Η οικογένεια που δεν είχα (8o μέρος)

Δημοσιεύθηκε από 8elo
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.91 (11 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η οικογένεια που δεν είχα (7o μέρος)

Πόσο λάθος έκανα που έμπλεξα; Γιατί έφυγε; Χαζός δεν ήμουν... κατάλαβα ότι το μετάνιωσε. Αλλά από την άλλη έδειχνε να το θέλει. μήπως θέλει να τα ξεχάσει όλα; Ακούγεται πρώτη προσπάθεια να βάλει μπροστά το σκούτερ. Καθόμουν και περίμενα να την ακούσω να το καβαλάει και να φεύγει. Δεύτερη προσπάθεια. Πάλι δεν πήρε μπροστά. Σκέφτηκα να πάω να τη βοηθήσω. Τρίτη προσπάθεια μαζί με ένα ουρλιαχτό απόγνωσης "α…".

Κάθισα σε ένα βράχο... ήταν σκοτάδι πια. Μόνο το φεγγάρι έφεγγε και έλουζε τον τόπο με φως. Τόσο δυνατό φως που δε μπορούσες να διακρίνεις τα αστέρια. Δεν κουνήθηκε... δεν ξανά ακούστηκε μηχανάκι. Μόνο σιγανά βήματα. Ανέβαινε και έσερνε τα πόδια της.

- Λουκά κάνε με ότι θέλεις.

Την κοίταξα. Ήρθε κοντά. "Ότι θέλεις". Τα μάτια της ήταν κλαμένα. Με κοιτούσε και το εννοούσε κατάματα. Σηκώνομαι και την πιάνω στα μπράτσα. Κατέβασα τα χέρια μου προς τα κάτω μέχρι τους καρπούς των χεριών της. Δεν κουνήθηκε. Της έβγαλα την μπλούζα και την πέταξα κάτω. Έφυγε ένα δάκρυ από το μάτι της. Δάγκωσε τα χείλη της και έπνιξε κάτι που ήθελε να πει. Την κοιτούσα. Ένιωθα ωραία. Της άνοιξα την βερμούδα και την κατέβασα. Της έβγαλα τα πάντα και την είχα γυμνή μπροστά μου. Άρχισε να δακρύζει χωρίς λυγμούς.

- Θέλω να νιώσω τι καυλί σου. Ήταν η μόνη στιγμή που ένιωσα τόσο όμορφα εδώ και 6 χρόνια. Μην δίνεις σημασία αν κλαίω.

- Δε δίνω. Κάνε ότι θέλεις. Σε λίγο θα κλαίς από χαρά.

Της βάζω δάχτυλο. Το μουνί της έσταζε. Τα υγρά έτρεχαν στα δάχτυλα μου και στα πόδια της. Γονάτισα μπροστά της και άρχισα να τη γλείφω. Μου είχε πιάσει το κεφάλι και κρατιόταν από τα μαλλιά μου. Έβγαζε μικρά αναφωνητά. Την έγλειφα μέχρι που ήταν έτοιμη να χύσει. Μπορεί να πέρασαν και 20 λεπτά. Σηκώθηκα όρθιος και την κοιτούσα στα μάτια. Φιληθήκαμε παθιασμένα.

- Θέλεις να σου τον πάρω στο στρώμα μου; Θέλω να γευτώ τα χύσια σου. Πριν δε με άφησες.

- Όχι. Θέλω να σταθείς στον βράχο.

- Όπως θέλεις...

Γυρίζει, και πάει στον βράχο. Στήνεται κάπως και αρχίζει να παίζει το μουνί της. Πηγαίνω κοντά. Και βάζει ένα δάχτυλο στο κωλαράκι της.

- Θα συνεχίσω εγώ τώρα.

- Πρόσεχε το.

- Θα το προσέξω.

Βάζω τη γλώσσα μου στην τρυπούλα της όπως ήταν στημένη και την γάμησα λίγο με τη γλώσσα. Μετά ανέβηκα στην τρυπούλα που είχε το κωλαράκι της. Μοσχοβολούσε. Βάζω την γλώσσα μου εκεί και πετάχτηκε. Κόντεψε να τσακίσει. Ξανά κάθισε και την έγλειφα λίγο. Έπαιζε το μουνάκι της με το χέρι μέχρι που μου είπε ότι είναι έτοιμη να χύσει.

- Λουκά είναι έτοιμη... θέλω να τελειώσω, βάλε την πούτσα μέσα μου. Βάλε την.

- Εντάξει.

Αρχίζω και βάζω λίγο το κεφαλάκι. Έπαιζε το μουνί της αργά. Ήταν στενό μουνί... από την καύλα είχε γίνει έτσι. Είχε πρηστεί. Τον σπρώχνω μέσα. Άρχισα να της βάζω ένα δάχτυλο στον κώλο.

- Α... χύνω... τι καύλα είσαι!

- Χύσε με στον πούτσο.

- Α... θέλω να χύσω, γάμησε με δυνατά!

- Χύσε μωρό μου…

Δεν τη γαμούσα δυνατά, αλλά εντελώς αργά. Μόνο έβαζα τον αντίχειρα μέσα στην πίσω τρυπούλα της. Άρχισε να κουνιέται έντονα. Φτύνω τον κώλο της και βγάζω τον πούτσο μου και τον καρφώνω μέσα της.

- Α… πονάει, α…

- Σκάσε!

Της τραβώ σκαμπίλια στον κώλο της πολύ δυνατά. Άρχισα να την γαμάω πολύ-πολύ δυνατά.

- Χύνω Λουκά… χύνω, α…

- Χύσε πουτανάκι. Θυμήσου τα νιάτα σου που έχυνες…

- Ναι έχυνα… πάλι χύνω… α…

Έτρεμε και τη γαμούσα. Δε σταμάτησα. Συνέχισα. Γούσταρε η καργιόλα πούτσο.

- Ωραίος ο κώλος μου Λουκά; Αχ…

- Ναι, πολύ ωραίος!

- Έτσι, γάμα τον κώλο μου, γάμησε τον, σκισ' τον… σκίσε τον!

Τρώει ένα σκαμπίλι δυνατό στο κωλομέρι. Κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Φώναζε και γούσταρε.

- Χύσε με Λουκά. Θέλω να με χύσεις παντού. Χύσε με και σκίσε με α…

- Χύνω μέσα σου… μέσα στην κωλάρα σου.

Τη γαμούσα με τόση δύναμη που δεν ξέρω πόσο θα άντεχα πριν με αφήσουν τα πόδια μου. Πονούσαν τα κόκκαλα μου από το χτύπημα στον κώλο της. Ο πούτσος μου γλίστρησε και μπήκε στο μουνί της.

- Α… όχι πάλι εκεί, α…

Συνέχισα να τη γαμάω στο μουνί και άρχισα να χύνω. Έχυνα μέσα της πάλι και πάλι. Τραβήχτηκε, έπιασε τον πούτσο μου και άρχισε να τον γλείφει. Με το άλλο χέρι έπιανε τα χύσια μου από το μουνί της και έτρωγε και αυτά.

- Θες να φας τα χύσια μου ε;

- Μ… θέλω!

Τον έπαιρνε όλο μέσα στο στόμα μέχρι που μου έπεσε. Τον στράγγιξε πάλι και πάλι. Ήταν μισό καυλωμένος και δεν τον άφηνε. Άρχισε να με ενοχλεί. Σηκώνεται όρθια και μου λέει…

- Πρέπει να φύγω, εσύ έλα σε 5 λεπτά από άλλο δρόμο.

Ντύθηκε και κατεβήκαμε. Έβαλα μπροστά το σκουτεράκι και ανέβηκε πάνω. Με κοίταξε και γκάζωσε. Τι ωραίο γαμήσι ήταν αυτό; Μέσα στις ερημιές... απίθανο. Πήγα προς το σπίτι σιγά-σιγά. Δεν ήθελα να δω κανέναν. Ήθελα να πέσω ξερός και να φύγω την επόμενη μέρα πάλι απαρατήρητος.

Μπήκα μέσα στο σπίτι από το οποίο άκουγα φωνές. Όλοι μαζεμένοι στο σαλόνι.

- Που είσαι γαμώ το ξεσταύρι σου;

- Τι έγινε;

- Τι τι έγινε γαμώ το μουνί σας όλων;

Η Ζωή έβαζε πάγο στα γόνατα της Ρίτας που έβγαζαν αίμα. Η Ρίτα με κοίταξε καρφωτά στα μάτια.

- Λουκά η μαμά έπεσε με το σκούτερ. Κοίτα τα γόνατα.

- Που έπεσες;

- Στο λόφο είχα πάει βόλτα. Με είδε και ο Θωμάς που κατέβαινα, είχε πάει στο Νικόλα κρασί.

Σκάλωσα αλλά μετά κατάλαβα.

- Δεν σου είπα να μην πηγαίνεις εκεί; Είναι χωματόδρομος.

- Ε… συγνώμη. Σταμάτα επιτέλους!

Περίμενα την ερώτηση που ήμουν εγώ και έπρεπε να σκεφτώ κάτι.

- Εσύ ρε μαλακισμένο που ήσουν από το μεσημέρι;

- Είχα πάει στο λόφο και μετά πήγα από τη ζώνη βόλτα. Όργωσα όλο το δάσος.

- Καλός μαλάκας είσαι κι εσύ. Πάω να δω το σκούτερ αν έχει σπάσει πουθενά. Βγήκε έξω. Η Ζωή ήρθε και μου είπε να πάμε λίγο μέσα.

- Ζωή κάτσε εδώ με τη Ρίτα

- Μα…

- Κάτσε εδώ.

"Ζωή… έλα κάτω…". Ακούστηκε η φωνή του μπαμπά. Η Ζωή κατέβηκε γρήγορα.

- Όλα καλά;

- Ναι.

- Ο Γιάννης;

- Κάνει μπάνιο.

- Έπεσες;

- Όχι. Αλλά είδαν τα πόδια μου. Μάλλον χτύπησα στον βράχο. Δεν το κατάλαβα πάνω στο μηχανάκι.

- Καλά.

Βγήκε ο Γιάννης. Κορόιδεψε λίγο τη μάνα του και της έκανε πλάκα ότι είναι άχαρη και άχρηστη. Γελάσαμε λίγο.

- Τι ώρα φεύγουμε αύριο;

- Το μεσημέρι θα φύγουμε. Να είμαστε απόγευμα κάτω.

- Καλά. Πάω να πέσω για ύπνο. Που ήσουν;

- Στο δάσος έπινα ένα τσιγάρο.

- Χωρίς εμένα ρε μουνί;

- Χα, χα, χα, χα ήμουν κακόκεφος.

- Καλά, καλά.

Έφυγε στο δωμάτιο. Η Ρίτα πήγε και αυτή να ξαπλώσει όπως είπε. Άραξα στην τηλεόραση. Μπήκε η ζωή με τον μπαμπά.

- Καλά ρε μαλάκα... πως σκατά έπεσε; Ούτε μια γρατζουνιά κάτω.

- Ε… θα έπεσε στα χώματα.

- Ναι μόνο στο ένα πλαϊνό είδα γρατζουνιά. Έπεσε μαλακά. Πάλι καλά.

- Ε σιγά... μια χαρά είναι.

- Θα φύγετε αύριο; Θα φάμε πρώτα;

- Ε θα δούμε. Αν προλάβουμε. Μεσημέρι πάντως λέγαμε να την κάνουμε.

- Ρε μαλάκα. Εκείνη η γυναίκα του Νικόλα που πάει κρασί ο Θωμάς τι μουνί είναι; Θέλει να τη γαμήσει ο Θωμάς.

- Χα, χα, χα ο Θωμάς θέλει να της γαμήσει όλες.

- Ναι… ενώ εμείς καθόμαστε.

- Χα, χα, χα…

Συζητήσαμε για μουνιά του χωριού μέχρι που ήρθε η Ζωή από τη γιαγιά της.

- Ρε μπαμπά η μαμά κοιμήθηκε στο κρεβάτι μου.

- Και εγώ τι να κάνω ρε Ζωή. Τράβα στο δικό της. Η στο διπλανό της.

- Γιατί κοιμήθηκε εκεί;

Κατάλαβα πως η ζωή ήθελε να κοιμηθεί στο δωμάτιο της για να είναι μαζί μου. Πάλι καλά… δεν είχα όρεξη.

- Κι εγώ; Έχω τα πράγματα μέσα στο δωμάτιο.

- Ρε Λουκά με δουλεύεις κι εσύ; Και θα κοιμηθώ στο μεγάλο εγώ;

- Σκάστε ρε και τα δύο. Θα πας εσύ στης μάνας σου και ο Λουκάς μέσα στο μονό με τη Ρίτα. Για ύπνο πάτε όχι για γλέντι.

Δε μίλησα καθόλου. Ξάπλωσε και μας είπε να σβήσουμε τα φώτα όταν φύγουμε. Σηκώθηκα κι έσβησα τα φώτα και πήγα στο μπάνιο. Πίσω μου η Ζωή. Έρχεται και με φιλάει. Τη φίλησα κι εγώ.

- Θα μου λείψεις πολύ...

- Άντε για ύπνο. Θα τα πούμε αύριο.

- Θα σου λείψω;

- Ναι άντε για ύπνο.

- Θα έρθεις μέσα;

- Ρε Ζωή ξεκόλλα. Θα μας ακούσει κανένας

- Καληνύχτα.

- Καληνύχτα.

Μπαίνω μέσα στο δωμάτιο. Κλειδώνω την πόρτα πίσω μου.

Η Ρίτα μου ψιθύρισε:

- Έλα εδώ γυμνός. Μην ανάψεις φως.

Τα παράθυρα ήταν κλειστά και έκανε αφόρητη ζέστη στο δωμάτιο. Τα πέταξα όλα και πήγα. Είχα ιδρώσει. Σταματάω και την ακουμπάω. Δε φορούσε τίποτα. Καθόταν στο κρεβάτι. Μου πιάνει το κεφάλι και με γονατίζει. Με βάζει να τη γλείψω. Είχε πολλά υγρά πάλι. Έπαιζε το μουνί της και την έγλειφα. Είχα σκάσει από τη ζέστη. Είχα καυλώσει αλλά δεν το ευχαριστιόμουν. Με έπνιγε η ζεστή.

- Λουκά. Θέλω να με χύσεις.

- Αν έχω τίποτα να βγάλω θα σε χύσω.

Έβαλα τον πούτσο μου μέσα της. Μου είπε να μην κουνιέμαι. Έμεινα ακίνητος. Άρχισε κάπως να κουνάει το μουνί της εσωτερικά. Κάπως με έσφιγγε. Ήταν ωραίο. Μου έπαιζε τον πούτσο με το μουνί της και κουνιόταν ελαφρά. Το κρεβάτι δεν έτριξε ούτε μια φορά. Ήταν πολύ μπροστά η γυναίκα. Δάγκωνα τα βυζιά της που και που και μου έπιανε τον κώλο μέχρι την τρύπα μου. Με καύλωνε αυτό πολύ που με χάιδευε. Έπιανε να αρχίδια μου. Είχα καυλώσει πολύ.

- Θα σε χύσω Ρίτα.

- Χύσε με…

Άρχισα να χύνω. Έχυσα πάλι αρκετά και ένιωσα έναν πόνο στο αρχίδι μου. Ένα τσίμπημα. Μάλλον το είχα παρακάνει δεν ξέρω. Μου έπεσε αμέσως όταν έχυσα. Γέλασε λίγο.

- Εσύ δεν τελείωσες.

- Εγώ τελειώνω από την ώρα που ήρθα στο λόφο παιδί μου. Δεν έχω σταματήσει.

Δεν πολύ κατάλαβα τι εννοούσε αλλά από το χαμόγελο κατάλαβα ότι ήταν κάτι πολύ θετικό. Άνοιξα όλα τα παράθυρα, κατέβασα τις σήτες και έπεσα για ύπνο στο άλλο κρεβάτι. Ξύπνησα στις 11 περίπου. Δεν άντεχα άλλο να κοιμάμαι με τόσο φως. Είχα αρχίσει να ιδρώνω από τη ζέστη. Κανένας στο δωμάτιο. Δίπλα μου βρήκα το γράμμα της Ζωής που είχε πάρει. Πίσω από το γράμμα έγραφε. "Μου χρωστάς τα χύσια σου".

Ετοίμασα τα πράγματα και πήραμε την απόφαση να φύγουμε μαζί με τον Γιάννη πιο νωρίς. Έτσι κι έγινε. Τους χαιρέτησα όλους και φύγαμε από το χωριό.

Με τη δικιά μου εννοείται είχαμε χωρίσει. Δεν με ενδιέφερε καν. Περίμενα να τελειώσω και με τη σχολή μου επιτέλους. Σκεφτόμουν τη Ρίτα και πότε-πότε τη Ζωή, που ήθελα να τη γαμήσω και αυτή κανονικά.

Που έμπλεξα;... κάποιες φορές φοβάμαι για το τι μπορεί να βγει στη φόρα. Αλλά μπροστά στην καύλα δε με νοιάζει. Καλώς η κακώς αυτός είμαι και έτσι θα μείνω.




Copyright protected OW ref: 167585