Ένα καλοκαίρι που μας έκαψε (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από antonis_48
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.37 (15 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Ένα καλοκαίρι που μας έκαψε

Οι γυναίκες κατέβηκαν μαζί, συναντήθηκαν στο ασανσέρ. Σχεδόν αντίθετες στην εμφάνιση, η διαφορετικότητά τους θαρρείς και ήταν σκηνοθετημένη να τονίσει την ομορφιά τους.

Η Αθηνά ήταν λεπτή και χαριτωμένη, με καστανόξανθα μαλλιά που έπεφταν σε διακριτικές τούφες πάνω σε σταρένιους, γαλακτερούς ώμους, διακοσμημένους από καστανές φακίδες που, παρόλα τα σαράντα της χρόνια, ενίσχυαν την κοριτσίστικη αύρα της. Περιποιημένη και σικάτη, αλλά όχι υπερβολική στην εμφάνιση. Δεν ήταν ψηλή, αλλά το σώμα της άφηνε μια λεπτεπίλεπτη εντύπωση που την έκανε να φαίνεται ψηλότερη. Είχε γεμάτα αισθησιακά χείλη που χαμογελούσαν εύκολα και γι' αυτό τα πλαισίωναν μικρές ρυτίδες γέλιου. Είχε ένα γλυκό πρόσωπο με ανοιχτά καστανά, σχεδόν χρυσαφένια, μεγάλα μάτια. Ενώ το στήθος της δεν ήταν μεγάλο η εγκυμοσύνη της είχε αφήσει δύο μικρά και φουσκωτά, αλλά στητά στήθη. Τα πόδια της ήταν επίσης λεπτά, με έντονες γάμπες από τα τακούνια που καθημερινά φορούσε στη δουλειά της. Το κωλαράκι της, αν και μικρό, ήταν ακόμη στητό και χωρίς ψεγάδια ηλικίας, γεγονός για το οποίο ήταν, ενδόμυχα, πολύ υπερήφανη με έντονους και διακριτούς γλουτούς. Τα χρώματά της ήταν καφέ και καστανά και είχε διαλέξει ένα μαγιώ ανοικτό μπεζ με χρυσές λεπτομέρειες κι από πάνω ένα κοκκαλί πλεκτό που άφηνε διακριτικά να φαίνονται τα στητά της στήθη μέσα από το μαγιώ. Είχε βαμμένα μπεζ νύχια στα χέρια και στα πόδια, διακριτικά όπως πάντα, ενώ φορούσε λεπτές σαγιονάρες, ακριβές στο γούστο, που κολάκευαν τα πόδια της όμορφα, αλλά κι απέριττα.

Γενικά η ομορφιά της ήταν διακριτική και χαριτωμένη, με έμφαση στην προσεγμένη λεπτομέρεια και στο ακριβό γούστο. Απέφευγε να τονίζει τη θηλυκότητά της επιδεικτικά, επομένως πέρα από το πάνω μέρος του μπικίνι που τόνιζε διακριτικά το στήθος της η συνολική εντύπωση ήταν μιας όμορφης γυναίκας, με θηλυκότητα μεν, αλλά χωρίς προκλήσεις δε. Συγκρατημένη, θηλυκή, ανοιχτόχρωμη, η Αθηνά ήταν η γυναίκα που σε κέρδιζε με την αύρα της, που δημιουργούσε στους άντρες ένα πάθος να ανακαλύψουν έναν μυστικό, αισθησιακό της πυρήνα που υπονοούνταν κάτω από μία επιφάνεια αυτοσυγκράτησης, κοσμιότητας και ευγένειας.

Αν, παρ' όλα αυτά, η Αθηνά είχε συγκρατημένη θηλυκότητα, η Ρία ήταν έκδηλος αισθησιασμός. Όχι πρόστυχος, ούτε χυδαίος, η γυναίκα ήταν αυθεντικά όμορφη και το ήξερε. Ψηλή, αλλά όχι αδέξια ψηλή, σχεδόν ισοϋψής με τον Νίκο, στα 1.75, είχε ένα έντονα θηλυκό σώμα, μυώδες, αλλά με καμπύλες, χωρίς να γίνεται αιχμηρό. Τα μαλλιά της, άλλοτε πιασμένα ψηλά κι άλλοτε ριγμένα στους ώμους της όπως και τώρα, ήταν πλούσια και κατάμαυρα, γυαλιστερά, με νεύρο, αλλά χωρίς μπούκλα. Ήταν γενικά μελαχρινή με λευκή επιδερμίδα, αλλά ο καλοκαιρινός ήλιος, όπου την είχε αγγίξει, της είχε δώσει μία μελιά απόχρωση που της έδινε μία μπρούτζινη λάμψη. Τα μάτια της ήταν σκούρα καστανά, σχεδόν μαύρα, γεγονός που έκανε το λευκό σχεδόν να φωσφορίζει στο ηλιοστάλακτο πρόσωπό της. Ταυτόχρονα, όπου η Αθηνά ήταν χαριτωμένη και διακριτική, η Ρία ήταν επιτηδευμένη και θηλυκή. Το σώμα της ήταν δεμένο από το γυμναστήριο, αλλά όχι σε βαθμό που να χαλάει τις γυναικείες του καμπύλες. Τα πόδια της ήταν ψηλά, γεμάτα, αλλά τρομερά καλλίγραμμα, τα νύχια της βαμμένα ένα σκούρο βυσσινί με σχέδια από το μανικιούρ και το πεντικιούρ που είχε κάνει πρόσφατα.

Στο ένα πόδι ένα μικρό δαχτυλίδι ποδιού διακοσμούσε το μεσαίο της δάχτυλο ενώ στο άλλο πόδι ένα διακριτικό, ασημένιο χαϊμαλί αγκάλιαζε τον σμιλεμένο αστράγαλό της. Τα στήθη της ήταν μεγάλα, αλλά ακολουθούσαν την κίνηση των χεριών, υπονοώντας ότι ήταν σφιχτά και γεμάτα. Ο κώλος της ήταν, ίσως, το αδύνατο σημείο της, σχετικά χαμηλός και ελαφρώς επηρεασμένος από την ηλικία και τη γέννα, αλλά παρ' όλα αυτά κολάκευε υπέροχα το απόλυτα γυναικείο της κορμί, καθώς η λεκάνη της δημιουργούσε μία υπέροχη καμπύλη. Φορούσε ένα κατάμαυρο μπικίνι χωρίς διακριτικά, που τόνιζε έντονα τα στήθη της και ήταν σκαφτό πίσω, ενώ πάνω από αυτό φορούσε μία μαύρη διάφανη παντελόνα θαλάσσης και το αντίστοιχο top. Τα χείλη της ήταν επίσης αισθησιακά, αλλά ήταν λίγο πιο χυδαία βαμμένα με ένα έντονα κόκκινο κραγιόν της τελευταίας μόδας. Στα πόδια της φορούσε ένα ζευγάρι από καλοκαιρινά μαύρα πέδιλα που έδεναν ψηλά στις έντονες, απόλυτα γυναίκειες γάμπες της, ολοκληρώνοντας μία εμφάνιση που ήταν επιμελώς προκλητική και ελαφρώς φετιχιστική.

Ξανθό και μελαχρινό, χάρη και αισθησιασμός, συγκρατημένη θηλυκότητα και ερωτική ομορφιά, η κάθε γυναίκα ήταν ελκυστική με τον δικό της, αποκλειστικό τρόπο και η αισθητική τους αντιπαράθεσή τους ήταν σαν μεγέθυνε το κάλλος των δύο γυναικών ακόμη περισσότερο. Συνειδητοποίησα ότι το βλέμμα μου είχε κολλήσει, παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε ίσως, στο υπέροχο σώμα της Ρίας ενώ κατάλαβα ότι ομοίως κι ο Νίκος ξερογλειφόταν δίπλα μου με την Αθήνα. Με πρόλαβε πριν προλάβω να πω κάτι «βρε καλώς τις κοριτσάρες τις όμορφες, ποιος να μας το ’λεγε ρε γείτονα ότι θα έχουμε τις πιο ωραίες γυναίκες στην παραλία, ε;» είπε με στόμφο, γεγονός που απέσπασε ένα συγκαταβατικό χαμόγελο και ένα χλιαρότατο «ευχαριστούμε, κι εμείς τα πιο ωραία παιδιά» από την Αθηνά (που μου γύρισε τα μάτια γελώντας στην πρώτη ευκαιρία που βρήκε) και ένα μειδίαμα δίχως ενθουσιασμό από την Ρία. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι, πράγματι, δεν ξέραμε ο ένας τον άλλο καλά και αναρωτήθηκα, για τελευταία φορά, μήπως η όλη ιδέα ήταν λάθος. Κι αυτή τη φορά δε στάθηκα καθόλου στο οποιοδήποτε ρίσκο, όσο στο ότι είχε αρχίσει να φαίνεται ότι ήμασταν από αρκετά διαφορετικούς κόσμους.

Βασικά, το μόνο που μας συνέδεε με τον Νίκο ήταν ότι ήμασταν και οι δυο ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτός όμως εμπορεύονταν εξαρτήματα και ανταλλακτικά από scooters κι εγώ ήμουν δικηγόρος. Νομίζω από έναν επιτήδεια λαθεμένο συναδελφισμό αρεσκόμασταν στο να επαναλαμβάνουμε κατά καιρούς κοινοτυπίες για τη μοίρα των αυτεπάγγελτων, αλλά στην πραγματικότητα εκεί τελείωναν κι οι οποίες ομοιότητες μεταξύ μας. Κατά τ’ άλλα ούτε και στα ενδιαφέροντά μας μοιάζαμε, ο Νίκος φαινόταν να έχει ως μοναδικό χόμπι το γυμναστήριο (και κακά τα ψέματα έδινε την εντύπωση ότι ήτανε χτισμένος κάτω από το επίτηδες στενό μπλουζάκι που φορούσε πάντα σχεδόν) ενώ εγώ, αν και προσπαθούσα να μην ξεφεύγω με τα κιλά, ήμουν κατά βάση νορμάλ, αλλά αγύμναστος. Μικρότερη διαφορά, σε διαλεκτικό επίπεδο, έβρισκα με τη γυναίκα του, τη Ρία, η οποία δούλευε part-time σε ένα λογιστήριο μίας εταιρίας και τις υπόλοιπες ώρες τις περνούσε είτε δουλεύοντας στο μαγαζί του Νίκου είτε με οικιακά, μάλλον, γιατί εγώ που δούλευα από το σπίτι (ειδικευόμουν στο εταιρικό δίκαιο και μεγάλο όγκο δουλειάς τον έβγαζα στο σπίτι αν δεν υπήρχε ανάγκη να πάω στο γραφείο) συχνά την πετύχαινα να γυρνάει νωρίς – κατά τις 12:30 ~ 13:00. Ως εκ τούτου, πιάνοντας τα φοροτεχνικά συχνά βρίσκαμε αντικείμενο να αναπτύξουμε και να αστειευτούμε κιόλας, με τέτοιο μπουρδέλο που έχει γίνει η κατάσταση στις μέρες μας.

Η Αθηνά, ως προϊστάμενη παραγωγής σε εταιρία τροφίμων ήταν η πιο «μορφωμένη» αναμεταξύ μας, με δύο μεταπτυχιακά μετά τη σχολή της ενώ τώρα ήταν και στη μέση απόκτησης δεύτερου πτυχίου. Ταυτόχρονα, για τον ίδιο λόγο, ήταν και η μόνη που δραστηριοποιούνταν καθημερινά σε ένα εταιρικό εργασιακό περιβάλλον, με καθήκοντα διοίκησης μάλιστα. Εγώ, προφανώς, είχα τελειώσει νομική και αμέσως μετά είχα κάνει ένα μονοετές μεταπτυχιακό για να αναλάβω – τότε- το γραφείο του πατέρα μου που έβγαινε σε σύνταξη. Από τότε συχνά πυκνά έλεγα να βελτιώσω κάπως το γνωσιακό μου επίπεδο (πέρα από το μαθαίνω βεβαίως διαρκώς τους νέους κώδικες κάθε φορά), αλλά ποτέ δε βρήκα πραγματικά την όρεξη ή το κουράγιο να αναλάβω τη δέσμευση.

Η Ρία από την άλλη είχε σπουδάσει τει λογιστικής ενώ ο Νίκος μάλλον τίποτε, καθώς έχασε νωρίς τον πατέρα του και μπήκε στο μαγαζί από τα 17 του. Παρ' όλα αυτά, το κράτησε και δημιούργησε μια ζωή, για εκείνον και την οικογένειά του με τον κόπο του. Όλα αυτά από μόνα τους δε σημαίνουν κάτι, όπως όλοι ξέρουμε πλέον η μόρφωση και η παιδεία είναι έννοιες με πολύ μικρή σχέση μεταξύ τους. Το επαγγελματικό του καθενός όμως φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει και έναν ιστό ισορροπιών αναμεταξύ μας, έστω και αδιόρατων: ήταν έκδηλο ότι η Ρία αρεσκόταν να μιλάει μαζί μου περισσότερο, τουλάχιστον, απ' ότι με την Αθηνά, την οποία ίσως να θεωρούσε επιτηδευμένη για τα γούστα της. Εγώ αντάλλαζα αδιάφορες κουβέντες με τον Νίκο, ο οποίος όμως δεν έδειχνε να κομπιάζει καθόλου στο να επιτίθεται σε όλους με ένα χιούμορ εφηβικό, σχεδόν… και… ώρες – ώρες , γεμάτο τεστοστερόνη.

Η Αθηνά έκανε διακριτικό κόπο να ανταποκρίνεται στον Νίκο, με τον οποίο όμως έπιανε εύκολα κουβέντα για γυμναστήρια κλπ κάθε φορά αφού ανέκαθεν το γυρόφερνε το θέμα και πάντα θαύμαζε, όταν πέφταμε σε κανέναν στην παραλία, σμιλεμένα, ανδρικά σώματα, αλλά το έβρισκε το ίδιο δύσκολο να διατηρήσει μια συζήτηση πέραν του τυπικού με τη Ρία, έστω και για μπανάλ θέματα. Θα έλεγα ότι, στην εντέλει, εγώ μιλούσα ανετότερα με όλους (ο Νίκος απλά φλυαρούσε τις περισσότερες φορές χωρίς να δίνει και πολύ σημασία αν τον παρακολουθούσες και πόσο…), αλλά αυτό το απέδιδα και στη δουλειά μου, απ' όπου είχα μάθει να μπορώ να συνδιαλέγομαι με κάθε καρυδιάς καρύδι που λένε.

Όπως και να 'χε ξεκινήσαμε. Πιπιλίζαμε όλοι έναν καφέ γιατί ο δρόμος ήταν σχετικά μακρύς και θα κάναμε σίγουρα μιάμιση ώρα να φτάσουμε. Πριν βγούμε καν από την πόλη είχε αρχίσει να φαίνεται ότι την κουβέντα θα την μονοπωλούσε ο Νίκος με μια φλυαρία επί παντός, που λένε, αλλά καθώς ήμουνα και στο τιμόνι από ένα σημείο και πέρα περιορίστηκα στο να συμμετέχω εδώ και εκεί. Η Αθηνά συμμετείχε ευχάριστα, γεγονός που με χαροποιούσε γιατί φαινόταν να διασκεδάζει πραγματικά κι αυτό μου άρεσε (εξάλλου ήθελα να περάσει ευχάριστα και να ξεκουραστεί επίσης με την παρέα) ενώ η Ρία ήταν απολαυστική με το καυστικό της χιούμορ με το οποίο ενίοτε προσγείωνε τις εξιδανικευμένες ιστορίες του Νίκου με τρόπο δεικτικό, αλλά και φιλικό, χωρίς να δημιουργούνται παρεξηγήσεις ή χασμωδίες άβολες. Κι ο Νίκος όμως δεχόταν τα πειράγματά της απρόσκοπτα και καλοπροαίρετα, προφανώς αφενός συνηθισμένος σε αυτά και αφετέρου λόγω της καλής διάθεσης που είχε και φαινόταν – άσχετα αν οι κοπέλες ήταν, σχετικά, αδαείς ως προς τον πραγματικό λόγο. Κακά τα ψέματα, συμμεριζόμουν σε μεγάλο βαθμό την ανυπομονησία του και τον ενθουσιασμό του καθώς, από τη στιγμή που ξεκινήσαμε, αποφάσισα να αφήσω τη μέρα να εξελιχθεί φυσικά και χωρίς περαιτέρω αμφιβολίες και δεύτερες σκέψεις.

Εκεί που τον παραδέχτηκα όμως ήταν στον ανέμελο τρόπο με τον οποίο έβγαλε το σέικερ με το καλοκαιρινό του μιξ, όπως το περιέγραψε, διαλέγοντας την κατάλληλη στιγμή, σε κάποια φάση που γελούσαμε όλοι μας αβίαστα με μια ιστορία τους από την αρχή της γνωριμίας τους. Μοίρασε τα σφηνάκια παρακάμπτοντας χωρίς πολλά τις, ασθενείς ούτως ή άλλως, αντιστάσεις της παρέας. «Βρε παιδιά, από τώρα; Μέσα στο αμάξι;» είπε η Αθηνά στον απόηχο της γενικής ευθυμίας, αλλά, όλως παραδόξως, η απάντηση ήρθε από τη Ρία, που ακούστηκε το ίδιο αθώα όσο ειπώθηκε «μην ανησυχείς γλυκιά μου», η Ρία ήτανε από τους ανθρώπους που κοσμούσε συχνά τον λόγο της με τέτοιους τροπισμούς, «το κάνει πάντα, κατά βάση είναι μια γρανίτα με σιρόπια, εμένα μ' αρέσει πολύ και δε σε χτυπάει» προσέφερε με προθυμία προτείνοντας ένα πλαστικό σφηνοπότηρο από αυτά που είχε φροντίσει να μοιράσει ο Νίκος. «Καλά τότε, ας το κάψουμε μια ώρα αρχύτερα» απάντησε γελώντας και η Αθηνά καθώς ο Νίκος της γέμιζε προσεκτικά ένα σφηνάκι. Τα κορίτσια και ο Νίκος το ήπιαν μονορούφι εκείνο το πρώτο και η Ρία γρήγορα του αντίτεινε «ρε αγάπη, μήπως το έκανες λίγο βαρύ;» είπε πνίγοντας ένα μικρό βήχα. Το ίδιο προσπάθησε να πει κι Αθηνά προφανώς, αλλά το μόνο που ακούστηκε ήταν ένα «μμμ γκχ γκχμμμμ». «Μπαααα, θα μου ξέφυγε λίγο η καλούα» της είπε τελείως αδιάφορα και ξεκίνησε να φλυαρεί για το επόμενο θέμα φροντίζοντας να γεμίσει ήδη τα σφηνάκια για τον δεύτερο γύρο κάνοντας νεύματα ότι δε θα ερχόταν αντιρρήσεις από κανέναν.

Πρόσεξα ότι εμένα μου έβαλε από ένα άλλο, μικρό θερμός που είχε ανάμεσα στα πόδια, αργότερα μου είπε ότι στις γυναίκες είχε βάλει μέσα αψέντι από ένα μπουκάλι που είχε στο μαγαζί, δώρο ενός πελάτη του. Σε μια ώρα, και καθώς στρίβαμε για το δεύτερο πόδι, ήταν προφανές ότι τα σφηνάκια, πέντε πλέον έκαστος, είχαν κάνει πολύ δουλειά καθώς οι κοπέλες χαζογελούσαν πλέον εύκολα με την κάθε ευκαιρία και μάλιστα σε κάποια φάση ο Νίκος ανέβασε το μανίκι του και σφίγγοντας ένα εντυπωσιακό μπράτσο είπε, και καλά γελώντας, «να ρε γειτόνισσα, πιάσε να δεις πώς είναι να σηκώνεις όλη μέρα εξατμίσεις» με την Αθηνά να αγκαλιάζει το χέρι του με περισσότερη θέρμη απ' ότι θα περίμενα και τη Ρία να χαζογελάει επίσης λέγοντας «καλά, το δεξί το γυμνάζει και διαφορετικά τα βράδια που νομίζει ότι δεν καταλαβαίνω τι κάνει στον υπολογιστή», σχόλιο που μας έκανε όλους να γελάμε δυνατά, με την Αθηνά να σφίγγει αφηρημένα το μπράτσο του με δύο χέρια τώρα ενώ ο Νίκος ήταν προφανές ότι απολάμβανε την, αθώα σχεδόν, προσοχή της. Μου άρεσε η τροπή που έπαιρναν τα πράγματα, ένας σεξουαλισμός είχε ξεκινήσει να κυριεύει τις σκέψεις μου και η εγγύτητα του Νίκου με την Αθηνά με καύλωνε αδιόρατα. Παρ' όλα αυτά του έκανα νόημα "φτάνει" κάτω από το τιμόνι, καθώς θέλαμε οι κοπέλες να είναι χαλαρές, όχι να μεθύσουν άγαρμπα.

Συμφώνησε κι ο ίδιος μ' ένα νεύμα και στη γενικό γιουχάρισμα που δέχτηκε από τις κοπέλες καθώς βίδωνε το θερμός απάντησε εύκολα «έλα φτάνουμε, τα υπόλοιπα στην παραλία για να φτάσει για όλους» δείχνοντας εμένα, που μου είχε δώσει μόνο δύο και μάλιστα απείραχτα. Αυτό απέσπασε ένα χάδι από την Αθηνά από το πίσω κάθισμα ενώ η Ρία είπε ένα «έλα μωρέ που ο Αντώνης έχει θέμα δυο μέτρα άντρας» ελαφρώς ζαλισμένη καθώς μου έριξε ένα παράξενο βλέμμα από το πίσω κάθισμα στον καθρέφτη. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά της ημέρας που αντιλήφθηκα μια πιο προσωπική ανταλλαγή με τη Ρία από τότε που ξεκινήσαμε. Από εκεί και πέρα έριχνα συχνά ματιές στον καθρέφτη προς το μέρος της και τα βλέμματά μας συναντιόνταν, από ένα σημείο και πέρα, σχεδόν μετά από κάθε ανταλλαγή, ομολογουμένως το δικό της λίγο βαρύ κι επηρεασμένο από τα σφηνάκια του Νίκου. Παρ' όλα αυτά όλες τις φορές η συνάντηση ήταν φευγαλέα, εξάλλου όποτε μιλούσα ήμουν σχεδόν αναγκασμένος να κοιτάω και στον καθρέφτη. Σε κάποια σιωπηλή στιγμή όμως , όπως συχνά συμβαίνει ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζονται καλά, την κοιτούσα επίμονα να κοιτάει έξω από το παράθυρο, με το κεφάλι γυρισμένο στο πλάι και τον αέρα να της ανακατεύει τα μαλλιά και, κακά τα ψέματα, είχα κολλήσει.

Μαλάκα η γυναίκα είναι πραγματικά όμορφη, σκεφτόμουν καθώς τη χάζευα ενώ πού και πού έκλεβα ματιές δεξιά τον Νίκο και πίσω την Αθηνά για να βεβαιωθώ ότι δεν το είχαν καταλάβει. Σε μία τέτοια στιγμή, όταν σήκωσα ξανά τα μάτια από τον δρόμο για να τη δω βρήκα τα μάτια της να με περιμένουν, καρφωμένα επίσης στον καθρέφτη. Δεν είχα δικαιολογία να αποφύγω το βλέμμα της οπότε της χαμογέλασα αδιόρατα και πολύ, πολύ σύντομα, από φόβο μην καρφωθώ στους υπόλοιπους. Αυτό που έκανε μετά με έστειλε αδιάβαστο, που λένε. Μου χαμογέλασε τόσο γλυκά που, προς στιγμή, αισθάνθηκα να ερωτεύομαι το χαμόγελο της. Το κράτησε αρκετά για να βάλει μια ατίθαση τούφα από τα μαλλιά της πίσω από το αυτί της ενώ στο τέλος έριξε μια κλέφτη, συνωμοτική ματιά προς στην Αθηνά και μου σήκωσε ανεπαίσθητα τους ώμους, σα να μου λέγε δεν είμαστε οι δυο μας. Μπορεί να ήταν λανθασμένη εντύπωσή μου, μπορεί να ήταν μια λάθος ερμηνεία της στιγμής, μπορεί απλά η Ρία να μου χαμογέλασε ευγενικά κι εγώ να το παρεξήγησα. Όπως και να' χε η σύντομη αυτή ανταλλαγή μου έφτιαξε τη διάθεση, ήταν μια καθημερινή στιγμή, θα μπορούσε να πει κανείς, που τη μεγέθυνε όμως η ημέρα και οι προσδοκίες της.

Όπως και να 'χε ολοκληρώσαμε την υπόλοιπη διαδρομή σχετικά σιωπηλά και χωρίς περαιτέρω επεισόδια, κυρίως γιατί, από ότι κατάλαβα, οι υπόλοιποι είχαν τελικά ζαλιστεί από τα σφηνάκια πρωί-πρωί και είχαν λίγο αποχαυνωθεί στα παράθυρα. Εγώ ήμουν ο μόνος που κατά βάση έπινα ακόμα καφέ μόνο, επομένως είχα μια ευχάριστη πρωινή διάθεση. Βρήκαμε την πρόσβαση σχετικά εύκολα, βοήθησαν οι οδηγίες που είχε ο Νίκος που ήταν πολύ κατατοπιστικές, αλλά και το γεγονός ότι είχαμε πλέον φτάσει στη μύτη του ποδιού και οι διαθέσιμες παραλίες ήταν ελάχιστες για να μπερδευτεί κιόλας κανείς. Φορτωθήκαμε όλοι μας αρκετά, καρεκλάκια, ομπρέλες, ψυγειάκια, τα μισά από πρόθεση και όπως τα είχαμε σχεδιάσει με τον Νίκο και τα άλλα μισά γιατί κανένας μας δεν ήξερε ακριβώς τι θα χρειαζόμασταν κι επομένως, στην προσπάθειά μας να τα προβλέψουμε όλα τελικά φορτωθήκαμε κι ένα σωρό άχρηστα πράγματα. Αυτό που αποδείχθηκε υπεραισιόδοξο στην περιγραφή του ήταν το «ομαλό» μονοπάτι μέχρι τις σκηνές, που τελικά αποδείχθηκε μια κακοτράχαλη διαδρομή με έντονη κλίση. Σε δύο λεπτά είχαμε χάσει την επαφή με τον δρόμο και δύο στροφές του μονοπατιού αργότερα ήτανε απίθανο να δεις και το αμάξι. Είχα αρχίσει να καταλαβαίνω γιατί η απομόνωση της περιοχής είχε δημιουργήσει τις ιδανικές συνθήκες για μία παραλία γυμνιστών μακριά από αδιάκριτα μάτια. Αν δεν ήξερες τι έψαχνες ήταν σχεδόν απίθανο να το βρεις.

Φτάσαμε στο ξέφωτο με τις σκηνές καταϊδρωμένοι και σχετικά λαχανιασμένοι και ταλαιπωρημένοι, παρόλο που ήταν κατηφόρα. Ο μόνος που έδειχνε ανενόχλητος από τη φυσική κούραση ήταν ο Νίκος, που βεβαίως ήταν ο πιο φορτωμένος (είχε επιμείνει εντατικά στο αμάξι, προφανώς για να καταστήσει σαφή τη φυσική του κατάσταση), αλλά και αυτός που την πάλευε περισσότερο. Στο μέσο της διαδρομής είχε πάρει επιπλέον και μια τσάντα της Αθηνάς, η οποία γλιστρούσε εκνευρισμένη στο γεμάτο πευκοβελόνες έδαφος. Η Ρία έκανε φιλότιμη προσπάθεια να διατηρήσει το ρυθμό και δε ζήτησε καμία βοήθεια ενώ εγώ σκεφτόμουν ήδη ότι η ανηφόρα του γυρισμού θα ήταν εφιάλτης. Ο χώρος ήταν μικρός και δε φιλοξενούσε, εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον, περισσότερες από πέντε σκηνές, σε διακριτική απόσταση αναμεταξύ τους, όσο το επέτρεπε η μικρό-γεωγραφία της περιοχής. Μου φάνηκε ότι δεν υπήρχε ψυχή εκεί γύρω και προς στιγμή ανησύχησα ότι ο φίλος του Νίκου μας κρέμασε. Του έριξα ένα πλάγιο, ερωτηματικό βλέμμα στο οποίο μου απάντησε με ένα ανασήκωμα των ώμων του, εμφανώς κουρασμένος για οτιδήποτε άλλο.

Βρήκαμε εύκολα τη σκηνή και την ανοίξαμε με το κλειδάκι του Νίκου, είχε σχήμα U ή Υ με ένα κοινό δωματιάκι στην είσοδο και δύο ξεχωριστούς χώρους δεξιά κι αριστερά με σχετική κλίση προς τα πίσω και έξω. Χωρίς ιδιαίτερη συνεννόηση διαλέξαμε το κάθε ζευγάρι από ένα δωματιάκι για να ξεχωρίσουμε λίγο τα πράγματά μας και να βγάλουμε αθλητικά κλπ. Δεν είχαμε καθίσει καλά-καλά όταν ακούσαμε ένα ευγενικό «Συγγνώμη παιδιά, μπορείτε να βγείτε λίγο έξω;» από την είσοδο. Στριμωχτήκαμε όλοι στο κεντρικό δωματιάκι και είδαμε στην είσοδο να στέκεται ένας κύριος γύρω στα εξήντα, έντονα ηλιοκαμένος, με μια μακριά πουκαμίσα καλοκαιρινή από πάνω που έφτανε μεν μέχρι κάτω από τη μέση του, αλλά μόνο διακριτικά έκρυβε το γεγονός ότι ήταν γυμνός από κάτω. «Είστε φίλοι του Αλέξανδρου και της Μιράντας;» είπε με ένα ευγενικό χαμόγελο, «βλέπω ανοίξατε τη σκηνή τους. Έρχονται;» Ο Νίκος ανέλαβε τις συστάσεις και τις εξηγήσεις. Όχι δε θα έρθουν, ναι είμαστε φίλοι, μας έδωσαν το κλειδί και μας είπαν πώς να βρούμε το μέρος μπλα μπλα μπλα. Έβλεπα την Αθηνά με το πλάι του ματιού μου να κοιτάει εμφατικά τον άγνωστο στο πρόσωπο κάνοντας κάθε προσπάθεια να αποφύγει να τον κοιτάξει πιο κάτω. Η Ρία είχε μια πιο χαλαρή στάση και την είδα μια μοναδική φορά να κατεβάζει διερευνητικά το βλέμμα της, αλλά κι αυτή στεκόταν σχετικά μαζεμένη σχεδόν.

Μετά από τη σύντομη γνωριμία και τις σχετικές αβρότητες ο κύριος το έσκασε το παραμύθι. «Η παραλία παιδιά είναι πανέμορφη, έχει βέβαια έντονη κατηφόρα για άλλα 150 μέτρα, αλλά τα χειρότερα τα περάσατε, μην ανησυχείτε. Κι αφού είστε φίλοι του Αλέξανδρου σας καλωσορίζουμε, γιατί, καταλαβαίνετε, δε θέλουμε να μαθευτεί πολύ το μέρος. Οι περισσότεροι ερχόμαστε χρόνια εδώ και γνωριζόμαστε μεταξύ μας, άρα μόνο καλούς φίλους προσκαλούμε γενικώς. Παράξενο που δεν ήρθαν μαζί σας ο Αλέξανδρος και η Μιράντα, αλλά για να σας εμπιστεύτηκαν τη σκηνή τους προφανώς είστε εντάξει παρέα». Βιαστήκαμε με τον Νίκο να το επιβεβαιώσουμε αυτό και να διαλύσουμε τις οποιεσδήποτε αμφιβολίες. Ο κύριος το δέχθηκε με μία καθησυχαστική κίνηση των χεριών του «δεν εννοώ τίποτα παιδιά, η παραλία είναι για όλους, όπως σας είπα. Απλά οφείλετε να ξέρετε ότι καθημερινές εμείς κάνουμε γυμνισμό εδώ, όταν δεν έχει πολύ κόσμο δηλαδή, και ζητάμε να το σέβονται αυτό όλοι. Ίσως ο Αλέξανδρος να σας είπε κάτι γι' αυτό, ίσως και να το αμέλησε. Σήμερα είμαστε οχτώ φίλοι εδώ, τέσσερα ζευγάρια, όλοι όμως γυμνιστές» είπε αφήνοντας τη φωνή του διακριτικά κι ευγενικά να εμπεδώσει το νόημα. «Δε θέλουμε να σας ζητήσουμε να φύγετε, αλλά σας παρακαλούμε, αν αποφασίσετε να μείνετε, να το σεβαστείτε».

Κοιταχτήκαμε αναμεταξύ μας, όσο κι αν το περίμενα η δυσκολία της στιγμής έφερε την απόφαση λίγο αναπάντεχα τελικά. Συνέχισε πιο επιτακτικά αυτή τη φορά «οι άντρες θα πρέπει να γδυθούν τελείως, οι γυναίκες τουλάχιστον γυμνόστηθες παιδιά», είπε και σταύρωσε τα χέρια του, προφανώς περιμένοντας κάτι από εμάς. Ακολούθησε μία άβολη στιγμή αμηχανίας και νευρικού γέλιου που κανένας μας δεν έδειχνε έτοιμος για κάποια απόφαση ενώ ο άγνωστος ξένος συνέχιζε να στέκεται μπροστά στη σκηνή, κάνοντας έκδηλη την πρόθεσή του να μη φύγει πρώτου βεβαιωθεί ότι συμμορφωθήκαμε με τις οδηγίες του. Τελικά την αμηχανία της στιγμής έλυσε, και πάλι, αναπάντεχα η Ρία η οποία είπε αποφασιστικά «εγώ πάντως δεν κατέβηκα τόσο δρόμο τζάμπα και δεν ξανανεβαίνω μέχρι το αμάξι τώρα». Έλυσε το μπικίνι της με μια κίνηση του χεριού της και τα υπέροχα στήθη της απελευθερώθηκαν, στητά και ερωτικά. Δύο μακριές, σκούρες ρώγες προέβαλαν κάτω από τη διάφανη μαύρη μπλούζα της, που όχι μόνο δεν έκρυβε τίποτα, άλλα -αν μη τι άλλο – έκανε το στήθος της να φαίνεται ακόμη πιο σεξουαλικό. «Αγόρια θυμάστε το στρατό, γδυθείτε» είπε με ένα μειδίαμα και βγήκε από τη σκηνή χωρίς να περιμένει τους υπόλοιπους. Πολύ αργά για ντροπές σκέφτηκα, αυτό ήθελες παλικάρι είπα με τόλμη που δεν αισθανόμουν στον εαυτό μου και κατέβασα το μαγιώ μου. Είχα προβλέψει βέβαια και το μπλουζάκι που φορούσα ήταν αρκετά μακρύ, αλλά τώρα συνειδητοποιούσα ότι η άκρη από τον πούτσο μου κρεμόταν πιο κάτω.

Γύρισα και είδα την Αθηνά, η οποία ήταν σαφώς εγκλωβισμένη ακόμα στη φυσική διστακτικότητά της. «Έλα ρε αγάπη, σκέψου κι εμένα εδώ πέρα» την παρότρυνα με ένα υποστηρικτικό και παιχνιδιάρικο χαμόγελο. Με κοίταξε λίγο αποσβολωμένη, σαν να την ξύπνησα, καταλάβαινα ότι ήταν και αρκετά ζαλισμένη ακόμα. Χαμογέλασε επίσης αμήχανα και λέγοντας «ναι ναι…» περισσότερο στον εαυτό της έβγαλε και το δικό της μπικίνι. Τα μικρά αλλά στητά της στήθη φούσκωναν όμορφα κάτω από το διάτρητο πλεκτό που φορούσε, το οποίο όμως έκρυβε αρκετά τις ροζ ρώγες της που ήταν, για μένα που την ήξερα, παράδοξα ερεθισμένες. Αυτό ούτε το περίμενα ούτε το είχα προβλέψει. Την Αθηνά να ερεθιστεί με την ιδέα του γυμνισμού. Την είδα ότι δεν έκανε κίνηση να ακολουθήσει τη Ρία έξω, παρά έχανε χρόνο να διπλώνει το πάνω μέρος από το μπικίνι που είχε βγάλει ενώ τα μάτια της έπαιζαν εδώ και εκεί χαμηλά, αλλά χωρίς να μπορεί να κρύψει την πρόθεσή της να δει το ξεγύμνωμα του Νίκου. Ο Νίκος από τη μεριά του χαμογέλασε πλατιά και με ένα «σειρά μου λοιπόν» έβγαλε και το δικό του μαγιώ. Το κολλητό μπλουζάκι που φορούσε δεν έκρυβε καθόλου το πέος του και τ' αρχιδια του, προφανώς όπως ήταν κι η πρόθεσή του ευθύς εξαρχής, αλλά με ενδόμυχη, αντρική ανακούφιση διαπίστωσα ότι ήταν κατά πολύ μικρότερος από μένα σ' αυτόν τον τομέα. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί αμέσως μετά είπε ένα «τι να ταλαιπωρούμαστε πια;» κι έβγαλε και το μπλουζάκι του μένοντας τελείως γυμνός, με τους μύες του στήθους του να διαγράφονται έντονα και μια κοιλιά σχετικά γραμμωμένη.

Γύρισε, μπορεί κι επίτηδες, να πετάξει το μπλουζάκι του στη σκηνή και η πλάτη του κι οι γλουτοί του ήταν εξίσου γυμνασμένοι και μυώδεις. Είδα την Αθηνά να τον παίρνει μάτι έντονα, όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει και παρατήρησα μια πολύ-πολύ μικρή στάμπα υγρασίας στο μαγιό της, μπροστά από το μουνάκι της. Ειλικρινά με εξέπληξε, περίμενα να πρέπει να κάμψω τις αντιδράσεις της Αθηνάς, δεν είχα προβλέψει καθόλου την περίπτωση να καυλώσει. Το βλέμμα της ήταν θολό, υγρό, όπως μερικές φορές σε κάποια ερωτική σκηνή σε ταινία (δεν έβλεπε ποτέ πορνό, όπως κι αρκετές γυναίκες υποστήριζε ότι δεν την προκαλούσε καθόλου το θέαμα). Με είδε τελικά που την κοιτούσα και με ένα ένοχο κι αμήχανο χαμόγελο βγήκε βιαστικά από τη σκηνή. Πιστεύω κανένας άλλος δεν παρατήρησε τη μικρή υγρασία στο μαγιό της. Η Ρία μου έριξε ένα διερευνητικό και πονηρό βλέμμα καθώς έβγαινα, αλλά δε μπόρεσε να κρύψει απόλυτα την έκπληξή της όταν το βλέμμα της έπεσε, αναμενόμενα σχεδόν, στον πούτσο μου. Ήμουνα κατά πολύ μεγαλύτερος από τον Νίκο, αλλά κυρίως χοντρότερος. Βέβαια δε βοηθούσε ότι εγώ ποτέ δεν είχα κουρέψει την περιοχή ενώ ο Νίκος ήταν ξυρισμένος σχεδόν παντού, εκτός από την περιοχή του εφηβαίου. Κι αυτό από πρόθεση, σκέφτηκα αποδοκιμαστικά, ο τύπος τελικά ήρθε πανέτοιμος, γεγονός που εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε λίγο ακαλαίσθητο μεν, αλλά και μετανιώνοντας τη δική μου απροβλεψία δε.

«Μπράβο παιδιά» είπε ο κύριος – που πλέον συστήθηκε ως Μηνάς – «σας ευχαριστούμε για την κατανόηση. Είμαι σίγουρος ότι θα απολαύσετε τη μέρα σας εδώ κι αν διανυκτερεύσετε, ακόμη περισσότερο και τη νύχτα σας», είπε ενώ δεν έκρυβε το γεγονός ότι έβλεπε με επιδοκιμασία της γυναίκες. «Εσύ είσαι του σιναφιού μας, φαίνεσαι» είπε χτυπώντας φιλικά τον Νίκο στην πλάτη ενώ σ' εμένα είπε γελώντας «κι εσύ θα είσαι η ατραξιόν της παραλίας αν έρθεις μια μέρα με κόσμο» κάνοντας ένα πονηρό νεύμα και δείχνοντας τον πούτσο μου. «Τυχερή είσαι, αλλά κι αυτός τυχερός πολύ» είπε με νόημα στην Αθηνά, που κοκκίνισε μεν, αλλά δεν κόμπιασε όπως θα περίμενα. «Όλο ευθεία κάτω παιδιά» είπε ο Μηνάς καθώς έβγαζε κι αυτός τη μπλούζα του με τελείως μπλαζέ ύφος, «όπως σας είπα, τα χειρότερα τα κατεβήκατε» συμπλήρωσε. «Καλό μπάνιο και καλά να περάσετε, πάντα μας αρέσει να έρχεται νέο αίμα» είπε κλείνοντας το μάτι κυρίως στα κορίτσια και χάθηκε σύντομα μέσα στα δέντρα, κατηφορίζοντας κι αυτός, προφανώς, προς την παραλία.

Ξεκινήσαμε να κατηφορίζουμε. Τα 150 εκείνα μέτρα ήταν μια εξίσου κακοτράχαλη διαδρομή με έντονη κατηφόρα που σε αρκετά σημεία μας ανάγκαζαν να διακόπτουμε για να βοηθάμε τις κοπέλες να κατέβουν ένα ιδιαίτερα ψηλό σημείο κλπ. Δεν ξέρω πώς, αλλά καταλήξαμε να προπορεύεται ο Νίκος, να τον ακολουθεί η Αθηνά, μετά η Ρία και τελευταίος εγώ. Το δάσος ήταν πυκνό και τα πεύκα πολλά και σε όλη την κατάβαση δεν πετύχαμε κανένα ούτε και προλάβαμε να δούμε τον Μηνά μπροστά μας. Όσο μπορούσα να καταλάβω η Αθηνά ακολουθούσε αποχαυνωμένη τον Νίκο, που γυάλιζε στον ήλιο ιδρωμένος και μυώδης. Είχα την αίσθηση ότι το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στον κώλο του ενώ στάμπες ιδρώτα είχαν μουσκέψει και τις περιοχές κάτω από τα χέρια της και του στήθους της του πλεκτού που φορούσε. Κάποια στιγμή ο Νίκος της είπε «βγαλ' το βρε γειτόνισσα, έχεις γίνει μούσκεμα», αλλά αρνήθηκε μουρμουρίζοντας μια δικαιολογία που δεν έφτασε στα αυτιά μου. Πάντως τη βοηθούσε συχνά στην κατάβαση και μια-δυο φορές είδα το πέος του να την αγγίζει στο σώμα της πάντα με τη δικαιολογία της κίνησης, αλλά αν υπήρξε κάποια αντίδραση από την Αθηνά δεν το πήρα χαμπάρι. Το μόνο που μπορούσα να δω ήταν το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της, που κάτι μου έλεγε ότι δεν οφειλόταν μόνο στην φυσική προσπάθεια που κατέβαλε ή στο αλκοόλ. Αλλά σίγουρα κάτι σε αυτά, έπιασα συχνά το βλέμμα της να είναι καρφωμένο στον κώλο του Νίκου μεν, αλλά απ' όσο την ήξερα καταλάβαινα ότι ήταν ζαλισμένη από το αναπάντεχο πρωινό αλκοόλ και δυσκολευόταν γενικά – εξάλλου παντρεμένοι και με παιδί ήμασταν τελείως ξεσυνηθισμένοι στο ποτό, πόσο μάλιστα και σε σφηνάκια 11 η ώρα το πρωί που κανονικά είσαι στον δεύτερο καφέ της ημέρας.

Δε θα πω ψέματα, ένιωθα έντονα τσιμπήματα ζήλιας και τα συναισθήματά μου ήταν πολύ ανάμικτα. Σκέφτηκα και πάλι μήπως ριψοκινδυνεύω το γάμο μου αλόγιστα, για μια καύλα της στιγμής, για μια ανδρική ανοησία. Ταυτόχρονα συνειδητοποιούσα ότι ο Νίκος ήταν τελικά πολύ πιο πεινασμένος από ότι υπολόγιζα και πολύ πιο… φαιδρός απ' ότι πίστευα. Κι ως εκ τούτου πολύ πιο αναξιόπιστος. Όταν όμως ξεκινούσα μια αυτοκριτική δεν μπορούσα να βρω ουσιαστικές διαφορές μεταξύ μας στην πράξη, παρά μόνο στην εσωτερική μου αμφιβολία που είτε συμμεριζόταν, αλλά δεν εξωτερίκευε καθόλου (απίθανο…) είτε απλά ήταν πιο βασικός και… μπρουτάλ από εμένα και, συνεπώς, σκεφτόταν τελείως με το πουλί του (μάλλον). Αλλά και όλα αυτά θεωρία ήταν, στην πράξη μας ήμασταν το ίδιο, πράτταμε το ίδιο και, ίσως – ποιος ήξερε πραγματικά;… - θέλαμε το ίδιο… ήμασταν και οι δύο εκεί για να καυλώσουμε, ξεκάθαρα και απλά, ριψοκίνδυνα ίσως, και είχαμε διαλέξει μαζί αυτόν τον τρόπο για να ανασκαλέψουμε το ενδιαφέρον μας, το σεξουαλικό μας ενδιαφέρον δηλαδή, στους γάμους μας. Με τις γυναίκες μας. Ή τουλάχιστον, έτσι φαινότανε τα πράγματα. Όπως να έχει τώρα είναι αργά για αμφιβολίες, σκέφτηκα μη μπορώντας να πείσω απολυτά και τον εαυτό μου ακόμη. Τώρα είμαι εδώ, έχω μπλέξει την Αθηνά σε ένα εφηβικό, όπως φαινόταν τώρα, σχέδιο – το καλύτερο που έχω να κάνω είναι το δω σε πέρας, να το κάνω να δουλέψει. Αλλιώς τζάμπα, όλα τζάμπα. Και η ευκαιρία θα περάσει για πάντα και ζημιά θα γίνει. Καλύτερα σε όλα μπροστά τώρα. Σε όλα μέσα, σκεφτόμουν λίγο σκυθρωπά. Αφηρημένος όπως ήμουν δεν παρατήρησα ότι η Αθηνά κι ο Νίκος είχαν προχωρήσει λίγο πιο μπροστά και η Ρία περίμενε με το χέρι απλωμένο να τη βοηθήσω να κατέβει ένα απότομο βραχάκι. Ο Νίκος κι Αθηνά φαινόταν να ήταν απορροφημένοι με το δάσος τριγύρω, χαζεύοντας τα ψηλά πεύκα με τον Νίκο να στέκεται πιο κοντά της απ' ότι πραγματικά χρειαζόταν, φορτωμένος όπως ήταν με πράγματα, αλλά, παρατήρησα, και με το πέος του ανεπαίσθητα φουσκωμένο.

Η Αθηνά έδειχνε να κάνει προσπάθεια να δείχνει ότι δεν το είχε παρατηρήσει, αλλά πλέον την είδα ξεκάθαρα να παίρνει κλεφτές ματιές. Μπροστά μου όμως ήταν το χέρι της Ρίας, με υπέροχα δάχτυλα, περιποιημένα και όμορφα μακριά. Της το έπιασα απαλά, πιο ζεστά απ' ότι πραγματικά χρειαζόταν και την τράβηξα κοντά μου. Έκανε ότι παραπάτησε, αλλά από τους δύο μας δε νομίζω ότι το πίστεψε και έκανε ένα βήμα παραπάνω, που την έκανε να κολλήσει επάνω μου. Προς στιγμή, ο πούτσος μου ακουμπούσε στην κοιλιά της ξεκάθαρα. «Η δικιά σου χρειάστηκε πολύ περισσότερη βοήθεια μέχρι τώρα» ψιθύρισε με νόημα, «είπα να κάνω κι εγώ το ίδιο μια φορά» είπε χαμογελώντας και έφυγε μπροστά. Η Αθηνά είδε τη σύντομη ανταλλαγή, αλλά δεν άκουσε το σχόλιο. Για πρώτη φορά αισθάνθηκα το δικό μου πούτσο να σαλεύει και βιάστηκα να ρίξω μπροστά μου ένα σακίδιο που κουβαλούσα από ντροπή. Ήταν προφανές ότι ο Νίκος έκανε το ακριβώς αντίθετο και επιδείκνυε το μόριό του με περίσσιο θάρρος. Το συναπάντημά μου πάντως με την Ρία μου έξαψε τη φαντασία, γεγονός που η Αθηνά φάνηκε να διαισθάνεται και έκανε σα να ξύπνησε από έναν λήθαργο.

Όταν ξεκίνησε ξανά ο Νίκος στάθηκε ντροπαλή και κοκκινισμένη πλέον στην άκρη και άφησε τη Ρία να περάσει μπροστά της χαμογελώντας αμήχανα ένα «συγγνώμη» που το μισό το κατάπιε σχεδόν. Με περίμενε να την προφτάσω και ήμουν δίπλα της σε δυο βήματα, η μυρωδιά της ένα μεθυστικό μίγμα του ιδρώτα της και του αρώματός της. Την είδα και μου άρεσε, τη φίλησα γλυκά στο στόμα, ο τρόπος μου για να της πω όλα καλά, δε με πείραξε κάτι. Σήκωσε τα μάτια, στα 1.85 της έριχνα δύο κεφάλια σχεδόν και μου χαμογέλασε ξινά «τα κατάφερες!», μου είπε με το συνηθισμένο της πειραγμένο, αλλά και περιπαιχτικό ταυτόχρονα ύφος. «Εντάξει; Πάει όπως το φαντάστηκες;» μου είπε χωρίς να με κοιτάξει, περπατώντας δίπλα μου. Σα να με κατηγορούσε που ήμασταν εκεί μαζί, σαν να ήταν δικό μου φταίξιμο. Που προφανώς ήταν, αλλά δε μπορούσα να την αφήσω να καταλάβει πόσο πολύ, την ήθελα συνένοχο. «ΕΣΥ πες μου» της είπα ανάλαφρα, «φαίνεσαι να το διασκεδάζεις» είπα με ένα μικρό μειδίαμα. «μ…» έκανε ειρωνικά, «ενώ εσύ…» και μου ακούμπησε διακριτικά τον πούτσο με το πίσω μέρος της παλάμης της. «Ενώ εσύ δε βοηθάς κορίτσια να κατέβουν το βουνό, ε;». Αποφάσισα να τη σοκάρω λίγο γιατί το αυτάρεσκο ύφος της μου την έσπασε ελαφρώς. «Έχεις μια μικρή στάμπα στο μαγιό σου αγάπη» της είπα στο αυτί σχεδόν τρυφερά «να πάω κανένα γυμναστήριο κι εγώ ΜΗΠΩΣ;» είπα εξίσου ψιθυριστά. Περπατούσαμε δίπλα-δίπλα και μ’ αγκάλιασε τη μέση «δε θα έβλαπτε ρε σάτυρε» είπε περιπαιχτικά, «μη θαυμάζουμε όλοι την ατραξιόν της παραλίας χωρίς κοιλιακούς» έκανε με σαρκασμό. Της έκανα μια ξινή φάτσα. «Εξάλλου, δε μπορείς να πεις, πάντα ήξερες ότι μ' αρέσει ένα γραμμωμένο σώμα».

Και είχε δίκιο, η Αθηνά, η γυναίκα που ποτέ δεν μου έδωσε αφορμή να σκεφτώ το παραμικρό για την απόλυτη επένδυσή της στο γάμο μας το μόνο που μπορούσα να θυμηθώ να μου λέει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια σχέσης ήταν ότι, κάποτε, της άρεσαν οι άντρες με φτιαγμένο σώμα. «Θα πάω λοιπόν» της είπα και ίσως να το εννοούσα κιόλας. «Αλλά σήμερα έχεις την ευκαιρία σου να δεις όσο θέλεις μέχρι τότε» της απάντησα πειράζοντάς την. «Κι εσύ το ίδιο Αντώνη» μου είπε καθώς κοντοστάθηκε για να με δει βαθιά στα μάτια. «Ωραία γυναίκα η Ρία, ε;», είπε με έναν τόνο στη φωνή της σαν να ήθελε να το αμφισβητήσω. Δεν είπα τίποτα, «και φαίνεται να την ενοχλεί όσο δεν κοιτάς» είπε λίγο πιο ενοχλημένα τώρα. «Τι λες τώρα ρε μωρό μου;» της απάντησα λίγο βλακωδώς καθώς περπατούσαμε σε επίπεδο πλέον έδαφος. «Σιγα…» πρόσθεσα με υποτιθέμενη απόρριψη που δεν αισθανόμουνα πραγματικά. «Καλά Αντώνη, λέγε ό,τι θες. Αλλά δε θα σ' ανοίξω και τα μάτια κιόλας», είπε με στόμφο. Και πολύ πιο σιγά, για να σιγουρευτεί ότι την ακούω μόνο εγώ «στη μαλακία που μας έμπλεξες. Άντε, περπάτα τώρα, να βγει η μέρα όσο πιο… γρήγορα γίνεται να τελειώνουμε», είπε κι άνοιξε βήμα. Χμ, δε μου αφήνεις και πολλά περιθώρια εδώ Αθηνά, σκέφτηκα λίγο συννεφιασμένα. Έχω δίκιο, χρειαζόμαστε μια ανανέωση, οτιδήποτε! Αλλιώς… αργοπεθαίνουμε. Είτε το καταλαβαίνεις είτε όχι.

Κάπου εκεί φτάσαμε στην παραλία και οφείλω να παραδεχτώ, ήταν ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί σε φυσική ομορφιά κι άλλο τόσο. Τα τελευταία μέτρα του δάσους, μετά από τα πυκνά πεύκα, ήταν ένα καταπράσινο, μαλακό χαλί κάτω από τα πλεκτά κλαδιά τριών πελώριων πλατανιών. Ήταν ένας φυσικός κολπίσκος με έντονη κλίση, η παραλία μικρή, αλλά έλαμπε χρυσαφένια στον πρωινό Αυγουστιάτικο ήλιο. Τη μια άκρη του κολπίσκου, από δεξιά, την κατέβαιναν μέχρι τη θάλασσα καταπράσινα πεύκα, το δάσος σκοτεινό και απροσπέλαστο μέχρι εκεί που έπιανε το μάτι. Από την αριστερή μεριά κάτασπρα μεγάλα βράχια έκλειναν το πέταλο, λαμποκοπούσαν εκεί που τα μούσκευε το κύμα και αντανακλούσαν φλογερό φως που σε τύφλωνε. Περάσαμε δύο ζευγάρια που ήταν ξαπλωμένα κάτω από τη δροσιά των πλατάνων, πάνω στο καταπράσινο έδαφος. Μας κοίταξαν επίμονα καθώς περνούσαμε, όλοι μεγαλύτεροι σε ηλικία και ολόγυμνοι. Τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες όμως ήταν συμπαθητικοί για την ηλικία τους και, βεβαίως, μαυρισμένοι παντού. Στα βράχια αριστερά είδαμε άλλους έξι ξαπλωμένους πάνω σε πετσέτες ή μικρές ξαπλώστρες, μάλλον τέσσερις γυναίκες και δυο άντρες. Έδειχναν να είναι κοινή παρέα, καθώς συνωστίζονταν όλοι μαζί και μακρινά γέλια έφταναν κατά καιρούς μέχρι και εμάς. Στην ίδια την παραλία, σε ένα σημείο που τα βρεγμένα πεύκα δεξιά δημιουργούσαν μια πυκνή σκιά μάλλον είδαμε τον Μηνά μαζί με άλλον έναν άντρα και μια γυναίκα ανάμεσά τους. Ήταν αρκετά μακριά για να διακρίνει κανείς λεπτομέρειες, αλλά η γυμνή μορφή του Μηνά ήταν δύσκολο να την μπερδέψεις.

Σχεδόν στο κέντρο της παραλίας μία αιωνόβια ελιά με πυκνό φύλλωμα σα στέμμα είχε φύγει βαθιά προς τη θάλασσα, ο ροζιασμένος της κορμός φιδογύριζε μισό μέτρο πάνω από την άμμο, προφανώς υποκύπτοντας στους άνεμους που με ορμή πρέπει να κατέβαιναν τη μικροσκοπική κοιλάδα τον χειμώνα. Στο τελείωμα της σκιάς των πλατανιών ένα νωχελικό ρέμα, που προφανώς δεν είχαμε προσέξει καθώς κατεβαίναμε, γέμιζε μια μικροσκοπική λιμνούλα που, λογικά, το χειμώνα κατέληγε στη θάλασσα. Κάποιος είχε κατασκευάσει μια μικρή πισίνα από πέτρες όμως τώρα και μάζευε το νερό σε μια κοιλότητα που μάλλον υπήρχε εκεί από πριν, αρκετά μεγάλη για να χωρέσει όχι παραπάνω από δύο – τρία άτομα δίπλα-δίπλα. Κοντοσταθήκαμε όλοι μαζί στην άκρη της αμμουδιάς, από πάνω μας ο ίσκιος των πλατανιών διαλυόταν πού και πού από έναν εκτυφλωτικό ήλιο, όποτε τα φύλλα χώριζαν αρκετά κάπου ψηλά. Είχαμε όλοι την αίσθηση ότι όλα τα βλέμματα ήταν καρφωμένα επάνω μας, σαν ηθοποιοί που τους περίμενε ο χορός. «Κάτω από την ελιά;» πρότεινα πιο σιγανά απ' ότι είχα πρόθεση, μια σχεδόν πειθήνια συμφωνία από όλους ακολούθησε χωρίς λόγια – προφανώς όλοι ήταν αφενός καταβεβλημένοι από την κατάβαση και το αλκοόλ, άλλα κι αφετέρου είχαμε όλοι αποσβολωθεί από την παρθένα ομορφιά που συναντούσαμε. Βέβαια, δε βοηθούσε και καθόλου που αισθανόμασταν τα μακρινά βλέμματα να μας επεξεργάζονται με καχυποψία. Είχαμε όλοι την αίσθηση ότι ήμασταν παρείσακτοι, σα να είχαμε γίνει ανεπιθύμητοι γνώστες ενός υπέροχου μυστικού.

Βιαστήκαμε να φτάσουμε στην αόρατη ασφάλεια της ελιάς, διαλέγοντας το πιο σκιερό σημείο για να βάλουμε επιπλέον ομπρέλες και να απλώσουμε πετσέτες και ψάθες. Είχαμε μαζί μας και δύο ψυγειάκια κι άλλα συμπράγκαλα, τα βολέψαμε με τον Νίκο όπως καλύτερα μπορούσαμε. Καθίσαμε σχεδόν αντικριστά, σε κύκλο, το κάθε ζευγάρι από μία ομπρέλα στην πλάτη του που μας απομόνωναν κάπως από το τοπίο και τους θαμώνες του. Η Ρία έβγαλε την διάφανη παντελόνα και την εξίσου διάφανη μπλούζα χωρίς πολύ σκέψη. Την ακολούθησε κι η Ρία, εμφανώς πιο αμήχανη όμως, κάνοντας λίγο κόπο να κρύψει το γυμνό της στήθος. Ο Νίκος ούτως η άλλως δεν είχε τίποτα να βγάλει κάθισε, με ανοιχτά τα πόδια, απέναντι από την Αθηνά. Μην έχοντας και πολλές άλλες λύσεις, έβγαλα κι εγώ την μπλούζα μου και κάθισα δίπλα στην Αθηνά , απέναντι από τη Ρία οκλαδόν, επίσης ελαφρώς επηρεασμένος από την συνεσταλμένη στάση της Αθηνάς, αλλά κι έχοντας οδυνηρά επίγνωση της γύμνιας μου. «Έλα ρε γείτονα, μην κάνεις κι έτσι» είπε χασκογελώντας ο Νίκος «μεγάλα παιδιά είμαστε, δεν είναι και τίποτε που δεν έχουμε ξαναδεί», πρόσθεσε. «Ε όχι δα», είπε περισσότερο μονολογώντας η Ρία, «αυτό δεν το βλέπουμε και κάθε μέρα…» πρόσθεσε πονηρά. Είδα το σαγόνι της Αθηνάς να σφίγγει ένα άβολο και διστακτικό χαμόγελο, ξεκάθαρα αμήχανη από το σχόλιο της Ρίας. Ο Νίκος χασκογέλασε, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω αν το έκανε από δική του αμηχανία, γιατί η διαφορά μας στο συγκεκριμένο θέμα ήταν ξεκάθαρη και το σχόλιο της Ρίας είχε, ίσως, και λίγο αιχμηρή χροιά ή αν αυτή ήταν η συνήθης αντίδρασή του στα πάντα.

Κάτι μου έλεγε ότι δεν είχα άδικο για το δεύτερο, αλλά μου ήρθε στο μυαλό εκείνη τη στιγμή, απροσδόκητα, κάτι που μου είχε πει κάποτε μία μεγαλύτερη, έμπειρη γυναίκα σε μία προσωπική μας στιγμή, τόσο παλιά που ήταν σαν από άλλη ζωή, κρατώντας τον πούτσο μου στα χέρια της κι έτοιμη να με πάρει στο στόμα της. Μου είχε κάνει κομπλιμέντο ότι ο πούτσος μου ήταν μεγάλος και όμορφος – έτσι τον είχε πει. Θυμήθηκα ότι τότε το προσπέρασα με θυμηδία και με δική μου αμηχανία, είχα πει κάτι σαν «έλα μωρέ, τη δουλειά του να κάνει ε;». Τον είχε πιάσει σφιχτά τότε και είχε τραβήξει το χέρι προς τα κάτω, αποκαλύπτοντας το πρησμένο μου πουτσοκέφαλο, γυαλιστερό από τα υγρά μου που έτρεχαν παχύρευστα. Το κοιτούσε σα να το θαύμαζε, έτσι όπως το έσφιγγε οι φλέβες φαίνονταν έντονες κατά μήκος. «Οι άντρες δεν έχετε ιδέα τι έχετε μες στο βρακί σας» είχε πει και προτού το γλείψει δοκιμαστικά, ηδονικά, κοιτώντας με στα μάτια. Ανεβοκατέβασε το χέρι της στέλνοντας ρίγη να με διαπερνούν καθώς με κρατούσε τεντωμένο και διεγερμένο. «Όσοι την έχουν μικρή δεν το ξέρουν, νομίζουν ότι είναι πουτσαράδες. Από κόμπλεξ» είχε πει και το κατάπιε όσο μπορούσε, κάνοντάς με να βογκήξω βαθιά. «Κι όσοι τον έχουν μεγάλο δεν ξέρουν πόσο τυχεροί είναι. Και εσένα μωρό μου είναι τεράστιο το καυλί σου» είχε πει και είχε κάτσει επάνω του βγάζοντας ένα καυλιάρικο βογκητό. Είχε ξεκινήσει να ανεβοκατεβαίνει με δραματική βραδύτητα, έδειχνε να απολαμβάνει κάθε εκατοστό και έπαιρνε μικρές ανάσες κάθε φορά, «είσαι και ψηλός», συνέχισε σαν να κάναμε κουβέντα πίνοντας καφέ, «κι είναι εύκολο το καυλί σου να χαθεί στο ύψος». Αναστέναζε βαθιά κι έκανε σαν παρθένα, ήτανε μια από τις τελευταίες μου εμπειρίες πριν γνωρίσω την Αθηνά, μία παντρεμένη απροσδιόριστης ηλικίας που την έλεγαν Άννα – εμένα τότε μου φάνηκε απλά μεγάλη, τώρα θα έλεγα ότι μάλλον πρέπει να ήτανε κοντά στα πενήντα. Συνεργάτης από μία από τις πρώτες εταιρίες που είχα εκπροσωπήσει, προφανώς επιτυχημένα καθώς ήτανε η ιδιαιτέρα του αφεντικού και είχαμε βρεθεί να πηδιόμαστε στο αμάξι ένα βράδυ που προσφέρθηκα να τη γυρίσω σπίτι της μετά από μία ατελείωτη μέρα δουλειάς. Τότε, με πολύ μικρή επίγνωση του τι ακριβώς σήμαινε αυτό, θυμάμαι να αστειεύομαι με έναν κολλητό (ναι, ήταν εκείνες οι εποχές) και να του λέω κάτι τετριμμένο κι ανούσιο του στυλ «πεινασμένη παντρεμένη».

Τώρα τη θυμήθηκα, νοσταλγικά σχεδόν, σαν έναν καλό φίλο που δεν είχα εκτιμήσει αρκετά. Είχε χύσει με το που τον πήρε ολόκληρο με ένα βαθύ βογκητό, σχεδόν βρυχηθμό. Θυμάμαι τη γεύση από κρασί και τσιγάρο στο στόμα της, δύο γεμάτα στήθη που δε μπήκα καν στον κόπο να τους βγάλω το σουτιέν. Τη γάμησα στην πυλωτή της πολυκατοικίας της, ξέροντας ότι ο άντρας της προφανώς θα την περίμενε επάνω. Ήταν ζαλισμένη, αλλά μάλλον καύλωνε εξίσου με το σκηνικό και το ποτό ήταν μάλλον δικαιολογία. Θυμάμαι ότι έβλεπε τον πούτσο μου σαν υπνωτισμένη πριν τον βάλει στο μουνί της, στο πρώτο χύσιμο την είχαν πιάσει μικροί σπασμοί, την ένιωθα να δονείται ολόκληρη επάνω μου και να λέει πνιχτά ξανά και ξανά «ναι, ναι, ναι, ναι, ναι, αχ, αχ, αχ, πουτσαρά μου, πουτσαρά μου, πουτσαρά μου», σα να μιλούσε στον εαυτό της. Είχαμε σταματήσει για τσιγάρο μετά από δεκαπέντε λεπτά, είχε πεταχτεί από τον πούτσο μου σαν να μην τον άντεχε άλλο και είχε πάει να φύγει, αλλά την κατάφερα να μείνει – της είχα πει «δε φεύγεις αν δε μου τον κάνεις να σε χύσει, θέλω να σε στείλω πάνω μέσα στο σπέρμα» και την είχα χώσει στο πίσω κάθισμα από ένα τρίθυρο σπορ φίατ που είχα τότε με φιμέ τζάμια που μας έκρυβαν μέσα στο κατασκόταδο σχεδόν απόλυτα.

Έτσι τη θυμήθηκα τώρα, με τα βυζιά της να ξεχειλίζουν ένα στενό σουτιέν, να κρατάει τον πούτσο μου εξαντλημένη και ξέπνοη από τον οργασμό και το γαμήσι, να τον σφίγγει στο χέρι της και να το κοιτάει σχεδόν με λατρεία. Η γλώσσα της ήταν παντού, στα αρχίδια μου, στο πουτσοκέφαλο μου, στον κώλο μου, παντού. «Αλλά μωρό μου εσύ είσαι δυο μέτρα και το παλούκι σου είναι σαν κατάρτι», μου είχε πει καθώς μου έχωσε ένα δάχτυλο στον κώλο και έσκυψε να καταπιεί ξανά την πούτσα. Έχυσα απροειδοποίητα, με ριπές σχεδόν που τις αισθάνθηκα να ετοιμάζονται βαθιά στα αρχίδια μου, αισθανόμουν την κωλοτρυπίδα μου να πάλλεται και θυμάμαι το δάχτυλό της να μπαινοβγαίνει μέσα μου με ταχύτητα και να με τρελαίνει ακόμη περισσότερο. Τις δύο πρώτες τις κράτησε στο στόμα της, προσπαθώντας να τις καταπιεί. Της γέμισαν το στόμα εύκολα, που ήδη ήταν μπουκωμένο με το πουτσοκέφαλό μου. Το έβγαλε έξω και συνέχισε να μου το παίζει γρήγορα και να μου βάζει δάχτυλο προσπαθώντας να αποφύγει τα υπόλοιπα, της έχυσα τα βυζιά ενώ τα υπόλοιπα πετάχτηκαν παντού τριγύρω. Αφού τελείωσα το ξαναπήρε στο στόμα της απαλά, χωρίς να ρουφάει κι άρχισε να το καθαρίζει με τη γλώσσα της. Το δάχτυλό της στον κώλο μου πλέον με ενοχλούσε, αλλά το είχε καρφώσει βαθιά και δεν έλεγε να το βγάλει. Μου το έγλειψε έτσι για κανένα δίλεπτο ή τρίλεπτο, αφήνοντάς με να τινάζομαι από μικρά, μετά-οργασμικά σοκ. Το έβγαλε με έναν ηχηρό, ρουφηχτό ήχο. «χαλάρωσε μανάρι μου για να σου βγάλω και το δάχτυλο», μου είπε χαϊδεύοντας μου το ακόμα σκληρό λίγο καυλί μου. Το έκανα και το τράβηξε απαλά και βασανιστικά αργά «δεν το σκέφτηκα και σου έχωσα το τέταρτο, ήσουν τόσο σφιχτός που μου έβγαζε τη βέρα» είπε με ένα μικρό πονηρό χαμόγελο. Είχε πάει να κάνει ότι σηκώνεται, την έριξα πίσω στο κάθισμα και της σήκωσα τα πόδια ψηλά, έβγαλε ένα μικρό βογκητό δυσφορίας «όχι άλλο Αντώνη, δε μπορώ» είχε πει παρακλητικά σχεδόν.

Δεν ήξερα αν μπορούσα να τη γαμήσω στο καπάκι, αισθανόμουν εξαντλημένος και ξεχαρβαλωμένος. Αλλά η καύλα μου ήταν ατέλειωτη. Μπήκα στο μουνί της και θυμάμαι ότι, δεν αισθάνθηκα τίποτα από τα σάλια και τα χύσια που είχε πάνω ο πούτσος μου σε συνδυασμό με τα δικά της υγρά. Είχα ξεφουσκώσει κιόλας από τον οργασμό μόλις και μου ήταν μισοπεσμένο. Τον έβγαλα από το μουνάκι της και έψαξα με το πουτσοκέφαλο γρήγορα πιο κάτω την τράπουλα της, εκμεταλλευόμενος τη γενικότερη ζαλούρα της από το ποτό και το σεξ τόση ώρα. Όταν πήγε να καταλάβει τι σκόπευα να κάνω γούρλωσε τα μάτια της «ΟΧΙ» φώναξε σχεδόν, σαν να ξεχάστηκε προς στιγμή που ήμασταν, «όχι εκεί αγάπη μου, όχι σε παρακαλώ, μη, μη, γάμα μου το μουνάκι μωρό μου ξανά, όχι εκεί, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ» είχε πει και παρόλο το μεθυσμένο της τρέμουλο είχα ακούσει πραγματικό φόβο κι αγωνία στη φωνή της.

Η αλήθεια είναι ότι έχω γαμήσει κώλο ελάχιστες φορές, ποτέ δε με άφηναν λόγω μεγέθους. Η Αθηνά μου είχε δώσει κώλο μόνο δύο φορές όλα αυτά τα χρόνια, την πρώτη φορά στην πρώτη μας επέτειο. Με τη συνηθισμένη της ευκολία τότε, το είχε ανεχτεί ούτε για πέντε λεπτά όταν ανακοίνωσε «αυτό δεν το ξανακάνω ΠΟΤΕ!» και πετάχτηκε από το κρεβάτι, τσατισμένη κιόλας επειδή επέμεινα. Τη δεύτερη φορά ήταν χρόνια μετά, με το «θέμα» σε πλήρη έξαρση ένα βράδυ που είχαμε γυρίσει ελαφρώς ζαλισμένοι και οι δύο από μία δεξίωση επαγγελματική και της το έβαλα κατά τη διάρκεια μίας ιδιαίτερα βίαιης σεξουαλικής μας επαφής ενώ δεν το περίμενε καθόλου. Είχε θάψει τότε το κεφάλι της στο μαξιλάρι και ξεκίνησε να πνίγει τις τσιρίδες της σε αυτό προσπαθώντας να ξεφύγει από κάτω μου. Την είχα πλακώσει με το σώμα μου και δε μπορούσε να κουνηθεί. Εκείνο το βράδυ της γάμησα τον κώλο με πάθος που άγγιζε το μίσος, όχι μίσος για την ίδια, αλλά για το φρένο που είχε επιβάλλει σε κάθε τι που διεκδικούσα και δε μου έδινε στο σεξ. Τη θυμάμαι στο τέλος να βογκάει στο μαξιλάρι, αλλά χωρίς να φέρνει αντίρρηση, παραδομένη. Όταν τελείωσα και σηκώθηκα από πάνω της για λίγο δεν είπε κουβέντα, απλά έτρεμε ανεπαίσθητα. «Σχεδόν με βίασες σήμερα» μου είχε πει μετά από λίγο γυρνώντας στο πλάι. Την είχα πάρει αγκαλιά από πίσω και κατευθείαν είχε γυρίσει και χώθηκε στην αγκαλιά μου. Με φίλησε στο σκοτάδι και πιάνοντας τον πούτσο μου, μου είχε πει απλά «ξανά». Το παρεξήγησα και πήγα να της πιάσω τον κώλο, «όχι, όχι από εκεί τώρα» μου είπε με φωνή που ακόμα έτρεμε.

Εκείνο το βράδυ όμως, στριμωγμένοι στο πίσω κάθισμα του φίατ ο πούτσος μου ήταν ήδη υγρός και το ίδιο και η τράπουλα της και μπήκα μέσα της γρήγορα, καθώς αισθάνθηκα το κωλαράκι της να μην αντέχει την πίεση και να ανοίγει. Είχα τα πόδια της ψηλά στους ώμους και αμέσως μόλις αισθάνθηκα τον πούτσο μου να μπαίνει στον κώλο της, της κόλλησα τα χέρια από τους βραχίονες στο κάθισμα. Την αισθανόμουν να γρατζουνάει το κάθισμα με μυτερά νύχια και να προσπαθεί να γυρίσει τους καρπούς της για να ξεφύγει από τη λαβή μου, αλλά μάταια. Ξαναπροσπάθησε πάλι με βραχνά παρακάλια, για να μην ακουστεί, να με μεταπείσει, με το κωλαράκι της να σφίγγει καυτό γύρω από το πουτσοκέφαλό μου «όχι αγάπη μου, όχι αγάπη μου, κάνε μου ό,τι άλλο θες, σε παρακαλώ, μη, είναι πολύ μεγάλο», θυμάμαι τα μάτια της γουρλωμένα να με κοιτάνε με ύφος που παρακαλούσε όσο περισσότερο μπορούσε, ορθάνοιχτα, οι κόρες της φοβισμένες να παίζουν δεξιά κι αριστερά μέσα στο λευκό σαν να προσπαθούσε να βρει τρόπο διαφυγής ακόμη και με τα μάτια. Μου θύμισε τρομαγμένο σκυλάκι, αλλά η καύλα μου ήταν πολύ μεγάλη για νιώσω οίκτο ή οτιδήποτε άλλο. Της τον έδωσα μονομιάς, ολόκληρο μέχρι τη βάση σφίγγοντας της ακόμη πιο πολύ τα χέρια, αναμένοντας την προσπάθειά της να φύγει πίσω. Σχεδόν αλύχτησε, μούγκρισε. «Βγες ρε γαμιόλη, βγες ρε παλιούστη» είχε πει, καταφεύγοντας πλέον σε βρισιές και είδα μανία στο πρόσωπό της. Είχε πάει να με απειλήσει, πρόλαβε να πει «θα σε, θα σε δείξω εγώ παλιόπουστα, θα σε…». Δεν την άφησα να τελειώσει, ξεκίνησα να της γαμάω τον κώλο με πάθος, με μεγάλες διεισδύσεις από τη βάλανο μέχρι τα αρχίδια. Βογκούσε λαρυγγικά με κάθε διείσδυση, με κάθε παραβίαση της τρύπας της. Αργώ να χύσω και εκείνη τη δεύτερη φορά ήμουν ακόμη πιο αργός. Αλυχτούσε πλέον και μούγκριζε διαρκώς, αλλά όταν της άφησα τα χέρια για να πιάσω κόντρα το κάθισμα μετά από πέντε λεπτά με αγκάλιασε με πάθος και με τα χέρια της και με τα πόδια της. Τη φίλησα παθιασμένα, ερωτικά, ερωτευμένα. Ανταποκρίθηκε με μία φλόγα ακόμη πιο πύρινη, η γλώσσα της στο στόμα μου να παλεύει με τη δική μου, στον λαιμό μου, τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά μου μπλεγμένα να μου τα τραβάνε με δύναμη. Στο τέλος είχα γίνει σκληρός σαν ξύλο, έβγαινα τελείως από μέσα της και ξαναέμπαινα ολόκληρος από την αρχή.

Φανταζόμουν τον κώλο της ορθάνοιχτο μες στο σκοτάδι. Πέρα από τα μουγκρητά της και τα βογκητά μου δεν είχαμε ανταλλάξει κουβέντα μετά τις απειλές της. Είπα μέσα από σφιχτά δόντια «θα χύσω πουτάνα» και σφίγγοντας τον πούτσο μου ξεκίνησα να της καρφώνω τον κώλο ακόμα πιο δυνατά. «Κάνε με ό,τι θες» μου είπε ανάμεσα σε ανάσες που κοβότανε κάθε φορά που της έμπαινε η πούτσα, «κάνε ό,τι θες την πουτάνα σου, μ’ έχεις κάνει πουτάνα σου ναι» - τα μάτια της παρακαλούσαν και πάλι, αυτή τη φορά όμως με διαφορετικό τρόπο. Η υποτέλειά της μου πήρε το μυαλό, ήθελα να την κατακτήσω όπως δεν είχα κατακτήσει ποτέ γυναίκα. «Σε έχουν ξαναγαμήσει έτσι μωρό μου;» της είπα γαμώντας την βαθιά, ανελέητα. «Όχι, ποτέ πριν. Ποτέ πριν» είπε αμέσως και τα χέρια της μου χάιδευαν συνέχεια το πρόσωπο. «Ποτέ πριν τι;» είπα σαρδόνια χώνοντας διαρκώς τον πούτσο μου στον κώλο της που πλέον τον αισθανόμουν υγρό και ανοιχτό σαν το μουνί της, «δε σ’ έχουν ξεκωλιάσει έτσι πριν;». «Όχι, πρώτη φορά με ξεκωλιάζει έτσι ο γαμιάς μου. Χύσε με αφέντη μου» μου είχε πει και συνέχισε να με χαϊδεύει, σχεδόν σα χαμένη. Είχα βγάλει όλη μου τη διαστροφή μαζί της και το διάχυτο συναίσθημα της στιγμής με είχε συνεπάρει απόλυτα. Παρόλη τη διαφορά μας αυτό που μου ήρθε το ξεστόμισα χωρίς σκέψη: «Θες να σε χύσω κοριτσάκι μου; Θες να χύσω την κωλάρα σου;» της είπα πιάνοντας τα χέρια της και μπλέκοντας τα δάχτυλά της στα δικά μου. Μου έσφιξε τα χέρια και με κοιτούσε μόνο στα μάτια, «χύσε με, χύσε το κοριτσάκι σου αφέντη μου, χύσε μου το κωλαράκι, χύσε με όπου θες». «Στην κωλάρα σου θέλω να χύσω πουτάνα» της είχα πει ανένδοτος. «Στην κωλάρα μου αγάπη μου, χύσε το κοριτσάκι σου στην κωλάρα του» είχε πει χωρίς δεύτερη σκέψη. «Παρακάλεσέ με για τα χύσια μου» της είχα πει προστακτικά. Πάλι απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη «σε παρακαλώ αγάπη μου, σε παρακαλώ να μου χύσεις τον κώλο. Χύσε το κοριτσάκι σου αφέντη μου, μόνο εσύ το γαμάς έτσι» μου είχε πει υπνωτισμένα σχεδόν.

Της τράβηξα το σουτιέν με δύναμη, σχεδόν με αηδία, σα μία τελευταία κατάκτηση. Δεν έβγαινε, το έλυσε γρήγορα μόνη της και της χούφτωσα με μανία τα βυζιά της, γλιστερά όπως ήταν από τα χύσια μου προηγουμένως. Έβγαλε ένα βαθύ βογκητό ξανά και έκλεισε σφιχτά τα μάτια. Έχυσα με ένα μουγκρητό, σχεδόν ακαριαία, καρφώνοντας τον πούτσο μου βαθιά μέσα στον κώλο της, που τον αισθανόμουνα να με σφίγγει καυτός – ποτέ πριν δεν είχα νιώσει τόση κάψα μέσα σε μουνί. Καθώς έχυνα έπεσα επάνω της, το κεφάλι μου δίπλα στο κεφάλι της, χωμένος στα μακριά μαλλιά της. Δεν κουνιόταν, παρά με έσφιγγε διαρκώς, τα πόδια της μπλεγμένα ψηλά στην πλάτη μου έτσι όπως καθόταν με ανασηκωμένους τους γοφούς, τα χέρια της μου αγκάλιαζαν και μου χάιδευαν την πλάτη διαρκώς. Μετά από λίγο τη φίλησα τρυφερά χαμογελώντας. Μου χαμογέλασε επίσης και αισθάνθηκα μία υγρασία στα μάγουλά της, είδα το βλέμμα της υγρό, σχεδόν βουρκωμένο. Με φίλησε ξανά με πάθος. Βγήκα από μέσα της και ένα ρυάκι από χύσια ακολούθησαν τον πούτσο μου. Κάθισα στο κάθισμα δίπλα της, για λίγο δε μιλούσε, καθόταν με τα πόδια ανοιχτά, το κάθε ένα ακουμπισμένο στα δύο καθίσματα μπροστά, τα τακούνια της κάπου πεταμένα στο πάτωμα. Πού και πού αναστέναζε με ένα τρέμουλο και αναστέναζε σιγανά.

Αισθάνθηκα να με διεγείρει έντονα η στάση της, μία όμορφη γυναίκα καθόταν στο αμάξι μου χωρίς κοριτσίστικη αιδώ, με τα πόδια της ανοιχτά και ψηλά, σε κάθε της αναστεναγμό εξέπεμπε θηλυκότητα κι αισθησιασμό. Παρόλα αυτά αισθανόμουν τόσο κουρασμένος που δεν γινόταν, δε μπορούσα να διεγερθώ σωματικά. Μόνο στο μυαλό μου αποτύπωνα την εικόνα της, ιδρωμένη, αναμαλλιασμένη, ένα προφίλ σμιλεμένο στη σκιά και στο σκοτάδι, ερωτικό. Ήταν υπέροχα ανοιχτή. Παρατηρούσα τους μηρούς της να τρεμοπαίζουν από την ένταση, όπως καθότανε με τα πόδια ανοιχτά, ακουμπισμένα στα μπροστινά καθίσματα, μου φαινόταν μία γυναίκα σε όλη της τη μεγαλειώδη έκφραση, μου άρεσε που δεν έκανε την παραμικρή κίνηση να περιορίσει τη γύμνια της, που έδειχνε απρόσβλητη από την ανόητη σεμνοτυφία που καταλάμβανε τις γυναίκες που είχα γνωρίσει μέχρι τότε μετά το σεξ, που έδειχνε τόσο άνετη με την έκθεση του κορμιού της, τόσο ασφαλής στη θηλυκότητα της. Θυμάμαι να σκέφτομαι τότε έτσι είναι μία ώριμη γυναίκα που ξέρει τον ερωτικό της εαυτό, τώρα συνειδητοποιούσα ότι αυτό δεν είναι θέμα ηλικίας, αλλά του πόσο είσαι διατεθειμένος να γνωρίσεις τον εαυτό σου και να σπάσεις τα φράγματα μέσα σου.

Ξοδεμένος, είχα αρχίσει πλέον να ανησυχώ μήπως μας δει κανένα μάτι, μήπως μπει να παρκάρει κάποιος γείτονας παρόλη τη μεταμεσονύκτια ώρα, μήπως κατέβει αναπάντεχα ο άντρας της. Έκανα να σηκωθώ και με σταμάτησε, με καβάλησε γρήγορα, αλλά και με κόπο. Ο πούτσος μου ήταν πεσμένος, αλλά πρησμένος ακόμη από την έντονη διέγερση που δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Με φιλούσε με πάθος τώρα κι εγώ της χούφτωνα εξίσου παθιασμένα τον κώλο. Δεν ήταν ούτε σφιχτός ιδιαίτερα ούτε ανεπηρέαστος από την ηλικία της, αλλά ήταν αισθησιακός και ο τρόπος που βογκούσε καθώς της τον χούφτωνα πεινασμένα ήταν απόλυτα καυλωτικός. Της χούφτωσα τα δύο κωλομέρια και της τον άνοιξα και την αισθάνθηκα να στάζει. Ο πούτσος μου ήταν πεσμένος, αλλά πρησμένος ακόμη από τη συνεχή διέγερση. Τον έπιασα κάτω από το πουτσοκέφαλο και τον πίεσα και πάλι μέσα της από πίσω. Έβγαλε ένα παραπονεμένο βογκητό, αλλά δε σταμάτησε να με φιλάει. Παρόλο που πήγαινε να μου πέσει τελείως από την κόπωση με την πίεση κατάφερα να ξαναμπώ μέσα της, καθώς αισθάνθηκα απότομα την τρυπούλα της να ανοίγει και να σφίγγει αμέσως μετά γύρω από τη βάλανο. «Σε παρακαλώ», είπε με ζαλισμένη προφορά, «σταμάτα». Αυτή τη φορά δε χωρούσε αμφιβολία ότι δεν το εννοούσε καθόλου και ξεκίνησα να κουνάω και πάλι τους γοφούς μου.

Ήμουν μαλακός, αλλά ήταν τόσο στενή που άμα πρόσεχα να μη μου βγει το κεφάλι ο σφιγκτήρας μού τον κρατούσε μέσα. Βογκούσε συνέχεια, με κάθε μου κίνηση, της κρατούσα ανοιχτά τα κωλομέρια και μπαινόβγαινα όσο μπορούσα μέσα στον κώλο της. Τη γάμησα έτσι, άλλα τρία με τέσσερα λεπτά. Μετά από λίγο μου ψιθύρισε «με άνοιξες τελείως, σε παρακαλώ φτάνει. Δε μπορώ άλλο.». Δεν ήξερα κατά πόσο το εννοούσε, αλλά ήταν προφανές ότι ταυτόχρονα δεν μπορούσε να με σταματήσει κιόλας. Τελικά βγήκα από μέσα της απλά γιατί άνοιξε τόσο και μου πέσε τόσο που δε γινόταν. Δε θυμάμαι πώς συμμαζεύτηκε ή αν ήταν καν δυνατόν να συμμαζευτεί. Ο κώλος της ήταν κατακόκκινος και οι παλάμες μου ήταν ορατές στους γλουτούς της, ακόμη και στο μισοσκόταδο, τα κωλομέρια της υγρά και γυαλιστερά από τα χύσια. Έκανε προσπάθεια να σκουπιστεί, αλλά ήταν μάταιο. Θυμάμαι ότι το σουτιέν της το κράτησα, είχε σκιστεί και δεν έμπαινε, ανέβηκε στο σπίτι της έτσι.

Με την Άννα μοιραστήκαμε μερικές ακόμη στιγμές έντονου πάθους, οι δύο τελευταίες αφού είχα ξεκινήσει να βλέπω την Αθηνά. Διακόψαμε σιωπηλά, όπως ξεκινήσαμε. Χωρίς σχεδιασμό και χωρίς συζήτηση, εγώ γιατί είχα αρχίσει να ερωτεύομαι την Αθηνά και, ενώ η σχέση ήταν ακόμη στα σπάργανα και απείχε πολύ από το να τη χαρακτηρίσεις σοβαρή, δεν αισθανόμουν καλά να βλέπω και την Άννα παράλληλα κι αυτή για δικούς της λόγους που ποτέ δε μου τους συζήτησε. Αν έπρεπε να μαντέψω και να φανώ και απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου νομίζω ότι για μένα ο πραγματικός λόγος ήταν ότι το σεξ με την Άννα ήταν μία ηδονιστική μέθη που μου θόλωνε το μυαλό και τις αισθήσεις. Και μπορεί να μην ήθελα να το παραδεχτώ απόλυτα στον εαυτό μου, αλλά ήδη – παρόλο τον ενθουσιασμό του έρωτα – νομίζω ότι μπορούσα να προβλέψω ότι με την Αθηνά δε θα έβρισκα ποτέ την ίδια σεξουαλική ένταση. Κι αυτή η σκέψη με τρόμαζε ότι θα γινόταν τροχοπέδη στο να την ερωτευτώ. Από πολλές απόψεις, ακόμη κι από την αρχή, είχα την αίσθηση ότι η Αθηνά ήταν η γυναίκα της ζωής μου.

Η ερωτική της σύγκριση όμως με αυτό που ζούσα με την Άννα έριχνε σκιές αμφιβολίας στις σκέψεις μου και αυτό με τρόμαξε. Από τη μεριά της Άννας πιστεύω ότι ενώ ήξερε ότι ήταν παράλογο να ερωτευτούμε, είχε αρχίσει να έχει συναισθήματα για μένα. Και όσο ήμουν μόνος μάλλον άντεχε να το διαχειρίζεται το θέμα μόνη της, μέσα της. Όταν όμως της είπα ότι βλέπω μια κοπέλα νομίζω ότι το θέμα ξεπέρασε τη δυνατότητά της να το ελέγχει. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση μία αθώα κοπελίτσα (φαντάζομαι ότι δεν ήμουν καν το μοναδικό της εξωσυζυγικό της παραστράτημα, αλλά ποτέ δεν το επιβεβαίωσα αυτό), αλλά επίσης δεν ήταν και μία ανήθικη γυναίκα. Τώρα καταλάβαινα, μετά από δικές μου διαδρομές και παθήματα, ότι απλά ήταν κάποια που ανακάλυψε ξανά το πάθος μετά από πολύ καιρό.

Καθώς έσβηνε η ανάμνησή της από τις σκέψεις μου τη θυμήθηκα γυμνή σ' ένα δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε, να στέκεται με εκείνη την υπέροχη θηλυκότητά της στο παράθυρο και να καπνίζει. Η γύμνια της στεντόρεια, εκκωφαντική στο άδειο από ήχους δωμάτιο μετά από δύο ώρες ξέφρενου και παθιασμένου σεξ, για μια ακόμη φορά απόλυτα αισθησιακή από τον τρόπο που την πρόσφερε• χωρίς υπονοούμενα και ντροπές, δεδομένη, απλόχερη, αισθαντική, μεγεθυμένη από το μισοσκόταδο σε έντονα σεξουαλική. Δε με κοιτούσε, μου είχε την πλάτη σχεδόν γυρισμένη και έβλεπε έξω, σαν να μην την ένοιαζε άμα θα μας έβλεπε κάποιος, και ίσως, εκείνη τη στιγμή, πραγματικά να μην την ένοιαζε. Σήκωνε αργά το ένα της πόδι και χάιδευε με την καμάρα του ποδιού της τη γάμπα του άλλου ποδιού της νωχελικά. Θυμάμαι να αναρωτιέμαι αν είχε πραγματικά επίγνωση του πόσο ερωτική ήταν. Είχε πάρει μία ρουφηξιά από το τσιγάρο της και η καύτρα που πύρωσε φώτισε για λίγο το προφίλ της κόκκινα και θαμπά, σαν να ήταν και η ίδια από καπνό, άϋλη. Κρατούσε το τσιγάρο στα δύο της δάχτυλα και έπαιζε αφηρημένα με το κάτω χείλος της, φαινόταν αφηρημένη, χαμένη στη δική της σκέψη. Όταν μου μίλησε ήταν μέσα από ένα μικρό σύννεφο καπνού που εξέπνευσε και σχεδόν την τύλιξε σαν μανδύας «δε θα σε ξαναδώ ξανά, σωστά;», είχε πει χωρίς να με ρωτάει πραγματικά. Νομίζω ότι την απάντηση την ήξερε και την αποστρεφόταν. Εγώ, που επειδή ντρεπόμουν είχα αρχίσει να ντύνομαι, δεν της απάντησα ποτέ, απλά έφυγα και την άφησα εκεί, γυμνή στο παράθυρο, τυλιγμένη σ’ ένα θολό νέφος από μικρή θλίψη και ένοχα μυστικά.

Δεν ξέρω πώς μου είχε έρθει η Άννα στο μυαλό, σίγουρα μία αφορμή ήταν εκείνη η αξέχαστη ατάκα που μου είχε πει με το καυλί μου στο χέρι έτοιμη να το ρουφήξει, αλλά νομίζω ότι έφταιγε και η φορτισμένη σεξουαλικά στιγμή. Είχα χρόνια να τη σκεφτώ πλέον, αλλά προφανώς τόσο η στιγμή καθαυτή, αλλά και η ερωτική φόρτιση της ημέρας την έφεραν εντατικά στις σκέψεις μου. Η θύμησή, πάντα ερωτική, με καύλωσε και χωρίς να το πάρω είδηση, ο πούτσος μου φούσκωσε ελαφρώς. Το αφηρημένο ύφος μου, παραδόξως, παρατήρησε όχι η Αθηνά – η οποία ήταν απασχολημένη στο να προσπαθεί να κάθεται όσο λιγότερο αποκαλυπτικά γίνεται μεν, αλλά την παρακολουθούσα ότι συνέχιζε να παίρνει μάτι το σώμα του Νίκου όποτε είχε την ευκαιρία, αλλά η Ρία είπε έσκυψε, όπως καθόμασταν απέναντι σε μία στιγμή που ο Νίκος με την Αθηνά μιλούσαν για το τοπίο και μου είπε σιγανά «Δεν περνάς καλά Αντώνη; Φαίνεται να είσαι αλλού» με λίγο σκληρό, αλλά και παραπονεμένο ύφος. Βιάστηκα να χαμογελάσω και ταυτόχρονα συνειδητοποίησα ότι έτσι όπως είχε σκύψει το στήθος της, κι εκείνες η θεσπέσιες σκούρες ρώγες, ήταν εκατοστά από τα χέρια μου. «Όχι Ρία, όλος εδώ. Απλά ξεχάστηκα για λίγο, κάτι μου πέρασε από το μυαλό» είπα. Και με ένα ελαφρύ χαμόγελο πρόσθεσα «Υπόσχομαι, όλος δικός σου».

Μειδίασε, αλλά καλότροπα. Βάζοντας λίγο συνωμοτικά το χέρι στο πλάι από το στόμα της είπε ακόμη πιο ψιθυριστά για να μη μας ακούσουν ο Νίκος και η Αθηνά «Όλος δικός μου, ε; Δεν ξέρω Αντώνη, ό,τι και αν σκεφτόσουνα φαίνεται σε είχε απορροφήσει πολύ έντονα» είπε λίγο ειρωνικά και μου έκανε ένα νόημα με τα μάτια προς τα κάτω. Κοίταξα και είδα τον πούτσο μου μισοσηκωμένο. Κοκκίνισα κατευθείαν, τόσο που αισθάνθηκα – παρόλη τη ζέστη – το πρόσωπό μου να ανάβει. «Ωχ ρε συ Ρία, συγγνώμη» τραύλισα. «Να, ξέρεις. Η ελευθερία φταίει…» πήγα να αστειευτώ, άχαρα κατά βάση. «Μη κουράζεσαι Αντώνη, δεν είναι ότι με χάλασε κιόλας» είπε με πιο πονηρό χαμόγελο τώρα. «Απλά έλεγα μήπως από το να χάνεσαι στις σκέψεις σου μήπως θα ήταν καλύτερα να δεις το τοπίο γύρω σου» είπε κλείνοντάς μου το μάτι. «Να, δες τα παιδιά πόσο το διασκεδάζουν» είπε κοροϊδεύοντας και όντως η Αθηνά κι ο Νίκος εκείνη τη στιγμή έδειχναν απόλυτα απορροφημένοι να συζητάνε το μέγεθος της ακτής, την ακριβή της τοποθεσία κλπ. Γελάσαμε μαζί με το ιδιωτικό μας αστείο κι όταν η Αθηνά είπε λίγο παραπονεμένα, αλλά και σχετικά θιγμένα «ε, θα μας πείτε κι εμάς να γελάσουμε;» η Ρία της είπε λίγο πειραχτικά «Έλα βρε Αθηνά, όλα να τα μαθαίνεις πια. Τόση ώρα εσείς τι λέτε με τον Νίκο πια;».

Δε νομίζω ότι η Ρία ήθελε να είναι δεικτική στην απάντησή της. Αν μη τι άλλο, νομίζω ότι ήταν μία ειλικρινής και καλοπροαίρετη προσπάθειά της για χιούμορ, αλλά ακούστηκε λίγο καυστική. Και, όπως και να έχει, είχε δίκιο. Ήταν λίγο φανερό ότι ο Νίκος προσπαθούσε να μονοπωλήσει την προσοχή της Αθηνάς, για προφανείς λόγους και ότι εκείνη του το επέτρεπε. Ήμουν σίγουρος ότι οι συζητήσεις του την έπλητταν, η Αθηνά δεν ήταν άνθρωπος που θα καθόταν εύκολα σε μία βαρετή, διανοητικά, παρέα. Προφανώς, όμως, η γύμνια του Νίκου έπαιζε ένα ρόλο στο πόσο διατεθειμένη ήταν ξαφνικά να τον ακούει να φλυαρεί ανώφελα για την κάθε μαλακία. Βασικά εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι και οι δύο γυναίκες, η κάθε μία με τον τρόπο της, ουσιαστικά διασκεδάζανε με την ιδέα του γυμνού. Ασφαλώς η Αθηνά μπορεί να συμπεριφερόταν πιο συνεσταλμένα από τη Ρία ή η Ρία μπορεί να ήταν διατεθειμένη να αστειευτεί πιο ανοιχτά για το θέμα, αλλά αυτό ήταν απλά ο χαρακτήρας κάθε μίας. Και δεδομένου ότι, βεβαίως είχαν και οι δύο τις αναστολές τους και, περισσότερο απ’ όλα, ήταν και οι δύο με τους συζύγους τους ο αδιαμφισβήτητος σεξουαλισμός, αν όχι ερωτισμός, της κατάστασης τις είχε επηρεάσει. Εννοείται και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι και οι δύο ήταν, πλέον, ελαφρώς ζαλισμένες. Πάντως η Αθηνά μετά το σχόλιο της Ρίας έκανε να αντιλαμβάνεται λίγο ξαφνικά ότι η συμπεριφορά της ήταν πιο έκδηλη απ’ ότι έπρεπε και συμμαζεύτηκε απότομα και ξαφνικά.

«Θα βρούμε και τον μπελά μας εδώ που μας φέρατε», μου ψιθύρισε συριστικά. «Η Ρία μπορεί να ζηλεύει, πόσο θα κάτσουμε;» με ρώτησε γυρνώντας το κεφάλι στο πλάι. «Η Ρία δε νομίζω ότι ζηλεύει, τουλάχιστον όχι παραπάνω απ’ ότι πρέπει να ζηλεύεις κι εσύ, ε;» της απάντησα κοφτά. Αιφνιδιάστηκε ελαφρώς από αυτό, «ναι, βέβαια… Αντώνη, εννοείται», είπε και είμαι σίγουρος ότι το εννοούσε. «Βέβαια, λίγο έχει κολλήσει το ματάκι σου…» της είπα με νόημα. Σοβάρεψε ακόμη περισσότερο. «Χέστηκα για τη Ρία» μου είπε άξαφνα, «μήπως έχεις εσύ πρόβλημα; Αντώνη αν δεν αισθάνεσαι εσύ άνετα φεύγουμε, δε θέλω να διακινδυνέψουμε τίποτα εδώ», μου είπε με σοβαρό ύφος. Θα το σκεφτόμουν αυτό που μου είπε, αλλά πλέον ό,τι σκέψεις ήταν να κάνω τις είχα κάνει. Και ό,τι αποφάσεις ήταν να πάρω τις είχα πάρει. Ήμασταν εκεί για να διασκεδάσουμε, βεβαίως ήταν μία πιο … ενήλικη επιλογή, αλλά στην εντέλει δεν ήταν πια και κάτι περισσότερο σπουδαίο. Της είπα κάτι αντίστοιχο και την έπεισα να χαλαρώσει.

Όπως και να έχει η ώρα περνούσε και μιλώντας περί ανέμων είχαμε κλείσει ήδη μισή ώρα στην παραλία. Παρατήρησα ότι η Ρία όποτε έβρισκε αφορμή καθόταν με τα χέρια της τεντωμένα πίσω, τους ώμους μπροστά, γεγονός που έκανε το υπέροχο στήθος της να προβάλει ακόμη πιο ερωτικά – και που ευθυνόταν και τον πούτσο μου που ήταν ελαφρώς πρησμένος. Η Αθηνά βεβαίως το είχε καταλάβει σε κάποιο βαθμό, αλλά αφενός η Ρία το έκανε, αλλά όχι απροκάλυπτα και αφετέρου η κουβέντα μας προηγουμένως φαινόταν να την είχε καθησυχάσει. Έκανα ένα νόημα στον Νίκο και αμέσως βρέθηκε και δεύτερο θερμό με το καλοκαιρινό του ποτό. Δε θα κουράσω με τις αντιστάσεις που φέρανε και οι δύο κοπέλες, ήταν ξεκάθαρο ότι και οι δύο αισθανόταν το αλκοόλ που είχαν καταναλώσει από το πρωί και δε θέλανε, εύκολα τουλάχιστον, να συνεχίσουν. Παρόλα αυτά λίγο εγώ, πολύ ο Νίκος τις καταφέραμε και μέχρι να κλείσουμε τα πρώτα 40’ στην παραλία ο Νίκος είχε κεράσει από (άλλα) δύο σφηνάκια στον καθένα. Παρατήρησα ότι τόσο η Ρία όσο και η Αθηνά είχαν επηρεαστεί σχεδόν το ίδιο, δείχνανε σημάδια υπνηλίας (ήταν και ο ήλιος και η ζέστη) ενώ και οι ομιλίες και των δύο ήταν ελαφρώς, πλέον, συρτές και τραβηγμένες. Επίσης οι κινήσεις τους είχαν γίνει πιο νωχελικές, οι αντιδράσεις τους πιο στρογγυλεμένες. Δεν ήταν μεθυσμένες, σε καμία περίπτωση, αλλά πλέον δεν ήταν και ok με κανέναν τρόπο.

Ο Νίκος δεν ήταν και πολύ μακριά πίσω τους, εξάλλου έπινε κι αυτός από το πρωί μαζί τους και, παρόλο που έδειχνε γερό ποτήρι, αναμφισβήτητα είχε ζαλιστεί αρκετά κι αυτός. Γεγονός που τον έκανε ολοένα και πιο επιδεικτικό με το πέος του, που πλέον ήταν ξεκάθαρα μισοσηκωμένο, που επίσης έδειχναν να το παρατηρούν ολοένα και πιο απρόσεχτα πλέον και οι δύο κοπέλες. Η Ρία συνέχιζε, με μεγαλύτερη πλέον συχνότητα, να προβάλει το στήθος της ενώ πρόσεξα ότι και η Αθηνά είχε πλέον κατεβάσει τα χέρια και έδειχνε τα βυζιά της χωρίς συστολές, που ξεσήκωνε τον Νίκο ορατά.

Κάπου εκεί πρότεινα να πάμε για καμία βουτιά και γιατί γινόμασταν όλοι λίγο πιο νωχελικοί ενώ ήταν ακόμη νωρίς και γιατί το σκεφτόμουνα από τη στιγμή που φτάσαμε και ήθελα απλά να σβήσω την κούραση της κατάβασης στη θάλασσα εδώ και ώρα. Τα κορίτσια συμφώνησαν με κέφι. Τιτιβίζοντας σχεδόν σηκώθηκαν για να πάνε στην άκρη της θάλασσας, χαμογελώντας και οι δύο, όμορφες και μισόγυμνες. Ο Νίκος βρήκε την ευκαιρία για πρώτη φορά μετά από ώρα να έρθει κοντά μου και με τη δικαιολογία να τοποθετήσουμε λίγο καλύτερα μια ομπρέλα μου είπε γρήγορα και σιγανά «Ρε Αντώνη κι εγώ έσκασα τόση ώρα, αλλά δεν περιμένουμε… ξες; Να έρθουν ξανά να μας κάνουν παρατήρηση;». «Νίκο κι εγώ γι' αυτό το καθυστέρησα τόση ώρα, αλλά είμαστε εδώ 45’ και κανένας δε μας έχει πλησιάσει. Έχει κι ελάχιστο κόσμο, είτε θα έρθει κάποια όπως σου υποσχέθηκε ο φίλος σου είτε όχι, αλλά παραζαλιστήκατε όλοι νομίζω και μια βουτιά τη χρειαζόμαστε», του είπα χαμηλόφωνα. «ναι ναι μωρέ» βιάστηκε να συμφωνήσει, «απλά να… δε νομίζω να θέλεις να το αφήσουμε εδώ το… θέμα», είπε προσέχοντας μην ακουστεί. «Να μην τα βγάλουν κι οι κοπέλες;» ρώτησε περιμένοντας. Δεν άργησα να απαντήσω, όλες οι αποφάσεις για την ημέρα είχαν τελειώσει « ναι ρε, κι εγώ θέλω» του είπα, «δεν κάνουμε πίσω. Αλλά θα λιώσουμε σε λίγο… κοίτα» του πρότεινα, «δε θα πάμε βαθιά, εδώ στην άκρη. Όποιος θέλει να μας βρει θα μας βρει το ίδιο εύκολα» τον καθησύχασα. «Ναι ναι, ok ok» βιάστηκε να συμφωνήσει και πήγαμε να βρούμε τις γυναίκες στην θάλασσα.

Είχαν ήδη μπει μέχρι τη μέση και συζητούσαν ευχάριστα μεταξύ τους, πλέον σχεδόν ανέμελες με τη μισή τους γύμνια. Μου άρεσε που έβλεπα και τις δύο άνετες πλέον, και ιδιαίτερα βεβαίως την Αθηνά που με ένοιαζε και περισσότερο. Όταν φτάσαμε στη θάλασσα, ολόγυμνοι κι οι δύο, η Ρία μάλιστα ξεκίνησε πρώτη να μας γιουχάρει με επιφωνήματα παιχνιδιάρικα και τους δύο και με χαρά συνειδητοποίησα ότι, μετά από μία μικρή παύση, την ακολούθησε κι η Αθηνά. Χαζογελούσαμε κι εμείς μαζί τους καθώς τις φτάναμε, η κρυστάλλινη θάλασσα λαμπύριζε σμαραγδένια και μας έφτιαχνε όλους τη διάθεση. Συνέχιζαν να μας πειράζουν με σφυρίγματα και ατάκες του στυλ «ω τι γκόμενοι έρχονται, τι κορμιά» κλπ και σύντομα το πείραγμα χόντρυνε λίγο με τη Ρία να λέει «και πουτσαράδες ε;» γελώντας έντονα. Μου άρεσε που η Αθηνά δεν κόλλησε, αλλά συμμετείχε αυτή τη φορά σχεδόν κατευθείαν «κάτσε να δούμε, μη βιάζεσαι. Το νερό είναι και λίγο κρύο», με το οποίο γελάσαμε όλοι μας ακόμη περισσότερο. Αρπάξαμε την ευκαιρία και με τον Νίκο κι ανταποδίδαμε παρόμοια «ω ρε κάτι γκομενάρες» κλπ. Επειδή δεν ήθελα να αφήσω την ευκαιρία να χαθεί το χόντρυνα κι εγώ «ρε Νίκο τι μουνάκια γυναίκες έχουμε» είπα με άνεση που δε μου έβγαινε κι αυθόρμητα, αλλά οι γυναίκες, έχοντας μπει κι η ίδιες σε αντίστοιχο παιχνιδιάρικο κλίμα, γέλασαν.

Η Ρία σηκώθηκε, το νερό της ήταν μέχρι τη μέση όπως και της Αθηνάς, και γυρίζοντας λίγο πλάτη κούνησε – και καλά στον Νίκο – παιχνιδιάρικα τον κώλο της. Είδα βεβαίως ακαριαία το βλέμμα της να διασταυρώνεται και με το δικό μου. Εκείνος έκανε ότι τον έπιασε μανία και γελώντας βούτηξε στα ρηχά αρπάζοντας την και τραβώντας την μαζί του κάτω από το νερό. Βγήκαν αγκαλιασμένοι γελώντας, ο Νίκος πίσω από τη Ρία με τα χέρια του τυλιγμένα κάτω από τις βυζάρες της. Κοίταξα την Αθηνά με ένα ύφος δηλαδή εγώ παραπονεμένος θα μείνω;… και αφού κοντοστάθηκε ελάχιστα ρίχνοντας μία ένοχη ματιά προς τον Νίκο και τη Ρία που την κοιτούσαν τώρα αγκαλιασμένοι σηκώθηκε κι αυτή με μια έκφραση εντάξει, θα παίξω και πάτησε τα βυζιά της ανάμεσα στα χέρια της φωνάζοντας «αγάπη εγώ έτσι θα μείνω, μόνη κι έρημη;» γελώντας, λίγο αμήχανα ακόμη βέβαια. Δε νομίζω ότι η Αθηνά θα είχε ποτέ φανταστεί να το κάνει αυτό μπροστά σε τρίτους και η εξέλιξη με καύλωσε ακόμη περισσότερο, βλέποντάς τη να απελευθερώνεται με τον τρόπο της. Γελάσαμε όλοι, ο Νίκος πιο δυνατά απ' όλους θα έλεγα πετώντας και ένα «τρέξε γείτονα μη σε προλάβουν άλλοι», και βούτηξα κι εγώ παίρνοντας την Αθηνά αγκαλιά.

Καθόμασταν με το νερό να μας μέχρι τη μέση γιατί μετά από δέκα βήματα σχεδόν ξεκινούν βράχια στον πυθμένα και καμιά από τις κοπέλες δεν ήταν διατεθειμένη να κολυμπήσει από πάνω. Η Αθηνά που γούσταρε συνήθως να ξανοίγεται προφανώς από κόπωση ή τη ζαλούρα, αλλιώς δεν μπορούσα να φανταστώ να αφήνει την ευκαιρία να πηγαίνει χαμένη. Για τη Ρία δεν ήξερα τα γούστα της, επομένως δεν είχα κι άποψη. Κατάλαβα όμως ότι, σαν κι εμένα, δεν ήταν πολύ της θάλασσας – εγώ σπάνια κολυμπούσα για πάνω από πέντε λεπτά γιατί το βαριόμουν. Ο Νίκος ήταν εκείνος που διαμαρτυρήθηκε πιο έντονα από όλους γιατί ήταν ξεκάθαρο ότι ήθελε να κολυμπήσει πιο βαθιά, αλλά με μικρή ανακούφιση τον είδα να υποχωρεί στις διαθέσεις της παρέας, δεν είχα όρεξη να τρέχω πίσω του και να προσπαθώ να τον φτάσω. Έτσι όπως καθόμασταν χαμηλά, γονατιστά σχεδόν για να μας σκεπάζει το νερό τα στήθη και των δυο γυναικών ήταν συχνά πάνω από το νερό. Έβλεπα τον Νίκο να παίρνει μάτι την Αθηνά, αλλά κι εγώ ξεκολλούσα με δυσκολία τα μάτια μου από τη Ρία.

Καθώς ήμουν πίσω από την Αθηνά δεν έβλεπα την έκφρασή της, αλλά το χέρι της συχνά έβρισκε τον πούτσο μου στην πλάτη της και μου τον χάιδευε απαλά. Νομίζω ότι αντίστοιχες κινήσεις έβλεπα να κάνει κι η Ρία και μια δυο φορές που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας με τον Νίκο μου έκλεισε το μάτι πονηρά και του χαμογέλασα με τον ίδιο τρόπο. Κακά τα ψέματα, ήταν πολύ καυλωτική η όλη εμπειρία και νομίζω ο ελαφρύς ερωτισμός της στιγμής μας είχε συνεπάρει όλους, σίγουρα όχι με τον ίδιο τρόπο τον καθένα, αλλά όλους. Ο πούτσος μου είχε αρχίσει να μεγαλώνει με όλες αυτές τις σκέψεις κάτω από το νερό και εξαιτίας των χειρισμών της Αθηνάς πίσω από την πλάτη της. Γύρισε και μου ψιθύρισε στο αυτί «καύλωσες αγάπη μου» και η χροιά της φωνής της ήταν πονηρή, αλλά γλυκιά, η ανάσα της λίγο αλκοολική αλλά ζέστη. «Πολύ μωρό μου» της είπα χουφτώνοντας ελαφρά το στήθος της και μ’ έκανε εντύπωση που δεν έδειξε να ενοχλείται από την κίνηση μπροστά στους άλλους, αν και εκείνη τη στιγμή ήταν και κάτω από το νερό, παρά βρήκα μία ρώγα ερεθισμένη και στητή. «Καύλωσες με εμένα, με τη Ρία ή που με βλέπει ο Νίκος τόση ώρα;» με ξαναρώτησε, παίζοντάς μου τον πούτσο βασανιστικά πίσω από την πλάτη της. «Με όλα αυτά μωρό μου», της είπα και χάιδεψα τη ρώγα της. «Ανώμαλε» μου απάντησε λίγο περιπαιχτικά και γύρισε να με αγκαλιάσει. «Άντε, να το θυμάσαι αυτό το καλοκαίρι να μη μου λες συνέχεια ότι δεν είμαι τολμηρή» είπε και με φίλησε. Ο πούτσος μου μισοσηκωμένος στην κοιλιά της.

Παρατήρησα ότι και τα παιδιά ήταν σε μια ανάλογη περίπτυξη λίγο πιο πέρα. «Εσύ;» τη ρώτησα κοιτώντας τη στα μάτια μετά το φιλί, «καύλωσες μωρό μου;». Με κοίταξε λίγο αινιγματικά και μου είπε με ένα μικρό χαμόγελο «καλά είναι». «Τι καλά;» επέμεινα. «Καλά» μου είπε και πάλι με ένα τζοκόντιο χαμόγελο. «Λίγο άδικο όμως …» της πέταξα αστειευόμενος. «Τι εννοείς;» με ρώτησε γελαστά, το ένα χέρι της γύρω από τον λαιμό μου και το άλλο να μου χαϊδεύει τον πούτσο διαρκώς. «Ε, να», της είπα λίγο περιπαικτικά κι εγώ, «εγώ είμαι τελείως γυμνός…». «Χμ…» είπε και το χέρι της είχε σφίξει γύρω από το παλούκι μου τώρα. Καταλάβαινα πλέον ότι είχε ερωτική διάθεση και το χαιρόμουν ιδιαίτερα, αν και – ακόμα – φοβόμουν μια αναδίπλωσή της γενικότερα. «Είναι πράγματι άδικο» είπε και με φίλησε, αυτή τη φορά η γλώσσα της υγρή στα χείλια μου, σημάδι ότι η όλη φάση της προκαλούσε και της ίδιας ερωτισμό. «Άρα θα το σκεφτόσουν να έβγαζες κι εσύ το μαγιό σου;», της είπα. «Δε θα σε πείραζε;», ρώτησε και μου έγλειψε τα χείλια μια ακόμη φορά καθώς το χέρι μου πλέον ταξίδευε πλέον στον κώλο της, που επίσης μόνο δε φαινόταν να την ενοχλεί άμα φαινόταν, αλλά την έκανε να τυλίξει και τα πόδια της γύρω μου κάνοντας το σαφές ότι της άρεσε που την χούφτωνα.

Αποφάσισα να μην το ταλαιπωρήσω και της είπα απλά «όχι, θα με καύλωνε ακόμα περισσότερο». Με εξέπληξε λέγοντας μου «άμα είναι έτσι τότε ναι, θα το έβγαζα» είπε με καυλωμένη φωνή. Δεν ήξερα αν ήταν η ημέρα, το αλκοόλ, η γύμνια μου, η γύμνια της, η γύμνια του Νίκου και της Ρίας ή, μάλλον και όλα αυτά μαζί, αλλά δε μ' ένοιαζε κιόλας. Απολάμβανα την καύλα της, ήταν κάτι καινούργιο και ανανεωτικό και συναρπαστικό και ο λόγος που είχαμε έρθει μέχρι εκεί. Ό,τι τελευταίες αμφιβολίες είχαν διαλυθήκαν κι έμεινα να απολαμβάνω τη γυναίκα μου καυλωμένη και ημίγυμνη μπροστά σε κόσμο, γεγονός που με καύλωνε ακόμα περισσότερο. Σα να διάβασε τη σκέψη μου μού είπε καυλιάρικα «ανώμαλε… θες να με δει ο Νίκος ή να πάρεις μάτι την Ρία;». Και πάλι ήμουν λιγόλογος «και τα δύο», της είπα. «Αλλά το ξέρεις ότι μαζί σου καυλώνω στο τέλος» της είπα και το εννοούσα απόλυτα. «Το καλό που σου θέλω» μου είπε σαρκαστικά. «Παρεμπιπτόντως» της είπα γελώντας πονηρά, «άμα συνεχίσεις να μου τον παίζεις έτσι δε θα μπορώ να βγω από τη θάλασσα». «Μπα; Γιατί;» είπε ειρωνικά, «τόσο κόπο κάνει η Ρία, ας το δει τουλάχιστον σ' όλο του το μεγαλείο». «Μόνο η Ρία κάνει κόπο;» της απάντησα εξίσου ειρωνικά, «γιατί δε σε βλέπω κι εσένα να πηγαίνεις πίσω. Ευτυχώς δηλαδή που δεν υπολείπομαι κιόλας». Γέλασε και μ' αγκάλιασε, «μπορεί ο Νίκος να τον έχει μικρότερο, αλλά έχει άλλα χαρίσματα» είπε και με μια κίνηση αποδεσμεύτηκε από την αγκαλιά μου κι έκανε μια μικρή ανάποδη βουτιά προς τα πίσω που έφερε το στήθος της και τις τεντωμένες της ρώγες να καμπυλώνουν έξω από το νερό.

Παρατήρησα ότι ο Νίκος δεν έχασε ούτε κι αυτήν την ευκαιρία να δει την Αθηνά, αλλά ούτως ή άλλως το βλέμμα του ήταν κολλημένο επάνω της, όπως και το δικό μου στη Ρία εξάλλου όποτε είχα την ευκαιρία. Την έπιασα παιχνιδιάρικα κι αυτή τη φορά της χούφτωσα τον κώλο και με τα δύο χέρια, ο πούτσος μου, μισοφουσκωμένος ακόμη, τριβόταν στο μαγιό της από κάτω. Προφανώς φάνηκε κάτω ανάμεσα από τους μηρούς της καθώς είδα τον Νίκο να κάνει έξτρα προσπάθεια να δει, όπως είχε κι αυτός τη Ρία στην αγκαλιά του. “Σιγά αγάπη” μου είπε η Αθηνά στο αυτί πάλι, “είπαμε να καυλώσεις, όχι να κάνουμε και live show”, πρόσθεσε με μία μικρή γκριμάτσα αποδοκιμασίας αυτή τη φορά. Πήγα να το διασκεδάσω και είπα γελώντας “έλα μωρέ, ένα μικρό show”. Αυτή τη φορά σταμάτησε να κολυμπάει και με κοίταξε σοβαρά στα μάτια, όταν μίλησε ο τόνος της ήταν της Αθηνάς που ήξερα πάντα, συγκροτημένη, σοβαρή, σε έλεγχο «Αντώνη με έχεις για ανόητη;» μου είπε και, για λίγο, η φωνή της ήταν καθαρή, το βλέμμα της οξυδερκές. «Τι εννοείς…» ψέλλισα. «Ξέρω ότι δεν ήρθαμε τυχαία εδώ Αντώνη. Και καταλαβαίνω ότι το κυνήγησες. Σε ποιο βαθμό δεν είμαι σίγουρη, αλλά τυχαίο δεν είναι. Για να ξέρεις λοιπόν», μου είπε και αυτή τη φορά με αγκάλιασε ξανά, πιάνοντας το ένα μου χέρι και οδηγώντας το στον κώλο της ξανά, «αποφασίζω να συμμετέχω, να ζήσουμε και οι δύο μία εμπειρία χωρίς αναστολές γιατί, και μόνο εκεί σου δίνω ελάχιστο δίκιο, μάλλον όντως το χρειαζόμασταν. Ιδιαίτερα μετά τα… τελευταία χρόνια τέλος πάντων». Απέμεινα να την κοιτάω σκεπτικός «μην συννεφιάζεις όμως» πρόσθεσε και μου τρίφτηκε παιχνιδιάρικα «έχω πάρει την απόφαση αφού είμαι εδώ να το απολαύσω κι εγώ όσο γίνεται. Επομένως να σου φύγει και το άγχος. Και να πεις και στον Νίκο να σταματήσει με τα σφηνάκια, αρκετά γκολ έχουμε γίνει όλοι» είπε και μου χάιδεψε πάλι τον πούτσο. Αθηνά, σκέφτηκα, όποτε ξεχνάω τι με μαγνητίζει σε εσένα δε ξεχνάς να μου το θυμίσεις. «Χαίρομαι αγάπη», της είπα και της δάγκωσα απαλά το αυτί. «Όντως νομίζω ότι χρειαζόμαστε λίγο παιχνίδι, λίγο σασπένς». Μου έκανε ένα μικρό νεύμα ότι συμφωνούσε.

Τη χούφτωσα πιο εμφατικά. «Αλλά τα σφηνάκια ο Νίκος τα πλασάρει μόνος του, δεν ξέρω τι προθέσεις έχει πια» της είπα βγάζοντάς της γλώσσα. Γέλασε και πίεσε τη λεκάνη της επάνω μου «χμ… ο ανώμαλος και ο σάτυρος… δεν ξέρω ποιος από τους δυο σας είναι χειρότερος» είπε με μισόκλειστα μάτια. «Είμαι αρκετά ζαλισμένη πάντως, γι’ αυτό και ήθελα να σου πω ό,τι σκεφτόμουν πριν γίνουμε χειρότερα». Με είδε που την κοιτούσα με ένα χαζό χαμόγελο. «Που δε χρειάζεται άλλο, φτάνει» είπε εμφατικά. «Επιπλέον, βλάκα, εσύ έχεις να μας οδηγήσεις μέχρι πίσω», πρόσθεσε με το ένα χέρι στη μέση. «Εγώ είμαι μια χαρά» της είπα παιχνιδιάρικα. «Ναι…», είπε με προσποιητή καχυποψία, «κι αυτό ύποπτο. Αλλά όλα ύποπτα είναι σήμερα. Άντε πάμε προς τα παιδιά, αρκετά. Θα νομίζουν ότι το κάνουμε κιόλας τόση ώρα», είπε και έκανε να με αφήσει. «Ε, μετά αυτό» της είπα και την τράβηξα για ένα φιλί ακόμα. «Ανώμαλε» είπε ξανά και έκανε να φύγει και ξεκίνησε να κολυμπάει για να καλύψει τη μικρή απόσταση που μας χώριζε από τη Ρία και τον Νίκο. «Αυτό δεν ήταν όχι» της είπα ακολουθώντας την στενά από πίσω, εν μέρει για να μου κρύβει και το καυλωμένο μου, πλέον, πέος.

Φτάσαμε πιο κοντά τους, συνειδητοποίησα ότι ο Νίκος τριβότανε έντονα στον κώλο της Ρίας, η οποία έδειχνε να το δέχεται χωρίς έντονο ενθουσιασμό. Μάλιστα, αντίθετα με εμένα και την Αθηνά που, ειδικά μετά την τελευταία κουβέντα, είχαμε ένα ιδιαίτερα καλό κλίμα αναμεταξύ μας η Ρία έδειχνε σχετικά ενοχλημένη. Δεν την αδίκησα κι ούτε μου ήταν και δύσκολο να μαντέψω τον λόγο. Ο Νίκος έκανε σαν διψασμένος με το που πατήσαμε το πόδι μας στην περιοχή. Προφανώς το είχε παρακάνει - και μάλλον του είχε γίνει και σχετική σύσταση φτάνοντας κοντά τους άκουσα να σιγομουρμουράνε μεταξύ τους με τον Νίκο να λέει “καλά ρε μανάρι μου, συγγνώμη εντάξει εντάξει”, με τη Ρία να απαντά εκνευρισμένα και με φωνή που δεν τα κατάφερε και πολύ καλά να κρατήσει σιγανή "ε φτάνει, κάνεις σαν λιμάρι και με φέρνεις πλέον σε δύσκολη θέση. Αν συνεχίσεις σηκώνομαι να φύγω”. Προφανώς τους άκουσε και η Αθηνά και, παρόλο που δεν ξέρω αν κατάλαβε ακριβώς τι λέγανε, από το ύφος της Ρίας θα συμπέρανε κι αυτή ότι η στιγμή ήταν λίγο τεταμένη κι έκοψε ταχύτητα περιμένοντάς με. Όλα αυτά διήρκησαν ελάχιστα, αλλά ήταν προφανές ότι όταν φτάσαμε πάλι κοντά ο Νίκος είχε καταλαγιάσει λίγο στη συμπεριφορά. Δε με χάλασε, δεν είχα άσχημη εντύπωση για τον Νίκο γενικά, μου φαινότανε πάντα εντάξει τύπος, λίγο λαϊκός ενίοτε στη συμπεριφορά, αλλά κι αυτό από επιλογή θα έλεγα. Όχι όμως και προσποιητά, ήταν ενίοτε πιο άγαρμπος μεν, αλλά και πιο άμεσος δε. Είχε αρχίσει όμως να μου φαίνεται και λίγο μαλάκας από τις σκηνές και μετά, επομένως ένα συμμάζεμα από τη Ρία μάλλον, αισθανόμουν, ότι δεν έβλαπτε. Παρόλα αυτά, ακόμα και γι' αυτό δεν τον πολύ-αδικούσα, ήταν για όλους μας καινούργια η εμπειρία και, κακά τα ψέματα, τόσο αυτός όσο κι εγώ, προσπαθούσαμε να τη ρουφήξουμε όσο περισσότερο γινότανε.

Αυτό που με εξέπληξε ήταν η απρόσμενη παρέμβαση της Αθηνάς, που πραγματικά με ξάφνιασε “Ρία μου μην ταλαιπωρείσαι άδικα”, είπε κολυμπώντας κοντά στα παιδιά χωρίς να κάνει ιδιαίτερη προσπάθεια να κρύβει το γεγονός ότι μου έπιανε, ακόμη, τον πούτσο. Απεναντίας, μου φάνηκε ότι, δεδομένης της σχετικής ατολμίας της σε αυτά, έκανε ότι προφανές μπορούσε, με το να είναι μπροστά μου μεν, αλλά σε ικανή απόσταση και με το χέρι της επιδεικτικά πίσω από την πλάτη της. “Τόσο κόπο κάνανε να μας τραβήξουν μέχρι εδώ, γι’ αυτό ήρθανε για να κάνουνε σαν λιμάρια” είπε με ένα πονηρό χαμόγελο. Γελάσανε και οι δύο, τόσο ο Νίκος όσο και η Ρία, η οποία δεν έχασε και την ευκαιρία να πει αμέσως “Αθηνά τότε έχουμε κι εμείς δικαίωμα να κάνουμε το ίδιο” είπε και έκανε και καλά λοξά το κεφάλι της για να πάρει μάτι. Η Αθηνά ανταπόδωσε, κάνοντας μία κίνηση στο πλάι, αρκετά για να φανεί ότι όντως, μου τον είχε στο χέρι της. Η Ρία χασκογέλασε, αλλά και έκανε ένα “μ...” και έκανε την αντίστοιχη κίνηση - το χέρι της τυλιγμένο γύρω από την ξεκάθαρη στύση του Νίκου. Η Αθηνά έβγαλε ένα αναπάντεχο “Ωχ!” και γέλασε κανονικά τώρα, που μας συνεπήρε όλους σε ένα γενικότερο γέλιο. Η όποια αμηχανία υπήρχε μέχρι τότε διαλύθηκε με αυτές τις παιχνιδιάρικες ανταλλαγές, ήταν προφανές ότι όλοι μας είχαμε μία ερωτική διάθεση και, προφανώς, όλοι πλέον είχαν τη διάθεση να, τουλάχιστον, παίξουν με αυτό.

Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκα να μας πλησιάζουν 3 άτομα, δύο γυναίκες και ένας άντρας, που μάλιστα έδειχναν να συζητούν και έντονα μεταξύ τους. Κοιταχτήκαμε φευγαλέα με τον Νίκο, μία αλληλοσυνεννόηση που δε χρειαζόταν λόγια. Και δε θα μπορούσαν να έρθουν σε πιο κατάλληλη στιγμή, σκέφτηκα, ακόμη και αν το ζητούσαμε. Πάντως η κουβέντα ακουγόταν αρκετά ρεαλιστική και σε έντονους τόνους, ξεκάθαρη αρχηγός του γκρουπ ήταν μία κυρία απροσδιορίστου ηλικίας, ανάμεσα στα πενήντα και στα εξήντα, με σώμα όμως έντονα γυμνασμένο και μαυρισμένο. Είχε ένα σκουλαρίκι στον αφαλό της, που της έδινε μία πολύ σεξουαλική εμφάνιση. Τα μαλλιά της βαμμένα ξανθά και πιασμένα σφιχτά σε μία αλογοουρά, βρεγμένα από τη θάλασσα, ολοκλήρωναν μία εικόνα που σου έδινε την εντύπωση σέξι σκύλας. Ήταν βεβαίως, ολόγυμνη, και το μουνάκι της - επίσης μαυρισμένο όσο και το υπόλοιπό της σώμα - ήταν ολότελα ξυρισμένο, με έντονα χείλη και μία κλειτορίδα που ξεχώριζε. Αισθάνθηκα τον πούτσο μου να φουσκώνει περισσότερο και η Αθηνά μου έριξε ένα πλάγιο βλέμμα προσποιητής αγανάκτησης. Συνοδευόταν από έναν συνομήλικο της κύριο, που όμως ήταν πιο αναμενόμενος στο σώμα σε σχέση με την ηλικία του, εμφανώς μαυρισμένος κι αυτός παντού, αλλά με μία μικρή κοιλίτσα, επίσης ολόγυμνος με ένα πέος μακρύ και σκούρο.

Αυτή τη φορά ήταν η Αθηνά που είπε ψιθυριστά “καλώς τον βρε” και χαχάνισε με τη Ρία που, λόγω της εγγύτητας, την άκουσε και έκανε ένα χαμηλόφωνο και παιχνιδιάρικο “αχά”. Μαζί τους ήτανε και μία νέα κοπέλα, όχι περισσότερο από τριάντα, με μακριά μαύρα μαλλιά, επίσης πιασμένα σε αλογοουρά, ένα έντονα μαύρο θαμνάκι στο εφηβαίο της και δύο σφριγηλά στήθη. Μιλούσε πολύ λιγότερο από τους άλλους δύο, οι οποίοι φαίνονταν να ήταν μπλεγμένοι σε μία έντονη διαφωνία. Φτάνοντας κοντά μας η φωνή της κυρίας επικράτησε πάνω από τις φωνές των υπολοίπων και την ακούσαμε ξεκάθαρα να λέει “δε με νοιάζει τι κάνει και τι λέει ο Μηνάς, τέλος πάντων δεν είναι ο μόνος που έρχεται εδώ ούτε και τον εξέλεξε κανείς εκπρόσωπο”, ο τόνος της σχεδόν αυτοκρατορικός, σου έδινε την εντύπωση ότι δεν ήταν συνηθισμένη να της φέρνουν αντιρρήσεις. Πρόσεξα ότι τόσο τον λαιμό της όσο και τον ένα της καρπό κοσμούσαν ένα περιδέραιο και ένα βραχιόλι ασορτί και εμφανώς ακριβά. Ήταν προφανές ότι κατευθύνονταν προς εμάς, εξάλλου ήμασταν και οι μοναδικοί που ήμασταν μέσα στη θάλασσα εκείνη την στιγμή και, επιπλέον, είχαμε αφήσει τα πράγματά μας κάτω από την ελιά, καταμεσής της παραλίας. Γυρίσαμε, επομένως, αναγκαστικά προς το μέρος τους όλοι μαζί. “Χαίρεται”, είπε με τον ίδιο τόνο που χρησιμοποιούσε προηγουμένως με τους υπόλοιπους του γκρουπ της να κοντοστέκονται ελαφρώς πιο πίσω, προφανώς η ιεραρχία του γκρουπ δεν ήθελε ιδιαίτερη εξήγηση.

Συστήθηκε ως κυρία Δέσποινα, τονίζοντας το κυρία σε περίπτωση που δεν αντιληφθήκαμε ότι καλά θα κάναμε να το θυμόμαστε. Δεν έχασε χρόνο σε κοσμιότητες και ούτε χαλάλισε λόγια σε τυπικότητες. “Είδατε τον Μηνά καθώς ερχόσασταν, είστε φιλοξενούμενοι απ’ ότι κατάλαβα”, είπε αυστηρά και ειδικά το φιλοξενούμενοι το είπε με συγκρατημένη αηδία, “γιατί, απ’ ότι φαίνεται, πλέον έχουμε και φιλοξενούμενους εδώ”, είπε σε κανέναν συγκεκριμένα, αλλά είδα τον κύριο και την κοπέλα να κοντοστέκονται ακόμα περισσότερο ενώ αισθάνθηκα και τον εαυτό μου να μαζεύεται εξαιτίας του τόνου της. “Εδώ είμαστε όλοι γυμνιστές, παρακαλούμε να φύγετε τώρα” πρόσθεσε χωρίς περιστροφές. Μείναμε όλοι λίγο με το στόμα ανοιχτό, εγώ και ο Νίκος προφανώς δε θα κάναμε και την οποιαδήποτε παρέμβαση ούτως ή άλλως, αλλά ο τόνος της ακουγόταν πραγματικά εκνευρισμένος και δε μου φαινόταν να μπλοφάρει• επίσης ήταν αγενής και απότομη, βεβαίως και περιμέναμε μία αυστηρή παρέμβαση, αλλά ο τρόπος της μας έπιασε απροετοίμαστους παρόλα αυτά. Της απάντησε η Ρία σχετικά επιδεικτικά “Αγαπητή”, παρατήρησα ότι δεν την αποκάλεσε ούτε κυρία ούτε τίποτα και ενδόμυχα την παραδέχτηκα, “δεν είναι ιδιωτική η παραλία, είναι; Έχουμε κάθε δικαίωμα να είμαστε εδώ ξέρετε” πρόσθεσε, και η φωνή της ήταν λίγο πιο συμβιβαστική εκεί προς το τέλος. Η Αθηνά παρενέβη και αυτή λέγοντας “Δε σας καταλαβαίνω κυρία Δέσποινα”, πάντοτε έτοιμη να φανεί τυπική, “δεν ενοχλούμε κανέναν και, απ’ ότι βλέπετε, δεν είμαστε με τα μαγιό κι εμείς” της είπε.

Η κυρία δεν κώλωσε, απεναντίας έδειξε να μην άκουσε καν τα σχόλια “οι άντρες σας κάνουν γυμνισμό, εσείς όχι. Αν ντρέπεστε να φύγετε και να σεβαστείτε ότι σε αυτήν την παραλία έρχονται άνθρωποι για να χαρούν τη φύση”, είπε και πάλι με ύφος. “Έχει πολλά μέρη που μπορείτε να πάτε κάτσετε χωρίς να συμβιβάσετε τη μικροαστική σας νοοτροπία” πρόσθεσε άκοπα και χωρίς σκέψη, σχεδόν σαν να της ήταν αδιανόητο να καταλάβει ότι ήταν και αφόρητα αγενής. Ο κύριος πίσω της πήγε να παρέμβει με ένα αδύναμο “Δέσποινα...” το οποίο το σταμάτησε η ίδια με ένα αυστηρό “Σιωπή Αλέκο, είναι όπως τα λέω. Ερχόμαστε εδώ για να έχουμε την ησυχία μας, όχι για να μας κοτσάρει τις ομπρέλες της η κάθε σεμνότυφη κυρία” είπε κάνοντας το “κυρία” να ακουστεί σαν βρισιά στην ουσία. “Τι θέλετε κυρία Δέσποινα;” πρότεινε η Αθηνά, προφανώς λίγο σοκαρισμένη και η ίδια από τον απότομο τρόπο, “πρέπει να φύγουμε;” της είπε και έκανε ένα νόημα να καταλαγιάσει τη Ρία η οποία, μάλλον, ήταν έτοιμη να αρπαχτεί. “Είτε να φύγετε αγαπητές”, είπε κοιτάζοντας τη Ρία που κοκκίνισε, “είτε να γδυθείτε. Δεν παραβιάσαμε εμείς τον χώρο σας, εσείς ήρθατε εδώ και οι κανόνες μας είναι απλοί και ξεκάθαροι για όλους”. Η κοπέλα πήγε να κάνει μία παρέμβαση κι εκείνη λέγοντας ένα σχεδόν παρακλητικό “κυρία Δέσποινα μήπως...”. Την έκοψε με την ίδια αναλγησία που είχε δείξει και προηγουμένως και έκανε δύο βήματα μπροστά, μπαίνοντας και η ίδια στη θάλασσα μέχρι τα γόνατα. Το γυμνασμένο της σώμα γυάλιζε μπρούτζινο και αγέρωχο κι εγώ δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το μάτι μου από την κλειτορίδα της, που ξεπρόβαλε μεγάλη και στρόγγυλη ανάμεσα από τα μουνόχειλά της. Έδειχνε να καταλαβαίνει την επίδραση που είχε η γύμνια της στους άλλους, σε καθυπόταζε.

Είδα και την Αθηνά να στέκεται με το στόμα λίγο μισάνοιχτο και μου έκανε κρυφή εντύπωση. “Κυρίες δε σας ενοχλήσαμε” είπε κοιτάζοντας πλέον από πάνω μας με τα χέρια της στη μέση της, “οι άντρες σας έχουν δείξει ότι μπορούν να δείξουν σεβασμό, απαιτώ να κάνετε το ίδιο ή, όπως σας είπα, να σηκωθείτε να φύγετε”, είπε με οριστικό τρόπο και έμεινε να κοιτάζει τόσο τη Ρία όσο και την Αθηνά. “Καλώς” πήγε να πει συμβιβαστικά η Αθηνά, “μόλις...”. Δεν την άφησε να τελειώσει. “Τώρα κυρία μου, αλλιώς να πάτε να προσβάλετε άλλους που να είναι διατεθειμένοι να ανεχτούν την αγένειά σας” είπε ανυποχώρητη η κυρία Δέσποινα. Είδε ότι και οι δύο κοπέλες την κοιτούσαν με ανάμεικτο τρόπο, ανάμεσα στην παγωμάρα, την οργή και την έκπληξη. Γονάτισε μπροστά τους, εμείς με τον Νίκο πιο πίσω ανταλλάξαμε μία πλάγια ματιά, η κυρία ήταν... απίθανη• από πολλές απόψεις. “Κοιτάξτε αγαπητές” τους είπε και είχε το μουνί της κυριολεκτικά μπροστά στις μούρες τους σαν να ήταν το πλέον φυσιολογικό πράγμα, “είστε γυναίκες και μπορείτε να καταλάβετε την ανάγκη να περιφρουρήσουμε την ιδιωτικότητα αυτού του χώρου από τον κάθε περίεργο και ανεπιθύμητο. Μία παρέκκλιση να δεχτούμε στον κανόνα μας και η εμπιστοσύνη που δείχνουμε ο ένας στον άλλον εδώ διαρρήχθηκε για πάντα, ανεπανόρθωτα. Δεν ξέρω πώς βρεθήκατε εδώ, αλλά νομίζω ότι μπορείτε να καταλάβετε τι σας ζητάω και ότι είναι δίκαιο. Αν, επομένως, δε μπορείτε να συμμορφωθείτε παρακαλούμε μη φέρετε αντιρρήσεις, φύγετε και μην ξανάρθετε. Αν, από την άλλη, θέλετε να σας υποδεχθούμε τότε παρακαλούμε να γδυθείτε. Δεν είναι ότι έχετε να ντραπείτε το σώμα σας, είστε και οι δύο συμπαθητικές γυναίκες. Αλλά ο γυμνισμός δεν είναι για όλους” είπε, κι αυτή τη φορά ο τόνος της δεν ήταν μεν φιλικός, αλλά ήταν τουλάχιστον διδακτικός.

Σηκώθηκε ξανά και πήρε και πάλι στάση αναμονής με τα χέρια στη μέση. “Τώρα πρέπει” ψέλλισε λίγο σιγανά η Αθηνά. “Σας περιμένω κυρίες μου” της απάντησε και κοίταξε και την Ρία. “Ωχού” είπε η Ρία τελικά, “πολύ θέμα το κάνουμε” και έβγαλε το μαγιό της γρήγορα, όπως ήταν καθισμένη μέσα στη θάλασσα. Είδε την Αθηνά ακόμη λίγο κολλημένη και την σκούντησε με τον αγκώνα της. Ο κώλος της Ρίας φέγγιζε μέσα από τη θάλασσα μπροστά μου και η κατάσταση με είχε διεγείρει. Σε λίγο είδα και την Αθηνά βγάζει, πιο αργά μεν, πιο διστακτικά ίσως, και το δικό της μαγιό, είδα τον κώλο της επίσης άσπρο και διακριτό μέσα στο ρηχό νερό, διασταυρώθηκε το βλέμμα μου με τον Νίκο ο οποίος μου χαμογέλασε παμπόνηρα. Δε μπορούσα να διαφωνήσω, ήταν σέξι το θέαμα. Και η στιγμή. “Ευχαριστώ” είπε και στις δύο η κυρία Δέσποινα, “τώρα αν μου δώσετε τα μαγιό σας θα τα απλώσω στο δέντρο με τα πράγματά σας για να συνεχίσετε το μπάνιο σας ανενόχλητοι”, ήταν ξεκάθαρο ότι δε θα άφηνε τις κοπέλες να ξαναντυθούν πριν βγουν έξω και ότι δε θα δεχότανε και επιπλέον αντίρρηση. Η Ρία πήρε το μαγιό της Αθηνάς από τα χέρια της και τα έδωσε και τα δύο μαζί με ένα ψυχρό “ευχαριστούμε”. “Μη θυμώνετε αγαπητή” της είπε η Δέσποινα και ξαφνικά ήταν γλυκιά και όμορφη, αν μη τι άλλο η γυναίκα ήξερε να χειραγωγεί καταστάσεις και ανθρώπους, ήταν εμφανές “ήρθατε εδώ να απολαύσετε μία ελευθερία που πλέον πουθενά αλλού δεν μπορείτε να χαρείτε. Γιατί ξοδεύεστε σε ημίμετρα; Χαρείτε τα σώματά σας και την ερωτική ομορφιά της παραλίας μας, είναι και δική σας τώρα”, είπε και έδωσε τα δύο μαγιό στην κοπέλα κάνοντάς της ένα αφηρημένο νεύμα να πάει να τα αφήσει στις ομπρέλες.

Η κοπέλα τα κρέμασε ανάμεσα στα κλαριά του δέντρου και γύρισε ακροβατώντας γρήγορα προσπαθώντας να αποφύγει την καυτή άμμο. “Σας ευχαριστώ για την κατανόηση και που αποφασίσατε να σεβαστείτε τον χώρο και όλους εμάς” είπε συγκαταβατικά και γλυκά τώρα, “αγαπητές …;”. “Αθηνά” είπε η Αθηνά ακόμη σχετικά άφωνη από τον μαγνητισμό που εξέπεμπε η Δέσποινα. “Αθηνά και Ρία” είπε και η Ρία, και η ίδια σαν μαθήτρια που έψαχνε την εύνοια της αγαπημένης της δασκάλα. “Αθηνά και Ρία” είπε η Δέσποινα σαν να δοκίμαζε τα ονόματα να δει αν θα της ταιριάζανε. “Αθηνά και Ρία” είπε στο τέλος, σαν να είχε καταλήξει σε μία έγκριση μέσα της, “ναι, πολύ ωραία. Σας καλωσορίζουμε λοιπόν. Όπως κι εσάς” είπε κοιτώντας προς το μέρος μας πίσω και διαλέγοντας σωστά χωρίς αμφιβολία “Αντώνη και Νίκο. Καλά να περάσετε όλοι σας”. Η Δέσποινα ξεκίνησε να φεύγει, η κοπέλα έπεσε κατευθείαν στο ρυθμό της δύο βήματα πιο πίσω. Ο άντρας της παρέας, ο Αλέκος, ξέμεινε για λίγο και μας πλησίασε με ένα μικρό χαμόγελο “συγγνώμη για την αναστάτωση ρε παιδιά, καταλαβαίνετε...” είπε κοιτώντας λοξά μήπως τον βλέπει η Δέσποινα, “αλλά χρειάζεται ξέρετε... Α!” είπε με βιασύνη, “σας είδα που μένατε στα ρηχά επειδή πέσατε στα βράχια, μην φοβάστε, αν πάτε προς τα πεύκα θα δείτε ότι έχουμε ανοίξει μονοπάτι που πηγαίνει προς τα μέσα, μόνο άμμος κάτω. Θα το βρείτε εύκολα”, πρόσθεσε με προθυμία. Από μακριά ακούστηκε η Δέσποινα να φωνάζει “Αλέκο! Τώρα!” και ο άνδρας σηκώθηκε βιαστικά κάνοντας ότι τρέχει, όχι όμως προτού μας κλείσει πονηρά το μάτι και με ένα ανασήκωμα των ώμων σαν να έλεγε τι να κάνουμε;.

Μείναμε εκεί στην άκρη του κύματος, εμφανώς όλοι μας λίγο κολλημένοι και αμήχανοι. Χωρίς να πω κάτι βούτηξα και πήγα μέχρι την άκρη από τα βράχια, το νερό και πάλι μέχρι τη μέση. Ακολούθησε και ο Νίκος, που κρατούσε τη Ρία από το χέρι ενώ και η Αθηνά έκανε προσπάθεια να φτάσει προσπαθώντας να μην εκτεθεί όσο μπορούσα. Παρόλα αυτά τόσο η εγγύτητα όσο και τα ρηχά και διάφανα νερά περισσότερο συνέβαλαν στο να παιδεύουν το μάτι παρά να κρύβουν πραγματικά τη γύμνια των γυναικών, τόσο εγώ όσο και ο Νίκος δεν μπορούσαμε να τραβήξουμε το βλέμμα μας με τίποτα. Η Ρία είχε ένα σκούρο τρίγωνο ανάμεσα στα πόδια της, ερεθιστικό, γυναικείο. Η Αθηνά, όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει, ήταν αδύνατο να μη φαίνεται το προσεχτικά αποτριχωμένο της μουνάκι με τη στενή, καστανόξανθη λωρίδα από πάνω. Με έφτασε γρήγορα και με είδε που γελούσα, όχι ακριβώς πονηρά, αλλά σα να διασκέδαζα το πάθημά της. Με διάβασε κατάλληλα και μου είπε ένα “κωλόπαιδο” μισό-αστεία μισό-σοβαρά. Την πήρα και πάλι αγκαλιά και της χούφτωσα και πάλι τον κώλο. Αυτή τη φορά τίποτα δεν έκρυβε την κίνηση ή τη σημασία της, “δεν είχες πει ότι ήταν άδικο;” της είπα με στόμφο και της έσφιξα το κωλαράκι με νόημα. Έβγαλε ένα ψιθυριστό “αχ, καλέ”, αλλά γέλασε και λίγο ταυτόχρονα.

“Θα με πάρει μάτι, το ξέρεις έτσι;” μου είπε και ανασηκώθηκε στην αγκαλιά μου, το στήθος της πάνω από το νερό, η μέση μόνο οριακά από κάτω, τα χέρια μου εμφανώς να τη χουφτώνουνε, τα μάτια της να γυαλίζουνε γεμάτα ζαβολιά. Της είπα ένα από “μ…”. Με κοίταξε ζαβολιάρικα, “δε θα χουφτώνεις μόνο εσύ όμως” μου ψιθύρισε στο αυτή και μου έπιασε τον πούτσο που κρεμόταν κάτω από τα πόδια της μισό-σηκωμένος πάντα. Γύρισε και κοίταξε τα παιδιά, η Ρία είχε πλάτη τον Νίκο που επίσης κάτι της ψιθύριζε στο αυτί και την έκανε να χαμογελάει πονηρά, το χέρι του στο στήθος της και το δικό της πίσω από την πλάτη της, χαμηλά στη λεκάνη της. Ήρθαμε με αργές κινήσεις πιο κοντά όλοι, ήταν βέβαιο πλέον ότι, παρόλο που οι γυναίκες δεν ανταποκρίνονται στο οπτικό ερέθισμα όπως οι άντρες, σύντομα απολάμβαναν να μας τραβάνε τα βλέμματα με μικρές αποκαλύψεις τους, πάνω και κάτω από το νερό. Σε κάποια στιγμή ο Νίκος σήκωσε τη Ρία και την πέταξε σε μία μικρή βουτιά, είδα το κωλαράκι της να διαγράφεται υπέροχα και το μουνάκι της ακριβώς από κάτω, όπως βούτηξε σκυμμένη. Από την άλλη εγώ είχα την Αθηνά αγκαλιά σε κάποια στιγμή από τον λαιμό και τα πόδια και την έβγαλα πάνω από το νερό, το μουνάκι της και το κωλαράκι επίσης ορατά όπως την είχα. Έβγαλε ένα αμήχανο χαχάνισμα και είδα το Νίκο να την επεξεργάζεται με εκτίμηση.

Γενικά με τέτοια χαζοπαίχνιδα είχε αρχίσει να σπάει ο πάγος τελείως αναμεταξύ μας. Τα κορίτσια, γυμνές πλέον σαν κι εμάς, έδειχναν καταρχήν αδιάφορες στο να κρύβουν πλέον τα στήθη τους τώρα που δεν είχε και κανένα νόημα δηλαδή να επικεντρώνεται εκεί η σεμνοτυφία τους. Επιπρόσθετα το γεγονός ότι ήταν και οι ίδιες γυμνές πλέον τις απελευθέρωσε, καταλήξαμε σύντομα να παίζουμε σαν παιδιά, να πιτσιλιόμαστε, ενίοτε τα κορίτσια σηκώνονταν χαρίζοντάς μας σύντομα, αλλά ερωτικά στιγμιότυπα από τα κορμιά τους. Έβλεπα ότι ο Νίκος πλέον είχε μία διαρκή, σχεδόν, στύση. Βοηθούσε και το νερό που μας δημιουργούσε μία ερωτική αίσθηση στα επίμαχα. Κάποια στιγμή, με αφέλεια σχεδόν, είπα εύκολα “ρε κορίτσια μας έχετε βγάλει τα μάτια να προσπαθούμε να πάρουμε μάτι, άντε, για σηκωθείτε λίγο” είπα και έσπρωξα την Αθηνά απαλά, παροτρύνοντάς την με την κίνηση. Κοιτάχτηκαν πονηρά με τη Ρία, σηκώθηκαν και οι δύο δείχνοντάς μας τα σώματά τους, ολόγυμνα, ερωτικά, λαμπερά στον ήλιο. Χαχάνιζαν μεν, αλλά ταυτόχρονα προσποιούνταν και ερωτικές, αισθησιακές κινήσεις, η Ρία κατεβάζοντας ερωτικά τα χέρια της στη λεκάνη της, πλαισιώνοντας το ερωτικό της εφηβαίο, η Αθηνά γυρνώντας ελαφρώς στο πλάι και λικνίζοντας το κωλαράκι της έχοντας τα χέρια της στα γόνατα, σε μία στάση σαν τη διάσημη Μέριλιν.

Ο Νίκος ξέσπασε σε αυθόρμητα χειροκροτήματα σε αυτό και πέταξε ένα “α ρε γειτόνισσα φωτιά”, το δικό μου βλέμμα διασταυρώθηκε με της Ρίας που μου έριξε ένα πονηρό βλέμμα. Η Αθηνά είχε, ακόμα, μία κοριτσίστικη, σχεδόν χαριτωμένη αντίδραση, η Ρία όμως εξέπεμπε έναν ερωτισμό που πλησίαζε περισσότερο στις διαθέσεις τις δικές μου και του Νίκου. Όπως και να είχε, όμως, όλοι μας είχαμε μία ανάλαφρη και παιχνιδιάρικη διάθεση, οι γυναίκες είχαν αρχίσει να αισθάνονται πολύ άνετες με την ιδέα του γυμνού, η Ρία προφανώς πιο εξοικειωμένη από παλαιότερα με τον Νίκο, η Αθηνά νομίζω είχε πάρει την απόφαση να ζήσει μία ταμπού και απαγορευμένη, σχεδόν, φαντασίωση• κάτι που πάντοτε το λέγαμε, αλλά ποτέ δεν το παίρναμε απόφαση να τολμήσουμε. Να που όλα κάπως, κάπου γίνονται σκέφτηκα, καθώς είχα σε κάποια στιγμή αγκαλιά από τη μία την Αθηνά και από την άλλη την Ρία, έτσι όπως χαζολογούσαμε όλοι μαζί. Ο Νίκος είχε μεταφερθεί επίσης από τη μεριά της Αθηνάς και της έπιανε την πλάτη, δειλά αλλά σταθερά. Εγώ είχα αγκαλιασμένη τη Ρία από τη μέση της χαμηλά, σχεδόν στο γοφό της και δεν έδειχνε να ενοχλείται. Απεναντίας κατά καιρούς κολλούσε επάνω μου στο πλάι, όπως μας παρέσερνε το ελαφρύ κύμα και μία - δύο φορές αισθάνθηκα το στήθος της να κολλάει στον ώμο μου, που με καύλωσε ιδιαίτερα. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκα τον Νίκο να είναι ελαφρώς πλάγια και πίσω από την Αθηνά, από τον τρόπο που γύρισε αυθόρμητα και άξαφνα να κοιτάξει πίσω της κατάλαβα ότι το πέος του πρέπει να ακούμπησε στο πόδι της. Την είδα να κοκκινίζει μεν, αλλά όχι να τραβιέται.

Γενικά, υπήρχε διάχυτο ένα ενήλικο παιχνίδι, συναινετικό, ίσως λίγο τραβηγμένο, αλλά ξεκάθαρα απολαυστικό από όλους - ακόμη και αν ο καθένας το προσέγγιζε ελαφρώς διαφορετικά. Και, επίσης, δεν ήξερα με τι να πρώτο-καυλώσω, με την Αθηνά και τον τρόπο που την άγγιζε ο Νίκος, με την αντίδρασή της και με την έξαψη που αισθανόμουν να εκπέμπει (και μου άρεζε πολύ) ή με τη Ρία που την άγγιζα εγώ με όσες καλές (και κακά τα ψέματα και όχι τόσο καλές...) ευκαιρίες έβρισκα και αισθανόμουν το σώμα της ζεστό και αισθαντικό. Σε κάποια φάση έτσι όπως ήμασταν σχεδόν καθιστοί, το πόδι μου πήγε κάτω από το πόδι της Ρίας και αισθάνθηκα το μπούτι της να με αγγίζει. Δεν το τράβηξε, απεναντίας ανεπαίσθητα έτριψε τη γάμπα της στην κνήμη μου κι έμεινε εκεί, κοντά μου, με τη δικαιολογία ότι είχε γυρίσει στο πλάι. Μετά από λίγο είδα την Αθηνά, και πάλι με μία ευτράπελη δικαιολογία, να έχει πιάσει και πάλι το μπράτσο του Νίκου σε δύο χέρια, τα πόδια της δεξιά κι αριστερά από το δικό του πόδι, το μουνάκι της σχεδόν σε επαφή με το μπούτι του. Τον έβλεπα που προσπαθούσε να κρατήσει το πόδι του σταθερό, να έρχεται σε επαφή με τα μπούτια της Αθηνάς σε κάθε μικρή κίνηση του σώματός της, χωρίς όμως και αυτή να τραβιέται, διατηρώντας τη βασανιστική απόσταση.

Γενικά νομίζω ότι όλοι είχαμε συναίσθηση ότι υπήρχε ένα γενικό παιχνίδισμα, ένα ακατάπαυστο παίδεμα, σχεδόν, με την εγγύτητα που είχε ο καθένας μας με τους άλλους. Πού και πού οι γυναίκες αγκαλιάζονταν και επιδεικτικά για να προκαλέσουν από εμάς μικρές επευφημίες και, στην περίπτωση του Νίκου, σφυρίγματα• ήξερα ότι η Αθηνά δεν είχε ίχνος τέτοιων αποριών ή αναζητήσεων μέσα της, αλλά μου έκανε εντύπωση που ήταν διατεθειμένη να συμμετέχει με τη Ρία στη μικρή, αισθησιακή επίδειξη. Η όλη της συμπεριφορά ήταν υπερβατική για το χαρακτήρα της και από τη μία χαιρόμουν που το διασκέδαζε, από την άλλη η ερωτική της συμπεριφορά μπροστά σε τρίτους μου προκαλούσε και τσιμπήματα ζήλειας κι ανησυχίας. Αλλά δεν το σκεφτόμουν, αντίθετα, με κάποιο διεστραμμένο τρόπο, απολάμβανα και αυτή τη διάσταση και, ίσως, προκαλούσα και τη μεγέθυνσή της με το να παροτρύνω σιωπηλά ή με το να συναινώ. Για τον Νίκο δεν έχω ιδέα τι περνούσε από το κεφάλι του, αλλά νομίζω έκανε αντίστοιχες σκέψεις με τον τρόπο του αφού τον έπιασα κάποιες φορές να κοιτάζει τη Ρία λίγο δαγκωμένα όποτε με προσέγγιζε ιδιαίτερα, αλλά την επόμενη στιγμή θα γινόταν απειροελάχιστα πιο τολμηρός με την Αθηνά.

Η Αθηνά, από τη μεριά της, ήταν σα να ζούσε μία απαγορευμένη φαντασίωση, την έβλεπα να αμφιταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα σε όρια και στη διάρρηξή τους, ανάμεσα στο πόσα μπορούσε να επιτρέψει (περισσότερο στον εαυτό της) και σε πού θα έβαζε φρένο. Παρόλα αυτά και οι δικές της αμφιταλαντεύσεις έδειχναν να μειώνονται διαρκώς, να διασκεδάζει ολοένα και περισσότερο την κατάσταση, να γίνεται τολμηρότερη. Παρέμενε όμως η περισσότερο συγκρατημένη. Η Ρία ήταν αμέσως μετά, έδειχνε πιο έτοιμη από την Αθηνά να αστειευτεί, ακόμη και σωματικά, αλλά ταυτόχρονα αντιλαμβανόμουνα ότι και αυτή το έβλεπε σαν ένα ερωτικό παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που παιζόταν δηλαδή, αλλά με ασφάλεια, χωρίς υπερβολές. Κάποια στιγμή, όπως κολυμπούσαμε όλοι μαζί υπερβολικά κοντά πλέον, σε μία κίνησή της πραγματικά άθελη, κατεβάζοντας το χέρι της μου ακούμπησε το πέος σε όλο το μήκος, όπως ήταν μισοσηκωμένο τόσο από την άνωση όσο και από τον ερεθισμό μου. Την είδα να κοκκινίζει ελαφρά και αμέσως να ελέγχει αν την πρόσεξαν τόσο ο Νίκος όσο και η Αθηνά. Την κοίταξα και της χαμογέλασα με ένα τρόπο που υποδείκνυε πως μου άρεσε, μου έκανε μία γκριμάτσα αποδοκιμασίας και συλλάβισε άφωνα τη λέξη Ντροπή!, αλλά μετά έριξε ένα βλέμμα προς τον πούτσο μου και μου χαμογέλασε με πονηρή επιδοκιμασία. Γύρισα προς το μέρος της και ψιθύρισα γρήγορα “εμένα δε με πείραξε πάντως” γελώντας στο οποίο μου απάντησε συριστικά “κακώς!”, αλλά μου έβγαλε περιπαιχτικά τη γλωσσίτσα της με μία ζαβολιάρικη έκφραση.

Ήταν μέσα σε αυτό το κλίμα που ο Νίκος πρότεινε να βρούμε το μονοπατάκι που είχε πει ο Αλέκος, “να κολυμπήσουμε και λίγο ρε παιδιά”, αλλά τόσο η Ρία όσο και εγώ τον αποπήραμε κατευθείαν. Είχα την εντύπωση ότι η Αθηνά θα ήθελε να πάει επίσης, αλλά μάλλον, σχετικά διχασμένη, συμφώνησε μαζί μας. Για αντιπρόταση είπα “μήπως ξενερώσαμε και λίγο ρε Νίκο, να μας κεράσεις κανένα ακόμη από τα σφηνάκια σου, έχεις;” του είπα, στο οποίο αμέσως απάντησε με διάπλατο χαμόγελο “ναι ναι ρε γειτονάκι, έχουμε ένα σέικερ ακόμα, πάμε”, ενθουσιασμένος με τη νέα πρόταση. Τα κορίτσια διαμαρτυρήθηκαν ελαφρά και η Αθηνά ήρθε και πάλι κοντά μου και είπε με λίγο βραχνή φωνή “θέλετε να μας μεθύσετε τελείως αγάπη μου;”. Της χάιδεψα την πλάτη, ακολουθώντας με το χέρι μου όλη της τη ραχοκοκαλιά μέχρι τον κώλο της, άγγιξα διακριτικά την τρυπούλα της και την έτριψα χωρίς να φαίνεται, την είδα να κοκκινίζει, αλλά να μην κάνει κίνηση να απομακρυνθεί από το χέρι μου - σημάδι ιδιαίτερης καύλας από μέρους της αφού η Αθηνά σπάνια ανεχόταν να παίξω με τον κώλο της. Προφανώς η ημέρα της είχε δημιουργήσει και της ίδιας διάθεση για απαγορευμένες απολαύσεις. “Όχι και τελείως” της είπα πονηρά, “αλλά λίγο ακόμα δε θα έβλαπτε” πρόσθεσα. Γέλασε και με κοίταξε πίσω από μισόκλειστα βλέφαρα, “λίγο ακόμα τότε” είπε έβγαλε ένα μικρό “μ…” όσο έπαιζα με την τρυπούλα της, τυλίγοντας τα χέρια της στο λαιμό μου.

Έδειχνε να μη τη νοιάζει άμα θα φαινότανε ή, ακόμη περισσότερο, έδειχνε σαν να ήθελε να φανεί κιόλας ότι τη χάιδευα. Της ψιθύρισα στο αυτί “τι έγινε αγάπη; σου αρέσει να προκαλείς τώρα;” και της δάγκωσα λίγο το αυτί. “Ποτέ μου δεν τα έκανα αυτά” είπε λίγο αναψοκοκκινισμένη. Και, πιο ψιθυριστά, “μου αρέσει μέχρι τώρα, ναι”, σαν να ντρεπόταν που το παραδεχόταν. Αυτό ήταν συγκλονιστική εξέλιξη για την Αθηνά που ήξερα και ήθελα να διατηρήσω αυτό το κλίμα και να το εντείνω, ήταν καύλα η Ρία βέβαια, αλλά στην εντέλει ήταν και δισδιάστατη για εμένα, μία ερωτική καρικατούρα. Η Αθηνά όμως ήταν το ερωτικό μου περιβάλλον, η ερωτική μου ζωή, η πραγματική διέγερσή μου προερχόταν από αυτήν. “Πάμε για σφηνάκια τότε” της είπα και κοίταξα και τα παιδιά που χαϊδεύονταν επίσης δίπλα μας τώρα.

Μείναμε, εντέχνως, με τον Νίκο και οι δύο πίσω. Ή, εντέχνως, οι γυναίκες σηκώθηκαν πρώτες να πάνε προς τις ομπρέλες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, βεβαίως και είχε πολλές ερωτικές στιγμές η ημέρα, τις περισσότερες τις περιέγραψα κιόλας με κουραστική λεπτομέρεια, το καταλαβαίνω. Κάποιες ήταν παραπάνω από ερωτικές, ίσως αισθησιακές. Αυτή η στιγμή όμως, που οι δύο γυναίκες βγήκαν από τη θάλασσα, ολόγυμνες, γυαλιστερές στον Αυγουστιάτικο ήλιο, με λεκάνες να λικνίζονται σαγηνευτικά ήταν, κατά πολύ, η πιο σεξιστική - πλέον - εμπειρία της ημέρα. Η Ρία, με την επιδερμίδα της στο χρώμα της ελιάς, ήταν πιο μαυρισμένη, η αντίθεση ανάμεσα στην πλάτη της και στον κώλο της ήταν οπτικά σχεδόν βασανιστήριο, αισθανόμουν ότι κάθε σεξουαλικό μου ένστικτο με παρότρυνε, με πρόσταζε να την αγγίξω, να τη νιώσω, να την κατακτήσω. Η Αθηνά, έχοντας περισσότερο λευκό δέρμα και μην έχοντας προλάβει να μαυρίσει γενικότερα, είχε ένα κώλο που φέγγιζε, σχεδόν στον ήλιο και στις εκτυφλωτικές αντανακλάσεις. Δε μπορούσα να πω ότι μου προκαλούσε την ίδια αδημονία, οπτικά, που μου προκαλούσε η Ρία, (ok, 14 χρόνια είναι αυτά), αλλά μπορούσα να δω το Νίκο να την κοιτάει με την ίδια έξαψη, με την ίδια ανυπέρβλητη δίψα που μου έβγαινε κι εμένα. Κι όπως είχε συμβεί ήδη πολλές φορές μέσα στην ημέρα, δεν ήξερα τι με ερέθιζε περισσότερο, η γυμνή Ρία ή η εκτεθειμένη Αθηνά.

Νομίζω ότι ο ερωτισμός της ημέρας ήταν τόσο… διάχυτος, αλλά και δυσβάσταχτος γιατί ακριβώς έπαιζε διαρκώς σε αυτά τα δύο επίπεδα, του άμεσα ερωτικού με τη Ρία και ενός έμμεσου, εγκεφαλικού, ταμπού ερωτισμού με την Αθηνά. Το θέαμα πάντως των γυναικών να απομακρύνονται προς τις ομπρέλες, οι γυμνές τους πλάτες, τα πόδια τους να λαμποκοπούν και οι αισθησιακές κινήσεις που έκαναν τα κωλαράκια τους καθώς σκαρφάλωναν την αμμουδιά νομίζω δημιούργησε μία κόκκινη ομίχλη πάθους και σεξουαλικής έξαψης και σ’ εμένα και στο Νίκο. Δεν ήταν δύο σώματα αγαλμάτων, ούτε ήταν μοντέλα ομορφιάς. Η ομορφιά τους ήταν γήινη, καθημερινή, η θηλυκή ομορφιά μίας γυναίκας που κοπιάζει να είναι σύζυγος, νοικοκυρά, επαγγελματίας και ταυτόχρονα ερωτικά ελκυστική. Είχαν ατέλειες στην ομορφιά τους• και ίσως, αυτό ήταν που την καθιστούσε τόσο εξαιρετική, θελκτική, επιθυμητή. Κοιταχτήκαμε αυθόρμητα και η πείνα ήταν ξεκάθαρη στα μάτια και των δύο, “πω ρε γείτονα, πω ρε γείτονα, ρε συ;… τον πηδάς αυτόν τον κώλο;… τον γαμάς;” με ρώτησε και η χυδαιότητά του ήταν μεν σοκαριστική, αλλά αδύνατο να τη καταλαγιάσει. Τον καταλάβαινα γιατί κι εγώ αισθανόμουν την ίδια αφόρητη σεξουαλική ένταση. Δε με κοιτούσε καν, δεν αναλογιζόταν αν το είχε παρακάνει, ήταν καρφωμένος στην Αθηνά, που απομακρυνόταν κάτασπρη και γυαλιστερή. Εγώ, από την άλλη, είχα χαζέψει με τη Ρία, αισθησιακή, θηλυκή, ακαταμάχητη. “Όχι” του είπα χωρίς να το σκεφτώ, σχεδόν αφηρημένα, “δε μ’ αφήνει. Μια-δυο φορές. Πονάει” είπα επίσης χωρίς να τον κοιτάω. “Ναι ναι, πονάει..; Τι πονάει;” σχεδόν μονολογούσε, “πώς δεν τον γαμάς αυτόν τον κώλο ρε γείτονα;… μην τη ρωτάς, είναι για τρελό γαμήσι, παντρεμένη γυναίκα... Θέλει πούτσα ο κώλος της, ναι, ναι”. Ήταν σαν παραλήρημα, νομίζω αν ήταν μόνος απλά θα αυνανιζόταν. Από την άλλη, η χυδαιολογία με ερέθιζε. “Εσύ την γαμάς;” τον ρώτησα. “Ναι ρε κάθεται, κάθεται” είπε αφηρημένα. “Γουστάρει πούτσα δηλαδή στην τρυπούλα της, ε;”, η ιδέα με καύλωνε αφόρητα. “Ναι ναι, να τη δεις πώς κάνει όταν της τον χώνω. Άγρια ρε στον κώλο, της τον δίνω άγρια ρε, δεν τη ρωτάω, παίρνω κώλο”.

Τα κορίτσια φτάσανε στις ομπρέλες και γύρισαν να μας κοιτάξουνε, μας είδανε ακόμα μέσα στη θάλασσα όπου μας είχανε αφήσει να μιλάμε. Προφανώς το παρεξήγησαν και νόμιζαν ότι απλά πιάσαμε κουβέντα. Μας έκαναν από μακριά έντονα νοήματα άντε, βγείτε. Ο Νίκος πετάχτηκε, προφανώς αδιάφορος για το πουλί του που ήταν μισοσηκωμένο, ούτως ή άλλως όλη την ημέρα. Ήταν έκδηλο πλέον ότι τον ηδόνιζε η φάση να επιδεικνύει τη στύση του και το επεδίωκε. Εξάλλου, καθώς ήταν και λεπτότερο και μικρότερο από το δικό μου μάλλον το επεδίωκε κιόλας. Εγώ όμως δε μπορούσα να σηκωθώ, κατευθείαν και του είπα “πήγαινε” κι έμεινα να κάνω μία-δυο βουτιές να μου πέσει κάπως. Έφτασα στις ομπρέλες, τα πράγματα εκεί για το επόμενο δίωρο ήταν εξίσου βασανιστικά. Καθόμασταν σχεδόν σε έναν μικρό κύκλο, όπως τα είχαμε στήσει και εξαρχής. Η Ρία ήταν απέναντί μου, συχνά σταυροπόδι, αλλά με τα γόνατα λυγισμένα και μισοξαπλωμένη στους αγκώνες της, το μουνάκι της διαρκώς στα μάτια μου, να παρατηρώ τα χειλάκια της να ανταποκρίνονται στις λικνιστικές κινήσεις των ποδιών της. Η Αθηνά καθόταν απέναντι από τον Νίκο, διαγωνίως απέναντι από τη Ρία και δίπλα σε εμένα, όχι οκλαδόν, αλλά με το ένα της πόδι λυγισμένο μπροστά στο εφηβαίο της και το άλλο σε γωνία όρθιο, προφανώς λιγότερο εκτεθειμένη από τη Ρία.

Παρόλα αυτά, μετά από δύο σφηνάκια και άλλα 45’ και αυτή άρχισε να είναι ολοένα και περισσότερο απρόσεκτη με τη στάση της ή και περισσότερο τολμηρή, όπως το δει κανείς. Νομίζω και τα δύο. Στο τέλος καθότανε με τα πόδια της τεντωμένα προς τον Νίκο, διασταυρωμένα στις κνήμες, τα δάχτυλά της να ακουμπάνε σχεδόν στα γόνατα του Νίκου που καθόταν οκλαδόν ο ίδιος συνήθως, το μουνάκι της σε μόνιμη θέα από ένα σημείο και ύστερα.

Είναι αδύνατο να περιγράψω όλα τα βλέμματα και τις επιμέρους ανταλλαγές που διαδραματίστηκαν όσο καθόμασταν εκεί. Κάποια στιγμή πέρασε ξανά και η Δέσποινα, συνοδευόμενη από το Μηνά αυτή τη φορά, και έγιναν οι συστάσεις πιο αναλυτικά, πιο ανθρώπινα. Η ίδια επαγγελματίας με δική της εταιρία παραγωγής κουφωμάτων τα βρήκε γρήγορα με την Αθηνά, η οποία κιόλας σηκώθηκε όρθια σε κάποια φάση για της μιλήσει, τα βλέμματα τόσο του Νίκου όσο και του Μηνά έγλειφαν το κορμί της θαρρείς. Κάθισαν μαζί μας για περίπου 20’ πριν φύγουν διακριτικά, αφήνοντάς μας και πάλι μόνους. Καθώς φεύγανε η Δέσποινα μας έδωσε μία τελευταία συμβουλή, “παιδιά είναι βέβαια νωρίς ακόμη, μόνο δύο η ώρα, αλλά να έχετε υπόψη σας ότι αν ξεκινήσει να πέφτει ο ήλιος το δάσος σκοτεινιάζει γρήγορα. Βέβαια”, είπε με συνωμοτικό ύφος αν και κανένας μας δε ζήτησε εξηγήσεις εκείνη τη στιγμή, “έχει κι αυτό το ενδιαφέρον του...”. Σοβαρεύοντας όμως τη φωνή της συνέχισε “αν όμως δε σκοπεύετε να διανυκτερεύσετε και δεν έχετε μαζί σας φακούς ή φαναράκια καλύτερα να είστε έτοιμοι να αποχωρήσετε προτού πέσει ο ήλιος. Ειδικά έτσι όπως είστε φορτωμένοι με πράγματα εδώ κάτω το μονοπάτι προς τα επάνω μπορεί να γίνει αρκετά δύσκολο”. Και μετά πρόσθεσε με ένα μειδίαμα όλο νόημα “όχι ότι βέβαια δε θα διασκεδάζαμε και την παρέα σας το βράδυ, αφού πέσει ο ήλιος... αλλά μάλλον είναι νωρίς για κάτι τέτοιο”, είπε και έφυγε αφήνοντάς μας να κοιτάμε ο ένας τον άλλον με ανάμεικτη απορία.

Από τις δύο μέχρι τις 3:15 παραμείναμε εκεί, στη σκιά της πλαγιασμένης ελιάς να μιλάμε για τα πάντα και να χαζογελάμε με τα πάντα, να τρώμε με τα μάτια ο ένας το κορμί του άλλου. Πού και πού ερχόμασταν πιο κοντά ενίοτε, σε κάποια φάση ο Νίκος αστειευόμενος όπως καθότανε αγκάλιασε την Αθηνά από την πλάτη, η οποία ήταν κι εκείνη καθισμένη, είδα το χέρι της να αναπαύεται στο μπούτι του, δήθεν τυχαία, εκατοστά από το πέος του, τα δάχτυλά της να κάνουν μικρές κινήσεις σαν να παιδεύονταν με την πιθανότητα. Η αιδώ της είχε εξαφανιστεί σχεδόν, αλλά και το συνεχόμενο αλκοόλ είχε πλέον σοβαρή επίπτωση επάνω της, συχνά την έβλεπα να κάνει ζαλισμένες κινήσεις και κάπου είχα αρχίσει να ανησυχώ κιόλας γιατί ο συνδυασμός με τον ήλιο δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα. Επίσης είχε γίνει λίγο ξεκάθαρο ότι το παιχνίδι είχε λίγο διαχωριστεί ανάμεσα στα ζευγάρια, ο Νίκος προσπαθούσε να προσεγγίζει την Αθηνά, εγώ συχνά αντάλλαζα μικρά αστειάκια με τη Ρία, που, επίσης ζαλισμένη αρκετά, έδειχνε να ανταποκρίνεται ολοένα και πιο εύκολα, συχνά σκύβοντας και προς το μέρος μου. Ταυτόχρονα εγώ έβλεπα διαρκώς τι έκανε η Αθηνά, κι αυτή το ίδιο και έπαιζε κι εκεί μία ασταμάτητη και ερωτική διελκυστίνδα. Το ίδιο και με το Νίκο και τη Ρία, αλλά αισθανόμουν ότι στη δική τους περίπτωση ήταν πιο απομονωμένοι λίγο ο ένας από τον άλλον. Εγώ θα έλεγα ότι ήμουν ο πιο ok από όλους, το αλκοόλ που είχα πιει ήταν αρκετό για να με κάνει τολμηρό, αλλά μέχρι εκεί. Ο Νίκος ήταν σε μία ενδιάμεση κατάσταση, σίγουρα όχι τόσο ζαλισμένος όσο τα κορίτσια, που ενίοτε χαχάνιζαν κιόλας, αλλά ζαλισμένος παρόλα αυτά. Αυτό βέβαια σήμαινε ότι γινότανε και πιο τολμηρός διαρκώς, σίγουρα παραπάνω από εμένα.

Σε κάποια φάση τον είδα να αγγίζει την Αθηνά χαμηλά στη μέση όπως καθότανε, τα δάχτυλά του να φλερτάρουν με την αρχή από το κωλαράκι της. Την έβλεπα να κουνάει τη μέση καθισμένη όπως ήταν λίγο προκλητικά, το στήθος της να τεντώνει, οι ρώγες της διεγερμένες εδώ και ώρα. Να με κοιτάει πού και πού λίγο ένοχα, σα να αναζητούσε την άδειά μου. Από την άλλη εγώ είχα το πόδι της Ρίας ανάμεσα στα δικά μου πόδια, κάποια στιγμή, με μία χαζή αφορμή το είχε βάλει εκεί και το άφησε• εγώ ασυναίσθητα της χάιδευα το πέλμα απαλά. Το χέρι μου δε φαινότανε και ήταν προφανές ότι είτε έκανε ότι δεν το ένιωθε ή ότι δεν την ένοιαζε. Πάντως, δεν το μετακινούσε και δεν πρόδιδε το χάδι.

Η ώρα περνούσε και τελικά η ανησυχία της Αθηνάς, παρόλη τη ζαλούρα της, έκαμψε τις αντιστάσεις όλων μας και τα σφηνάκια σταμάτησαν. Ούτως ή άλλως όσο ήταν να βοηθήσουν είχαν βοηθήσει και είχε ήδη καταντήσει υπερβολή η περαιτέρω κατανάλωση. Οι γυναίκες είχαν, πλέον, ένα μόνιμο κεφάλι ούτως ή άλλως, ο Νίκος, όπως ανέφερα, ήταν έτσι κι έτσι κι εγώ απλά αισθανόμουν ένα μικρό μούδιασμα και είχα μία αλκοολική ευδιαθεσία. Επιπλέον, και ο έντονος ήλιος δε βοηθούσε καθόλου και είχαν αρχίσει όλοι να πέφτουν σε μία κατατονική κατάσταση, ειδικά τα κορίτσια είχαν μισοκοιμηθεί τα τελευταία είκοσι λεπτά. Η Ρία ήταν ξαπλωμένη κατά μήκος, κάθετα σε εμένα, μπρούμυτα. Έβλεπα το προφίλ του κορμιού της από το πλάι, σέξι και ιδρωμένο. Είχε όμως διπλώσει κι επιδέξια ένα χέρι κάτω από το στέρνο της και το ένα της στήθος, αυτό που ήταν προς το μέρος μου, ήταν ελαφρώς ανασηκωμένο. Η γεμάτη όψη του με τη σκούρα ρώγα της θύμιζε αναγεννησιακό γυμνό. Ο Νίκος ήταν στα πόδια της, μισοκαθισμένος - μισοξαπλωμένος, επομένως δεν έβλεπε το πρόσωπό της. Ενίοτε, άνοιγε νυσταγμένα τα μάτια και κοιταζόμασταν, σχεδόν μυστικά, γιατί η Αθηνά είχε ξαπλώσει, επίσης μπρούμυτα, παράλληλα με εμένα. Ο Νίκος επομένως, είχε θέα όλο τον κώλο της και, ήμουν σίγουρος, και το μουνάκι της για αρκετή ώρα, καθώς τα πόδια της ήταν ελαφρώς ανοιχτά.

Κάποια στιγμή, την αντιλήφθηκα να αλλάζει πλευρό το κεφάλι της, στην αντίθετη πλευρά από εμένα. Με την ίδια κίνηση την είδα να ανοίγει λίγο πιο προκλητικά τα πόδια της, να ανασηκώνει το ένα με μία αισθησιακή κίνηση. Νομίζω, απολάμβανε ενδόμυχα να προκαλεί το Νίκο και είχε πλήρη επίγνωση ότι ο Νίκος έβλεπε το αιδοίο της απρόσκοπτα, αλλά - ίσως - δεν μπορούσε να το κάνει αυτό αντικρίζοντας ταυτόχρονα εμένα. Έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται εάν είχε υγραθεί κιόλας και εάν ο Νίκος έβλεπε το μουνάκι της γυναίκας μου ερεθισμένο. Η σκέψη αυτή με καύλωσε κι εμένα και γύρισα επίσης λίγο πλάγια εκείνη τη στιγμή, προσπαθώντας να κρύψω τη στύση μου. Επίτηδες όμως δεν την έκρυψα τελείως, την επόμενη φορά που η Ρία άνοιξε τα μάτια της ήθελα να είμαι σίγουρος ότι θα την έβλεπε. Έτσι κι έγινε, και είδα το βλέμμα της να σκαλώνει αρκετά δευτερόλεπτα.

Κάποια στιγμή η Αθηνά διέκοψε τη ραστώνη που είχε κατακαθίσει επάνω μας λέγοντας “τόση ώρα καθόμαστε, θα βουτήξουμε ξανά; Άντε, να καθαρίσει και λίγο το κεφάλι μας”. Είχε πάει κοντά 4, το διαβουλευτήκαμε σύντομα όλοι μας και αποφασίσαμε ότι, όντως, αν ήταν να το κάναμε θα έπρεπε να βουτούσαμε εκείνη τη στιγμή. Κατευθυνθήκαμε στη θάλασσα και μπήκαμε με ανακούφιση στα δροσερά νερά, μετά το ψήσιμο στον ήλιο. Μέναμε και πάλι σχετικά ρηχά, πριν τα βράχια, το μονοπάτι που είχε ισχυριστεί ο Αλέκος ήθελε ψάξιμο και δεν είχα διάθεση. Ο Νίκος όμως επέμεινε, αυτή τη φορά ακόμη πιο σθεναρά “ρε παιδιά, θα χάσουμε δηλαδή την ευκαιρία;… μέχρι εδώ ήρθαμε. Εγώ θα πάω μόνος αν δε θέλετε, ένα δεκάλεπτο μωρέ”. Ήμουν αρνητικός, το ίδιο και η Ρία. Δεν είχα όρεξη να παλεύω με τα κύματα, που λένε, ή να βρω το υποτιθέμενο μονοπάτι. Η Ρία επίσης έδειχνε να έχει βαριά διάθεση, προφανώς μετά από το ποτό όλη μέρα φαινόταν να προσπαθεί να συνέλθει και δεν έδειχνε διάθεση να μείνει άλλο στη θάλασσα. Η Αθηνά όμως ήθελε πολύ να πάει, φαινόταν. Όπως είπα, της άρεσε το κολύμπι και παρόλο που δεν είχε την αθλητική τάση του Νίκου, το αγαπούσε πολύ. “Έλα ρε Αντώνη” μου είπε λίγο ναζιάρικα προσπαθώντας να με πείσει. “Με τίποτα αγάπη” της είπα κουρασμένα, “δεν το 'χω καθόλου όρεξη” συμπλήρωσα. Έβγαλε ένα ψιλό-εκνευρισμένο “ωχου” και ξεκίνησε να βγαίνει μαζί μας, αλλά κοντοστάθηκε - εμφανώς σε δίλημμα ανάμεσα στην επιθυμία της και στο ότι δεν ήξερε αν θα έπρεπε να ακολουθήσει τον Νίκο, ο οποίος βιάστηκε να πει “έλα ρε γειτόνισσα, τι τους παρακαλάς; πάμε μαζί!”.

Αντιλαμβανόμουν το δίλημμά της, νομίζω όλοι μας καταλαβαίναμε εκείνη τη στιγμή την ιδιαιτερότητα. Όλη μέρα είχαμε μοιραστεί πολλές ιδιαίτερες φάσεις, αρκετές παρεξηγήσιμες, αλλά η επικινδυνότητα όλων αυτών των στιγμών αποσοβήθηκε από την κοινή παρουσία όλων. Τώρα, για πρώτη φορά, θα χωρίζαμε. Αν, αργότερα, με ρωτούσε κανείς πια ήταν η στιγμή που τα πράγματα, εκείνη τη μέρα, πήραν την πιο ιδιαίτερη τροπή, θα έπρεπε να διαλέξω αυτή. Εκείνη τη στιγμή βεβαίως και τα σκέφτηκα όλα αυτά, στο περίπου όμως, κουρασμένα και ζαλισμένα από τη μέρα, τον ήλιο, τη ζέστη... Δεν είναι ότι δεν τα σκέφτηκα. Και, οφείλω να ομολογήσω, ότι κωλοτρωγονόμουν κι εγώ πολύ να πάω μόνος με τη Ρία στην παραλία. Δεν είχα κάποια συγκεκριμένη πρόθεση, απλά ήταν κάτι περισσότερο. Επομένως, τόσο από κούραση και για να ξεφορτωθώ την υποχρέωση να τους συνοδέψω, όσο και από πρόθεση συνηγόρησα κι εγώ λέγοντας “έλα ρε μωρό, πηγαίνετε με τον Νίκο αν τόσο πολύ θέλετε, σιγά. Απλά, ξες, να φύγουμε σε μισή ώρα με είκοσι λεπτά, μην το τραβάτε”. “Ναι ναι” ήρθε και πάλι η υπέρ-πρόθυμη παρέμβαση του Νίκου “έλα ρε γειτόνισσα, θα είμαστε μαζί”. Η Αθηνά έδειξε να αμφιταλαντεύεται λίγο ακόμη, η Ρία δεν περίμενε να καταλήξει η κουβέντα και μ’ ένα “κάντε ό,τι θέλετε, εγώ βγαίνω” είχε άρχισε να κατευθύνετε προς τις ομπρέλες, ο Νίκος από την άλλη είχε αρχίσει να απομακρύνεται αντίθετα, προσπαθώντας να βρει το μονοπάτι μισό-κολυμπώντας και μισό-περπατώντας. Η Αθηνά με κοίταξε, το βλέμμα της λίγο θολό από την ημέρα, “να πάω;” ρώτησε δαγκώνοντας το χείλος της, μία κίνηση που την έκανε όταν ήθελε να κάνει κάτι που το θεωρούσε λίγο ζαβολιά. Της χαμογέλασα ζεστά “να είσαι καλό κορίτσι όμως” της είπα και της έκανα ένα νεύμα φύγε, άντε. Μου είπε ψιθυριστά “και εσύ καλό αγόρι, αλλιώς θα είμαι το ίδιο άτακτη” και δυνατά είπε “περίμενέ με Νίκο, έρχομαι κι εγώ”. Ο Νίκος είχε φτάσει πλέον 100 μέτρα μακριά, γύρισε και της έκανε νόημα βιάσου, ενώ το χαμόγελό του ήταν διάπλατο. Εγώ, ξεκίνησα, τρέχοντας ελαφρά, προλάβω τη Ρία.

[…]

Η Αθηνά προχωρούσε προσεκτικά προς τον Νίκο, θα ήταν πολύ ευκολότερο να τον φτάσει άμα σηκωνόταν όρθια, αλλά λίγο η δροσερή θάλασσα και λίγο η φυσική της αιδώ συνέχιζε να έχει επίγνωση ότι ήταν ολόγυμνη και ακόμα δεν αισθανόταν τελείως άνετη να βγαίνει από το νερό τελείως εκτεθειμένη. Η ξαφνική απομάκρυνση της δημιουργούσε μία μικρή ενοχή, από την άλλη η ημέρα ήταν μία ατελείωτη φόρτιση, μία, ώρες - ώρες της φαινότανε, ακατάπαυστη ακολουθία από όρια που διαρρηγνύονταν. Είχε πιάσει επανειλημμένα τον εαυτό της να ισορροπεί ανάμεσα στη διάθεση να παραδοθεί στο διάχυτο ερωτισμό της ημέρας και στην έμφυτη σεμνοτυφία της και καθωπρεπισμό. Αλλά... δε μπορούσε να αρνηθεί στον εαυτό της ότι αρκετές φορές μέσα στην ημέρα μία απροσδόκητη ζεστασιά απλωνόταν ανάμεσα στα πόδια της, έβλεπε το σώμα του Νίκου, καλογυμνασμένο για την ηλικία του, μύες που φούσκωναν σε κάθε του κίνηση... Κι εκείνη η επίμονη μισό-στύση του, παρόλο που ήταν εμφανώς μικρότερος από τον Αντώνη η Αθηνά είχε να δει γυμνό άντρα ούτε καν θυμόταν από πόσο χρονικό διάστημα πριν. Και η έλλειψη ντροπής του, καθώς περιφερόταν, τις φορές που την άγγιξε, η ωμή του συμπεριφορά ώρες - ώρες τη διέγειρε όταν άφηνε το μυαλό της να παραδοθεί στη στιγμή, χωρίς φίλτρα.

Την έβλεπε και ο Αντώνης, την είχε δει να κάνει ηλιοθεραπεία απέναντι από το Νίκο, είχε ανοίξει τα πόδια της ίσα - ίσα στην αρχή, αλλά μετά εκείνη η ζεστασιά ανάμεσα τους είχε ξαναγυρίσει, είχε δει το Νίκο κάτω από τα διπλωμένα χέρια της, τα μάτια του κολλημένα επάνω της, το πέος του, πιο αδύνατο και κοντό, αλλά νευρικό και μυώδες όσο και το υπόλοιπο σώμα του. Κάτι την είχε σπρώξει, όχι μόνο τότε - όλη την ημέρα, να τον προκαλέσει, να δει έναν άντρα να αντιδρά στο σώμα της, στη γύμνια της. Είχε χρόνια να νιώσει τόσο έντονα αυτή την ένεση εγωισμού, την επιβεβαίωση της θηλυκότητάς της, να επιδείξει το σώμα της και να βλέπει έναν άντρα να μην μπορεί να αντιδράσει στη γυναικεία της μορφή. Έπιανε τον εαυτό της να μη θέλει η μέρα να τελειώσει και δεν το πίστευε, αυτή ήταν η “σοβαρή”, αυτή έβαζε τα φρένα. Παρόλα αυτά η ημέρα τις είχε κάμψει τις αντιστάσεις και της είχε ξυπνήσει απαγορευμένες ορέξεις που είτε δε θυμότανε ότι τις είχε είτε δεν ήθελε να τις παραδεχτεί. Όχι ότι θα έκανε ποτέ οτιδήποτε απευθείας ανέντιμο απέναντι στον Αντώνη, αλλά να… η προοπτική για μία ακόμη πιο απαγορευμένη στιγμή ήταν εκεί. Ντροπή!

Ο Νίκος, από την άλλη, δεν είχε καμία αμφιβολία για τις διαθέσεις της στιγμής, κι ούτε κι όλης της ημέρας βασικά. Το μόνο του άγχος ήταν διαρκώς να μην τον τσακώνει η Ρία να ξεφεύγει, όπως την άκουγε να γκρινιάζει όλη μέρα σχεδόν όποτε ήτανε μόνοι τους. Είχε προσπαθήσει να δικαιολογηθεί μεν, αλλά ήταν τελείως ψεύτικη η κάθε απάντηση που έδινε. Ήθελε την Αθηνά να βλέπει το σώμα του, την είχε δει κατά καιρούς πώς τον ορεγόταν και τον τρέλαινε η ιδέα, όποτε του σηκωνόταν ήθελε να το κάνει εμφανές, τον ηδόνιζε να βλέπει τον πούτσο του. Δεν είχε διαφορά με τον Αντώνη μωρέ, σιγά! Και την είχε δει πολλές φορές την Αθηνά να κάθεται απέναντί του να του δείχνει το μουνάκι της, τις ρώγες της… τι ροζ καύλες ήταν εκείνες, τον κώλο της, του ήταν ξεκάθαρο ότι η γυναίκα θα γούσταρε λίγο απελευθέρωση, του την έδινε ακόμη περισσότερο η συστολή της, η ντροπή της. Μάλλον ο δικηγόρος πολύ στα όπα-όπα την είχε, οι γυναίκες ήθελαν και αγριάδα. Πω ρε πόσο θα ήθελε να την πηδούσε την κυρία προϊσταμένη. Τον έδινε στη Ρία όποτε του καθότανε, την ικανοποιούσε συχνά, για να μην έχει παράπονα. Αλλά τελευταία έδειχνε ολοένα και λιγότερο όρεξη, κάποτε του ορμούσε αχόρταγα. Μάλλον η δουλειά και η κούραση και όλα τ’ άλλα. Την είχε δει αρκετές φορές μέσα στην ημέρα να κοιτάει τον Αντώνη, την είχε δει να έχει στο βλέμμα της εκείνη τη φλόγα που κάποτε την είχε στα μάτια σχεδόν κάθε φορά που έκαναν σεξ παθιασμένα, αλλά οκ, ο τύπος είχε ένα παπάρι μεγάλο μεν, αλλά ντρεπότανε κάθε φορά που πήγαινε να του σηκωθεί.

Η Ρία δε γούσταρε τα μισόλογα και μισοκαταστάσεις, άρα δεν ανησυχούσε καθόλου - εξάλλου τι μπορούσε πραγματικά να συμβεί στην εντέλει; Άμα κάτι του την έδινε όλη την ημέρα, όμως, ήταν που έπιαναν διαρκώς με τον Αντώνη ψιλή κουβεντούλα. Και ο ισολογισμός έτσι, και η εταιρία αλλιώς, και τι να κάνουμε Αντώνη εκεί, τι να κάνω εδώ και χίλιες άλλες μαλακίες. Βαρετές αηδίες δηλαδή, αυτός ποτέ δεν καθότανε να την ακούει όταν την έπιανε φλυαρία για τη δουλειά, του φαινότανε τόσο βαρετό που πεθαίνεις ένα πράγμα. Αλλά με τον Αντώνη όλη μέρα μπλα μπλα με την κάθε ευκαιρία. Αλλα ok, δεν τον πολύ-πείραζε. Στην τελική γι’ αυτό ήρθανε και με φίλους, για να πούνε και καμία κουβέντα διαφορετική, να μη βαριούνται οι δύο τους πάλι. Αλλά εκείνος ο κώλος της Αθηνάς, μηλαράκι, αλλά σιτεμένο. Λίγες ραγάδες, μέχρι εκεί, παντρεμένη καύλα η κυρία... όσο για το μουνάκι της... ξυρισμένο, περιποιημένο, σαν την ίδια, λεπτεπίλεπτο. Όλη μέρα το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς θα ήταν να έβαζε τον πούτσο του μέσα της. Αλλά ok, η ημέρα ήταν μια χαρά, ποιος να το 'λεγε ότι θα ήταν τέτοια καύλα όλη μέρα. Θα την έπεφτε στη Ρία αργότερα. Ήθελε να χύσει σαν τρελός.

Η Αθηνά παράτησε να προσπαθεί να κολυμπήσει στο ρηχό νερό και διέσχισε τα τελευταία πέντε μέτρα που τη χώριζαν από τον Νίκο περπατώντας, όλη την ώρα που το έκανε έχοντας απόλυτη συνείδηση ότι το βλέμμα του ήταν καρφωμένο επάνω της άπληστα, σχεδόν ξεδιάντροπα. Ο Νίκος ήταν προφανώς από τους τύπους που δεν έκρυβαν τις προθέσεις τους, εξάλλου δεν τις είχε κρύψει κι όλη μέρα. Υπήρχαν στιγμές που αισθανόταν το βλέμμα του τόσο έντονο επάνω της που νόμιζε ότι θα της ορμούσε, ότι το μόνο που τον κρατούσε ήταν η παρουσία της Ρίας και του Αντώνη, και αυτό οριακά τον σταματούσε μάλιστα. Άρα αυτό μπορεί να ήταν μία πολύ κακή ιδέα, το κολύμπι δηλαδή. Από την άλλη ήταν τόσο διαφορετικό αυτό το συναίσθημα, να την ποθεί ένας άνδρας τόσο… ωμά, που δε μπορούσε να αντισταθεί στη γοητεία του κίνδυνου που ένιωθε. Εννοείται, γυναίκα ήταν. Και μάλιστα καθημερινά στη δουλειά της υπεύθυνη για πολλούς άνδρες, που όλοι τους σχεδόν, αν είχαν την ευκαιρία… Αλλά εκείνο ήταν διαφορετικό, αποστειρωμένο. Η μέρα όμως σήμερα δοκίμαζε τις αντοχές της, τα όρια της, ήταν μια θολούρα προκλητικού ερωτισμού κι ένιωθε τον εαυτό της να χάνει τη δυνατότητα να ελέγξει τις καταστάσεις γύρω της. Και ένιωθε κι αρκετά ζαλισμένη και δε βοηθούσε, πώς πείστηκε γαμώτο να πιει όλα αυτά τα σφηνάκια; Ένιωθε τις αντιστάσεις της να λιώνουν, από το αλκοόλ, από τον αδυσώπητο, τώρα, ήλιο, από τις πρωτόγνωρες εντάσεις της ημέρας.

Ο Νίκος της έπιασε το χέρι καθώς έφτανε κοντά του και την τράβηξε σθεναρά, η δύναμή του την εξέπληξε και δεν υπολόγισε καλά, παραπάτησε κι έπεσε επάνω του με όλο της το σώμα, τα στήθη της κόλλησαν στο στέρνο του, η στύση του στην κοιλιά της, αισθάνθηκε το άλλο χέρι του να την αγκαλιάζει γρήγορα στη μέση χαμηλά. Έβγαλε ένα δειλό «αχ!» έκπληξης, περισσότερο για την επαφή με τη στύση του παρά για οτιδήποτε άλλο. Έπιασε τον εαυτό της να θέλει, ασυναίσθητα, να τυλίξει το χέρι της γύρω της, αλλά σταμάτησε τον εαυτό της, εννοείται! Από την άλλη, και το χέρι του Νίκου ήταν χαμηλά στη μέση της, εκεί που τη χάιδευε βασανιστικά πριν στην παραλία, κι εκείνος παιδευόταν πολύ με τη σκέψη του να της χουφτώσει τον κώλο. Όλη μέρα τον βασάνιζε αυτό το μαμαδίστικο κωλαράκι, ήθελε να το σφίξει σφιχτά, να το πιάσει! Δεν το έπιανε ο δικηγόρος. Φαινόταν ψεύδος-κουλτούρας, ήθελε μερικά μπατσάκια στον κώλο η γειτόνισσα, το ήξερε! Αλλά η στιγμή τον σταματούσε, δεν ήξερε αν μπορούσε να πάρει το θάρρος χωρίς να γίνει καμία παρεξήγηση. Και ήταν και η Ρία κοντά. Τελικά βρήκε το θάρρος να χαμηλώσει το χέρι του λίγο στο πάνω μέρος από το κωλομέρι της κυρίας προϊσταμένης. Κοιτώντας γρήγορα γύρω του να δει που ήταν ο Αντώνης κι η Ρία – και οι δύο μακριά, η Ρία ήδη εκτός οπτική πεδίου καθώς είχε πάει τόσο πλάγια για να βρει το μονοπάτι που από εκεί που ήτανε τώρα την κάλυπτε τελείως ο χαμηλός κορμός της ελιάς, καθώς και, σχεδόν, όλα τα υπόλοιπα πράγματα τους. Ο Αντώνης πήγαινε προς το μέρος της Ρίας ακόμη και ήταν όρθιος, αλλά τους είχε πλάτη τώρα και σύντομα κι αυτός θα ήταν πίσω από το χαμηλό δέντρο.

Μείνανε έτσι, κολλημένοι, για πέντε – έξι δευτερόλεπτα, η στύση του κολλημένη στην κοιλιά της κάτω από το νερό, το χέρι του να της πιάνει διακριτικά τον κώλο ψηλά, αυτή είχε τραβήξει λίγο προς τα πίσω τον κορμό της, το ένα της στήθος όμως παρέμενε κολλημένο επάνω του. Του μίλησε σιγανά, αλλά προστακτικά, ένας τόνος που όταν τον χρησιμοποιούσε δε χωρούσε αντιρρήσεις, μόνο υπακοή, « Νίκο αρκετά, άσε με τώρα!». Του το είχε πει κοιτώντας τον στα μάτια, άφοβα, υπεροπτική. Η μαγεία της στιγμής έσπασε από τον τόνο της φωνής της, δεν ήταν τα φωναχτά τσαμπουκαλίκια της Ρίας, ήταν η επιταγή μιας γυναίκας που είχε μάθει να την υπακούν. Παρόλα αυτά δεν έκανε η ίδια καμιά κίνηση να ξεκολλήσει, τον μπέρδευε. «Τώρα Νίκο!». Την άφησε τόσο απότομα που σχεδόν έπεσε πίσω, σα μικρό παιδί που το πιάσανε να κάνει ζαβολιά. «έλα ρε γειτόνισσα, ατύχημα» είπε γελώντας με εκείνο το λίγο χαζοχαρούμενο στυλ του, «όλα καλά;». «Ναι, εντάξει», είπε κι ο τόνος της είχε πάλι εκείνη τη διστακτικότητα που είχε όλη τη μέρα, ο Νίκος δεν μπορούσε να το ορίσει ακριβώς, αλλά κάτι σ’ αυτή της τη στάση του την έδινε, τον διέγειρε και τον προκαλούσε να της την πέσει άγρια, να την κατακτήσει. Αλλά η Αθηνά που είχε αναδυθεί μόλις προ ολίγου, εκείνη τον τρόμαζε, τον έκανε να αισθάνεται… λίγος. Αλλά ο Νίκος δεν έχανε χρόνο σε τέτοιους στοχασμούς εύκολα, ειδικά στο ερωτικό λειτουργούσε ενστικτωδώς, τα κίνητρά του της στιγμής, από το κάτω κεφάλι όπως του έλεγε καμιά φορά η Ρία. Ξαναβρήκε το κέφι του και το θάρρος του στη στιγμή «έλα γειτονάκι», της είπε με ένα ύφος που συχνά χρησιμοποιούσε όταν ήθελε να γοητέψει, «εδώ έχουν καθαρίσει. Αλλά εντάξει, μη νομίζεις κιόλας. Πάλι γεμάτο είναι, αλλά πιο εύκολο. Ανοίγει όμως μετά».

Την είδε να προβληματίζεται για λίγο, το νερό οριακά πάνω από τη μέση της παρόλο που ήταν κοντούλα. Πού και πού κάποιο κυματάκι έδειχνε να της αποκαλύπτει το μουνάκι, να της το γλείφει. Ξερογλειφόταν και ο ίδιος μέσα του. «Να σε πάρω αγκαλιά;!», πρότεινε κι ακόμη κι ο ίδιος κατάλαβε ότι ήταν φτηνή η δικαιολογία. «Όχι…», άκουσε την αβεβαιότητα στη φωνή της, ένα ελαφρύ τρέμουλο, σαν να ήθελε διαρκώς, αλλά να μην τολμούσε. «Ε… πήγαινε εσύ μπροστά, να πιαστώ από τους ώμους σου…». Τι μαλακίες σκέφτηκε, αλλά δε μπορούσε να φέρει κι αντίρρηση. Και πού ξέρεις … «Ναι ναι μωρέ, εντάξει», της είπε λίγο γρήγορα, «άμα έτσι σε βολεύει» πρόσθεσε κι ο τόνος του είχε μέσα μια δόση αγανάκτησης. Μπήκε από μπροστά της και του έπιασε τους ώμους, το ένα της χέρι γλίστρησε και πάλι στο μπράτσο του, το έπιασε σαν να το χούφτωνε. Μήπως το παρακάνω, σκέφτηκε με όση διαύγεια της είχε απομείνει. Εξάλλου εντάξει, ο Νίκος ήταν λίγο άμεσος μεν, αλλά καλό παιδί… ο μοναδικός που όλη μέρα ήταν μόνο κέφι κι όρεξη και της άρεσε πολύ αυτό. Το έβρισκε ανανεωτικό, την απλότητά του αυτή. Την ασταμάτητη διάθεσή του. Και εκείνο το σκληρό του σώμα, ένιωθε να υγραίνεται όταν το σκεφτόταν και ντρεπόταν γι’ αυτό. Αλλά την καύλωνε. Είχε περάσει μια μέρα να το χαζεύει και δεν μπορούσε να το αρνηθεί άλλο. Κι εκείνη η επίμονη στύση του, όλη μέρα. Μες στα μούτρα της, ξεδιάντροπα, πρόστυχο ίσως. Είχε προσπαθήσει να κάνει ότι την αγνοεί, ότι δεν την ένοιαζε. Αλλά ήταν εκεί, όλη τη μέρα εκεί! Η Αθηνά είχε να δει έτσι άντρα γυμνό, εννοείται… πριν τη σχέση της με τον Αντώνη. Πόσα χρόνια; Είχε ξεχάσει πια. Και όταν την ένιωσε επάνω της μόλις τώρα, σκληρή και στητή, σαν τον ίδιο, είχε καυλώσει, δε μπορούσε να το αρνείται άλλο.

Περπατούσε προσεχτικά τώρα και προσπαθούσε να βρει έναν διάδρομο ανάμεσα στα ολισθηρά, αλλά και κοφτερά βράχια. Τον δυσκόλευε έτσι όπως κρεμιότανε από πίσω του σε απόσταση προσπαθώντας να μην πατάει η ίδια κάτω, το καταλάβαινε. Και το νερό ήταν πλέον μέχρι το στήθος του, μυώδες κι αυτό και γεμάτο… και σε λίγο ακόμα κι αυτή η γελοία δικαιολογία θα τελείωνε, θα τον άφηνε για να κολυμπήσει. Τι μπλέξιμο αυτή η μέρα σήμερα, σκέφτηκε φουρκισμένη. Κάπου κοντοστάθηκε περισσότερο, το πέρασμα έγινε χειρότερο. «Υπομονή γειτόνισσα» της είπε, πάλι απροβλημάτιστος, πάλι γεμάτος μ’ εκείνη την ασίγαστο ορμή, «φτάνουμε σε λίγο» της είπε με το κεφάλι του γυρισμένο προς τα πίσω προσπαθώντας να της χαμογελάσει. Μωρέ έκανε τόσο κόπο, ο Αντώνης τώρα θα είχε εκνευριστεί χάνοντας την υπομονή του. Η σωματική προσπάθεια τον γέμιζε εκνευρισμό γρήγορα. Ο Νίκος, όμως, έδειχνε ακούραστος. Σα μηχανή. Αισθανόταν και το κεφάλι της βαρύ, όχι σαν και πριν, η θάλασσα την είχε συνεφέρει κάπως, αλλά ακόμη… «Σε δυσκολεύω έτσι που κρέμομαι, ε;», του είπε ζαλισμένα. «Όχι μωρέ», είπε με την προσοχή του στραμμένη στην προσπάθεια, «σιγά, μπούρδες. Φτερό είσαι». Φτερό… «Κάτσε» του είπε. Τον τράβηξε με τα χέρια της, κόλλησε το στήθος της επάνω στην πλάτη του, έσφιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και το στήθος του. Η μέση της κόλλησε με τον κώλο του, αισθάνθηκε το εφηβαίο της, λείο όπως ήταν, να τον ακουμπά. Τύλιξε τα πόδια της γύρω του, στη μέση.

Νόμιζε ότι οι ρώγες της θα τρυπούσαν την πλάτη του, εκείνους τους μύες που δούλευαν και δούλευαν κάτω από τη γυαλιστερή του επιδερμίδα. Τώρα κάνουμε δουλειά, σκέφτηκε ενθουσιασμένος. Ήταν πλέον κι αρκετά βαθιά, δε φαινόταν και πολλά. Την έπιασε με το χέρι από το μπούτι ψηλά, κοντά στον κώλο της, αλλά της το χούφτωσε όλο από κάτω. Πήρε θάρρος «σε βολεύει καλύτερα έτσι μωρό μου;» της είπε και της έσφιξε το μπούτι. «Ναι, καλύτερα» του απάντησε σιγανά, σχεδόν ξέπνοα. Ή τώρα, σκέφτηκε, ή… Έκανε ότι παραπατούσε, που δεν ήταν και μεγάλο ψέμα, τι σκατά βράχια ήταν αυτά ρε φίλε! Προσποιούμενος ότι πήγε να την πιάσει καλύτερα ανέβασε το χέρι του προς τα πίσω, της έπιασε τον κώλο, αρχικά σιγά-σιγά. «Καλύτερα τώρα;» είπε διερευνητικά. Πάλι η απάντησή της ήρθε σχεδόν λαχανιασμένη, «ναι, καλύτερα». Και μετά «προχώρα». Της έπιασε το ένα κωλομέρι τώρα εμφατικά, χωρίς συστολές. Κι αυτή καθόταν, δεν έκανε τίποτα για να τον σταματήσει. Του είχε πέσει λίγο μ’ όλη την προσπάθεια τόση ώρα, αλλά τώρα τινάχτηκε πάλι, σκληρή σαν ξύλο. Με το άλλο του χέρι, το ελεύθερο με το οποίο κρατούσε ισορροπία τόση ώρα, της έπιασε, πάλι τυχαία και καλά, το ένα της πόδι που ήταν κλειδωμένο με το άλλο στην κοιλιά του, το έσπρωξε προς τα κάτω, η πούτσα του ξεκίνησε να τρίβεται αραιά με το πόδι της, ανάλογα με τις κινήσεις του. Κουνούσε τη μέση του για να το κάνει να συμβαίνει ολοένα και πιο συχνά. Δεν πήρε το πόδι της, απεναντίας την ένιωσε να το χαμηλώνει κι άλλο, τώρα που και πού καταλάβαινε τα δάχτυλά της να του χαϊδεύουν τον πούτσο, κάτω από το κεφάλι. Ω ρε φίλε, αυτά είναι σκηνικά, σκέφτηκε περιχαρής, αυτά είναι καύλες!

Δεν την άντεχε άλλο τη φόρτιση της ημέρας, ο Νίκος, σκληρός και μυώδης μέσα στην αγκαλιά της, της έβγαζε έναν σεξουαλισμό που είχε χρόνια να νιώσει, άγριο, άξεστο, εφηβικό σχεδόν. Το χέρι του ήταν στον κώλο της και τη χούφτωνε σφιχτά, η στύση του τριβότανε στο πέλμα της, ένιωθε το κεφάλι της βαρύ, την καρδιά της να χτυπά και ένιωθε υγρή ανάμεσα στα πόδια της. Και όλη αυτή η θάλασσα που έπαιζε με τη γύμνια της, με το μουνάκι της. Η σκέψη που της ήρθε πιο πολύ τη σόκαρε παρά την παραμένετε, ήθελε κάτι σκληρό και μέσα της, να γεμίσει όλη αυτήν την ζεστή υγρασία. Κόλλησε πιο σφιχτά επάνω του λίγο, χαμήλωσε και το άλλο της πόδι, το καυλί του τώρα ανάμεσα στα πέλματα της πιο συχνά, αν τα έκλεινε. «Φτάνουμε;», του είπε. «Ακόμη λίγο», της είπε, η φωνή του κολλημένη, σαν να ήθελε να δοκιμάσει κάτι, «καύλα μου», πρόσθεσε όσο σιγανά που δεν ακούστηκε σχεδόν. Ένιωσε τα πόδια της να σφίγγουν, να του εγκλωβίζουν τον πούτσο. Για λίγο, αλλά να! Εκεί. Η θάλασσα τους έκρυβε ένοχα κι αισθανόταν το κεφάλι της να γυρίζει, την καρδιά της να χτυπάει ακόμη πιο έντονα, ο Νίκος γυμνός στην αγκαλιά της, μία σκοτεινή σκέψη μέσα σε αλμυρό φως. Σκληρός. Έπρεπε να το σταματήσει, να τον αφήσει, τώρα! «Φτάσαμε; Να σε αφήσω τώρα;», του είπε σα να παρακαλούσε, απλά δεν ήξερε ακριβώς για τι. «Ναι, περίμενε να σε βοηθήσω» της είπε και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει αισθάνθηκε εκείνα τα σκληρά μπράτσα να τη γυρνάνε μπροστά του, σαν φτερό, πράγματι!

Η ίδια στάση, τα πόδια της τυλιγμένα γύρω του, αλλά πλέον πρόσωπο με πρόσωπο. Η επιθυμία στο βλέμμα του δεν κρυβόταν. Το χέρι του ήρθε μπροστά, της χούφτωσε το ένα στήθος. Χωρίς δικαιολογία πλέον. Αισθάνθηκε να την κατεβάζει προς τα κάτω, η μέση της ήταν ψηλά, στην κοιλιά του. Και, ξαφνικά!, τον ένιωσε, φουσκωμένο και πρησμένο, να τρίβεται. Εκεί, στο μουνάκι της, ο παφλασμός έστελνε τον πούτσο του μέχρι πίσω, στον κώλο της. Θολώσανε και οι δύο. Την κατέβαζε τώρα για να μπει μέσα της, δεν έφτανε, ο Αντώνης θα είχε μπει ήδη. Ο Αντώνης! Η σκέψη της ήρθε σαν σφαλιάρα. Όχι, δε μπορώ, θέλω, πόσο θέλω, αλλά δε μπορώ, δε μπορώ! Έβαλε το χέρι της ανάμεσά τους, το κατέβασε χαμηλά, βρήκε εκείνη τη στύση που την παίδευε όλη την ημέρα! Το χέρι της έσφιξε γύρω από τον πούτσο του, κατέβηκε βασανιστικά μέχρι τη βάση, ανέβηκε ξανά επάνω, του χούφτωσε το πουτσοκέφαλο. Της φαινόταν τόσο παράξενο να κρατάει τον πούτσο ενός άλλου άντρα στο χέρι της, τόσο ερεθιστικό τελικά, είχε ξεχάσει πόσο ερεθιστικό είναι ένα άγνωστο σώμα. Τα χέρια του κατέβηκαν από τη μέση της στον κώλο της, τη χούφτωνε τώρα τον κώλο με μία δύναμη που την άφηνε σχεδόν αδύναμη να αντιδράσει, προς στιγμή φοβήθηκε ότι οι παλάμες του θα μείνουν ανάγλυφες από το πάθος του στους γλουτούς της. Τα δάχτυλά του διερευνητικά, κατέβηκαν πιο χαμηλά, άγγιξαν το μουνάκι της, πήγαν να μπούνε μέσα της. Του έσφιξε τον πούτσο πιο πολύ, από καύλα τώρα μόνο, ένα δάχτυλο είχε αρχίσει να βρίσκει εκείνη την υγρασία που όλη μέρα πάλευε. Το άφησε να γλιστρήσει μέσα της για κλάσματα, δεν άντεξε να το σταματήσει. Μετά, παρόλη την ατσαλένια του αγκαλιά, πετάχτηκε μακριά του. Πόσο κόπο ήθελε γαμώτο, πόσο κόπο;

Τι θα γινόταν παρά λίγο! Γύρισε γρήγορα και έκανε για την ακτή, του φώναξε χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει «ευχαριστώ Νίκο, θα βγω μόνη μου», κι άρχισε να κολυμπάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Σκεφτόταν τον πούτσο του στο χέρι της, το δάχτυλό του, σχεδόν, μέσα της. Δεν άντεχε τη σκέψη, έκανε ένα μακροβούτι, φρόντισε να του δείξει τον κώλο της καθώς εξαφανιζόταν κάτω από το νερό. Γαμώτο! Γαμώτο! Γαμώτο! Σκέφτηκε καθώς την έβλεπε να φεύγει. Του έδειξε την κωλάρα μάλιστα μία τελευταία φορά. Μήπως να την κυνηγούσε, να την προλάβαινε; Μπα… σκέφτηκε, μπορεί να μπλέξουμε. Γαμώτο, το βιάστηκε, έπρεπε να είχε περιμένει πιο πολύ, η γυναίκα γούσταρε, φαινόταν. Τραβάτε με κι ας κλαίω ήταν. Το μουνί της; Λούτσα ρε, ψοφούσε για πούτσο! Είχε σκοπό να έβλεπε αν θα μπορούσε να την κάνει να χύσει σαν τη Ρία, να δει την κυρία να κατουριέται από την καύλα. Νόμιζε ότι της χρειαζόταν κιόλας, το μωρό ήτανε πειραχτήρι ρε μαλάκα. Κι εκείνος ο κώλος! Πώς δεν τον γαμούσε ο άλλος ο φλώρος; Ήθελε πολύ πούτσα ο κώλος της, φαινόταν. Γαμώτο ρε! Αλλά δεν πείραζε, δεν ήτανε και να βρει τον μπελά του και η αρχή είχε γίνει, κάπως… Έπρεπε να φύγουνε γρήγορα, να τραβούσε κάνα πούτσο στη Ρία να έχυνε, δεν την πάλευε άλλο. Πήρε να κολυμπάει από την αντίθετη κατεύθυνση από τη γειτόνισσα, καλύτερα να βγαίνανε σε διαφορετικά σημεία, μη καταλάβουν κι οι άλλοι ότι παίχτηκε και τίποτε.

[..]

Κατευθύνθηκα προς την Ρία που ήδη την έβλεπα να ξαπλώνει μπρούμυτα στην πετσέτα της, κάτω από την όαση που πρόσφερε η ελιά και ο ίσκιος στην κατά τ’ άλλα εκτυφλωτική παραλία. Γύρισα και κοίταξα μια τελευταία φορά προς την κατεύθυνση της Αθηνάς, την είδα όρθια, γυμνή, να πηγαίνει προς Νίκο. Το θέαμα με διέγειρε τόσο όσο με ενόχλησε, αλλά ήταν πολύ αργά για να εκφράσω τώρα μεταμέλεια και καχυποψία. Αλλά όσο κι αν το έπαιρνα απόφαση διαρκώς και απολάμβανα όλη την απαγορευμένη ηδονή της ημέρας, άλλο τόσο πισωγύριζα στο μυαλό μου κι ανησυχούσα μήπως ξεπερνούσαμε κάποια στιγμή όρια που δεν θα μπορούσαμε να ανακτήσουμε, μετά. Αλλά ο κύβος ερρίφθη, εξάλλου τίποτα δεν ήταν απαραίτητο να συμβεί…

Ό,τι κι αν συμβεί, ας συμβεί, σκέφτηκα με παραίτηση. Έριξα μια ακόμη ματιά στην Αθηνά να απομακρύνεται, ολόγυμνη, λουσμένη στο φως. Μία εικόνα που την είχα φαντασιωθεί αμέτρητες φορές. Αισθανόμουν ότι εγκατέλειπα ένα ασφαλές καταφύγιο για έναν άγνωστο ορίζοντα. Δεν ήξερα που θα μας έβγαζε η φάση, σκέφτηκα μόνο ότι η ασφάλεια που, ίσως, εγκαταλείπαμε μας είχε, όμως, πνίξει. Κοίταξα μπροστά μου, τη Ρία που είχε ήδη ξαπλώσει στον φιλόξενο ίσκιο, είχε την ίδια στάση με προηγουμένως, ο κώλος της φέγγιζε, σαγηνευτικός και ώριμος, η ομορφιά της δεν είχε τίποτα από την κοριτσίστικη ομορφιά της Αθηνάς. Οι διαστάσεις της, οι καμπύλες της, ο τρόπος που οι γλουτοί της άνοιγαν ακριβώς πριν το μουνάκι της, ακόμη και οι αναμνήσεις μιας γέννας που επέμειναν στο κορμί της, όλα ήταν απόλυτα θηλυκά, όλα εξέπεμπαν μία γυναικεία αύρα που μου φαινόταν ακαταμάχητη. Τα μακριά της πόδια ήταν διασταυρωμένα χαμηλά, στις γάμπες. Μία στάση τόσο φυσική, αλλά που η σχετική μας απομόνωση τώρα την έκανε ακόμα πιο ερωτική. Σκέφτηκα ότι θα ήθελα πολύ να της γλείψω τα δάχτυλα, ένα φετίχ μου που η Αθηνά ενίοτε ανεχόταν κι ενίοτε απλά την άφηνε αδιάφορη. Ίσως, τελικά, αυτό να μας έφταιξε, ίσως εγώ να μην κατάφερα ποτέ να την απελευθερώσω τελείως. Ίσως χρειαζόταν μία άλλη, διαφορετική προσέγγιση που δε μπορούσα να επινοήσω.

Έφτασα δίπλα της, είχε το κεφάλι γυρισμένο προς την αντίθετη μεριά, τα πόδια της προς την παραλία. Προς στιγμή δεν ήξερα που να κάτσω, τυπικά η θέση μου ήταν μεν δίπλα της, αλλά σε απόσταση… σεβασμού. Γάμα το αυτό, σκέφτηκα και για δικαιολογία πήρα την πετσέτα μου και την τίναξα από την άμμο, μετά την άπλωσα κολλητά με τη δική της. Ξάπλωσα δίπλα της, αλλά όχι μπρούμυτα, στο πλάι, στραμμένος προς το σώμα της. Μας χώριζαν λίγα εκατοστά, τόσο λίγα που μπορούσα να μυρίζω το άρωμά της, ένα μεθυστικό συνονθύλευμα από τον αλμυρό της ιδρώτα και την κολόνια της. Ήμασταν τόσο κοντά που, σκέφτηκα, αν ο πούτσος μου ήταν σηκωμένος θα τριβόταν στο γοφό της. Με το που κάθισα δίπλα της γύρισε το κεφάλι της προς τα εμένα, τα μάτια της μισόκλειστα, έτριψε το πρόσωπό της στο μπράτσο της με μία αιλουροειδή κίνηση που μόνο μια γυναίκα μπορεί να υποδυθεί. «Νυστάζω, ζαλίζομαι και ζεσταίνομαι Αντώνη», μου είπε με ένα σιγανό μουρμουρητό. Ο τόνος της μισός κούραση και μισός, θαρρείς, κατηγορία. «Για το τελευταίο ήρθαμε εδώ, για το δεύτερο το προσπαθήσαμε, για το πρώτο μην το παλεύεις, κοιμήσου», της είπα και είχα μια έντονη διάθεση να της χαϊδέψω τα μαλλιά και το πρόσωπο. Αλλά, εννοείται, δεν το έκανα, δεν μπορούσα να βρω το θάρρος ή την αφορμή.

«Και να σ’ αφήσω μόνο σου;», είπε και δεν ήξερα αν με ρωτούσε πραγματικά ή ρητορικά. Με κοίταξε με εκείνο το νωχελικά βλέμμα, δεν είπα τίποτα γιατί δεν βρήκα τίποτα καλό να πω. Γύρισε το κεφάλι προς την αντίθετη κατεύθυνση, μπορούσα να διακρίνω ότι έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη μπορούσε να βλέπει κάτω από τον γερμένο κορμό προς τη θάλασσα. Κανονικά θα πρέπει να μπορούσε να δει τον Νίκο και την Αθηνά μέσα στη θάλασσα. Μετά από μία σιωπηλή παύση δέκα δευτερολέπτων έκανε έναν μορφασμό, κάτι ανάμεσα σε αποδοκιμασία και συγκρατημένο θυμό σχεδόν. Δεν ήξερα τι έβλεπε, ακόμα και η μικρή μου απόσταση από την ίδια ήταν ικανή να κρύβεται από το οπτικό μου πεδίο το κομμάτι της θάλασσας που, λογικά, βρίσκονταν τώρα η Αθηνά και ο Νίκος. Την αντιλήφθηκα να κάνει μία γκριμάτσα, δεν είδα τι απλά κατάλαβα το πρόσωπό της να συσπάται, ό,τι κι αν είχε δει προφανώς δεν της άρεσε και πολύ. “Τους έχεις εμπιστοσύνη;”, ρώτησε αφηρημένα. Το βλέμμα της πέρα, στη θάλασσα και πάλι δεν ήξερα αν με ρωτούσε πραγματικά ή αν σκεφτόταν φωναχτά απλώς. Εννοείται δεν τους είχα εμπιστοσύνη, σκέφτηκα λίγο σκυθρωπά, βασικά έχω εμπιστοσύνη στο Νίκο ότι δεν είναι να του έχεις εμπιστοσύνη• για την Αθηνά η κουβέντα ήταν διαφορετική, πραγματικά δεν ήξερα τι να περιμένω, τι ήθελα.

Δεν της απάντησα στην ερώτηση της, αντ’ αυτού της είπα “Γιατί; Έχεις εμπιστοσύνη σε εμάς;” τη ρώτησα. Δε μίλησε, είχε το κεφάλι στραμμένο από την άλλη μεριά, δεν ήξερα αν την είχε απορροφήσει η θέα, αν έβλεπε τον Νίκο και την Αθηνά (αν μπορούσε να τους δει καν), αν απλά είχε κοιμηθεί. Πέρασα έτσι λίγη ώρα να την κοιτάω, άρχισα να πιστεύω ότι δεν είχε διάθεση να μιλήσουμε παραπάνω, γύρισα ανάσκελα και άναψα τσιγάρο. Μετά από λίγο την αισθάνθηκα να γυρίζει προς μέρος μου, να με κοιτάει, η αμυδρή απόσταση που μας χώριζε μίκρυνε ακόμη περισσότερο, «τι βλακείες κάνουμε εδώ ρε Αντώνη;», είπε και αισθανόμουν το βλέμμα της να με καίει. «Μάλλον απαραίτητες», της είπα μετά από μικρή παύση. Σαν και την ίδια προηγουμένως δε γύρισα προς το μέρος της, συνέχιζα να κοιτάω τον ουρανό. «Χμφ…», έκανε με απόρριψη, «πολύ δικηγορίστικο αυτό». «Μπορεί, αλλά αυτό δεν το κάνει λιγότερο αλήθεια», της είπα λίγο στοχαστικά, δεν περίμενα τη σοβαρότητα των σχολίων της και η απροσδόκητη νηφαλιότητά τους, επειδή αντικατόπτριζε ίσως και δικές μου αμφιβολίες, με έριχνε γρήγορα. Γύρισε και πάλι από την άλλη, πιο πολύ την ένιωσα παρά την είδα. «Κάποιοι περνάνε μια χαρά πάντως» είπε, και κατάλαβα ότι αναφερόταν στην Αθηνά και τον Νίκο. Αισθάνθηκα μια ξαφνική ζήλια. «Γιατί;» ρώτησα και η φωνή μου δεν κατάφερε να μεταφέρει την αδιαφορία που πήγα να προσποιηθώ. «Ο καλός μου μάλλον σέρνει το κοριτσάκι σου από πίσω του», είπε και η ειρωνεία στη φωνή της καθώς αναφερόταν στην Αθηνά αφενός ήταν απρόσμενη και αφετέρου με εξέπληξε, ok είχα καταλάβει ότι ιδιαίτερη χημεία ανάμεσα στις δυο γυναίκες δεν έπαιζε και κυρίως από τη μεριά της Ρίας προς την Αθηνά, αλλά και πάλι δεν περίμενα το ξεκάρφωτο σχόλιο. Από την άλλη, και η Ρία ήταν αρκετά ζαλισμένη για να κρύβει έντεχνα όλες τις αντιδράσεις. «Μη νομίζεις, δεν τους βλέπω και καλά…» πήγε να πει σαν να έκανε κουβέντα στον καφέ και μετά είπε ένα αινιγματικό «α! Την…».

Αυτό το τελευταίο το έκοψε, δεν τελείωσε ποτέ τη σκέψη της, σαν να μονολόγησε και να το μετάνιωσε. «Τι έγινε;», τη ρώτησα και η αγωνία στη φωνή μου δεν κρυβόταν, «τι είδες;». Έκανε λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μιλήσει, σαν να ζύγιαζε μέσα της κάτι. «Τίποτα, μαλακίες» είπε και ο τόνος της φωνής της είχε μια αποφασισμένη νότα. Την αισθάνθηκα πάλι να στριφογυρίζει, την κατάλαβα που γύρισε και πάλι προς το μέρος μου. «Ψήνομαι», ανήγγειλε απότομα ξαφνικά. «Θα μου βάλεις αντηλιακό σε παρακαλώ;». Γύρισα να την κοιτάξω, ήταν στην προσφιλή της στάση, μόνο που το κορμί της ήταν τόσο κοντά που η κοινή μας γύμνια μου θύμισε εραστές που, ξοδεμένοι, ξαπλώνουν δίπλα-δίπλα. Πήρε το αντηλιακό που είχε πάντα δίπλα της, «έλα», είπε καθώς μου το έδινε και η φωνή της δε μου άφηνε περιθώρια να αρνηθώ. Κι ούτε και ήθελα βέβαια, αλλά καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή οι κουβέντες ήταν σκυθρωπές, η αλήθεια είναι ότι η όρεξή μου είχε καταλαγιάσει κάπως.

Γύρισα λίγο κουρασμένα και οι νωχελικές μου κινήσεις, πρόχειρες όπως ήταν, σχεδόν με έριξαν επάνω της, τόσο κοντά ήρθαμε. Ο πούτσος μου, σχεδόν πεσμένος τώρα, ήταν όμως χιλιοστά πλέον από τη λεκάνη της. Το αντηλιακό ήταν σα γαλάκτωμα, άπλωσα μια γραμμή κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς της και πήρα να το απλώνω με αδρές, κυκλικές κινήσεις. Γύρισε το κεφάλι από την άλλη, αφέθηκε στο χαλαρό μασάζ. Δε βιαζόμουν, χάιδευα την πλάτη της σ’ όλο της το μήκος, χάιδευα τους ώμους της, τα χέρια μου γλιστρούσαν στην πλάτη της, στα πλευρά της. Δειλά, της άγγιζα τα στήθη της διακριτικά. Δεν αντιδρούσε, είχε κλείσει τα μάτια και έδειχνε να απολαμβάνει το μασάζ, γύρισε το κεφάλι από την άλλη, έβαλε τα χέρια της διπλωμένα στους αγκώνες κάτω από το κεφάλι της χωρίς να πει κουβέντα. Κοντοστάθηκα, δεν ήξερα αν αυτό σήμαινε αρκετά ή … «μ…. Γιατί σταμάτησες; Συνέχισε» είπε, και η φωνή της είχε μία χροιά πραγματικής απόλαυσης. Ανασηκώθηκα λίγο περισσότερο στο πλάι, θαύμασα το σώμα της απλωμένο στην πετσέτα, καιγόμουν να της αγγίξω τον κώλο, που φέγγιζε πιο άσπρος από το υπόλοιπο μαυρισμένο της σώμα. Παρόλα αυτά δεν είχα το θάρρος να το έκανα αυτό, έτσι στην ψύχρα. Έβαλα μία γραμμή αντηλιακό στο ένα της πόδι, αυτό που ήταν πιο κοντά σε εμένα, ακριβώς κάτω από τον κώλο της μέχρι το τελείωμα της γάμπας της.

Για μία ακόμη φορά συνειδητοποίησα ότι οι γυναικείες της διαστάσεις με διέγειραν πολύ, εκεί που η Αθηνά ήταν χαριτωμένη και λεπτή, η Ρία ήταν γεμάτη καμπύλες – σε καμία περίπτωση γεμάτη, απλά η γυναίκα είχε ένα αισθησιακό σώμα με μακριά, όμορφα πόδια, δύο υπέροχες γάμπες, γεμάτες, έντονες. Τα πόδια της ήταν εξίσου σέξι, περιποιημένα, με τα χαϊμαλιά να τα διακοσμούν με ένα πολύ αισθησιακό αποτέλεσμα. Ξεκίνησα χουφτώνοντάς της το μπούτι – δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το πω, δε μ’ ένοιαζε να της βάλω πραγματικά αντηλιακό. Της έκανα μασάζ με δύο χέρια, φτάνοντας ψηλά, κοντά στο αιδοίο της, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να γίνεται προκλητικό. Έβγαλε ένα αισθησιακό «μ…», γεγονός που μου έδωσε περισσότερο θάρρος. Κατέβηκα στη γάμπα της, ακολουθούσα με τα δάχτυλά μου τις γραμμές των μυών της, την άκουγα να βογκάει σιγανά καθώς της κεντούσα, ηδονικά, σχεδόν, το καλοσχηματισμένο της πόδι. Της λύγισα το πόδι διακριτικά και έπιασα το πέλμα της, όπως είπα και προηγουμένως ένα από τα φετίχ μου. Ξεκίνησα να της χαϊδεύω την καμάρα του ποδιού της, μετά ένα-ένα τα δαχτυλάκια της, πραγματικά μπαίνοντας σε πειρασμό να τα γλείψω. Μου έβγαζε μία μικρή, αλλά ευχάριστη διαστροφή η φάση. Έβγαλε ένα μικρό, διακριτικό γέλιο, αλλά μου είπε και με μία μισοκοιμισμένη και αισθησιακή φωνή «μ… Αντώνη αυτό το κάνεις υπέροχα».

Ξανά-ανέβηκα ψηλά και ξεκίνησα την ίδια μαλακτική κίνηση στο εσωτερικό των μηρών της, αυτή τη φορά ανεβαίνοντας τόσο κοντά στο μουνάκι της που σε κάθε τράβηγμα έβλεπα τα χειλάκια της να ανοίγουν αμυδρά, απειροελάχιστα. Περίμενα ότι θα την άκουγα, από στιγμή σε στιγμή, να με σταματάει, αντ’ αυτού ψιθύρισε σχεδόν άηχα ένα «ωχ γαμώτο...» που συνοδεύτηκε από σιγανό, νυσταγμένο μουρμουρητό. Σαν να μου έκανε νόημα, άνοιξε λίγο περισσότερο τα πόδια της. Ανασηκώθηκα ελαφρά και κάθισα με το ένα πόδι της, αυτό που μόλις είχα κάνει μασάζ, ανάμεσα στα δικά μου, με εμένα να γονατίζω. Πλέον χωρίς την παραμικρή υπεκφυγή ο πούτσος μου ακουμπούσε πού και πού στο πόδι της, αλλά καθώς είχε αρχίσει να φουσκώνει και ήμουν ελαφρώς ανασηκωμένος, συνέβαινε πολύ ανεπαίσθητα. Ξεκίνησα και στο άλλο της πόδι, πλέον από τη στάση μου μπορούσα να δω το προφίλ του προσώπου της, τα μάτια της σφαλιστά, η έκφρασή της έκφραση όμως μία έκφραση καταπιεσμένης ηδονής κι ευχαρίστησης.

Δεν είχα όμως δικαιολογία όμως να συνεχίσω, χάιδεψα τρυφερά μία ακόμη φορά την πλάτη της και ξάπλωσα και πάλι δίπλα της, και πάλι ασφυκτικά κολλητά όσο μπορούσα. Γύρισε να με κοιτάξει, το βλέμμα της βαρύ από την αίσθηση και τον ήλιο και όλα. «Δεν τελείωσες…», μου είπε, «κάτι δεν άφησες;». «Άφησα;» της είπα απλά. Ρουθούνισε λίγο εκνευρισμένα, αλλά και νωχελικά, «όπως νομίζεις» είπε και ξαναγύρισε από την άλλη. Δεν το σκέφτηκα άλλο, εκνευρίστηκα προς στιγμή με την ατολμία μου, με τον φόβο μου να μην ξεπεράσω όρια που είχαν ξεπεραστεί πριν ακόμα φτάσουμε εδώ. Πήρα το αντηλιακό και χωρίς να τη ρωτήσω άλλο άπλωσα μία μικρή ποσότητα πολύ χαμηλά στη μέση της, ακριβώς πάνω από τον κώλο της. «Τώρα άστο» μου είπε χωρίς να γυρίσει. Την αγνόησα, ξεκίνησα με το ένα χέρι να την αλείφω αργά τον κώλο, πρώτα από τη μεριά που ήταν πιο μακριά από εμένα. «Μη, σταμάτα…», μου ξαναείπε, η φωνή της όμως δεν είχε πειθώ ούτε πυγμή, απεναντίας. Αν πριν ήμουν απαλός στις κινήσεις μου τώρα έγινα εντατικός. Της χούφτωσα με πάθος τον κώλο, πέρασα το χέρι μου ανάμεσα στη χαράδρα της, ξεκίνησα να της κεντάω και το κωλομέρι που ήταν προς το μέρος μου, γεμάτο, μου γέμιζε τη χούφτα, θεσπέσιο. Δε μπορούσα να τον τιθασεύσω με κανέναν τρόπο, ο πούτσος μου σηκώθηκε για τα καλά, σκληρός, μία στύση οργισμένη απ’ όλη την απαγορευμένη καταπίεση της ημέρα, της πίεσε με δύναμη τον γοφό. Γύρισε απότομα, ξαφνιασμένα, τα χέρια της ακόμα διπλωμένα κάτω από τον λαιμό της, το όμορφο πρόσωπό της στηριγμένο στους διπλωμένους βραχίονες της.

«Αντώνη…» είπε και άφησε τη φωνή της να τελειώσει βουβά, σα να μην ήξερε αν έπρεπε να εκφράσει αντίρρηση ή συναίνεση. Τα μάτια της φλογερά, παρακλητικά, κι αυτά διστακτικά για τη συνέχεια όπως κι εγώ, τα χείλια της είχαν απομείνει μισάνοικτα στο όνομά μου. Δεν ξέρω γιατί ή πώς το σκέφτηκα, με τα δάχτυλά μου να αγγίζουν το αιδοίο της από πίσω, το χέρι μου ακουμπισμένο στον κώλο της έσκυψα προς το μέρος και τη φίλησα, στην αρχή απαλά και μετά πιο πιεστικά στα χείλη. «Μη...» ψιθύριζε, σχεδόν ικετευτικά, «μη…» ακόμη πιο σιγανά. Την ξαναφίλησα, αυτή τη φορά άγρια, της δάγκωσα αρχικά το κάτω της χείλος, έβγαλε ένα στιγμιαίο «αχ…», η γλώσσα μου γρήγορα αναζήτησε τη δική της. Το φιλί της ήταν νέκταρ, καυτό, με καύλωσε, με θόλωσε με έναν ερωτισμό που δεν περίμενα. Χωρίς να το σκεφτώ ή να της δώσω χρόνο να αντιδράσει έβαλα δύο δάχτυλα βαθιά μέσα της από πίσω, την άκουσα να μουγκρίζει μέσα στο στόμα μου, η γλώσσα της τώρα διεκδικητική, σχεδόν οργισμένη, έψαχνε τη δική μου με μία φρενίτιδα που με τρέλαινε. Ο πούτσος μου τινάχτηκε από την καύλα και πίεσα τη μέση μου στον γοφό της, στη λεκάνη της. Τα δάχτυλά μου βυθίστηκαν ακόμη περισσότερο μέσα της, μία υγρασία ανεπανάληπτη πλημμύρισε το μουνάκι της. «ωχ…» βόγκηξε τραβώντας τα χείλια της από τα δικά μου, πριν ξαναπέσει επάνω μου με ορμή. Ανταποκρίθηκα ακόμη πιο βίαια, με το άλλο χέρι της έπιασα το πρόσωπο στο πλάι, έμπλεξα τα δάχτυλά μου στα μαλλιά της και τράβηξα το κεφάλι της πίσω. Το στόμα της μισάνοιχτο, σαν να περίμενε, τα χείλια της φλογισμένα.

Παρόλο που δεν μπορούσα από τη στάση που είχαμε να κάνω κάτι διαφορετικό τράβηξα λίγο τα δάχτυλά μου, μουσκεμένα στα πηχτά της υγρά και της τα έβαλα ξανά μέσα της, πιέζοντας προς τα πίσω. «μη…», είπε και πάλι ξεψυχισμένα, το κεφάλι της ακόμη ριγμένο πίσω, ο λαιμός της εκτεθειμένος, τα χείλη της ακόμη μισάνοιχτα θελκτικά, «μη…», ξαναείπε λαχανιασμένα, «μη… δεν καταλαβαίνεις… σταμάτα… σε παρακαλώ». Δεν ξαναέβγαλα τα δάχτυλά μου παρά τα λύγιζα ξανά και ξανά με δύναμη, κτυπώντας τον πρωκτό της εσωτερικά. Μούγκρισε απελπισμένα σχεδόν, προσπάθησε να μου πιάσει το χέρι πίσω από την πλάτη της, να μου το τραβήξει. Δεν ήθελα να την πιέσω άλλο, τράβηξα το χέρι μου από μέσα της και ξάπλωσε βαρύς δίπλα της όπως ήμουν γυρισμένος στο πλάι, τα δάχτυλά μου μουσκεμένα με τα υγρά της. Έμεινε έτσι μπρούμυτα για λίγο, το κεφάλι της σκυμμένο ανάμεσα στα χέρια της, στηριγμένη στους αγκώνες της έβλεπα τις ωμοπλάτες της να τρέμουν γυαλιστερές και μπρούτζινες στον ήλιο. Έμεινα έτσι να κοιτάω τον φωτεινό ουρανό ζαλισμένος, το ένα πόδι, από την έξω μεριά προς τη Ρία λυγισμένο στο γόνατο για να κρύβει από το πλάι τον σηκωμένο μου πούτσο. Την άκουσα να προσπαθεί να πνίξει ένα ερεθισμένο βογκητό. Ξαφνικά την αισθάνθηκα επάνω μου, το πρόσωπό της μου γέμισε το οπτικό πεδίο, τα μαλλιά της ένας μελαχρινός, αρωματικός καταρράκτης που θαρρείς απέκλεισε όλον τον κόσμο έξω, το μόνο που είχε απομείνει ήταν τα μάτια της να φωσφορίζουνε και η ανάσα της που έβγαινε σε καυτές παύσεις. Το κατακόκκινο στόμα της, τα χείλια της σχισμένα ελάχιστα εκεί που τα δάγκωσα. Έγλειψα τα χείλη μου και το σάλιο της από το φιλί της μου φάνηκε γλυκό.

«Τι κάνουμε Αντώνη; Τι κάνουμε; Δεν είμαι καμία γκόμενα, είμαι παντρεμένη γυναίκα», μου είπε και στη φωνή της μπερδευόταν η απόγνωση κι η ντροπή, το πάθος και ο πόθος. Είχε στηριχθεί επάνω μου μισή, ο κορμός της μισοσκαρφαλωμένος επάνω στο στέρνο μου, το στήθος της το ένα μία καυτή ιδέα, πιεσμένη ανάμεσα στα κορμιά μας, το χέρι της με απλωμένη την παλάμη ψηλά στην κοιλιά μου. Της το έπιασα χωρίς αναστολές, δεν είχα πλέον αντιστάσεις μέσα μου, της το κατέβασα επιτακτικά χαμηλά. Η παλάμη της έσφιξε γύρω από τον πούτσο μου, σφιχτή, απαιτητική, στη βάση του. Κατέβασε τα μάτια της σαν να μη μπορούσε να μ’ αντικρύσει, αλλά χωρίς να το τραβήξει, απεναντίας το έσφιξε με τόση δύναμη που πετάχτηκαν οι φλέβες ανάγλυφες, το πουτσοκέφαλό μου πρησμένο γυάλιζε στον ήλιο από τα δικά μου υγρά που πίεσή της είχε κάνει να αρχίσουν να τρέχουν. «Κι εσύ παντρεμένος είσαι», είπε συριστικά, σκασμένα. Της έπιασα και πάλι τα μαλλιά, αυτή τη φορά άγρια, δε γυρνούσε ακόμη να με κοιτάξει, το χέρι της κοκαλωμένο στον πούτσο μου να τον σφίγγει χωρίς να σταματά. Της τράβηξα τα μαλλιά βίαια, βόγκηξε από τον πόνο, αλλά και παρασυρμένη από την ένταση της στιγμής. «Το ξέρω», της είπα ξερά, «Σε θέλω, θέλω να μπω μέσα σου». Της τράβηξα το στόμα κοντά, έγλειψα τα ερεθισμένα της χείλια, έσπρωξα τη γλώσσα μου, βρήκα τη δική της να με περιμένει, αλμυρή και γλυκιά, δεν ξέρω αν ποτέ μου είχα φιλήσει με τέτοιο πάθος. Έγινε χυδαία, ένιωσα να μου ρουφάει τη γλώσσα, το χέρι της ανέβηκε ψηλότερα, χούφτωσε το πουτσοκέφαλό μου, με τον αντίχειρά της έπιασε τα υγρά μου που έβγαιναν από την ουρήθρα, τα άπλωσε σε όλη τη βάλανο και μου την έστριψε στη χούφτα της βασανιστικά, αισθάνθηκα σαν να με τίναξε ρεύμα.

Ξαφνικά ακούσαμε παφλασμό κοντά, σαν κάποιος να έβγαινε από την θάλασσα, δεν ήμασταν τόσο κοντά στην ακτή, αλλά η φανατική ησυχία του τοπίου θαρρείς και μεγέθυνε τους ήχους. Άκουσα την Αθηνά από μακριά, «Αντώνη;…», η φωνή της επιτακτική ακόμα κι από μακριά, αγχωμένη. Κοκάλωσα για δευτερόλεπτα, η Ρία τινάχτηκε από πάνω μου, «γρήγορα» είπε χωρίς περικοπές μέσα από δόντια, «γύρνα μπρούμυτα και κάνε ότι κοιμάσαι, γρήγορα». Με οικονομικές κινήσεις έφτιαξε κάπως τα μαλλιά της και γύρισε στην προσφιλή της στάση, μπρούμυτα με το ένα χέρι κάτω από το σώμα της, η παλάμη της κάτω από το πρόσωπό της. Έκανα αμέσως το ίδιο, τίναξα τις άκρες της πετσέτας προχειρότατα, πλάκωσα τη στύση μου ανάμεσα στην κοιλιά μου και την πετσέτα επώδυνα, η αίσθηση από την άμμο πάνω στον πούτσο μου ανυπόφορη. Κι ευτυχώς δηλαδή γιατί αλλιώς δε θα μου έπεφτε με τίποτα. Γύρισα το κεφάλι μου προς τη Ρία, είδα τα μάτια της πυρετώδη, να με καρφώνουνε. Η παλάμη της κάτω από το πρόσωπό της υγρή, χωρίς να σταματήσει να με κοιτάει έφερε τον αντίχειρά της στα χείλη της και τον έγλειψε. Την κοίταξα με πόθο, ασφάλισε τα μάτια της αμέσως μετά. Η Αθηνά ξανακούστηκε πιο κοντά αυτή τη φορά, «Αντώνη τι κάνεις; Πήγε αργά, να φεύγουμε τώρα!», η φωνή της είχε μία αγωνία, ένα άγχος που δεν μπορούσε να κρυφτεί για μένα που την ήξερα. Δεν είπα τίποτα, υποδύθηκα τον κοιμισμένο όπως είχε προστάξει η Ρία. Χρειαζόμουν κάθε ρανίδα χρόνου για να συνέλθω κάπως εξάλλου.




Copyright protected OW ref: 170962