουνιού της και άρχισα το πάνω κάτω. Το μουνί της ήταν μούσκεμα από την καύλα. Προχώρησα προς τα πάνω και περίλαβα την κλειτορίδα. Την έπαιζα με την άκρη της γλώσσας και πότε-πότε τη ρουφούσα μέσα στα χείλη μου. Έχωσα δύο δάχτυλα και άρχισα να της γαμάω το μουνί, ενώ η γλώσσα μου ανέβαζε την ένταση με την κλειτορίδα. Δεν άρχισε να φτάσει σε οργασμό. Τεντώθηκε προς τα πίσω ενώ με το χέρι της πίεζε το κεφάλι μου στο μουνί της.

Σηκώθηκα κάτω από το κρεβάτι. Την έβαλα να ξάπλωσε ανάσκελα. Της έδωσα ανάποδα τον πούτσο μου στο στόμα της τον έπαιρνε μέχρι τη μέση και με μαλάκιζε ταυτόχρονα. Ύστερα πήγα από την άλλη μεριά του κρεβατιού. Της σήκωσα τα πόδια και χώθηκα στο καυτό μουνί της με τη μία. Άρχισα να της γαμάω. Βρήκαμε έναν ρυθμό που άρεσε και στους δύο. Δεν άντεξα πολύ ήθελα να χύσω. Ο πούτσος μου χωνόταν με δύναμη μέσα της. Τον έβγαλα και τον έτριψα λίγο πάνω στα μουνόχειλα. Άρχισα να χύνω δυνατά. Όσο έχυνα τον έτριβα στα μουνόχειλα. Η Χριστίνα είχε φτάσει κι εκείνη σε ένα δεύτερο οργασμό. Στο τέλος έπεσα πάνω της και άρχισα να τη φιλάω στο στόμα.

Ύστερα ξαπλώσαμε κι οι δυο ανάσκελα λαχανιασμένοι. Μας πήρε λίγο ο ύπνος.

Κατά τις 3 μετά τα μεσάνυχτα σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο. Δε μπορούσα άλλο χωρίς να πλυθώ. Βγήκα με την πετσέτα τυλιγμένος. Η Χριστίνα ξύπνησε με το θόρυβο που έκανα.

- Αγάπη μου, τι ώρα είναι;

- Τρεις.

- Γιατί δεν κοιμάσαι;

- Δε μπορώ χωρίς να πλυθώ μωρό μου.

Έβγαλα την πετσέτα και ξάπλωσα ολόγυμνος δίπλα της. Άρχισα να τη χαϊδεύω. Δεν ήθελε πολύ να ανάψει. Σηκώθηκε, έσκυψε πάνω μου κι άρχισε να μου παίρνει μια φανταστική πίπα. Τον έπαιρνε ολόκληρο μέσα στο στόμα.

Ύστερα με καβάλησε παίρνοντάς τον ολόκληρο μέσα της. Άρχισε να κουνιέται αργά, αισθησιακά στην αρχή. Εγώ έπαιζα με τα όμορφα βυζιά της. Σε λίγο πάτησε στις πατούσες στης και άρχισε να ανεβοκατεβαίνει με ένταση. Έχυσε μια και βρήκε εκείνο το ρυθμό που την ικανοποιούσε περισσότερο. Σε λίγο έφτασα κι εγώ στον οργασμό. Έχυσα κι εκείνη δεν τραβήχτηκε καθόλου.

Ξάπλωσε πάνω μου.

- Σ’ αγαπώ, Δημήτρη μου, πολύ σ’ αγαπώ!

- Και εγώ σ’ αγαπώ, μωρό μου!

Μας πήρε ο ύπνος γυμνούς. Το πρωί κατά τις δέκα σηκωθήκαμε. Η Χριστίνα συμμάζεψε το σπίτι σε χρόνο ρεκόρ. Ετοίμασε τις βαλίτσες και ύστερα βγήκαμε για ψώνια. Πήραμε τα δώρα. Το απόγευμα φορτώσαμε το δικό μου αμάξι και φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη.

Εκεί μας φιλοξένησε η αδερφή της. Από τη χαρά που έκαναν τα ανίψια της μόλις την είδαν, κατάλαβα πόσο καλή είναι πραγματικά η Χριστίνα με τα παιδιά. Οι μέρες πέρασαν χαλαρά, ξεχάστηκα. Γυρίσαμε στην Αθήνα. Την επόμενη στη δουλειά κι οι δυο.

Πέρασε ένας μήνας. Η ζωή μας κυλούσε ήσυχα, χωρίς εντάσεις. Με τη Χριστίνα κάθε μέρα ήμασταν μαζί. Σχεδόν όλη μέρα. Μαζί στη δουλειά, μαζί στο σπίτι, μαζί στη ζωή. Παρ' όλες τις φουρτούνες που πέρασα, αισθανόμουν καλά.

Το Φλεβάρη έπρεπε να πάω επαγγελματικό ταξίδι στη Γερμανία. Στη δουλειά γινόταν συζήτηση για το ποιος θα είναι στο πόστο μου όσο εγώ θα έλλειπα στο εξωτερικό. Φυσικά, από μόνος μου πρότεινα τη Χριστίνα.

Οι μέρες πέρασαν και έφυγα με άλλα δύο άτομα από την εταιρεία για τη Γερμανία. Γυρίσαμε μετά από δύο εβδομάδες.

Την μέρα της επιστροφής φτάσαμε νωρίς το μεσημέρι. Κατευθείαν στην εταιρία. Με το που φτάσαμε, με κάλεσε ο Γενικός.

Εκεί μου ανακοίνωσε ότι μετά από έλεγχο που έγιναν σε μελέτες που είχα υπογράψει, υπήρχαν παραλήψεις. Όχι σοβαρές, αλλά υπήρχαν. Όμως σε αυτήν την θέση που είχα δεν δικαιολογούνταν σε καμιά περίπτωση. Κι έτσι το διοικητικό αποφάσισε να βάλει στη θέση μου τη Χριστίνα. Ζήτησα να δω τις μελέτες τις οποίες έλεγαν ότι είχα παραλήψεις. Ήταν εκείνες που έκανε η Χριστίνα και εγώ τις υπέγραφα τυφλά. Έφυγε η γη κάτω από τα πόδια μου. Ένιωσα το κλίμα βαρύ γύρω μου. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να υποβάλω την παραίτησή μου.

Φεύγοντας από την εταιρία πέρασα από το γραφείο μου. Η Χριστίνα έλειπε. Μάζεψα τα προσωπικά μου πράγματα και έφυγα. Πήγα κι από το σπίτι της Χριστίνας. Πήρα τη βαλίτσα μου και μάζεψα τα πράγματά μου. Εκείνη τη μέρα δεν την πήρα τηλέφωνο. Ούτε κι εκείνη όμως. Έφυγα, πήγα στο σπίτι μου.

Μπήκα μέσα και κάθισα στο σαλόνι. Τα μάτια μου βούρκωσαν. Ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Δεν έκλαψα όμως. Σκεφτόμουν ότι δεν μου ταιριάζει. Έκανα ένα μπάνιο και κάθισα να ξεκουραστώ. Πήγε απόγευμα. Σε μια στιγμή πήρα τη Χριστίνα στο τηλέφωνο. Το σήκωσε.

- Καλησπέρα, κυρία προϊσταμένη

- Καλησπέρα, Δημήτρη μου! Γιατί έφυγες αμέσως χωρίς να σε δω;

- Ρε κοπελιά με δουλεύεις; Ακόμα και τώρα γαμώ την πίστη μου; Ήρθα από το γραφείο και δε σε βρήκα. Ήρθα να σου δώσω συγχαρητήρια για την προαγωγή σου.

- Και γιατί έφυγες;

- Ρε με δουλεύεις; Εδώ με απέλυσαν κι συ μου λες μαλακίες. Και ξέρεις γιατί; Γιατί εσύ μου την έφερες. Γιατί σ’ εμπιστεύθηκα. Υπέγραφα τυφλά ο βλάκας, έχοντάς σου τυφλή εμπιστοσύνη. Ορίστε μαλάκα! Ωραία μου την έφερες! Βρήκες την κατάλληλη στιγμή. Ωραίο πισώπλατο χτύπημα, ακριβείας! Συγχαρητήρια! Δεν περίμενα να είσαι τόσο πουτάνα. Η άλλη ήταν στο σώμα, κι εσύ στην ψυχή. Έχεις ταλέντο, πιο πολύ από τη μαλακισμένη τη Γιάννα. Εκείνη στάθηκε ηλίθια, εσύ έξυπνη. Κι οι δυο όμως είστε πουτάνες και τίποτα άλλο. Πήγα από το σπίτι σου και πήρα τα πράγματά μου, το κλειδί θα το βρεις στο τραπεζάκι στο χολ. Καλή σταδιοδρομία λοιπόν…

κι έκλεισα το τηλέφωνο. Εκείνη όσο της τα έλεγα αυτά, δεν μιλούσε. Έκλεισα μέσα στα νεύρα το τηλέφωνό μου.

Την άλλη μέρα πήρα τους δρόμους. Έπρεπε να βρω αμέσως δουλειά. Άρχισα να επισκέπτομαι εταιρείες. Για δέκα μέρες έδινα βιογραφικά. Σε μία μάλιστα ο διευθυντής προσωπικού ήταν γνωστός μου. Όταν έδωσα το βιογραφικό μου ο Στέλιος μου είπε ότι έχω πολλές ελπίδες να με πάρουν.

Έφυγα στο χωριό μου για μια βδομάδα. Έπρεπε να είμαι μακριά από όλα αυτά που πέρασα. Να ξεκαθαρίσει το μυαλό μου. Όλες εκείνες τι μέρες, το μόνο τηλέφωνο που έκανα ήταν στη Γιάννα να μάθω για το παιδί. Η Χριστίνα με πήρε κάμποσες φορές, προφανώς από τη δουλειά, αλλά της το έκλεινα κατάμουτρα. Κάποια στιγμή με πήρε κι ο Στέλιος.

- Δημήτρη, καλημέρα.

- Καλημέρα, Στέλιο, τι κάνεις;

- Καλά είμαι. Πρέπει να έρθεις από εδώ αύριο. Μάλλον τα νέα είναι καλά για σένα.

- Αύριο πρωί θα είμαι εκεί.

Πήγα. Στην εταιρία υπήρχε θέση στον αντίστοιχο τομέα. Ο προϊστάμενος ήταν ένας καλός άνθρωπος. Από την επομένη έπιασα δουλειά.

Μετά από ένα μήνα με πήρε ο Βασίλης τηλέφωνο από το λογιστήριο της παλιάς εταιρίας. Έπρεπε να πάω να υπογράψω κάτι χαρτιά. Πήγα. Στο διάδρομο συνάντησα τον Γενικό.

- Καλημέρα κύριε Αναστασάκη!

- Καλημέρα, Δημήτρη. Τι κάνεις;

- Καλά, μια χαρά είμαι, απάντησα με ένα άνετο ύφος.

- Πού είσαι τώρα; Τι κάνεις;

- Έπιασα δουλειά σε αντίστοιχη εταιρία, και του είπα το όνομα.

Εκείνος συνοφρυώθηκε.

- Έρχεσαι στο γραφείο μου σε παρακαλώ;

- Βεβαίως, αν και δεν έχω πολύ χρόνο.

Μπήκαμε μέσα στο γραφείο του. Εκεί μου ζήτησε να μην δώσω οποιαδήποτε πληροφορία στην άλλη εταιρία.

- Κοιτάξτε, κ. Αναστασάκη. Εγώ έμαθα στη ζωή μου να τιμάω τα παντελόνια μου και τους ανθρώπους που μου έδωσαν ψωμί να φάω. Δεν είμαι εκείνος που θα έκανα αυτό που φοβάστε. Το μόνο μου λάθος ήταν ότι εμπιστεύθηκα λάθος ανθρώπους. Κι αυτό το έκανα όταν ήμουν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση λόγω οικογενειακών προβλημάτων. Ε, κι αυτοί μου τη φέρανε. Τι να κάνω. Δεν είμαι και θεός. Απλά, από εδώ και μπρος θα προσέχω περισσότερο.

- Τι εννοείς, Δημήτρη;

- Τον καιρό που έγιναν εκείνα τα λάθη, ήταν το διάστημα που έπιασα την γυναίκα μου να με απατά. Καταλαβαίνετε, δεν ήμουν και στα καλύτερά μου. Γι’ αυτό και μου ξέφυγε ο έλεγχος. Τι να κάνουμε, άνθρωπος είμαι, δεν είμαι από σίδερο.

- Γιατί δεν το είπες βρε παιδί μου; Δεν θα είχαν πάρει τέτοια τροπή τα πράγματα.

- Μα ήρθα από τη Γερμανία και βρήκα στρωμένο τραπέζι. Το Δ.Σ. με είχε ήδη αντικαταστήσει. Τέλος πάντων, αυτά τώρα δεν έχουν καμιά σημασία. Εγώ βρήκα δουλειά σε αντίστοιχο τμήμα. Δεν είμαι προϊστάμενος όπως εδώ, αλλά αμείβομαι καλά και είμαι ικανοποιημένος. Όσο για την αγωνία σας που μου εκφράσατε πριν, θέλω να ξέρετε ότι τιμάω το ψωμί που τρώω. Λοιπόν πρέπει να φύγω. Ο χρόνος με πιέζει. Χάρηκα που τα είπαμε κύριε Αναστασάκη.

- Κι εγώ, Δημήτρη, που σε είδα. Λυπάμαι για ό,τι έγινε, αν το γνώριζα...

- Δεν πειράζει, καλή σας μέρα.

Φεύγοντας από το γραφείο του συνάντησα στο διάδρομο την Χριστίνα.

- Καλημέρα κα προϊσταμένη, τι κάνετε; Είπα με ένα ειρωνικό ύφος.

- Καλημέρα, Δημήτρη, είπε με ένα μαγκωμένο ύφος.

- Συγχαρητήρια για την προαγωγή σας!

- Πώς κι από δω;

- Ε, ήρθα για την αποζημίωση. Ε, συνάντησα και τον κ. Αναστασάκη και τα είπαμε λίγο.

- Τι είπατε δηλαδή; Ρώτησε με μια αγωνία.

- Ε, μωρέ, τι να πούμε. Απλά του εξήγησα πώς έγινε τότε και μου ξέφυγαν οι έλεγχοι. Την αλήθεια. Δεν έχω λόγο να πω ψέματα. Εξάλλου, με ξέρεις. Δεν μου αρέσουν ούτε τα ψέματα, ούτε οι υποκρισίες. Σε χαιρετώ κα Προϊσταμένη, πρέπει να φύγω.

Έμεινε να με κοιτάζει άφωνη. Έφυγα. Ήμουν σίγουρος ότι καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα.

Πήγα στο λογιστήριο. Εκεί συνάντησα και το Βασίλη. Μου είπε ότι στενοχωρήθηκε πολύ με την εξέλιξη των πραγμάτων στην εταιρία· κι όχι μόνο εκείνος, αλλά κι όσοι με ήξεραν. Το ό,τι είχα καλές σχέσεις με όλο το προσωπικό, αυτό ήταν αλήθεια.

Τις επόμενες μέρες πήρα τηλέφωνο σε δικηγόρο. Ήθελα να ξεκαθαρίσω τα πράγματα με το διαζύγιο.

Όταν έλαβε η Γιάννα τα χαρτιά, την ίδια κιόλας μέρα, ήρθε από το σπίτι. Είχε κλειδιά. Δεν είχα δώσει σημασία στο να αλλάξω κλειδιά. Η ίδια ήταν πολύ διακριτική και τυπική και σχεδόν πάντα ερχόταν όταν ήμουν εκεί.

Καθίσαμε στο σαλόνι. Έφτιαξα δυο καφεδάκια και δύο τοστ, αν και στην αρχή έλεγε ότι δεν ήθελε, τελικά ήταν ό,τι καλύτερο για τον καφέ. Ήξερα τη συνήθεια της να τρώει κάτι με τον απογευματινό καφέ. Και μάλιστα της τα έκανα όπως της άρεσαν.

- Δημήτρη, να σε ρωτήσω κάτι;

- Ναι, τι είναι;

- Πήρες τα αποτελέσματα της πατρότητας;

- Ναι, τα πήρα Γιάννα. Ακόμα σε τρώει η αγωνία;

- Ναι, είπε κι έσκυψε το κεφάλι. Ίσως από ντροπή πια.

- Η μικρή είναι παιδί μου Γιάννα. Και σήμερα έπρεπε να μου την φέρεις. Έχω μέρες να τη δω. Την επιθύμησα.

Αναστέναξε με μια ανακούφιση.

- Εντάξει θα σου τη φέρνω τα απογεύματα. Όποτε μπορείς εσύ κι εγώ όποτε έχω χρόνο από τα φροντιστήρια. Θα κανονίσω τα μαθήματα έτσι ώστε να μπορώ να στη φέρνω. Η Χριστίνα τι κάνει;

- Καλά θα είναι· δεν παίρνω πια νέα της συχνά…

κι εκεί της εξήγησα όσα είχα γίνει στη δουλειά και ανάμεσα σε μένα και τη Χριστίνα.

- Λυπάμαι, πραγματικά λυπάμαι, Δημήτρη μου!

- Ε, βλέπεις κατάντια, να καταλήξω να με λυπούνται. Να σου πω, διάβασες την αίτηση; Ζητάω να παραιτηθείς από το σπίτι, μια και εσύ έχεις δικό σου σπίτι δίπλα στου πατέρα σου, αλλά και εκείνο στο Παγκράτι.

- Εκείνο στο Παγκράτι το πούλησα. Δεν το ήθελα, μετά από όσα έγιναν, είπε και τα μάτια της βούρκωσαν.

- Γάμησε τα βρε Γιάννα, τι τα σκαλίζεις. Έγινε ό,τι έγινε. Το παιδί και τα μάτια μας τώρα. Εμείς καλά τα κάναμε πουτάνα όλα. Χεσ' το βρε κορίτσι μου! Αλήθεια ο Νίκος με τη Βούλα πώς είναι;

- Αυτοί ήρθαν στα μαχαίρια να χωρίσουν σε κάποια φάση. Ο θείος Πάτροκλος τους μίλησε. Εκείνος έδειξε μετάνοια. Τώρα είναι πάλι μαζί. Πώς τα βρήκαν οι δυο τους μεταξύ τους δεν ξέρω. Εγώ δεν έχω πια επαφές με κανέναν τους. Εξάλλου, ο μπαμπάς έφυγε από την εταιρία. Άνοιξε άλλη παρόμοια επιχείρηση πιο μικρή και πήρε το Γιώργο, τον αδερφό μου, μαζί του. Πιστεύω να πάει καλά.

- Μακάρι.

Η Γιάννα υπέγραψε την αίτηση χωρίς αντίρρηση. Εξάλλου ήταν πολλά αυτά που πρόσφερα. Την επόμενη η Γιάννα ήρθε με τη μικρή. Έπαιζα μαζί της σαν μικρό παιδί κι εγώ. Την πήρα και πήγαμε σε μια παιδική χαρά και παίξαμε αρκετή ώρα. Ύστερα πήγαμε όλοι σε ένα εστιατόριο και φάγαμε. Η μικρή δεν ξεκολλούσε από πάνω μου. Πραγματικά, αυτό το παιδί με τα όμορφα γαλανά ματάκια του με έκανε να ξεχνάω κάθε πρόβλημα. Η μέρα πέρασε. Τις πήγα στο σπίτι με το αμάξι μου, μιας και ήρθαν με ταξί στο σπίτι. Τις άφησα απ' έξω.

- Δεν έρχεσαι μέσα για λίγο; Μου είπε η Γιάννα.

- Όχι, Γιάννα μου, όχι. Καλύτερα να πηγαίνω.

Φίλησα τη μικρή και έφυγα. Έφτασα στο σπίτι. Έβαλα ένα ποτό. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Χριστίνα. Σκέφτηκα να μην το σηκώσω. Αλλά ύστερα το σήκωσα.

- Καλησπέρα Δημήτρη!

- Όπα! Πώς και μας θυμήθηκες κα. Προϊσταμένη; Είπα με ειρωνικό ύφος.

- Δημήτρη, τι είπες στο γενικό;

- Την αλήθεια, δε σου είπα;

- Ξέρεις, μετά που έφυγες με φώναξε ο γενικός. Με κατσάδιασε. Είπε ότι έπρεπε να σε βοηθήσω στην κατάσταση που ήσουν κι ότι έπρεπε να ενημερώσω τον ίδιο. Και είπε ότι στην ουσία ήσουν κεφάλαιο για την εταιρία κι ότι δεν έπρεπε να σε χάσουν. Μου έριξε κατά κάποιον τρόπο ευθύνες. Εσύ τι του είπες ακριβώς;

- Συγγνώμη, καταλαβαίνεις τι λες; Με πήρες τηλέφωνο να με ρωτήσεις τι του είπα, έχεις αγωνία; Την αλήθεια του είπα Χριστίνα. Την αλήθεια. Ότι ήμουν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και ότι δεν είχα την προσοχή μου, ως όφειλα, στη δουλειά μου. Βέβαια μην έχεις αγωνία. Δεν είπα ότι εσύ μου τα μαγείρεψες όλα. Βλέπεις, δεν είμαι ρουφιάνος! Μη φοβάσαι, εγώ δεν πρόκειται να πω τίποτα. Απλά, λυπήθηκα για σένα γιατί σε είχα σε μεγάλη εκτίμηση. Και δεν την άξιζες. Σε αγάπησα, να ξέρεις, πολύ, όπως αγάπησα και τη Γιάννα κάποτε. Αλλά δεν πειράζει. Τυχερά είναι αυτά.

- Θέλω να ξέρεις ότι κι εγώ σε αγάπησα και σ’….

- Καλά μωρέ, δεν ντρέπεσαι; Με αγάπησες λέει; Με δουλεύεις βρε Χριστίνα; Έτσι αγαπάει όποιος αγαπάει; Όχι Χριστίνα. Εκμεταλλεύτηκες τις αδυναμίες μου για να πάρεις τη θέση μου. Αυτό έκανες. Δεν ήταν αγάπη αυτό. Όχι. Αν αυτό το λες εσύ αγάπη, τότε το μίσος και το ψέμα πώς είναι; Μου λες; Αυτό που έκανες ήταν καθαρή πουτανιά, είπα διακόπτοντάς την.

Με το που έκλεισα το τηλέφωνο με τη Χριστίνα με πήρε στο σταθερό ο πεθερός μου. Είδε τον αντίγραφο της αίτησης διαζυγίου.

- Θα έπρεπε να ντρέπεσαι βρε! Ήταν η πρώτη του κουβέντα μόλις σήκωσα το τηλέφωνο. Πατέρας είσαι εσύ; Κρατάς το σπίτι για πάρτη σου;

- Τι λες βρε κωλόγερε που θα μου κάνεις και μαθήματα ηθικής! Άντε συμμάζεψε τα γαμησιάτικα σας! Πουστόγερε, πάψε να μου κάνεις κήρυγμα, γιατί θα σας σκάσω τέτοια βόμβα, που δεν θα ξέρετε από που να φύγετε. Κι έκλεισα το τηλέφωνο μέσα στα νεύρα.

Ο καιρός πέρασε. Το διαζύγιο βγήκε με τους όρους που θέσαμε μαζί με τη Γιάννα. Η κηδεμονία του παιδιού από κοινού με την Γιάννα.

Όσο μεγάλωνε η μικρή, τόσο δενόταν μαζί μου. Και η χαρά για μένα ήταν μεγαλύτερη, όταν την άκουσα μια μέρα που τους περίμενα, με το που μπήκαν στο σπίτι, να με φωνάζει: «Μπαμπά σ’ αγαπάω πολύ!», αντί για καλημέρα. Κάθε μέρα που περνάει νιώθω ότι την αγαπάω όλο και περισσότερο. Της δώσαμε και το όνομα της μάνας μου.

Κάθε φορά που η Γιάννα έφερνε τη μικρή, καθόταν κι εκείνη με τις ώρες μαζί μας. Στην ουσία προσπαθούσε να με προσεγγίσει. Προφανώς, είχε μετανιώσει γι’ αυτά έκανε. Όμως δεν της έδινα το θάρρος να κάνει κάποιο βήμα παραπάνω. Κρατούσα αποστάσεις. Ήμουν πολύ πληγωμένος. Υπέφερα στην ουσία, και δεν ήταν λίγες οι φορές που το έδειχνα ανοιχτά, χωρίς να θέλω να κάνω χειρότερη την κατάσταση.

Μετά από ένα χρόνο περίπου συνάντησα τη Χριστίνα σε ένα συνέδριο. Καθίσαμε λίγο σε ένα διάλειμμα να πιούμε έναν καφέ. Η ίδια μου είπε ότι ήταν μόνη της. Παρέμεινε προϊσταμένη στην εταιρία. Με ρώτησε τι έκανα με τη μικρή. Της είπα ότι θα τη μεγαλώσω σαν να είναι δικό μου παιδί. Έμεινε άφωνη.

- Όπως σου είπα και παλιά, δεν φταίει σε τίποτα η μικρή. Άλλοι φταίνε. Το αγάπησα και το αγαπώ και κάθε μέρα περισσότερο κι είμαι σίγουρος ότι αυτό το πλάσμα με αγαπάει πραγματικά κι όχι ψεύτικα.

- Είσαι σε κάποια σχέση τώρα;

- Όχι, Χριστίνα μου, δεν εμπιστεύομαι καμιά γυναίκα πια. Γιατί να δεσμευτώ; Για να πληγωθώ ξανά;

- Συγγνώμη!

- Για ποιο πράγμα; Τι νόημα έχει βρε Χριστίνα; Πες μου, έχει κανένα νόημα πια; Τέλος πάντων, δεν είμαστε για να είμαστε μέσα στην μιζέρια. Η αδερφή σου τι κάνει;

- Καλά είναι, μια χαρά. Είπε, και χαμήλωσε το βλέμμα της, με ένα ύφος που έδειχνε ότι άλλο τη βασάνιζε εκείνη τη στιγμή, ίσως οι τύψεις· δεν ξέρω.

Ύστερα ήρθαν κι άλλοι δυο συνάδελφοι στην παρέα και πιάσαμε την κουβέντα για διάφορα. Αργά το απόγευμα πήγαμε όλοι μαζί να φάμε και ύστερα πήγαμε για ένα ποτό στο Κολονάκι. Δεν καθίσαμε αργά και χωριστήκαμε ο καθένας για το σπίτι του.

Ήταν Παρασκευή, εκείνο το βράδυ, πήρα τηλέφωνο σε ένα στούντιο. Είχα να πάω αρκετό καιρό με γυναίκα.

Έφτασα εκεί. Μπήκα μέσα. Με υποδέχθηκε μια κυρία και μου παρουσίασε δύο όμορφες κοπέλες. Διάλεξα μία και πέρασα στο δωμάτιο. Σε λίγο ήρθε η κοπέλα. Γδύθηκε αμέσως και άρχισε να με φιλάει. Γδύθηκα κι εγώ. Αμέσως μου άρχισε μια φοβερή πίπα. Αν δεν τη σταματούσα, θα έχυνα. Την έστησα στα τέσσερα. Η αίσθηση του μουνιού της ήταν υπέροχη. Το κωλομέρια της καλοσχηματισμένα. Άρχισα σε λίγο με δύναμη. Βγήκα. Έβγαλα το προφυλακτικό και της τον έδωσα ξανά στο στόμα. Τον πήρε με ένα αληθοφανές πάθος, που μου άρεσε. Σε λίγο την έχυσα πάνω στα βυζιά της. Σηκώθηκε και με φίλησε στο μάγουλο. Με ευχαρίστησε και βγήκε από το δωμάτιο. Έφυγα κι εγώ σε λίγο. Ύστερα από αυτή τη συνάντηση έγινα τακτικός πελάτης σε αυτό το σπιτάκι. Πήγαινα και ξέδινα. Ήθελα σεξ μόνο, χωρίς δεσμεύσεις και υποχρεώσεις.

Εκείνη τη μέρα, όταν έφτασα στο σπίτι ήταν 11:00 το βράδυ, βρήκα τη Γιάννα με τη μικρή να με περιμένουν στο σαλόνι.

- Με συγχωρείς, Δημήτρη μου, για το απροειδοποίητο, αλλά επέμενε να έρθουμε. Δεν κάνει χωρίς εσένα.

- Αυτό είναι ό,τι πιο ευχάριστο θα μπορούσε να μου έχει συμβεί κυρίες μου!

Πήγα στο μπάνιο και πλύθηκα. Βγήκα στο σαλόνι κι αρχίσαμε τα παιχνίδια με τη μικρή. Η Γιάννα πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε το γάλα της μικρής.

- Μπαμπά, εγώ θέλω να κοιμηθούμε εδώ σήμερα, είπε με ένα βλέμμα παράκλησης.

- Και βέβαια, μωρό μου!

- Να κοιμηθεί κι η μαμά εδώ;

- Ναι αμέ, και το ρωτάς; απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η Γιάννα με κοιτούσε έκπληκτη. Η Γιάννα είχε να κοιμηθεί στο σπίτι μου από την μέρα εκείνη των Χριστουγέννων. Δύο χρόνια σχεδόν.

Αργότερα η Γιάννα πήγε τη μικρή για ύπνο. Τότε καθίσαμε στο σαλόνι. Έφτιαξα ένα τσάι και έκοψα κάποια τυράκια με φρυγανιές. Ήξερα ότι της Γιάννας της άρεσαν αυτά με το τσάι. Καθίσαμε οι δυο μας. Η ίδια ήταν κάπως σκεπτική εκείνη τη φορά.

- Τι συμβαίνει Γιάννα; Δεν μου το βγάζεις από το μυαλό ότι κάτι συμβαίνει.

- Δημήτρη μου, θέλω να μου δείξεις τις απαντήσεις του DNA για την πατρότητα που έκανες.

- Δεν κατάλαβα; Άλλο και τούτο; Τι συμβαίνει, βρε Γιάννα, αφού τις είδες; Μήπως έχω χάσει επεισόδια; Έγινε κάτι στο σπίτι σου;

- Θέλω την αλήθεια.

Σηκώθηκα και άνοιξα ένα συρτάρι στην κρεβατοκάμαρα. Πήρα το φάκελο, τον οποίο είχα ξεχάσει ότι ήταν εκεί. Πήρα τις πειραγμένες απαντήσεις. Της τις έδειξα.

- Ωραία, μπορείς να μου δείξεις τώρα και τις αληθινές;

- Αυτές είναι. Τι λες τώρα;

- Δημήτρη μου, τις αληθινές! Θυμάσαι τις προάλλες που ήρθα με το παιδί, πριν φύγουμε συμμάζεψα το σπίτι. Κατά λάθος άνοιξα το συρτάρι και είδα ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές απαντήσεις.

Σηκώθηκα και πήρα και τις υπόλοιπες.

- Ορίστε! Να τες. Το παιδί, Γιάννα μου, είναι δικό σου και του Νίκου. Ικανοποιήθηκες; Ωραία, όμως εγώ αυτό το παιδί το αγάπησα. Ό,τι κι να έγινε ανάμεσά μας, τα συναισθήματά μου γι’ αυτό το αγγελούδι δεν υπήρχε περίπτωση να αλλάξουν. Κατάλαβες; Δεν είμαι ούτε σαν και σένα, ούτε σαν τον Νίκο σου, ούτε και σαν και τη Χριστίνα, που για μια θέση στην εταιρία με πούλησε. Το εύκολο θα ήταν να πάω δικαστικά και να αποποιηθώ την κηδεμονία του παιδιού, και να σας στείλω όλους στο διάολο κι ακόμα παραπέρα. Να πιάσω αυτόν τον τσόγλανο τον Νίκο και να τον ξεκάνω. Να καρφώσω και τη Χριστίνα στην εταιρεία. Αλλά ξέρεις, δεν μου αρέσει να καταστρέφω ανθρώπους. Θα μπορούσα να σας τη σκάσω τη βόμβα μέσα στο σπίτι και να ψάχνεστε όλοι σας. Αλλά να, σκέφτηκα αυτήν την ψυχή, που τόσο αγαπάω. Πώς θα μεγάλωνε μέσα σε ένα αρρωστημένο περιβάλλον. Με ένα σωρό εγωιστές γύρω του. Όχι, Γιάννα μου, δεν μου πήγαινε η καρδιά. Και δε νιώθω ούτε κορόιδο, ούτε θύμα, ούτε κανένας μαλάκας για την περίπτωση του παιδιού. Κατάλαβες; Για μένα το Μαράκι είναι η κόρη μου με κάπα κεφαλαίο. Και όποιος τολμήσει να της κάνει κακό, θα τον φάει το σκοτάδι, όπως παραλίγο να φάει εσάς τότε. Κατάλαβες; Και μην τολμήσεις κι εσύ και της πεις ποτέ την αλήθεια για την πατρότητα, γιατί μόνο η αλήθεια δεν είναι. Εύκολο είναι να κάνεις ένα παιδί. Εσύ το έκανες τυχαία, από την καύλα σου με τον Νίκο. Εγώ όμως είμαι και επίσημα και ενσυνείδητα πατέρας. Απλά, αν ποτέ της πεις την αλήθεια, μπορεί να τελειώσω εκείνο που δεν τέλειωσα τότε στο διαμέρισμα στο Παγκράτι· και με σένα και μ’ εκείνον, κατάλαβες; Θα σας ξεκάνω και τους δυο.

Έμεινε να με κοιτάζει άφωνη. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη μετά από αυτά που της είπα. Έπεσε πάνω μου και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Πονούσε, το ένιωθα.

- Γιατί δεν μας σκότωνες τότε;… είπε. Ντρέπομαι, Δημήτρη μου, ντρέπομαι!

- Έλα, ηρέμησε σε παρακαλώ. Την αγκάλιασα στοργικά και τη φίλησα παρηγορητικά στο κεφάλι.

Ανασηκώθηκε λίγο και πήγε να με φιλήσει στο στόμα. Τη σταμάτησα.

- Άστο Γιάννα μου! Δεν γίνεται. Συμβιβάσου με αυτό. Δε μπορώ να σε πλησιάσω. Έκανες, αλλά και έλεγες πολλά άσχημα πράγματα για μένα, που σ’ αγαπούσα όσο τίποτα στον κόσμο. Δεν γίνεται να προχωρήσουμε, βρε κορίτσι μου, δε μπορώ. Άσε καλύτερα. Θα πληγωθούμε ξανά, και δεν πρέπει.

Την κράτησα τρυφερά στην αγκαλιά μου· το ήθελε κι εκείνη· το ήθελα κι εγώ. Ηρέμησε. Ύστερα άρχισα να της μιλάω για διάφορα πράγματα, ώστε να φτιάξει η διάθεσή της. Κατάφερα να την κάνω να γελάσει. Κι όταν γελούσε, ήταν πολύ όμορφη.

Εγώ, μετά από όλα αυτά, δεν ξαναέκανα μόνιμη σχέση. Οι ερωτικές σχέσεις μου ήταν σχέσεις της μιας βραδιάς κι αυτό σπάνια, όποτε τύχαινε. Πολλές φορές ξέδινα στον αγοραίο έρωτα. Έπαψα πια να έχω εμπιστοσύνη στις γυναίκες. Για μένα, από ένα σημείο και μετά, το μόνο που είχε σημασία για μένα ήταν το Μαράκι μου και κανένας άλλος. Όσο μεγαλώνει, τόσο την καμαρώνω, την κόρη μου.

Η Γιάννα συμβιβάστηκε κάπως με την κατάσταση, αν και δεν έπαψε ποτέ, όταν της δίνεται ευκαιρία, να με πλησιάζει, να με αγγίζει ακόμα και να με αγκαλιάζει· αλλά μέχρι εκεί. Αρκέστηκε σε μια τυπική σχέση, μια σχέση που έχει σκοπό το παιδί και μόνο. Δεν ήθελε να γίνει παρεξήγηση μαζί μας. Η ίδια δεν ξαναέκανε σχέση με άλλο άντρα από τότε. Καταλαβαίνω ότι ελπίζει και περιμένει να φτιάξουν κάποια στιγμή τα πράγματα μεταξύ μας, ίσως γιατί βλέπει κι εμένα να μην κάνω καμία σχέση με άλλη γυναίκα. Είμαι σίγουρος ότι έχει μετανιώσει. Αρκετές φορές τη βλέπω να αφαιρείται μέσα στις σκέψεις της και τα μάτια της να βουρκώνουν. Μαζί μου είναι πάντα γελαστή, ευγενική. Όταν έρχεται και μένει στο σπίτι μου, «χάριν της μικρής», δείχνει το πόσο νοικοκυρά είναι. Μαζί με το παιδί φροντίζει κι εμένα. Κι έτσι με ένα πλάγιο τρόπο καταλαβαίνω ότι ίσως δεν έπαψε κατά βάθος να μ’ αγαπάει.

Δεν ξέρω… τέσσερα σχεδόν χρόνια μετά τα γεγονότα, νιώθω τις πληγές ακόμα να πονάνε. Και το καταλαβαίνει κι η ίδια. Έρχεται πολλές φορές και μένει στο σπίτι μου για μέρες με το παιδί. Για το παιδί είναι η δικαιολογία, αλλά καταλαβαίνω ότι θέλει να είμαστε μαζί, θέλει να είναι απλά κοντά μου. Ίσως κι επειδή άρχισα να της συμπεριφέρομαι πολύ ευγενικά από κάποια στιγμή και μετά. Σταμάτησα να της ρίχνω τις μπηχτές που έκανα στην αρχή, σταμάτησα να την προσβάλω και να την πληγώνω. Συμβιώνουμε απλά χωρίς να έχουμε άλλες απαιτήσεις ο ένας από τον άλλο. Είναι πάντα πολύ όμορφη και γοητευτική ως γυναίκα η άτιμη, όπως και πριν, μια καλλονή. Προσέχει πολύ τον εαυτό της. Κι όταν έρχεται να με συναντήσει ντύνεται όμορφα, πολύ όμορφα. Είναι πολλές φορές που την ποθώ ως γυναίκα. Είναι στιγμές που θέλω να την αγκαλιάσω, να τη χαϊδέψω τρυφερά, να τη φιλήσω, να της κάνω έρωτα, όπως και πρώτα. Ξέρω ότι μια κίνηση δική μου, θα αρκούσε για να είμαστε και πάλι μαζί, αλλά συχνά σκέφτομαι κι εκείνες τις φρικιαστικές για μένα σκηνές που με απατούσε. Έρχονται σαν εφιάλτες στα όνειρά μου το βράδυ, και πολλές φορές… φευγαλέες σκέψεις και στο ξύπνιο μου. Και πονάω, πονάω πολύ. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να το ξεπεράσω ποτέ.




Copyright protected OW ref: 174375