Το ξέσκισμα της κουμπάρας

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 2.50 (6 Votes)
Η Αντωνία ήταν πάντα μια ευχάριστη παρουσία στην παρέα μας. Ύψος περίπου 1.70, μαύρα μαλλιά μακριά έως την πλάτη, λευκή γυαλιστερή επιδερμίδα κι ένα μονίμως γελαστό προσωπάκι. Αδύνατη με πολύ όμορφο και καλοσχηματισμένο σώμα, λεπτά και σφιχτά πόδια, κανονικό στήθος κι επίπεδη κοιλίτσα. Αν και έξυπνη και δυναμική όποτε ήθελε, είχε πάντα το στυλ της γατούλας. Έκανε συνεχώς ναζάκια και γλύκες με τις κοπέλες, με εμάς τα αγόρια όμως πάντα κρατούσε ένα όριο. Φιλική αλλά χωρίς να ανοίγεται πολύ.

Η στάση της αυτή πάντα μας καύλωνε όλους… κι εμένα και τους υπόλοιπους. Όμως από το πρώτο έτος κιόλας η Αντωνία τα είχε με έναν μεγαλύτερο από τη σχολή και κανείς μας δε μπορούσε να κάνει κίνηση. Ένας-δυο που το τόλμησαν το μετάνιωσαν με το μεγαλοπρεπές άδειασμα που έφαγαν. Κυριολεκτικά για εμάς ήταν η κοπέλα «Κοιτάζετε αλλά μην αγγίζετε».

Όταν είχαμε πλέον τελειώσει τη σχολή, στα 24-25, η Αντωνία χώρισε με αυτόν που τα είχε γιατί ανακάλυψε ότι την απατούσε. Αυτό την είχε κάνει ακόμα πιο δύσπιστη απέναντι στους συνομηλίκους, είχε μια τάση να μας θεωρεί ανώριμους. Αποτέλεσμα: Λιγότερο από ένα χρόνο μετά τα έφτιαξε με το αφεντικό της. Έναν τύπο σχεδόν 60 ετών, τίποτα το ιδιαίτερο εμφανισιακά, με κοιλιά και φαλακρίτσα.

Αντιλαμβάνεστε την απογοήτευση όλων μας όταν συνέβη αυτό. Ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά να τα έχει με το Θωμά, σχεδόν 40 χρόνια μεγαλύτερό της, κι εμάς να μας έχει ρίξει άκυρο προκαταβολικά εδώ και χρόνια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η νέα της σχέση την είχε κάνει να ξεκόψει σχετικά από την παρέα. Τα αγόρια ειδικά τη βλέπαμε όλο και λιγότερο, και όποτε ερχόταν έπρεπε να ανεχόμαστε και το Θωμά.

Το καλοκαίρι ήρθε η ώρα του γάμου μιας άλλης φίλης μας, της Ανδριάνας. Φυσικά η Αντωνία θα γινόταν κουμπάρα. Χαρές, γλύκες, κουμπαροσέλφι στα social media. Κι όλοι ανυπομονούσαμε για το μεγάλο γεγονός, που εκτός όλων των άλλων θα μας προσέφερε κι ένα τριήμερο διακοπών στο Γαλαξίδι.

Έφτασε λοιπόν το πολυπόθητο ΣΚ του Ιουλίου. Πήγαμε από την προηγούμενη μέρα για να βοηθήσουμε στο στήσιμο του χώρου. Ένα συμπαθητικό κτήμα με οίκημα στη μέση, το οποίο είχε και μερικά δωμάτια στον πάνω όροφο, για όσους απέφευγαν τη μετακίνηση όταν είχαν πιει. Στήσαμε τα πάντα, πίστα, τραπέζια, καρέκλες, χώρο DJ. Η Αντωνία είχε έρθει με το Θωμά, δήθεν να βοηθήσει. Κλασικά όπως κάνουν οι μεγάλοι άνθρωποι, ήθελε συνέχεια να κάνει παρατηρήσεις και να δίνει οδηγίες, να το παίζει έξυπνος χωρίς όμως να βοηθάει κι ιδιαίτερα. Μου έσπαγε τα νεύρα αλλά συγκρατούμουν και δεν τον έβριζα. Είχα όμως τσαντιστεί με την Αντωνία που μας τον φόρτωνε. Και το γεγονός ότι τριγυρνούσε παντού με το κοντό σορτσάκι και τις σαγιονάρες της, άπλωνε και σταύρωνε συνέχεια τις ποδάρες της και σε εμάς απέφευγε να πολυμιλάει δε βελτίωνε την κατάσταση.

Έφτασε επιτέλους το Σάββατο. Από το πρωί στο δωμάτιο του γαμπρού για ετοιμασίες. Ξεκινήσαμε το πιώμα από νωρίς, σα σωστοί κάφροι. Έπεσε μια ιδέα στο τραπέζι να χτυπούσαμε ένα γρήγορο μπανάκι στη θάλασσα, όμως οι γκόμενες ήθελαν όλη τη μέρα να ετοιμαστούν. Ήταν ευκαιρία να περνάμε λίγο μάτι ρε γαμώτο. Μια ώρα πριν την τελετή, κι αφού είχαμε όλοι φορέσει τα κοστουμάκια μας, πήγαμε στην εκκλησία να περιμένουμε με το γαμπρό την Ανδριάνα. Εννοείται πως άργησε να έρθει, βλέπεις ήταν πολλή ώρα δρόμος και ήθελε να τον κάνει και γραφικά, με συνοδεία οργάνων. Η Αντωνία ακριβώς από πίσω της, σε τιμητική θέση.

Φορούσε μια μωβ τουαλέτα, μεταξένια, με ανοικτό ντεκολτέ και ψηλές γόβες σε χρώμα ασημί. Είχε πιάσει τα μαλλιά κότσο και ήταν βαμμένη σε σημείο που αν την έβλεπες έξω δε θα την αναγνώριζες. Αυτό είναι κάτι που ανέκαθεν με εκνεύριζε στις ωραίες γκόμενες, που πάνε και χαλάνε τις μούρες τους χωρίς λόγο. Αδιαμφισβήτητα όμως, ήταν συγκλονιστικά όμορφη. Ένιωθα να ξυπνάει κάθε απωθημένο που μου είχε δημιουργήσει, να χάνω κάθε λογική και να θέλω να τα παίξω όλα για όλα.

Κάπως έτσι κύλησε η ώρα και τελικά το μυστήριο τελείωσε. Φύγαμε για το κτήμα, αντροπαρέα στο ένα αμάξι, οι γυναίκες στο άλλο κι η Αντωνία με το ραμολιμέντο της χωριστά. Μαζί μας μπήκε κι ο Κώστας, ο έτερος κουμπάρος, από τη μεριά του γαμπρού. Ένας γαμάτος τύπος που δεν ήθελε πολύ για να γίνει η ψυχή της παρέας. Στο αμάξι εξυπακούεται ότι η κουβέντα πήγε στις γκόμενες του γάμου, για να διαπιστωθεί απλά πως όλοι είχαμε προσέξει πόσο καύλα ήταν η Αντωνία.

Φτάσαμε και στο κτήμα, κάτσαμε στα τραπέζια. Κουβέντα, χαιρετούρες κι αγκαλιές με φίλους και γνωστούς, τα πρώτα απεριτίφ καταναλώνονταν άμεσα. Έκανε και το ζευγάρι την είσοδό του, ήρθε και το φαγητό και μαζί με αυτό το καλό κρασί από τον τόπο της νύφης. Πίναμε, πίναμε, δώσε και οι παραγγελίες για μια μπύρα που τραβιέται το καλοκαίρι, μέχρι να φτάσει η ώρα των χορών είχαμε κάνει πολύ καλό κεφάλι.

Όλη αυτή την ώρα, όσο κι αν με απασχολούσαν οι υπόλοιποι είχα στο νου μου την Αντωνία, και όποτε ερχόταν στο οπτικό μου πεδίο το βλέμμα μου κολλούσε. Είχε βγάλει πλέον τα τακούνια γιατί δε βόλευαν στο γρασίδι, και γυρνούσε γύρω-γύρω. Σε κάποιες φάσεις την έπιασε το μάτι μου να μαζεύει την τουαλέτα, όταν νόμιζε ότι δεν την κοιτούσαν, και να φαίνονται οι ποδάρες της. Η καύλα μου όσο περνούσε το βράδυ εντεινόταν.

Όπως ήταν αναμενόμενο, ο γέρος κατά τη μια μετά τα μεσάνυχτα θέλησε να φύγει. Λίγο η ταλαιπωρία της ημέρας, λίγο το κρασί, δεν ήταν για παραπάνω. Η Αντωνία όμως δε γινόταν να ακολουθήσει, ήταν κουμπάρα. Έτσι, αφού φορτώθηκε στο χέρι τις γόβες της για να τις γυρίσει στο ξενοδοχείο, άφησε την Αντωνία μόνη της στο γλέντι. Όταν το πήρα χαμπάρι δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Θα της την έπεφτα οπωσδήποτε.

Ο DJ ξεκίνησε με παραδοσιακούς χορούς, κυκλικούς. Έκανα συνεχείς προσπάθειες να βρεθώ δίπλα της, είχα όμως ανταγωνισμό. Δεν ήμουν ο μόνος που την είχε βάλει στο μάτι. Μπορούσα πάντως να καταλάβω ότι κεφάλι είχε κάνει κι αυτή. Είχε χαλαρώσει και ξέφευγε από τη συνήθη συμπεριφορά της. Είδα την ευκαιρία να έρχεται και δε σκόπευα να την αφήσω.

Ο DJ δε θα έμενε για πάντα στα ίδια. Άρχισαν τα τσιφτετέλια. Ήταν η κατάλληλη στιγμή. Η Αντωνία αρχικά χόρευε με μια άλλη κοπέλα της παρέας, ώσπου ήρθε και την τράβηξε το αγόρι της. Ώρα να χωθώ. Όπως συνέχιζε να λικνίζει το κορμί της στο ρυθμό, πήγα δίπλα της. Υπό άλλες συνθήκες θα είχε απομακρυνθεί, τώρα με τόσο αλκοόλ ήταν πιο χαλαρή. Κουνούσε τους γοφούς της κυκλικά, έσπαγε τη μέση της και είχε τα μάτια κλειστά. Όπως ήταν γυρισμένη πλάτη, άπλωσα τα χέρια μου και έπιασα τη μέση της. Την ένιωσα να παγώνει, δε σταμάτησε όμως, πήρα θάρρος και την πλησίασα. Τότε αντέδρασε, μόλις με ένιωσε κοντά πήρε τα χέρια μου από τη μέση της και τραβήχτηκε. Γύρισε, μου έσκασε ένα περίεργο χαμόγελο αμηχανίας κι έφυγε. Επισήμως είχα φάει χυλόπιτα.

Είπα να μην το πάρω βαριά. Τι είχαμε τι χάσαμε. Γύρισα στο τραπέζι, που δεν καθόταν κανείς, να γεμίσω άλλη μια το ποτήρι μου. Λίγο μετά ήρθε κι ο Κώστας, ο έτερος κουμπάρος.

- Σε καύλωσε κι εσένα το πουτανάκι ε;

- Είναι πολύ καύλα η καργιόλα. Αλλά δε μας αφήνει.

- Ρε φίλε έλεγα να της την έπεφτα κι εγώ, που έχει κάνει κεφάλι, αλλά θα πάθω τα ίδια. Το ποτό δεν την επηρεάζει τελικά.

- Κι αν τη μεθύσουμε;

Δεν απάντησε κάτι, αλλά από το βλέμμα του κατάλαβα πως η ιδέα του άρεσε. Δε μπορούσαμε όμως να το κάνουμε οι δύο μας. Φώναξα άλλους τρεις από την παρέα, το συζητήσαμε, ήταν μέσα και το βάλαμε σε εφαρμογή. Ένας-ενας πήγαιναν και της έδιναν ποτό να τσουγκρίζει, με κάθε αφορμή. Κι όχι μόνο κρασί. Σφηνάκι, ουίσκι, βότκα. Ειδικά ο κουμπάρος του έδωσε και κατάλαβε. Η ώρα είχε περάσει 3, η Αντωνία εδώ και πολλή ώρα ζαλιζόταν κι είχε σταματήσει να χορεύει, οι καλεσμένοι είχαν αραιώσει, είχαμε μείνει οι του στενότερου κύκλου. Η νύφη κι ο γαμπρός βρίσκονταν μονίμως σε φάση να χαιρετάνε τον κόσμο που φεύγει, τα σόγια κάθονταν μεταξύ τους. Η Αντωνία, που ολοφάνερα δεν ήταν καλά, σηκώθηκε να φύγει από τον κόσμο και τις μουσικές. Πήγε σε μια γωνιά του κτήματος πιο απομονωμένη, δεν ήταν στο κομμάτι που είχαν κλείσει. Ούτε παραγγελία να το είχαμε. Σηκωθήκαμε και πήγαμε.

Την είδα να στέκεται ίσα-ισα στη γωνία και να πιάνει το κεφάλι της. Πλησίασα, τη ρώτησα ειρωνικά αν θέλει βοήθεια. Με κοίταξε περίεργα, δεν είχε ξεχάσει το πέσιμο που της έκανα, ψέλλισε πως όχι και θα γυρίσει στο τραπέζι. Τότε πρόσεξε και τους άλλους τρεις που την πλησίαζαν. Ένας είχε μείνει πίσω για τσίλιες, αν και πραγματικά δεν υπήρχε λόγος, κανείς δε θα ερχόταν. Πριν προλάβει να κουνηθεί της ορμήσαμε, τη σηκώσαμε και την ακουμπήσαμε πάνω σε ένα τραπέζι. Το πάρτι τώρα ξεκινούσε.

Όπως είχαμε συνεννοηθεί με τους άλλους, προτεραιότητα είχα εγώ επειδή έφαγα τη χυλόπιτα. Όπως ήταν ξαπλωμένη στο τραπέζι τα πόδια της κρέμονταν. Στάθηκα από πάνω της, δεν αντιδρούσε ακόμα, είχε αυτό το βλέμμα ότι δεν έχει συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει. Βαριανάσαινε όμως και το σώμα της φαινόταν να πάλλεται έντονα, πράγμα που την έκανε ακόμα πιο σέξι. Άπλωσα τα χέρια μου κι έπιασα πρώτα τα βυζιά της πάνω από το ντεκολτέ. Γενικά ποτέ δε μας άφηνε να την αγγίζουμε. Το γεγονός ότι την είχα από κάτω και μπορούσα να τη χουφτώσω όσο τράβαγε η ψυχή μου με τρέλαινε. Όπως κρέμονταν τα πόδια της, τράβηξα προς τα πάνω την ανάλαφρη τουαλέτα και τα έβγαλα σε κοινή θέα. Τα σφιχτά μπουτάκια της, τα γυμνασμένα γόνατα και οι καλοσχηματισμένες γάμπες γυάλιζαν από τον ιδρώτα του καλοκαιριού.

- Ξέρεις μωρή καργιόλα πόσες μαλακίες έχω τραβήξει για τις ποδάρες σου; Θα σε ψοφήσω στο γαμήσι.

Άπλωσα τις χερούκλες μου στις μπουτάρες της κι άρχισε το χούφτωμα. Παρά τον ιδρώτα παρέμεναν εξαιρετικά τρυφερά και τροφαντά. Τη χούφτωνα μετά από χρόνια φαντασιώσεων. Έφτανα όλο και πιο πάνω μέχρι που έπιασα το μουνάκι της. Δεν υπάρχει το πόσο υγρή ήταν, έλιωνε κι ας έκανε τη δύσκολη τόσα χρόνια.

- Γουστάρεις μωρή; Καυλώνεις που θα σε σκίσουν πέντε πούτσες;

Έπιασα το στρινγκάκι της και με δύο κινήσεις της το κατέβασα. Άσπρο κορδονάκι. Η αιώνια Αντωνία, συνδυασμός αγνότητας και πουτανιάς. Ακούμπησα ξανά το μουνάκι της, που έτρεχε σα βρύση. Πλέον στο βλέμμα της φαινόταν να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει, αλλά από το ποτό δεν είχε ακόμα αντιδράσει. Έχωσα στο μουνάκι της δύο δάχτυλα, που γλίστρησαν μέσα της για πλάκα. Το μουνάκι της ζητούσε πούτσα λυσσασμένα. Δεν είχε νόημα να το καθυστερώ άλλο, η καύλα μου είχε πιάσει κορυφή. Έβγαλα το καυλί μου έξω, ακούμπησα το πουτσοκέφαλο στα μουνόχειλα της και την κοίταξα. Το πουτανάκι ήταν στο έλεός μου, μετά από χρόνια που την κυνηγούσα και φαντασιωνόμουν να την πηδάω αρκούσε να δώσω μια σπρωξιά για να χωθώ μέσα της. Το έκανα, η πούτσα μου γλίστρησε εύκολα και το καλύτερο γαμήσι της ζωής μου ξεκινούσε.

Με το που πέρασα τα μουνόχειλά της, τα υγρά, σφιχτά τοιχώματα του μουνιού της τύλιξαν την πούτσα μου. Ήταν απίστευτα σφιχτό και στενό, με τρέλανε. Θα της το άνοιγα μια και καλή. Έσπρωχνα, με κάθε σπρώξιμο έμπαινα και πιο μέσα. Την ένιωθα να ανοίγει εύκολα, και όσο πιο βαθιά έφτανα τόσο φαινόταν να το νιώθει. Οι κόρες της διαστέλλονταν με κάθε νέο χιλιοστό που ένιωθε το καυλί μου μέσα της. Η ιδέα ότι το καργιολάκι αυτό, που τόσα χρόνια δε μας επέτρεπε καλά-καλά να την αγγίζουμε, τώρα ήταν από κάτω μου και ένιωθε το καυλί μου στο μουνάκι της, με τρέλαινε και μου έβγαζε τα πιο ζωώδη ένστικτα.

- Τι απίστευτο μουνάκι έχεις καύλα μου; Πόσο στενή είσαι τέλος πάντων; Ετοιμάσου, τώρα θα σε ανοίξω στα δύο.

Όπως ήταν, έπιασα τα πόδια της, τα άνοιξα περισσότερο και τα σήκωσα στον αέρα. Χωρίς να βγω ούτε χιλιοστό από μέσα της, της έβγαλα τα πέδιλα που φορούσε κι ακούμπησα τις ξυπόλητες πατούσες της στους ώμους μου. Ήταν απίστευτα καυλωτικό θέαμα, η καλή τουαλέτα της μαζεμένη, τα πόδια της σε κοινή θέα, δε φορούσε εσώρουχο και το καυλί μου ήταν μέσα της. Μπήκα στον πειρασμό να της σκίσω και την τουαλέτα, προς το παρόν όμως το προτιμούσα έτσι. Όπως ήταν, την έπιασα από τους εκτεθειμένους μηρούς της και συνέχισα το γαμήσι. Υποχώρησα κι έβγαλα το καυλί μου προς τα έξω μέχρι να μείνει μέσα της μόνο το πουτσοκέφαλο. Κι αμέσως ξαναμπήκα μέσα της, ελάχιστα πιο βαθιά από την προηγούμενη φορά. Ξανά το ίδιο και ξανά το ίδιο, με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα καθώς άνοιγε. Πλέον η Αντωνία δε μπόρεσε να κρατηθεί, βογκούσε, σε σημείο που οι άλλοι της έκλεισαν το στόμα για να μην ακούγεται. Εγώ όμως απτόητος, συνέχιζα να εισβάλλω μέσα της με μανία. Δε σταμάτησα ούτε όταν έφτασα στον πάτο της και δεν είχε πιο βαθιά. Φαντασιωνόμουν το μουνάκι της για χρόνια και σκόπευα να το νιώσω όσο το δυνατόν περισσότερο.

Την πηδούσα τουλάχιστον ένα τέταρτο χωρίς παύση, μέχρι που ένιωσα ότι πλησίαζα να χύσω. Έδωσα μια τελική σπρωξιά, έφτασα στον πάτο της και έπιασα πλέον τα πόδια της από τους αστραγάλους. Τα σήκωσα τεντωμένα στον αέρα κι άρχισα να την κουνάω πάνω-κάτω, χωρίς να υποχωρήσω χιλιοστό από μέσα της. Ήταν σαν να μου τραβάει μαλακία, εγώ ακίνητος και το μουνάκι της να κουνιέται πάνω στον πούτσο μου, στο ρυθμό που της έδινα. Η απόλυτη αίσθηση κυριαρχίας πάνω της, είχα απόλυτη εξουσία στο κορμί της και την έκανα ό, τι γούσταρα. Μετά από λίγο την ένιωσα να τελειώνει πρώτη. Δε σταματούσε να βογκάει, κι ας της είχαν κλειστό το στόμα. Όταν πλέον ήμουν μια στιγμή πριν να χύσω, βγήκα απότομα από μέσα της και τον έφερα στο πρόσωπό της. Την έχυσα στη μούρη, ό, τι ποσότητες μάζευα όλο το διήμερο με την καύλα που μου είχε προκαλέσει έπεσαν στη μάπα της. Τη γέμισα σπέρμα παντού.

- Όλη την ημέρα περίμενα να σου χαλάσω το μακιγιάζ πουτανάκι. Για να μάθεις να μου λες εμένα όχι. Ετοιμάσου γιατί έχει και συνέχεια.

Ικανοποιημένος που είχα μόλις πηδήξει τη γκόμενα που φαντασιωνόμουν χρόνια, αποσύρθηκα κι έπιασα ένα χέρι της για να μπορέσει να ακολουθήσει ο επόμενος, ο Κώστας.

- Ο κουμπάρος την κουμπάρα μανάρα μου! Πως θες να σε σκίσω εγώ, πες μου!

Ο Κώστας μας έβαλε να της ανοίξουμε τα πόδια όσο δεν πήγαινε, σε σπαγγάτο, ήθελε να έχει χώρο. Μπαινόβγαινε μέσα της για κάνα δεκάλεπτο, την είχε ελαφρά μεγαλύτερη από εμένα και κάθε φορά που έπιανε πάτο η Αντωνία έτρεμε. Καθ’ όλη τη διάρκεια που την πηδούσε έπιανε τα βυζάκια της κάτω από την τουαλέτα.

- Πω, πω… τι μουνάκι είναι αυτό καύλα μου;

Όταν δεν άντεχε πλέον άλλο, βγήκε από μέσα της και της τον έδωσε στο στόμα. Τελείωσε εκεί, την ανάγκασε να τα καταπιεί όλα.

- Καλό κορίτσι. Επόμενος μάγκες.

Ακολούθησαν οι υπόλοιποι τρεις, πέρασαν από το μουνάκι της ένας-ένας, ανοίγοντάς την όλο και περισσότερο. Τους πήρε κάτι λιγότερο από μισή ώρα να τελειώσουν όλοι, και να τη χύσουν είτε στο στόμα είτε στο πρόσωπο. Η Αντωνία πρέπει να είχε ολοκληρώσει 5-6 φορές απ’ όταν ξεκίνησε το γαμήσι, ακόμα όμως δεν είχε συνέλθει τελείως από το ποτό. Τώρα που πέρασαν όλοι από το μουνάκι της, μπορούσαμε να πάμε παρακάτω.

Την πιάσαμε ξανά και οι πέντε, τη σηκώσαμε από το τραπέζι και τη γυρίσαμε μπρούμυτα. Ο Κώστας πήγε για τσίλιες, οι άλλοι τρεις την κρατούσαν κάτω στο τραπέζι κι εγώ πήγα πίσω της. Έπιασα το κάτω μέρος της τουαλέτας της, το μάζεψα κουβάρι γρήγορα-γρήγορα και το ανέβασα πάνω, αποκαλύπτοντας το κωλαράκι της. Το στρογγυλό, καλοσχηματισμένο κωλαράκι της που έκανε τον πούτσο μου ξανά να απογειωθεί. Βρήκα την τρυπούλα της κι έχωσα ένα δάχτυλο μέσα. Στενή και σφιχτή, σαν το μουνάκι της. Θα καλοπερνούσα πάλι.

- Ο γέρος σου δε σου σκίζει το κωλαράκι τσουλάκι; Θα στο καρφώσουμε και οι πέντε σήμερα.

Όταν κατάλαβε τι θέλαμε να κάνουμε η Αντωνία άρχισε να διαμαρτύρεται και να κουνιέται. Οι φίλοι μου της έκλεισαν το στόμα και την κράτησαν κάτω, όσο εγώ δούλευα την τρυπούλα της κι έχωνα δεύτερο και τρίτο δάχτυλο. Είχα ξανακαυλώσει, χειρότερα από πριν. Της έριξα τρεις δυνατές σφαλιάρες σε κάθε κωλομάγουλο για να βεβαιωθώ ότι δε θα αντιστεκόταν, έφτυσα στην τρυπούλα της κι ακούμπησα το καυλί μου πάνω της. Προσπάθησε ξανά να αντισταθεί, χρειάστηκε άλλη μια δυνατή σφαλιάρα για να ηρεμήσει. Πλέον δε μπορούσε να με εμποδίσει.

Έσπρωξα και μπήκα στο κωλοτρυπίδι της με τη μία. Πόνεσα, ήταν υπερβολικά στενή αλλά δεν το έβαλα κάτω. Το πήγα συντηρητικά, έσπρωχνα κι έμπαινα σιγά-σιγά, την άνοιγα χιλιοστό-χιλιοστό. Είχε σταματήσει να αντιστέκεται, προφανώς όσο κουνιόταν πονούσε περισσότερο. Δε χρειάστηκα περισσότερο από λίγα λεπτά για να την ανοίξω και να αρχίσω να μπαινοβγαίνω πιο εύκολα. Όσο έφευγε ο πόνος και το συνειδητοποιούσα ένιωθα κυρίαρχος, θριαμβευτής. Κοίταξα μπροστά μου, είχα την Αντωνία στο έλεός μου. Με την τουαλέτα της σηκωμένη, στερεωμένη στη μέση της, χούφτωνα ανηλεώς τον κώλο και τα μπούτια της, είχα χώσει το καυλί μου στο πιο απόκρυφο σημείο της και με κάθε κίνησή μου έτρεμε και βογκούσε.

- Τι ξεκώλιασμα τρως σήμερα καυλίτσα; Γουστάρεις να στο χώνω; Που είναι ο Θωμάς να δει που σε ξεσκίζουμε;

Δεν αντέδρασε καθόλου. Παρέμεινε ακίνητη να δέχεται το έμβολό μου να μπαινοβγαίνει στον κώλο της με όλο και γρηγορότερους ρυθμούς. Άπλωσα τα χέρια μου κι έπιασα τα βυζιά της από τα πλάγια της τουαλέτας, κάτω από το ύφασμα και το σουτιέν. Είχα ήδη χύσει μια φορά και μπορούσα να κρατήσω περισσότερο, όμως με είχε βγάλει νοκ άουτ, το καυλί μου δεν είχε άλλες αντοχές. Βγήκα σιγά-σιγά από την τρύπα της κι έχυσα πάνω στην τουαλέτα.

- Ελπίζω να ξέρεις να βγάζεις λεκέδες από χύσια πουτανάκι, γιατί όλοι πάνω στο φόρεμά σου θα χύσουμε σήμερα.

Αφού την είχα ξεσκίσει κι από τις δύο τρύπες, ήταν η σειρά μου πλέον να κρατήσω τσίλιες. Την ανέλαβαν οι άλλοι τέσσερις. Μέχρι να την πάρουν όλοι από τον κώλο κανείς δεν πλησίασε έστω το χώρο που ήμαστε. Όταν με φώναξαν πίσω τσέκαρα το ρολόι μου. 5:30. Την ξεσκίζαμε ένα δίωρο.

- Η φίλη σου παντρευόταν, σε εσένα κάναμε μπάτσελορ τσουλάκι. Πέντε ψωλές εις διπλούν έφαγες.

Ο πόνος και η καύλα από πέντε πούτσες στον κώλο της είχαν κάνει την Αντωνία να συνέλθει από το ποτό, όμως ακόμα δεν αντιδρούσε, μάλλον από το σοκ. Σηκώθηκε από το τραπέζι, έκανε να σηκωθεί να φύγει αλλά τη σταμάτησα.

- Όχι τόσο εύκολα μανάρα μου.

Την πήγαμε μέσα στο οίκημα του κτήματος, έδωσα ένα πενηντάρικο σε ένα σερβιτόρο και μας πήγε σε ένα κενό δωμάτιο. Τη βάλαμε μέσα, την έστησα όρθια και της έβγαλα την τουαλέτα από το κεφάλι. Πριν της τη βγάλω παρατήρησα πέντε μεγάλους λεκέδες από χύσια, πράγμα που με έκανε να καυλώσω ξανά. Εμείς το είχαμε κάνει αυτό. Η Αντωνία είχε μείνει μόνο με το μαύρο στράπλες σουτιέν της, ήταν χυμένη παντού και καταϊδρωμένη.

- Μπες αμέσως και κάνε ένα ντους. Πλύσου καλά, θέλω το μουνάκι σου μόλις βγεις να μοσχομυρίζει. Θα πάμε στο ξενοδοχείο μετά, για τρίτο γύρο. Πάρε αυτή την πετσέτα να τυλιχτείς όταν βγεις. Αν θες να πάρεις τα ρούχα σου για να γυρίσεις στο Θωμά πριν ξυπνήσει, φρόντισε να μας ικανοποιήσεις καλά.

Με κοίταξε, δεν είπε τίποτα, πήρε την πετσέτα και μπήκε στο ντους. Βγήκα έξω να την περιμένω μαζί με τους άλλους, να οργανώσουμε τη διαφυγή μας χωρίς να μας πάρουν χαμπάρι.

Συνεχίζεται…




Copyright protected OW ref: 171686