Και η βενζίνη δωρεάν

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.56 (8 Votes)
Ήταν Σάββατο, πολύ αργά το βράδυ. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Γυρίζαμε σχεδόν μεθυσμένοι και οι δύο, από ένα πολύ στενό πάρτι γενεθλίων κάποιας ξαδέρφης της. Όταν λέω στενό, εννοώ υπερβολικά λίγα άτομα. Η αδερφή της με τον άντρα της, ένα συγγενικό ζευγάρι, η ίδια (μόνη) κι εμείς. Ήμασταν χαλαρά ντυμένοι, μιας και η γιορτούλα γινόταν μεταξύ μας. Ήταν όμως ευχάριστο κλίμα. Για αυτό και ήπιαμε λίγο παραπάνω. Ευτυχώς, το σπίτι δεν είναι μακριά και επειδή ξέρουμε τους δρόμους, ξέρουμε και αν υπάρχει αστυνόμευση και κίνδυνος να μας τσακώσουν για αλκοτέστ.

Εκείνο το βράδυ, ήταν ντυμένη με μία μπλε φόρμα-παντελόνι. Πέρα από τις καμπύλες που έκαναν τα μπούτια και η λεκάνη της, φαίνονταν σχεδόν καθαρά τα παχουλούτσικα μουνόχειλά της, ακόμη και μέσα από το σχετικά λεπτό, μαύρο δαντελωτό κιλοτάκι της. Από πάνω, η μαύρη μπλούζα με το αρκετά ανοιχτό μπούστο, ίσα που έκρυβε τις θηλές από τις μεγάλες της ρώγες και τα ακόμη μεγαλύτερα στήθια της. Η φαντασία μου οργίαζε στο να πηδήξω το κορμί της, από την ώρα που ντύθηκε στο σπίτι. Ενώ ξέρει ότι κάτι τέτοια με φτιάχνουν αφάνταστα, παρ' όλα αυτά θέλησε επίτηδες να ντυθεί προκλητικά. Έτσι λοιπόν, όταν έφτασε η ώρα να φύγουμε, δεν έβλεπα την ώρα να μπω μέσα της.

Φεύγοντας, το μάτι μου έπεσε στιγμιαία πάνω στον δείκτη της βενζίνης. Δεν είχα καν προσέξει ότι είχε πέσει αισθητά και έπρεπε οπωσδήποτε να γεμίσουμε για το επόμενο πρωί της επιστροφής στην Αθήνα. Πάνω και στη δική μου ζαλάδα, της το είπα. Έριξε μία ματιά και πρότεινε να περάσουμε από το βενζινάδικο του κυρ Μπάμπη, κοντά στο σπίτι. Εξ' άλλου, εκτός του ότι το πολύ ποτό της φέρνει διάθεση για σεξ, ήθελε πρωτίστως και επειγόντως να βρει τουαλέτα. Μπορεί η ώρα να πλησίαζε μεσάνυχτα, αλλά ο ίδιος αν δεν ήταν εκεί ο βοηθός του καθόταν μέχρι αργά.

Κάποτε μου είχε πει λίγα για εκείνον. Μπορεί να υπήρξε αθεράπευτα γυναικάς και πολύ αθυρόστομος, αλλά κάποτε κατάφερε να βάλει λίγο μυαλό και να δημιουργήσει δική του οικογένεια. Έκανε δύο παιδιά, τα μεγάλωσε, τα σπούδασε, αλλά η αδυναμία που είχε στο μουνί, στην πραγματικότητα δεν του έφυγε ποτέ. Κάπως έτσι και αφού κατάφερε να το κρύψει για αρκετά χρόνια, τον πήρε χαμπάρι η γυναίκα του. Μία φουκαριάρα, πολύ καλή και νοικοκυρά. Απ' ότι ακούστηκε στη γειτονιά, τσακώθηκαν άσχημα ένα βράδυ πριν από μερικά χρόνια, και τον χώρισε. Παρ' όλο που την αγαπούσε, την έσκασε κυριολεκτικά, όταν έμαθε από φήμες ότι το κέρατο πήγαινε σύννεφο.

Φτάσαμε στο βενζινάδικο και μόλις παρκάρισα δίπλα στις μάνικες, τα φώτα ήταν χαμηλωμένα και ο ίδιος ήταν μέσα και καθόταν στο γραφείο του βλέποντας τηλεόραση. Δεν πρόλαβα να σβήσω τα φώτα και τη μηχανή και σηκώθηκε για να έρθει.

- Καλησπέρα. Πόσο να βάλω;…

με ρώτησε, ενώ τα χνώτα του μύριζαν αλκοόλ.

- Καλησπέρα. Μπορούμε να γεμίσουμε;

Μόλις τοποθέτησε τη μάνικα και πέρασε από το παράθυρό μου, εκείνη του φώναξε. Ακούγοντας το όνομά του, έσκυψε για να δει καλύτερα.

- Κυρ Μπάμπη, τι κάνεις;

- Βρε, καλώς το κορίτσι! Εσύ είσαι, καλέ;

- Μπορώ να πάω λίγο στην τουαλέτα;

- Φυσικά και μπορείς! Πήγαινε μέσα κι έρχομαι!

Μόλις τέλειωσε το γέμισμα, μου είπε να το παρκάρω στο πλάι και να πάω κι εγώ. Ο συγχρονισμός μας ήταν τέλειος. Με το που μπήκα στο μαγαζί, εκείνη τη στιγμή βγήκε από την τουαλέτα. Μόλις την είδε ο κυρ Μπάμπης, έπαθε σοκ. Δεν πρόλαβε να κάτσει ξανά στο γραφείο του, και ξανασηκώθηκε για να την χαιρετήσει. Προφανώς, είχε αρκετό καιρό να τη δει. Όμως, η χαιρετούρα, εκτός από τα φιλιά, είχε και τα χουφτώματά της!

- Που είσαι εσύ, κοντέσα μου; Τι κάνεις;

- Καλά είμαι. Εσύ τι κάνεις;

- Πω, πω… καλέ τι γυναικάρα που έγινες; Κοίτα εδώ στήθος, κοίτα κώλο!

- Κάτσε μωρέ, ηρέμησε.

- Τι να ηρεμήσω, κοριτσάρα μου; Εσύ έγινες ολόκληρη γυναικάρα!

Μου ζήτησε συγνώμη για το "καλωσόρισμα", αλλά αμέσως μου είπε πως την ξέρει από πιτσιρίκα, μιας και με τον πεθερό μου υπήρξαν κάποτε συνέταιροι. Μας είπε να καθίσουμε μαζί του για ένα ποτηράκι ουίσκι, χωρίς να ακούσει "όχι".

Καθίσαμε στο μικρό σαλονάκι απέναντι από το γραφείο του και αφού γέμισε δύο γυάλινα ποτήρια με ουίσκι και πάγο, κάθισε φυσικά δίπλα της και κολλητά. Πέρασε το ένα χέρι του στο σβέρκο της, και με το άλλο πάνω στο μπούτι της, τα μάτια του δεν έφευγαν από πάνω της στην ολιγόλεπτη κουβέντα που είχαν για τον καιρό που πέρασε και θέλοντας να μάθει νέα από τους δικούς της, με τους οποίους επίσης είχε χαθεί. Φυσικά, καταλάβαμε και οι δύο πόσο μεθυσμένος ήταν κι εκείνος, αλλά δε δώσαμε ιδιαίτερη σημασία. Τουλάχιστον όχι εγώ, βλέποντας εκείνη να κάνει ήρεμη το τσιγάρο της, να πίνει το ουίσκι της, και να αφήνεται στα χέρια του.

Κάποια στιγμή, όσο πίναμε και το ουίσκι και η κουβέντα είχε προχωρήσει. Ο κυρ Μπάμπης μπήκε στα πιο προσωπικά.

- Τα παιδιά τι κάνουν; (τον ρώτησε εκείνη)

- Καλά είναι μωρέ κι εκείνα. Τώρα μένουν και δουλεύουν στην Αθήνα. Ακόμα εγγόνια δεν έχω δει, αλλά που θα πάει.

- Με την κυρά Ασπασία; Έχετε καθόλου επαφή;

- Μπα, όχι. Ε... δεν τα' έμαθες;

- Πως δεν τα 'μαθα;

- Ε, άστο... έκανα ζημιά. Αφού έχω αδυναμία στο μουνί. Τι να κάνω;

- Ακόμα δεν την ξεπέρασες!

- Ποιά, την Ασπασία; Δύσκολο.

- Όχι. Την αδυναμία στο μουνί, εννοώ.

- Τι να κάνω, μαναράκι μου. αφού εσείς οι γυναίκες μας τρελαίνετε με τούτο 'δώ το πράμα!

Λέγοντας έτσι, βρήκε ευκαιρία να της ζητήσει να την βάλει αγκαλιά στα πόδια του "όπως την έβαζε μικρή". Πάνω και στο δικό της μεθύσι, του έκανε το χατίρι. Κρατώντας το ποτήρι της, κάθισε στα πόδια του, και εκείνος βρήκε ευκαιρία με τα ανοιχτά της μπούτια και πέρασε το χέρι του στα μουνόχειλα.

- Έχω δίκιο ρε γαμπρέ; (με ρώτησε)

- Δίκιο έχεις! (του απάντησα)

- Το μουνί σας για αυτό είναι φτιαγμένο. Για να καυλώνετε. Ωχ, μαναράκι μου… και εσύ έγινες ωραία γυναίκα όμως.

Εκείνη τη στιγμή, εκτός του ότι της έσκασε φιλί στο λαιμό, το ένα χέρι του πέρασε πίσω από την πλάτη και έπιασε το ένα στήθος της, και το άλλο ξαναπέρασε στα μουνόχειλά της. Μεθυσμένη για τα καλά, πέρασε και εκείνη το χέρι της στην πλάτη του.

- Γαμιέσαι καλή, μαρή; Σου τον χώνει ο άντρας σου; (με ξανακοίταξε με το πρόσωπο κατακόκκινο από το μεθύσι)

- Αν δεν με γάμαγε καλά, θα τον είχα χωρίσει.

- Καμιά πίπα του κάμεις;

- Πολλές του 'χω κάνει.

- Την κοιλίτσα όμως τη βλέπω λίγο φουσκωμένη! Πήραμε κιλάκια;

- Ο άντρας μου δεν έχει πρόβλημα. Του αρέσει.

- Μωρέ, άμα κρατάς εσύ ανοιχτά τα μπουτάκια σου, του αρέσουν όλα.

- Δεν τα 'χω ανοίξει μόνο στον άντρα μου.

- Μαρή πουτανίτσα, τα άνοιξες και σε άλλον;

- Σε ένα μαύρο.

- Ω… μαρή καβλιαρίτσα. ! Και σ' άρεσε μαρή;

- Τον άφησα να τελειώσει μέσα.

- Ωχ μαναρίτσα μου!

Πέρασε το χέρι του και μόλις της χάιδεψε λίγο τη γυμνή κοιλιά της, το χέρι του μπήκε μέσα από τη φόρμα και την κιλοτίτσα, χουφτώνοντας ξεδιάντροπα το μουνί της. Εκείνη, ίσα που είχε προλάβει να πιεί μία γουλιά και η αίσθηση του χεριού του την έκανε να μισανοίξει το στόμα της, και λίγο περισσότερο τα μπούτια της.

- Κυρ Μπάμπη, τι θες τώρα με το μουνί μου; (του είπε με χαμηλή καυλωμένη φωνή)

- Άσε με να το πιάσω λίγο φοραδίτσα μου. Αφού δεν το πονάω.

Αφήνοντάς τον να τη χουφτώνει κανονικά, γύρισε με τα μάτια ζαλισμένα και μου ψιθύρισε με αναστεναγμούς πως ήθελε να κάνει σεξ. Πριν καλά-καλά προλάβω να απαντήσω, την άκουσε ο κυρ Μπάμπης. Της ζήτησε να βγάλει τα ρούχα της και να ξαπλώσει ανάσκελα στο γραφείο του. Μόλις γδύθηκαν και οι δύο, αντίκρισα το καβλί του. Γέρικο μεν, αλλά αρκετά καυλωμένο για την ηλικία του, με λίγο μεγαλούτσικο κεφαλάκι. Τον έβαλε να σταθεί όρθιος στην άκρη του γραφείου και γονάτισε για να του κάνει πίπα. Τον πήρε ολόκληρο. Παρατηρούσα το στόμα της και έβλεπα τη σιλουέτα του κεφαλιού του να τρίβεται στο μάγουλό της. Έβγαλα έξω το δικό μου και άρχισα να το παίζω στη θέα της φροντίδας της.

Μόλις το μούσκεψε για τα καλά, τη σήκωσε για να απολαύσει τα μεγάλα κρεμαστά στήθια της. Έχωνε το κεφάλι του ανάμεσά τους, και τα φιλούσε και τα έγλειφε με μανία, ρουφώντας και πιπιλώντας τις ρώγες και τις θηλές της. Παράλληλα, τα χέρια του απολάμβαναν τα τρυφερά κωλομέρια της. Κάποια στιγμή, θυμήθηκε να της πει πως δεν είχε πουθενά προφυλακτικό.

- Βρε μικρή, δεν έχω καπότα πουθενά. Παραλίγο να το ξεχάσω.

- Άσε ρε κυρ Μπάμπη την καπότα και βάλ' το μέσα τώρα, να τελειώνουμε.

Ξάπλωσε στο γραφείο. Με τα χέρια της στα γόνατα, άνοιξε τα μπούτια της προσφέροντάς του απλόχερα το καλύτερο θέαμα του κορμιού της και το ξυρισμένο μουνί της. Όλα δικά του, από κάτω του.

- Έλα μέσα μου και άσε την καπότα. Δεν τη γούσταρα ποτέ μου…

του είπε και τον κοίταξε στα μάτια. Πέρασε μέσα το κεφαλάκι και γλίστρησε ολόκληρο μέσα της. Ακούμπησε τα χέρια του στο κορμί της. Η αίσθησή του την έκανε να ρουφήξει αέρα από τα δόντια και να αφήσει βαθύ αναστεναγμό. Μόλις άρχισε τα πρώτα απαλά κουνήματα μέσα της, εκείνη έγειρε πίσω το κεφάλι και με κλειστά μάτια άρχισε να παραμιλάει.

- Αχ, τι πούτσος!

- Αχ, κοντέσα μου… τι μουνάκι γλυκό που έχεις μανουλάκι μου!

- Σου αρέσει κυρ Μπάμπη;

- Με τρελαίνεις, φοραδίτσα μου!

- Όλοι τρελαίνονται να γαμάνε το μουνί μου.

Μετά την πρώτη αίσθηση, πότε κοιτούσε τον πούτσο του να γλιστράει μέσα της, πότε στα μάτια, σαν να τον παρακαλούσε να τη γαμάει συνέχεια. Το ευχαριστιόταν τόσο πολύ, που τα υγρά του κόλπου της ακούγονταν να πλατσουρίζουν σε κάθε γλίστρημα μέσα της. Είχα τρελαθεί τόσο πολύ με το θέαμα, που ο δικός μου πούτσος είχε πια κοκαλώσει και με πονούσε.

- Αχ, ναι... έτσι κυρ Μπάμπη μου. έτσι χώσ' τον μου... βαθιά και γλυκά.

Πλέον, τον κοιτούσε στα μάτια, καυλωμένη όσο δεν πήγαινε άλλο.

- Αχ, μανάρα μου. Τι σου κάνω παίδαρέ μου;

- Με γαμάς.

- Αχ… ξανά πες το!

- Με γαμάς.

Αυτό λειτούργησε σαν μία φράση που έκανε τον κυρ Μπάμπη να θέλει να χύσει. Και όπως φαινόταν, δε θα άντεχε για πολύ ακόμα.

- Σου αρέσει να βλέπεις το καυλί σου μέσα μου, ε;

- Αχ, με τρελαίνει κοριτσάρα μου. Θα με κάνεις να χύσω, φοραδίτσα μου.

- Θέλεις να χύσεις εκεί μέσα;

- Αχ, μανάρα μου, το θέλω πολύ.

- Χύσε με. Τίναξέ τα όλα εκεί μέσα.

Κάτι τέτοιο κάνει και την ίδια να θέλει να τελειώσει. Έβαλε το χέρι της και άρχισε να τρίβει την κλειτορίδα της, σιγά-σιγά και πολύ γρήγορα όλο και πιο έντονα. Τώρα κόντευα και εγώ να τελειώσω.

- Αχ, γυναικάρα μου, θα χύσω!

- Και εγώ θα χύσω κυρ Μπάμπη μου! Έλα να χύσουμε μαζί…

- Αχ, θα χύσω κορμάρα μου!

- Αχ, και εγώ θα χύσω! Χύσε μέσα μου!

- Μέσα τα θέλεις, κορμάρα μου;

- Ναι. Όλα μέσα μου!

Σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα, κοιτάχτηκαν και οι δύο στα μάτια και έχυσαν ταυτόχρονα. Εκείνος, απλώς φώναζε με αναστεναγμούς. Εκείνη τον παρότρυνε με δυνατή φωνή, καθώς έχυνε και η ίδια μαζί του.

- Αχ, έτσι… με χύνεις! Τα νιώθω!

Πολύ γρήγορα, η εκσπερμάτωση τέλειωσε. Ο κυρ Μπάμπης τα 'χε παίξει. Με το ζόρι έφτασε στην καρέκλα του γραφείου του, κάθισε για να ανασάνει και να ανάψει τσιγάρο.

- Θέλεις να σου φέρω χαρτί να σκουπιστείς; (τη ρώτησε)

- Όχι, δεν πειράζει. Άστο.

- Θα αρχίσουν να τρέχουν στο παντελόνι σου. Θα γίνει χάλια.

- Δεν πειράζει, σου λέω. Θα πάει για πλύσιμο.

- Ότι πεις.

Εγώ όμως πήγα να πλυθώ. Τελειώνοντας, ανάψαμε και εμείς από ένα τσιγάρο και επειδή πλέον δεν υπήρχε πολλή όρεξη για κουβέντες, του ζητήσαμε να του πληρώσουμε τη βενζίνη. Μας είπε ορθά-κοφτά πως η βενζίνη ήταν δωρεάν, παρά το ότι είχαμε βάλει σχεδόν 40 ευρώ. Αφού κατάφερε να την γαμήσει, ο ίδιος μπορούσε να καλύψει το ποσό, και έτσι όλα ήταν "μέλι-γάλα".

Η ώρα κόντευε πια 2 τα ξημερώματα. Αποκαμωμένοι, ζαλισμένοι και νυσταγμένοι, τον ευχαριστήσαμε, μας ευχαρίστησε και εκείνος "για την παρέα", καληνυχτίσαμε και φύγαμε.




Copyright protected OW ref: 171414