Ανάμεσα σε δυο γυναίκες (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.00 (7 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Ανάμεσα σε δυο γυναίκες

Ήταν το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου. Είχα ρεπό το σαββατοκύριακο. Πήρα το αυτοκίνητο και σε τρεις ώρες ήμουν στην πόλη τους. Είχα τη διεύθυνσή της αλλά δεν ήθελα σε καμιά περίπτωση να της δημιουργήσω πρόβλημα στους δικούς της. Έκανα κράτηση σε ένα ξενοδοχείο.

Την πήρα στο τηλέφωνο. Της είπα ότι βλέπω με τους χάρτες του υπολογιστή την πόλη της. Τη ρώτησα πού είναι. Η ώρα ήταν οχτώ το βράδυ. Μου είπε ότι ήταν σε μια καφετέρια στην πλατεία της πόλης και φεύγανε. Το θεώρησε παιγνίδι αυτό και άρχισε να μου λέει πού βρίσκεται πραγματικά. Δεν άργησα να βρω το σημείο από το κινητό μου. Ο Μάνος είχε ένα μπλε αυτοκίνητο πεζό. Τους είδα από μακριά και ουσιαστικά έπαιζα μαζί της προκειμένου να της κάνω έκπληξη. Στο δρόμο περπατούσαν η Μαρία αγκαλιασμένη με το Μάνο και η Ανδριάνα από την άλλη της Μαρίας. Εγώ σε μια απόσταση πενήντα μέτρων πίσω τους χωρίς να με αντιληφθούνε. Προχώρησαν σε ένα απόμερο στενό όπου ήταν παρκαρισμένο το αμάξι του Μάνου. Δε με είδαν. Σε μια στιγμή βλέπω το Μάνο να αγκαλιάζει την Ανδριάνα και να τη φιλάει στο στόμα. Αυτή ανταπέδωσε το φιλί του. Εκείνος της χούφτωσε τον κώλο πάνω από το κολάν που φορούσε. Εγώ έμεινα κόκαλο. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Ο Μάνος άναψε τη μηχανή. Πλησίασα. Χτύπησα το τζάμι. Εκείνος τσατίστηκε και βγήκε να δει ποιος είμαι και να μου ζητήσει το λόγο. Έσκυψα στο πίσω τζάμι. Κοίταξα την Ανδριάνα και τη χαιρέτησα. Πάγωσε, όπως πάγωσε και η Μαρία. Βγήκαν από το αυτοκίνητο. Πήγε να με φιλήσει…

- Τι έκπληξη είναι αυτή; Μου είπε.

Τραβήχτηκα πίσω.

- Συγγνώμη, που για δεύτερη φορά δε σε ειδοποίησα.

- Ποιος είναι αυτός;… ρώτησε εκείνος με ένα τσαμπουκά τη Μαρία.

- Το αγόρι της… λέει μαγκωμένη η Μαρία.

- Μα, δεν μου είπατε ότι δεν έχει τίποτα;… ρώτησε εκείνος.

- Θα σου εξηγήσω άλλη ώρα, απάντησε η Μαρία.

- Καλά κι ο Νίκος;…

ρώτησε με κάποια δήθεν αφέλεια, αν και ήμουν σίγουρος ότι άλλος ήταν ο σκοπός της ερώτησής του. Πιο πολύ ήθελε να καρφώσει την Ανδριάνα σε μένα μ’ ένα βλάχικο και πονηρό τρόπο. Να κάνει τη χαλάστρα όπως τους την έκανα κι εγώ με τον να παρουσιαστώ μπροστά τους αναπάντεχα.

- Κοίτα, λέω στην Ανδριάνα, να μη σας χαλάσω την Παρέα. Πάτε εσείς. Τελικά οι εκπλήξεις που σκαρώνω αποδείχθηκε ότι δε μου βγαίνουν ποτέ σε καλό. Αφού δεν έβαλα μυαλό την πρώτη φορά, καλά να πάθω. Εξάλλου να μη στήσετε και το Νικόλα. Κρίμα δεν είναι; Δεν θα είναι ευγενικό… είπα με αρκετή δόση ειρωνείας.

Γύρισα και έφυγα. Άκουσα την Ανδριάνα να τρέχει πίσω μου. Σταμάτησα.

- Τι θέλεις;

- Να σου εξηγήσω Δημήτρη μου.

- Άσε με βρε Ανδριάνα. Μπορεί να υποχώρησα στο νησί, αλλά αυτό παραπάει. Και είναι και ο Νικόλας στη μέση τώρα. Πήγαινε να μην περιμένει ο άνθρωπος με την πούτσα στο χέρι. Κοίτα, εγώ επιστρέφω στην Αθήνα. Τώρα. Ξεκινάω σε λίγο. Δεν ήξερε τι να πει. Την είδα που βούρκωσε.

- Σε παρακαλώ, μη φεύγεις. Σ’ αγαπάω!

- Πήγαινε στη παρέα σου Ανδριάνα. Μην τους χαλάσεις τη βραδιά. Σε περιμένει ο Νίκος!

Έφυγα. Πήγα στο αυτοκίνητο. Ήθελα να κλάψω από τα νεύρα μου. Ο τύπος που ήταν μαζί τους ήταν ένας κουτοπόνηρος χωριάτης. Γι' αυτό και δεν έκανα κανένα επεισόδιο. Εξάλλου τι θα κέρδιζα; Δεν ήθελα να χαλαστώ άλλο. Στο κάτω-κάτω για μια γκόμενα;… δεν άξιζε, είπα μέσα μου επιστρατεύοντας τον πληγωμένο μου εγωισμό. Έπρεπε να βρω δικαιολογίες με τον εαυτό μου. Ξεκίνησα το δρόμο για την Αθήνα. Έφτασα στις τρεις το πρωί. Έπεσα για ύπνο. Όταν ξύπνησα το μεσημέρι της άλλης ημέρας άνοιξα το κινητό μου. Είδα καμιά σαρανταριά κλήσεις από την Ανδριάνα. Γύρω στα είκοσι μηνύματα. Τα διάβασα από περιέργεια. Μου ζητούσε συγγνώμη. Μου έλεγε ότι με αγαπάει και άλλες μαλακίες.

Άφησα το κινητό και πήγα στο μπάνιο. Βγήκα και έφτιαξα καφέ. Πήγε Κυριακή απόγευμα. Ήμουν καθισμένος στο σαλόνι. Ξαφνικά ακούω να ξεκλειδώνει η πόρτα της εισόδου. Βλέπω την Ανδριάνα φάντης μπαστούνι με τα μάτια κλαμένα. Έπεσε πάνω μου και έκλαιγε. Μου ζητούσε συγγνώμη.

- Όταν έφυγες, πήγα στο σπίτι μου. Πήρα τη βαλίτσα κι έφυγα. Οι δικοί μου δε μπορούσαν να εξηγήσουν αυτή τη συμπεριφορά μου, φώναζαν.

- Ποιος ήταν ο Νίκος που είπε ο άλλος;

Μου είπε ότι στην αρχή η φάση έγινε με τη Μαρία και το φίλο της το Μάνο δύο φορές. Ύστερα μπήκε κι ο φίλος του στη μέση. Συναντήθηκαν άλλες δυο φορές όλο κι όλο οι τέσσερις τους.

Την άκουγα… δεν μιλούσα. Ήμουν απόλυτα ψύχραιμος και σιωπηλός. Σηκώθηκα και της έφτιαξα καφέ. Καθίσαμε και συζητήσαμε. Ήταν το τέλος. Αν κι η ίδια δεν ήθελε να χωρίσουμε, χωρίσαμε· δεν της άφησα πολλά περιθώρια. Ήμουν απόλυτος. Θεώρησα ότι πρέπει να γίνει μέσα σε πολιτισμένα πλαίσια. Εγώ ήθελα μια σχέση να μπορώ να βασιστώ πάνω της. Ήμουν μόνος. Στην ουσία δεν είχα κανένα στον κόσμο. Ήθελα η κοπέλα μου να είναι πάντα δική μου και δίπλα μου. Δε μπορούσα αυτό το μπάχαλο. Όσο ήμαστε μαζί, πριν τις διακοπές, η Ανδριάνα με έκανε τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Ήταν η παρηγοριά μου μετά το θάνατο της μητέρας μου, το αντίδοτο στο φαρμάκι της μοναξιάς που ένιωθα. Ύστερα από τις διακοπές στο νησί όλα αυτά γκρεμίστηκαν μέσα μου. Παρόλο που δέχθηκα την κατάσταση στην αρχή και συμβιβάστηκα κάπως, έσπασα εντελώς όταν είδα το σκηνικό με το Μάνο.

Με την Ανδριάνα χωρίσαμε. Μείναμε φίλοι, αλλά χωρίς πολλά-πολλά. Δεν ξέρω αν έκανε σχέση μετά από αυτό. Δε με ένοιαζε.

Εγώ συνέχιζα τη δουλειά στο εστιατόριο. Από το δεύτερο χρόνο άρχισα να διαβάζω πιο πολύ. Πήγαινα σε σεμινάρια. Έμαθα τα πάντα στα συστήματα ασφάλειας και παρακολούθησης. Ο κύριος Γιώργος στο εστιατόριο μου είπε μια μέρα που καθόμαστε και δεν είχε πιάσει ακόμα η πολλή δουλειά στο μαγαζί: «Δημήτρη μου, σε αγαπάω σαν δικό μου παιδί. Χρόνια τώρα σε ξέρω. Να ξέρεις ότι είμαι πολύ ευχαριστημένος από τη δουλειά που μου προσφέρεις, αλλά παιδί μου, σπουδάζεις. Κοίταξε να βρεις μια δουλειά που να είναι σε αυτό που σπουδάζεις. Κι άμα ζοριστείς, σε μένα όποτε ζητήσεις δουλειά, εγώ θα σου την προσφέρω. Η πόρτα για σένα θα είναι πάντα ανοιχτή. Σου τα λέω γιατί σε βλέπω όπως θα σε έβλεπα αν ήσουν γιος μου!»

Είχε δίκιο. Πράγματι ένιωθα τον κυρ Γιώργη σαν πατέρα μου κι οι συμβουλές του είχαν αντίκτυπο σε μένα. Έτσι, σε λίγες μέρες άρχισα να ψάχνω δουλειά σε εταιρείες που ειδικεύονται στα συστήματα ασφάλειας. Τελικά έπιασα δουλειά σε μια εταιρία. Η εταιρία ειδικευόταν στα συστήματα ασφάλειας και παρακολούθησης χώρων. Η δουλειά μου αρχικά ήταν να εγκαθιστώ κάμερες σε χώρους εργασίας. Ο κύριος Γιώργος χάρηκε σαν πραγματικός μου πατέρας όταν του το είπα.

Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα. Πήγα σε μια εμπορική εταιρία για να κάνω μια ρύθμιση στις κάμερες ασφάλειας. Μπήκα στο γραφείο των συνεδριάσεων. Άρχισα τη δουλειά. Σε μία ώρα περίπου τελείωσα τη δουλειά. Περίμενα την κύριο Στάθη το έναν από τους μετόχους της εταιρίας να μου υπογράψει τα αντίστοιχα έντυπα και να φύγω. Εκεί που περίμενα σε έναν προθάλαμο ανοίγει η πόρτα και ξαφνικά βλέπω τη Δάφνη μπροστά μου. Η έκπληξη ήταν μεγάλη τόσο για μένα, όσο και για εκείνη. Με χαιρέτισε με ένα μεγάλο ενθουσιασμό.

- Δημήτρη;

- Δάφνη;

- Πώς από εδώ;… με ρώτησε.

- Ήρθα να φτιάξω κάτι στις κάμερες της εταιρείας, εσύ;… τη ρώτησα.

- Εγώ; Ο πατέρας μου είναι μέτοχος στην εταιρία. Είναι ένας από τους βασικούς μετόχους. Η επιχείρηση… που σου είχα πει στο καράβι.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο πατέρας της Δάφνης. Τον χαιρέτησε με ένα φιλί στο μάγουλο.

- Μπαμπά, να σου συστήσω το σωτήρα μου, είπε με ένα παιδικό ενθουσιασμό.

Και του εξήγησε το σκηνικό μέσα στο καράβι πριν δύο χρόνια. Ο άνθρωπος ήταν ευγενικός απέναντί μου. Μόλις έμαθε ότι εργάζομαι πάνω στις σπουδές με συνεχάρη. Υπέγραψε τα χαρτιά της εταιρίας. Τον χαιρέτησα. Χαιρέτησα και τη Δάφνη. Μόλις βγήκα από το κτίριο χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η Δάφνη και μου πρότεινε να πάμε για καφέ το απόγευμα. Κι έτσι έγινε.

Βρεθήκαμε σε ένα παραλιακό καφέ στη Γλυφάδα. Η Δάφνη φορούσε ένα κολάν και πάνω από αυτό μια φούστα που τόνιζε το θεϊκό της κορμί. Τα μαλλιά της μαύρα, σπαστά μέχρι την πλάτη κι ένα γλυκό πρόσωπο. Κι όλη αυτή τη θεϊκή ομορφιά έρχονταν και συμπλήρωναν στα δυο της υπέροχα γαλάζια μάτια. Η συντροφιά της ευχάριστη. Αστειευόταν όλη την ώρα. Ήταν ένα υπέροχο πλάσμα! Το βράδυ συνεχίσαμε για φαγητό σε ένα εστιατόριο της παραλίας. Περάσαμε υπέροχα. Την πήγα στο σπίτι της. Έμεναν σε μια μονοκατοικία. Φτάσαμε. Και πάνω που τη χαιρέτησα έσκυψε και με φίλησε πεταχτά στο στόμα. Αμέσως άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και έφυγε. Εγώ έμεινα για λίγο σοκαρισμένος. Ύστερα έφυγα.

Την μέρα εκείνη έμαθα ότι η Δάφνη είχε περάσει στο πανεπιστήμιο σε τμήμα διοίκησης επιχειρήσεων. Ήθελε κι αυτή, όπως και ο πατέρας της, να αναλάβει το μέρος της επιχείρησης του πατέρα της

Την άλλη μέρα μετά τη δουλειά της τηλεφώνησα. Μου είπε ότι είναι πολύ απασχολημένη και δεν θα μπορούσε να βγούμε. Κάθισα στο σπίτι μου μόνος. Καθόμουν στο σαλόνι. Ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι της πόρτας. Ανοίγω. Ξαφνικά βλέπω τη Δάφνη. Έπαθα.

- Ωχ! τι ευχάριστη έκπληξη είναι αυτή; Της είπα.

- Μπορώ να περάσω ή ενοχλώ;

- Φυσικά και μπορείς. Έλα πέρασε.

- Δεν με περίμενες ε;

- Όχι, αλλά πώς βρήκες το σπίτι μου; Κι έπειτα ήταν και το γεγονός ότι μου είπες ότι είχες δουλειά.

- Δεν ήταν δύσκολο. Τα τηλέφωνά σου κύριε Δημήτρη μας δεν είναι απόρρητα στον κατάλογο. Δεν ήταν δύσκολο να σε βρω.

Όση ώρα ήμαστε στο χολ και ανταλλάσσαμε αυτά τα λόγια εγώ δεν έκρυβα την αμηχανία μου. Σε μια στιγμή γυρίζει και μου λέει όλο υπονοούμενα.

- Χτες αφήσαμε κάτι στη μέση…

- Ναι, της λέω, αφού έπιασα το νόημα του λόγου της, αφήσαμε!

Την πιάνω και τη φιλάω με πάθος στο στόμα. Στο πρώτο φιλί δεν αντέδρασε ιδιαίτερα, στο δεύτερο άρχισε κι αυτή να με φιλάει με πάθος. Αγκαλιαστήκαμε. Μείναμε περίπου ένα λεπτό έτσι.

- Εδώ θα μείνουμε; Δεν θα μου πεις να περάσω; Έτσι φροντίζεις εσύ τους επισκέπτες σου, στα όρθια;… στο χολ;

- Φυσικά, πέρασε, να με συγχωρείς, της είπα.

Μπήκαμε στο σαλόνι. Έφτιαξα δύο καφέδες και καθίσαμε.

- Ωραίο το σπίτι σου. Αν και εργένης το έχεις ωραίο λες και υπάρχει γυναικείο χέρι εδώ μέσα, ή μήπως υπάρχει;

- Όχι, δεν υπάρχει. Μου αρέσει η τάξη. Προσπαθώ, το κατά δύναμη βέβαια.

- Μα τι λες; Μια χαρά το έχεις. Άντε να δεις το δωμάτιό μου. Πάλι καλά που έχω τη μαμά σε αυτό.

Η αλήθεια είναι ότι είμαι πολύ τακτικός μα το χώρο μου και τη ζωή μου γενικότερα. Δε μου αρέσει το μπάχαλο. Θέλω όλα να είναι στη θέση τους. Όταν ζούσε η μάνα μου μού τα έμαθε όλα αυτά. Τις μέρες που αρρώσταινε εκείνη, εγώ συγύριζα και καθάριζα το σπίτι. Και να που έμεινα μόνος και όλα όσα μου έμαθε μου φάνηκαν πολύ χρήσιμα. Το βράδυ εκείνο περάσαμε με τη Δάφνη όλο αγκαλιές και φιλιά. Και να ήθελα να προχωρήσω δεν γινόταν γιατί ήταν αδιάθετη. Ήταν η αρχή ενός μεγάλου έρωτα που έμελλε να μου σημαδέψει τη ζωή.

Με τη Δάφνη αγαπηθήκαμε πολύ. Βρισκόμαστε σχεδόν κάθε μέρα. Μετά από τέσσερις μέρες η περίοδός της τελείωσε. Ήρθε στο σπίτι μου. Κάθισε να φάμε. Είχα μαγειρέψει ο ίδιος.

Μόλις φάγαμε, καθίσαμε στη κουζίνα για τον καφέ μας. Αρχίσαμε τα φιλιά. Άρχισα να της τρίβω τα βυζιά της πάνω από τη μπλούζα που φόραγε. Είχα καυλώσει αφάνταστα και αυτό ήταν εμφανές στο παντελόνι μου. Σηκωθήκαμε όρθιοι. Συνεχίσαμε να φιλιόμαστε. Της σήκωσα τη μπλούζα. Άρχισα να της χαϊδεύω τα βυζιά τα χέρια. Είχε και η ίδια καυλώσει. Το έδειχνε με τα φιλιά της, τους αναστεναγμούς της, το χάιδεμα που μου έκανε. Τραβήξαμε αγκαλιασμένοι φιλώντας ο ένας τον άλλο στην κρεβατοκάμαρα. Πέσαμε πάνω από τα σκεπάσματα. Της έβγαλα τη μπλούζα και άρχισα να της φιλάω τις ρώγες. Αφέθηκε εντελώς. Με μια κίνηση έβγαλα και τη δική μου. Σε λίγο ήμαστε γυμνοί στο κρεβάτι φιλώντας ο ένας τον άλλο. Τη φιλούσα στην κοιλιά. Έκανα να κατέβω. Με άρπαξε από τα μαλλιά και με τράβηξε προς τα πάνω. Με φιλούσε στο στόμα. Το χέρι της μου χάιδευε τον πούτσο. Εγώ είχα βάλει το χέρι μου πάνω στο μουνί της και της έτριβα την κλειτορίδα. Σε λίγο άνοιξε τα πόδια της. της τα σήκωσα και τον έχωσα με απαλές κινήσεις μέσα. Ήταν στενή. Αρκετά. Η καύλα μου είχε χτυπήσει κόκκινο. Σιγά-σιγά τον έχωσα ολόκληρο. Τη γαμούσα σιγά. Αναστέναζε. Με τύλιξε με τα πόδια της. Στον πούτσο μου ένιωθα τα καυτά καυλόνερα που πλημύριζαν το μουνί της. Ο κόλπος της είχε προσαρμοστεί. Άρχισα το μέσα έξω πιο δυνατά. Ένιωσα τα πόδια της να σφίγγονται πάνω μου. Ένιωσα τα υγρά της να με πλημυρίζουν κι άλλο. Έχυνε αναστενάζοντας βαριά. Δεν άργησα μετά από αυτό κι εγώ να πλησιάσω στο τέλος. Βγήκα και έχυσα πάνω στην κοιλιά της. Έπεσα στην αγκαλιά της. Τη φιλούσα και τη χάιδευα τρυφερά.

Γείραμε στο πλάι λαχανιασμένοι και ιδρωμένοι. Σηκωθήκαμε και πήγαμε στο μπάνιο. Σαπουνιστήκαμε μαζί. Πλυθήκαμε. Η Δάφνη ξανάριξε αφρόλουτρο πάνω μας. Άρχισε να τρίβει το γυμνό σαπουνισμένο κορμί της πάνω στο δικό μου. Ο πούτσος μου άρχισε να σηκώνεται. Τον πήρε λίγο στο χέρι και τον έτριψε ανάμεσα στα κωλομέρια της. Εγώ της φιλούσα το λαιμό από πίσω και το χέρι μου μαλάκιζε το μουνί της. Ακούμπησε στα πλακάκια του τοίχου της ντουζιέρας. Τούρλωσε λίγο τον κώλο. Πήγα πίσω της. Τον έτριψα λίγο στο μουνί της και ύστερα τον έχωσα με μία κίνηση ολόκληρο. Την έπιασα από τα κωλομέρια της και άρχισαν τη γαμάω δυνατά. Χάιδευα τον όμορφο κώλο της. Άνοιγα τα κωλομέρια της και έβλεπα την κωλοτρυπίδα της. Η Δάφνη ήταν ξυρισμένη εντελώς. πήγα να βάλω ένα δάχτυλο. Δεν με άφησε. Ήταν παρθένα από πίσω. Τότε αρκέστηκα να της τρίβω την κωλοτρυπίδα της με τον αντίχειρα καθώς τη γαμούσα. Έπιανα τα σαπουνισμένα βυζιά της και με τις παλάμες μου έτριβα τις ρώγες της που είχαν σκληρύνει. Έχυσε, μαζί της κι εγώ πάνω στο θεσπέσιο κώλο της. Ξεπλυθήκαμε και βγήκαμε. Πήγαμε στο κρεβάτι. Πήραμε τα ρούχα μας. Ντυθήκαμε.

Βγήκαμε για ποτό το βράδυ. Την πήγα σπίτι της. Σταμάτησα πιο κάτω. Δεν ήθελε κι η ίδια να τη δει ο πατέρας της.

Από δω και πέρα με τη Δάφνη βρισκόμαστε σχεδόν κάθε μέρα μαζί . Μόνο όταν πλησίαζαν οι εξεταστικές αραιώναμε λίγο. Ύστερα η Δάφνη μίλησε στους δικούς της για το δεσμό μας. Ο Πατέρας της έδειχνε πάντα λίγο μαγκωμένος μαζί μου. Με κρατούσε σε απόσταση. Αντίθετα η μάνα της ήταν μεν πιο φιλική μαζί μου, αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που κι αυτή έδειχνε μια υπεροψία απέναντί μου. Η ίδια πάντως ήταν πολύ τυπική μαζί μου. Λογικό το έβρισκα αφού… τι ήμουν; Ο φίλος της κόρης τους και τίποτα άλλο.

Έφτασα στο τελευταίο έτος. Τότε κέρδισα μια υποτροφία για ένα μεταπτυχιακό μια και πάντα φρόντιζα να είμαι τακτικός και συνεπής με τις υποχρεώσεις στο πανεπιστήμιο. Το τέλειωσα και άρχισα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές. Παράλληλα συνέχισα τη δουλειά στην ίδια εταιρία η οποία επεκτάθηκε σε πολλούς τομείς της τεχνολογίας. Τελείωσα γρήγορα και το μεταπτυχιακό και έπρεπε να πάω φαντάρος. Τότε ο διευθυντής μού πρότεινε να συνεχίσω να δουλεύω στην εταιρία. Δέχθηκα. Μάλιστα μεσολάβησε και όλη μου τη θητεία σχεδόν την έκανα στην Αθήνα. Δούλευα part time στην εταιρεία. Έτσι έβλεπα τη Δάφνη μου σχεδόν κάθε μέρα.

Η Δάφνη τελείωσε τη σχολή της και έπιασε δουλειά στην εταιρία του πατέρα της.

Θυμάμαι τη μέρα που μου πρότεινε ο γενικός αυτό για την απασχόλησή μου όσο ήμουν φαντάρος που πήρα τη Δάφνη και της το είπα. Πέταξε από τη χαρά της που θα ήμασταν μαζί. Το βράδυ ήρθε από το σπίτι. Βγήκαμε για φαγητό. Γυρίσαμε στο σπίτι αργά. Πήρε τη μητέρα της και απλά την ενημέρωσε ότι θα μείνει στο σπίτι. Την άκουσα που έλεγε στη μητέρα της να καλμάρει το μπαμπά της. Κι ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.

- Τι θες βρε μαμά;… της είπε. Με το Δημήτρη είμαι. Δεν είμαι με κανέναν ξένο. Και να ξέρεις ότι με προσέχει καλύτερα κι από τον εαυτό του και καλύτερα από όλους σας.

Μόλις κάναμε το μπάνιο ξαπλώσαμε γυμνοί κι δυο στο κρεβάτι. Αρχίσαμε τα φιλιά και τα χάδια κατέβηκα στην κοιλιά της. Άρχισα να η φιλάω. Σιγά-σιγά κατέβηκα στην κλειτορίδα. Άρχισα να την πιπιλάω με τη γλώσσα. Της φίλησα τα μουνόχειλα. Έβαλα τη γλώσσα μου μέσα στην τρύπα του μουνιού της. Άρχισα να παίζω με το εσωτερικό. Της την έχωνα βαθιά και γευόμουν τα υγρά της που τόσο μου άρεσαν. Βγήκα την καβάλησα φέρνοντας τον πούτσο μου στο στόμα της. Εγώ σκυμμένος πάνω στο μουνί της συνέχιζα το γλειφομούνι. Η Δάφνη έπαιρνε τον πούτσο λίγο πάνω από τη μέση μέσα στο στόμα της. Με το χέρι της όμως τον έπαιζε ταυτόχρονα έτσι που με έκανε να νιώθω ότι τον είχε όλον μέσα. Έκανε φανταστική πίπα. Γύρισε μπρούμυτα. Της έβαλα ένα μαξιλάρι στη μέση της να σηκωθεί λίγο ο κωλαράκος της. Τον έχωσα μέσα στο μουνί της και άρχισα να μπαινοβγαίνω. Τον έχωνα βαθιά. Είχα τον έλεγχο. Αναστέναζε και έχυνε. Δεν άντεχα άλλο. Ήθελα να χύσω. Μέχρι τότε δεν το είχαμε κάνει από τον κώλο. Τον ακούμπησα στην κωλοτρυπίδα της και παρόλο τις αντιρρήσεις της, έχωσα το πουτσοκέφαλο στην τρύπα της με αργές κινήσεις. Χαλάρωνε όσο μπορούσε. Δεν ήθελα να την πονέσω. Η σούφρα της χαλάρωσε μετά από λίγες προσπάθειες. Τον έβαζα λίγο παραπάνω. Έχυσα μέσα της. Κρατούσε με τα χέρια της τα κωλομέρια ανοιχτά. Όταν τελείωσα σχεδόν τον έβγαλα και τον έτριβα στη σχισμή του κώλου της. Ξαπλώσαμε αγκαλιασμένοι.

- Το ήθελες πολύ αγόρι μου. Γι’ αυτό δε σου χάλασα χατίρι.

- Σου άρεσε καθόλου;

- Στην αρχή όχι, μετά όμως συνήθισε η τρύπα μου και μου άρεσε. Κι επειδή σου αρέσει τόσο πολύ θα το κάνουμε πότε-πότε. Απλά θέλω να μη με κάνεις να πονέσω, εντάξει μωρό μου; Και στην τελική… μου αρέσει κι μένα.

- Εντάξει αγαπούλα μου. Και τη φίλησα τρυφερά στο στόμα.

Με τη Δάφνη το σεξ ήταν φανταστικό. Μετά από εκείνη την ημέρα αρχίσαμε να το κάνουμε κι από πίσω. Πρόσεχα πάντα να την κάνω πάντα να το ευχαριστιέται. Μια φορά δοκιμάσαμε να τον χώσω πολύ βαθιά. Πόνεσε λίγο. Παίρναμε μέτρα πάντα. Κυρίως φροντίζαμε πολύ την καθαριότητα. Μερικές φορές κατάφερνα να την κάνω να χύσει γαμώντας την από τον κώλο.

Ήταν καλοκαίρι όταν απολύθηκα από φαντάρος. Ο πρόεδρος της εταιρίας μου πρόσφερε μόνιμη δουλειά. Και μάλιστα μέσα σε δυο μήνες με την εμπειρία και τις γνώσεις που είχα, έγινα τεχνικός προϊστάμενος. Τότε της έκανα πρόταση γάμου και δέχθηκε. Οι δικοί της είχαν αντιρρήσεις στην αρχή. Παντρευτήκαμε σε μια απλή τελετή χωρίς πολλούς καλεσμένους, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της. Σε ένα χρόνο μετακομίσαμε από το σπίτι μου, αν και εγώ θεωρούσα ότι δεν υπάρχει λόγος αφού το σπίτι μου ήταν σε άριστη κατάσταση κι αρκετά μεγάλο. Ο πεθερός μου όμως ήθελε να έχει πιο κοντά την κόρη του. Δεν έφερα αντίρρηση μια και μπορούσαμε οικονομικά να έχουμε ένα καινούριο σπίτι. Η ζωή μας κυλούσε όμορφα. Τον πρώτο χρόνο ήμαστε πολύ ευτυχισμένοι και ερωτευμένο ζευγάρι. Παρόλο που ήμαστε τόσα χρόνια μαζί, κάθε μέρα νιώθαμε σαν να γνωρισθήκαμε χθες. Εμένα με έπιασε ένας διακαής πόθος να αποκτήσουμε ένα δυο παιδάκια. Το ήθελα πάρα πολύ. Το συζήτησα με τη Δάφνη. Δεν είχε την ίδια άποψη με μένα. Άρχισα τότε να τελειώνω μέσα της αρκετές φορές. Θεωρούσα ότι αν έμενε ίσως έγκυος ίσως θα το ήθελε τότε το παιδί. Μια μέρα βρήκα στο κομοδίνο ένα κουτί από αντισυλληπτικά χάπια. Θύμωσα στην αρχή, αλλά ύστερα μου πέρασε. Ίσως ήταν πολύ εγωιστικό από μέρος μου, σκέφτηκα.

Ήταν καλοκαίρι. Παρασκευή βράδυ. Με τη Δάφνη και κάποια παιδιά της εταιρίας μου βγήκαμε για ποτό . Η Δάφνη ήταν μια πραγματική θεά. Με ένα κολλητό μπλε φόρεμα που τόνιζε απίστευτα τόσο το σέξι κορμί της όσο και την ομορφιά στο πρόσωπό της. Πήγαμε σε ένα μπαράκι. Έβλεπα ότι πολλά βλέμματα των αντρών έπεφταν πάνω της. Ζήλευα αλλά ταυτόχρονα καμάρωνα για την όμορφη γυναίκα μου. Περάσαμε όμορφα με την παρέα. Πήγε τρεις το πρωί όταν επιστρέψαμε στο σπίτι μας. Η Δάφνη πήγε στο μπάνιο. Εγώ κάθισα λίγο στην κουζίνα κι έπινα ένα αναψυκτικό για να σβήσω τα κάρβουνα από το ποτό. Σε λίγο βγήκε η Δάφνη και μπήκα εγώ. Όταν η Δάφνη ήταν ήδη στο κρεβάτι σκεπασμένη με ένα σεντόνι. Γδύθηκα και έμεινα με το μπόξερ μόνο. Η Δάφνη με κοίταξε με ένα ναζιάρικο ύφος.

- Γιατί αργείς αγάπη μου; Έλα!

Την ξεσκέπασα και είδα ότι φορούσε ένα μαύρο σέξι κιλοτάκι που τόνιζε τις θεϊκές της λεπτές καμπύλες της μέσης της. Ξάπλωσα δίπλα της και τη φίλησα με ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα. Κράτησε πολύ τόσο που κόπηκαν οι ανάσες μας. Κατέβηκα στα όμορφα βυζιά της και άρχισα να πιπιλάω τις ρώγες της που είχαν σκληρύνει από την καύλα. Η Δάφνη με χάιδευε στο κεφάλι. Κατέβηκα προς τα κάτω. Πέρασα με τη γλώσσα μου την κοιλιά της. Η Δάφνη είχε ανοίξει τα πόδια της και κουνούσε αργά τη μέση της δείχνοντάς μου ότι το μουνάκι της περιμένει ανυπόμονα να το γλείψω. Στην αρχή πέρασα τη γλώσσα μου πάνω από τα ξυρισμένα μουνόχειλά της. Τα υγρά της έτρεχαν από το μουνί της. Ύστερα με τη γλώσσα μου άρχισα να γλείφω την κλειτορίδα της. Την παίδευα. Την βασάνιζα με τη γλώσσα μου. Οι αναστεναγμοί έδειχναν ότι την είχα φέρει εκτός εαυτού. Έβαλα ένα δάχτυλο στον μουνί της και της το γαμούσα. Με τα υγρά της που έτρεχαν ποτάμι έχωνα το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού μου στην κωλοτρυπίδα της.

Έπιασα τον πούτσο μου και άρχισα να της τον τρίβω πάνω στα μουνόχειλα.

- Βάλε τον μου σε παρακαλώ αγάπη μου. Σκίσε με! Τώρα σε θέλω!

- Σ’ αγαπάω μωρό μου! Της είπα.

- Κι εγώ γλυκέ μου, σε λατρεύω!

Της έχωσα τον πούτσο μου μέσα. Η Δάφνη είχε σηκώσει τα πόδια της και τα κρατούσε με τα χέρια της. Άρχισα τις παλινδρομικές κινήσεις. Ο πούτσος μου έμπαινε βαθιά στο μουνί της. Δεν ξέρω πόσο τη γαμούσα σε αυτή τη στάση. Είχαμε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Μόνο τα κορμιά μας υπήρχαν μέσα στο πάθος και την ηδονή· και μας οδηγούσαν ακόμα σε πιο βαθιές ονειρεμένες θάλασσες του πάθους. Ιδρώσαμε κι δυο. Κουραστήκαμε. Γύρισε στο πλάι και μου τούρλωσε τον κώλο. Τον έχωσα πάλι στο μουνί κρατώντας την από τη μέση. Ήταν απόλαυση για μένα να τη σπρώχνω και να βρίσκω αντίσταση πάνω στα ολοστρόγγυλα καλοσχηματισμένα κωλομέρια της. Τον έβγαλα και τον ακούμπησα στην κωλοτρυπίδα της. Με σταμάτησε για λίγο. Άπλωσε το χέρι της στο κομοδίνο. Πήρε ένα τζελ από το συρτάρι και έβαλε στον κώλο της. Της έβαλα δάχτυλο. Ένιωσα τη σούφρα της να χαλαρώνει.

- Έλα σιγά-σιγά! Και με φίλησε στο αυτί πιπιλώντας μού το.

Τούρλωσε το κωλαράκι της και με το χέρι σήκωνε το κωλομέρι της να μπορώ να έχω καλύτερη πρόσβαση. Τον έτριψα λίγο και ύστερα άρχισα να τον σπρώχνω σιγά. Μπήκε το κεφάλι εύκολα. Μια και τον καιρό εκείνο το κάναμε αρκετά συχνά. Άρχισα να κουνιέμαι μπρος πίσω. Πήρα το τζελ και έριξα κι άλλο. Ο πούτσος μου είχε μπει ο μισός. Άρχισα να τη γαμάω πιο δυνατά. Το αριστερό μου χέρι την αγκάλιαζε και την κρατούσε ενώ τα δάχτυλά μου έτριβαν την κλειτορίδα της. Η ηδονή που νιώθαμε κι δυο ήταν απίστευτη. Η Δάφνη έκανε κι αυτή κινήσεις συντονισμένες με μένα. Ο πούτσος μου πια χωνόταν μέχρι το τέρμα. Η κωλοτρυπίδα της είχε ξεχειλώσει. Τον έβγαλα και τον ξαναέβαλα με μεγάλη ευκολία.

Σηκώθηκε και κάθισε πάνω μου με το πρόσωπο προς τα μένα. Τον πήρε μόνη της μέσα της βαθιά. Άρχισε να κουνιέται με ένταση. Ένιωσα τα υγρά να πλημυρίζουν την κοιλιά μου. Έχυσα μέσα της στον κώλο της. Έπεσε πάνω μου. Αγκαλιαστήκαμε τρυφερά. Δεν ξέρω πόση ώρα καθίσαμε έτσι. Ύστερα έγειρε δίπλα μου. Αποκοιμηθήκαμε γυμνοί, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ήταν τόσο όμορφα! Ένα όνειρο.

Την άλλη μέρα σηκώθηκε νωρίς. Από το θόρυβο σηκώθηκα κι εγώ. Έκανα ένα μπάνιο. Γύρισα στο κρεβάτι. Ήρθε και η Δάφνη. Έσκυψε γυμνή όπως ήταν να πάρει ένα εσώρουχο από το συρτάρι. Με το που είδα τον κώλο της άναψα με τη μία. Σηκώθηκα. Την έπιασα από τη μέση.

- Κάνεις εκεί μωράκι μου;… άσε με να πάρω ένα βρακί γαμώ το!

- Τι να το κάνεις;… της είπα και τη φίλησα πίσω από το λαιμό.

- Έλα! Πάλι το μωράκι μου θέλει τρελίτσες; Μου είπε όλο νάζι.

Η Απάντηση δόθηκε από τον πούτσο μου που καρφώθηκε στο μουνάκι της. Στηρίχθηκε πάνω στη συρταριέρα με τα χέρια της και τούρλωσε τον κώλο της δίνοντάς μου αέρα να τον χώνω με μεγαλύτερη ευκολία. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Ήμουν ξαφνικά πολύ καυλωμένος. Ένιωσα να έρχεται η κορύφωση. Το ένιωσε κι ίδια.

- Θα σε χύσω μωρό μου!

Συνέχισα δυνατά. Ένιωσα τη υγρά της στο μουνί. Έχυνε… άρχισα να χύνω κι εγώ ταυτόχρονα μέσα στην αγάπη μου. Χύσαμε δυνατά κι δυο. Συντονισμένα, ταυτόχρονα. Σηκώθηκε πιο πάνω. Γύρισε. Αγκαλιαστήκαμε. Τη φίλησα τρυφερά στο στόμα.

- Σ’ αγαπώ Δημήτρη μου… μού είπε.

- Σε λατρεύω Δάφνη μου, μωρό μου!

Η ζωή μας κυλούσε όμορφα, μέχρι που άρχισαν τα προβλήματα στη δουλειά της. Στα επόμενα δύο χρόνια η εταιρία του πεθερού μου γνώρισε κρίση. Ο πεθερός μου βρέθηκε στην ανάγκη να πουλήσει τις μισές μετοχές, για αντιμετωπίσει ένα τραπεζικό δάνειο του παρελθόντος. Ένα καλό μερίδιο πέρασε στα χέρια του γαμπρού του συνεταίρου του. Του Γιάννη.

Ο Γιάννης ήταν αρκετά νεότερος άνθρωπος από τον πεθερό μου. Ήταν ο γαμπρός του άλλου συνέταιρου του πεθερού μου. Όλες οι υπόλοιπες μετοχές ήταν στις κόρες του. Ο Γιάννης Σχεδόν περνούσε εμένα κατά μία δεκαετία. Παντρεμένος με τη Ξένια. Είχαν και δυο παιδιά. Ο Καιρός περνούσε. Μετά από ένα χρόνο όμως η σχέση μας με τη Δάφνη άρχισε να περνάει την κρίση της. Αργούσε πολύ στην εταιρία και μαζί μ’ αυτό αραίωναν κι οι σεξουαλικές μας επαφές. Δε μπορούσα να εξηγήσω τη στάση της. Εγώ έκανα υπομονή. Σε σημείο πολλές φορές που μου ερχόταν να εκραγώ, γιατί δεν άντεχα άλλο. Πήγαινα αραιά και πού στην εταιρία τους, μια και ήταν πελάτες της δικής μου σε θέματα ασφάλειας κτιρίου. Μάλιστα από τότε που επιχείρησαν μια φορά να τους ληστέψουν την αποθήκη με κάλεσαν να σχεδιάσω εκ νέου τα συστήματα ασφαλείας στο κτίριο. Θα μπορούσα να πω ότι το κτίριο όλο ήταν παγιδευμένο με κάμερες παρακολούθησης. Μάλιστα, νέας τεχνολογίας που έδινε τη δυνατότητα να ελέγχει το χώρο από κινητό ή pc κάποιος από μακριά.

Το τελευταίο καιρό η Δάφνη μου είπε ότι θα έπρεπε να ειδοποιώ πρώτα το Γιάννη ή αυτήν όταν είναι πάω να κάνω σέρβις στους συναγερμούς. Παραξενεύτηκα. Γιατί άραγε τόση μυστικότητα;

- «Κι από μένα ρε γαμώ το;» σκέφτηκα. «Τι διάολο δεν εμπιστεύονται ούτε τη σκιά τους;»

Καταλάβαινα από τους άλλους, αλλά κι από τη Δάφνη; Αυτό με πείραζε γιατί αισθανόμουν έξω εντελώς από τον κόσμο της. Δεν περίμενα από τη Δάφνη να μου πει τέτοιο πράγμα. Δε μου άρεσε σε όλη αυτήν την εξέλιξη. Πέρασε ένα εξάμηνο ακόμα. Άρχισαν και οι καυγάδες μεταξύ μας. Οι σεξουαλικές επαφές αραίωσαν κι άλλο. Στη χάση και στη φέξη πια και πλέον είχαν «εθιμοτυπικό» χαρακτήρα. Δεν ήξερα τι συμβαίνει. Την τελευταία φορά τότε που το κάναμε ήταν λίγο πριν την πρωτοχρονιά. Κι αυτό με το στανιό.

Ήταν Φλεβάρης. Η εταιρία τους οργάνωσε μια γιορτή. Πήγαμε με τη Δάφνη. Ήταν όλοι εκεί. Ο πεθερός μου εκείνη τη φορά δεν πήγε. Εγώ συνόδευσα τη γυναίκα μου. Η Δάφνη ήταν ντυμένη σαν μια θεά. Φορούσε ένα μακρύ και κολλητό φόρεμα. Στην πλάτη ανοιχτό σχεδόν μέχρι τη μέση που διέγραφε το φοβερό κορμί της. Το πάρτι γίνονταν στα πλαίσια μιας επένδυσης της εταιρίας με νέους μετόχους. Ο Γιάννης σκόπευε να επεκτείνει τις δραστηριότητες της εταιρίας στο εξωτερικό. Και το πάρτι ήταν μια ευκαιρία για γνωριμίες γι' αυτόν. Η ατμόσφαιρα ήταν χαλαρή. Η Δάφνη βέβαια τους γνώριζε όλους.

Όταν φτάσαμε ο Γιάννης με καλωσόρισε εγκάρδια. Ήταν και η Ξένια εκεί με την αδερφή της τη Μαργαρίτα. Η Μαργαρίτα μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ως γυναίκα. Ήταν μια καστανόξανθη κοπέλα με μακριά ίσα μαλλιά μέχρι τη μέση και με ένα φοβερό κορμί που διέγραφε το μίνι κολλητό μίνι φόρεμα που φορούσε. Πιο τσαμπουκάς, πιο μαγκάκι σε σχέση με την αδερφή της που ήταν μια ήρεμη και σεμνή κοπέλα. Η ώρα προχώρησε. Εγώ ήμουν αρκετό χρόνο με τη Δάφνη. Σε κάποια στιγμή ήρθε ο Γιάννης στην παρέα κι αρχίσαμε να μιλάμε για διάφορα. Εγώ έβλεπα την Μαργαρίτα να με κόβει με το βλέμμα της από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Δεν ήξερα αν της άρεσα ως άντρας ή όχι, αλλά το παρατηρητικό βλέμμα της το έπιασα με το που μπήκαμε μέσα. Μου δημιουργήθηκε η εντύπωση σαν να έλεγε κάποια στιγμή στην αδερφή της « Α! αυτός είναι;». Γνωριστήκαμε. Η Μαργαρίτα τελείωσε ιατρική και σε λίγο θα άνοιγε δικό της ιατρείο. Κάποια στιγμή ο Γιάννης παίρνει τη Δάφνη και πάνε να μιλήσουν με κάτι νέους μετόχους. Μου ζήτησε συγγνώμη ευγενικά. Έμεινα με τη Μαργαρίτα και την Ξένια και μιλούσαμε περί «ανέμων και υδάτων».

Όση ώρα μιλούσαμε η Μαργαρίτα έριχνε κλεφτές ματιές στο Γιάννη και τη Δάφνη. Το έκανα και εγώ σε μια στιγμή. Είδα να μιλάνε με ένα μεσήλικα άντρα. Ύστερα βλέπω το Γιάννη με τη Δάφνη να μπαίνουν οι δυο τους σε ένα γραφείο στο τέλος του διαδρόμου. Βγήκαν μετά από ένα τέταρτο. Αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο ούτε από τη Μαργαρίτα. Βγήκαν· παρατήρησα ότι της Δάφνης είχε πέσει ένα σκουλαρίκι. Τα μαλλιά της ήταν λίγο διαφορετικά, ανακατωμένα θα έλεγα. Ήμουν σίγουρος ότι κάτι είχε συμβεί. Άρχισαν τότε να με ζώνουν τα φίδια. Ίσως αυτό να το έδειχνα στην όλη μου στάση, γιατί με πλησιάζει κάποια στιγμή η Μαργαρίτα και με ρωτάει:

- Όλα καλά Δημήτρη;

- Μια χαρά, της απάντησα.

Είπαμε μια δυο κουβέντες ακόμα. Σε λίγο βγήκε κι ο Γιάννης. Το μάτι μου έπεσε το πουκάμισο του Γιάννη. Το δεύτερο κουμπί από το πουκάμισο ήταν ανοιχτό. Δε μπορούσα πια άλλο να μείνω εκεί μέσα. Το έδειχνα πιο ανοιχτά πλέον.

- Είσαι παρατηρητικός βλέπω, μου λέει η Μαργαρίτα και φεύγει από κοντά μου.

Η ώρα πέρασε. Έπρεπε να φύγουμε. Τους χαιρέτησα και φύγαμε με τη Δάφνη. Στο δρόμο δε μιλούσα. Ήθελα να σταματήσω και να την πιάσω στα χαστούκια. Η Δάφνη κάτι υποψιάστηκε αλλά το έπαιζε άνετη. Φτάσαμε στο σπίτι. Όταν πήγαμε στην κουζίνα να πιούμε νερό τη ρώτησα:

- Να σε δω βρε αγάπη μου, και σήκωσα τα μαλλιά της. Πού είναι το άλλο σκουλαρίκι σου;

Τα έχασε για μια στιγμή. Ξεροκατάπιε.

- Ε… δεν ξέρω θα… μου έπεσε, μου είπε με ένα δήθεν απαθές βλέμμα.

Πήγε στο μπάνιο. Εγώ είχα ήδη ξαπλώσει. Όταν ήρθε άρχισα να της τρίβω την πλάτη. Έκανα να την αγγίξω στη μέση και το κώλο και τραβήχτηκε. Δεν προσπάθησα άλλο. Πήρα το μήνυμα ότι πάλι δεν επρόκειτο να γίνει κάτι μεταξύ μας.

Την άλλη μέρα σκεφτόμουν πώς θα γινόταν να τους τσακώσω. Ήμουν σίγουρος ότι με το Γιάννη κάτι έτρεχε. Κι έπειτα ήταν κι οι σπόντες της Μαργαρίτας.

Πήγα στη δουλειά. Στο πρόγραμμα την ερχόμενη Τετάρτη θα έπρεπε να κάνω σέρβις τα συστήματα της εταιρίας τους. Σύμφωνα με το πρόγραμμα έπρεπε να δοθούν νέοι κωδικοί τόσο σε πόρτες όσο και σε κάμερες. Κι αυτό μετά από την παράκληση του κυρίου Μανώλη, του πεθερού του Γιάννη.

Η Τετάρτη ήρθε. Μετά από μια κοπιαστική μέρα πήρα ένα καλό βοηθό και πήγα ο ίδιος να ρυθμίσω τις κάμερες. Η δουλειά ήταν πολλή. Με το Χρήστο ασχοληθήκαμε πάνω από τρεις ώρες. Μάλιστα επιστρατέψαμε και ένα υπάλληλο της εταιρίας τους για βοήθεια. Στις 8:00 το βράδυ ακριβώς τελειώσαμε. Όλα στήθηκαν οι νέοι κωδικοί πρόσβασης έτοιμοι. Παραδόθηκαν στο κύριο Μανώλη που είπε ότι θα τους δώσει σε όσους ήταν εξουσιοδοτημένοι την άλλη μέρα. Εγώ κράτησα ένα αντίγραφο με τους κωδικούς σε ένα στικάκι. Κατεβαίναμε τη σκάλα με το Χρήστο όπου ξαφνικά συνάντησα το Γιάννη με τη Δάφνη να κατεβαίνουν. Ήταν μέσα στην τρελή χαρά και τα γέλια. Μόλις με είδε η Δάφνη σοβάρεψε, όπως σοβάρεψε κι ο Γιάννης. Χαιρετηθήκαμε.

- Τέλειωσες; Τη ρώτησα. Εγώ μόλις τώρα. Πάμε να φύγουμε μαζί;

- Ναι, πάμε, μου είπε η Δάφνη με κάπως μαγκωμένο τρόπο.

- Ωραία, σας χαιρετώ κι εγώ. Δάφνη μου θα τα πούμε αύριο, είπε ο Γιάννης και μας χαιρέτησε τυπικά.

- Χρήστο πάρε εσύ το αμάξι της εταιρίας. Εγώ θα φύγω με τη Δάφνη.

Φύγαμε. Στο δρόμο δε μιλούσαμε ιδιαίτερα. Μέσα μου με έτρωγε.

- Μήπως ήθελες να πας κάπου αλλού και σου χάλασα το πρόγραμμα;

- Όχι…

είπε η Δάφνη προσποιούμενη κάπως αδιάφορα, αλλά και απορημένη κάπως με την ερώτησή μου. Φτάσαμε στο σπίτι. Πήγα έκανα ένα μπάνιο. Φάγαμε ένα ήσυχο δείπνο. Πήγα να τη χαϊδέψω και με απομάκρυνε το χέρι μου με κάπως βαριεστημένο ύφος. Δεν είπα τίποτα. Κάθισα λίγο στην τηλεόραση να περάσει η ώρα. Πήγα για ύπνο. Την άλλη μέρα σηκώθηκα νωρίς. Πήγα στη δουλειά μου. Γύρισα πιο νωρίς γιατί είχα έναν πονοκέφαλο.

Μπήκα στο σπίτι. Πήρα ένα παυσίπονο και κάθισα ξαπλωμένος στο σαλόνι. Σε λίγο σηκώθηκα. Οι σκέψεις μου με βασάνιζαν. Ξαφνικά θυμήθηκα το στικάκι στην τσέπη του μπουφάν. Είχα τους κωδικούς της εταιρείας. Δεν έχασα καιρό. Άνοιξα το λάπτοπ και μπήκα στη διεύθυνση της εταιρίας. Μπορούσα να παρακολουθήσω όλες τι κάμερες. Σάρωσα όλους του χώρους. Άνοιξα την κάμερα του γραφείο του Γιάννη. Με περίμενε η πιο δυσάρεστη έκπληξη. Η Δάφνη ήταν στο γραφείο του και φιλιόνταν οι δυο τους. Ο Γιάννης της χούφτωνε τα βυζιά. Τρελάθηκα. Πάτησα την εγγραφή του βίντεο από τον υπολογιστή μου. Πέρασε ένα δεκάλεπτο. Σε λίγο χτύπησε η πόρτα του γραφείου. Ήταν κάποια υπάλληλος και έδωσε κάτι χαρτιά στο Γιάννη. Μόλις αυτή έφυγε, βγήκαν κι αυτοί και τράβηξαν ίσια στο διάδρομο. Πήγαν σε μια μικρή αποθήκη όπου μόνο ο Γιάννης είχε κλειδιά. Μπήκαν μέσα. Συνδέθηκα με την κάμερα εκείνη. Σε λίγο η Δάφνη γονάτισε και άρχισε να του παίρνει πίπα. Την έστησε στον τοίχο με τουρλωμένο τον κώλο. Άρχισε να τη γαμάει στο μουνί. Σε λίγο βγήκε και της τον έχωσε στον κώλο. Την έχυσε μέσα. Έχυσε κι Δάφνη. Φαινόταν από τις εκφράσεις του προσώπου της.

Έκλεισα τον λάπτοπ. Πήγα να πάθω εγκεφαλικό. Σηκώθηκα και έφυγα από το σπίτι. Πήρα το αμάξι. Στην αρχή γυρνούσα σαν χαμένος. Μετά πήγα στο εστιατόριο του κυρίου Γιώργου. Κάθισα. Μου πρόσφερε καφέ, δεν ήθελα. Ζήτησα λίγο κρασί. Κάθισα τα είπαμε. Κατάλαβε αμέσως ότι κάτι τρέχει. Δεν του είπα τίποτα όμως. Ύστερα πήγα κι από τη σχολή πολεμικών τεχνών του κ. Κώστα. Χάρηκε πάρα πολύ που με είδε. Καθίσαμε και τα είπαμε. Μόλις του είπα ότι πέρασα κι από του κυρ Γιώργη, με ρώτησε αν μου συμβαίνει κάτι.

- Πώς έτσι ξαφνικά βρε Δημήτρη μου και μας θυμήθηκες;

- Σας πόνεσα κύριε Κώστα. Μαζί σας μεγάλωσα. Το ξέχασα νομίζεις; Και σένα και τον κυρ Γιώργη σας θεωρώ δικούς μου ανθρώπους. Εσάς είχα στα δύσκολα. Εσείς μου σταθήκατε.

Ο κυρ Κώστας με χτύπησε στην πλάτη. Καθίσαμε λίγο ακόμα. Ύστερα έφυγα. Πήγα στο πατρικό μου σπίτι. Όλα ήταν όπως πριν. Κάθισα στον καναπέ. Με πήρε το παράπονο. Έκλαψα. Έκλεισα το κινητό μου και το βράδυ κοιμήθηκα εκεί. Την άλλη μέρα πήγα στη δουλειά. Έπεσα με τα μούτρα. Έπρεπε να ξεχαστώ να μη μου στρίψει. Είχαμε έναν πελάτη στην Χαλκίδα. Πήρα την πρωτοβουλία να πάω εγώ. Έτσι απάλλαξα ένα συνάδελφο από την αγγαρεία. Κατά τις 11 το πρωί με πήρε στο τηλέφωνο η Δάφνη.

- Πού είσαι βρε Δημήτρη; Ανησύχησα. Δεν με πήρες ούτε ένα τηλέφωνο; Τι έγινε;

- Είμαι στη Χαλκίδα. Ούτε απόψε θα έρθω. Έχουμε κάποιο σοβαρό πρόβλημα.

- Καλά, αλλά πάρε με ένα τηλέφωνο! Ανησύχησα.

- Σε πήρα το απόγευμα στην εταιρία αλλά μου είπαν ότι έλειπες. Το κινητό το είχες κλειστό.

- Ναι, είχα δουλειές. Και το κινητό θα έκλεισε κατά λάθος.

- Καλά, τέλος πάντων θα τα πούμε αύριο θα σε πάρω μόλις επιστρέψω στην Αθήνα. Σε φιλώ.

- Καλά, γεια!

Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα στη Χαλκίδα. Η επιδιόρθωση του προβλήματος δεν μου πήρε πάνω από ένα τέταρτο. Επέστρεψα στην εταιρία και συνέχισα τη δουλειά. Η ώρα είχε πάει 8 το βράδυ. Έφτασα στο σπίτι και άφησα το αμάξι έξω στο δρόμο. Το σαλόνι είχε φως με κατεβασμένα τα ρολά. Μπήκα από την κύρια είσοδο χωρίς να κάνω ιδιαίτερο θόρυβο. Και να σου η δεύτερη έκπληξη από τη γυναίκα μου που με περίμενε! Ήταν στο σαλόνι κάτω στο πάτωμα, η Δάφνη στα τέσσερα και ο Γιάννης τη γαμούσε από πίσω. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε και κράτησα την ψυχραιμία μου. Προχώρησα σαν να μην ήταν εκεί. Πήγα στη κουζίνα ήπια ένα ποτήρι νερό και πήγα γρήγορα στο γραφείο μου. Πήρα ένα φάκελο και ύστερα γύρισα πάλι στη κουζίνα. Άνοιξα το ψυγείο να πάρω ένα χυμό. Ο Γιάννης και η Δάφνη σοκαρίστηκαν. Δεν μιλούσαν. Ντύθηκαν κακήν κακώς πανικόβλητοι μην ξέροντας πώς θα αντιδράσω. Ο Γιάννης έφυγε σχεδόν τρέχοντας σαν τον κλέφτη, χωρίς να πει τίποτα, όσο εγώ έβαζα το χυμό στο ποτήρι. Η Δάφνη με κοιτούσε άναυδη μην μπορώντας να αρθρώσει λέξη από το σοκ. Έτρεμε. Το είδα. Άνοιξα το φάκελο και κοίταζα δήθεν κάτι χαρτιά μέσα σ’ αυτόν. Τον έκλεισα. Σε λίγο βγήκα από το σπίτι χωρίς να της πω κουβέντα. Σαν να μην είδα τίποτα από αυτά που συνέβαιναν μέσα στο ίδιο το σπίτι μου.

Σίγουρα μετά από αυτήν τη δική μου έκπληξη οι επόμενες στιγμές θα της ήταν αρκετά βασανιστικές. Τώρα τίποτα πια δεν θα της ήταν βολικό όπως πριν. Ήξεραν ότι κάποια στιγμή θα αποκαλυφθούν μπροστά σε όλους από μένα οι αλήθειες. Η Δάφνη με ήξερε ότι δε μασούσα στα δύσκολα. Ήξερε ότι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση.

Πήγα στο πατρικό μου. Κάθισα. Δεν έκλαψα αυτή τη φορά. Σκεφτόμουν να βρω τρόπο για να τους εκδικηθώ. Το μόνο που ένιωθα ήταν μίσος για όλους και τίποτα άλλο. Μίσος για το Γιάννη, μίσος για την πεθερά μου, τον πεθερό μου και πάνω από όλα για τη γυναίκα, που δυστυχώς για μένα, την αγαπούσα ακόμα. Ήμουν όμως πολύ περήφανος όμως. Δεν το ανεχόμουν όλο αυτό. Ήθελα εκδίκηση, να τους κάνω να πονέσουν, όλοι τους! Έπινα νερό, όταν από τα νεύρα μου πια, πέταξα το ποτήρι στον τοίχο της κουζίνας κι έσπασε.

Εκείνη τη στιγμή συνάμα ένιωθα και μια μεγάλη καύλα να γαμήσω. Έπρεπε να εκτονωθώ. Είχα να γαμήσω από την τελευταία φορά, λίγο πριν την πρωτοχρονιά. Η Δάφνη όλους αυτούς του μήνες είχε στην απόρριψη εντελώς. Κόντευαν σχεδόν τέσσερις μήνες. Θα τρελαινόμουν. Πήρα το κινητό, και έψαξα ένα στούντιο. Έκλεισα ένα ραντεβού. Πήγα ήταν μια κοπέλα γύρω στα 25. Έδωσα κάτι παραπάνω και έμεινα λίγο παραπάνω μαζί της. Την γάμησα σε διάφορες στάσεις. Εκτονώθηκα. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν ωραίο όσο ήταν αυτό με τη Δάφνη τα πρώτα χρόνια. Ούτε άγγιζε το σεξ που έζησα με την Ανδριάνα. Αλλά ήταν αρκετά ικανοποιητικό. Έφυγα και γύρισα σπίτι. Έπρεπε να καταστρώσω σχέδιο. Τέρμα! Η Συγχώρεση δεν χωρούσε πια μέσα στην καρδιά μου. Το βάσανό μου είχε αρχίσει.

Την άλλη μέρα το πρωί που πήγα στη δουλειά ήμουν λιγομίλητος. Όλα τα παιδιά κατάλαβαν ότι κάτι μου συμβαίνει. Το απόγευμα γύρισα στο σπίτι. Η Δάφνη είχε φύγει νωρίτερα από τη δουλειά. Με περίμενε.

- Καλησπέρα αγάπη μου, είπα μόλις μπήκα. Και τη φίλησα στο μάγουλο σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

- Καλησπέρα, είπε με αμηχανία.

Πήγα στο μπάνιο. Πλύθηκα. Βγήκα· ήταν στο σαλόνι. Ήταν μαζεμένη. Έφτιαξα ένα καφέ και κάθισα απέναντί της.

- Τι κάνεις μωρό μου; Πως πέρασες σήμερα;

- Καλά, είπε, εσύ;

- Καλά κι εγώ.

- Πού ήσουν χθες;

- Σπίτι μου. Της απάντησα. Ύστερα βγήκα να φάω. Επέστρεψα και μετά ύπνο.

- Γιατί δεν ήρθες εδώ;

- Σκέφτηκα… μπορεί να ήθελες να φιλοξενήσεις κάποιον άλλο, δεν ήθελα σε ενοχλήσω, είπα σαρκαστικά αλλά με σοβαρό ύφος. Δεν ήθελα να είμαι αδιάκριτος. Το ξέρεις πως κρατάω τους τύπους!

- Δεν αφήνεις την ειρωνεία;… είπε φανερά εκνευρισμένη. Με είδες να σε κερατώνω κι εσύ τίποτα;

- Συγγνώμη, τι περίμενες να κάνω; Να τον δείρω εδώ μπροστά σου; Να τον σπάσω στο ξύλο, να τον σκοτώσω; Τι θα έβγαινε. Θα πήγαινα φυλακή. Δεν είμαι διατεθειμένος αγάπη μου να χαλάσω τη ζωή μου, για μια στιγμή αδυναμίας δική σου; Δίκιο δεν έχω; Εκτός βέβαια αν είχατε κι άλλες στιγμές αδυναμίας, πολλές, πίσω από την πλάτη μου. Αλλά και πάλι δεν έχει και νόημα. Εξάλλου βογκούσες από ευχαρίστηση. Σου άρεσε που σε γαμούσε! Δε σε βίαζε! Ήσαστε κι δυο μέσα στην καύλα και στο χύσι. Έχω μάθει να είμαι διακριτικός, συνέχισα ειρωνικά, δεν μου αρέσουν οι αδιακρισίες.

- Συγγνώμη. Δεν ήξερα τι έκανα. Τον τελευταίο καιρό είμαι μπερδεμένη.

Γέλασα ειρωνικά.

- Και τώρα ο Γιάννης σε ξεμπέρδεψε ή χρειάζονται κι άλλες συνεδρίες;

- Άσε τις ειρωνείες! Σε ρωτάω τι θα γίνει τώρα;

- Τι να γίνει; Μην έχεις τόση αγωνία. Ε, δε θα πεθάνουμε κιόλας, θα συνεχίσουμε να ζούμε.

- Έλα σε παρακαλώ! Δε μπορείς να είσαι τόσο ψύχραιμος;

- Να λες δόξα τω Θεώ που είμαι… της απάντησα.

- Μα το θεωρείς φυσιολογικό; Σε κεράτωσα ρε Δημήτρη μπροστά σου! Και δεν κάνεις τίποτα;

- Εσύ τι θέλεις; Να σηκωθώ τώρα και να σε σπάσω στο ξύλο; Τι στον πούστη; Καινούριο βίτσιο είναι αυτό ρε κορίτσι μου; Ηδονίζεσαι να με προκαλείς με το κέρατο γαμώ το σόι σου; Αν είναι έτσι; τότε λυπάμαι, δεν θα παίξω το παιχνίδι σου. Βρες άλλον. Τι θέλεις τώρα; Και στο πάρτι βρε πουτάνα υψηλής κοινωνίας με κεράτωσες. Σας πήραν κι άλλοι είδηση. Τι νομίζεις ότι όλοι οι άλλοι είναι στραβοί και δεν βλέπουν; Βγήκες αναμαλλιασμένη με ένα σκουλαρίκι κι εκείνος με ξεκούμπωτο το πουκάμισο. Με ρωτάς τι θα γίνει. Τι στον πούτσο θέλεις; Να πάω να τα πω όλα στη γυναίκα του Γιάννη; Να πάω και να γαμήσω τον ίδιο στο ξύλο; Με τί άλλο φτιάχνεσαι γαμώ το σπίτι μου; λέγε!

Σώπασε.

- Πες μου σε παρακαλώ τι στο διάολο θέλεις να γίνει και θα γίνει γαμώ το σόι σου! Συνέχισα υψώνοντας τη φωνή μου. Σίγουρα, να ξέρεις ότι δεν θα καθίσω έτσι! Δεν είμαι και μαλάκας, επειδή εσύ θέλησες να με κάνεις κερατά. Κατάλαβες; Να το βάλεις καλά στο μυαλό σου! Σ’ αγαπούσα όσο τίποτα στον κόσμο. Κάθε μέρα νόμιζα ότι ζούσα μόνο γιατί υπήρχες εσύ. Κι εσύ το μόνο που έκανες ήταν να με προδώσεις με το χειρότερο τρόπο. Ωραίος κοινωνικός κύκλος που έμπλεξα! Αύριο θα ξεκαθαρίσω τα πράγματα με τον πούστη που μου γάμησε τη γυναίκα, ή καλύτερα με τον πούστη που πήγε και γαμήθηκε η πουτάνα που αγάπησα κι εμπιστεύθηκα· ύστερα θα λογαριαστώ και μαζί σου. Θα το δεις. Θα γίνουν όλα όπως πρέπει να γίνουν.

- Τι θα κάνεις;

- Να μη σε νοιάζει! Ούτε εσύ με ρώτησες όταν αποφάσισες να γαμηθείς με το μαλάκα μέσα στο σπίτι μου και μέσα στο γραφείο της εταιρίας το βράδυ του πάρτι. Ούτε κι εγώ θα σου πω ποιες θα είναι οι επόμενες κινήσεις μου.

Σηκώθηκα πήγα σε ένα δεύτερο δωμάτιο και κοιμήθηκα το βράδυ. Ήμουν τόσο κουρασμένος από το άγχος και το στρες περισσότερο. Την άφησα να προβληματίζεται στο σαλόνι μόνη της. Δεν ξέρω αν εκείνο το βράδυ επικοινώνησε με το γκόμενό της. Εξάλλου δε μ’ ένοιαζε από ένα σημείο και μετά. Τι νόημα θα είχε να την κυνηγάω; Αν ήθελε να το κάνει εγώ θα την εμπόδιζα; Και ποιο το νόημα. Ένα ήξερα στη ζωή μου. «Αν αγαπάς κάτι άσ’ το να φύγει. Αν ξαναγυρίσει θα είναι για πάντα δικό σου, αν δεν ξαναγυρίσει τότε δεν ήταν ποτέ.» Ρητό που μου το έμαθε ο κύριος Κώστας.

Συνεχίζεται…




Copyright protected OW ref: 167612