Ένα καλοκαίρι που μας έκαψε

Δημοσιεύθηκε από antonis_48
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.75 (12 Votes)
Ήταν ένα πνιγερό απόγευμα μίας Τετάρτης ενός Ιουλίου πριν από δύο χρόνια όταν βρέθηκα να κάνω τσιγάρο στην πυλωτή της οικοδομής με το Νίκο, τον γείτονά μου. Τουλάχιστον αν έπρεπε να φανταστώ μία αρχή, χρονικά, για ό,τι συνέβη ή, τουλάχιστον, μία αφορμή για το τι το προκάλεσε αναγκαστικά θα έπρεπε να ανατρέξω σ’ εκείνο το αποπνικτικό απόγευμα, με την κούραση της δουλειάς να κρέμεται από πάνω μας και στον ελάχιστο χρόνο που σταμάτησα για να χαιρετίσω τον Νίκο, που εκείνη τη στιγμή ξεφόρτωνε το φορτηγάκι του – παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο απέναντι από την είσοδο της πολυκατοικίας μας.

Ανταλλάξαμε ένα κουρασμένο καλησπέρα και ο Νίκος άναψε τσιγάρο, κάνοντας κίνηση να πάρω κι εγώ ένα. Ήμασταν επτά χρόνια γείτονες, από πάνω εμείς, από κάτω αυτοί, εγώ παντρεμένος με την Αθηνά δεκαπέντε χρόνια και ο Νίκος με τη Ρία παντρεμένοι πέντε, αλλά μαζί δώδεκα. Και τα δύο ζευγάρια ξεκινήσαμε από συγκατοίκηση και παντρευτήκαμε στην πορεία, πήγαμε εκατέρωθεν και οι μεν στον γάμο των δε. Εγώ τότε 41 με την Αθηνά ένα χρόνο και κάτι μικρότερη στα 39 και τα παιδιά στα 37, συνομήλικοι. Γενικά κοντά οι ηλικίες, σχεδόν συμπτωτικά θα έλεγε κανείς.

Παρόλα αυτά ποτέ δεν καταφέραμε να κάνουμε ιδιαίτερη παρέα, χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε τι έφταιγε. Αν αναγκαζόμουν να μαντέψω θα έλεγα ότι απλά με τα παιδιά είχαμε διαφορετικούς ρυθμούς, εγώ και η Αθηνά ουσιαστικά είχαμε ένα πρωινό ωράριο δουλειάς, ο Νίκος διατηρούσε το μαγαζί του μεν, αλλά το μεγαλύτερο χρόνο του έτος τον περνούσε δειγματίζοντας εκτός πόλης άρα είχε τρελά ωράρια και το μαγαζί, όταν και όσο έλειπε, το κρατούσε η Ρία, η οποία δούλευε και μειωμένο ωράριο αλλού. Δεν υπονοώ ότι δεν τα πηγαίναμε καλά μεταξύ μας, απεναντίας όλοι οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας απείχαν αρκετά από το ηλικιακό μας εύρος, απλά πέρα από ένα-δύο λίγο εκβιασμένους καφέδες που προσπαθήσαμε στην αρχή της γνωριμίας, δεν έγινε καμία περαιτέρω προσπάθεια εκατέρωθεν. Κατά καιρούς, όταν πετυχαίναμε το ένα ζευγάρι το άλλο στο ασανσέρ ή στην είσοδο ανταλλάσσαμε χλιαρές προτάσεις για κανένα καφέ ή ποτό, αλλά ποτέ δεν μπαίναμε στον κόπο να το υλοποιήσουμε κιόλας. Γενικά, δεν προέκυψε ποτέ αντιπάθεια, αλλά κι εκείνοι οι δύο-τρεις καφέδες στην αρχή της γνωριμίας είχαν αποδειχθεί λίγο άχαροι και χωρίς ενδιαφέρον. Επομένως, εγώ με την Αθηνά είχαμε περιοριστεί σε μία φιλική γειτνίαση και δε δίναμε αφορμές για κάτι παραπάνω. Ο Νίκος ενίοτε ήταν πιο φιλικός από όλους, αλλά κι αυτός δεν πίεζε καταστάσεις ενώ η Ρία ήταν γενικά η πιο λιγομίλητη και συνεσταλμένη. Επιπρόσθετα, πολλές φορές που τον πετύχαινα, συνήθως, να ξεφορτώνει ή να φορτώνει το φορτηγάκι του κάτω βαριόμουν να κάτσω για κουβέντα, γεγονός που ίσως είχε περιορίσει και τις φιλικές κουβέντες ακόμη περισσότερο.

Εκείνο το απόγευμα όμως αισθανόμουν αποκαμωμένος από το να γυρνάω όλη μέρα σε μία πνιγερή Θεσσαλονίκη, τα ρούχα μου κολλούσαν επάνω μου ενώ η άδεια, σχεδόν, πόλη και το βαθύ καλοκαίρι απόπνεαν και μία ατμόσφαιρα συναισθηματικής κουφόβρασης που δεν μπορούσα να κρυσταλλώσω ούτε να αποδώσω κάπου συγκεκριμένα. Σαν να ερχόταν κάτι που δε μπορούσα να προσδιορίσω, αλλά μπορούσα να αισθανθώ την αλλαγή στην ατμόσφαιρα.

Ο Νίκος κρατούσε το πακέτο με τα τσιγάρα μισάνοιχτο μπροστά μου «Αντώνη θα κάνεις ένα ή ανεβαίνεις επάνω κατευθείαν;» με ρώτησε προσφέροντας. «Ευχαριστώ, έχω δικά μου φίλε» του είπα, «αλλά θα σου κάνω παρέα για ένα. Η Αθηνά έχει γυρίσει επάνω, αλλά έχω χρόνο μωρέ».

Ξεκινήσαμε να μιλάμε για αδιάφορα θέματα, η δουλειά, οι γυναίκες, η κούραση, το καλοκαίρι, η ζέστη, τα παιδιά. Ουσιαστικά μιλούσαμε χωρίς να λέμε τίποτα, όπως είναι αναμενόμενο σε τέτοιες περιπτώσεις. Κάποια στιγμή η κουβέντα πήγε, εξίσου αναμενόμενα, στις διακοπές.

«Θα πάτε πουθενά φέτος παιδιά; Θα λείψετε;»

«Όχι Νίκο», του απάντησα «ξέρεις, στα κοντά – Χαλκιδική. Έχω δουλειά φέτος και δεν το βλέπω να λείπω. Συν ότι τα έξοδα… πού κέφι για διακοπές;»

«Ναι, κι εμείς τα ίδια για φέτος. Δε βλέπω να το κλείνω το μαγαζί, άσε που έχω όλο το καλοκαίρι τρέξιμο. Αν ψήνεστε να πάμε για κανένα μπάνιο μαζί ρε παιδιά…» πρότεινε ο Νίκος. «Να βγούνε κι οι κοπέλες να κάνουνε καθόλου ηλιοθεραπεία ρε συ» πρόσθεσε χαμογελώντας.

Εκείνη τη στιγμή η πρόταση μου φάνηκε μία ακόμη πρόφαση του στυλ «ας πιούμε κανένα καφέ ρε φίλε» που τόσες φορές τα τελευταία χρόνια είχαμε ανταλλάξει και ποτέ δεν κάναμε πράξη, επομένως δεν έδωσα και πολύ σημασία.

«Ναι ρε συ Νίκο…» είπα αδιάφορα «γιατί όχι;»

«Άσε φίλε, μου είπανε και για μία παραλία στο 2ο πόδι πολύ όμορφή κι ερημική», πρόσθεσε και το ύφος του είχε μία υποψία υπονοούμενου.

«Πόσο ερημική ρε Νίκο;…» είπα γελώντας, αλλά και προκαλώντας ταυτόχρονα περαιτέρω την κουβέντα. Προφανώς, είχα καταλάβει πού το πήγαινε και ενώ δεν διασκέδαζα σοβαρά την περίπτωση ακόμα, παρ' όλα αυτά λίγο η ατμόσφαιρα, λίγο η βαρεμάρα της στιγμής, κάτι με τσίγκλησε να επιμείνω κι εγώ.

“Ε, πολύ…”, πρόσθεσε με υπονοούμενο, “εδώ μου είπανε ότι κάνουνε και γυμνισμό”, είπε προσπαθώντας να το παίξει άνετος, αλλά χωρίς να καταφέρνει να κρύψει την αμηχανία του.

“Και ξέρεις…”, βιάστηκε να προσθέσει, “εμείς και με το παιδί πλέον ούτε που βλεπόμαστε, βαρεμάρα, καταλαβαίνεις...”

Η κουβέντα πήγαινε να πάρει μία πολύ ιδιαίτερη τροπή και το καταλάβαινα. Ήμασταν γείτονες, καθόμασταν πάνω-κάτω, ήξερα ότι η Αθηνά θα οργιζόταν με οποιαδήποτε υπόνοια συναίνεσης από μέρους μου σε οποιαδήποτε τέτοια πρόταση - ήταν ιδιαίτερα συντηρητική στις απόψεις της, αν και τον τελευταίο καιρό η κόπωση και η ανία της σχέσης είχαν κάμψει λίγο τις αρχικές της αντιστάσεις - και ότι το ασφαλές θα ήταν να αποσυμφόριζα την κουβέντα και να το έριχνα στην πλάκα.

Αλλά κάτι από την καλοκαιρινή εκείνη κουφόβραση, κάτι από τη βαρεμάρα που είχε κατακαθίσει το γάμο μας ερωτικά σε συνδυασμό με την φαντασίωση που πάντα είχα να κάνουμε γυμνισμό με την Αθηνά μπροστά σε άλλους (μετά από τόσα χρόνια δεν το θεωρούσα και τίποτα σπουδαίο να βρεθούμε μόνοι μας σε μία παραλία και να ξεγυμνωθούμε ενώ για την Αθηνά αυτό ήταν περιπέτεια, για ένα ήταν η επιβεβαίωση ότι ερωτικά είχαμε καταντήσει άτολμοι και… κακά τα ψέματα, βαρετοί) με έκανε να μην κόψω την κουβέντα, αλλά απεναντίας να τη συνεχίσω.

“Κι εμείς ρε Νίκο…” βιάστηκα να συμφωνήσω “μετά από τόσα χρόνια με το ζόρι... πού όρεξη...”.

Αρπάχτηκε από το άνοιγμα και το πίεσε παραπάνω “Ε λίγο μάτι δε βλάπτει ρε φίλε…”, είπε με ένα συνένοχο ύφος σκύβοντας προς τη μεριά μου. “Εγώ, ξέρεις, πάντοτε την έλεγα τη Ρία, αλλά αυτή που... ντρέπεται...”

Δεν ξέρω τι με είχε καταλάβει κι ενώ αντιλαμβανόμουν ότι εξέθετα, ίσως, το γάμο μου και την προσωπική μου ζωή στον Νίκο, η συνομολόγηση κι από μέρους του με έσπρωχνε ολοένα και περισσότερο. “Ναι ρε, κι εμείς το ίδιο. Η Αθηνά ούτε τόπλες δεν θέλει να κάνει μπροστά σε άλλους, ακόμη και παλιότερα”. Και μετά είπα να το χοντρύνω λίγο και να δω πώς θα εξελιχθεί η κουβέντα: “Τα έχει βγάλει δηλαδή μία-δύο φορές σε παραλία τελείως, αλλά ήμασταν μόνοι μας. Καταλαβαίνεις, κανένα... σασπένς ρε φίλε. Αυτή βέβαια το θεώρησε υπόθεση…”, είπα.

“Ναι ναι…” πρόσθεσε αμέσως. “Τα ίδια κι εμείς. Η Ρία κάποτε ήταν λίγο περιπετειώδης, αλλά τα τελευταία 3 χρόνια με το παιδί μηδέν ρε φίλε. Όχι ότι δηλαδή και πριν, ξέρεις, κάναμε τίποτα τραβηγμένο, αλλά ήμασταν νέοι ρε φίλε και τραβούσε από μόνο του” βιάστηκε να γελάσει. Και πρόσθεσε γελώντας “Τότε έβγαζε καμία κυλόττα και γινόμουν τούρμπο, τώρα μας έχει φάει η καθημερινότητα και η πίεση και με το ζόρι τα καταφέρνουμε. Της το έχω πει πολλές φορές εγώ: Ρε Ρία, θέλουμε μία ανανέωση, καμία μικρή περιπέτεια να ξαναβρούμε λίγο τους εαυτούς μας”.

Η ιδέα της Ρίας γυμνή είχε αρχίσει ήδη να μου θολώνει τη σκέψη. Όσο φαντάζομαι και του Νίκου η ιδέα του να δει γυμνή την Αθηνά. Και ουσιαστικά, αυτό διαπραγματευόμασταν εκεί κάτω από την κουπαστή, την προοπτική, τη φαντασίωση, το ταμπού να πάμε με τις γυναίκες μας σε παραλία γυμνιστών. Και πίσω από τις λέξεις, νομίζω το ξέραμε και οι δύο.

“Ναι ρε Νίκο…” συμφώνησα πλέον χωρίς ιδιαίτερες αναστολές, “κι εμείς τα ίδια. Τα ίδια λέω και εγώ στην Αθηνά, έχουμε καταντήσει να βαριόμαστε και άμα δε συμβεί και κάτι λίγο... πιπεράτο βρε αδερφέ, δε μας βλέπω να ξεκολλάμε εύκολα. Κι όχι και τίποτα άλλο, αλλά σε βάζει και σε στραβές σκέψεις μια τέτοια κατάσταση...” είπα μισό-αστεία μισό-σοβαρά.

“Ναι ρε φίλε, ναι. Συμφωνώ”, είπε και άναψε ένα δεύτερο τσιγάρο καπάκι, σημάδι ότι η κουβέντα πλέον γινότανε από αμήχανη κι άκομψη προοπτική σχέδιο και σκοπός.

“Το θέμα είναι, ξέρεις, ότι η Αθηνά δεν... πολύ δύσκολα δηλαδή θα σκεφτότανε κάτι τέτοιο. Σχεδόν απίθανα δηλαδή” του είπα, γεγονός που ήταν και μεγάλη αλήθεια και, κατά πάσα πιθανότητα, ως και φλεγματικός τρόπος να περιγράψω τις αντιρρήσεις της.

“Ναι ρε Αντώνη. Ok, να σου πω με τη Ρία στα νιάτα μας είχαμε κάνει γυμνισμό δύο φορές σε νησί, αλλά ξέρεις, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Και τότε επειδή της είχα πάρει τ’ αυτιά και γιατί ήμασταν πάνω στις καύλες του έρωτα. Πέρσι που το έριξα έτσι για πλάκα ένα βράδυ μου είπε… παντρεμένοι άνθρωποι τι βλακείες είναι αυτές που κάθεσαι και σκέφτεσαι ακόμα; Να μας πάρει κανένα μάτι; Χαζός είσαι; Αμάν με τις αντρικές σου ηλιθιότητες”.

Η αλήθεια είναι ότι, όντως, το λίγο που γνώριζα τη Ρία μπορούσα να τη φανταστώ να του μιλάει έτσι κοφτά κι απότομα. Όχι ότι ποτέ μπροστά μας, όποτε διασταυρωνόμασταν στην οικοδομή δηλαδή, ήταν ιδιαίτερα φραστική - απεναντίας, όπως είπα μάλλον συνεσταλμένα και λιγομίλητα συμπεριφερόταν - αλλά κατά καιρούς τους είχαμε ακούσει να καυγαδίζουν ενίοτε από κάτω και η Ρία δεν είχε πρόβλημα να τα χώνει, χοντρά κιόλας, όταν ήθελε.

“Μπα ρε φίλε, εμείς ούτε κι αυτό” του απάντησα. “Προφανώς το έχασα το τραίνο τότε, αλλά ξέρεις… ντρεπόμουν κι εγώ παλιότερα. Και δεν είχα και λόγο, να… όπως είπες, τραβούσε η φάση από μόνη της. Τώρα όμως, έτσι όπως μας πηγαίνει η κατάσταση, άρχισα να το σκέφτομαι τα καλοκαίρια. Ξέρεις, όχι για κανέναν άλλον λόγο, μπας και ξυπνούσαμε λιγάκι...” πρόσθεσα λίγο απολογητικά.

“Ναι-ναι, σωστά-σωστά” βιάστηκε να συμφωνήσει κι ο Νίκος. “Άστα φίλε, γάμος”, είπε γελώντας. “Ποιος να μας το ‘λεγε, ε;” είπε γελώντας, όχι το ίδιο αμήχανα μεν, αλλά χωρίς και απόλυτη άνεση. “Και εξάλλου, τι θα γίνει μωρέ;” βιάστηκε να πει “θα κάνουμε μπάνιο γυμνοί, σιγά. Μεγάλοι άνθρωποι είμαστε, θα επιβιώσουμε” πρόσθεσε, αυτή τη φορά προσπαθώντας να διασκεδάσει τη φράση γελώντας.

“Ναι μωρέ…” συμφώνησα με συνωμοτική διάθεση κι εγώ “να, μια περιπέτεια να τη σκεφτόμαστε μετά από χρόνια”. Αποφάσισα να το πιέσω λίγο περισσότερο:

“Είναι... “ το έσυρα λίγο “γοητευτική ιδέα πάντως - χωρίς παρεξήγηση φίλε” είπα γελώντας κι εγώ αμήχανα.

“Ναι ρε” απάντησε γελώντας βιαστικά “εννοείται, τι παρεξήγηση λες;” είπε με ένα ύφος σαν να έλεγε ότι δεν τρέχει τίποτα. “Και η Αθηνά… κουκλάρα” πέταξε βιαστικά.

Αυτό είναι, σκέφτηκα, αυτή είναι η στιγμή που συνωμοτώ να δει ο γείτονας γυμνή τη γυναίκα μου χωρίς να το ξέρει. Είτε θα κάνω τώρα πίσω και θα το συμμαζέψω, για πάντα, είτε όχι. Ουσιαστικά, και πλέον σιγά-σιγά έξω από τα δόντια, ο Νίκος μόλις μου είχε πει ότι θα ήθελε να δει γυμνή τη γυναίκα μου. Την Αθηνά.

Όχι ότι αυτό με εξέπληττε γενικά, οκ, άντρας είμαι. Ξέρω ότι όλοι οι άντρες θέλουμε να δούμε γυμνές τις περισσότερες γυναίκες - αυτή είναι η ανδρική φύση. Η οπτική πρόκληση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σεξουαλικότητα του άντρα. Αλλά αυτό ήταν κάτι διαφορετικό, αυτή η στιγμή ήταν ταμπού και φαντασίωση: ο γείτονας μου μόλις προσπάθησε να μου πει, όσο πιο ευθέως μπορούσε, ότι θα ήθελε να δει γυμνή τη δική μου γυναίκα, τη γειτόνισσά του.

Δεν σταμάτησα, αποφάσισα να το κάνω λιανά κι εγώ από τη δική μου τη μεριά. “Και η Ρία ρε Νίκο, πολύ...” σκέφτηκα να πω όμορφη, αλλά το μετάνιωσα. Η στιγμή δε σήκωνε πλέον μισόλογα και εξάλλου με διέγειρε η κουβέντα που γινόταν πιο άμεση. “... σέξι”, είπα και του χαμογέλασα, προσπαθώντας να προβλέψω την αντίδρασή του.

Με κοίταξε για δύο-τρία δευτερόλεπτα και μετά χαμογέλασε με νόημα “Χα! Είχα καιρό να τη σκεφτώ έτσι” είπε τελικά. “Ωραίο να το ακούω, με φτιάχνει λίγο φίλε” είπε με νόημα.

Πλέον τα νοήματα είχαν γίνει όσο πιο ξεκάθαρα μπορούσαν.

“Ναι” του απάντησα “κι εμένα με φτιάχνει η φάση Νίκο. Να, εξάλλου, γι’ αυτό και τα κρυφολέμε τόση ώρα” είπα γελώντας.

Αυτή η συνομολόγηση λειτούργησε παροπλιστικά και ήταν σα να αποφορτίστηκε η ένταση και η αμηχανία, που μέχρι τότε ήταν αισθητές σε όλη την κουβέντα.

“Χα, χα, χα…” γέλασε δυνατά ξεφυσώντας μία βαθιά τζούρα εμφανώς ανακουφισμένος. “Ρε φίλε καύλωσα και μόνο που τα λέμε. Είχα ξεχάσει πώς είναι” πρόσθεσε, και πλέον διέκρινα και αδημονία στη φωνή του.

“Μη φωνάζεις ρε μαλάκα” του είπα πειραχτικά, “και μας ακούσουνε από πάνω οι κυρίες και φάμε άκυρο πριν καλά - καλά το στρώσουμε το σχέδιο”.

Με αυτήν την ατάκα μας πιάσανε και τους δύο τα γέλια, λίγο νευρικά μεν, αλλά ξεκάθαρα στο σκοπό τους. Είχαμε πλέον συμφωνήσει ότι θα θέλαμε, και οι δύο, να πάμε να κάνουμε γυμνισμό, να δούμε τις γυναίκες μας, ο ένας του άλλου, γυμνές. Να σπάσουμε ένα ταμπού και, ίσως, να πάρουμε ένα επικίνδυνο ρίσκο.

“Πώς όμως ρε φίλε;…” του είπα, προσγειώνοντάς τον “καλά τα λέμε τόση ώρα εμείς, δε νομίζω ότι οι γυναίκες θα συμφωνούσαν ποτέ σε κάτι τέτοιο”.

“Ναι, καλά τα λες…” είπε με ανυπομονησία, “αλλά έχω σχέδιο, εννοώ το σκέφτομαι τώρα και γίνεται. Άμα ψήνεσαι δηλαδή...” είπε.

“Νίκο, ψήνομαι. Το βγάζουμε από τη μέση αυτό για να συνεννοούμαστε” του είπα εμφατικά.

“Ναι οκ, οκ, έχεις δίκιο, τόση ώρα τι λέμε, ε;” πρόσθεσε σοβαρά πλέον. “Ωραία, ωραία” είπε, σαν να μιλούσε περισσότερο στον εαυτό του. “Λοιπόν κοίταξε αγόρι τι σκέφτηκα…” είπε, και πλέον έβλεπα τον κατεργάρη έμπορο να μιλάει, έτοιμος για πώληση “εγώ όταν σού ‘πα ότι μου έχουν πει για μία παραλία ερημική εννοούσα ρε παιδί μου ότι έχω ένα φίλο που πηγαίνει με τη δική του τη γυναίκα εκεί για γυμνισμό χρόνια τώρα. Αλλά αυτοί είναι μεγάλοι σε ηλικία, εξηντάρηδες, και το κάνουνε χρόνια τώρα. Μου είπε λοιπόν ότι κάθε καλοκαίρι, στήνουν σκηνές οι γυμνιστές μέσα στο πευκόδασος πάνω από την παραλία και την πέφτουνε εκεί και άμα θέλαμε ποτέ να πάμε να μας φιλοξενήσουνε. Αλλά εγώ, ρε φίλε, δε γούσταρα με τον συνεργάτη τον εξηντάρη τώρα, δεν το έπαιρνα απόφαση ούτε καν να το πω στη δικιά μου - καλά αυτό εννοείται. Αλλά φέτος μου είπε μια φορά: Εντάξει ρε Νίκο, άμα τόσο ντρέπεστε εμάς ρε, πηγαίνετε μόνοι σας, μόνο ξένοι θα είναι γύρω - τριγύρω. Εμείς πηγαίνουμε και φεύγουμε όλο το καλοκαίρι και τη σκηνή την αφήνουμε εκεί, δε ξεστήνουμε. Βέβαια μας ξέρουνε και προσέχουνε άλλοι τα πράγματά μας. Και είναι μεγάλη, για 4 άτομα με ξεχωριστά δωματιάκια. Εμείς κάμπινγκ το κάνουμε. Μόνο την κλειδώνω τυπικά με μία κλειδαρίτσα. Άμα τόσο μας ντρέπεστε πες μου να σου δώσω το κλειδάκι να πάτε με τη Ρία μόνη σας να απελευθερωθείτε λίγο. Και, μου είπε ο μπάρμπας, ότι η παραλία δεν έχει πρόσβαση από την άσφαλτο. Πρέπει να ξέρεις. Σταματάς πάνω στο δρόμο σε ένα άνοιγμα, που μάλιστα δε φαίνεται γιατί από τον δρόμο μετά έχει μικρή κατηφόρα από χωματόδρομο. Αφήνεις το αμάξι και μπαίνεις στο δάσος από πάνω, παραλία είναι χαμηλά, το δασάκι είναι κατηφόρα ρε παιδί μου. Άρα πάμε εκεί, σταμάταμε στη σκηνή και κατεβαίνουμε στην παραλία για μπάνιο. Εκεί, αν έχει κι άλλους, θα μας κάνουνε παρατήρηση γιατί είναι για γυμνιστές, έτσι μου είπε αυτός ο φίλος μου. Βασικά, μου είπε, στις σκηνές όλοι ξεντύνονται, αλλιώς σου κάνουν παρατήρηση, οκ ευγενικά ρε παιδί μου, να φύγεις, κατάλαβες; Άρα τις πάμε τις γυναίκες εκεί και...”

“Και τι ρε Νίκο;” του είπα γελώντας με το σχέδιο, που μου φαινόταν αφελές. “Τις πάμε εκεί πέρα, φτάνουμε στις σκηνές και στην παραλία - που ακόμη δεν ξέρω τι θα τις πούμε και γιατί δεν πάμε σε κανένα μπιτσόμπαρο… λες και είναι χαζές - και φτάνουμε εκεί και μας κάνουνε παρατήρηση. Η Αθηνά ξέρεις τι θα κάνει άμα βρεθεί σε τέτοια φάση; Θα γυρίσει πίσω και φύγει ρε Νίκο, το ίδιο και η Ρία νομίζω. Αν ήταν τόσο εύκολο τόσο εγώ όσο και εσύ θα τα είχαμε καταφέρει χρόνια τώρα, τι σχέδιο είναι αυτό;” του είπα μονοκοπανιά. “Μπα φίλε, δε φτάνει, χρειάζεται κάτι περισσότερο”.

“Ρε μαλάκα Αντώνη” είπε συνωμοτικά “μην είσαι αρνητικός ρε συ, γίνεται, γίνεται” είπε χαμογελώντας πονηρά. “Το γιατί θα πάμε εκεί είναι φως φανάρι ρε μαλάκα: Έχω εγώ γνωστό που ξέρει παρθένα, μυστική παραλία στη Χαλκιδική. Θα μας πάω στο κρυφό μέρος, η Ρία τρελαίνεται για κάτι τέτοια χαζά. Κι η Αθηνά θα τσιμπήσει, θα δεις. Φτάνουμε εκεί, είναι 20’ κατηφόρα. Φορτωμένοι με συμπράγκαλα - θα φροντίσουμε να έχουμε πάρει πράγμα μαζί μας. Θα είναι ντάλα ήλιος. Θα πούμε κι εμείς τα δικά μας, θα μας κάνουνε παρατήρηση και θα μείνουμε ρε” είπε με αγωνία να συμφωνήσω. “Άμα τους το κάνουμε δύσκολο να φύγουνε θα είναι πιο διατεθειμένες να συμφωνήσουν να μείνουμε. Κι εξάλλου έχω... κι άλλο σχέδιο”.

“Για πες” του είπα κι αισθανόμουν τη δική μου αγωνία να κορυφώνεται “αλλά ν’ αξίζει μαλάκα”

“Ναι ρε, άκου. Οι γυμνιστές ρε παιδί μου, ο φίλος μου ο εξηντάρης τους ξέρει όλους. Μου είπε: Άμα πεις να πας να μου πεις πότε να μάθω ποιοι θα είναι εκεί. Μη νομίζεις, οποιαδήποτε στιγμή, κι ιδιαίτερα καθημερινή, περισσότερα από 4 ως δέκα άτομα είναι δεν είναι σ’ όλη την παραλία. Για τη Ρία ρε παιδάκι μου θα πω σ’ όποιον είναι να της ζητήσει να βγάλει μόνο τόπλες στην αρχή, να μην τρομάξει από την αρχή η κοπέλα. Και μετά θα σου κανονίσω, αφού έχετε κατέβει κάτω στην παραλία και εσύ θα είσαι ήδη γυμνός επειδή είσαι άντρας, να έρθει και μία κυρία, πολύ ευγενικά, και να της ζητήσει να βγάλει και το κάτω. Κι επειδή θα είναι και γυναίκα θα της έρθει πιο γλυκά. Μη φοβάσαι, εμείς έτσι κάνουμε όποτε κανένας φέρνει “αμύητους” που ντρέπονται. Και πιάνει κάθε φορά, χωρίς πιέσεις, μη φοβάσαι. Γιατί την πρώτη φορά η παρατήρηση έρχεται γλυκιά και από κάποιον που είναι άντρας και πολύ ευγενικός επάνω “Παιδιά, είναι παραλία γυμνιστών, σας παρακαλούμε να το σεβαστείτε ή να φύγετε. Αν αποφασίσετε να μείνετε, παρακαλούμε να σεβαστείτε την επιλογή μας, για τις γυναίκες το καταλαβαίνουμε, μπορούνε να είναι τόπλες, οι άντρες γυμνοί δεν γίνεται αλλιώς.” Κι έτσι εσύ ξεγυμνώνεσαι και πρώτος και μένει μόνο η άλλη μισόγυμνη. Η δεύτερη παρατήρηση όμως στην παραλία θα σας την κάνει γυναίκα, γυμνή, και θα είναι αυστηρή, ας πούμε “σας παρακαλώ να γδυθείτε, γιατί μας θίγετε” ή κάτι τέτοιο. Και θα είστε και κάτω στην παραλία, γυμνοί όλοι• μη φοβάσαι, έτσι πιάνει πάντα”.

“Χ...” του είπα σκεφτικός, “ρε συ Νίκο, αυτό μου φαίνεται για τέλειο σχέδιο, τώρα τα σκέφτηκες όλα αυτά;” του είπα λίγο κατηγορηματικά.

“Όχι ρε Αντώνη, να σου πω ρε φίλε, μη βιάζεσαι. ΟΚ, αυτός ο φίλος μου την έχει κάνει την πρόταση εδώ και καιρό, δύο καλοκαίρια τώρα. Στην αρχή είπα “Τι λέει ο μαλάκας ρε; να πάρει μάτι τη γυναίκα μου θέλει ο μπάρμπας, και το απέρριψα. Αλλά με τα πολλά με έψησε. Και είναι κι η κατάσταση έτσι με τη Ρία όπως σου είπα και πριν... και άρχισα να κωλοτρώγομαι. Αλλά μαζί του δε μου καθότανε με τίποτα. Είναι και μεγάλοι, είναι και συνεργάτης και μου πέρασε κι από το μυαλό ότι μπορεί να κάνουνε και άλλα αυτοί, δεν ήθελα ρε φίλε. Αλλά το σαράκι μου μπήκε και φέτος δε μου έβγαινε με τίποτα. Αλλά δεν ήθελα να πάμε και μόνοι μας, φοβόμουνα να σου πω την αλήθεια. Αλλά αν είμαστε και οι δύο είμαστε ασφαλείς, μια χαρά, δεν τρέχει τίποτα.” Όλα αυτά τα ξεστόμισε σχεδόν σε ένα τέμπο, σαν εξομολόγηση. Και κατάλαβα ότι, όντως, το σκεφτότανε καιρό. Όπως κι εγώ άλλωστε, απλά αυτός είχε την τύχη ή τη σύμπτωση να μπορεί να το φανταστεί πολύ πιο δομημένα.

“Εντάξει ρε Νίκο, μου φαίνεται στημένο το σκηνικό, τι να πω;” του είπα σκεπτικά, “αλλά τι εννοείς κάνουνε και άλλα αυτοί ρε φίλε; μην έχουμε ντράβαλα ρε φίλε...”.

“Όχι μωρέ, να…” βιάστηκε να προσθέσει “εμένα μου υπονόησε αυτός ότι εκεί η φάση είναι απελευθερωμένη κλπ και ότι τα βράδια άμα λάχει...” το άφησε χωρίς να το τελειώσει. “Αλλά μόνο άμα πέσει ο ήλιος” είπε εμφατικά “εμείς θα έχουμε φύγει μέχρι το απόγευμα ό,τι και να γίνει” είπε.

“Τα βράδια τι ρε φίλε;” του είπε λίγο ανήσυχα “είπαμε να πάμε για χαβαλέ και για να γουστάρουμε, όχι να μπλέξουμε”.

“Έλα ρε Αντώνη, τα βράδια αυτοί μπορεί να τη βρίσκουνε και μεταξύ τους. Νορμάλ άνθρωποι είναι, διασκεδάζουν όπως θέλουν, αυτό μου είπε. Κανένας δε θα απλώσει χέρι ούτε θα μας ζορίσει για τίποτα, είναι η όλη τους φιλοσοφία λεσέ-φερ-λεσέ-πασέ φάση, μόνο άμα γουστάρεις, αλλιώς δεν τίθεται θέμα. Κι εγώ γι’ αυτό δεν ήθελα να πάω μαζί τους, ούτε και μπορούσα να φανταστώ τη Ρία να βρεθεί σε τέτοιο σκηνικό, θα με σήκωνε και θα με έπαιρνε. Αλλά, σκέφτηκα, να... αν πηγαίναμε μαζί, για μπανάκι, γυμνισμό κι έτσι, θα είναι και ωραία η ατμόσφαιρα, θα ανέβουμε ρε παιδάκι μου όλοι χωρίς να γίνει τίποτα που να μετανιώνουμε μετά, απλά και όμορφα. Κατάλαβες;” πρόσθεσε.

“Ναι οκ, καταλαβαίνω” του είπα. “Εξάλλου, χωρίς και λίγο ρίσκο, δεν γίνεται ποτέ και τίποτα”.

“Ναι, δίκιο έχεις” συμφώνησε καταφατικά, “χωρίς και λίγο ρίσκο δε γίνεται. Εξάλλου θα δεις γυμνή τη Ρία, θα δω γυμνή την Αθηνά… αυτό από μόνο του ρίσκο έχει, δεν έχει;”… είπε αρκετά σοβαρός τώρα.

“Ναι, έχει” του είπα εξίσου σοβαρά. “Αλλά είναι και καύλα” του είπα, χωρίς δισταγμό.

“Ναι, είναι…” συμφώνησε κατευθείαν. “Πολύ κιόλας”. Του ένευσα συγκαταβατικά. “Άρα το μόνο που μένει είναι να το σχεδιάσουμε για πότε, το σαββατοκύριακο λες;”

“Καταρχήν” του απάντησα “δε μένει μόνο αυτό, γαμάτο το σχέδιο του φίλου σου, αλλά ακόμη κάτι του λείπει. Και μπορεί όταν πάνε αμύητοι εκεί πέρα αν ξέρουν να τους βοηθάνε να... τα βγάλουνε, αλλά εμείς θα είμαστε όλοι ξενέρα. Άρα πιο πριν θα πρέπει να έχουμε βρει τρόπο, παρόλο που θα είναι πρωί, να έχουμε πιει κανένα σφηνάκι, να είναι λίγο ζαλούρα οι γυναίκες, αλλιώς δεν το βλέπω να κάθεται τόσο τακτοποιημένα. Δεύτερον, όχι σαββατοκύριακο, σου είπε κι ο φίλος σου ότι καθημερινές έχει λιγότερους κι αυτό μας συμφέρει και μας βολεύει, προτείνω να πάμε καθημερινή. Εγώ την άλλη εβδομάδα με την Αθηνά ξεκινάμε άδεια, ψήνεσαι ή έχεις το μαγαζί;”

“Ρε γάμα το το μαγαζί, το κλείνω για μια μέρα, ποιος θα μου πει;… άμα έχουμε τέτοιο λόγο σιγά. Κι η Ρία μου γκρινιάζει ήδη ότι έχει πήξει με το παιδί όλο το καλοκαίρι. Το κανονίζουμε για Τετάρτη; Τρίτη; Πέμπτη; πες...”

“Τρίτη” του είπα κατευθείαν “να έχουμε ήδη τρεις - τέσσερις μέρες διακοπές να έχει μπει κι η Αθηνά στο κλίμα. Να έχω προλάβει να πάμε και το μικρό στη γιαγιά”.

“ΟΚ, όσο για κάνα ξύδι που λες σωστό μου ακούγεται, εγώ ξέρω να κάνω ένα ελαφρύ μιξ καλοκαιρινό πολύ ωραίο, που αρέσει πολύ στη Ρία. Θα στο σπιντάρω χωρίς να το καταλάβουνε. Μέχρι το 2ο πόδι είναι 2 ώρες δρόμος, σιγά-σιγά από το αμάξι θα αρχίσουν να κάνουνε κεφάλι. Δε τις θέλουμε και μεθυσμένες εξάλλου...”

“Όχι” συμφώνησα “απεναντίας, να έχουμε όλοι τα μυαλά μας στα κεφάλια μας. Χρειαζόμαστε τόσο όσο να φύγουνε λίγο οι πολλές αναστολές και να είμαστε λίγο πιο χαλαροί”

“Μην ανησυχείς, σε έχω καλυμμένο” είπε και τα μάτια του γυάλιζαν σχεδόν. Το ίδιο πυρετό κι ένταση αισθανόμουν κι εγώ.

“Εντάξει είμαστε καλυμμένοι, θα οδηγώ εγώ” προσφέρθηκα “το αμάξι είναι πιο άνετο πίσω, αυτό που μένει είναι να το σκάσουμε σήμερα το παραμύθι, εγώ στη δικιά μου κι εσύ στη δικιά σου, και να μιλήσουμε αύριο για επιβεβαίωση”.

“Ναι ναι, μέσα-μέσα” βιάστηκε να συμφωνήσει “μην ανησυχείς για εμάς, η Ρία με γκρινιάζει συνέχεια ότι έφυγε το καλοκαίρι και για ένα μπάνιο δεν την πήγα. Και σας συμπαθεί τρελά κιόλας, θα συμφωνήσει αμέσως. Κανένα πρόβλημα”.

“Κι εγώ το ίδιο φαντάζομαι, αλλά θα την παραξενέψει την Αθηνά η παρέα λίγο - στο λέω. Αν μη τι άλλο έχουμε να πάμε και για ένα καφέ χρόνια τώρα... καταλαβαίνεις”.

“Ναι ρε φίλε, μη φοβάσαι, αρκεί να γουστάρει η γυναίκα σου την παρέα...” είπε με λίγο προσδοκία.

“Νομίζω ότι, μετά την Τετάρτη, μπορεί να γουστάρει και πάρα πολύ” του είπα με ένα πονηρό χαμόγελο που ανταπέδωσε κατευθείαν.

“Εμένα θα γουστάρει, μου το είπε εξάλλου μια φορά” είπε γρήγορα.

“Τι σου είπε;”

“Μου είχε πει μια φορά ότι να… ωραίο παιδί ο Αντώνης, αυτό μωρέ”, είπε σκωπτικά.

Γέλασα αυθόρμητα, “καλό να το ξέρω”, του είπα, “τουλάχιστον θα τα πετάξω που θα τα πετάξω να μην αγχώνομαι πολύ...”

“Ναι, ναι, μου το είχε πει, μη φοβάσαι” είπε γελώντας κι αυτός. “Εσένα σου έχει τίποτα η Αθηνά για μένα;” ρώτησε χαριτολογώντας, αλλά και διερευνητικά.

“Ότι φαίνεσαι γυμνασμένος και ότι θα έπρεπε κι εγώ να πάω κάνα γυμναστήριο” του είπα εύκολα “άρα είσαι σε καλό δρόμο, μη φοβάσαι”, συνέχισα γελώντας.

Μείναμε αμίλητοι για λίγο και μία αμήχανη ησυχία κατακάθισε και πάλι ανάμεσα μας. Δεν ήθελα να αφήσω την αμηχανία και τη λογική να μας επηρεάσουνε και αποφάσισα να το λήξω εκεί.

“Λοιπόν Νίκο, αύριο συναντιόμαστε για να δούμε ότι είμαστε εντάξει για Τρίτη;” του είπα αποφασιστικά.

“Ναι ρε Αντώνη, έτσι. Αύριο το κλείνουμε, χωρίς πισωγυρίσματα φίλε. Πάμε” είπε σαν να προσπαθούσε να πείσει και τους δύο μας, ακόμη μια φορά.

“Ρε μαλάκα, το κλειδάκι το έχεις από τη σκηνή;” τον ρώτησα ως αναλαμπή.

“Από την αρχή του καλοκαιριού” μου είπε με νόημα, “μη φοβάσαι”.

Γέλασα ακόμη μία φορά. Ήταν η δική του φορά να πιέσει ένα βήμα πιο πέρα την κουβέντα: “Πες την Αθηνά να κάνει αποτρίχωση όμως, μου αρέσει το περιποιημένο” μου είπε κλείνοντας το μάτι.

“Εμένα με τρελαίνει που η Ρία είναι μελαχρινή”, του είπα επίσης με νόημα, “και το 'χω μπουχτίσει το ξανθό. Άρα αν είναι να πάρω μάτι πες στην Ρία να το έχει φυσικό το μελαχρινάκι”. Δέχτηκε το σχόλιο με ένα νεύμα του, όχι μόνο αβίαστα, αλλά και σχεδόν διψασμένα. Όπως κι εγώ εξάλλου.

Κάθισα για λίγο σκεφτικός. “Α ρε φίλε, δες για τι καταντήσαμε να μιλάμε” είπα λίγο κομπλαρισμένα. “Να μιλάμε ο ένας για το… της γυναίκας του άλλου” είπα με λίγο αιδώ.

“Έλα Αντώνη, μη κολλάς, πες το: να μιλάμε για τα μουνάκια τους” είπε με ένα μικρό χαμόγελο.

“Ναι ρε φίλε” συμφώνησα. “Δε θα στο κρύψω” του είπα, “καύλα σκέψη”.

“Πολύ φίλε, μ’ αρέσει που συμφωνούμε κι οι δύο” είπε κατευθείαν.

“Άρα μέχρι την Τρίτη θα σκέφτεσαι το μουνάκι της Αθηνάς. Κι εγώ θα σκέφτομαι το μουνάκι της Ρίας” του είπα και συνειδητοποίησα ότι μου είχε σηκωθεί, όσο γινότανε, μόνο και μόνο που το ξεστόμισα επιτέλους.

“Ναι ρε Αντώνη, θα το σκέφτομαι συνέχεια το μουνάκι της Αθηνάς” είπε με το ίδιο πάθος. “Και θα καυλώνω που σκέφτεσαι το μουνάκι της Ρίας” πρόσθεσε, ένα τόνο πιο βραχνά, ίσως πιο ενδόμυχα σχεδόν.

“Άντε πάμε”, του είπα, “συναντιόμαστε αύριο για να μου πεις οριστικά οκ αφού το μιλήσεις με τη Ρία, το ίδιο κι εγώ με την Αθηνά”.

“Έγινε, κάτω εδώ στην πυλωτή. Απογευματάκι μόνο να έχω τελειώσει με το μαγαζί”.

Σβήσαμε τα τσιγάρα και χωρίσαμε στο ασανσέρ, αυτός κατέβηκε στον 5 κι εγώ στον 6. Βρήκα την Αθηνά να μαγειρεύει και να μιλάει στο κινητό. Στο μυαλό μου έπαιζε διαρκώς η κουβέντα μου με τον Νίκο και ταλανιζόμουν από μυριάδες σκέψεις, όσο πιο πολύ απομακρυνόμουν από την ένταση των στιγμών που είχαν προηγηθεί τόσο περισσότερο αισθανόμουν τύψεις, ενοχές και φόβους μήπως η όλη ιδέα ήταν ένα ανόητο ρίσκο - ο γάμος μου ήταν, μέσες - άκρες και όσο μπορείς να ελπίζεις βέβαια ενίοτε, καλός - ό,τι και αν αυτό σημαίνει. Δε είναι ότι είχα τρομερούς ενδοιασμούς εγώ προσωπικά, οι απόψεις μου για το σεξ είχαν αλλάξει δραστικά από την άτεγκτη παραδοσιακή ηθική που εξυπηρετούσε όταν ήμουν 20. Δεκαπέντε χρόνια σχέσης μετά, 7 από τα οποία και επίσημα παντρεμένος και με παιδί, και έχοντας διάφορα στραπατσαρίσματα δεξιά κι αριστερά πλέον ήμουν διατεθειμένος να αποδεχτώ ότι σεξουαλικά ένας άνθρωπος μπορεί να εκφραστεί με πολλούς τρόπους. Αυτό που δεν μπορούσα να αγνοήσω όμως ήταν αυτές ήταν οι δικές μου απόψεις, η Αθηνά διατηρούσε ακόμη τις ίδιες ιδέες με εκείνες που είχε όταν παντρευτήκαμε - πιστότητα, μονογαμία, ο προσωπικός χώρος της σχέσης ερμητικά κλειστός αποκλειστικά ανάμεσά μας. Το μόνο που την είχε ταρακουνήσει ήταν τα τελευταία τρία χρόνια που, ακόμη κι αυτή, είχε αναγκαστεί να συνηγορήσει ότι στο ερωτικό πάσχαμε. Παρόλα αυτά, πέρα από μικρές, πολύ μικρές μετακινήσεις πάνω στον δικό της αξιακό άξονα δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει. Κι αναμφισβήτητα, όλα αυτά τα διείπε και το γεγονός ότι, πολύ απλά, οι άντρες και οι γυναίκες αντιδρούν πολύ διαφορετικά στο θέμα του σεξ. Όπως και να 'χε έβρισκα τον εαυτό μου από τη μία να σκέφτεται ότι η όλη ιδέα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε καταστροφική αηδία, που θα δοκίμαζε άγαρμπα και ανούσια τις αντοχές της σχέσης μας, κι από την άλλη η προοπτική του γυμνισμού με τη Ρία και τον Νίκο με ερέθιζε με έναν ερωτισμό που είχα χρόνια να νιώσω ενώ έβρισκα ότι η προοπτική μίας ερωτικής περιπέτειας αφύπνιζε μέσα μου ερωτικά αντανακλαστικά που είχα χρόνια να δοκιμάσω. Τουλάχιστον με την Αθηνά δηλαδή.

Χαμένος όπως ήμουν μέσα στις σκέψεις μου συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι η Αθηνά μου μιλούσε. “Τι;” ρώτησα αφηρημένα.

“Ειλικρινά”, μου απάντησε λίγο φουρκισμένα, “τις περισσότερες φορές που σου μιλάω νομίζω ότι απλά με γράφεις απλόχερα”, είπε μισό-αστεία μισό-σοβαρά. Η γυναίκα έχει τη δυνατότητα πλέον με πέντε λέξεις να με πάει στο κόκκινο, σκέφτηκα και κάθε σκέψη αμφιβολίας μέσα μου διαλύθηκε, με ευκολία που θα με εξέπληττε κιόλας αν είχα χρόνο να το καλοσκεφτώ, μέσα στον εκνευρισμό της στιγμής. “Μην ετοιμάζεσαι να θυμώσεις” μου είπε λίγο δεικτικά, “σου μιλάω τόση ώρα όμως και κάθεσαι σαν τον χαμένο” πρόσθεσε.

“Τι θέλεις ρε Αθηνά;…” της είπα εκνευρισμένα, “σου έχω πει ότι το όταν μιλάς μέσα από τα δόντια στον εαυτό σου δεν καταλαβαίνω τι λες, τι θες;” της είπα λίγο απότομα.

“Α… καλά, εσύ ανέβηκες για καβγά μου φαίνεται” είπε εξίσου έντονα. Η Αθηνά, σκέφτηκα, η γυναίκα ποτέ δε χάνει ευκαιρία πλέον να μην αφήσει λέξη να πέσει κάτω ή να μην βγάλει μαγκιά. “Καλά, καλά, μην εκνευρίζεσαι γιατί κι εγώ δεν έχω όρεξη - κι εγώ αργά μπήκα”, είπε με ύφος μπλαζέ. “ΈΛΕΓΑ όμως: τι λέγατε με τον Νίκο τόση ώρα κάτω; Σ’ έπρηξε πάλι για καφέ; Είδα το αυτοκίνητο από το μπαλκόνι να φτάνεις κι έκανες μισή ώρα να ανέβεις. Το είδα που άδειαζε το φορτηγό πιο πριν. Σε πέτυχε;”.

Την είδα να συνεχίζει να μαγειρεύει, προφανώς αδαής στο συρφετό των σκέψεών μου τόση ώρα. Είδα το σώμα της, τη σιλουέτα της, σκέφτηκα πόσο με ερέθιζε η σκέψη να πάρουμε ένα ρίσκο, να πάρω εγώ ένα ρίσκο, να καταφέρουμε να αποκτήσουμε λίγη από τη χαμένη μας σεξουαλικότητα, από ένα πάθος μου είχε φθαρεί από τις υποχρεώσεις μίας κοινής ζωής που έπρεπε να συντηρηθεί. Και πάλι, ακαριαία, σκέφτηκα μήπως τα διακινδυνέψω όλα αυτά. “Μ…;” είπε χαμογελώντας αυτή τη φορά, “καλέ θα μου πεις; Όλα καλά; Τι κάθεσαι έτσι;”.

Μαγείρευε με ένα σορτσάκι κοντό, ένα μπλουζάκι αμάνικο χωρίς σουτιέν με τις ρώγες της να φαίνονται μυτερές από μέσα. Σκέφτηκα πόσο ήθελα εκείνη τη στιγμή να ξαναγίνει η σεξουαλική μου φαντασίωση• μάλλον καλύτερα, να ξαναγίνουμε λίγο ξανά παθιασμένοι ο ένας για τον άλλο. Σκέφτηκα το ταμπού θέμα του να δει κάποιος άλλος γυμνή τη γυναίκα μου και ερεθίστηκα ακόμη περισσότερο. Η απόφαση, τελικά, ήταν της στιγμής - όπως και κάθε απόφαση άλλωστε.

“Ναι... τον πέτυχα” είπα αφηρημένα, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη το μυαλό μου. Δε γαμιέται, σκέφτηκα τελικά: “Μου είπε ότι ένας γνωστός του έχει μία στημένη σκηνή στο 2ο πόδι στη Χαλκιδική σε μία από αυτές τις απόμερες παραλίες - ξέρεις τώρα. Με ρώτησε άμα θα ψηνόμασταν να πάμε όλοι μαζί”.

Τα είπα αδιάφορα όλα αυτά, φλατ, ουδέτερα. Από τη μία δεν ήθελα να δείξω δίψα και προσμονή, από την άλλη ίσως - σε κάποιο επίπεδο - να περίμενα να το απορρίψει για να βγω μια και καλή από το οποιοδήποτε δίλλημα, ίσως απλά δεν ήθελα να το πιέσω. Το ήξερα ότι ήταν αδαής, αλλά ήταν ο τρόπος μου να πω παρ' το ή άστο, αν θες πάμε, έτσι απλά χωρίς πολλά-πολλά, αλλιώς τ’ αφήνουμε.

“Ουάου” είπε “πώς κι έκατσε αυτό τώρα; Δεν το περίμενα”. Η φωνή της απλά διερευνητική, συνέχιζα να αισθάνομαι λίγο άσχημα που την παγίδευα ίσως. Γιατί μάλλον αυτό έκανα. Αλλά πλέον η καύλα μου να ζήσουμε κάτι, οτιδήποτε, είχε κυριεύσει τη σκέψη μου. Και δεν ήθελα να κάνω πίσω. Το παρασκέφτηκα, είπα στον εαυτό μου, ό,τι είναι να γίνει θα γίνει• και δεν είπα πια να πάμε και σε swing club, γάμα το. Από εκεί και πέρα σταμάτησα να ταλανίζομαι, η πρόθεσή μου έγινε απόλυτη.

“Ναι μωρέ, ξεκινήσαμε να μιλάμε ξέρεις... Τι να του έλεγα; Ξανά πάμε για καφέ; Τους το έχουμε πει χίλιες φορές και ποτέ δεν πάμε. Ε, είπε και τη μαλακία για τη σκηνή, ξεκινάμε κι άδεια την Παρασκευή, είπα δε γαμιέται...”

“Αντώνη δε μένω σε σκηνή, εννοείται έτσι” είπε με τα μάτια ορθάνοιχτα και με προκλητικό ύφος. Και οι δυο μας είχαμε μία απέχθεια σε κάθε τι που θύμιζε κάμπινγκ και δεν είχε στοιχειώδη κλιματισμό το καλοκαίρι, αλλά η Αθηνά το πήγαινε το θέμα σε άλλο επίπεδο.

“Όχι ρε συ…” της είπα με ένα νεύμα εφησυχασμού, “γιατί εγώ θα έμενα;… τρελή είσαι; απλά ο γνωστός του έχει εκεί πέρα σκηνή μόνιμη και μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ξέρω 'γω; για να αλλάξουμε προφανώς, να κάνουμε μισό καφέ. Σού ’πα εγώ να μείνουμε πουθενά;” είπα λίγο έντονα.

“Α εντάξει” είπε γρήγορα, “είπα μήπως... Και πού είναι αυτή η παραλία δηλαδή;”

“Κάπου στο 2ο Αθηνά, δεν έχω ιδέα. Κι ο Νίκος μόνο στο περίπου έχει καταλάβει που είναι, δεν έχει πάει ποτέ”.

“Καλά. Δεν ξέρω μωρέ, τα συμπαθώ τα παιδιά. Αλλά κι όλη μέρα για μπάνιο;” έδειχνε να το σκέφτεται αυθεντικά. “Από την άλλη τα έχουμε γυρίσει κι όλα, θέλω να δω μία απόμερη παραλία”. Το ξέρω, σκέφτηκα λίγο πονηρά καθώς την έβλεπα να αρχίζει να διασκεδάζει την ιδέα. “Καλά, οκ, για πότε είπατε δηλαδή με τον Νίκο;”

“Την Τρίτη. Θα κλείσει και το μαγαζί. Να είναι καθημερινή όσο γίνεται να μην πέσουμε σε κίνηση”.

“Την Τρίτη ε; Γιατί την Τρίτη;” πέταξε λίγο ανόητα. Της έριξα ένα βλέμμα ανάμεσα σε γιατί όχι την Τρίτη και σε γιατί μου ζαλίζεις τα παπάρια με την Τρίτη ένα πράγμα. “Καλά, καλά” είπε σηκώνοντας τα χέρια “την Τρίτη, τι με νοιάζει. Δεν είναι ότι έχουμε και τίποτα άλλο σχεδιάσει”.

Ανακούφιση.

“Ναι μωρέ, οκ. Sorry αν πήγα ν’ αρπαχτώ. Απλά κατάλαβες, μου είπε ότι θα θέλανε να πάμε όλοι μαζί, πρότεινε και τη σκηνή, τι να του ’λεγα; δε μας κάνει η Τρίτη που θα κλείσεις και το μαγαζί;”

“Ναι, μ… δίκιο έχεις”. Είχε αρχίσει να γυρίζει πάλι στο μαγείρεμα, η προσοχή της να στρέφεται αλλού, “οκ πάμε την Τρίτη με τα παιδιά. Πλάκα θα έχει να δούμε καμία καινούργια παραλία. Αλλά δε μένω σε σκηνή, στο λέω”, είπε με την προσοχή της στραμμένη στο φούρνο. Είχε σκύψει πλέον και έβλεπα τον κώλο της να διαγράφεται μέσα από το σορτσάκι που φορούσε. Το στρινγκάκι είχε σκαρφαλώσει πιο ψηλά. Καυλώνω ήδη, σκέφτηκα, να πάει να γαμηθεί, αυτό χρειαζόμαστε για να ξυπνήσουμε λίγο.

Πήγα να φύγω προς τα μέσα, να αφήσω πράγματα.

“Α…” την άκουσα να φωνάζει “να σου πω, να σου πω” είπε με λίγο διερευνητικό εμπαιγμό στη φωνή της “μην είναι καμία παραλία με γυμνούς αυτή... Ξέρεις τίποτα τέτοιο; Πόσο ερημική είναι;” ρώτησε δεικτικά στενεύοντας τα μάτια. Με γυμνούς... άκου πώς το λέει ρε συ. Αλλά δεν έχει πίσω.

“Ε κι άμα είναι ρε συ Αθηνά είναι, τι να κάνουμε τώρα. Βγάλε και κάνα σουτιέν πια, σιγά” είπα υποδυόμενος λίγο τον αγανακτισμένο, γρήγορα, έντονα.

“Τι λες μωρέ;” είπε γελώντας. “Κυρ-Αντώνη παράξενα μου τα λες…” είπε γελώντας. Είχε συγκαταβατική διάθεση πλέον.

“Ρε συ Αθηνάκι, ερημική παραλία είναι” είπα με ύφος matter of fact. “Τι θες να σου πω; Δεν ξέρω αν έχει γυμνιστές, αλλά μπορεί και να 'χει. Αρκετά πια με τα κολλήματα. Κι άμα έχει θα κάνεις τόπλες μια φορά στη ζωή σου, τι έγινε πια;”

“Με το Νίκο και τη Ρία ρε συ Αντώνη;” είπε με πραγματική απορία. “Είναι γείτονες ρε…”

“Ε ναι, με τον Νίκο και τη Ρία. Τους γείτονες που έχουμε δει τρεις φορές στη ζωή μας. Σιγά ρε Αθηνά τώρα, μην το κάνουμε θέμα. Άμα τόσο πολύ πια κολλάς να το αφήσουμε…” είπα προσποιούμενος ότι η κουβέντα με κούραζε. Που με κούραζε να πω την αλήθεια.

“Καλά…” είπε σκεφτική δαγκώνοντας το κάτω της χείλος όπως έκανε όταν ήταν πραγματικά σκεπτική. “Αλλά να ξέρεις ότι εσύ ήσουν ο κύριος άνετος άμα χρειαστεί…” είπε τελικά.

“Θα το θυμάμαι…” της είπα με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο.

Με κοίταξε με νόημα και είδε τον πούτσο μου που είχε φουσκώσει μέσα από το παντελόνι. “Καυλίτσες μωρό μου;” με ρώτησε και ήρθε κοντά μου. “Δηλαδή δε θα σε πειράξει άμα δει ο Νίκος το στήθος μου;” είπε με ένα κοριτσίστικο ύφος, όπως έκανε πάντα όταν το θέμα πήγαινε στο ερωτικό, αλλά σε ένα τομέα που την έκανε να αισθάνεται αμηχανία. Δε μου φτάνει πλέον αυτό, σκέφτηκα, θέλω κάτι πιο έντονο - αρκετά με τις ντροπές. Μόνο αυτές θα έχουμε να θυμόμαστε στο τέλος.

“Όχι μωρό μου…” της είπα και την αγκάλιασα χουφτώνοντας ταυτόχρονα έντονα τον κώλο της. “Απεναντίας, με καυλώνει η σκέψη” είπα κοιτώντας τη στα μάτια σαν την προκαλούσα να υποκύψει στην ιδέα. Συνέχιζα να της χουφτώνω τον κώλο έντονα.

“Καλά τότε…” είπε λίγο πιο σιγά, “άμα χρειαστεί θα δούμε…” πρόσθεσε - σαν να άφηνε τη δύσκολη απόφαση για το μέλλον. Μου χούφτωσε τον πούτσο. “Δε σε έχω συνηθίσει έτσι τέτοια ώρα, πραγματικά σε καυλώνει ιδέα;”… με ρώτησε με ειλικρίνεια.

“Ναι ρε συ Αθηνά. Με καυλώνει” της είπα, φροντίζοντας το μήνυμα να είναι ευθύ, χωρίς παρερμηνείες. “Τα βυζιά σου θα δει και με ανάβει αυτό. Σιγά, κακό είναι;”.

“Ξέρω 'γω” είπε καθώς άρχισε να τρίβεται επάνω μου, “μάλλον δεν είναι και τόσο μεγάλο θέμα ίσως” είπε λίγο ξέπνοα. “Άστο αυτό τώρα” μου είπε και με πήρε από το χέρι “πάμε να με γαμήσεις” είπε με μία τόλμη που δεν τη συνήθιζε καθώς με τράβηξε προς την κρεβατοκάμαρα.

Εκείνο το απόγευμα την πήδηξα με τρόπο που είχα καιρό να την πηδήξω, με πάθος, λίγο άγρια. Η στύση μου ήταν αφόρητη, ξύλινη, διεκδικητική. Ο πούτσος μου είναι μεγάλος και χοντρός, μεγαλύτερος τέλος πάντων από τον μέσο όρο. Την πόνεσε σε κάποια φάση. Κατάλαβα ότι είχε κι αυτή καιρό να νιώσει έτσι. Έχυσα μέσα της και ξάπλωσα από πάνω της λαχανιασμένος.

“Αν είναι να σε καυλώνει έτσι τόσο πολύ η ιδέα, να τα βγάλω μία φορά” μου ψιθύρισε στο αυτί.

“Αυτό σου ζητάω…” της είπα και της χάιδεψα τα μαλλιά.



[Στα κάτωθι δεν ήμουνα παρόν, προκύπτουν από τις περιγραφές του Νίκου και της Ρίας μετά, τα μεταφέρω όπως, περίπου, μου τα είπανε.].

Ο Νίκος μπήκε στο σπίτι ανυπόμονος και ξαναμμένος. Μαλάκα να κάτσει κι ό,τι γίνει. Άφησε στο πάτωμα μία μεγάλη κούτα με εμπόρευμα που είχε κουβαλήσει από κάτω, εκείνη τη στιγμή η Ρία βγήκε από το μπάνιο, μισοτυλιγμένη με μία πετσέτα και βρεγμένη από το ντους.

“Άντε ρε Νίκο τόση ώρα κάτω, με ποιον μιλούσες; Σε ήθελα να προσέχεις το μωρό να κάνω ένα μπάνιο”.

“Έλα ρε μωρό, κάτω ήμουνα. Πέτυχα τον Αντώνη” είπε αφήνοντας παλεύοντας με την κούτα.

“Μη μου αφήσεις τη γκουμούτσα στο σαλόνι, παρ' την κατευθείαν πίσω” είπε η Ρία προστακτικά, βγάζοντας την πετσέτα κι σκύβοντας για να στεγνώσει τα μαλλιά της, ένα μελαχρινό χείμαρρο που ήταν και το καμάρι της από πολλές απόψεις. Γενικά ήταν λίγο μελαχρινή, η επιδερμίδα της σταρένια μεν, αλλά ήδη μελαμψή από τον καλοκαιρινό ήλιο. Σκούρες, έντονες ρώγες στόλιζαν δύο γεμάτα, αλλά όχι μεγάλα στήθη.

“Γαμώτο ρε Ρία ακόμα δεν μπήκα…” είπε ο Νίκος, κλέβοντας μία ματιά από το μουνάκι της. Το εφηβαίο της είχε το ίδιο μελαχρινό χρώμα και ενώ το είχε κουρεμένο διακριτικά δεν ήταν οπαδός της αποτρίχωσης, το μουνάκι της είχε όμορφες, μεταξένιες τριχούλες, κατάμαυρες μέχρι τα σκούρα χείλη του αιδοίου της. Το κωλαράκι της όμως ήταν τελείως αποτριχωμένο. Ο Νίκος πέρασε από πίσω της και τη χάζεψε με καύλα. Ο Αντώνης θα πεθάνει στην καύλα με εσένα μανάρι μου, σκέφτηκε και ο πούτσος του σκλήρυνε και πάλι στο εσώρουχο. Καθώς περνούσε από πίσω της, της άστραψε δυνατά τον κώλο.

“Μπάσταρδο…” του είπε ενοχλημένη αυθεντικά, αλλά και γελώντας ταυτόχρονα. “Θα ξυπνήσεις το παιδί ρε βλάκα…” πρόσθεσε πιο σοβαρά.

Ο Νίκος πήγε την κούτα στο δωμάτιο στα γρήγορα και βιάστηκε να επιστρέψει στο σαλόνι για να την πετύχει στην ίδια στάση. Η Ρία συνέχιζε να στεγνώνει τα μαλλιά της σκυμμένη μπροστά, τα γόνατα ελαφρώς λυγισμένα, το μουνάκι της διακρίνονταν υγρό ανάμεσα στα πόδια της. Η στύση του γινόταν ανυπόφορη. Ο Νίκος δεν ήταν ψηλός, στο 1.75 ήταν περίπου στον μέσο όρο, αλλά και λόγω δουλειάς, αλλά και λόγω γυμναστηρίου είχε ωραίο τονισμένο σώμα και ένα αξιοπρεπή πούτσο 15 εκατοστά που τώρα ήταν έτοιμος να σπάσει από όλη τη φόρτιση. Γδύθηκε αθόρυβα από πίσω της χωρίς να τον πάρει χαμπάρι και την πλησίασε, πιάνοντας το πέος του. Το έφερε στο ύψος της από πίσω και τον πίεσε μέσα της. Δεν το περίμενε, αλλά η φυσική υγρασία από το μπάνιο σε συνδυασμό με το ότι ήταν τελείως σκληρός σήμαινε ότι μπήκε κατευθείαν μέσα της μέχρι τη ρίζα σε μία κίνηση.

Η Ρία έβγαλε ένα βαρύτονο μουγκρητό, η πετσέτα της έπεσε από τα μαλλιά καθώς απεγνωσμένα προσπάθησε να πιαστεί από το χερούλι της πόρτας του μπάνιου για να μην πέσει.

“Τι κάνεις ρε βλάκα; πας καλά;” του είπε χαμηλόφωνα και συριστικά, μέσα από τα δόντια “θα ξυπνήσει το παιδί ρε, θα μας δει” του είπε, βάζοντας ένα χέρι πίσω για να το σταματήσει.

Ο Νίκος της έπιασε το χέρι και έσπρωξε την λεκάνη του ακόμη πιο μπροστά, καρφώνοντας τον εαυτό του ακόμη πιο βαθιά μέσα της. Ήξερε ότι η Ρία έχανε την ιδιότητά της να αντισταθεί στο σεξ όταν επέμενε, συνήθως μετά από 3-4 διεισδύσεις, και αν άρχιζε να υγραίνεται (και υγραίνονταν πολύ, με ένα παχύ, γαλακτερό υγρό που - κάποτε, σε άλλες εποχές - τρελαινόταν να ρουφάει και να γλείφει) η καύλα της την παρέσερνε. “Έλα μωρό μου, θα κάνουμε ήσυχα” της είπε ψιθυριστά και πιάνοντάς την από τους γοφούς άρχισε να την πηδάει αργά, αλλά με δύναμη.

“Τι σ’ έπιασε απογευματιάτικα ρε Νίκο;…” του είπε μέσα από σφιγμένα χείλη, προσπαθώντας να πνίξει τα βογγητά της. “Ωχ, ωχ, ωχ” ψιθύριζε με τα μάτια σφιχτά κλεισμένα, το ένα χέρι να σφίγγει το χερούλι της πόρτας και το άλλο με ανοιχτή την παλάμη στον τοίχο.

“Παρ' τον καύλα μου, παρ' τον” της είπε αυτός, χτυπώντας ακόμη πιο δυνατά τώρα, αισθανόταν το καυλί του να είναι έτοιμο να σπάσει, το αιδοίο της να τον καταπίνει υγρό και καυτό. Το κεφάλι της ήταν ριγμένο μπροστά, σκυμμένη όπως ήταν όταν την πέτυχε, η πετσέτα ένα κουβάρι στα πόδια της πάνω στο οποίο προσπαθούσε να μην γλιστράει καθώς ο Νίκος τη σήκωνε από τους γοφούς στις μύτες των ποδιών της. Τα δάχτυλα της, βαμμένα ένα σκούρο κόκκινο χρώμα, σχεδόν βυσσινή, σε συνδυασμό με τη μαυρισμένη επιδερμίδα της, παραπατούσαν στο βρεγμένο πλακάκι. Εκμεταλλεύτηκε την αστάθειά της και έπιασε μία χούφτα από τα κατάμαυρα μαλλιά της και της τράβηξε πίσω το κεφάλι της με πάθος, σπρώχνοντας ακόμη μία φορά τον πούτσο του με φόρα μέσα της, κάτι που κάποτε το γούσταραν και οι δύο πάρα πολύ, αλλά το είχαν εγκαταλείψει εδώ και χρόνια, όπως και πολλά άλλα του ερωτικού τους ρεπερτορίου, καθώς το πάθος τους καταλάγιαζε χρόνο με τον χρόνο.

“Τι κάνεις ρε γαμιόλη;…” του ψιθύρισε με μένος, αλλά και με καύλα μαζί. Δεν της απάντησε, συνέχισε να της τραβάει τα μαλλιά προς τα πίσω, η κουβέντα του με τον Αντώνη τροφοδοτούσε τη φαντασία του και του είχε απογειώσει την ερωτική διάθεση. Πηδούσε τη Ρία όπως είχε να κάνει χρόνια, άγρια, με πάθος, σαν την αρχή της γνωριμίας τους. Μωρό μου, να σε βλέπω γυμνή να καυλώνεις τον άλλον, να σε τρώει με τα μάτια του. Να βλέπει το κωλαράκι σου να ανεβοκατεβαίνει καθώς περπατάς, τις ρώγες σου, το μουνάκι σου. Η φαντασία του τού τροφοδοτούσε ένα ερωτικό πάθος που είχε καιρό να νιώσει, του θύμισε μία αγριάδα που είχε ξεχάσει να εκφράζει.

Η Ρία φαινόταν κι εκείνη χαμένη στη στιγμή, η απροσδόκητη επίθεση του Νίκου την είχε αποπροσανατολίσει και ο τρόπος που της έκανε έρωτα της θύμισε, κι εκείνης, το άγριο πάθος που μοιράζονταν στις αρχές τους. Με κλειστά τα μάτια και μέσα από τα δόντια της ψιθύριζε χαμηλόφωνα “πήδα με, πήδα με, πήδα με”, το ερωτικό της μάντρα τότε που ο έρωτας τους και το πάθος τους ήταν κάτι που εκδηλωνόταν πολλές φορές μέσα σε μια μέρα. “Χύνω” της είπε μουγκρίζοντας και εκτινάχτηκε μέσα της, πηγαίνοντας σαν αμορτισέρ τώρα. Τον αισθάνθηκε να αδειάζει, να ξεφουσκώνει, καθώς την κράτησε δυνατά από τους γοφούς. Για άλλη μια φορά όμως, πολύ νωρίς για τη Ρία. Κάποτε έκαναν έρωτα με τις ώρες, η Ρία – που ήταν κυρίως κολπική στους οργασμούς της – τελείωνε σπάνια. Αλλά όταν συνέβαινε ήταν πάντα μαζί με μια πλημμύρα από τα δικά της υγρά, καυτά, λευκά σα γάλα και παχύρευστα, αρωματισμένα με τη μυρωδιά της και το σεξ της. Κάποτε ο Νίκος τρελαινόταν να επιμένει μέχρι να την κάνει να χύσει. Τις περισσότερες φορές αφού είχε τελειώσει αυτός μια-δυο φορές, με τα δάχτυλά του – ήταν εξπέρ σ' αυτό. Τις έβαζε δύο δάχτυλα δυνατά και της χτυπούσε αλύπητα το μουνάκι μέχρι που ένιωθε να μην αντέχει άλλο και να παραδίνεται σε μία ανείπωτα γλυκιά ηδονή που έσκαζε σε μια λιμνούλα κάτασπρη ανάμεσα στα πόδια της.

Και τότε αισθανόταν η Ρία ικανοποίηση, ολοκλήρωση, γλυκιά εξάντληση. Κάποτε ο Νίκος περνούσε ώρες λατρεύοντας το κορμί της, κάποτε δε σταματούσε μέχρι να τελειώσει η Ρία, μόνο και μόνο για να συρθεί μετά ανάμεσα στα πόδια της και να γλείψει με πάθος τα υγρά της. Το νέκταρ του, όπως του άρεσε να το λέει. Κι επειδή ο Νίκος δεν ήταν ποτέ εραστής που επιδίδονταν στον στοματικό έρωτα με πάθος, η Ρία διψούσε για εκείνες τις στιγμές. Τα τελευταία χρόνια όμως ο Νίκος έδειχνε ολοένα και λιγότερο ενδιαφέρον για τον οργασμό της Ρίας, είχε γίνει στο σεξ άγριος, σχεδόν βάρβαρος στον τρόπο που προσέγγιζε τον έρωτα μεταξύ τους – όταν και όποτε τύχαινε να συμβεί δηλαδή. Πάντα ήταν άγριος στο σεξ κι αυτό ήταν κάτι που είχε ερωτευτεί η Ρία επάνω του στην αρχή. Κάποτε όμως η βαρβαρότητά του είχε ρομαντισμό, ερωτισμό, ήταν ενδιαφέρουσα και γεμάτη αισθησιασμό και ίντριγκα. Τώρα η αγριάδα του ήταν ακριβώς αυτό: αγριάδα. Επαναλείψιμη, μονότονη, μονόχρωμη. Εγωιστική και μηχανιστική, της φαινόταν ότι, πολλές φορές, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να χύσει όσο πιο γρήγορα και χυδαία γινόταν, σαν να ήταν ένα κυνήγι για μια αίσθηση που ποτέ του δεν έφτανε πια ενώ, άλλοτε, έβρισκε την ηδονή στο απλωμένο στο σεντόνι ιδρωμένο κορμί της.

Της Ρίας δεν της άρεσαν αυτές οι σκέψεις οπότε της ερχόντουσαν, τις αποστρέφονταν. Τις θεωρούσε προδοσία. Εξάλλου ο Νίκος ήταν ο έρωτας της ζωής της και ο, πλέον, άντρας της. Κι ενίοτε, σπάνια βέβαια πια, μπορεί και να τη θυμόταν πάνω στις σύντομες ερωτικές τους πράξεις και να επέμενε, σαν τότε, μέχρι να τελειώσει και η ίδια. Αλλά αυτό συνέβαινε ολοένα και σπανιότερα πια. Και πολύ φοβόταν η Ρία ενδόμυχα, το νέκταρ είχε γίνει… υποχρέωση. Γι' αυτό και οπότε, τα βράδια που τύχαινε να πηδηχτούν στο πλάι, άφωνοι κι οι δύο μην ακουστούν, μετά από μια ακόμη αυτιστική εκσπερμάτωσή του τον άκουγε να βυθίζεται στον ύπνο πριν καλά-καλά βγει από μέσα της, το σκοτάδι που την τύλιγε μετά είχε μια ιδιαίτερα πικρή γεύση και γινόταν ένας μανδύας μοναξιάς που άλλοτε την πάγωνε κι άλλοτε την έπνιγε ασφυκτικά.

“Γαμώτο” είπε καθώς της άφηνε τα μαλλιά, “με πόνεσες”. Έβαλε το χέρι της στο μουνί της καθώς ξεγλιστρούσε από μέσα της για να μην τρέξει το σπέρμα του κάτω στο πάτωμα - πάντοτε έχυνε πολύ. “Τι σ’ έπιασε ξαφνικά γαμώτο” του είπε με ύφος λίγο αγριεμένο, αλλά και μ’ ένα πονηρό χαμόγελο καθώς ξαναέμπαινε στο μπάνιο για να πλυθεί. “Πρόσεξε μη σε δει έτσι το παιδί ρε” του είπε καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της. Τουλάχιστον δε θα μου γκρινιάζει σήμερα για σεξ το βράδυ, σκέφτηκε με μια πρακτικότητα που την στενοχώρησε αδιόρατα, σαν μικρό τσίμπημα. Τον πέτυχε μετά από 5 λεπτά στην κουζίνα, μόνο με το βρακί να σκαλίζει το ψυγείο.

“Φύγε μέσα από τα πόδια μου ρε” του είπε καθώς έπιανε τα μαλλιά της κότσο ψηλά με ένα μολύβι, όπως συνήθιζε να τα έχει όταν έκανε δουλειές. “Και σου πα ντύσου μη ξυπνήσει το παιδί και σε δει έτσι”. Ο Νίκος έκανε μία μικρή πιρουέτα σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. “Και σταμάτα να τρως βλακείες, σε λίγο καθόμαστε” του είπε βλοσυρά. Περνώντας από δίπλα της τη φίλησε κλεφτά στο μάγουλο. “Βλάκα…” του είπε γελώντας. “Τι σ’ έπιασε σήμερα;” τον ρώτησε, τα σκούρα καφετιά μάτια της φάνταζαν φωτεινά από το μαυρισμένο της πρόσωπο. Ώρα να το σκάσω, σκέφτηκε. Πήγε στο σαλόνι να πάρει τα ρούχα του και της είπε με γυρισμένη πλάτη “Α, πέτυχα και τον Αντώνη κάτω, κάναμε ένα-δυο τσιγάρα” είπε δήθεν αδιάφορα.

“Γι’ αυτό έκανες μια ώρα να ανέβεις; Βρήκες ευκαιρία για κουβεντούλα; Έπρεπε να το φανταστώ, σιγά μην έκανες δουλειά…” του είπε στενεύοντας τα μάτια και σκύβοντας πάνω από τον νεροχύτη.

“Ωχ ρε Ρία, δε βαριέσαι ποτέ;…” της πέταξε. Άστραψε ένα γρήγορο χαμόγελο όμως, αλλάζοντας άμεσα το τέμπο “μου έλεγε ο Αντώνης λοιπόν ότι από Παρασκευή ξεκινάνε άδεια με την Αθηνά”, της είπε αφήνοντας την πρόταση να αιωρείται.

“Συγχαρητήρια να τους πεις” απάντησε ανένδοτα η Ρία “εσύ να δούμε πότε θα με πας για κανένα μπάνιο που έχει βγει όλο το καλοκαίρι έτσι φέτος” του είπε ενοχλημένα, ξεκινώντας να κόβει σαλάτα.

“Ε να, αυτό λέγαμε με τον Αντώνη. Μήπως πηγαίναμε κάνα μπάνιο μαζί άμα γουστάρανε” είπε και πάλι ο Νίκος και πάλι δήθεν αδιάφορα.

Η Ρία σταμάτησε και τον κοίταξε με μια μικρή απορία “Πώς έκατσε αυτό τώρα;”, τον ρώτησε λίγο ενοχλημένα. “Καλά ρε Νίκο, δε θα πηγαίναμε στους γονείς μου;” του είπε με προκλητικό ύφος.

“Ωχού ρε Ρία, θα πάμε και στους γονείς σου πια. Να κάθομαι να πεθαίνω στη βαρεμάρα να ακούω τον πατέρα σου να μου λέει πόσες ντοματιές έβαλε φέτος, ώχου”. Την είδε που πήγαινε να συννεφιάσει επικίνδυνα και την πρόλαβε, έτρεξε κοντά της και της αγκάλιασε από τη μέση. “Θα πάμε και στους γονείς σου μωρό, θα κλείσω το μαγαζί όλη την εβδομάδα. Ξέρεις πόσες φορές είπαμε με τα παιδιά να πάμε για ένα καφέ. Ε, ξεκινήσαμε να τα λέμε με τον Αντώνη και είπαμε να το κάνουμε μπάνιο” είπε και την άφησε κλέβοντας μία ντομάτα προτού προλάβει να του χτυπήσει το χέρι. Του μούγκρισε ενοχλημένα.

“Κάτι δε μου λες εσύ Νικολάκη...” είπε πίσω από χαμηλωμένα βλέφαρα.

“Ναι ναι, τα κανονίσαμε” συνέχισε ο Νίκος με απτόητο ύφος, ξέροντας ότι άμα της έδινε ευκαιρία τώρα το πράγμα μπορεί να εκτροχιαζόταν γρήγορα. Όταν η Ρία ξεκινούσε να συννεφιάζει δύσκολα τη σταματούσες. “Για την Τρίτη. Και η Αθηνά πολύ ενθουσιασμένη ναι, ναι”.

“Ξεκίνησες τα διπλά Νικολάκη και μου λες λαλακίες νομίζω” του έκανε η Ρία και τον έσπρωξε στην άκρη καθώς περνούσε από δίπλα του για να στρώσει το τραπέζι. “Ενθουσιασμένη η Αθηνά; Αυτή καθότανε σαν ξύλο που πήγαμε για δυο καφέδες... Ο Αντώνης δε λέω, cool τύπος. Αυτή λίγο ξινομούνα” είπε καθώς μάζευε παιχνίδια για να κάνει αρκετό χώρο για δύο πιάτα.

“Έλα μωρέ Ρία, έτσι είναι πάντα όλοι για σένα, ή cool θα είναι ή ξενέρωτοι. Αμάν πια. Μια χαρά κοπέλα είναι η Αθηνά, εμένα φιλικότατη μου είχε φανεί και μια χαρά ομιλητική. Απλά σε μιλούσε και δε μίλαγες εσύ, τι τα θυμάσαι τώρα...” της είπε ανεβάζοντας λίγο τον τόνο της φωνής του.

“Νικολάκη...” του έκανε με νόημα.

“Ρία μη μου της σπας, το τραβάς τώρα…” της είπε πιο κοφτά και άγρια. Αυτό την έκανε να συμμαζευτεί λίγο. Πάντοτε είχαν αυτήν την ισορροπία μεταξύ τους, η Ρία ήταν ένα σύννεφο που έβρεχε και άστραφτε συχνά, αλλά ο Νίκος ήταν ξαφνικό και απότομο μπουρίνι που έδινε άξαφνα. Είχε μάθει να διαβάζει τα όριά του, που ομολογουμένως ήταν πολύ στενά και κοντά και όταν τον έβλεπε να αρχίζει να ανεβάζει έκανε πίσω. Ο Νίκος θυμωμένος ήταν λίγο άγριο θέαμα. Κάποτε αυτό την γοήτευε πολύ, ειδικά όταν μετά ξέσπαγε επάνω της στο σεξ. Τώρα πλέον, απλά θα της δυσκόλευε τη μέρα της και την εβδομάδα της και όποτε μπορούσε να αποφύγει έναν από τους εκρηκτικούς θυμούς του το έκανε με στρατηγική υποχώρηση.

“Καλά ρε Νίκο, καλά” του είπε λίγο υποχωρητικά. “Και για πού είπατε με τον Αντώνη που ενθουσίασε και την Αθηνά;” Κοντοστάθηκε, “και πού ξέρεις ότι η Αθηνά ενθουσιάστηκε; Μαζί τους πέτυχες;”. Η καχυποψία γύρισε στο βλέμμα της.

“Όχι μωρέ Ρία πια, αμάν τον ντεντέκτιβ μας κάνεις τώρα;” της είπε υποδυόμενος έναν εκνευρισμό που δεν ένιωθε. “Οκ, Ο, δεν ήταν η Αθηνά, μόνο τον Αντώνη πέτυχα. Αλλά μου είπε ότι η Αθηνά θα ήταν πολύ χαρούμενη να πηγαίναμε όλοι μαζί για μπάνιο” πρόσθεσε με ένα πλατύ χαμόγελο αισθανόμενος χαζή ικανοποίηση για την απάντησή του. Η Ρία δεν τσιμπούσε όμως.

“Α μάλιστα, υποθέτεις λοιπόν την ενθουσιασμένη Αθηνά. Τέλος πάντων, δεν πήγαμε πουθενά φέτος. Με τον Αντώνη λες καμιά κουβέντα”. Τον κοίταξε προκλητικά “για την άλλη δεν ξέρω...” του είπε με ύφος. Της έριξε ένα πλάγιο βλέμμα με τη σειρά του. “Καλά καλά” του είπε “δεν έχω κέφια, μη θυμώνεις” είπε με ύφος εκεχειρίας. “Και για πού είπατε είπες;”

“Α ναι, αυτό είναι το καλύτερο. Θυμάσαι τον συνεργάτη μου τον Αλέξανδρο; Με τη σκηνή στη Χαλκιδική στο 2ο; Μου έδωσε το κλειδάκι του και είπαμε να πάμε εκεί...”

Τον διέκοψε απότομα “Το ’ξερα ρε μαλάκα ότι κάτι μαγείρεψες. Πού ρε Νίκο; στους γυμνιστές πάλι; Δύο χρόνια τώρα με ζαλίζεις μ’ αυτή τη σκηνή και μ ’αυτόν τον μαλάκα τον μπάρμπα που σ’ έβαλε αυτή την ανοησία στο κεφάλι. Εκεί είπες στον Αντώνη να πάμε; Είσαι στα καλά σου ρε Νίκο; Με τους γείτονες;”

Ο Νίκος κοκκίνισε επικίνδυνα. Η φωνή του ήταν σιγανή και βαρύτονη την επόμενη φορά που μίλησε, το βλέμμα του καρφωμένο, όλα τα σημάδια ότι ήταν έτοιμος να εκραγεί. Με συγκρατημένη φωνή είπε “Ναι ρε Ρία, στη σκηνή στη Χαλκιδική. Που σε παρακαλάω να πάμε δύο χρόνια τώρα, καλά τα λες. Και δεν πάμε. Γιατί Ρία; Δε γουστάρεις; Εμένα, το μέρος ή την παρέα;”. Ο τόνος του ήταν επικίνδυνος, σκοτεινός. Η Ρία το κατάλαβε ότι είχε χτυπήσει νεύρο, απλά δε μπορούσε να φανταστεί τον λόγο, νόμιζε ότι ήταν απλά ένα μπάνιο, ο Νίκος όμως τα έπαιζε όλα για όλα για να την πείσει. Προσπάθησε να τον καλοπιάσει με λογική.

“Ρε Νίκο ρε αγόρι μου, άμα έχει γυμνιστές εκεί πώς θα γίνει;” πήγε λίγο πιο κοντά του και του έπιασε το χέρι.

“Τι τι θα κάνουμε ρε Ρία;”, είπε και ακόμα φώναζε σχεδόν. “Γιατί; Δεν πηγαίναμε για κάνα μπάνιο γυμνοί κάποτε; Πριν αποφασίσεις να μας τα κόψεις και αυτά;”, της είπε ανένδοτος, το ύφος του στο τέλος δεικτικό, έτοιμο για σύγκρουση.

“Θυμάμαι ρε μανάρι μου, αλλά αυτό ήταν κάποτε, τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα, δεν έχουν αλλάξει ρε μανάρι;” τον ρώτησε γλυκά.

Ο θυμός του Νίκου βάθυνε, το βλέμμα του σκοτείνιασε ακόμη περισσότερο. “Όχι τόσο…” της είπε κοφτά. “Εκτός κι άμα δε σε νοιάζει πια. Κι άμα είναι έτσι να μου το πεις, να ξέρω κι εγώ τι να κάνω...”, είπε και η υπονοούμενη απειλή δεν ήταν η πρώτη φορά που εκτοξευόταν, απεναντίας ήταν κάτι που προέκυπτε στο θυμό του επάνω ολοένα και συχνότερα. Η Ρία κοντοστάθηκε, ήταν προφανές ότι ο Νίκος δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει πίσω αυτή τη φορά, κάτι στο συγκεκριμένο θέμα τον χτυπούσε ιδιαίτερα. Θα έπρεπε να το αποφασίσει αν θα ήθελε να κονταροχτυπηθεί μαζί του εκείνη τη στιγμή ή απλά να του έκανε το κέφι. Αποφάσισε το τελευταίο - εξάλλου όντως είχε δίκιο… κάποτε τα έκαναν αυτά. Και θυμόταν να της αρέσανε. Τότε. Και τώρα θα της άρεζαν, νόμιζε, όλα όσα έκαναν κάποτε μαζί - όχι μόνο αυτό. Δεν ήταν αυτή που άλλαξε, αυτός ήταν. Που είχε γίνει … πρόχειρος, βιαστικός, άγαρμπος.

“Καλά αγόρι μου…” του είπε με ένα μικρό χαμόγελο. “ΑΛΛΑ ΧΑΛΑΡΩΣΕ ΤΩΡΑ ΜΗΝ ΤΑ ΠΑΡΩ ΚΙ ΕΓΩ…” πρόσθεσε πιο δυνατά.

Ο Νίκος άστραψε μονομιάς. Ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε και πάλι στο πρόσωπό του, άρχισε να περπατάει σ’ όλο το δωμάτιο ενθουσιασμένος φλυαρώντας για τη σκηνή, για την παραλία, για το τι θα πέρνανε μαζί τους.

Η Ρία τον κοιτούσε με μισό βλέμμα, ένα αδιόρατο χαμόγελο ζωγραφισμένα στα χείλη της “Νικολάκη;” του είπε αφήνοντας τη φωνή της να σβήσει ερωτηματικά. Ο Νίκος σταμάτησε να γυρνάει σαν χαζοχαρούμενος, γύρισε να την κοιτάξει.

“Θέλεις να δεις τα βυζάκια της γειτόνισσας αγάπη μου;…” του είπε η Ρία όλο νόημα.

Ο Νίκος γέλασε λίγο αμήχανα. “Αγοράκι είμαι κι εγώ ρε μωρό” της είπε παιχνιδιάρικα.

“Χμ… ναι. Αγοράκι...” είπε αυτή με υπονοούμενο. “Αυτά κανονίζατε με τον Αντώνη κάτω; Εσύ να χαζεύεις την Αθηνά κι αυτός εμένα;”

Ο Νίκος πήγε να συννεφιάσει και πάλι. “Καλά καλά”, τον πρόλαβε η Ρία. “Αν εσύ θέλεις να δεις τη γειτόνισσα” του είπε σέρνοντας τη φωνή της, “και σε καυλώνει να με δει ο γείτονας” είπε με ακόμη πιο περιπαιχτικό τόνο “τότε κι εγώ θα δω τον γείτονα επίσης” του είπε κι μπήκε στο μπάνιο να πλύνει τα χέρια της.

Ο Νίκος έμεινε μόνος του στην κουζίνα. Όχι μόνο με καυλώνει, με κάνει τούρμπο καύλα μου, σκέφτηκε ενδόμυχα.

Που είναι και γαμώ τα παιδιά, σκέφτηκε η Ρία από τη μεριά της, κοιτώντας το είδωλό της στον καθρέφτη και χαϊδεύοντας αφηρημένα τα αισθησιακά της χείλη. Αναρωτιέμαι πόση ώρα πηδάει ο Αντώνης την ξινή κάθε φορά, αναρωτήθηκε σιωπηλά με ειλικρινή απορία.

[…]

Η κατάσταση είχε εξελιχθεί όσο χειρότερα μπορούσε τις τρεις τελευταίες μέρες: είχε ξεκινήσει η άδειά τους την Παρασκευή, αλλά ο Αντώνης από το Σάββατο και μετά δε σταματούσε να μιλάει για το μπάνιο με τη Ρία και τον Νίκο. Την Κυριακή το βράδυ το έσκασε για τα καλά «έλα μωρέ, θα είναι ευκαιρία και μια φορά για κάτι διαφορετικό», είχε πει αφού είχε ήδη φλυαρήσει μια ακόμη φορά για το θέμα. Η Αθηνά εκνευρίστηκε αμέσως και γρήγορα «να σου πω, άμα μου κρύβεις κάτι να μου το πεις, τι ανόητος ενθουσιασμός είναι αυτός που σ’ έχει πιάσει τώρα; Δε σε καταλαβαίνω;…», του είπε με ένα ύφος καθωσπρεπισμού που πολλές φορές υιοθετούσε ακόμη κι άθελά της, «γιατί κάνεις έτσι σαν έφηβος; Για το γυμνό; Είναι κάτι βέβαιο Αντώνη; Εγώ συμφώνησα για ένα μπάνιο και για μια ανάγκη ΑΝ ΠΡΟΚΥΨΕΙ, δε συμφώνησα να πάω για γυμνισμό συνεννοημένα και μάλιστα με γείτονες που συναντάμε κάθε δεύτερη μέρα. Δηλαδή δε ντρέπεσαι; Τους ξέρουμε τόσο καλά τους ανθρώπους; Δε θα σκεφτείς ποτέ τι οδυνηρές συνέπειες θα μπορούσε να έχει κάτι τέτοιο;». Τον είδε ότι δε μιλούσε και παρεξήγησε τελείως τη σιωπή του, θεώρησε ότι, για μία ακόμη φορά θα ενέδιδε στη λογική της, σκέφτηκε ελαφρώς αγανακτισμένη, στο λο-γι-κό. Μα είναι δυνατόν; Τόσο πια τον κυριεύει το… πουλί του; Αν είναι δυνατόν! Αναλογίστηκε, δίνοντας δίκιο στον εαυτό της.

Αλλά είχε παρεξηγήσει τελείως τις διαθέσεις του και, ως εκ τούτου, όταν το πίεσε ακόμη περισσότερο βρέθηκε αντιμέτωπη με μία έκρηξη που την έπιασε απροετοίμαστη και την αιφνιδίασε: «Και στην εντέλει δεν ντρέπεσαι να με δει μισόγυμνη ο Νίκος; Τι θα σου προσθέσει δηλαδή αυτό; Αυτό θα θεραπεύσει το ερωτικό μας θέμα;».

Το ερωτικό μας «θέμα». Τώρα που το σκεφτότανε το χειρότερο που είχε κάνει, η έλλειψη στρατηγικής από μέρους της ήταν που το ανέφερε. Έτσι, ως… «θέμα». Και βέβαια είχαν ερωτικό θέμα. Απλά, συνεννοημένα, δεν το συζητούσαν. Είχαν περάσει μία πολύ δύσκολη περίοδο μετά τη γέννα του παιδιού, κάτι που ξεκίνησε σιγά-σιγά και τελικά έλαβε διαστάσεις χιονοστιβάδας στη σχέση τους. Είχε 4 χρόνια τώρα και είχαν βρει μία λεπτή ισορροπία μόλις τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Όλα ξεκίνησαν μετά τη γέννα του παιδιού. Ήταν η πρώτη φορά που πέρασε τόσο μεγάλο διάστημα χωρίς να κάνουν έρωτα. Τέσσερις μήνες. Τέσσερις μήνες μετά από 5 μήνες επίσης αποχής, λόγω μίας δύσκολης εγκυμοσύνης. Η ίδια θεωρούσε ότι το είχε χειριστεί το θέμα από μέρους της, εξάλλου τον αγαπούσε απόλυτα τον Αντώνη και η σαρκική διάσταση της σχέσης του ήταν για την ίδια μόνον αυτό: η σαρκική διάσταση. Η σχέση τους είχε και άλλες διαστάσεις. Ήταν διατεθειμένη να υποστεί μία… ξηρασία ερωτική για το παιδί. Και μετά τη γέννα, η προσαρμογή ήταν δύσκολη. Η κούραση ατελείωτη, ούτε καν που σκέφτηκε – στην αρχή τουλάχιστον – το μέγεθος του προβλήματος, το πόσο τον είχε επηρεάσει. Το κατάλαβε την πρώτη φορά, μετά από 9 ολόκληρους μήνες, που πήγε να τον προσεγγίσει ερωτικά. Της είχε πετάξει ένα «τώρα το θυμήθηκες;…» και την απέρριψε με μία παγωμένη οργή που τη σόκαρε. Δεν είχε καμία προειδοποίηση γι’ αυτό, μέχρι τότε η στάση του ήταν απόλυτα υποστηρικτική, γλυκιά, γεμάτη κατανόηση. Σαν πατέρας; Και νέος μάλιστα; Καταπληκτικός… αλλά, προφανώς, κάτι έσπαγε μέσα του που δεν είχε καταλάβει. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε στον καναπέ χωρίς να της πει δεύτερη κουβέντα, για πρώτη φορά από όλα τα χρόνια που ήταν μαζί.

Η συγκυρία την τρόμαξε, τη θύμωσε, την αγανάκτησε, τη στενοχώρησε όσο τίποτα άλλο. Προσπάθησε να του μιλήσει, να τον προσεγγίσει, να τον νουθετήσει – καλά, αυτό κι αν ήταν λάθος… «Μίλησέ μου» ή «Το ξέρω ότι πέρασε καιρός, αλλά νόμιζα…». Και τα χειρότερα «Τώρα τα κάνεις αυτά; Τώρα που είμαστε με παιδί; Μα τόσο κενός είσαι; Δεν το πιστεύω, τόσο ρηχός;». Πέρασαν άλλοι 3 μήνες αφόρητης έντασης που, σε συνδυασμό με το παιδί, τη γονάτισαν ψυχικά, συναισθηματικά. Τελικά, όλα κατέληξαν σε μία απόλυτα ειλικρινή κουβέντα μεταξύ τους που ήταν ακριβώς αυτό: απόλυτα ειλικρινής. Και, συνεπώς, αφόρητη. Δεν την έβλεπε πλέον ερωτικά, δεν του δημιουργούσε ενδιαφέρον. Η αδιαφορία της απέναντι στο ερωτικό οκ, ποτέ δεν ήμουν σεξοβόμβα, αλλά αδιαφορία; Ποτέ! Ποτέ! Απλά να… «Να ΤΙ;» ήταν η οργισμένη του αντίδραση. «Να ΤΙ; Να δε με νοιάζει; Να, αυτό είναι; Να, να σου είναι αρκετό;» δε φώναζε, πράγμα που ίσως ήταν και περισσότερο τρομακτικό από το να φώναζε και λίγο. Απεναντίας, αν έπρεπε να περιγράψει τον τόνο της φωνής του θα τον περιέγραφε… καταληκτικό. «Ανέχθηκα από την αρχή της σχέσης» της είχε πει στο τέλος, μετά από τρεις ώρες σκληρής ειλικρίνειας του ενός απέναντι στον άλλο, «ότι σεξουαλικά ποτέ δε θα ήμασταν απόλυτα συμβατοί. Σκέφτηκα, θα γίνουν βήματα. Θα την πλησιάσω, θα με πλησιάσει». Και είχε δίκιο, δεν ήμασταν απόλυτα συμβατοί. Όχι όμως γιατί θέλαμε ποτέ διαφορετικά πράγματα. Απλά γιατί ήθελε περισσότερα. Ήθελε από μένα πιο πολλά απ’ ό,τι μπορούσα να δώσω, να … κάνω. «Να κάνουμε τον ερωτά μας λίγο πιο περιπετειώδη βρε Αθηνά, λίγο πιο ζωηρό, εσύ δε θες αγάπη μου; Δε σου προτείνω κάτι που θα σε μειώσει» θα έλεγε κατά καιρούς.

Στην αρχή του τα συζητούσε, αν και μόνο για να τα απορρίψει. Μετά κακά τα ψέματα, ας το παραδεχτώ, απλά του διασκέδαζε για λίγο την οποιαδήποτε διάθεση για περιπέτεια ξέροντας ότι αργά ή γρήγορα θα κουράζονταν και θα βαριόταν να επιμένει. «Θέλεις να κάνουμε έρωτα στο μπαλκόνι; Θέλεις να βγούμε και να μη φοράς εσώρουχα; Θέλεις – ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΑΜΕ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΓΥΜΝΙΣΤΩΝ;». Προτάσεις, προτάσεις, προτάσεις. Όλες πέρα από τα όρια αντοχής και ανοχής της. ΟΚ, δεν ήμουνα καλόγρια, και στο κρεβάτι ήξερα να γαμιέμαι, σκέφτηκε μάταια. Αλλά πάντα αυτός πίεζε για κάτι, πάντα αυτή τον άφηνε να ελπίζει ή απλά του το ‘κόβε από την αρχή. Το σκεφτόταν κατά καιρούς, ίσως ήμουν άδικη κάποιες φορές, αλλά συνήθως δικαίωνε τον εαυτό της γρήγορα αλλά είναι άδικος κι αυτός να μου τα ζητάει όλα αυτά. Ξέρει ότι δεν τα μπορώ. Θα έπρεπε να του φτάνω, να μη χρειάζεται … ανοησίες για να τη βρούμε. Να είμαστε αγαπημένοι κι ερωτευμένοι κι αγαπημένοι. Και ίσως αυτό ήταν το πρόβλημα στην ουσία του, αυτή ήταν απόλυτα ρομαντική στον έρωτα, αισθησιακή και καυτή όταν ήθελε μεν, αλλά ρομαντική πάντα δε. Το όμορφο δωμάτιο σ’ ένα ξενοδοχείο, ένα ρομαντικό δείπνο, μία γλυκιά αγκαλιά και μετά έρωτα. Παθιασμένο ρε παιδάκι μου, σκέφτηκε προσπαθώντας, ίσως, να πείσει ακόμη μια φορά τον εαυτό της, αλλά έρωτα. Προσωπικό, ζεστό, ανθρώπινο μεταξύ τους, αγαπητικό. «ΔΕ ΜΟΥ ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ» της είχε πει οριστικά. «ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ. Ή ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ Ή …». Το είχε αφήσει ανείπωτο, αλλά είχε καταλάβει τι εννοούσε. Και το εννοούσε.

Τρόμαξε, φοβήθηκε ότι θα τον χάσει. Τον υποπτεύθηκε κιόλας, ανάμεσα σε όλα τ’ άλλα, και για απιστία. Αλλά τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα για να βγάλει άκρη. «ΔΕΝ. ΣΕ. ΘΕΛΩ. ΠΙΑ.», είχε πει και της είχε παγώσει την καρδιά. «ΕΤΣΙ» είχε προσθέσει αμέσως μετά. Πώς έτσι; Σκέφτηκε με οργή. Έτσι είμαι μαλάκα – δεν έβριζε συχνά. Την ήθελε αλλιώς, πιο περιπετειώδης, πιο ανοιχτή. Πιο, πιο, πιο… Αν ήταν μόνο οι απαιτήσεις του θα τις είχε αντιμετωπίσει, θα τον είχα αντιμετωπίσει ΑΥΤΟΝ, σκέφτηκε με πίκρα. Αλλά μέσα της είχε ενοχές κι ένιωθε ότι είχε μερικώς τουλάχιστον… δίκιο. Τον είχε αφήσει στην άκρη, όσο αυτή γεννούσε. Όσο κυοφορούσε. Όσο πάλευε με ένα νεογέννητο. Κι όλα αυτά θεάρεστα. Αλλά δεν είχε ζορίσει και ποτέ τον εαυτό της, δεν είχε πει ποτέ της πραγματικά: ναι, τι είναι αυτό που θέλεις; Που χρειάζεσαι; Νόμιζε ότι… νόμιζε ότι νόμιζε κι αυτός: ότι θα τον κάνει… θα τον πείσει να είναι σαν κι αυτήν. Και πήγαν όλα κατά… πήγαν όλα σκατά, να πώς πήγαν όλα, παραδέχτηκε στον εαυτό της καθώς προσπαθούσε να πειστεί να πάρει μαζί της ένα στρινγκ μαγιώ που της είχε αγοράσει μια φορά. Άλλη μία … περιπέτεια που ήθελε να ζήσει, σκέφτηκε ένοχα, και ποτέ δε σκέφτηκα πραγματικά να του κάνω τη χάρη. Τέλος πάντων, ξεκίνησαν μία αργή, πολύ αργή επιστροφή στην κανονικότητα. Της έβαλε έναν όρο: δε θα τον προσέγγιζε αυτή, θα την προσέγγιζε αυτός. Και δε θα μιλούσαν ποτέ ξανά γι’ αυτό. Τους πήρε δύο χρόνια μέχρι να καταλήξουν να κάνουν ξανά έρωτα κανονικά, αυθόρμητα, από κέφι. Στην αρχή… δύσκολα. Εφιαλτικά δύσκολα. Η σχέση τους δεν είχε ποτέ κλυδωνιστεί έτσι.

Άρα, όταν είπε την Κυριακή το βράδυ «το ερωτικό μας θέμα» ήταν, κακά τα ψέματα, ένα λάθος στρατηγικής. Αυτή τη φορά φώναξε. Κι έλειπε και το παιδί στη μάνα της και φώναζε για ώρα. Όλα ξανά απ’ την αρχή, σαν να μη πέρασε ούτε ώρα. Σαν να μην έκαναν τόση προσπάθεια όλον αυτόν τον καιρό. Προσπάθησε να της σβήσει τη φωτιά γρήγορα όμως, προσπάθησε να του κλέψει τον άνεμο πριν θεριέψει. Του είπε «καλά Αντώνη μου, καλά. Εντάξει, μου το έχεις ζητήσει ξανά και ξανά. Θα πάμε». Δεν τον ικανοποίησε, το κατάλαβε. Συνέχιζε να ωρύεται «Μου υποσχέθηκες μία προσπάθεια και δεν έχεις κάνει τίποτα». Κακά τα ψέματα, σωστό. «Και δεν το παραδέχεσαι» …όχι.. ίσως… «ΒΑΡΕΘΗΚΑ». Δεν ήθελε να περάσουν ξανά τα ίδια, να ζήσει τον ίδιο εφιάλτη. Φορούσε ένα καλοκαιρινό φόρεμα που το είχε για μέσα στο σπίτι. Σουτιέν και ένα στρινγκάκι καθημερινό. Όπως της φώναζε έβγαλε το φόρεμα και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Έβγαλε και το στρινγκάκι. Τον πλησίασε και γονάτισε μπροστά του. Μου είναι τόσο δύσκολο να το κάνω έτσι, γιατί δε με καταλαβαίνει; Τον πήρε στο στόμα της και άρχισε να του ρουφάει τον πούτσο με μανία, να του γλείφει τ’ αρχίδια ανάμεσα. Στην αρχή το έκανε από τεχνική, γιατί ήξερε ότι έτσι του αρέσει. Και μετά υγράθηκε το μουνάκι της χωρίς να το θέλει, γαμώτο! Μα γιατί, δεν πρέπει… «Κοίτα με» της είπε σε κάποια φάση. Όχι, όχι κι αυτό, δεν το μπορώ. Όταν τον είχε σηκώσει τελείως, όταν πλέον δεν χωρούσε στο στόμα της – είχε χοντρό πούτσο και μακρύ – γύρισε στα 4 και του είπε «πήδα με» τρίβοντας την κλειτορίδα της από κάτω με το χέρι της – κι άλλη φαντασίωσή του, κάνε αυτό κάνε εκείνο.

Μπήκε μέσα της χοντρός, πρησμένος, υγρός από τα σάλια της. Της γέμισε το μουνάκι κατευθείαν, έβγαλαν από ένα μουγκρητό και οι δύο. «Πήδα με» του είπε ξανά, και το ξανθό της μουνάκι, τελείως αποτριχωμένο πέρα από ένα στέμμα από ξανθές τριχούλες ψηλά, πάνω από τα μουνόχειλά της, γυάλιζε στα μάτια του από τα υγρά της ήδη. Την τελείωσε, ο καργιόλης μετά από πέντε λεπτά. Γαμώτο, δε μπορώ να έχω και παράπονο, σκέφτηκε λίγο πιο ανάλαφρα. Με τέτοιο πούτσο… ακόμη κι όταν δε θέλω. Συνέχισε να την πηδάει, από τη δύναμη την έσπρωχνε μπροστά και γλιστρούσε στο πάτωμα, στα πλακάκια. «Τα παράθυρα» του βόγκηξε «θα μας ακούσουν, ωχ, ωχ, ωχ» προσπαθώντας να πνίξει το βογκητά. «ΑΣ ΜΑΣ ΑΚΟΥΣΟΥΝ» είπε αυταρχικά και της τον έχωσε λίγο πιο διαγώνια, ξέροντας πως θα την πατώσει. «Πες μου ότι είσαι η πουτάνα μου…» της είπε με έναν δυνατό ψίθυρο. «ΕΙΜΑΙ» του είπε. Ήξερε ότι δεν ήθελε αυτό, αλλά δε μπορώ να πω κάτι τέτοιο γαμώτο, δεν το καταλαβαίνει;… ωχ, ο πούτσος του γαμώτο, ο πούτσος του! «ΠΕΣ ΤΟ ΜΟΥ. ΤΙ ΕΙΣΑΙ;» επέμενε. Δεν μπορώ μωρό μου, δεν μπορώ. «Γαμώτο ρε Αθηνά» ψιθύρισε, σχεδόν αηδιασμένος. Του είπε κάτι που ήξερε ότι θα τον καύλωνε «Χύσε το μουνάκι μου γαμιά μου». Τον ένιωσε να σκληραίνει ακόμη περισσότερο. Σαν να έμπαινε μέσα της ένα κούτσουρο αισθάνθηκε. «Έτσι μωρό μου, χύσε με, χύσε το ΜΟΥΝΙ ΜΟΥ». Τον τρέλανε. Τον αισθάνθηκε να ετοιμάζεται να χύσει, η στύση του τεράστια, πρησμένη. Σχεδόν ούρλιαξε και τελείωσε μαζί και η ίδια, μετά από λίγο έχυνε μέσα της. Έτρεμαν τα πόδια της, τα γόνατά της, αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να κουνηθεί. Γύρισε το κεφάλι και τον κοίταξε. Είχε καθίσει πίσω στον καναπέ και την έβλεπε, έτσι στα τέσσερα, γαμημένη, τα χύσια να τρέχουν από το μουνάκι της στα μπούτια της και να στάζουν μικρές γαλακτερές σταγόνες στα σκούρα πλακάκια.

«Θα με παίρνεις ώρα μάτι έτσι;» τον ρώτησε περιπαιχτικά. «Ναι μωρό μου» της είπε χαμογελώντας. Ο κώλος της, αν και σε καμια περίπτωση μεγάλος, όταν έπεφτε στα 4, ξεχώριζε σε δύο πολύ αισθησιακούς γλουτούς ενώ η ροζ τρυπούλα της στο κέντρο, κατά βάση απείραχτη αφού μόνο δύο φορές του είχε επιτρέψει να κάνουν πρωκτικό τον εξίταρε ατελείωτα, ήταν ένα από αγαπημένα του σημεία για γλείψιμο. Τουλάχιστον αποφύγαμε την κρίση, σκέφτηκε μέσα της προσπαθώντας να αγνοήσει και μία δεύτερη, πιο ψιθυριστή φωνή που της έλεγε μα κι εσύ θα το ήθελες, γιατί του φέρνεις αντίσταση; Δεν είχε τίποτα όμως να απαντήσει σ’ εκείνη τη φωνή, γιατί έτσι μεγάλωσε, γιατί έτσι ήτανε, γιατί κάποια πράγματα μπορούσε να τα πει. Και κάποια όχι. Και οι εποχές που θα μπορούσε να είχε μάθει να τα λέει… φαίνεται ότι είχαν περάσει ανεπίστρεπτή. Παρέμενε έτσι στα 4, με το μουνάκι της να γυαλίζει στο σκοτάδι, τα χύσια του να τρέχουν στα πόδια της καυτά όσο της έφερνε χαρτί από την κουζίνα για να μη γεμίσουν το χαλί. «Βρε αγάπη» του είπε καθώς το έπαιρνε από τα χέρια του και σηκωνότανε. Είχε χωθεί στην αγκαλιά του, της χάιδευε την πλάτη και της φιλούσε το μέτωπο. «Ναι;» της είπε γλυκά. «Βρε αγάπη, σοβαρά τώρα; Για γυμνισμό; Με τον Νίκο και τη Ρία;» είχε μία τελευταία ελπίδα ότι θα μπορούσε να τον πείσει μια ακόμα φορά. Ήταν ανένδοτος «Αλλιώς κόβω την άδεια» της είπε μονολεκτικά. «Καλά καλά» του είπε και γύρισε να τον φιλήσει.

Και τώρα έφτιαχνε την τσάντα θαλάσσης γεμάτη εκνευρισμό. Εκνευρισμό γιατί ήταν χαζή η ιδέα. Εκνευρισμό γιατί θα έπρεπε να κάνει κάτι που καταπίεζε την αισθητική της και τις διαθέσεις της. Εκνευρισμό γιατί ήθελε να πάει διακοπές να ξελασκάρει λίγο και αντί αυτού διάλεξε να μιλήσει για το «θέμα». Και την πήρε και την σήκωσε. Με παραίτηση, έβαλε το στρινγκ μαγιώ μέσα στην τσάντα. Τουλάχιστον ο Νίκος θα πάρει καλό μάτι, σκέφτηκε με λίγο αποστροφή. Αλλά ταυτόχρονα αισθάνθηκε και μία ένοχη, ντροπαλή ζεστασιά να απλώνεται ανάμεσα στα πόδια της. Αν είναι δυνατόν… είπε σε κανέναν συγκεκριμένα και πήρε, φουρκισμένα, να κλειδώνει την πόρτα για να κατέβει κάτω που φόρτωναν το αμάξι ο Αντώνης κι ο Νίκος. Ε… γυμνή… ΓΥΜΝΗ, τι να κάνουμε… σκέφτηκε, σχεδόν χαζογελώντας στον εαυτό της μην μπορώντας να το σκέφτεται άλλο.




Copyright protected OW ref: 170318