Η οικογένεια που δεν είχα (9o μέρος)

Δημοσιεύθηκε από 8elo
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.57 (15 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η οικογένεια που δεν είχα (8o μέρος)

15 Δεκεμβρίου. Απόγευμα για καφέ με φίλους μου. Η οθόνη του κινητού γεμίζει με φως. 1 Νέο μήνυμα. Πιάνω το κινητό. Ανοίγω. Μήνυμα από την Ζωή. "Δεν είμαι πια παρθένα. Θα σε περιμένω τα Χριστούγεννα". Έμεινα. Ξενέρωσα. Δεν απάντησα. Νευρίασα, γέλασα, δεν ξέρω τι.

Ετοίμασα τα πράγματα μου. Είχα αρχίσει σιγά-σιγά να ξενοικιάζω. Μάζεψα ότι μπορούσα και πήγα στους παππούδες μου. Αφού ξεκουράστηκα από το ταξίδι και κοιμήθηκα, έφαγα είπαμε νέα και παλιά έριξα την ερώτηση.

- Παππού; Θέλετε να πάμε όλοι μαζί στο χωριό φέτος; Για Χριστούγεννα;

- Ρε παιδάκι εσύ κάθεσαι πολλές μέρες. Δεν αντέχουμε εμείς.

- Θα σας βρω τρόπο να πάτε και να έρθετε χωρίς κούραση.

- Ας' το μωρέ. Πήγαινε να περάσεις καλά.

- Κάτσε να συνεννοηθούμε.

Παίρνω τηλέφωνο το μεγάλο αδερφό του Γιάννη. Ήξερα πως δουλεύει Αθήνα και θα είχε μόνο 3 μέρες ρεπό. Έτσι συμφωνήσαμε να τους φέρει και να τους πάρει αυτός την πρωτοχρονιά.

Τηλεφώνημα στο Γιάννη.

- Που είσαι ρε παπάρι;

- Χωριό.

- Που; Τι κάνεις εκεί;

- Χα, χα, χα ρε μαλάκα ξέχασα να σου πω. Είμαι 4 μέρες κάτω.

- Τι μαλάκας...

- Πότε θα έρθεις;

- Αύριο.

- Τα παππούδια θα έρθουν; Βρήκες άκρη;

- Ναι με τον αδερφό σου.

Αφού είπαμε τις αρλούμπες μας κλείσαμε. Ετοίμασα μια τσάντα στα γρήγορα και ξεκίνησα για κάτω αφού ήξερα ότι με περιμένει την επόμενη μέρα. Πήρα το αμάξι και ξεκίνησα για χωριό. Σταμάτησα και σε ένα μαγαζί που γνώρισα μια κολασμένα όμορφη κοπέλα. Εννοείται μετά από πολλές σκέψεις, έκανα κίνηση και πήρα τον αριθμό της.

Πηγαίνω κάτω και ήταν μόνο ο Γιάννης. Τι ηρεμία;… κανένας. Πήγα στο Θωμά να τον δω και να πάρω και κάνα τσιγαράκι να έχω. Οι μέρες πέρασαν με πολύ άραγμα και τρελό καλαμπούρι με το Γιάννη. Είχαμε θάψει όλο τον κόσμο. Φτάνει αμάξι φορτωμένο με πράγματα. Μέσα η Ρίτα ο μπαμπάς η Ζωή και ο μικρός. Βγαίνει ο μικρός, η Ζωή με κοιτάει και μου λέει "Επ… τι λέει;" Πολύ μάγκικα. Τη γράφω στα παπάρια μου, χαιρετώ το μπαμπά και η Ρίτα κατεβαίνει τελευταία.

- Λουκά τι κάνεις;

- Καλά εσείς; Πώς ήταν στο δρόμο; Κίνηση;

- Χαμός.

Με αγκάλιασε σαν να μην έχει γίνει τίποτα.

- Ρε… εμένα δε με βλέπεις;… λέει ο Γιάννης. Γελάσαμε όλοι.

Ανέβασα τα πράγματα πάνω και πήγα την βαλίτσα της στο δωμάτιο της. Ήταν μέσα.

- Τι κάνεις;

- Καλά.

- Γιατί δε με κοιτάς;

- Πήγαινε έξω Λουκά.

- Οκ.

- Θα τα πούμε μετά.

Δε μίλαγε περίεργα αλλά δεν ήθελε να είμαστε μαζί στον ίδιο χώρο. Παρατήρησα ότι είχε φτιάξει πολύ το πρόσωπο της. Με το που βγαίνω έξω να σου η Ζωή.

- Έλα εδώ εσύ τσουλί.

- Τι θες;

- Εμένα δεν θα μου το παίζεις αλάνι γιατί για σε γαμήσω.

- Ναι τώρα... πάει. Το έκανε άλλος.

Μέσα στο δωμάτιο και χαστούκι χωρίς δεύτερη σκέψη. Να φανταστείτε όταν της το έριξα την έσπρωξα κιόλας.

- Από εδώ μέσα όταν θα βγεις, θα έχεις βρει τρόπο να μη διασταυρώνεις το βλέμμα σου με το δικό μου. Ακούς;

- Μελ…

- Σκάσε. Ηλίθια.

Βγήκα έξω και άραξα στο σαλόνι. Έρχεται η Ζωή και λέει:

- Μπαμπά θέλω να σου πω κάτι.

- Τι έπαθες γιατί κλαίς;

- Γίνεται κάτι που δεν ξέρεις.

- Τι εννοείς; Ποιος σε πείραξε; Τι έχεις;

- Ο Λουκάς και ο Γιάννης μου παίρνουν συνέχεια το δωμάτιο. Δε θέλω να κοιμάται κανένας στο δωμάτιο μου.

- Ρε πάτε καλά γαμώ το μουνί της μάνας σας όλοι; Μου έχετε σπάσει τα αρχίδια με κάτι δωμάτια κάθε φορά. Τράβα στης μάνας σου μόνη σου. Η μάνα σου στο δικό σου με το Λούκα. Ο Γιάννης στο μέσα. Θα κοιμάσαι με τον μικρό αδερφό σου.

Στην αρχή χέστηκα αλλά μετά κατάλαβα ότι φοβήθηκε μη φάει κι άλλες και δε με ήθελε στο δωμάτιο. Πέρασε η ώρα και αφού φάγαμε πίτσες (5 άτομα ήμασταν + την γιαγιά 6, πήραμε 8 πίτσες και δεν έμεινε τίποτα). Πήγαμε να ξαπλώσουμε. Η Ρίτα άργησε να έρθει στο δωμάτιο. Περίμενα, περίμενα, περίμενα… μέχρι που αποκοιμήθηκα. Άκουσα την πόρτα να κλείνει.

- Ρίτα;

- Ναι εγώ είμαι κοιμήσου.

- Σε περίμενα.

- Λουκά δεν είμαι στα καλύτερα μου. Καλύτερα να κοιμηθούμε.

Ε… σταμάτησα να ασχολούμαι και την έπεσα πάλι για ύπνο. Το πρωί που ξύπνησα δεν ήταν κανένας σπίτι. Όλοι είχαν πάει σε δουλειές στο χωράφι μάλλον και είχα μείνει εγώ με τη Ζωή να κοιμάται. Άρχισα να βράζω. Κάτι ήθελα να της κάνω. Αλλά τι; Πηγαίνω και παίρνω ταινία. Μπαίνω σιγά-σιγά στο δωμάτιο. Κοιμόταν του καλού καιρού. Την βουτάω γρήγορα και αρχίζω να την δένω. Άρχισε να ρίχνει μπουνιές και κλωτσιές και της φίμωσα το στόμα. Έφαγα κάτι καλές όμως. Ολόκληρο ντερέκι… μου έριχνε σε ύψος πια.

- Και τώρα θα σου πω 2-3 πράγματα για να τα καταλάβεις. Δε φοβάμαι τίποτα. Θα σε σκοτώσω έτσι και πεις τίποτα. Θα σε κάνω να κλαίς με μαύρο δάκρυ. Σε αγαπώ αλλά έτσι και μου το ξαναπαίξεις έξυπνη θα σε μαυρίσω στο ξύλο.

- Μ....

- Καλά τα λες.

Έκλαιγε. Της έλυσα τα πάντα και της λέω.

- Έχεις κάτι να πεις;

- Όχι... όχι... συγγνώμη. Όχι.

- Τώρα το πας καλά.

- Ακόμα παρθένα είμαι. Είπα ψέματα συγγνώμη.

Έκλαιγε. Εγώ καύλωσα όταν μου το είπε. Αλλά δεν έδειξα ενδιαφέρον.

- Ότι θες κάνε. Δική σου ζωή.

- Δική σου είναι. Είμαι δική σου!

- Μην με ξανά προκαλέσεις.

- Όχι… όχι... ποτέ. Σε αγαπώ. Συγγνώμη.

Έφυγα και πήγα βόλτα. Άργησα να γυρίσω γιατί έμπλεξα με κάτι παπάρες και πίναμε τσιπούρα. Με είχε σπάσει η πείνα και πήγα σπίτι. Ένας τεράστιος τσακωμός είχε αρχίσει. Η Ρίτα με το μπαμπά. Με το που μπήκα σιώπησαν.

- Τι πάθατε ρε; Ακούγεστε μέχρι το καφενείο.

- Άντε φτύσε τα μπούτια σου και εσύ.

- Α τώρα φταίω εγώ; Καλά...

Η Ρίτα έφυγε έξω τρέχοντας και εγώ έμεινα λίγο εκεί. Δε μίλαγε κανένας. Κανένας δεν μου έλεγε τι έγινε. Έκανα νόημα στον Γιάννη να έρθει στον διάδρομο.

- Τι έγινε ρε; Τι παίχτηκε;

- Δεν ξέρω... με ξύπνησαν με βρισίδια και φωνές. Η Ζωή έβαλε τα κλάματα, ο μπαμπάς βούτηξε τη μάνα μου από το μπράτσο και την πέταξε στον καναπέ. Δεν κατάλαβα μέχρι να πάω από εκεί και να αρχίσω να φωνάζω και εγώ να σταματήσουν δεν κατάλαβα το είπαν. Ίσως ξεμείναμε από λεφτά πάλι. Κάτι έλεγαν για τα οικονομικά.

- Καλά ρε... και τώρα βρήκαν; Προπαραμονή Χριστουγέννων;

- Γάμησε με ρε. Δεν ξέρω... θα έρθουν οι δικοί σου; Τα παππούδια;

- Ναι θα έρθουν πρωτοχρονιά μαζί με τον αδερφό σου.

- Οπότε μόνοι μας Χριστούγεννα... καλά γαμήσια.

- Άστα να πάνε.

Κατέβηκα κάτω στη γιαγιά μπας και βρω την Ρίτα. Δεν ήταν εκεί. Έκατσα λίγο με τη γιαγιά και είπαμε περί Καρατζαφέρη και εκκλησίες και όλα τα σινάφια. Μπαίνει η Ζωή μέσα. Κάθεται λίγο. Ήταν κάπως περίεργα.

- Η Ρίτα ήρθε;

- Γυρίζει. Είχε πάει στην φίλη της τη Χριστίνα και μετά για ψώνια.

Αυτή η Χριστίνα είναι μια φίλη της. Έχει κάποια κιλά παραπάνω αλλά είναι πολύ-πολύ καύλα. Της την πέφτω κάθε φορά και γουστάρει να με ψήνει άσχημα.

- Καλά... τι θα κάνεις;

- Θα βγω με την Ηλέκτρα και τον αδερφό της.

- Καλά να περάσετε.

- Οκ.

Βγήκα έξω και ήρθε και η Ρίτα. Πάρκαρε. Πήγα να τη βοηθήσω με τις τσάντες. Ανέβασα πάνω τα πράγματα. Ήρθε τα έβαλε στα ντουλάπια. Ο μπαμπάς άφαντος. Η Ρίτα στεναχωρημένη. Έβαζε τα πράγματα στα ντουλάπια. Είχε ψωνίσει πολλά πράγματα. Και για το τραπέζι της Πρωτοχρονιάς. Ετοίμασε κάποιες σως έκοψε κιόλας πράγματα να τα έχει έτοιμα.

- Λουκά πάω να ξαπλώσω. Πες στην Ζωή να μη με ξυπνήσει για τίποτα.

- Άντε στο δωμάτιο και θα μείνω στον καναπέ η θα πάω στη γιαγιά κάτω.

- Όχι θέλω το δωμάτιο μου. καληνύχτα.

Έφυγε... μετά από λίγο μπαίνει μέσα ο μπαμπάς με τον Γιάννη. Ήταν σε καλύτερη διάθεση από το μεσημέρι. Αράξαμε και πίναμε τσιπούρα και τρώγαμε ξηροκάρπια. Είχα γίνει πίτα. Έπεσε για ύπνο ο μπαμπάς και Γιάννης έφυγε στο δωμάτιο του. Τον παρακάλεσα να βγούμε να συνεχίσουμε αλλά δεν ήθελε. Πήγα και εγώ στο κρεβάτι και άραξα. Ως γνωστόν δεν κοιμάμαι εύκολα. Μιλούσα με ένα κορίτσι στο κινητό και με καύλωνε με αυτά που μου έλεγε. Άκουσα πόρτα και κλείδωμα. Σηκώνομαι γρήγορα και πάω στο χωλάκι.

- Έλα εδώ γρήγορα.

- Τι έγινε; Κάτσε να αλλάξω.

- Όχι, όχι, έλα εδώ. Την έπιασα από το χέρι και την έβαλα μέσα στο δωμάτιο.

- Που είναι η μαμά; Μόνος σου είσαι;

- Η Ρίτα πήγε στο δωμάτιο της για ύπνο. Δεν ήταν καλά.

- Και εγώ που θα κοιμηθώ;

- Ρε Ζωή. Μην είσαι χαζή. Λοιπόν είπε να σου πω να μην την ξυπνήσεις για κανένα λόγο. Κάνε ότι θες από εδώ και πέρα.

- Εγώ φταίω σε κάτι;

- Κάνεις σα χαζή για το δωμάτιο.

- Λουκά έχω σχέση. Δε θέλω να κοιμόμαστε μαζί.

- Καλά ρε Ζωή. Δεν κάνουμε σεξ… στο κρεβάτι του ο καθένας κοιμάται. Σταμάτα να κάνεις σαν 7χρονο.

Έπεσα στο κρεβάτι και την άφησα όρθια να με κοιτάζει.

- Λουκά. Έχεις να μου δώσεις φόρμα και μπλούζα; Κάνει κρύο και αύριο πρωί θα φέρουν πετρέλαιο. Τα ρούχα μου είναι στο άλλο δωμάτιο.

- Ναι.

Σηκώνομαι και βγάζω την μπλούζα που φορούσα και τη φόρμα μου. Εννοείται πως το έκανα επίτηδες. Έμεινε και με κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα.

- Πάρε αυτά. Δεν έχω άλλα. Έχω χοντρό πάπλωμα.

- Όχι δεν θέλω. Εσύ θα κρυώνεις.

- Δεν κρυώνω. Καληνύχτα. Σβήσε το φως.

Έπεσα πάλι στο κρεβάτι. Έκλεισε το φως και άρχισε να αλλάζει. Δεν την έβλεπα καθαρά αν και κοιτούσα. Ξαφνικά χτύπησε το κινητό της και άναψε η οθόνη. Από το φως φαινόταν γυμνή. Το πήρε γρήγορα και άρχισε να μιλάει. Μιλούσε μονολεκτικά. Σηκώθηκα και πήγα πίσω της. Την αγκάλιασα. Πετάχτηκε λίγο αλλά την κράτησα. Βάζω το στόμα μου στο αυτί της και της είπα. "Μου έχεις λείψει". Απαντούσε ακόμα πιο μονολεκτικά. Της φίλαγα το λαιμό και την κρατούσα από τη μέση. Άκουσα από το τηλέφωνο να της λέει κάποιος πως είναι καυλωμένος. Προσπάθησε να το κλείσει αλλά της είπα να συνεχίσει να του μιλάει. Η ανάσα της βάρυνε. Αυτός της μιλούσε καυλωμένος. Της έλεγε ότι τον έχει βγάλει έξω και τη ρώτησε αν θέλει να του τον πιάσει. Τότε παίρνω το χέρι της και το βάζω στον πούτσο μου. Αυτός της μιλούσε στο τηλέφωνο.

- Θες να μου τον πιάσεις;

- Θέλω να τον πιάσω ναι…

- Είναι μεγάλος!

- Μ' αρέσει να είναι έτσι.

- Θες να τον γλείψεις;

- Μ… θέλω.

Της έπαιζα το μουνί και τη γονατίζω. Αρχίζει να με τσιμπουκώνει. Που και που έλεγε και καμιά καυλοκουβέντα στον άλλο τον μαλάκα. Άδειασα όλο το σπέρμα μου στο στόμα της. Κατάπινε και πνιγόταν. Την βάζω στο κρεβάτι και της ανοίγω τα πόδια. Αρχίζω να γλείφω το μουνί της που ήταν εντελώς υγρό έτοιμο να χύσει. Του μιλούσε κάπου-κάπου καυλωμένη. Της έβαλα δύο δαχτυλάκια… πονούσε λίγο. Σηκώνομαι της παίρνω το κινητό και το κλείνω.

- Εκεί που θα πάω δεν χωράει άλλος.

- Τι εννοείς;;

Τον βάζω στο μουνί της μπροστά και την άρπαξα από τον γοφό.

- Λουκά μη... δεν είμαι έτοιμη. Όχι έτσι. Όχι από ανάγκη.

- Σ... είναι ώρα να τον νιώσεις.

Της κλείνω το στόμα και της δαγκώνω το αυτί ενώ τον χώνω μέσα της.

- Α…

της ξέφυγε. Έμεινα ακίνητος να δω αν θα ακούσω βήματα. Ο μισός πούτσος μου ήταν μέσα της. Πονούσε. Βάζω από κάτω κάτι ρούχα που έπιασα πρόχειρα. Τον σπρώχνω μέσα της. Δε μιλούσε καθόλου. Μόνο κλαψούριζε. Συνέχισα να τη γαμάω απαλά μέχρι που της είπα:

- Ζωή σε θέλω πολύ

- Και εγώ αγάπη μου. Συνέχισε σε παρακαλώ.

Τη γάμησα για λίγο ακόμα μέχρι που ήμουν έτοιμος να χύσω. Τον έβγαλα και έχυσα πάνω της. Αυτή δεν έχυσε. Πονούσε και καθόταν ακίνητη. Η αλήθεια είναι πως τη γάμησα από αντίδραση. Δεν ήθελα να είναι έτσι, αλλά από την άλλη δεν ήθελα να την γαμήσει άλλος πριν από εμένα.

- Να πας να πλυθείς.

- Ναι… ζαλίζομαι όμως.

Σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα. Άναψα το φως και περίμενα να δω ποτάμι. Ίσα-ίσα που είχαν πέσει κάποιες σταγόνες αίμα. Πολύ λίγο. Μου έκανε εντύπωση αλλά είχα διαβάσει ότι κάποιες κοπέλες δεν βγάζουν καθόλου αίμα την πρώτη φορά. Ήρθε και ξάπλωσε μαζί μου. Κοιμηθήκαμε για 5-6 ώρες και ξυπνήσαμε.

- Σήκω.

- Που πάμε; Να πλυθώ.

- Όχι πάμε γρήγορα. Τη βάζω στο αμάξι και πάμε στο χωράφι τους. Την κατεβάζω και την πάω στον στάβλο. Κατεβάζω τη φόρμα και βάζω σάλιο. Γδύνεται. Της τον χώνω μέσα στο μουνί.

- Α…

- Τώρα θα σκιστούμε όπως πρέπει. Φώναξε όσο θες.

- Α… ναι, ναι…

- Ωραίος ο πούτσος μου ε;

- Ναι…

Αρχίσαμε να γαμιόμαστε πολύ έντονα. Δεν περίμενα να το θέλει τόσο πολύ και τόσο σύντομα. Της έλεγα καυλοκουβέντες και δεν έδινε σημασία. Πρώτη φορά ήθελε τόσο πολύ τον πούτσο μου. Κουνιόταν και χτυπιόταν.

- Χύνω, χύνω, χύνω…

- Χύσε και θα σε χύσω κι εγώ.

- Χύνω…

- Χύνω και εγώ…

Τη γαμούσα δυνατά και χύσαμε μαζί. Έχυσα μέσα της. Είχε άλλο λίγο αίμα. Αλλά πάνω μου. Ντυθήκαμε. Πλύθηκα λίγο με νερό και πήραμε κάτι αυγά εκεί στα γρήγορα και πήγαμε στο χωριό. Πήγε για ύπνο. Εγώ έκανα μπανάκι και ξεκίνησε η μέρα μου.

Παραμονή φάγαμε ένα γαλλικό φαγητό με λιωμένα τυριά που έβραζαν. Τη νύχτα ξεσκιστήκαμε στην πούτσα με τη Ζωή ξανά και ξανά. Τόσο που στο τέλος πονούσα. Η μικρή ήταν δυναμίτης. Δεν χόρταινε καυλί. Το μεσημέρι φάγαμε κρέας στη γυναίκα του Θωμά που γιόρταζαν και το βράδυ πάλι πούτσο ασταμάτητα.

Έτσι πέρασαν τα Χριστούγεννα και περίμενα να δω τι μου επιφυλάσσει ο νέος χρόνος που άλλαζε σε 2 μέρες. Η Ζωή έβγαινε με τον γκόμενο της και ερχόταν τα βράδια και τη γαμούσα μέχρι να μην μπορεί να περπατήσει. Προπαραμονή πρωτοχρονιάς της ήρθε περίοδος και σταματήσαμε. Πονούσε αφύσικα πολύ και δε μπορούσε ούτε να με τσιμπουκώνει. Δεν πειράζει όμως. Κάναμε και μια κουβέντα. Μου είπε ότι χώρισε γιατί θέλει να είμαστε μαζί. Ήρθε η νύχτα και είχα βγει για ένα ποτό με το Γιάννη. Όλο το βράδυ έψηνε μια κοπέλα αλλά μάταια.

- Ρε μαλάκα... γιατί δε γαμάω με τίποτα;

- Χα, χα, χα, χα... ίσως τον έπαιζες πολύ μικρός!

- Εσύ μια χαρά είσαι.

- Σκάσε.

- Τι σκάσε; Μια χαρά γαμάς την αδερφή μου.

Είχε μεθύσει πάρα πολύ. Είχε αρχίσει τις παπαρολογίες. Τον πήγα σπίτι και πήγα στο δωμάτιο μου. Η Ζωή με περίμενε.

- Τι κάνεις ξύπνια;

- Λουκά χύσε στα βυζιά μου.

Πέταξε τα βυζιά έξω και εγώ τον πούτσο μου. Μου τον έπαιξε με τα μεγάλα της βυζιά.

- Περίμενες να μου τον παίξεις;

- Ναι... έχω καύλες. Πολλές… συνέχεια. Έβλεπα βιντεάκια και έπαιξα το μουνί μου. Μου άρεσε και ας έχω περίοδο.

- Με καυλώνεις πουτανάκι… τσιμπούκωνε.

Ρούφαγε τον πούτσο μου με τόση μανία λες και έπαιζε σε τσόντα. Τα κατάπιε όλα και πέσαμε για ύπνο. Το άλλο πρωί ξυπνήσαμε πάλι με τσιμπούκι. Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς. Μου έκανε ένα πολύ σωστό τσιμπούκι. Δε χόρταινε να τον πιπιλίζει. Την ώρα που πάω να χύσω ακούμε θόρυβο και σταματάμε. Όλη την ημέρα στις ετοιμασίες είχα αυτή την άσχημη αίσθηση που έχεις αν είσαι καυλωμένος και δεν χύνεις..

Ήρθαν και οι παππούδες μου με τον αδερφό του Γιάννη. Αρχίσαμε τις ετοιμασίες και τα μαγειρέματα. Όλοι περιμέναμε με ανυπομονησία το μεγάλο γλέντι. Ο καθένας είχε και μια δουλειά να κάνει και η μέρα πέρασε πολύ γρήγορα. Οι γιαγιάδες με τον παππού προσπαθούσαν να κάνουν πράγματα. Φτιάχναμε δίπλες. Από στιγμή σε στιγμή τα μπάνια θα γέμιζαν για να πλυθούμε και να ετοιμαστούμε για τους καλεσμένους. 38 άτομα τραπέζι! 18 ήμασταν μόνο της οικογένειας.

Έτσι η μέρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε και περιμένοντας τα δώρα του νέου χρόνου!





Copyright protected OW ref: 167654