Η προδοσία της Ισμήνης

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.85 (13 Votes)
Ήταν Σάββατο βράδυ. Η Λένα, πρώτη μου ξαδέρφη, ήρθε με το Μάνο να με πάρουνε. Αν και δεν ήθελα να πάω μαζί τους, τελικά δέχθηκα. Σε λίγο ήμουν έτοιμος. Φύγαμε και σε λίγη ώρα ήμαστε στο σπίτι του Νίκου. Είχαν μαζευτεί κι άλλοι εκεί. Τους περισσότερους τους γνώριζα από το πανεπιστήμιο. Όλοι εκεί ήταν με τις κοπέλες τους. Μάλιστα μέσα στην παρέα υπήρξε και ένα ζευγάρι παντρεμένων. Η Σούλα με τον Τάκη. Ο μόνος αδέσμευτος ήμουν εγώ.

Μιλούσαμε και λέγαμε διάφορα αστεία. Αλλά κατά βάθος η βαρεμάρα μου ήταν μεγάλη. Δεν ήταν πολύς καιρός που χώρισα με τη Νίκη. Αν και δεν τραβούσε άλλο το πράγμα μαζί της, η μοναξιά ήταν χειρότερη.

Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι. Η Μαρία, η οικοδέσποινα άνοιξε· κι εκεί ήταν που έπαθα την πλάκα μου. Με το που άνοιξε η πόρτα, αντίκρισα μια μελαχρινή όμορφη κοπέλα. Όμορφο πρόσωπο, μαλλιά μέχρι την πλάτη και μάτια εκφραστικά. Όσο για το σώμα της, θα μπορούσε κανείς να πει ότι επρόκειτο για μοντέλο. Με το που μπήκε με ένα χαμόγελο που τόνιζε την ομορφιά της, έμοιαζε σαν να με χτύπησε κεραυνός.

Η Μαρία άρχισε τις συστάσεις. Η Ισμήνη ήταν πρώτη της ξαδέρφη. Με την ώρα η ατμόσφαιρα έφτιαξε. Με την Ισμήνη είχαμε την ευκαιρία να τα πούμε και να γνωριστούμε εκείνο το βράδυ. Εγώ μεταπτυχιακός φοιτητής στο πολυτεχνείο, εκείνη τελειόφοιτος των ναυτιλιακών. Βρήκαμε αρκετά ενδιαφέρουσα την παρέα ο ένας του αλλουνού. Σε κάποια στιγμή πήγα να βάλω δύο ποτά. Με πλησιάζει η Λένα και μου λέει.

- Είδες που δεν έχασες που ήρθες; Αν δεν ερχόσουν δεν θα είχες γνωρίσει αυτήν την καλή κοπέλα.

- Γνωριζόσαστε Λένα;

- Ναι, αρκετά. Και σου λέω ότι είναι μια πρώτης τάξης κοπέλα. Κι ελεύθερη· προπαντός αυτό, γι’ αυτό όρμα πριν σου την φάει κανένας άλλος, είπε ψιθυριστά.

Χαμογέλασα. Πήρα τα ποτά και πήγα εκεί που καθόμουν με την Ισμήνη. Εκείνο το βράδυ ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Η βραδιά πέρασε. Φύγαμε για τα σπίτια μας.

Την άλλη μέρα της τηλεφώνησα και της πρότεινα να βρεθούμε. Βρεθήκαμε. Πλέον, το ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή της συνάντησής μας ήταν έκδηλο, τόσο από την πλευρά μου, όσο κι από την ίδια.

Ήμαστε στο κέντρο της Αθήνας. Πήγαμε για καφέ στην Κυψέλη. Εκεί φιληθήκαμε για πρώτη φορά. Από τότε άρχισε ένας δυνατός έρωτας. Με την Ισμήνη βρήκαμε ότι ταιριάζουμε σε πολλά πράγματα. Αργά το βράδυ τη συνόδεψα μέχρι το σπίτι. Εκείνο τον καιρό ήταν κι οι δικοί της στο σπίτι της. Είχαν έρθει για κάτι υποχρεώσεις στην Αθήνα. Σε μια σκοτεινή γωνιά του δρόμου τη φίλησα και χαιρετηθήκαμε.

Γύρισα σπίτι μου χαρούμενος. Μπήκα έκανα ένα μπάνιο και ξάπλωσα. Κοίταζα το ταβάνι, λες και ήμουν ένα παιδαρέλι που ερωτεύεται για πρώτη φορά. Με πήρε ο ύπνος.

Το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Ισμήνη. Ήταν η πιο γλυκιά καλημέρα που άκουσα ποτέ.

- Καλημέρα Δημήτρη μου!

- Καλημέρα κορίτσι μου!

- Σε πήρα να σε ξυπνήσω, να μην αργήσεις στη σχολή!

- Σε ευχαριστώ πολύ. Ήταν το πιο χαρούμενο ξύπνημα στη ζωή μου. Σε ευχαριστώ. Πότε θα σε δω;

- Κοίτα, σήμερα, δε θα μπορέσω. Θα πάμε με τον πατέρα μου και τη μάνα μου σε κάτι θείους. Θα μιλήσουμε το βράδυ και θα το κανονίσουμε, εντάξει;

- Εντάξει. Φιλάκια. Σε αφήνω μωρό μου, γιατί ήδη έχω αργήσει. Κι αν δεν με έπαιρνες εσύ να με ξυπνήσεις…

- Σε σκεφτόμουν όλο το βράδυ. Το είχα έννοια μου.

Έφυγα για τη σχολή. Το πρόγραμμα που έπρεπε να παρακολουθήσω τελείωσε αργά το απόγευμα. Γύρισα σπίτι με ένα κεφάλι καζάνι. Πήρα ένα παυσίπονο και ξάπλωσα στον καναπέ του σαλονιού. Η ώρα είχε πάει οχτώ το βράδυ. Την πήρα τηλέφωνο ξανά να τα πούμε.

- Καλησπέρα, μωρό μου!

- Καλησπέρα, αγόρι μου, τι κάνεις; Πώς πήγε το μάθημα;

- Ε, τι να πάει; Τα ίδια όπως κάθε μέρα. Εσύ πώς πέρασες;

- Τι να πω… δεν έβλεπα την ώρα και τη στιγμή να φύγω. Ήμουν μόνη μου ανάμεσα σε γέρους. Έλειπε και η ξαδέρφη μου και καταλαβαίνεις… Μόνο που δεν κοιμήθηκα στον καναπέ που καθόμουν.

- Εγώ άργησα να γυρίσω. Κι είχα ένα δυνατό πονοκέφαλο… τώρα άρχισε να μου περνάει κάπως, που πήρα δύο παυσίπονα μαζί.

- Θέλεις να έρθω;

- Αν το θέλω λέει… εσύ το θέλεις;

Σε λιγότερο από μια ώρα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Παρουσιάστηκε μπροστά μου φορώντας τζιν παντελόνι και μια κολλητή μπλε μπλούζα που τόνιζαν την ομορφιά της. Μου χαμογέλασε, με αγκάλιασε και με φίλησε πεταχτά στο στόμα. Με το χέρι της με χάιδεψε στα μαλλιά. Εγώ την κράτησα από τη μέση.

- Καλώς το μωρό μου… είπα.

Πήγαμε στο σαλόνι και συνεχίσαμε για λίγο τις αγκαλιές και τα φιλιά.

- Πώς είσαι, σου πέρασε ο πονοκέφαλος;

- Ναι, κι από τη στιγμή που σε είδα, νομίζω ότι έγινα εντελώς καλά!

Χαμογέλασε και ξαναφιληθήκαμε στο στόμα. Για μια ώρα περίπου καθόμαστε και λέγαμε γλυκόλογα ο ένας τον άλλο.

- Να παραγγείλουμε κάτι να φάμε γλυκιά μου;

- Ναι, τι θα έλεγες να πάρουμε πίτσα;

- Συμφωνώ.

Πήρα τηλέφωνο και έδωσα την παραγγελία. Σε λίγο οι πίτσες έφτασαν. Η Ισμήνη σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Εγώ είχα πάει στο μπάνιο να πλυθώ λίγο και να κάνω ένα ντους να συνέλθω. Βγήκα και τη βρήκα να έχει τακτοποιήσει την κουζίνα, που την είχα σε μαύρο χάλι, σε ελάχιστο χρόνο. Εγώ έπαθα. Η κουζίνα ήταν απόλυτα τακτοποιημένη και καθαρή.

- Καλά πώς το κατάφερες; Μέχρι να κάνω ένα μπάνιο εσύ έκανες το θαύμα σου!

- Δε μπορούσα να τη βλέπω. Ήταν σαν βομβαρδισμένο τοπίο.

- Θα την έφτιαχνα εγώ, απλά την άφησα έτσι γιατί πονούσα. Δε θέλω να σε βάζω σε κόπο. Απλά έπαθα με το πόσο γρήγορα και τέλεια την τακτοποίησες.

- Σιγά τον κόπο, βρε Δημήτρη μου! Κι εξάλλου αφού δεν μπορούσες, και το ήξερα, θα σε άφηνα έτσι; Εγώ ανησύχησα μόνο με το που μου είπες ότι δεν είσαι καλά.

Τη φίλησα στο μάγουλο. Πήγα στο σαλόνι. Η Πίτσα ήταν ήδη σε πιάτα σερβιρισμένη και δίπλα χαρτοπετσέτες και μαχαιροπήρουνα. Καθίσαμε και φάγαμε. Η Ισμήνη μάζεψε τα πιάτα κι ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι αρχίσαμε τα φιλιά και τα χάδια.

Άρχισα να τη φιλάω και να τη χαϊδεύω στα όμορφα βυζιά της πάνω από τη μπλούζα. Στην αρχή μαζεύτηκε λίγο ύστερα παραδόθηκε στα χάδια μου. Τη φιλούσα στο λαιμό και της πιπιλούσα το αυτί. Ανάψαμε. Έβαλα το χέρι μου κάτω από τη μπλούζα και άρχισα να της χαϊδεύω το στήθος. Ήμαστε όμως ακόμα άβολα.

- Στάσου λίγο… μου λέει…

και με μια κίνηση βγάζει τη μπλούζα της. Έμεινε με ένα σουτιέν που τόνιζε τα μεγάλα της στήθη. Τη γύρισα με την πλάτη σε μένα και της ξεκούμπωσα το σουτιέν. Τα στήθη της σφιχτά και μεγάλα. Όρμησα και άρχισα να πιπιλάω τις πεταχτές της ρώγες. Δεν ξέρω πόση ώρα έπαιζα με τα βυζιά της. Η Ισμήνη είχε ανάψει για τα καλά. Έπιασε με μια κίνηση και μου έβγαλε τη μπλούζα. Με χάιδεψε στο σώμα και έδειξε αμέσως το θαυμασμό της.

- Έχεις ωραίο σώμα, γυμνάζεσαι;

- Ναι, όποτε βρίσκω ευκαιρία.

Της ξεκούμπωσα το παντελόνι, πάτησε στις μύτες των ποδιών και το έβγαλε μόνη της. Γδύθηκα κι εγώ εντελώς. Ήμουν με το μποξεράκι κι εκείνη με ένα κιλοτάκι που τόνιζε τις θεϊκές της καμπύλες. Αγκαλιαστήκαμε, αρχίσαμε τα φιλιά στο στόμα. Με μια κίνηση της βγάζω το μαύρο κιλοτάκι που φορούσε, έβγαλα και το δικό μου. της άνοιξα τα πόδια και άρχισα να παίζω τον πούτσο μου στα μουνόχειλά της. Ήταν υγρή. Τον έχωσα σιγά-σιγά. Το μουνί της ήταν στενό. Άρχισα να μπαινοβγαίνω. Σε λίγο ο πούτσος μου χωνόταν ολόκληρος μέσα στο καυτό μουνί της. Όσο τη γαμούσα, ανταλλάσσαμε γλωσσόφιλα. Σε μια στιγμή πήρα το όμορφα βυζιά της στο στόμα μου και πιπίλιζα τις ρώγες. Αναστέναζε από καύλα. Έχυσε με ένα δυνατό οργασμό. Το κορμί της έκανε συσπάσεις στα κύματα του οργασμού που την χτυπούσαν. Βγήκα και έχυσα στην κοιλιά της τρίβοντας τον πούτσο μου στην κλειτορίδα της. Έπεσα πάνω της. Άρχισα να τα φιλάω τρυφερά τα βυζιά της. Ανέβηκα στο λαιμό. Τη φίλησα κι εκείνη γουργούριζε σα γατούλα. Κοιταχτήκαμε στα μάτια.

- Είμαι ερωτευμένος μαζί σου, της λέω.

Με φίλησε στο στόμα.

- Κι εγώ μου λέει. Και τα στόματά μας ξανάσμιξαν σε ένα τρυφερό, γλυκό φιλί.

Καθίσαμε λίγο ακόμα αγκαλιά. Σηκώθηκε πρώτη και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί. Με το που βγήκε μπήκα κι εγώ. Όταν βγήκα ήταν στο υπνοδωμάτιο και το παρατηρούσε.

- Βλέπω ότι είσαι τακτικός; Μου λέει. Τα ρούχα σου σιδερωμένα και τακτοποιημένα όπως πρέπει. Σπάνιο για άντρα.

- Δεν μου αρέσει το μπάχαλο, θέλω να έχω τάξη στη ζωή μου. Φαντάσου να θέλεις να ντυθείς, να πας κάπου, και να μη βρίσκεις ρούχα, όπως είδα να κάνουν πολλοί συμφοιτητές μου. Αυτό το χάλι ακόμα και σε κοπέλες το είδα, τις σιχάθηκα, το πιστεύεις;

- Ναι, το πιστεύω. Έτσι είμαι και εγώ. Εκνευρίζομαι ακόμα κι όταν το βλέπω σε άλλους.

- Να, κι ένα άλλο σημείο που ταιριάζουμε… της είπα και τη φίλησα στο μάγουλο.

Με χάιδεψε απαλά στο κεφάλι και μου χαμογέλασε με ένα γλυκό χαμόγελο.

- Δεν πιστεύω να θέλεις να φύγεις απόψε;

- Όχι, μωρό μου. Απλά πρέπει να πάρω τη μάνα μου να μην ανησυχεί. Πριν αρχίσει να φωνάζει ο πατέρας μου.

Πήγε στο σαλόνι. Πήρε το κινητό της και πήρε τη μάνα της.

- Κοίτα μαμά εγώ θα βγω απόψε με μια φίλη μου. Θα κοιμηθώ στο σπίτι της. Έτσι θα είστε κι εσείς πιο άνετα με τον μπαμπά.

- …

- Μα, δεν με ξεσπιτώνετε βρε μαμά. Έλα τώρα μη γίνεσαι υπερβολική. Θα τα πούμε αύριο. Εξάλλου θα φύγετε με το βραδινό πλοίο έτσι δεν είναι. Λοιπόν σε φιλώ γιατί βιάζομαι. Με περιμένουν.

Μόλις τέλειωσε το τηλέφωνο, πήγα κι εγώ στο σαλόνι. Δεν ήθελα να είμαι στο σαλόνι όταν μιλούσε στο τηλέφωνο. Αν και βέβαια όλο το τηλεφώνημα το άκουσα, δεν ήθελα ποτέ να είμαι αδιάκριτος.

Έβαλα δύο χυμούς, μια και δεν συνήθιζα συχνά να πίνω αλκοόλ. Μου άρεσε η φυσική ζωή. Λάτρευα από μικρός τη γυμναστική και τις πολεμικές τέχνες. Μέχρι που έφτασα στο τέταρτο έτος των σπουδών κοίταζα να φτάσω όσο γίνεται σε μεγαλύτερο επίπεδο τις κινεζικές τέχνες που μάθαινα. Ύστερα, ο χρόνος δε μου επαρκούσε μια και έπρεπε να τελειώσω το πανεπιστήμιο όσο γίνεται νωρίτερα. Έτσι περιορίστηκα στο να κρατάω μόνο τη φόρμα μου. Έτσι περιόρισα και τα έξοδά μου.

- Μήπως θα ήθελες ένα ποτό; Τη ρώτησα.

- Όχι, ο χυμός μια χαρά είναι.

Καθίσαμε αγκαλιασμένοι λίγο ακόμα στο σαλόνι. Συζητούσαμε για διάφορα θέματα. Σε κάποια στιγμή της λέω:

- Δεν πάμε μέσα στην κρεβατοκάμαρα να ξαπλώσουμε καλύτερα;

- Έχεις ακόμα πονοκέφαλο;… με ρώτησε με ένα πονηρό τρόπο.

- Ναι, και θέλω να μου κάνεις λίγο μασάζ. Μπορείς;

- Έλα, πάμε να σε περιποιηθώ μωρό μου.

Πήγαμε μέσα. Εγώ ήμουν με το μποξεράκι. Γδύθηκε και έμεινε μόνο με τα μαύρα εσώρουχα που τόνιζαν το πανέμορφο κορμί της. Την αγκάλιασα και άρχισα να τη φιλάω τρυφερά.

- Έλα μωράκι μου, ξάπλωσε μπρούμυτα να σου κάνω ένα μασάζ να χαλαρώσεις.

Γύρισα και άρχισε να με τρίβει στη πλάτη και τον αυχένα. Ήταν υπέροχο. Η Ισμήνη ήξερε πώς να σε κάνει να χαλαρώσεις πραγματικά. Σε λίγα λεπτά έφυγε και το λίγο βάρος που ένιωθα.

- Καλά που έμαθες να κάνεις τέτοιο μασάζ;

- Μόνη μου. Μυαλό θέλει; Τους μύες τρίβεις κι όχι τα κόκκαλα που κάνουν μερικοί και νιώθεις χειρότερα.

Γύρισα και αγκαλιαστήκαμε. Αρχίσαμε πάλι τα φιλιά. Σε λίγο είχαμε βγάλει και τα εσώρουχά μας. Άρχισα να τη φιλάω στο λαιμό. Η Ισμήνη παραδόθηκε στα χάδια και τα φιλιά μου. Κατέβηκα στο στήθος της και άρχισα να το φιλάω παντού και να το χαϊδεύω. Της πιπιλούσα τις ρώγες. Κατέβηκα με τη γλώσσα μου στην κοιλιά της κάνοντάς την να ανατριχιάζει. Έφτασα στο περιποιημένο της μουνάκι. Ξυρισμένο, με ένα μικρό τριγωνάκι επάνω. Με τη γλώσσα μου ίσα που άγγιζα τα μουνόχειλά της. Τρυφερά, απαλά. Αυτό την ερέθισε πολύ. Από τη σχισμή του μουνιού της έτρεχαν τα υγρά ποτάμι. Το μουνί της έκανε σπασμούς. Άρχισα να αγγίζω τη κλειτορίδα της. Τα βογγητά της δυνατά πια. Άρχισα να παίζω τη γλώσσα μου πάνω στην κλειτορίδα της. Τη ρούφηξα τρυφερά με τα χείλη μου μόνο. Συνέχισα τα φιλιά. Ύστερα άρχισα να τη ρουφάω και να την παίζω με τη γλώσσα μου πιο δυνατά. Κατέβηκα στο μουνί της και έχωσα όσο μπορούσα τη γλώσσα μου μέσα οργώνοντάς το. Τη γαμούσα με τη γλώσσα μου όσο πιο δυνατά μπορούσα. Έφτασε σε οργασμό. Όσο έχυνε το κεφάλι μου ήταν χωμένο μέσα στα πόδια της και τα χέρια μου χάιδευαν τα βυζιά της όσο έφταναν. Ύστερα έβαλα ένα δάχτυλο μέσα στο μουνί της και μετά δύο. Άρχισα να τη γαμάω. Της ρουφούσα την κλειτορίδα και τη γαμούσα με τα δάχτυλά μου χώνοντάς τα όσο πιο βαθιά μπορούσα. Άρχισε να συσπάται το σώμα της. Βογκούσε δυνατά. Φώναζε διάφορες κραυγές από την καύλα. Έχυσε δυνατά. Το μουνί της μου πλημμύρισε το στόμα μου. Μου άρεσε η γεύση των υγρών της. Τα ρουφούσα μέσα σε αυτόν το δυνατό οργασμό της.

Σηκώθηκα στα γόνατα. Έπιασα τον πούτσο μου και τον κάρφωσα στο μουνί της. Δεν ήθελα να αλλάξω στάση. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Της τον έχωνα ολόκληρο. Ίσως ήμουν άγαρμπος σε σχέση με την πρώτη φορά. Η Ισμήνη είχε αφεθεί εντελώς στα κύματα της ηδονής που χτυπούσαν το σώμα της. Δεν ξέρω πόσο τη γαμούσα σε ένα σταθερό ρυθμό. Τα σώματά μας είχαν συντονιστεί απόλυτα. Άρχισε να χύνει ξανά, δυνατά πάλι.

- Χύνω πάλι άντρα μου, χύνω μωρό μου.

Συνέχισα στον ίδιο ρυθμό. Ένιωσα τους σπασμούς της. Τα κορμιά μας ιδρώσανε από την ένταση. Τον έβγαλα να χύσω πάνω της. Με έσπρωξε ανάσκελα και γρήγορα βρέθηκε με τον πούτσο μου μέσα στο στόμα της. Δεν ήθελε περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα να της πλημμυρίσω το στόμα με τα χύσια μου. Όσο έχυνα τον κρατούσε μέσα στο στόμα της. Το σώμα μου έκανε συσπάσεις κι ένιωθα να αδειάζω από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Είχε σχεδόν το μισό πούτσο μέσα στο στόμα της. Τα χύσια μου έτρεχαν από τα χείλια της. Τον έπαιζε μέσα στο στόμα της μέχρι που έχυσα και την τελευταία σταγόνα.

Αφού βεβαιώθηκε ότι στράγγισα εντελώς, ήρθε πάνω μου. Με φίλησε στο στόμα με ένα γλωσσόφιλο. Είχε τη γεύση από τα χύσια μου. Αυτό πρώτη φορά το δοκίμαζα. Ακούμπησε πάνω μου το κεφάλι βάζοντας το μπράτσο μου για μαξιλάρι. Δε μιλούσαμε. Απολαμβάναμε τη στιγμή. Ήμαστε κι οι δυο σε έκταση. Τη χάιδευα απαλά στο κεφάλι.

- Σ’ αγαπώ, της ψιθύρισα.

- Κι εγώ σ’ αγαπώ μου είπε με μια γουργουριστή φωνή όλο νάζι.

Δε μπορώ να ξέρω πόση ώρα μείναμε έτσι. Μας πήρε αγκαλιασμένους ο ύπνος. Ξυπνήσαμε την άλλη μέρα από τις πρώτες ακτίνες του Ήλιου. Σηκώθηκε πρώτη και πήγε στο μπάνιο. Εγώ μισοκοιμόμουν. Σε κάποια στιγμή ξύπνησα. Κοίταξα δίπλα μου και δεν ήταν. Σηκώθηκα, δεν ήταν πουθενά.

«Μα τι έγινε», αναρωτήθηκα. «Έφυγε έτσι χωρίς να με ξυπνήσει»;

Σε μια στιγμή το μάτι μου πέφτει πάνω στην τσάντα της. Ήταν στον καναπέ μισάνοιχτη. Κατάλαβα ότι πετάχτηκε κάπου κοντά. Μπήκα στο μπάνιο και πλύθηκα. Βγήκα και με περίμενε μια έκπληξη. Η Ισμήνη είχε πεταχτεί και φρόντισε για το πρωινό μας. Με περίμενε ένα πρωινό έκπληξη. Εκτός από τον καφέ, στο τραπέζι υπήρχαν κουλουράκια, φρυγανιές με μαρμελάδα, και φρεσκοστυμμένος χυμός από πορτοκάλι.

- Με κακομαθαίνεις!

- Έτσι σε θέλω εγώ αγόρι μου, να σε κακομάθω. Μου αρέσει ο άντρας μου να τον έχω κακομαθημένο.

Πήραμε το πρωινό μέσα στις γλύκες και στα φιλιά. Έπρεπε να φύγει. Την καταλάβαινα. Πήγαμε με ένα ταξί μέχρι το σπίτι της και ύστερα εγώ τράβηξα πάλι για το πανεπιστήμιο.

Οι δικοί της έφυγαν. Το βράδυ βρεθήκαμε έξω στο κέντρο. Βγήκαμε να περπατήσουμε λίγο και ύστερα πήγαμε να τσιμπήσουμε κάτι πρόχειρο. Ήταν Παρασκευή βράδυ. Γυρίσαμε αργά στο σπίτι. Νιώθαμε κουρασμένοι. Κάναμε ένα μπάνιο να χαλαρώσουμε και πήγαμε και αράξαμε στην κρεβατοκάμαρα. Η Ισμήνη έφερε και μια βαλίτσα με κάποια πράγματά της. Της έκανα περισσότερο χώρο στη ντουλάπα και τακτοποίησε τα δικά της. Φόρεσε ένα κοντό νυχτικό που τόνιζε το σέξι σώμα της. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι και χαζολογούσαμε στην τηλεόραση. Ύστερα άρχισε να με πειράζει. Η Ισμήνη ήταν ένα πλάσμα με καλή αίσθηση του χιούμορ. Ήξερε πάντα να διασκεδάζει τους άλλους, ακόμα κι αν έχουν τις μαύρες τους.

Κάποια στιγμή με κοιτάζει στα μάτια με ένα βλέμμα γεμάτο πάθος. Έπεσε πάνω μου και άρχισε να με φιλάει. Έπαιρνε το πρόσωπό μου στα χέρια της και με φίλαγε στο στόμα τρυφερά και γεμάτη πάθος. Άρχισε, ύστερα, να με φιλάει στο στήθος. Είχα ανάψει. Κατέβηκε προς τα κάτω και άρπαξε τον πούτσο μου μέσα στο στόμα της. με κίνηση με καβαλάει και φέρνει το μουνί της στο πρόσωπό μου. της κατέβασα το κιλοτάκι που φορούσε. Εκείνη με μια κίνηση πέταξε το σουτιέν της. Συνέχισε με το να παίζει με τα αρχίδια μου. Άρχισε να τον παίρνει όλον σχεδόν μέσα της.

Εγώ απ’ την πλευρά μου άρχισα τη διερεύνηση του μουνιού της με τη γλώσσα μου. Έχωνα τη γλώσσα ανάμεσα στα μουνόχειλα και άρχισα να τη γαμάω. Το μουνί της είχε πλημμυρίσει. Κατέβηκα προς την κλειτορίδα. Άρχισα να παίζω με το γλωσσίδι της. Της έχωσα το δάχτυλο και άρχισα να τη γαμάω. Σε λίγο της έβαλα και δεύτερο. Συνέχισα για λίγο. Ύστερα της έχωσα το δείκτη του χεριού μου στον κώλο. Πρώτα έπαιξα λίγο. Ύστερα άρχισα να της το χώνω στην κωλοτρυπίδα σχεδόν ολόκληρο. Αναστέναζε έντονα. Άρχισε να με χύνει στο πρόσωπο.

- Ξέσκισέ με μωρό μου… μού είπε με μια φωνή όλο πάθος.

Σηκώθηκα και την έπιασα στα τέσσερα. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη, άγρια. Η ίδια το απολάμβανε. Έβλεπα τον πούτσο μου να χώνεται μέσα της με δύναμη ολόκληρος. Η αίσθηση από τον καλοσχηματισμένο κώλο της μπροστά μου, καθώς ακουμπούσε πάνω μου με άναβε ακόμα περισσότερο. Ο πούτσος μου είχε πρηστεί όσο δεν έπαιρνε άλλο. Η Ισμήνη άρχισε να χύνει ξανά με ένα δυνατό οργασμό. Η ίδια είχε συντονίσει τις κινήσεις της μαζί μου.

- Χύνω, αγόρι μου χύνω! Με τρέλανες στην καύλα.

Συνέχισα λίγο ακόμα. σε λίγο δεν άντεξα και άρχισα να χύνω πάνω στα κωλομάγουλα της και τη σούφρα της. Στο τέλος το έτριβα πάνω στη σούφρα της που ήταν γεμάτη χύσια. Ξαπλώσαμε και αρχίσαμε τα φιλιά και τα χάδια. Την κοίταξα στα μάτια.

- Σ’ αγαπάω κοριτσάκι μου!

- Και εγώ σ’ αγαπάω Δημήτρη μου… είπε και με φίλησε τρυφερά στο στόμα.

Εκείνο το βράδυ ξεθεωθήκαμε στο σεξ, ή καλύτερα στον έρωτα. Κοιμηθήκαμε κοντά στο πρωί. Με την Ισμήνη γίναμε σχεδόν αυτοκόλλητοι. Δε μπορούσε να αντέξει ο ένας μακριά από τον άλλο ούτε στο ελάχιστο. Θυμάμαι μια φορά που χρειάστηκε να πάω στο χωριό πάνω στους δικούς μας, οι δύο μέρες που έλειψα μου φάνηκαν πολλές· το ίδιο και στην Ισμήνη. Οι φίλοι μας δεν έπαψαν ποτέ να μας λένε πόσο ταιριαστό ζευγάρι είμαστε. Μια φορά που βρεθήκαμε μαζί με τη Λένα και τη Μαρία, εκείνες αποκαλούσαν η μια την άλλη συμπεθέρα. Είχαν πλάκα.

Πέρασε ένας χρόνος. Ζούσαμε σαν κανονικό ζευγάρι. Ήταν Χριστούγεννα. Εγώ της πρότεινα τότε να πάμε στο μέρος μου για λίγες μέρες. Έτσι θα είχαν την ευκαιρία να τη γνωρίσουν και οι δικοί μου. Δέχθηκε. Η Ισμήνη μίλησε στη μάνα της για μένα. Το πρόβλημα δεν τόσο εκείνη, αλλά ο πατέρας της που ήταν ιδιότροπος και εγωιστής.

Πήγαμε στην πόλη που ζούσαμε με τους γονείς μου και την αδερφή μου. Με την αδερφή μου τη Νικολέτα η Ισμήνη έγιναν δυο καλές φίλες από την πρώτη στιγμή. Θυμάμαι όταν είχαμε μαζευτεί όλη η οικογένεια στο σπίτι τη μέρα των Χριστουγέννων. Η Ισμήνη, μιας και το είχε, έδειξε σε όλους, πόσο νοικοκυρά είναι. Όλοι έμειναν έκθαμβοι. Θα έλεγα ότι τη λάτρεψαν από την πρώτη στιγμή που την είδαν. Σε κάποια στιγμή η Νικολέτα κι εγώ είμαστε μόνοι μας στη βεράντα του σπιτιού μας.

- Καλά Δημήτρη μου, χτύπησες φλέβα χρυσού. Τι χρυσό κορίτσι είναι αυτό; Όμορφη, νοικοκυρά… Είσαι τυχερός μου φαίνεται, και με χάιδεψε τρυφερά.

- Είναι φανταστική κοπέλα Νικολέτα μου. Σωστός άγγελος.

- Τι λέτε εσείς εδώ; Ακούμε τη φωνή της Ισμήνης πίσω μας.

- Λέμε, για το πόσο τυχερό αδερφό έχω, που γνώρισε μια χρυσή κοπέλα σαν και σένα.

Οι μέρες κυλούσαν υπέροχα. Μια μέρα πήρα την Ισμήνη και πήγαμε στο χωριό της μάνας μου. Εκεί γνώρισε και το θείο μου τον Γιώργο. Ο θείος μου ζούσε μόνος του. Η θεία μου είχε πεθάνει πριν κάποια χρόνια. Μόλις είδε την Ισμήνη, μου έδωσε συγχαρητήρια. Καθίσαμε όλο το απόγευμα μαζί του. Χάρηκε πολύ που με είδε. Ήμουν η αδυναμία του.

- Γιώργο παιδί μου έχω κάτι να σου πω μου, είπε όταν κάποια στιγμή βγήκαμε στη βεράντα και μιλούσαμε.

- Τι είναι θείε μου;

- Κοίτα, ξέρω ότι οι δικοί σου δεν έχουν τη δύναμη οικονομικά. Και μια που έφτασες στο τέλος των σπουδών σου, σκέφτηκα να σου κάνω ένα δώρο. Θα είναι έκπληξη. Το έχω παραγγείλει εδώ και ένα μήνα. Αύριο θα πάμε να το πάρουμε. Οι δυο μας μόνο. Εντάξει;

Η αυριανή μέρα ήρθε. Το είπα στην Ισμήνη. Δεν την πείραζε που δε θα ερχόταν μαζί μου. Εξάλλου θα ερχόταν και η Νικολέτα να αφήσει τα παιδιά στη μάνα μου και θα πήγαιναν βόλτα με την Ισμήνη στην πόλη.

Εγώ πήγα στο σημείο που είχα ραντεβού με το θείο μου. Μπήκαμε σε ένα ταξί και βγήκαμε λίγο έξω από την πόλη. Το ταξί σταμάτησε σε μια αντιπροσωπία αυτοκινήτων. Βγήκαμε. Το αυτοκίνητο με περίμενε με τα κλειδιά πάνω. Πέταξα από τη χαρά μου. Τον αγκάλιασα και τον φίλησα. Ήταν στο χρώμα που μου άρεσε, μαύρο. Υπέγραψα για την παραλαβή και φύγαμε. Όταν πήγαμε στο σπίτι άρχισα να κορνάρω. Ήταν όλοι εκεί. Όλοι χάρηκαν.

- Μα ήταν ανάγκη βρε Γιώργο; Είπε η μάνα μου.

- Ε Λουκία μου, δυο ανίψια έχω. Όπως βοήθησα τη Νικολέτα μου, έτσι και το Δημήτρη μου. Ξέρεις βρε αδερφή ότι τα έχω σαν παιδιά μου.

Οι επόμενες μέρες πέρασαν τέλεια. Μέσα στις γλύκες και στις βόλτες. Μάλιστα γυρίσαμε στην Αθήνα με το αυτοκίνητό μου.

Στην Αθήνα η ζωή μας μπήκε στη ρουτίνα. Εγώ πάση θυσία έπρεπε να τελειώσω το μεταπτυχιακό μου. Άρχισα να διαβάζω και να τελειώνω την πτυχιακή μου. Η Ισμήνη χρωστούσε ακόμα κάποια μαθήματα για το πτυχίο της. Έφτασε ο Ιούνιος. Εγώ τελείωσα. Τον Οκτώβρη έπρεπε να πάω φαντάρος. Το καλοκαίρι με την Ισμήνη πήγαμε οι δυο μας διακοπές. Κάναμε το γύρο της Πελοποννήσου. Περάσαμε υπέροχα.

Θυμάμαι όταν ήμαστε στο Ναύπλιο, μέναμε σε ένα ξενοδοχείο για δύο μέρες. Είχαμε φτάσει απόγευμα. Ήταν ο τελευταίος σταθμός πριν την Αθήνα. Πήγαμε κατευθείαν στο δωμάτιο να ξεκουραστούμε. Το πρόγραμμα είχε περιπάτους στην όμορφη αυτή πόλη. Κοιμηθήκαμε λίγο κι ύστερα σηκωθήκαμε και βγήκαμε έξω. Φάγαμε κάτι πρόχειρο και ξεποδαριαστήκαμε να γυρνάμε θαυμάζοντας τα αξιοθέατα. Η ώρα είχε πάει 12 τα μεσάνυχτα. Γυρίσαμε κατάκοποι. Πρώτα έκανε μπάνιο η Ισμήνη. Ύστερα μπήκα εγώ. Ξαπλώσαμε ημίγυμνοι, μιας και έκανε ζέστη στο κρεβάτι. Η Ισμήνη άρχισε να με πειράζει. Κάποια στιγμή την είδα που πήρε ένα βιβλιαράκι με τουριστικές πληροφορίες και το διάβαζε. Εγώ είχα χαλαρώσει. Με σιγοπήρε ο ύπνος. Ένιωσα ο χέρι της να μου βγάζει τον πούτσο από το μποξεράκι. Άρχισε να τον παίζει σιγά-σιγά. Έσκυψε και άρχισε να όταν παίρνει μέσα στο στόμα της. δεν άργησε να μου σηκωθεί τελείως. Άνοιξα τα μάτια μου. Σταμάτησε.

- Αν θέλεις να συνεχίσω θα ηρεμήσεις και θα κλείσεις τα μάτια σου αγάπη μου, εντάξει;

- Μάλιστα κυρία Ισμήνη όπως διατάξετε.

- Έτσι μπράβο!

Συνέχισε το γλείψιμο με μένα να έχω τρελαθεί από την καύλα. Σηκώθηκε ύστερα και κάθισε πάνω στον πούτσο μου. Τον πήρε μέσα της βαθιά με μια κίνηση. Άρχισε να κουνιέται μπρος πίσω έχοντάς τον μέσα βαθιά. Σηκώθηκε και με μια κίνηση έπιασε τον πούτσο μου και τον έβαλε στον κώλο της. τον έχωσε μέσα της με απαλές, αργές κινήσεις. Ο κώλος της είχε λιπαντικό. Μόλις σιγά-σιγά χώθηκε ολόκληρος μέσα της άρχισε το πάνω κάτω. Είχα τρελαθεί. Συντονίσαμε τις κινήσεις μας. Δεν άργησα να φτάσω στον οργασμό. Τη στιγμή που άρχισα να χύνω μέσα της, άρχισε να χύνει κι Ισμήνη μου τρίβοντας το μουνί της. τα κορμιά μας σπαρταρούσαν από ηδονή. Ένιωσα ένα ελαφρύ μούδιασμα σε όλο μου το σώμα. Έπεσε πάνω μου.

- Σ’ αγαπάω μωρό μου, μου είπε.

- Κι εγώ σ’ αγαπάω γλυκιά μου. Σε λατρεύω.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε καθόλου. Μας βρήκε το χάραμα να κάνουμε έρωτα. Γυρίσαμε στην Αθήνα. Μια βδομάδα περάσαμε μέσα στις γλύκες και στον έρωτα. Ένα απόγευμα που πίναμε ένα καφέ στο σαλόνι της έσκασα το μυστικό μου.

- Ισμήνη μου σ’ αγαπάω πολύ. Θέλω να γίνεις γυναίκα μου. Δέχεσαι;

- Ναι, αγάπη μου. και με φίλησε στο στόμα.

- Ωραία, τότε θα έρθω να σε ζητήσω από τους δικούς σου.

- Θα πρέπει να προετοιμάσω το έδαφος πρώτα.

- Οκ, εγώ θα το πω σήμερα κιόλας στους δικούς μου.

- Και θα δεχθούν;

- Καλά τι ερώτηση είναι αυτή; Όλοι σε έχουν λατρέψει. Δεν το είδες τα Χριστούγεννα; Πιο πολλά συγχαρητήρια δέχθηκα για σένα παρά όταν τελείωσα τις σπουδές μου. Είναι ενθουσιασμένοι όλοι με σένα.

- Ναι, ομολογώ ότι αισθάνομαι πολύ τυχερή. Λίγες φίλες μου είχαν τέτοια αποδοχή από πεθερικά και το σόι του άντρα τους.

Η Ισμήνη εκείνο το απόγευμα πήρε τηλέφωνο τη μάνα της και της μίλησε για μένα. Η μάνα της άρχισε να βρίσκει αφορμές και αιτίες, να το αναβάλουμε. Δεν είχα καταλάβει το γιατί. Στην τελική συμφώνησαν όταν μίλησαν και με τα αδέρφια τα Ισμήνης.

Τέλη Ιουλίου. Πάρθηκε απόφαση να πάμε στο νησί. Οι γονείς της και τα αδέρφια τα αν και δεν έδειξαν ενθουσιασμένα με τη γνωριμία μας, ήταν τυπικοί μαζί μου. Σε βαθμό μάλιστα που ένιωθα μια ψύχρα γύρω μου. Το βράδυ μετά το δείπνο που φάγαμε όλοι μαζί πήρα την πρωτοβουλία να τους ανακοινώσω το σκοπό της επίσκεψης και να ζητήσω το χέρι της Ισμήνης. Αν και ασπαστήκαμε με όλους, ένιωσα ότι δεν υπήρχε κανένας ενθουσιασμός από μέρους τους. Σε κάποια στιγμή τα έβαλα με τον εαυτό μου.

«Ίσως είμαι υπερβολικός», σκέφτηκα.

Εκείνο το βράδυ βγήκαμε με τα αδέρφια της και κάποιους φίλους τους και γνωστούς τους από το νησί να το γιορτάσουμε. Πήγαμε σε μία παμπ κοντά στην παραλία του νησιού. Ήταν επόμενο η Ισμήνη να χαιρετάει πολύ κόσμο. Καθόμαστε μαζί σχεδόν αγκαλιασμένοι σε μια γωνιά. Με φιλούσε και μου έλεγε πόσο ευτυχισμένη είναι. Σε μια στιγμή ακούω μια φωνή πίσω μας.

- Με συγχωρείτε τι ώρα είναι δεσποινίς;

- Η Ισμήνη γύρισε.

- Στέφανε…

κι αγκαλιάστηκαν. Ήταν ένα γνωστός της με καταγωγή από το νησί. Γόνος πλούσιας οικογένειας. Εκεί η Ισμήνη μας σύστησε. Εκείνος ήταν πολύ διαχυτικός με την Ισμήνη· σε σημείο μάλιστα που με εκνεύρισε.

- Κοίτα Δημήτρη, με την Ισμήνη γνωριζόμαστε από παιδιά. Θυμάμαι ότι ήμουν ερωτευμένος μαζί της μικρός. Αλλά αυτή περίμενε άλλο πριγκιπόπουλο, εσένα. Τέλος πάντων τι τα θυμόμαστε τώρα αυτά. Εγώ έχω κάνει οικογένεια και έχω και δύο γιούς. Είσαι πολύ τυχερός άνθρωπος Δημήτρη. Η Ισμήνη είναι καταπληκτική κοπέλα.

Ο άνθρωπος στη συμπεριφορά του μου έβγαζε και μια υπεροψία αλλά και μια επιπολαιότητα ενός κακοαναθρεμμένου. Ύφος που συνήθιζαν οι πλούσιοι του νησιού.

Πήγε αργά. Φύγαμε για το σπίτι. Το βράδυ ξαπλώσαμε μαζί. Είχα πιει παραπάνω κι εγώ κι εκείνη. Δεν είχαμε όρεξη μετά το ποτό για έρωτα. Κοιμηθήκαμε σχεδόν αμέσως. Το πρωί με ξύπνησε μέσα στα φιλιά και τις γλύκες.

- Λοιπόν, αγαπημένε μου, τι έχεις να πεις; Θέλω να ακούσω εντυπώσεις.

- Θα σου πω αλήθεια. Θα αρχίσω από τους δικούς σου. Δεν τους βλέπω ενθουσιασμένους, αλλά ίσως είναι αρχή και μου φαίνεται έτσι. Όσο για το Στέφανο, θεωρώ ότι είναι ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο που τα βρήκε όλα έτοιμα.

- Κοίτα έχει ζήσει πολύ στο εξωτερικό.

- Δεν είναι αυτό. Νομίζει ότι είναι θεός, επειδή έχει λεφτά. Δεν ξέρω τι σόι γυναίκα παντρεύτηκε.

- Την ξέρω την Τάνια. Είναι από τη Ρωσία. Τη γνώρισε στο κολέγιο και παντρευτήκαν. Εγώ τη γνώρισα πριν δύο χρόνια σε ένα πάρτι. Είναι καλή κοπέλα, κι όμορφη.

- Τι να πω; Εμένα αυτός δε μου γέμισε το μάτι.

- Λίγο επιπόλαιος είναι, δεν είναι κακός. Εξάλλου δε θα έλεγε με το που σε γνώρισε ότι ήταν ερωτευμένος μαζί μου μικρός.

- Τέλος πάντων. Εγώ θα ήθελα να πάμε και στους δικούς μου κάποια στιγμή το καλοκαίρι. Θα χαρούν πολύ.

Στο νησί μείναμε τρεις μέρες. Τη μέρα που φεύγαμε, όταν μπήκαμε στο πλοίο χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η Νικολέτα μέσα στα κλάματα. Οι γονείς μας είχαν ένα τροχαίο δυστύχημα. Αναστατώθηκα όταν άκουσα σε αυτό το χάλι τη Νικολέτα. Εκείνη ήταν πάντα ψύχραιμη ως γιατρός που ήταν. Τον καιρό εκείνο έκανε την ειδικότητά της στο νοσοκομείο.

Φτάσαμε στο λιμάνι. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και πήγαμε κατευθείαν στην πόλη που έμεναν οι γονείς μου. Πήγαμε κατευθείαν στο νοσοκομείο. Η Νικολέτα ήταν στο προαύλιο του νοσοκομείου και έκλαιγε σα μικρό παιδί στην αγκαλιά του Μανώλη, του άντρα της. Μόλις με είδε, έπεσε πάνω μου με κλάματα.

- Τους χάσαμε Δημήτρη μου… τους χάσαμε!

Την αγκάλιασα στοργικά και τη φίλησα στο κεφάλι. Ύστερα αγκαλιάστηκαν με την Ισμήνη.

Πέρασαν οι μέρες μέσα στη θλίψη. Ύστερα φύγαμε για την Αθήνα. Η Ισμήνη βάλθηκε να τελειώσει την πτυχιακή της. Ήρθε ο Οκτώβρης. Έφυγα φαντάρος. Σιγά-σιγά άρχισα να ξεπερνάω το χαμό των δικών μου. Απολύθηκα. Έπιασα δουλειά σε μια εταιρία με συστήματα συναγερμού. Δεν θα έλεγα ότι ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να κάνω, αλλά όμως δεν είχα επιλογές. Ζήτησα από την Ισμήνη να παντρευτούμε σε ένα σεμνό γάμο κι όχι όπως ήθελαν οι δικοί της. Στην αρχή δυσκολεύτηκα να την πείσω, σκεπτόμενη τις αντιδράσεις των δικών της.

Είχαμε πάει στο νησί ξανά να τους πούμε για τις αποφάσεις μας. Δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν την πρότασή μου. Μάλιστα όταν ξημέρωσε Κυριακή είχα ανοιχτό το παράθυρο του πάνω δωματίου που κοιμόμουν. Όλοι τους ήταν στην κουζίνα και συζητούσαν έντονα. Τότε άκουσα να με αποκαλούν βλάχο.

- Γιατί βρε παλιοκόριτσο δεν έβρισκες κάποιον από τα μέρη μας; Ο Στέφανος δεν σου άρεσε, θα ήσουν βασίλισσα, είπε η μάνα της.

Θύμωσα τόσο εκείνη τη στιγμή, που ήθελα να φύγω αμέσως. Κρατήθηκα όμως. Ήρθε η Ισμήνη στο δωμάτιο. Αμέσως κατάλαβε ότι κάτι έχω. Κι η ίδια όμως δεν μπορούσε να κρύψει την ταραχή της.

- Κοίτα, πήρα τηλέφωνο στο πρακτορείο. Θα φύγουμε τώρα σε μια ώρα με το πρώτο πλοίο. Δε θα περιμένω το βράδυ.

- Γιατί αγάπη μου, έγινε κάτι; Με ρώτησε.

- Όχι, απλά θέλω να φύγουμε νωρίτερα. Με πήραν τηλέφωνο από τη δουλειά. Πρέπει να πάω απόψε κιόλας. Να διορθώσω μια βλάβη.

- Καλά μωρό μου. Δεν πάμε κάτω να πιούμε καφέ;

- Ναι, πάμε.

Κατεβήκαμε. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Το ένιωσα. Ύστερα κάθισα και τους εξηγήθηκα έξω από τα δόντια.

- Κοιτάξτε, είπα. Ενδεχομένως να μην είμαι ό,τι εσείς ονειρευτήκατε για την κόρη σας. Όμως εγώ την Ισμήνη την αγαπώ και θα την πάρω. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που μασάνε τα λόγια τους, γι’ αυτό σας το λέω αυτό ευθέως. Αν εσείς δε θέλετε, δεν πειράζει. Εμένα μου φτάνει που θέλει η Ισμήνη μου. Τίποτα άλλο. Τώρα με συγχωρείτε, πρέπει να ετοιμαστούμε να φύγουμε με το πρώτο πλοίο, γιατί με κάλεσαν εκτάκτως από τη δουλειά. Τους χαιρέτησα τυπικά και φύγαμε με την Ισμήνη. Στο δρόμο η Ισμήνη με ρώτησε.

- Καλά πώς και πήραν εσένα από την εταιρεία Κυριακάτικο; Λίγο παράξενο δεν είναι;

- Ποια εταιρεία ρε Ισμήνη; Ποια βλάβη; Λες και είσαι καμιά χαζή και ρωτάς;

- Τι εννοείς Δημήτρη; Δεν καταλαβαίνω.

- Κοίτα, άκουσα την συζήτησή σας την πρωινή που κάνατε στην κουζίνα. Άκουσα και τα ωραία κομπλιμέντα που κάνατε για μένα, το "βλάχο". Δεν είμαι ηλίθιος. Ξέρω τι μου γίνεται. Απλά δεν ανέχομαι να με προσβάλλουν.

Η Ισμήνη σώπασε για μια στιγμή.

- Σου ζητάω συγγνώμη για λογαριασμό τους.

- Όχι, μωρό μου. Καμία συγγνώμη. Δε φταις εσύ. Τώρα που θα πάμε στην Αθήνα θα λυθούν και θα τελειώσουν όλα.

- Τι εννοείς;

- Θα δεις.

Παίρνω τηλέφωνο την ξαδέρφη μου τη Λένα. Το σήκωσε.

- Λένα τι κάνεις την Τρίτη;

- Τίποτα, μου λέει.

- Ωραία σε χρειάζομαι για μάρτυρα.

- Τι μάρτυρα;

- Όχι, σε δικαστήριο, παντρευόμαστε με την Ισμήνη.

Στο καπάκι πήρα και την ξαδέρφη της Ισμήνης τη Μαρία. Κι αφού κανονίστηκαν όλα με τους μάρτυρες, κοίταξα την Ισμήνη στα μάτια.

- Λοιπόν αγάπη μου, έτσι παίρνω εγώ τις αποφάσεις μου. Τι λες; Είσαι;

Με αγκάλιασε και με φίλησε το στόμα. Το πλοίο έφτασε στο λιμάνι. Σε μισή ώρα ήμαστε στο σπίτι μας. Μπήκαμε και κάναμε ένα μπάνιο. Όλη η υπόλοιπη μέρα την περάσαμε στις γλύκες και τα φιλιά. Όλο το βράδυ δεν κάναμε τίποτα άλλο παρά μόνο έρωτα.

Η Τρίτη έφτασε. Η Ισμήνη φόρεσε ένα ωραίο φόρεμα και εγώ ένα κουστούμι. Βρεθήκαμε στο Δημαρχείο με τα παιδιά. Τελειώσαμε γρήγορα. Η Ισμήνη ήταν πια γυναίκα μου. Πήραμε τα παιδιά και πήγαμε σε μια ταβέρνα στο Μικρολίμανο. Το βράδυ γυρίσαμε στο σπίτι μας. Ήμαστε χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι κι δυο. Αργά κατά τις 12 ξαπλώσαμε πτώματα από την κούραση στο κρεβάτι μας. Με κοίταξε στα μάτια.

- Είμαι ευτυχισμένη Δημήτρη μου.

- Κι εγώ μωρό μου. Θα είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο που θα έχω εσένα, τη γυναικούλα μου πλάι μου.

Φιληθήκαμε. Ήμαστε γυμνοί σχεδόν κι δυο. Σε κάποια στιγμή την κοίταξα στα μάτια. Φιληθήκαμε. Τα φιλιά μας γίνηκαν όλο και πιο παθιασμένα. Άρχισα να της φιλάω στο λαιμό. Αφέθηκε εντελώς στα χάδια και τα φιλιά μου. Κατέβηκα προς στο στήθος της. Άρχισα να παίζω τη γλώσσα μου πάνω στις σκληρές ρώγες. Όση ώρα έπαιζα με τα όμορφα στήθη της δεν σταμάτησε να μου λέει πόσο με λατρεύει και μ’ αγαπάει. Κατέβηκα προς το μουνί της, αφού πέρασα πρώτα τη γλώσσα μου στην κοιλιά της. Άρχισα να φιλάω τρυφερά την κλειτορίδα της. ύστερα κατέβηκα προς τα κάτω και έχωσα τη γλώσσα μου μέσα της. Η αγάπη μου έχυνε ασταμάτητα. Σε κάποια στιγμή έφτασε σε ένα δυνατό οργασμό που έκανε το σώμα της να συσπάται ολόκληρο. Σηκώθηκα προς τα πάνω. Πήγα ακριβώς δίπλα της. Τη φίλησα στο στόμα και της είπα για μια ακόμη φορά πόσο την αγαπώ.

Με έσπρωξε προς τα πίσω και ανασηκώθηκε στα γόνατά της. Άρχισε να μου παίρνει μια υπέροχη τρυφερή πίπα. Αργά, μέσα στη γλύκα. Έχωνε όλον το πούτσο μου μέχρι μέσα. Ύστερα κατέβηκε και άρχισε να παίζει με τα αρχίδια μου. Σταμάτησε όταν ήμουν έτοιμος να χύσω. Με καβάλησε. Συντονιστήκαμε κι οι δυο στην καύλα που νιώθαμε. Σε λίγο έφτανα στην κορύφωση. Το κατάλαβε. Με τα χέρια μου έπαιζα τα όμορφα στήθη της. Πήγα να τραβηχτώ Δεν με άφησε. Συνέχισε λίγο ακόμα άρχισε κι εκείνη να χύνει για άλλη μια φορά πολύ δυνατά. Έχυνα κι εγώ. Μέσα της αυτή τη φορά. Ήταν υπέροχο. Χύσαμε ταυτόχρονα κι δυο. Δε σταματήσαμε τις κινήσεις μας παρά μόνο όταν πλέον νιώθαμε ένα ελαφρύ μούδιασμα σε όλο το σώμα. Έπεσε πάνω μου. Ήμαστε λαχανιασμένοι κι δυο. Ένιωθα το στήθος της πάνω μου. Μια τέλεια αίσθηση. Την αγκάλιασα τρυφερά. Και της χάιδευα τα μαλλιά. Γουργούριζε πάνω μου σαν γατούλα. Δεν ξέρω πόσο μείναμε έτσι. Ήταν μια υπέροχη αίσθηση και για τους δυο μας.

- Σ’ αγαπάω άντρα μου! Σε λατρεύω Δημήτρη μου… είπε ψιθυριστά στο αφτί μου.

Δε μίλησα… τη χάιδεψα τρυφερά. Εκείνο το βράδυ κάναμε άλλη μια φορά έρωτα. Από εκείνη τη νύχτα τελείωνα μέσα της. Το ήθελε κι εκείνη το ήθελα κι εγώ. Την άλλη μέρα το πρωί πήρα την Νικολέτα και της το ανακοίνωσα. Πέταξε από τη χαρά της. Το ίδιο και ο Μανόλης ο άντρας της. Ύστερα πήρα το θείο μου στο χωριό. Συγκινήθηκε.

- Και τώρα αγάπη μου, το δύσκολο κομμάτι της ιστορίας, μου είπε. Να το πούμε στους δικούς μου.

- Αν κωλύεσαι, δεν έχω πρόβλημα να τους το ανακοινώσω εγώ. Δε με πειράζει.

- Όχι, μωρό μου θα τους το πω εγώ.

Κι έτσι έγινε. Πήρε τηλέφωνο και τους το είπε. Ορθά κοφτά. Πρώτη φορά έβλεπα την Ισμήνη να μιλά τόσο ψυχρά στο τηλέφωνο. Οι δικοί της όχι μόνο δεν της ευχήθηκαν, αλλά την πρώτη φορά της έκλεισαν το τηλέφωνο. Η Ισμήνη έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά μου.

- Μη στενοχωριέσαι κορίτσι μου. Έχεις εμένα κι έχω εσένα. Εντάξει;…

της είπα για να την παρηγορήσω. Ο καιρός περνούσε. Εγώ με την αγάπη μου περνούσαμε τόσο υπέροχα.

Ήταν Τετάρτη. Ένα φθινοπωρινό απόγευμα. Είχαμε κανονίσει να πάμε στο θέατρο. Γύρισα σπίτι κατά τις εφτά το απόγευμα. Βρήκα την Ισμήνη να μην έχει ετοιμαστεί. Καθόταν στο σαλόνι.

- Καλησπέρα αγάπη μου, είπα με το που μπήκα.

- Καλησπέρα, Δημήτρη μου, είπε κι ανταλλάξαμε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα.

- Δεν ετοιμάστηκες;

- Όχι, Δημήτρη μου. Καλύτερα να μην πάμε. Δε νιώθω καλά

- Τι έχεις; Θέλεις να πάμε στο γιατρό;

- Όχι, απλά νιώθω λίγο αδιάθετη.

- Καλά μωρό μου, δεν πειράζει. Είπα και πήγα στο μπάνιο να κάνω ένα ντους.

Βγήκα από το μπάνιο και πήγα και κάθισα δίπλα της.

- Και τώρα καλό μου κοριτσάκι πες μου ποιος σε στενοχώρησε;… γιατί δε μου το βγάζεις από το μυαλό μου, κάτι έχεις.

- Δημήτρη μου… είμαι έγκυος… είπε και χαμογέλασε.

Τη φίλησα στο στόμα.

- Μα αυτό μωρό μου είναι ένα υπέροχο νέο.

- Να σηκωθώ να σου βάλω να φας;

- Όχι, θα βάλω μόνος μου. Μη μου κουράζεσαι…

είπα με ύφος μελλοντικού χαζομπαμπά, που πετούσε στα σύννεφα από τη χαρά του.

- Όχι, μωρό μου, μη μου το κάνεις αυτό. Δεν είμαι άρρωστη, ούτε ανάπηρη, έγκυος είμαι, και σηκώθηκε και ετοίμασε το τραπέζι.

- Πάντως να ξέρεις είναι το καλύτερο δώρο που θα μπορούσες να μου κάνεις ποτέ. Δεν ξέρεις πόσο ευτυχισμένο με κάνεις!

Με φίλησε τρυφερά στο μάγουλο και πήγε στην κουζίνα.

Οι μήνες πέρασαν. Οι γονείς της, αν δεν ήταν ό,τι περίμεναν από την κόρη τους, δέχθηκαν την πραγματικότητα, συμβιβάστηκαν. Απέναντι σε μένα όμως ήταν πολύ ψυχροί. Το ίδιο και τα αδέρφια της. Η Ισμήνη τον πρώτο καιρό είχε βοήθεια από την ξαδέρφη της, τη Μαρία και κάτι φίλες. Εγώ δούλευα πολλές φορές έως αργά και πότε-πότε άρχισα να παίρνω δουλειές μόνος μου. Τα βγάζαμε μια χαρά πέρα.

Ήρθε η μεγάλη στιγμή. Η Ισμήνη γέννησε την κορούλα μας. Ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Όσο η μικρή μας μεγάλωνε, τόσο ένα μικρό πρόβλημα στο αστράγαλο του ενός ποδιού της γινόταν εμφανές. Επισκεφτήκαμε πολλούς γιατρούς. Σε αυτό μας βοήθησαν η Νικολέτα και ο Μανόλης με τις γνωριμίες που είχαν. Η μικρή έπρεπε να χειρουργηθεί πριν γίνει πέντε. Το χειρουργείο όμως λίγο δύσκολο. Η μόνη σίγουρη ελπίδα για να μπορέσει να περπατάει η μικρή ήταν το Λονδίνο. Τα έξοδα απαγορευτικά.

Με την Ισμήνη το είχαμε άγχος. Όμως το ξεπερνούσαμε με την αγάπη μας. Κάποια στιγμή η Ισμήνη άρχισε να ψάχνει να βρει δουλειά. Ήθελε να ενισχύσει το εισόδημα ώστε να μαζέψουμε το πολυπόθητο ποσό. Η μόνη σίγουρη γνωριμία ήταν ο Στέφανος. Αν κι εγώ ήμουν αρνητικός, η Ισμήνη τον πήρε τηλέφωνο. Εκείνος μεσολάβησε να την βοηθήσει προσλαμβάνοντάς τη στην εταιρεία που ήταν μέτοχος. Με την Ισμήνη το είδαμε ως ανάσα.

Πέρασε ένας χρόνος. Άρχισαν τα προβλήματα στην εταιρεία που δούλευα. Διαισθανόμουν ότι σύντομα θα έχανα τη δουλειά μου. Άρχισα να άγχομαι. Δεν έχασα το κουράγιο μου όμως. Άρχισα να στέλνω βιογραφικά. Πέρασαν άλλοι έξι μήνες μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση. Κάποια μέρα ήρθε η Ισμήνη μετά τη δουλειά.

- Αγάπη μου, καλημέρα.

- Καλημέρα. Είπα και τη φίλησα με ένα πεταχτό φιλί στο στόμα.

- Κοίτα, Δημήτρη μου, ο Στέφανος μου ζήτησε να σου πω να πάτε στο εξοχικό του στη Μύκονο. Θέλει να αλλάξει το σύστημα ασφαλείας στο σπίτι. Τι λες θα πας;

- Και το ρωτάς. Και θα την πάρω μόνος μου τη δουλειά. Είναι μια καλή ευκαιρία νομίζω.

Φάγαμε. Ύστερα πήραμε τη μικρή από τον παιδικό σταθμό. Παίξαμε λίγο μαζί της και ύστερα τη βάλαμε για ύπνο. Ξαπλώσαμε με την Ισμήνη. Αρχίσαμε τα φιλιά. Σε λίγο ήμαστε γυμνοί.

Μετά από τρεις μέρες χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο Στέφανος. Κανονίσαμε να φύγουμε σε δύο μέρες. Η μέρα που θα έφευγα ήρθε και η Ισμήνη μου ετοίμασε λίγα ρούχα στη Βαλίτσα. Πήρα το πλοίο της γραμμής και πήγα στη Μύκονο. Στο λιμάνι με περίμενε ο Στέφανος.

- Καλώς ήρθες Δημήτρη.

- Καλώς σε βρήκα Στέφανε! Τι κάνεις;

- Μια χαρά.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητό του και σε λίγη ώρα ήμαστε στη βίλα του. Ήπιαμε ένα καφέ στη βεράντα. Ύστερα άρχισα τη δουλειά. Έπρεπε να μετρήσω χώρους, να μελετήσω θέματα ασφάλειας. Με βοήθησε κι ένας φύλακας που είχε μόνιμα στο σπίτι. Η δουλειά που έπρεπε να κάνω τέλειωσε σε τρεις ώρες περίπου. Ύστερα φάγαμε. Εγώ ήθελα να φύγω. Δε με άφησε. Επέμενε να μείνω εκεί. Δε μπορούσα να κάνω από υποχρέωση αλλιώς.

- Το βράδυ Δημήτρη θα κάνουμε ένα πάρτι εδώ με κάτι φίλους. Θα περάσουμε καλά, θα δεις. Τώρα πήγαινε στο δωμάτιο να ξεκουραστείς. Μπορεί να ξενυχτίσουμε το βράδυ.

- Εντάξει πάω να ξαπλώσω λίγο.

Πήγα στο δωμάτιο. Ξάπλωσα και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάρω την Ισμήνη τηλέφωνο.

- Καλησπέρα αγάπη μου.

- Καλησπέρα. Τι κάνεις; Πότε επιστρέφεις;

- Αύριο με το πρώτο. Ο Στέφανος επέμενε να μείνω απόψε εδώ. Απόψε θα κάνει ένα πάρτι. Εγώ να σου πω δεν ήθελα να μείνω ούτε λεπτό αλλά με πίεσε. Και δεν ήθελα από υποχρέωση.

- Καλά έκανες μωρό μου, απλά πρόσεχε γιατί ξέρω το Στέφανο τι πάρτι κάνει συνήθως. Φρόντισε να είσαι φρόνιμος ε;

- Δηλαδή; Τι εννοείς βρε μωρό μου; Αυτός μου είπε ότι περιμένει κάτι φίλους από το Λονδίνο.

- Ξέρω τι σου λέω. Θα τα πούμε όταν έρθεις. Κλείνω τώρα γιατί θα ταΐσω τη μικρούλα μας.

- Σε φιλώ μωρό μου, Μου λείπετε κι οι δυο πολύ να ξέρεις.

- Και εγώ σ’ αγαπάω Δημήτρη μου.

Κλείσαμε το τηλέφωνο. Έμεινα στο δωμάτιο μια ώρα περίπου. Είχε πάει απόγευμα. Ύστερα ντύθηκα και βγήκα έξω. Βρήκα το Στέφανο να μιλάει στο τηλέφωνο.

- Απόψε Δημήτρη θα περάσουμε τέλεια. Χωρίς τις γυναίκες μας φυσικά. Είπε και μου έκλεισε το μάτι.

- Τι εννοείς;

- Θα δεις. Κάνε υπομονή.

Η ώρα πέρασε. Σε λίγο φάνηκαν στην είσοδο δύο τζιπ. Βγήκαν κάτι κοπέλες. Όλες κούκλες, μία και μία ο Παύλος ο φύλακας τις οδήγησε στα δωμάτια.

- Οι κοπέλες είναι μέρος του πάρτι είπε και μου έκλεισε το μάτι.

- Δεν υπάρχει περίπτωση Στέφανε. Εγώ την Ισμήνη την αγαπάω όσο τίποτε στο κόσμο. Δεν θα της έκανα ποτέ κάτι τέτοιο.

- Κοίτα, θα σου πω ποια είναι η φιλοσοφία μου στη ζωή. Τα πάντα είναι σεξ και χρήμα. Όταν έχεις το χρήμα μπορείς να εξαγοράσεις τα πάντα.

- Εκτός από ανθρώπους, από αγάπη, του απάντησα. Αυτή την κερδίζεις Στέφανε. Αυτή είναι η δική μου φιλοσοφία.

- Όλοι εξαγοράζονται. Η διαφορά είναι μόνο στην τιμή.

- Δε συμφωνώ μαζί σου.

- Τέλος πάντων ίσως μπορέσω να στο αποδείξω κάποια στιγμή αυτό που λέω. Τώρα με συγχωρείς έχω δουλειά. Θα γυρίσω σε μια ώρα.

Έφυγε. Εγώ κάθισα λίγο. Ύστερα κάλεσα ένα ταξί κι πήγα λίγο στην παραλία σε κάτι μαγαζιά με σουβενίρ. Αγόρασα κάτι για την Ισμήνη και την μικρούλα μας. Γύρισα στο σπίτι. Είχαν έρθει και πέντε φίλοι του. Ο Στέφανος με σύστησε. Μάλιστα ο ένας από αυτούς μου εξέφρασε το ενδιαφέρον να με πάρει κι αυτός στο σπίτι του για να κάνω ό,τι και στο Στέφανο. Η ώρα προχωρούσε. Εγώ είχα πάρει ένα ποτό. Καθόμαστε στον κήπο. Σε λίγο φάνηκαν κι οι οκτώ κοπέλες που έχει καλέσει ο Στέφανος. Όλες μακιγιαρισμένες με μίνι φούστες. Με το που ήρθαν άρχισαν να τρίβονται στους καλεσμένους.

- «Πόρνες πολυτελείας σκέφτηκα, αλλά δεν θα πάρω.»

Σε κάποια στιγμή ήμουν μόνος μου. Ήρθε μια κοπέλα ξανθιά. Μιλούσε αγγλικά μόνο. Ήρθε από πίσω μου και πήγε να μου χαϊδέψει το στήθος μου. Της έπιασα το χέρι και την απομάκρυνα. Μιλήσαμε για λίγο. Σε λίγο προσπάθησε να με αγκαλιάσει και να με φιλήσει. Δε δέχτηκα. Μάλιστα ήμουν λίγο απότομος με το θράσος της. Ύστερα έφυγε από δίπλα μου. Ο Στέφανος ήρθε δίπλα μου.

- Χαλάρωσε βρε Δημήτρη. Κοίτα να διασκεδάσεις. Ποια από όλες σου αρέσει; Πάρε τη στο δωμάτιο όλο το βράδυ. Δική σου.

- Όχι, Στέφανε. Σε ευχαριστώ για την περιποίηση, αλλά όχι.

- Καλώς... εσύ χάνεις.

Οι υπόλοιποι μπαινόβγαιναν στα δωμάτια με τις κοπέλες. Όλη τη νύχτα την πέρασα παρέα με τον Παύλο το φύλακα συζητώντας για διάφορα θέματα.

- Εσύ Δημήτρη διαφέρεις. Και καλά κάνεις.

- Τι να κάνω ρε Παύλο. Να κερατώσω τη γυναίκα μου; Δεν είμαστε καλά. Αυτά τα πράγματα τα σιχαίνομαι.

- Είσαι καλός άνθρωπος.

Η βραδιά πέρασε συζητώντας με τον Παύλο. Κατά της μία έφυγα και πήγα στο δωμάτιο για ύπνο. Δεν πήρα την Ισμήνη τηλέφωνο, να μην την ξυπνήσω. Την άλλη μέρα πήρα το πλοίο της γραμμής και γύρισα σπίτι. Τη βρήκα λίγο μουτρωμένη.

- Περίμενα να με πάρεις τηλέφωνο. Πώς πέρασες;

Εκεί, της τα είπα όλα. Με κάθε λεπτομέρεια.

- Και γιατί πρέπει να σε πιστέψω;… μου λέει με ένα παράπονο.

- Γιατί για μένα, μωρό μου, είσαι ότι πιο πολυτιμότερο έχω στον κόσμο.

Έσκυψα και τη φίλησα στο στόμα. Ύστερα πήγα στο μπάνιο. Βγήκα και φάγαμε ένα ωραίο γεύμα. Μετά από δύο μέρες πήγα ξανά στο σπίτι του Στέφανου στη Μύκονο. Με περίμενε ο Παύλος στο λιμάνι. Η δουλειά κράτησε όλη τη μέρα. Το βράδυ έμεινα εκεί. Την άλλη μέρα ήρθε κι ο Στέφανος. Έδειξα τα συστήματα που εγκατέστησα στο Στέφανο και τον Παύλο. Έμεινε ενθουσιασμένος. Έφυγα με το πλοίο της γραμμής. Ένιωθα ικανοποιημένος. Τα χρήματα ήταν αρκετά που έβγαλα. Σχεδόν ένας μισθός. Ολόκληρος. Γύρισα στο σπίτι μου. την επόμενη πήγα για δουλειά. Το βράδυ αργά γύρισα στο σπίτι. Με περίμενε η Ισμήνη.

- Τι κάνεις αγάπη μου;

- Καλά μωρό μου. Ο Στέφανος είπε τα καλύτερα. Μου είπε ότι έμεινε ευχαριστημένος με τη δουλειά που έκανες.

- Αυτό είναι καλό. Ξέρεις το βράδυ που είχα πάει για πρώτη φορά βρήκα κι άλλον ένα πελάτη. Περιμένω να με καλέσει. Θέλει να του βάλω ίδια συστήματα στο σπίτι και στην εταιρεία που έχει. Άντε ρε γαμώ το μπας και κάνουμε τίποτα καλύτερο και φύγω από την εταιρεία που δουλεύω. Εκεί, αγάπη μου, έχει χαλάσει το πράγμα. Είναι όλοι τους μαλάκες.

- Αυτό θα είναι καλό. Αλήθεια είχες καμιά απάντηση στα βιογραφικά που έστειλες;

- Όχι, ακόμα. Ξέρεις ότι αυτά τα πράγματα αργούν.

- Ναι, το ξέρω.

Τα βράδυ βάλαμε τη μικρή για ύπνο. Η Ισμήνη ήρθε στο δωμάτιο φορώντας ένα νυχτικό μέχρι τη μέση διάφανο. Ήταν πειρασμός. Έπεσε πάνω μου και άρχισε τα φιλιά. Άρχισα να τη φιλάω παντού. Κατέβηκα και άρχισα να της κάνω ένα γλειφομούνι και την απογείωσα όπως εγώ ήξερα. Ύστερα της σήκωσα τα πόδια και της τον έχωσα. Άρχισα να τη γαμάω δυνατά. Έχυσε. Σε λίγο βγήκα από το μουνί της και της τον έχωσα στον κώλο της. Αργά στην αρχή. Δεν ήθελα να την πονέσω. Σε λίγο ο πούτσος μου χώθηκε ολόκληρος. Άρχισα το μέσα έξω με δύναμη. Έχυσα μέσα στον κώλο της. Ξαπλώσαμε μέσα στις γλύκες, τα χάδια και τα φιλιά.

Το πρωί νωρίς-νωρίς ξύπνησα και πήγα στη δουλειά. Η Ισμήνη θα πήγαινε λίγο αργότερα. Στο δρόμο χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο γνωστός, ο φίλος του Στέφανου. Κανονίσαμε ραντεβού στο σπίτι του στην Κηφισιά. Μετά τη δουλειά πήγαν να κάνω αυτοψία του χώρου. Επέστρεψα κατά τις οχτώ το βράδυ. Μπήκα στο σπίτι και δε βρήκα κανένα. Μόλις έκανα μπάνιο, πήρα την Ισμήνη στο τηλέφωνο. Μου το έκλεισε στα μούτρα. Με παραξένεψε. Δεν ξαναπροσπάθησα. Σε είκοσι λεπτά ήρθε με τη μικρή. Σηκώθηκα να τη φιλήσω. Τραβήχτηκε. Δεν ήξερα τι γινόταν. Έκανα υπομονή. Κάθισα στο σαλόνι. Η Ισμήνη μόλις έβαλε το παιδί για ύπνο, ήρθε στο σαλόνι. Κάθισε απέναντί μου.

- Συμβαίνει κάτι; Της λέω.

- Ναι, συμβαίνει. Είσαι ψεύτης και υποκριτής. Είσαι όπως όλοι σας…

και κοκκίνισε από θυμό.

- Μπορείς να μιλήσεις λίγο ξεκάθαρα σε παρακαλώ;

- Ναι, στη Μύκονο δεν έκανες τίποτα με εκείνες τις πουτάνες που κουβάλησε ο Στέφανος;

- Όχι, νομίζω ότι σου τα εξήγησα όλα.

- Όλα, Δημήτρη; Λες ψέματα. Σήμερα είδα τις φωτογραφίες από το πάρτι του Στέφανου.

- Ποιες φωτογραφίες; Και τι είδες περίεργο;

- Είδα εσένα να έχεις ένα ποτό στο χέρι, και μια ξανθιά να έχει βάλει το χέρι στο στήθος σου και να σε αγκαλιάζει.

- Κοίτα, δεν είναι έτσι. Δεν σου εξήγησε ο Στέφανος, ότι εγώ την απώθησα και δεν έκανα τίποτα με καμία εκείνο το βράδυ;

- Όχι, μου είπε ότι περάσατε καλά· υπονοώντας τα ευνόητα.

- Μα τι λες;… παρ’ τον τηλέφωνο τώρα.

- Όχι, δε χρειάζεται. Η φωτογραφία τα λέει όλα.

Εκείνο το βράδυ μάταια προσπάθησα να την πείσω για το αντίθετο. Είχε θυμώσει για τα καλά. Την άλλη μέρα το πρωί πήρα το Στέφανο στο κινητό. Το σήκωνε κι αυτό μια γραμματέας του. Μου έλεγε συνεχώς ότι είναι σε μίτινγκ. Κόντεψα να τρελαθώ. Το βράδυ γύρισα στο σπίτι. Η κατάσταση συνέχιζε να είναι η ίδια. Η Ισμήνη κοιμόταν στην κρεβατοκάμαρα κι εγώ στο σαλόνι. Έπρεπε να ξεκαθαρίσω τα πράγματα. Δε γίνεται, έλεγα μέσα μου για μια παρεξήγηση να διαλύσω το σπίτι μου.

Με τη δουλειά τα πράγματα πήγαιναν χειρότερα. Μετά από τρεις μέρες ο ιδιοκτήτης μου ανακοίνωσε την απόφαση ότι με σταματάει. Έπεσε ο ουρανός και με πλάκωσε. Ήμουν σε απόγνωση. Το είπα στην Ισμήνη. Μα ήταν ακόμα θυμωμένη. Και φυσικά δεν έδωσε καμία σημασία. Κόντευε να μου στρίψει εκείνες τις μέρες. Ήρθε η μέρα και πήγα να εγκαταστήσω τις κάμερες στον γνωστό του Στέφανου. Μόλις τέλειωσα με πλήρωσε και κανονίσαμε να πάω στα γραφεία της εταιρίας του να στήσω και εκεί κάμερες ασφαλείας. Το είδα σαν το μάνα εξ ουρανού μέσα στην απόγνωση που ήμουν.

Στο σπίτι η κατάσταση συνεχιζόταν. Με την Ισμήνη είχαμε πια κρυώσει. Επικρατούσε μια κατάσταση που δεν ήξερα πώς να διαχειριστώ. Οι μέρες περνούσαν και η κατάσταση έμενε η ίδια.

Ήταν μεσημέρι κοντά. Χτύπησε το κινητό μου. Με κάλεσαν από μια εταιρία, που είχε αντικείμενο ακριβώς στις σπουδές μου. Σχεδιασμός βιομηχανικών μηχανημάτων. Πήγα αμέσως. Μετά την συνέντευξη με τον προσωπάρχη και τον τεχνικό διευθυντή, μου ανακοίνωσαν ότι με προσλαμβάνουν. Το άλλο παρήγορο ήταν ότι ο μισθός μου ήταν σαφώς καλύτερος από την πρώτη μου δουλειά. Γύρισα σπίτι κατά τις έξι το απόγευμα. Πήρα την Ισμήνη να της το πω.

- Αγάπη μου μάντεψε!

- Τι είναι; πες μου γρήγορα, έχω δουλειά.

- Με προσέλαβαν. Από αύριο πιάνω δουλειά. Λοιπόν θα το γιορτάσουμε απόψε.

- Γλέντησέ το μόνος σου ή βρες καμιά πουτάνα να το γλεντήσεις.

Η απάντηση με σόκαρε. Με πήρε από κάτω. Ύστερα σκέφτηκα να πάω να βρω το Στέφανο να ξεκαθαρίσει το θέμα. Την πρώτη βδομάδα αργούσα στη δουλειά. Είχαν εντυπωσιαστεί με τις γνώσεις που είχα. Έτσι κατάφερα να εδραιώσω τη θέση μου, κατά κάποιον τρόπο, στην εταιρεία. Πέρασε και δεύτερη βδομάδα. Σχόλασα. Άφησα το αυτοκίνητο σε ένα πάρκινγκ στο κέντρο της Αθήνας και πήγα να δω κάτι ρούχα. Σε κάποια στιγμή χτυπάει το κινητό μου. Ήταν ο Στέφανος.

- Πού είσαι βρε Δημήτρη! Μου είπαν ότι με ζητούσες.

- Καλησπέρα Στέφανε. Κι εκεί του εξήγησα για το πρόβλημα που δημιουργήθηκε ανάμεσα σε μένα και την Ισμήνη.

- Μη στενοχωριέσαι για γυναίκες φίλε μου!

- Μα δεν πρόκειται βρε Στέφανε για όποια γυναίκα, αλλά για τη γυναίκα μου, την Ισμήνη.

- Και σε τι διαφέρει καημένε. Το μοναστήρι να είναι καλά, κι από καλογέρους…

- Δε συμφωνώ με τις απόψεις σου και το ξέρεις.

- Κοίτα όλες οι γυναίκες όπως σου είπα και στη Μύκονο, βλέπουν το χρήμα και κρίνουν τη γοητεία ενός άντρα.

- Και πάλι θα διαφωνήσω, δε συμβαίνει αυτό σε μένα.

- Λοιπόν, εμείς πάντα θα διαφωνούμε. Κοίτα άμα θέλεις, θα της μιλήσω και θα λυθεί η παρεξήγηση φίλε μου, εντάξει; Μην άγχεσαι!

- Σε ευχαριστώ πολύ. Σου είμαι υπόχρεος.

Κλείσαμε το τηλέφωνο. Κάτι όμως δε μου άρεσε σε όλο αυτό. Έφτασα σπίτι. Η Ισμήνη καθόταν στο σαλόνι. Είχε βάλει τη μικρή για ύπνο μια και πήγε κοντά εννιά όταν γύρισα στο σπίτι. Κάθισα κι εγώ στο σαλόνι. Πήγα να της μιλήσω. Δεν ήθελε κουβέντα.

- Κοίτα Ισμήνη, σήμερα το απόγευμα που γύριζα μίλησα με τον Στέφανο. Είπε ότι θα βρεθούμε κι τρεις και θα σου εξηγήσει ότι δεν έγινε τίποτα.

- Καλά, απάντησε με ένα ψυχρό ύφος.

Ύστερα έφυγε και πήγε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Εγώ πήρα τα σκεπάσματα που είχε ήδη βγάλει και ξάπλωσα στον καναπέ. Ξημέρωσα μέσα στις σκέψεις. Ελάχιστα κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ.

Ήταν Σαββατοκύριακο. Η Ισμήνη μου είπε ότι έχει μια έκτακτη δουλειά στην εταιρεία και θα πήγαινε. Παραξενεύτηκα λίγο αλλά σκέφτηκα ότι στις ναυτιλιακές γίνονται αυτά. Κάθισα με τη μικρή στο σπίτι και ξεχάστηκα. Το μυαλό μου από την άλλη ήταν στο κοριτσάκι μου και στο πρόβλημα που είχε στο πόδι του. Πήρα τηλέφωνο τη Νικολέτα. Μιλήσαμε και με το Μανόλη. Μου είπαν ότι θα ερχόταν στην Αθήνα. Για ένα συνέδριο. Χάρηκα που θα έβλεπα τους δικούς μου. Η Ισμήνη γύρισε πολύ αργά στο σπίτι. Είχε πάει δύο το πρωί. Πρώτη φορά. Παραξενεύτηκα. Μύριζε ποτό. Με το που μπήκε πήγε κατευθείαν στο μπάνιο. Άργησε να βγει. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι.

- Γιατί άργησες; τη ρώτησα ευθέως.

- Καθίσαμε με τα παιδιά στο μπαρ της εταιρίας και πήραμε ένα ποτό. Το ένα έφερε το άλλο, κι έτσι άργησα. Εσείς πώς περάσατε;

- Καλά. Έχεις χαιρετίσματα από τη Νικολέτα και το Μανόλη. Τις επόμενες μέρες θα έρθουν για ένα συνέδριο. Τους είπα να έρθουν εδώ, αλλά ήδη έκλεισαν σε ξενοδοχείο.

- Καλύτερα. Δεν είμαι και στη φάση να τους περιποιηθώ τους ανθρώπους.

- Να σου πω, τι θα γίνει με μας;

- Τι θα γίνει; Τίποτα. Πάω για ύπνο.

Έφυγε.

Την άλλη μέρα το πρωί, σηκωθήκαμε όπως κάθε μέρα για τη δουλειά. Ήταν πολύ σκεπτική. Εγώ έφυγα νωρίτερα. Στη δουλειά μου αναγκάστηκα να καθίσω έως αργά προκειμένου να τελειώσω κάτι σχέδια. Έφευγα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Στέφανος.

- Κοίτα Δημήτρη, που είσαι;

- Μόλις τέλειωσα τη δουλειά. Συμβαίνει κάτι;

- Θα ήθελα να βρεθούμε να σου δώσω κάτι, αλλά δε θα μπορέσω εγώ. Θα μπορέσει ένας δικός μου άνθρωπος. Έχω να σου δώσω κάτι που θέλω να το δεις.

- Τι είναι; Είναι κάτι επείγον; Έγινε τίποτα με τα συστήματα που βάλαμε;

- Όχι, αυτά είναι ok. Δουλεύουν ρολόι.

- Καλά όπως θέλεις.

Το ραντεβού κανονίστηκε κάπου στο κέντρο της Αθήνας. Ήρθε ο άνθρωπος. Πρώτη φορά τον έβλεπα. Μου έδωσε ένα DVD.

- Να το δεις απόψε και μόνος σου.

- Εντάξει, είπα με μια αγωνία.

Έφυγε. Πήγα στο σπίτι. Παρκάρισα το αμάξι. Πήρα το λάπτοπ και έβαλα το δίσκο. Ήταν ένα βίντεο. Στην αρχή μιλούσε ο Στέφανος.

"Λοιπόν φίλε μου, όπως σου είπα, όλες οι γυναίκες είναι ίδιες. Απλά στην τιμή διαφέρουν".

Το βίντεο παρακάτω έδειχνε την Ισμήνη να της την πέφτει ο Στέφανος. Εκείνη στη αρχή αντέδρασε. Ύστερα εκείνος της πρότεινε το ποσό των 50.000 ευρώ να περάσει ένα βράδυ μαζί του. Το βίντεο σταματούσε. Και άρχιζε άλλη μέρα. Η συζήτηση ήταν η ίδια. Το συνέχιζε προφανώς μέχρι να την πείσει.

- Το σκέφτηκες; Η Προσφορά είναι καλή. Για ένα βράδυ τι θα πάθεις; Θα είμαι εγώ μόνο. Έτσι θα τον εκδικηθείς για το κεράτωμα. Εκείνο το βράδυ ο Δημήτρης δε γάμησε αυτή που είδες στη φωτογραφία, αλλά άλλες δύο. Λοιπόν τι λες;

- Εντάξει, λέει με κάποιο δισταγμό αρχικά. Τα χρήματα;

- Θα μου δώσεις το ΙΒΑΝ και θα στα μεταφέρω μπροστά σου.

Το βίντεο συνέχιζε με την ημερομηνία να είναι εκείνη που άργησε στην εταιρία. Η Ισμήνη έπινε ένα ποτό στο γραφείο του. Ύστερα άρχισε να τη φιλάει. Της χούφτωνε τα βυζιά. Σε λίγο ήταν γυμνοί. Εκείνη ήπιε άλλο ένα ποτό. Όλη η διαδικασία έμοιαζε λες κι ήταν ερωτευμένοι. Έβγαζαν ένα πάθος. Δεν πίστευα στα μάτια μου και στα αυτιά μου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Την έβαλε στο γραφείο και την έβαλε να του πάρει πίπα. Μετά την έβαλε μπρούμυτα πάνω στο γραφείο. Τη γαμούσε με δύναμη. Η ίδια, από τους μορφασμούς, έδειχνε να το απολάμβανε. Ύστερα μπήκε στον κώλο της. Έχυσε μέσα της. Σηκώθηκαν και έβαλαν άλλο ένα ποτό. Ύστερα το ξαναέκαναν άλλη μια φορά. Στο τέλος όταν τελείωσαν, η Ισμήνη το ζήτησε τα χρήματα. Ο Στέφανος πήγε στο λάπτοπ και μετέφερε το ποσό που είχαν συμφωνήσει.

- Αυτά δικά σου. Κοίτα υπάρχει και μια άλλη προσφορά. Πιο μεγάλη.

- Αποκλείεται!

- Δεν πρόκειται για γαμήσι. Θέλω να χωρίσεις το Δημήτρη. Η Προσφορά είναι 150.000 ευρώ. Τον βάζεις, υπογράφει την αίτηση, και μετά μου τη φέρνεις, μου τη δείχνεις και παίρνεις το χρήμα. Βέβαια εσείς μπορείτε να τα ξαναβρείτε μετά, αλλά δε με αφορά. Λοιπόν τι λες;

- Γιατί το κάνεις αυτό Στέφανε;

- Γιατί; Επειδή πάντα σε εκτιμούσα. Και φυσικά το τομάρι σε πρόδωσε.

- Εντάξει.

- Τότε αύριο κιόλας θα πάρεις μια αίτηση που θα ετοιμάσει ένας νομικός και θα του τη δώσεις. Τόσο απλά.

- Κι αν δεν υπογράψει;

- Τότε δεν έχει χρήματα.

Το βίντεο εκεί κοβόταν. Πήγα στο σπίτι. Η Ισμήνη καθόταν στο σαλόνι. Δεν είπα ούτε καλησπέρα. Πήγα στο μπάνιο. Έκανε μια ώρα να βγω. Καθόμουν και σκεφτόμουν. Ύστερα βγήκα σε μια στιγμή.

- Είσαι καλά;… μου λέει;

- Ναι, πολύ καλά. Εσύ;

- Καλά κι εγώ. Θέλεις να σου βάλω να φας;

- Όχι, δεν πεινάω.

- Κοίτα Δημήτρη, θέλω να χωρίσουμε. Το σκέφτηκα όλες αυτές τις μέρες. Λυπάμαι δε μπορώ να σε συγχωρήσω για αυτό που έγινε στην Μύκονο.

Σώπασα. Από την μια σκεφτόμουν να τη σπάσω στο ξύλο κι ύστερα να πάω να σπάσω κι αυτόν τον μαλάκα, αλλά γιατί, αναρωτήθηκα από μέσα μου. Τι θα κέρδιζα; Μετά από αυτό ένιωσα μια μεγάλη απογοήτευση. Δεν περίμενα τέτοια συμπεριφορά από την Ισμήνη. Τον έρωτα της ζωής μου. Τέτοια προδοσία!

- Το έχεις αποφασίσει; Ρώτησα μετά από κάποια λεπτά σκέψης.

- Ναι, μου λέει με ένα ψύχραιμο ύφος.

- Εντάξει λοιπόν, θα το κανονίσουμε μεθαύριο με τους δικηγόρους μας.

- Έχω την αίτηση έτοιμη.

- Να τη διαβάσω.

Την πήρα τη διάβασα προσεκτικά. Δε ζητούσε τίποτα στην ουσία. Ούτε διατροφή ούτε τίποτα.

"Το τσογλάνι επίτηδες την έφτιαξε έτσι ώστε να υπογράψω γρήγορα. Κάτι άλλο ετοιμάζει, σκέφτηκα. Κάτι που δε φαίνεται στο βίντεο.

- Κοίτα, δεν την υπογράφω. Θέλω να το σκεφτώ πρώτα. Άσε μού την να τη μελετήσω ξανά και θα την υπογράψω, αλλά θέλω το χρόνο μου. Δεν είμαι σαν και του λόγου σου να παίρνω τόσο γρήγορες αποφάσεις.

- Τι εννοείς;

- Ξέρεις εσύ. Να, εσύ γι’ αυτό το χαρτί που μου δίνεις τώρα, δεν ζορίστηκες και πολύ να αποφασίσεις κάτι τέτοιο. Προφανώς και έχεις τους λόγους σου. Σου εξήγησα ότι στη Μύκονο δεν έκανα τίποτα, αλλά από ό,τι βλέπω δεν πείθεσαι. Ε, τι να κάνω; Δε μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Αφού το θέλεις έτσι…

- Τότε γιατί δεν υπογράφεις να τελειώνουμε;…

είπε με ένα ψυχρό ύφος, που όμως έκρυβε μια αγωνία πίσω από αυτό.

- Γιατί τόση πρεμούρα αγάπη μου; Μια τυπική διαδικασία είναι; Εξάλλου μην περιμένεις να βγει αύριο το πρωί το διαζύγιο. Θα πάρει κάποιους μήνες.

- Ναι, αλλά γιατί δεν το υπογράφεις; Αφού κι εσύ το βλέπεις ότι δεν πάει.

- Κοίτα, το πρόβλημα μεταξύ μας έχει δεν έχει ενάμισι μήνα. Μου είναι απορίας άξιο, να βιάζεσαι τόσο. Μέχρι πριν λίγο καιρό μου έλεγες ότι με αγαπάς. Και τώρα με σβήνεις από τη ζωή σου έτσι απλά; Δεν σου το είχα ρε γαμώ το. Μήπως συμβαίνει κάτι άλλο; Να σου πω, υπάρχει άλλος; Πες μου να ξέρω, γιατί με όλα τούτα που μου συμβαίνουν, μόνο εκεί πάει το μυαλό μου. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο και το ανακαλύψω αργότερα, άσχετα αν έχω υπογράψει την αίτηση διαζυγίου ή όχι, θα σας τσακίσω στο ξύλο και σένα κι αυτόν. Δε με ξέρεις από την καλή νομίζω. Θα σας σακατέψω να το ξέρεις. Αν μου το ομολογήσεις όμως τώρα, ίσως γλιτώσετε τουλάχιστον το ξύλο.

- Δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Στο ορκίζομαι. Και σταμάτα να κάνεις τον νταή, δε σε φοβάμαι.

- Καλώς. Θέλω το χρόνο μου όμως. Θα το μελετήσω, θα το δείξω σε δικό μου δικηγόρο και θα δω. Μπορεί αυτό το γαμημένο το χαρτί να έχει καμιά παγίδα. Από τη στιγμή που πήρες έτσι όπως πήρες τις αποφάσεις σου, πού ξέρω τι άλλο μπορεί να μου μαγείρεψες;

- Εντάξει, είπε κι έφυγε σκεπτική στην κρεβατοκάμαρα.

Την άλλη μέρα, έφυγα για τη δουλειά. Πήρα μαζί μου την αίτηση. Την έβαλα σε ένα φάκελο. Γύρισα αργά το απόγευμα. Μετά από λίγο ήρθε και η Ισμήνη.

- Καλησπέρα. Λοιπόν την υπόγραψες;

- Πάρε μια ανάσα γαμώ τη φάρα σου… είπα με έναν εκνευρισμό. Ύστερα μαλάκωσα το ύφος μου. Με συγχωρείς, δεν πρόλαβα να τη μελετήσω. Σου υπόσχομαι όμως, ότι θα βρω χρόνο και θα τη μελετήσω σύντομα.

- Σε παρακαλώ μην το καθυστερείς.

- Α, να σου πω, αυτό όμως πέρα από το τυπικό σημαίνει ότι κάποιος θα φύγει από το σπίτι. Δεν αναφέρει, από ό,τι θυμάμαι, κάτι τέτοιο το χαρτί που μου έφερες. Κοίτα επειδή έχω επίγνωση των πραγμάτων κι ας νομίζουν κάποιοι ότι δεν έχω, θα μείνουμε μαζί μέχρι να χειρουργηθεί το παιδί. Δε νομίζω να έχεις αντίρρηση. Οπότε αν συμφωνείς να προσθέσουμε αυτόν τον όρο στο τέλος και να τον υπογράψουμε κι δυο.

- Όχι, δεν έχω αντίρρηση.

- Κοίτα όλο αυτό το μεσοδιάστημα, αν υπάρχει γκόμενος, μην κάνεις τη μαλακία και τον φέρεις μπροστά στο παιδί, θα τον πάρουν τέσσερις.

- Όχι, δεν υπάρχει. Και σταμάτα να κάνεις τον νταή σε παρακαλώ.

- Καλά…

Σταμάτησα κάποια στιγμή να μιλάω. Σκεφτόμουν ότι η Ισμήνη δεν γνωρίζει τι εκπαίδευση έχω στις πολεμικές τέχνες, αλλά δεν πειράζει είπα. Καλύτερα έτσι. Ήξερα ότι όλα αυτά που έγιναν, έγιναν από τον Στέφανο για να ικανοποιήσει τον εγωισμό του. Εκείνο που με πονούσε όμως ήταν η προδοσία της Ισμήνης. Δεν την περίμενα. Όχι, έλεγα πολλές φορές μέσα μου, δεν είναι δυνατόν να είναι αλήθεια. Δεν ήθελα να το πιστέψω· αλλά το βίντεο δεν άφηνε αμφιβολίες. Δεν ήταν απλά η πράξη του σεξ μεταξύ τους. Ήταν κι ολόκληρη η στιχομυθία που αντάλλαξαν πριν γίνει οτιδήποτε. Το έκανε συνειδητά. Πίστεψε ένα κάθαρμα κι όχι εμένα. Και δεν ήταν απλά μια εκδίκηση, πουλήθηκε στην ουσία. Δυο φορές.

- Τι σκέφτεσαι; Με ρώτησε.

- Κοίτα Ισμήνη, όπως ξέρεις η Νικολέτα θα έρθει με το Μανόλη για συνέδριο. Μου είπε ότι ένας γνωστός Έλληνας γιατρός που εγχειρίζει στο Λονδίνο θα κάνει κι εδώ εγχειρίσεις. Είναι ευκαιρία για το παιδί νομίζω. Θα ζητήσω ένα μικρό δάνειο και θα το προχωρήσουμε.

- Αυτό είναι ένα πολύ ευχάριστο νέο. Κι αν δεν μπορέσεις να πάρεις δάνειο, θα ζητήσω απ’ το Στέφανο να μας βοηθήσει. Θα του τα ξεχρεώσω σιγά-σιγά. Θα δώσω εγώ τα χρήματα.

- Δεν χρειάζεται, εγώ είμαι ο πατέρας κι εγώ θα το πάρω πάνω μου. Θα δούμε, κάτσε να έρθει εκείνη η ώρα.

Την άλλη μέρα ξύπνησα νωρίς. Πριν φύγω για τη δουλειά υπέγραψα τον γαμημένο το χαρτί και το άφησα στο τραπέζι της κουζίνας.

Δίπλα ένα σημείωμα. «Ορίστε η ελευθερία σου. Και κατάθεσέ το γρήγορα, να τελειώνουμε επιτέλους.»

Γύρισα στο σπίτι μετά τις δέκα. Δεν είπα ούτε καλησπέρα. Ξάπλωσα στον καναπέ. Ήρθε η Ισμήνη. Κάθισε απέναντι. Εγώ είχα ένα σωρό νεύρα. Τα σκέφτηκα όλα στη δουλειά και κόντεψα πάλι να σαλτάρω.

- Θέλεις κάτι;

- Κοίτα, πρέπει να μην κόψουμε εντελώς την επικοινωνία μεταξύ μας. Έχουμε και ένα παιδί. Σε παρακαλώ να το προσέξεις αυτό.

Ήθελα να τη σπάσω στο ξύλο. Κρατήθηκα.

- Κάτσε να περάσουν λίγες μέρες. Μου ήρθε λόγο ξαφνικό, της είπα. Όλα θα ρυθμιστούν όπως πρέπει.

- Τι εννοείς;

- Κάτσε να δούμε τι θα γίνει με τη μικρή. Ξεκουμπίσου, όμως τώρα από τα μάτια μου τώρα, γιατί μου προκαλείς αηδία. Τσακίσου μέσα στο δωμάτιό σου πριν μου γυρίσει το μάτι. Έλα, σπάσε!

Γούρλωσε τα μάτια και με κοιτούσε. Δεν το πίστευε ότι θα αντιδρούσα έτσι. Σηκώθηκε και έφυγε.

Την άλλη μέρα μετά τη δουλειά βγήκα με δύο συναδέλφους. Πήγαμε σε ένα μπαράκι στο Γκάζι. Μας πήρε αργά. Γύρισα μισοπιωμένος στο σπίτι. Η Ισμήνη με περίμενε. Δεν της μίλησα. Πήγε σε μια στιγμή κάτι να μου πει. Την έστειλα στο διάολο. Έφυγε φοβούμενη επεισόδιο κι ότι θα ξυπνούσε το παιδί ίσως.

Την επόμενη έγινε το ίδιο. Έτσι συνέχισα για όλη τη βδομάδα. Όλη την βδομάδα δεν κάθισα ούτε μια στιγμή στο τραπέζι μαζί της. Ήρθε το Σάββατο. Η Ισμήνη είχε βγει για ψώνια. Άλλοτε πηγαίναμε μαζί· δεν την άφηνα ποτέ να σηκώνει βάρη. Η μικρή κοιμόταν όταν σηκώθηκα. Πήγα στο υπνοδωμάτιο. Άνοιξα το συρτάρι της Ισμήνης και πήρα ένα σημειωματάριό της. Το ξεφύλλισα. Σε κάποια σελίδα είδα να έχει σημειώσει νέους κωδικούς από το e banking. Αμέσως τους αντέγραψα και άφησα τα πράγματα όπως ήταν. Μόλις γύρισε, εγώ ήμουν έτοιμος ντυμένος.

- Θα φύγεις;

- Ναι, και να μην με περιμένεις να γυρίσω. Θα έρθω πρωί.

- Πού θα πας;

- Στον αγύριστο.

- Καλά.

Έφυγα. Πήρα το αμάξι. Πήγα δυο στενά πιο πέρα. Μπήκα στην τράπεζα. από τον κοινό λογαριασμό που είχαμε με έβγαλε από δεύτερο δικαιούχο.

«Γιατί;» σκέφτηκα. «Ίσως δεν ήθελε να δω το αδικαιολόγητο αυτό ποσό. Ίσως να ήθελε να με βγάλει από τη ζωή της.»

Το ποσό των 200.000 ήταν εκεί. Άλλαξα το τηλέφωνο επικοινωνίας να μην έρχονται τα μηνύματα σ’ εκείνη και έβαλα το δικό μου. Άρχισα να εμβάλλω τα χρήματα στο δικό μου λογαριασμό. Αυτό το συνέχισα μέχρι τη Δευτέρα το μεσημέρι. Όλα τα χρήματα της προδοσίας τα είχε χάσει. Τις επόμενες μέρες δε μιλούσαμε σχεδόν καθόλου. Εγώ φρόντισα να ακυρώσω όποιες κάρτες είχε σε δικό μου λογαριασμό. Μετά από τρεις μέρες πήγα στην τράπεζα και έβγαλα επιταγές με το ποσό αυτό και τις κατέθεσα σε άλλο λογαριασμό που είχα σε άλλη τράπεζα. Ήταν Πέμπτη απόγευμα. Άργησε να έρθει. Ήταν Οχτώ το βράδυ. Μπήκε μέσα έξαλλη.

- Καλά τι έκανες; Γιατί μου πήρες τα λεφτά;

- Ποια λεφτά βρε Ισμήνη μου; Εσύ αν θυμάμαι καλά είχες δεν είχες χίλια ευρώ.

- Μην κάνεις πως δεν ξέρεις Δημήτρη! Διακόσιες χιλιάδες μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό σου.

- Μου έκανες τέτοιο δώρο μωρό μου; Θα πάω αύριο να δω. Και για να έχουμε καλό ερώτημα, πού βρέθηκαν τόσα χρήματα στο λογαριασμό σου;

Σώπασε. Ξεροκατάπιε μια στιγμή.

- Αυτό είναι δικό μου θέμα.

- Εγώ δεν έχω χρήματα στο λογαριασμό μου. Θέλεις να δεις; Πάμε στην τράπεζα τώρα. Αλήθεια, εσύ γιατί ακύρωσες την κάρτα μου;

Κόμπιασε.

- Πήγα να τσεκάρω τι λεφτά έχουμε. Με πέταξε έξω το σύστημα. Και για πες μου σε παρακαλώ, πού βρέθηκαν τόσα χρήματα που λες ότι είχες στο λογαριασμό σου; Σου έδωσε ο Στέφανος; Είπες ότι θα του ζητούσες για το χειρουργείο όταν έρθει η ώρα…

είπα προκειμένου να δω πού θα έφτανε η υποκρισία της.

- Ναι.

- Και τόσα χρήματα βρε Ισμήνη; Σαν πολλά δεν είναι; Κοίτα η εγχείρηση άντε να κοστίσει το πολύ δέκα χιλιάρικα. Αλλά διακόσια ολόκληρα χιλιάρικα; Κάποιο λάκκο έχει η φάβα κι εγώ έχω άγνοια. Μήπως μπήκαν κατά λάθος κι ύστερα ακυρώθηκε το ποσό;

- Δεν ξέρω πρέπει να το δω με την τράπεζα.

- Να το δεις. Μη μπλέξεις και με την εφορία. Αδικαιολόγητος πλούτος! Πόθεν έσχες! Πρόσεξέ τα αυτά! Σήκω όμως πάμε τώρα να τσεκάρουμε με την κάρτα τα χρήματα. Είπα με ένα ειρωνικό ύφος που το εισέπραξε σίγουρα.

Φύγαμε με το αμάξι για την πιο κοντινή τράπεζα. Ήταν φρικαρισμένη. Το απολάμβανα. Πρώτος τσεκάρισα τον λογαριασμό μου εγώ. Πείστηκε όταν είδε ότι δεν είχα παρά μόνο δυόμιση χιλιάδες.

- Λοιπόν, η σειρά σου.

Έβαλε την κάρτα της. Τα χέρια της έτρεμαν. Δεν υπήρχαν παρά μόνο 800 €.

- Λοιπόν, θα μου πεις πού βρέθηκαν τόσα χρήματα που λες;

Δε μιλούσε. Κοίταζε σαν χαμένη.

- Πάμε σπίτι.

Ακολούθησε. Στο αυτοκίνητο κρατούσε το κινητό της. Ήταν σε μεγάλο δίλημμα. Προφανώς σκεφτόταν να πάρει το Στέφανο. Όλο το βράδυ ήταν σαν χαμένη. Κλείστηκε στο δωμάτιο και έκλαιγε. Μόνο έκλαιγε. Την άλλη μέρα πήγα στη δουλειά. Στο διάλειμμα με πήρε η Νικολέτα.

- Δημήτρη μου, σου έχω ευχάριστα νέα. Μιλήσαμε με το γιατρό. Δε θέλει χρήματα. Για λόγους επίδειξης θα κάνει το χειρουργείο χωρίς χρήματα. Λοιπόν τι λες;

- Είσαι ένα άγγελος. Αδερφούλα μου δεν έχω λόγια να σε ευχαριστήσω.

Έστειλα ένα μήνυμα στην Ισμήνη. Της εξήγησα για την ευχάριστη εξέλιξη για το θέμα της μικρής. Όταν γυρίσαμε σπίτι εγώ ήμουν ευδιάθετος, χαρούμενος. Έπαιζα με την μικρή που μόλις ήρθε από τον παιδικό σταθμό. Σε λίγο ήρθε και η Ισμήνη. Την περίμενα με ένα χαμόγελο. Η ίδια μπήκε μαγκωμένη, ψυχρή. Μόλις με είδε χαμογέλασε μηχανικά.

- Ισμήνη μου είδες το μήνυμα;

- Ναι, το είδα.

- Κοίτα, της λέω, ιδιαιτέρως πρέπει να προετοιμάσουμε τη μικρή. Με ωραίο τρόπο.

- Ναι, συμφωνώ, είπε σκεπτική.

Οι μέρες πέρασαν. Ήμαστε τυπικοί μεταξύ μας. Έφτασε η μέρα του χειρουργείου. Πήγαμε τη μικρή στην κλινική. Το χειρουργείο έγινε κανονικά. Η μικρούλα μας θα μπορούσε πια να παίξει και να τρέξει όπως όλα τα παιδιά. Όλες τις μέρες η Ισμήνη πήρε άδεια και ήταν δίπλα της. Εγώ έφευγα από τη δουλειά νωρίτερα, μια και ήξεραν το θέμα μου.

Βγήκαμε επιτέλους. Πήγαμε σπίτι. Πέρασε ένας μήνας και το παιδί όχι μόνο ανάρρωσε αλλά και περπατούσε πια κανονικά.

- Λοιπόν θα μου πεις τι έγιναν τα χρήματα; Με ρώτησε ένα απόγευμα που ήμαστε μόνοι μας.

- Θα μου πεις εσύ πού τα βρήκες;

- Σου είπα τα δανείστηκα.

- Ok... θα περιμένω πέντε λεπτά να μου πεις την αλήθεια.

- Ποια αλήθεια; Αυτή είναι η αλήθεια που σου είπα.

Σηκώθηκα, πήγα στην κουζίνα. Έβαλα ένα ποτήρι νερό και γύρισα στο σαλόνι. Πήρα το λάπτοπ. Μπήκα στην τράπεζα.

- Θέλω να το δεις αυτό κυρία Ισμήνη, της είπα με ειρωνικό τρόπο.

Μετέφερα τα χρήματα στο λογαριασμό της. Όλα.

- Σε δύο μέρες θα μπορείς να τα έχεις στα χέρια σου. Βλέπεις δεν μου αρέσουν ούτε οι απάτες κι οι κλεψιές. Είναι και κάτι ακόμα που έπρεπε όμως να το σκεφτώ νωρίτερα. Ίσως να μην είχαμε φτάσει στο χωρισμό. Πάρε τηλέφωνο σ’ αυτό το νούμερο. Είναι ο φύλακας το Στέφανου.

- Γιατί να το κάνω;

- Πάρε πρώτα και θα δεις. Θα σου λυθούν πολλές απορίες για μένα. Ας αρχίσουμε πρώτα από αυτό.

Τον πήρε.

- Ρώτα τον τι έγινε το βράδυ του πάρτι.

Τον ρώτησε.

«Τι λες κοπέλα μου. Δεν υπάρχει καλύτερος και πιο τίμιος άνθρωπος που ξέρω στον κόσμο. Ήταν όλες οι σουρλουλούδες όμορφες. Αλλά ο άντρα σου ήταν βράχος ηθικής. Πέρασε σχεδόν το βράδυ συζητώντας μαζί μου για διάφορα θέματα. Πήγε κάποια να του την πέσει, αλλά όχι μόνο την έδιωξε αλλά της την είπε, την πρόσβαλε.»

Έκλεισαν το τηλέφωνο. Η Ισμήνη καθόταν μαζεμένη.

- Συγγνώμη, μου είπε δακρυσμένη.

Και μια με μια κίνηση έβγαλε την αίτηση διαζυγίου. Την έσκισε μπροστά μου.

- Δεν θέλω να χωρίσουμε.

- Εγώ όμως θέλω.

- Να μην προσπαθήσουμε να τα βρούμε, βρε αγάπη μου;

- Τι στον πούστη; Έγινα ξαφνικά αγάπη σου; Όχι, τουλάχιστον τώρα όχι. Δεν μπορώ να σε πλησιάσω. Σε σιχαίνομαι.

- Γιατί; Επειδή σου έφερα το χαρτί μέσα στο θυμό μου;

- Πού βρήκες τα χρήματα; Λέγε! Ο μόνος τρόπος να δεχθώ να προσπαθήσομε ξανά μαζί μας είναι να μου πεις πού βρήκες τα χρήματα. Την αλήθεια μόνο. Μια σχέση δε μπορεί να μην βασίζεται στην αλήθεια.

- Σου είπα, τα δανείστηκα!

- Λες ψέματα, αλλά δεν περίμενα να είσαι τόσο πουτάνα. Απλά είσαι πιο ακριβοπληρωμένη κι από εκείνες που έφερε ο Στέφανος στην Μύκονο. Αλλά δεν παύεις να είσαι και εσύ μια πουτάνα και τίποτα άλλο.

- Γιατί το λες αυτό;…

είπε προσπαθώντας να δείξει κάπως θυμωμένη, αλλά στα μάτια της φαινόταν η ανησυχία που ένιωθε. Δε μίλησα. Σηκώθηκα και έβαλα ένα στικάκι με το βίντεο που μου έστειλε ο Στέφανος. Άνοιξα την ένταση.

- Λοιπόν για πουτάνα πολυτελείας κάνεις. Αφού κατάφερες να πάρεις πενήντα χιλιάδες για δυο γαμήσια, σου βγάζω το καπέλο. Μπράβο ξέρεις να πουλιέσαι καλά. Και δεν σου το είχα. Το έχεις το ταλέντο στο αίμα σου!

Στο βίντεο έδειχνε τη συζήτηση μετά το γαμήσι για τα 150.000 ευρώ που της έδωσε ο Στέφανος για να με σουτάρει.

- Ξέρεις με το Στέφανο είχαμε μια συζήτηση και φυσικά διαφωνία. Ισχυριζόταν ότι όλες οι γυναίκες είναι ίδιες πουτάνες. Η διαφορά είναι μόνο στην τιμή. Ισχυριζόταν ότι η συνείδηση μια γυναίκας εξαγοράζεται όπως και το κορμί της. Διαφώνησα μαζί του. Είχε όμως δίκιο ο μπάσταρδος. Εσύ τι λες; Είχε ή δεν είχε δίκιο;

Είχε χλομιάσει. Σε κάποια στιγμή φοβήθηκα ότι θα πάθαινε κάτι. Πήγα στην κουζίνα. Πήρα ένα ποτήρι νερό και της το έδωσα. Έτρεμε και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Έβαλε το κεφάλι στα γόνατα. Την έπιασε υστερία. Ύστερα άρχισε να χτυπιέται. Μελάνιασε και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Πήρα τη Λένα τηλέφωνο. Ήταν το πιο κοντινό άτομο που μπορούσα να φωνάξω. Σταμάτησα το βίντεο κι έβγαλα το στικάκι.

Η Λένα ήρθε σε λιγότερο από πέντε λεπτά. Η Ισμήνη ήταν ακόμα σε σοκ. Την πήρα και την πήγα στο νοσοκομείο. Της προσέφεραν τις πρώτες βοήθειες. Είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Όλο το βράδυ έμεινα μαζί της και τη φρόντιζα. Την άλλη μέρα βγήκαμε. Δεν μιλούσαμε.

- Κοίτα Ισμήνη, ότι έγινε, έγινε μεταξύ μας. Το παιδί πρέπει να έχουμε έννοια. Εμείς μια χαρά τα σκατώσαμε. Πρέπει να σταθούμε όρθιοι για το παιδί κατάλαβες;

Φτάσαμε στο σπίτι. Η Λένα ήταν εκεί με τη μικρή. Σε λίγο μείναμε μόνοι μας.

- Προσπάθησες να με κοροϊδέψεις μέχρι την τελευταία στιγμή. Γιατί μου το έκανες αυτό;

Και πάλι δεν μιλούσε.

- Κοίτα, θα χωρίσουμε. Δε μπορώ να καθίσω μαζί σου άλλο. Πληγώθηκα όσο δεν μπορείς να φανταστείς. Απόψε θα φύγω κιόλας από το σπίτι.

Το βράδυ έφυγα. Πήγα σε ένα ξενοδοχείο. Έπρεπε να σκεφτώ. Να βάλω το μυαλό μου σε τάξη. Την επόμενη η Ισμήνη δεν πήγε για δουλειά. Τη Δευτέρα δήλωσε παραίτηση. Το μεσημέρι με πήρε τηλέφωνο ο Στέφανος.

- Είδες φίλε μου, ότι με το χρήμα κάνεις τα πάντα;

- Κοίτα πούστη, φρόντισε να μην σε πετύχω πουθενά. Θα μείνεις ανάπηρος. Και τότε θα καταλάβεις ότι με όσο χρήμα κι αν έχεις, θα είσαι ένας ανάπηρος. Κατάλαβες μπάσταρδε. Να παρακαλείς να μην σε πετύχω μόνο…

κι έκλεισα το τηλέφωνο μέσα στα νεύρα. Ήθελα να την πληρώσει κι αυτός. Τις επόμενες μέρες της πήγα την καινούργια αίτηση να την υπογράψει. Είχε χάσει το χρώμα της.

- Όχι, δεν υπογράφω, είπε με ένα τρομαγμένο ύφος.

- Καλά, ετοιμάσου τότε για ρεζιλίκια στα δικαστήρια.

Άρχισε να κλαίει, να με παρακαλεί να τη συγχωρέσω. Έφυγα. Πήγα στο ξενοδοχείο που έμενα. Ύστερα, βγήκα σε ένα μπαράκι στο Κολονάκι. Καθόμουν μόνος μου. Σε μια στιγμή βλέπω μια όμορφη γυναίκα να με πλησιάζει.

- Είσαι ο Δημήτρης;

- Ναι, γνωριζόμαστε;

- Τάνια. Είμαι η γυναίκα του Στέφανου.

- Ω! Χαίρω πολύ!

- Κοίτα, τα ξέρω όλα. Ο Στέφανος είναι ένας μαλάκας. Τίποτα άλλο. Λυπάμαι γι’ αυτό που έγινε. Τα έμαθα όλα. Πώς είσαι με τη γυναίκα σου;

- Σκατά. Χωρίσαμε.

- Βρήκε το αδύνατο σημείο της, το παιδί και το ψέμα που είπε για την δήθεν απιστία που της έκανες. Λυπάμαι. Τα έμαθα από μια φίλη μου που δουλεύει στο γραφείο του. Τώρα τελευταία μάλιστα, προσέλαβε στο σπίτι που έχει στο νησί από όπου είναι η γυναίκα σου, τα αδέρφια της Ισμήνης. Του φροντίζουνε το σπίτι. Μπορεί να σχεδιάζει και κάτι άλλο.

Κάθισα και της τα είπα όλα. Ύστερα χαλαρώσαμε. Λέγαμε αστεία. Η ατμόσφαιρα είχε φτιάξει πολύ ανάμεσά μας.

Βγήκαμε από το μπαρ. Είχε πιει λίγο και είχε ζαλιστεί. Με κοιτάει στα μάτια και μου δίνει ένα ξαφνικό φιλί στο στόμα. Ανταπέδωσα αμέσως. Μπήκαμε στο αμάξι μου και πήγαμε χωρίς πολλά-πολλά στο ξενοδοχείο που έμενα. Μπήκαμε στο δωμάτιο. Ζήτησε να πάει στο μπάνιο. Σε λίγο βγήκε μόνο με τα εσώρουχα. Αρχίσαμε τα φιλιά. Σε λίγο βρέθηκα πάνω της να της γλείφω το μουνί. Η ίδια αντέδρασε με μια καταπληκτική πίπα. Με έκανε πύραυλο. Την ξάπλωσα, της έβαλα τα πόδια στον ώμο και άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Αυτή η γυναίκα έβγαζε ένα απίστευτο πάθος. Έχυσα μέσα της. Δε με εμπόδισε καθόλου.

"Θα παίρνει αντισύλληψη", σκέφτηκα.

Μέχρι το πρωί δεν κοιμηθήκαμε καθόλου. Το κάναμε με όλους τους δυνατούς τρόπους. Χωρίσαμε έχοντας ανανεώσει το ραντεβού για το βραδάκι. Ήρθε στο ξενοδοχείο. Πήγαμε κατευθείαν στο δωμάτιο. Γυμνωθήκαμε και πέσαμε αμέσως στο κρεβάτι. Πήρε την πρωτοβουλία και μου άρχισε μια υπέροχη βαθιά πίπα. Σε λίγο με καβάλησε. Άρχισε να γαμιέται πάνω μου σα λυσσασμένη. Έχυνε συνέχεια. Έφτασε δύο φορές σε οργασμό. Έχυσα μέσα της, έγειρε πάνω μου. Δε μιλούσαμε. Χαλαρώναμε από την ένταση. Ύστερα ξαπλώσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο.

Για μια βδομάδα είχαμε ξεσκιστεί στο γαμήσι. Μάλιστα την είχαμε δει να φωτογραφιζόμαστε την ώρα του σεξ σε διάφορες στάσεις. Το ξεκίνησε εκείνη και εγώ απλά το συνέχισα. Ήρθε το Σάββατο.

- Λοιπόν Δημήτρη, πρέπει να γυρίσω πίσω στον άντρα μου. Πήρα την εκδίκησή μου. Νομίζω ότι πήρες κι εσύ τη δική σου. Κοίτα να τα βρεις με τη γυναίκα σου. Δε φταίει αυτή.

- Φταίει. Κοίτα το να με είχε απατήσει και να το μετάνιωνε… ίσως. Αλλά βρε Τάνια μου, πληρώθηκε ακόμα και να με χωρίσει. Το καταλαβαίνεις; Ήθελε να με ποδοπατήσει εντελώς.

- Ναι, σε καταλαβαίνω. Αλλά όλα τα έκανε νομίζοντας ότι εσύ την απάτησες. Κι ύστερα ήταν και το πρόβλημα με τη μικρή.

- Δεν ξέρω. Δε μπορώ ακόμα. ίσως πρέπει να περάσει λίγος καιρός, ή μάλλον πολύς.

- Μη νομίζεις ότι κι εγώ θα του τη χαρίσω. Απλά περιμένω την κατάλληλη στιγμή. Έννοια σου. Την πρώτη κίνηση την έκανα μαζί σου. Και να ξέρεις ότι πέρασα πολύ όμορφα.

Ο καιρός περνούσε. Ήρθε το καλοκαίρι. Η μικρή έπρεπε να πάει στη θάλασσα. Αποφασίσαμε με την Ισμήνη να τους πάω εγώ στο νησί. Θα έφευγα την άλλη μέρα. Το βράδυ έκλεισα σε ξενοδοχείο. Η Ισμήνη δεν ήθελε.

- Άσε με βρε Ισμήνη. Οι δικοί σου δε με θέλανε ζωγραφιστό να με δούνε όταν είμαστε ακόμα καλά… και τώρα… τι μου λες; Κι εξάλλου γιατί να το κάνω. Να δείξω ότι με πιάνετε και μαλάκα από πάνω;

Πήγαμε στο νησί. Τις βοήθησα να κατεβάσουν τα πράγματα. Μπήκα στο σπίτι του πεθερού μου. Αμέσως ένιωσα την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Τους χαιρέτησα τυπικά και έφυγα. Πήγα στο ξενοδοχείο. Βγήκα το βράδυ σε ένα παραλιακό μαγαζί να φάω. Εκεί, δίπλα μου μια παρέα μιλούσαν κι έλεγαν για τον κύριο Στέφανο, που θα ερχόταν στο νησί με την οικογένεια μετά από δέκα ημέρες. Την επόμενη έφυγα για την Αθήνα. Οι μέρες πέρασαν. Έπρεπε να πάω να τους πάρω. Έκλεισα ξενοδοχείο για δέκα μέρες. Έπρεπε να περάσω και λίγο χρόνο με το παιδί. Κάθε μέρα πήγαινα και την έπαιρνα από το σπίτι για μπάνιο. Τις πρώτες μέρες πηγαίναμε οι δυο μας.

Όταν πήγα μια μέρα ήταν έτοιμη και η Ισμήνη. Φορούσε ένα παρεό και από μέσα το μαγιό της. Από πάνω φορούσε μια μακό μπλούζα που τόνιζε το πανέμορφο σώμα της. Τα μαλλιά της κομμένα σε ένα όμορφο καρέ, την έκαναν τόσο όμορφη! Πήγαμε στην παραλία. Γδυθήκαμε. Πέσαμε στο νερό. Όλη την ώρα παίζαμε με τη μικρή. Σε κάποια στιγμή παραπατάει η Ισμήνη και πιάνεται από το μπράτσο μου. Το ημίγυμνο σώμα της σχεδόν ακούμπησε πάνω μου. Ο πόθος μου άναψε και το κατάλαβε. Δεν ξεκόλλησε από πάνω μου, προφασιζόμενη ότι πονούσε στο πόδι. Πήγαμε στις ξαπλώστρες. Της έτριψα το πόδι.

- Σ’ ευχαριστώ πολύ. Δεν ξέρεις πόσο με ανακούφισες.

- Να προσέχεις, Ισμήνη μου!

- Γιατί δεν θέλεις να προσπαθήσουμε ξανά;

- Όχι, αυτό το συζητήσαμε. Μην το κάνουμε χειρότερο. Θα υποφέρουμε. Κατάλαβες;

Δε συνεχίσαμε την κουβέντα. Σε κάποια στιγμή βλέπω τον Στέφανο από μακριά. Ήταν με την Τάνια. Η Τάνια ήταν με την κοιλιά στο μήνα της. Ήρθαν προς το μέρος μας.

«Αυτό το θράσος του δεν έχει όρια» σκέφτηκα.

- Γεια σας γεια σας είπε με μια αναίδεια.

- Γεια σου Στέφανε! Γεια σου Τάνια;… είπα με θράσος κι εγώ.

- Γεια σου Δημήτρη είπε η Τάνια.

Αυτή η τελευταία αντίδραση της Τάνιας τους άφησε άναυδους και το Στέφανο και την Ισμήνη. Οι ίδιοι πήγανε πιο πέρα και κάθισαν. Ο Στέφανος έριχνε πότε-πότε λοξές ματιές προς το μέρος μας. Φύγαμε. Τους πήγα στο σπίτι. Έφυγα πίσω στο ξενοδοχείο να ξεκουραστώ. Οι μέρες είχαν περάσει. Την επόμενη θα φεύγαμε. Το βράδυ βγήκα στην παραλία σε ένα μπαράκι να πιω ένα ποτό. Η ώρα είχε πάει κοντά δώδεκα. Καθόμουν μόνος. Έπινα το ποτό μου και προσπαθούσα να χαλαρώσω όσο γίνεται. Ξαφνικά ακούω μια γνώριμη αντρική φωνή πίσω μου. Ήταν ο Στέφανος με τον αδερφό της Ισμήνης τον Κώστα.

- Γεια σου Δημήτρη, μου λέει ο Στέφανος.

- Βρε καλώς τα, τα παιδιά… καθίστε να σας κεράσω. Τι θα πιείτε παλληκάρια;

- Εμείς θα σε κεράσουμε, είπε ο Στέφανος.

- Όχι, Στέφανε, εγώ θα σας κεράσω. Ε… δε γίνεται να καθίσουμε πρώτη φορά σε τραπέζι στο νησί και μην κεράσω το κουτορνίθι τον πρώην κουνιάδο μου και τον καργιόλη που πήγε η αδερφή του και γαμήθηκε για το χρήμα; Λοιπόν τι θα πιείτε;

- Τι είπες ρε μαλάκα;… λέει ο Κώστας και άπλωσε το χέρι του να με πιάσει από την μπλούζα.

- Κάτω το χέρι σου ηλίθιε… είπα με αυστηρό και άγριο τόνο.

- Όχι, εδώ Κώστα, άμα θέλει ο κύριος, να πάμε κάπου αλλού, είπε ο Στέφανος. Ας μη δώσουμε δικαιώματα να μας συζητάνε.

- Ωραία! Είπα με ένα χαμόγελο. Λοιπόν μια και η αδρεναλίνη σας έφτασε στα μάτια και είστε σε μεγάλο οίστρο, δεν πάμε πιο κάτω στην παραλία που δεν μας βλέπουν οι άνθρωποι να λογαριαστούμε; Μη γίνουμε και ρεζίλι; Έχει δίκιο ο Στέφανος, Κώστα.

Έβγαλα χρήματα και τα έδωσα στο μπαρ στην κοπέλα που δούλευε. Η ίδια άκουσε όλη τη συζήτηση που είχαμε και έμεινε να με κοιτάει με παγωμένο ύφος. Της έδωσα κι ένα φιλοδώρημα των 10 €.

- Προσέξτε κύριε, δεν τους ξέρετε καλά. Είναι τομάρια Μην πάτε.

- Σ’ ευχαριστώ για την προειδοποίηση κοπελιά. Ξέρω τι κάνω, απάντησα με ένα χαμογελαστό και ήρεμο ύφος.

Ο Κώστας με το Στέφανο έφυγαν πιο μπροστά. Έφυγα κι εγώ. Πήρα το παραλιακό ξύλινο μονοπάτι που οδηγούσε σε μια σκοτεινή πλευρά της παραλίας γεμάτη αρμυρίκια. Εκεί τουλάχιστον δεν θα μας έβλεπε κανένας. Όταν έφτασα ακούω το Στέφανο να λέει στον Κώστα.

- Άσε με Κώστα να του παίξω μερικές, να πάρει το μάθημα ότι δεν μπορεί να τα βάλει μαζί μου, κι ύστερα είναι όλος δικός σου.

- Εντάξει αφεντικό…

είπε ο Κώστας με ύφος ηλιθίου, που με έκανε να γελάσω. Ο Στέφανος σήκωσε τις γροθιές του με ύφος μποξέρ. Ήρθε κατά πάνω μου. προσπαθούσε να με χτυπήσει. Στην αρχή απέφευγα όλα τα χτυπήματα. Για ένα λεπτό μάταια προσπαθούσε να με πετύχει.

- Γιατί δεν παλεύεις βρε κότα; Μου λέει.

Και πριν τελειώσει τη φράση του έφαγε την πρώτη γροθιά στο πρόσωπο. Ξαφνιάστηκε. Πήγε να με χτυπήσει. Απέκρουσα το χέρι του, και μια δεύτερη γροθιά, πιο δυνατή του ήρθε στο πρόσωπο, που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του. Σηκώθηκε μέσα στα αίματα. Μόλις τα είδε θύμωσε. Τότε με μια δυνατή κλωτσιά στο αριστερό πλευρό τον μάζεψα κουβάρι. Η δεύτερη κλωτσιά τον βρήκε στο γόνατο και του αχρήστεψε το πόδι. Έπεσε ακουμπώντας τα χέρια στην άμμο. Πήγε να σηκωθεί. Η Τρίτη κλωτσιά τον βρήκε στο ίδιο σημείο στο γόνατο. Ένιωσα ότι του το είχα σπάσει. Πλησίασα με μια δυνατή γροθιά κοντά στο σβέρκο τον άφησε λιπόθυμο. Γύρισα το κεφάλι μου. Ο Κώστας ερχόταν κατά πάνω μου βρίζοντας. Νόμιζε με τον όγκο του θα με έκανε καλά. Σηκώθηκα με ένα βήμα προς τα πίσω. Σήκωσα γρήγορα το πόδι μου και έφαγε μια δυνατή κλωτσιά στο πλάι του κεφαλιού του. Έπεσε κάτω με τη μία. Ζαλίστηκε. Σηκώθηκε.

- Παράτα τα ηλίθιε… του είπα, δε σε παίρνει

Δεν το έβαλε κάτω. Τότε με μια γυριστή κλωτσιά πίσω από το αφτί τον πέταξε κάτω εντελώς αναίσθητο. Ο Στέφανος έδειξε ότι συνερχόταν δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος. Τον έπιασα και άρχισα να τον χτυπάω στο πρόσωπο. Του το είχα κάνει αγνώριστο. Στο τέλος του έχωσα μια πολύ δυνατή κλωτσιά στα αρχίδια και έχασε εντελώς τις αισθήσεις τους. Τους άφησα ξάπλα στην παραλία. Βγήκα στο δρόμο. Πήρα το τηλέφωνο. Πήρα την Ισμήνη.

- Συγγνώμη που σε ενοχλώ τέτοια ώρα.

- Δεν με ενοχλείς Δημήτρη, τι συμβαίνει;

- Ο γαμιάς σου και το ζώο ο αδερφός ήρθαν να με χτυπήσουν.

- Είσαι καλά; Σου έκαναν κακό; είπε με μια φωνή που δήλωνε ανησυχία.

- Εγώ; Ναι, καλά είμαι. Ο αδερφός σου και ο γαμίκουλας ο Στέφανος κείτονται στην παραλία ανάμεσα στα αρμυρίκια χτυπημένοι πολύ άσχημα. Νόμιζαν ότι μπορούν να τα βάλουν μαζί μου. Έπεσαν έξω. Άντε τώρα να τους συμμαζέψεις.

Έκλεισα το τηλέφωνο. Πήγα προς το αμάξι. Περνώντας από το μπαρ η κοπέλα με κοίταζε άναυδη. Της κάνω μια χειρονομία ότι οι μάγκες τέζα. Έφυγα, πήγα στο δωμάτιο. Το πρωί πήρα την Ισμήνη τηλέφωνο.

- Λοιπόν τι θα γίνει; Θα έρθεις μαζί μου;

- Δεν έμαθες τι έγινε; Τους πήρε ελικόπτερο το βράδυ και είναι στην Αθήνα. Δημήτρη ας μην έρθω μαζί σου. Τι θα πουν οι δικοί μου; Έχουν κι οι δυο διάσειση. Οι γιατροί φοβήθηκαν μήπως έχουν εσωτερική αιμορραγία. Ο Στέφανος έχει σοβαρό πρόβλημα στο πόδι του. Θα χειρουργηθεί άμεσα.

- Καλά όπως θέλεις. Πάντως αν θέλεις πάρε ταξί και κατέβα. Θα σε πάρω από εκεί.

- Θα σε πάρω σε λίγο να σου πω.

Έκλεισα το τηλέφωνο. Κατέβηκα στο ίδιο μαγαζί να πιω έναν καφέ. Με πλησίασε ένας τύπος.

- Μπορώ να καθίσω; Μου είπε με ευγενικό τρόπο.

Ήταν ένας άνθρωπος γύρω στα σαράντα.

- Κάθισε του είπα. Γνωριζόμαστε;

- Όχι, λέγομαι Νίκος Μπέκος. Είδα τι έγινε χθες το βράδυ.

- Δηλαδή;

- Είδα ότι ήταν δύο, είδα ότι το κάθαρμα ο Στέφανος σου επιτέθηκε και ήσουν σε άμυνα. Το είδα αυτό φίλε. Αν χρειαστείς μάρτυρα υπεράσπισης σε περίπτωση που σε τραβήξουν, να ξέρεις ότι είμαι με το μέρος σου. Ξέρω ποιος είσαι. Και μην νομίζεις, κι ο κουνιάδος σου ένα ηλίθιο κάθαρμα είναι.

- Εσύ τι λόγο έχεις να παίρνεις το μέρος μου;

- Δεν παίρνω το μέρος σου, με το δίκιο είμαι. Δεν ξέρω τι διαφορές είχατε, αλλά ο Στέφανος είναι μεγάλο κάθαρμα. Πριν χρόνια αποπειράθηκε να βιάσει την αδερφή μου που δούλευε στο σπίτι του. Τον έπιασα τότε και τον χτύπησα. Έβαλε και με σακάτεψαν. Ακόμα κουτσαίνω.

- Κατάλαβα. Σε ευχαριστώ Νίκο. Θα σ' έχω υπ' όψιν μου.

Μιλήσαμε λίγο ακόμα. Τότε έμαθα ότι η αδερφή του έπαθε νευρικό κλονισμό και άργησε πολύ να συνέλθει. Βασανίστηκε πολύ η οικογένειά του. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Σε λίγο με πήρε η Ισμήνη. Δεν τη σήκωνε το περιβάλλον στο σπίτι. Οι δικοί της άρχισαν να τη βρίζουν και να της φωνάζουν μπροστά στη μικρή. Έτσι αναγκάστηκε να φύγει. Βρεθήκαμε στην παραλία και μου τα είπε. Φύγαμε με το επόμενο πλοίο. Στο ταξίδι της τα είπα όλα. Όπως ακριβώς έγιναν. Ήταν σκεπτική και προβληματισμένη.

- Ξέρω ότι τα παλληκάρια εξεπλάγησαν από τις ικανότητες που έχω. Δεν το είχα πει ούτε σε σένα. Νομίζατε όλοι ότι απλά γυμναζόμουν για να έχω ωραίο σώμα. Πέσατε έξω. Από οχτώ χρονών εκπαιδεύομαι στο κουνγκ φου. Μέχρι λίγο πριν τελειώσω το πανεπιστήμιο. Βλέπεις Ισμήνη μου, ένα πράγμα που μας μαθαίνουν είναι η μετριοπάθεια και η σεμνότητα. Πράγμα που δεν έμαθε ποτέ ο Στέφανός σου.

- Δεν είναι Στέφανός μου! εντάξει; είπε με ένα θυμό και αγανάκτηση.

Φτάσαμε στο λιμάνι. Σε λίγη ώρα είχαμε φτάσει στο σπίτι. Κατεβάσαμε τα πράγματα. Κάθισα για λίγο στο σαλόνι.

- Εγώ θα φύγω τώρα, της είπα.

- Γιατί δε μένεις;

- Όχι, βρε κορίτσι μου. Θα πάω στο ξενοδοχείο καλύτερα.

Εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε η μικρή από το δωμάτιο. Ξαφνιαστήκαμε κι οι δυο. Νομίζαμε ότι κοιμήθηκε.

- Μπαμπάκα μου, μη φύγεις. Θέλω να μείνεις εδώ μαζί μας. Δεν θέλω να ακούω τη μαμά να κλαίει όταν φεύγεις.

- Μα τι λες καρδούλα μου, ποιος κλαίει;…

είπε η Ισμήνη προσπαθώντας να δικαιολογήσει την κατάσταση.

- Εσύ μαμά. Σε άκουσα πριν κάτι μέρες να λες Δημήτρη μου, να έχεις τη φωτογραφία του μπαμπά αγκαλιά και να κλαις.

Την πήρα αγκαλιά και την πήγα στο δωμάτιό της.

- Κοίτα, ο μπαμπάς έχει κάποιες δουλειές απόψε. Εντάξει μωρό μου; Θα έρθω αύριο.

- Αν όχι για μένα, βρε μπαμπά, μείνε για τη μαμά σε παρακαλώ.

Εκεί λύγισα μέσα μου.

- Εντάξει καρδούλα μου, θα μείνω.

Αποκοιμήθηκε η μικρή και πήγα στο σαλόνι. Η Ισμήνη είχε φτιάξει δύο χυμούς. Καθίσαμε και δε μιλούσαμε.

- Δεν παίρνεις να μάθεις τι κάνουν τα βλαμμένα.

- Δε με νοιάζει. Καλά να πάθουν…

είπε και έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε με λυγμούς. Σίγουρα η πίεση που ένιωθε μέσα της ήταν μεγάλη.

- Αύριο θα εμβάλλω σε λογαριασμό της εταιρείας τα χρήματα που μου έδωσε. Δεν τα θέλω Δημήτρη μου!

Έπεσε στην αγκαλιά μου και έκλαιγε.

- Κοίτα, ίσως θα έπρεπε προσπαθήσουμε. Για το παιδί, για την αγάπη μας, για μας τους ίδιους. Όμως, θεωρώ ότι είναι ακόμα νωρίς. Ας ηρεμήσουμε λίγο. Εντάξει θα μένω μαζί σας. Θα μας πάρει χρόνο όμως. Κατάλαβες;

- Ας πάρει όσο χρόνο θέλει. Εγώ θα είμαι εδώ και θα περιμένω. Κατάλαβες; Σ’ αγαπώ Δημήτρη. Δεν έπαψα ποτέ να σ’ αγαπώ. Δεν το ήθελα. Δεν ήξερα τι έκανα. Ό,τι έκανα το έκανα πάνω στο θυμό μου. Και δεν είμαι πουτάνα, όπως με είπες.

- Κοίτα, σύνελθε λίγο σε παρακαλώ. Κι εγώ σ’ αγαπώ. Δεν ξέρεις πόσο βασανίστηκα και πόσο ακόμα πονάω. Χθες σε κάποια φάση, που με κυρίεψε ο θυμός για τα καλά, ήθελα να τους σκοτώσω και τους δυο. Ευτυχώς που συγκρατήθηκα. Σκέφτηκα εσένα με την κορούλα μας.

Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Η Ισμήνη άνοιξε. Ήταν ο αδερφός της ο Γιάννης. Μόλις με είδε ήθελε να ορμήσει πάνω μου. Η Ισμήνη μπήκε στη μέση.

- Τι θέλεις Γιάννη; Να τον χτυπήσεις όπως κι ο Κώστας; Χθες θα μπορούσε να τους έχει σκοτώσει και τους δυο. Τι δεν καταλαβαίνεις; Και στο κάτω-κάτω καλά τους έκανε. Το μόνο άτομο που φταίει είμαι εγώ. Κι ο μόνος που δεν φταίει είναι ο Δημήτρης. Κατάλαβες; Εγώ έκανα τη μαλακία και τίναξα την οικογένεια στον αέρα που να με πάρει. Αυτός στάθηκε στο ύψος του. Δε λύγισε. Εσύ τι στον πούστη θέλεις τώρα; Εγώ πληρώθηκα και γαμήθηκα σαν την πουτάνα με το Στέφανο, πληρώθηκα να τον πληγώσω με μια αίτηση διαζυγίου, γιατί πίστεψα ένα μαλάκα, γιατί πίστεψα ότι με κεράτωσε, αλλά δεν έγινε τίποτα. Ο Δημήτρης μου ήταν πιστός. Λοιπόν τι έχεις να πεις;

Ο Γιάννης δεν είπε τίποτα. Δεν περίμενε τέτοια αντίδραση από την Ισμήνη. Δεν την είχε δει ποτέ να μιλάει τόσο επιθετικά. Κάθισε στον καναπέ.

- Θα φύγω, είπε. Μόνο ένα ποτήρι νερό.

- Πώς είναι ο Κώστας; Τον ρώτησα.

- Καλύτερα. Αύριο θα βγει. Διάσειση είχε μόνο και τίποτα άλλο.

- Ο άλλος;

- Χάλια. Το γόνατό του έχει διαλυθεί. Είναι σοβαρά. Έγινε ένα πρώτο χειρουργείο και αύριο θα τον πάνε στο Λονδίνο. Μάλλον θα του μείνει κουσούρι.

- Τα ήθελε ο κώλος τους Γιάννη. Νόμιζαν ότι είμαι εύκολος στόχος. Να ξέρεις ότι εγώ ήμουν σε άμυνα. Να του το πεις του Κώστα, μην κάνει καμιά μαλακία και πάει σε δικαστήρια, γιατί δε θα βγάλει άκρη. Υπάρχει μάρτυρας που τα είδε όλα, με είδε ότι ήμουν σε άμυνα και ήταν δύο. Και η αλήθεια είναι αυτή. Ήρθαν στο μπαράκι ψάχνοντας την αιτία. Απλά εγώ τους διευκόλυνα με τη στάση μου να εκφράσουν πιο γρήγορα τις προθέσεις τους.

Δε μίλησε. Καθόταν σκεφτικός. Μετά από μισή ώρα έφυγε. Πήγε σε ξενοδοχείο και έμεινε εκείνο το βράδυ. Δεν το άντεχε να μείνει μαζί μας. Η Ισμήνη πήρε το λάπτοπ από το γραφείο. Έστειλε με έμβασμα τα λεφτά στο λογαριασμό του μαλάκα. Βρήκε τον αριθμό λογαριασμού του Στέφανου. Τα έβαλε όλα μέχρι δεκάρας.

- Ξαλάφρωσε η ψυχή μου. Συγγνώμη για άλλη μια φορά. Είπε και με φίλησε τρυφερά στο μάγουλο.

Εγώ κοιμήθηκα στο σαλόνι. Η ίδια επέμενε στην αρχή να κοιμηθούμε μαζί. Δεν ήθελα. Δε μπορούσα να την πλησιάσω. Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε. Εγώ μετά τη δουλειά γύρισα κατευθείαν στο σπίτι. Η Ισμήνη με περίμενε να φάμε.

- Κοίτα, μαγείρεψα να φάμε όλοι μαζί, είπε με ένα όμορφο χαμόγελο.

- Και τι καλό έφτιαξες;

- Σουτζουκάκια, Δημήτρη μου, τα αγαπημένα σου.

Καθίσαμε στο τραπέζι. Η Ισμήνη ήταν φανταστική μαγείρισσα και καλή νοικοκυρά. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι μιλώντας λίγο με την μικρή. Όταν το παιδί πήγε να κοιμηθεί λίγο το μεσημέρι, καθίσαμε στο σαλόνι.

- Κοίτα Ισμήνη, επειδή είπαμε χθες ότι αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε, πρέπει, όπως πάντα άλλωστε, να είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας. Θα πρέπει να σου πω και μια αλήθεια ακόμα. Όταν ήμαστε χωρισμένοι, κάτω από αυτήν την απαίσια κατάσταση, ήθελα να τον ξεκάνω τον πούστη εδώ στην Αθήνα. Δεν έπαυα να σκέφτομαι διάφορους τρόπους. Ένα βράδυ βγήκα στο Κολωνάκι και συνάντησα την Τάνια. Δεν την ήξερα ως τότε. Εκείνη με γνώριζε και τα ήξερε όλα. Τα πάντα. Θέλοντας κι εγώ, κι εκείνη την εκδίκηση για μια βδομάδα βρισκόμουν και έκανα έρωτα μαζί της σε ξενοδοχείο της Αθήνας. Ύστερα, μετά από αυτή τη βδομάδα, δεν ξαναειδωθήκαμε, παρά μόνο στην παραλία. Σου τα λέω, να τα γνωρίζεις. Δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει στο μέλλον και να τα μάθεις από αλλού. Θέλω να τα γνωρίζεις πριν κάνουμε την προσπάθεια που είπαμε.

- Είσαι πολύ καλός Δημήτρη μου. Μου αρέσει που είσαι τίμιος και ειλικρινής. Συγγνώμη για άλλη μια φορά.

- Πρέπει να χαλαρώσουμε και να κοιτάξουμε μπροστά. Θα είναι δύσκολο, αλλά θα το κατά φέρουμε.

Χρειάστηκε πολύ χρόνος να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο ερωτικά. Πάνω από ένας χρόνος. Δεν είχα μόνο εγώ πρόβλημα αλλά και η Ισμήνη. Επισκεπτόμαστε κι οι δυο ψυχολόγο για αρκετό καιρό. Πότε ξεχωριστά πότε μαζί. Μας βοήθησε πραγματικά. Εγώ, μετά από αρκετούς μήνες, μπορούσα να αγγίζω την Ισμήνη χωρίς να τη σιχαίνομαι και να αηδιάζω. Να νιώθω όμορφα και τρυφερά μαζί της. Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Πάλεψα πολύ. Το ίδιο κι εκείνη να μπορέσει να συγχωρέσει κάποια στιγμή τον εαυτό της και να σταθεί ψυχικά όρθια.

Θυμάμαι σαν να ήταν χθες όταν βγήκαμε από την ψυχολόγο. Ήμαστε κι δυο πολύ χαλαροί. Περπατούσαμε χέρι-χέρι όπως τον πρώτο καιρό. Φτάσαμε στο σημείο που ήταν το αυτοκίνητο. Της άνοιξα την πόρτα. Μπήκε μέσα. Φύγαμε για το σπίτι. Φτάσαμε. Το παιδί το είχε πάρει η Μαρία. Θα έμενε εκεί το βράδυ. Πήγαμε να φάμε σε μια πιτσαρία. Ύστερα γυρίσαμε στο σπίτι. Μπήκαμε και κάναμε ένα μπάνιο. Πρώτα η Ισμήνη. Βγήκε φορώντας ένα μπουρνούζι. Ήταν σκέτη κόλαση. Είχαμε να κάνουμε έρωτα πολύ καιρό. Με το που την είδα δεν μπορούσα να συγκρατήσω τον πόθο μου. Την αγκάλιασα και άρχισα να τη φιλάω με πάθος. Ένιωσα όπως τον πρώτο καιρό. Την άρπαξα, τη σήκωσα στα μπράτσα μου και πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα. Μέχρι το πρωί κάναμε έρωτα. Ο ένας έδινε για τον άλλο τον καλύτερό του εαυτό.

Τώρα έχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε. Αγαπιόμαστε όπως πρώτα. Οι δικοί της μαλάκωσαν λίγο στην αρχή. Εγώ όμως δεν τους ήθελα. Η Ισμήνη δεν έφερε καμία αντίρρηση για τη στάση μου απέναντί τους. Της ήταν ξεκάθαρο πια το πόσο πολύ με αδίκησαν. Πλέον όταν πηγαίναμε, χάριν της μικρής, να δει τον παππού και τη γιαγιά, μέναμε σε δωμάτια. Δεν την πείραζε όμως. Το δέχθηκε κι ίδια με τη βοήθεια της ψυχολόγου, προκειμένου να σώσουμε το γάμο μας. Αποκτήσαμε άλλο ένα παιδί, ένα πανέμορφο αγοράκι. Πήρε το όνομα του πατέρα μου.

Από τότε μένουμε μαζί κι ευτυχισμένοι. Ο θείος μου μας βοήθησε να πάρουμε ένα δικό μας σπίτι. Όσο για το Στέφανο μια φορά που τον συνάντησα τον είχα να κρατάει ένα ελαφρύ μπαστούνι και να κουτσαίνει. Δε μου μίλησε. Έκανε σα να μην με είδε.

Δεν ασχολήθηκα μαζί του πια. Κοίταζα μόνο μπροστά.




Copyright protected OW ref: 169890