Η αδερφή της νύφης

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 2.50 (6 Votes)
Ήταν μια κλασική ημέρα του Δεκεμβρίου. Εν αναμονή των χριστουγεννιάτικων διακοπών, o γάμος ενός φίλου από το στρατό μας έδωσε εξαιρετική ευκαιρία για μια σύντομη εκδρομή στα Τρίκαλα. Μαζεύτηκε όλη η παλιοπαρέα του στρατοπέδου από την Αθήνα, κλείσαμε δωμάτια στο ξενοδοχείο, μπήκαμε σε δύο αυτοκίνητα και Σάββατο απόγευμα ήμασταν στην Εκκλησία.

Στο σημείο αυτό να σας περιγράψω τον εαυτό μου. Είμαι ξανθός, 30 ετών, ύψος 1.84. Το σώμα είναι το κλασικό γυμνασμένο που όμως έχει δει και καλύτερες μέρες. Μου αρέσει να κάνω φράντζα στα μαλλιά μου και να ντύνομαι χαλαρά, με τζινάκια και πουκάμισα.

Ο γάμος ήταν ωραίος, κλασικά όμως όσο περνούσε η ώρα αρχίζαμε να βαριόμαστε. Ήμαστε με τα παιδιά ήδη κοντά μια ημέρα παρέα, είχαμε πει ό, τι ήταν να πούμε και ελπίζαμε στο γλέντι να γνωρίσουμε κανέναν άνθρωπο για να μην κόψουμε φλέβα. Μπήκαμε λοιπόν στα αυτοκίνητα, φτάσαμε στο κέντρο και κάτσαμε από τους πρώτους. Οι συγγενείς κλασικά καθυστερούσαν να τα λένε μεταξύ τους και να κουτσομπολεύουν ο ένας τον άλλο. Το βλέμμα μου γυρνούσε δεξιά αριστερά, ψάχνοντας κάτι να σπάσει τη μονοτονία της αναμονής.

Τότε την είδα. Μια ξανθιά οπτασία που έμπαινε στο χώρο. Ξανθό μαλλί στο ύψος του λαιμού, περίπου στο ύψος μου. Λευκή επιδερμίδα, πράσινα μάτια και μια μέτρια προς μεγάλη μύτη. Φορούσε ένα στυλάτο φόρεμα, στο χρώμα του δέρματος με σχέδια, μάκρος κάτω από το γόνατο, που κολλούσε στο σώμα της και το αναδείκνυε τέλεια, και από κάτω ασορτί γκρίζες γόβες. Είχε ανοικτό ντεκολτέ που πίεζε το στήθος της και το έκανε να φαίνεται τεράστιο, με έφτιαξε όμως απίστευτα το γεγονός ότι μέσα στο κρύο είχε επιλέξει να φορέσει ανοικτό φόρεμα, με σκοπό να αναδείξει τον εαυτό της.

Ρώτησα και έμαθα για αυτή, ευτυχώς ένας από την παρέα από κάπου τη γνώριζε. Ήταν η Κωνσταντίνα, αδερφή της νύφης. Ένα απίστευτα σέξι πλάσμα που απλά δε μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Κόλλησα το βλέμμα μου πάνω της από τη στιγμή που μπήκε, χωρίς να το προσέξει και όταν την είδα να πλησιάζει το φίλο μου το γαμπρό δεν έχασα ευκαιρία. Πετάχτηκα και πρόλαβα να φτάσω στον Τάσο ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Και αυτός σαν παλιός γάτος που ήταν δεν έχασε ευκαιρία να μας κάνει τις συστάσεις.

«Να σας συστήσω. Νικολάκη από εδώ η Κωνσταντίνα, αδερφή της Γιώτας. Κωνσταντίνα ο Νικολάκης είναι φίλος από το στρατό, και γαμώ τα παιδιά. Ήμασταν μαζί στην Αλεξανδρούπολη».

Χωρίς να το γνωρίζω, ο φίλος μου είχε μόλις δώσει πάσα με όλο το γήπεδο ανοικτό. Η Κωνσταντίνα είχε σπουδάσει Ιατρική στην Αλεξανδρούπολη, λάτρευε την πόλη και φτιαχνόταν με τις ιστορίες από το στρατό. Πιάσαμε αμέσως την κουβέντα, να λέμε για τα στέκια της πόλης, το φάρο και το λιμάνι. Δε μπορούσα να μη ρίχνω ματιές στο στήθος της, που από κοντά ήταν ακαταμάχητο και το κατάλαβε. Κι έτσι, τελείως στο άκυρο, άρχισε να αναφέρεται στους φαντάρους που κυνηγούσαν φοιτήτριες στην Αλεξανδρούπολη όποτε κατάφερναν να βγουν από το στρατόπεδο και της άρεσε να την κοιτάνε γιατί της ανέβαζε την αυτοπεποίθηση.

«Όπως με κοιτάς εσύ τώρα ένα πράγμα».

Χαμογέλασα, δεν τα έχασα, έφτασε όμως η ώρα του μπουφέ και αναγκαστικά χωριστήκαμε για να πάμε στα τραπέζια μας. Είχα όμως το νου μου. Όταν άρχισε η μουσική δεν έχασα ευκαιρία, την πλησίασα και την πήρα στην πίστα. Ξεκινήσαμε με ένα γρήγορο βαλσάκι και μέχρι το τέλος χορεύαμε μαζί, ακόμα κι όταν έβαζε δημοτικά και μπαίναμε σε κύκλο μετά πάλι δίπλα καταλήγαμε. Ήταν φανερό ότι η επιθυμία ήταν αμοιβαία, έτσι στο επόμενο βαλσάκι προχώρησα και της έδωσα ένα φιλάκι στο λαιμό. Στα επόμενα πέντε λεπτά είχαμε βρεθεί στον κήπο και φασωνόμαστε μέσα στο κρύο του Δεκέμβρη, σαν δεκαπεντάχρονα.

Όταν χόρτασα να τη φιλάω και να τη χουφτώνω ήταν ώρα να αποσυρθούμε. Γυρίσαμε μέσα χωριστά για χαιρετούρες και ευχές, και σε ένα τέταρτο βρεθήκαμε στο αμάξι της. Φύγαμε καρφί για το διαμέρισμά της. Μόλις μπήκαμε στο ασανσέρ δε μπορούσα να κρατηθώ, έβαλα το χέρι μου στον υπέροχο κώλο της που ασφυκτιούσε στο φόρεμα και με το άλλο έπιανα το στήθος της. Φτάσαμε στον όροφο και πήγαμε κατευθείαν στο κρεβάτι της. Έβγαλε τις γόβες με μια κίνηση και ξάπλωσε τραβώντας με μαζί. Την έβαλα από κάτω μου και άρχισε να τη φιλάω παθιασμένα, ενώ το χέρι μου πήγαινε από το στήθος στο μπούτι της και μετά πάλι στο στήθος. Ήθελα να τη φάω, ήταν υπέροχη. Μου ξεκούμπωνε το πουκάμισο με τρόπο που φαινόταν ότι το έχει κάνει πολλές φορές. Όταν άρχισα να δαγκώνω τον απίστευτο λαιμό της, μου είπε στο αυτί… «Δέσε με».

Το καλύτερό μου. Έβγαλα τη ζώνη και έδεσα τους καρπούς της μαζί στο σίδερο του κρεβατιού. Γδύθηκα γρήγορα και έμεινα με το μποξεράκι. Η αδερφή της νύφης ήταν δεμένη στο κρεβάτι της, το τέλειο φόρεμα της είχε μαζευτεί αποκαλύπτοντας μέρος από τα μπούτια και κουνούσε τα πόδια της πάνω-κάτω από την καύλα. Ανέβηκα πάνω της και χούφτωσα τα μαστάρια της, που όπως βαριανάσαινε φαίνονταν ακόμα μεγαλύτερα, και πιέζονταν τρομερά από το φόρεμα. Έτσι με μια απότομη κίνηση έπιασα την άκρη από το φόρεμά της και το έσκισα από πάνω μέχρι κάτω.

Πραγματικά άξιζε τη σπατάλη (απ’ ό, τι μου είπε ήταν η πρώτη φορά που το έβαζε). Το σώμα της ήταν θεϊκό, δεν έπρεπε να το κρύβει. Είχε διαλέξει ένα σετ κόκκινα εσώρουχα, στράπλες σουτιέν και κόκκινο τάνγκα, η κοιλιά της ήταν επίπεδη και περιποιημένη, ενώ τα μπούτια και η λεκάνη της έκαναν ωραία καμπύλη. Ήθελα να τη φάω, να την καταβροχθίσω. Πρώτα όρμησα στα μαστάρια της, που τα φανταζόμουν όλο το βράδυ, και αφού της έβγαλα το σουτιέν τα δάγκωνα και τα ρουφούσα. Δύο ολοστρόγγυλα χοντρά βυζάκια με μικρές διακριτικές ρωγίτσες. Όταν χόρτασα χώθηκα στην κοιλιά της, τη δάγκωνα και της έγλειφα τον αφαλό. Η Κωνσταντίνα είχε γίνει μούσκεμα, με παρακαλούσε να τη γαμήσω και δεν της χάλασα χατίρι. Με μια κίνηση έλυσα το τάνγκα της, άνοιξα τις ποδάρες της τέρμα και τις ακούμπησα στους ώμους μου. Ήταν όλη δική μου, να την κάνω ό, τι θέλω.

Ακούμπησα τα τοιχώματα του μουνιού της και με μια δυνατή σπρωξιά ήμουν πλέον μέσα της. Έβγαλε ένα ουρλιαχτό, και όσο έσπρωχνα προς τα μέσα ακολουθούσαν αναστεναγμοί. Τι μουνάκι ήταν αυτό που είχε, τόσο στενό και τρυφερό. Έσπρωχνα να φτάσω όσο βαθύτερα μπορούσα, με κάθε κίνηση την άνοιγα και περισσότερο και φώναζε πιο δυνατά. Δεν πίστευα στην τύχη μου, είχα ξεκινήσει για έναν απλό γάμο στα Τρίκαλα και είχα βρεθεί να πηδάω την αδερφή της νύφης δεμένη στο κρεβάτι της!

Όταν ένιωθα πως πλέον δεν υπήρχε βαθύτερα έδωσα μια τελική σπρωξιά και την έπιασα από τους αστραγάλους. Κράτησα τα πόδια της ανοικτά μπροστά μου, με την πούτσα μου πάντα βαθιά μέσα της, έκατσα στα γόνατα και άρχισα να την κουνάω και ταυτόχρονα να κουνιέμαι κι εγώ. Σφυροκοπούσα το μουνάκι της χωρίς έλεος, τα χέρια μου πονούσαν που τη σήκωνα πάνω-κάτω αλλά γούσταρα την υποταγή της, που την έκανα ό, τι ήθελα. Η Κωνσταντίνα είχε τρελαθεί, φώναζε «Ναι, κι άλλο, ναι» και «ξέσκισε με, ξέσκισε με την τσούλα», και δεν άργησε να τελειώσει δυνατά.

Η αίσθηση των υγρών της να πέφτουν στην πούτσα μου έκανε κι εμένα να φτάσω στα όριά μου. Όταν αναφώνησα «Έρχομαι» η Κωνσταντίνα με μια απότομη κίνηση λύθηκε, ήρθε μπροστά και πήρε την πούτσα μου στο στόμα της. Σε ένα λεπτό είχα τελειώσει και κατάπινε λαίμαργα τα χύσια μου, χωρίς να αφήσει ούτε σταγόνα. Όταν τελείωσε η πούτσα και τα αρχίδια μου ήταν ξανά πεντακάθαρα. Χαμογέλασα, μου χαμογέλασε κι εκείνη, μου είπε ευχαριστώ και σηκώθηκα να πάω στο μπάνιο. Όσο κι αν είχα όρεξη για δεύτερο γύρο ήμουν πλέον εξαντλημένος, φαντάζομαι κι εκείνη και σε δέκα λεπτά μας είχε πάρει ο ύπνος.

Το άλλο πρωί ξύπνησα από έναν επίμονο ήχο. Το κινητό μου χτυπούσε για ώρα, σηκώθηκα όπως-όπως και είδα ότι με έπαιρναν οι φίλοι μου. Η ώρα είχε πάει 12 και έπρεπε να φύγουμε, με έπαιρναν εδώ και μια ώρα και δεν το σήκωνα. Σκατά… τους είπα ότι ετοιμάζομαι και θα τους πάρω για το που να έρθουν. Δεν είχα ιδέα που βρισκόμουν.

Πάνω στον πανικό μου ξύπνησα και την Κωνσταντίνα. Μου χαμογέλασε, της είπα καλημέρα και της είπα τι έγινε, απολογούμενος που έπρεπε να φύγω τόσο γρήγορα. Ζήτησα το τηλέφωνό της και είπε να μην ανησυχώ, θα με βρει αυτή. Άλλωστε της κατέστρεψα ένα ολοκαίνουριο φόρεμα, της χρωστούσα και έπρεπε να ξεπληρώσω το χρέος.

Τελικά στους γάμους όλοι περνάνε ωραία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.




Copyright protected OW ref: 167479