Όλα είναι «κύκλος» (1ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από gg36
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.13 (12 Votes)
Νέα Ιωνία, Αθήνα, αρχές Ιουλίου. Είμαι αραχτός στον άνετο καναπέ μου, πίνοντας τη μπύρα μου, κάνοντας το τσιγάρο μου, φορώντας μόνο μία βερμούδα, γυμνός από πάνω. Η ταράτσα, που έχω διαμορφώσει ειδικά, με μία κλειστή πέργκολα και καναπέδες, έτσι ώστε να φιλοξενώ φίλους και συγγενείς, για γερά τσιμπούσια αλλά και ευχάριστα βράδια, μας βρίσκει μόνους, με τη γυναίκα μου, την Αναστασία. Η ζέστη έχει φουντώσει και τα 35αριά είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Το βραδάκι, όμως, το γεγονός ότι η πολυκατοικία που μένουμε, είναι περιτριγυρισμένη από διώροφα και τριώροφα, μας δίνει το πλεονέκτημα να έχουμε αρκετό αεράκι, ιδανικό για να μας δροσίζει, χωρίς να έχουμε την ανάγκη κάποιου air-condition. Το άλλο πλεονέκτημα, πέρα από την 360ο θέα, είναι ότι μπορούμε να βλέπουμε τα άλλα σπίτια, από ψηλά, ενώ εκείνοι να μη μπορούν να μας δουν. Μόνο οι ταράτσες κάποιων πολυκατοικιών, κάποιες εκατοντάδες μέτρα μακριά, έχουν κάποιο οπτικό πεδίο, προς τα εμάς. Οπότε, όλη αυτή την περίοδο και μέχρι να βγει σε άδεια η Αναστασία, τη βγάζουμε εκεί. Δροσιά, απομόνωση, σχετική ησυχία, είναι ότι μπορεί να ζητήσει κάποιος, μετά από μία, λίγο ως πολύ, δύσκολη ημέρα.

Εγώ εργάζομαι, πλέον, ως αναπληρωτής καθηγητής σε ΤΕΙ αλλά και ως εξωτερικός συνεργάτης σε εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων. Οι μέρες μου, γενικώς, είναι αρκετά γεμάτες αλλά όσο πλησιάζουμε προς τον Αύγουστο, η αγορά αρχίζει να βάζει φρένο στις δραστηριότητες της, οπότε έπεται χαλάρωση. Η Αναστασία, από την άλλη, ως υπεύθυνη τμήματος σε ναυτιλιακή εταιρεία, δουλεύει πού περισσότερο από ένα 8ωρο, είτε στο γραφείο της είτε από το σπίτι. Η τεχνολογία παρέχει πλέον και αυτές τις δυνατότητες. Με ένα κινητό και ένα laptop, κάνουμε τον οποιονδήποτε χώρο, το γραφείο μας. Αυτές τις σκέψεις έκανα και θυμήθηκα πως, όταν ήμουν φοιτητής, μέσα από μία εγκατάσταση υπολογιστή και ενός modem, για να υπάρχει internet, στο σπίτι της Ελένης και του άντρα της, είχα εισχωρήσει για αρκετά χρόνια, στον «κύκλο» της Βάσως. Και μέσα από αυτή, γνώρισα πάρα πολύ κόσμο, με τους οποίους είχαμε σεξουαλική επαφή, όπως την Ζέτα και τον Αντώνη. Τι εμπειρίες είχα ζήσει; Πόσες καταστάσεις είχα βιώσει, που αμφιβάλλω αν υπάρχουν άλλα 100 άτομα σε όλη την Ελλάδα, που είχαν νιώσει κάτι ανάλογο;

Ευτυχώς, η συντριπτική πλειοψηφία τους μου έκανε μία «πλύση εγκεφάλου», έτσι ώστε να ακολουθήσω τις σπουδές μου και να μην παρασυρθώ από το εύκολο χρήμα που έμπαινε στις τσέπες μου. Μέχρι που με απειλούσε η Βάσω ότι θα με πετούσε εκτός «κύκλου», αν δεν περνούσα, εγκαίρως τα μαθήματα των εξαμήνων. Και έτσι ακολούθησε το μεταπτυχιακό και κάποιες επιπλέον σπουδές, όλες χρηματοδοτούμενες από την ικανότητα μου να ικανοποιώ σεξουαλικά τις παρτενέρ μου. Καλώς ή κακώς, οι επαφές μου με άντρες ήταν πολύ σπάνιες και αυτές πάντα με την παρουσία άλλων γυναικών. Δεν μου βγήκε ποτέ, έντονα το ομοφυλοφιλικό, παρά μόνο στα πλαίσια μίας επιπλέον ηδονής, αλλά πάντα σε σχέση με το αντίθετο φύλο. Γύρω στα 32-33 μου, είχα αρχίσει να φτιάχνω ένα καλό επαγγελματικό προφίλ και οι σκέψεις μου για το μέλλον, σίγουρα περιλάμβαναν και την οικογένεια. Οικογένεια και άπλετο σεξ, δεν είναι πράγματα που συμβαδίζουν, οπότε όταν ένιωσα ότι στην Αναστασία, βρήκα το άλλο μου μισό, όλα τα άλλα κόπηκαν, με τις ευλογίες της θείας Βάσως, βέβαια. Είχαμε φροντίσει να οργανώσουμε την ομάδα μας, με εξαιρετικές επιλογές γυναικών και αντρών, οπότε η απομάκρυνση μου ήταν πολύ ομαλή. Στα 35 μου, είχα απομακρυνθεί εντελώς και είχα παντρευτεί.

Την Αναστασία τη γνώρισα εντελώς τυχαία, σε ένα fast food, μέρα μεσημέρι. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Η επικοινωνιακή άνεση που είχα αναπτύξει, συναναστρεφόμενος, κατά κύριο λόγο, με άτομα μεγαλύτερα της ηλικίας μου, έπιασε τόπο. Τις πρότεινα το κατάλληλο πιάτο, όταν την είδα να είναι αναποφάσιστη στο τι θα διαλέξει και όλα πήραν τον δρόμο τους. Δεν αργήσαμε να γίνουμε ζευγάρι και είδαμε ότι ταιριάζουμε απόλυτα. Προσωπικά, ένιωσα, ότι είχα πιάσει το λαχείο, και αυτό αποδείχτηκε και στην πράξη. Δεν είχα διάθεση για παιχνίδια με άλλες, πλέον. Έβλεπα αυτή τη σχέση πολύ σοβαρά και μέσα σε 2 χρόνια, αποφασίσαμε να παντρευτούμε.

Αλλά η μοίρα μου έπαιξε πονηρό παιχνίδι. Όταν ξεκινήσαμε να προσπαθούμε να κάνουμε παιδί, οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό. Κανένα θετικό αποτέλεσμα. Μέχρι που κάναμε τις εξετάσεις και συνέβη το εκπληκτικό, να είμαστε και οι δύο, μη ικανοί για αναπαραγωγή. Δε θα μπω σε ιατρικές λεπτομέρειες αλλά αυτό ήταν κάτι που μας «ταρακούνησε» και τους δυο. Αρχικά απογοητευτήκαμε, αλλά συμβουλευόμενοι κάποιους ειδικούς, καταλήξαμε ότι θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε. Η οικονομική μας κατάσταση είναι αρκετά καλή και όλα φαίνονται υπέρ μας. Δεν είχαμε προχωρήσει σε κάποια αίτηση ακόμη. Είχαμε συμφωνήσει να περάσει το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, να επιστρέψουμε στην κανονική επαγγελματική μας καθημερινότητα και μετά να το προχωρήσουμε. Ας κάναμε τις τελευταίες μας χαλαρές διακοπές, πριν μπούμε σε μία νέα, δύσκολη αλλά και εξαιρετικά ευχάριστη, φάση της ζωής μας.

Οι σκέψεις μου διακόπηκαν από τα βήματα της Αναστασίας μου. Έρχονταν προς το μέρος μου, με τις μπύρες μου και το ποτό της, φορώντας ένα καφτάνι και ως συνήθως μόνο ένα κιλοτάκι. Ήξερε ότι μου άρεσε, όταν είμαστε μόνοι, να κυκλοφορεί γύρω μου γυμνόστηθη ή να φοράει κάτι που μου δίνει οπτική πρόσβαση σε αυτό. Η 32χρονη σύζυγός μου δεν είχε ανάγκη από κάποια επέμβαση στο στήθος της. Ήταν το τέλειο στήθος. Τόσο μεγάλο ώστε όταν το βάζω στην παλάμη μου, να χύνεται στο πλάι ένα σημαντικό μέρος του. Τόσο στητό ώστε όταν φοράει βαθύ ντεκολτέ να μην έχει ανάγκη ενός σουτιέν. Ο συνδυασμός του βάρους και σφιχτού στήθους ήταν στο όριο της ισορροπίας. Οι ρώγες της ήταν αυτό που φαντάζεστε οι περισσότεροι. Τόσο πεταχτές, όταν ερεθιζόταν, ώστε να διαγράφονται αν δε φοράει σουτιέν, τόσο μεγάλες που όταν βρίσκεται από πάνω και μου τις προσφέρει στο στόμα, να μου γεμίζει τα χείλη και την γλώσσα.

Γύρισα το κεφάλι μου και την κοίταξα και… όπως πάντα, η φιγούρα της μου προκάλεσε ένα μεγάλο χαμόγελο. Παρόλο που είχα εμπειρία από πολλές γυναίκες, με κάποιες από τις οποίες ένιωσα ιδιαίτερα αισθήματα, η Αναστασία πάντα με έκανε να νιώθω αυτό το κάτι παραπάνω. Το σεξ ήταν πάντα έντονο αλλά… το δικό μου μυαλό ήταν κολλημένο, σεξουαλικά στο παρελθόν. Στις παρτούζες, στις «ιδιαιτερότητες» του παιχνίδι ρόλων που πολύ συχνά ζητάγανε οι πελάτες και πολλά άλλα. Καταστάσεις που δεν μπορούσα να ζητήσω από την Αναστασία, ίσως δεν τολμούσα. Δεν το είχα επιχειρήσει ποτέ. Από την άλλη φοβόμουν πως ακόμη και αν δεχόταν να δοκιμάσουμε κάποια πράγματα, μπορεί να επηρεαζόταν αρνητικά η μεταξύ μας σχέση. Περνάγαμε καλά οι δυο μας. Εκείνη περνούσε πάντα πολύ καλά, σε σημείο να έχει πραγματικό οργασμό, μία στις δύο φορές που πηδιόμασταν.

Σεξουαλικά δεν την λες και συντηρητική. Μαζί μου έκανε αρκετά πράγματα που δεν είχε δοκιμάσει μέχρι να γνωριστούμε. Πρωκτικό, σε δημόσιο χώρο, καβλοκουβέντα σε μπαράκια σχολιάζοντας χυδαία, αλλά ψιθυριστά, άτομα που βρίσκονταν εκεί και να καταλήξουμε να πηδιόμαστε στο αυτοκίνητο και άλλα. Το τελευταίο διάστημα σκεφτόμουν έντονα να της πρότεινα κάτι extreme, για να δοκιμάσουμε πράγματα, πριν αλλάξει η ζωή μας με την υιοθεσία. Με ένα παιδί στο σπίτι, τίποτα δε θα μπορούσε να είναι το ίδιο, μιας ο περιορισμένος χρόνος και ελευθερία, είναι βασική θυσία που πρέπει να κάνει ένας γονιός.

Η μελαχρινή Αναστασία, με το μακρύ κατάμαυρο βαμμένο μαλλί, άβαφτη, ξυπόλητη και με το ντύσιμο που σας περιέγραψα πριν λίγο, μου έδωσε τις μπύρες και στάθηκε 2 μέτρα μπροστά μου και ελαφρώς διαγώνια, χαζεύοντας για ακόμη μία φορά την θέα προς την Πάρνηθα. «Καλά θα περάσουμε σήμερα» σκέφτηκα, αλλά δεν το ξεστόμισα για να μη χαλάσω την στιγμή. Ο ήλιος είχε μόλις δύσει, ο φωτισμός από πίσω μας, ήταν τόσο χαμηλός αλλά από τέτοια γωνία, που αναδείκνυε όλες τις καμπύλες της. Ηδονή και ρομαντισμός, σε μία απόλυτη ισορροπία. Για κάποιον περίεργο λόγο, η εικόνα της Αναστασίας δεν είχε φθαρεί στα μάτια μου, πάρα το γεγονός ότι ήμασταν τόσα χρόνια μαζί. Αλλά είχαμε φτάσει στο σημείο που αν δεν ανακαλύπταμε νέες ηδονές, νέα πράγματα να μας κάνουν χαρούμενους κάνοντας τα μαζί, ίσως και να ξεκινούσε η φθορά.

Γύρισε προς το μέρος μου, με κοίταξε με τα χαμογελαστά της μάτια, φορώντας τα γυαλιά της γραμματέως, με πλησίασε, έσκυψε προς το μέρος μου και φιληθήκαμε απαλά. Αυτό ήταν το σινιάλο της, προς εμένα, ότι έχει όρεξη για παιχνίδια. Εγώ παρέμεινα αραχτός, σχεδόν ατάραχος, αλλά το φούσκωμα στη βερμούδα μου με πρόδιδε. Εκείνη, έκατσε κολλητά δίπλα μου, καβαλώντας το ένα πόδι της, πάνω στους μηρούς μου και βάζοντας την γάμπα της ανάμεσα στα πόδια μου, να κρέμεται. Με μάγευε το γεγονός ότι η Αναστασία ήταν και θηλυκό και μαγκάκι, αλλάζοντας από την μία κατάσταση, στην άλλη, με τρομερές ταχύτητες. Ήταν ικανή να αφήνετε όταν της έγλειφα το μουνάκι, να βογκάει εντελώς κοριτσίστικα και σε κλάσματα δευτερολέπτου να μου έχει πιάσει τα μαλλιά, να πιέζει το πρόσωπο μου πάνω της και να μου λέει ατάκες όπως «τσιμπούκωσε το μουνί μου». Τις περισσότερες βέβαια τις είχε μάθει από μένα, αλλά η συμπεριφορά αυτή ήταν 100% δική της από την αρχή που γνωριστήκαμε. Έβαλα το χέρι μου στην μέσα πλευρά του μπουτιού της και άρχισα να της μαλάζω την περιοχή.

- Γ: Παρασκευή σήμερα, επιτέλους. Ξέρεις τι μου αρέσει με την Παρασκευή;

- A: Τι;

- Γ: Πρώτον, ότι ο χρόνος μας ανήκει να τον κάνουμε ότι θέλουμε μέχρι και την Κυριακή το απόγευμα.

- A: Και δεύτερον;

- Γ: Ότι τα καλύτερα μου γαμήσια τα έχω κάνει Παρασκευή!

- A: Τι μας λες; Σοβαρά; Για πες μου μερικά...

- Γ: Θυμάσαι τη μέρα ήταν όταν κάναμε σεξ πρώτη φορά;

- A: Παρασκευή...

- Γ: Παρασκευή ήταν και όταν το κάναμε στην Σαντορίνη, στο μπαλκόνι μας, γνωρίζοντας ότι μας βλέπουν… το θυμάσαι;

- A: Δεν ξεχνιούνται αυτά μωρό μου… άλλο;

- Γ: Παρασκευή ήταν όταν είχαμε τσακωθεί άγρια και μετά κάναμε άγριο σεξ. Δεν το έχεις ξεχάσει υποθέτω.

- A: Δεν ξεχνιέται ο τρόπος που με πήρες από πίσω για πρώτη φορά. Αυτό οφείλω να στο αναγνωρίσω. Δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό.

- Γ: Ευτυχώς που σε είχα προετοιμάσει τις προηγούμενες μέρες, ειδάλλως θα ήθελες να την ξεχάσεις αυτή τη μέρα.

- A: Έχει σημασία; Σημασία έχει ότι το απολαύσαμε έντονα. Τόσο έντονα που θα μας μείνει για πάντα στην μνήμη… άλλο;

- Γ: Ε δεν έχει άλλο.

- A: Πως δεν έχει άλλο; Μην μου πεις ότι τις Παρασκευές πριν γνωριστούμε, δεν πήδαγες ή δεν έχεις κάτι να θυμάσαι;

- Γ: Τι έχεις σήμερα; Άστο… δεν έχει σημασία… μ’ αρέσει όπως είσαι. Είναι ιδανικό για αυτή τη στιγμή. Θέλεις πραγματικά να ακούσεις τι έχω κάνει τις Παρασκευές, πριν σε γνωρίσω;

- A: Δεν ξέρω… ίσως ναι… ίσως όχι... θα ζηλέψω;

- Γ: Πολύ νομίζω.

- A: Μου το κάνεις ακόμη πιο δύσκολο. Κοίτα, έχω καταλάβει ότι ήσουν άτακτο αγόρι όταν ήσουν μικρότερος, αλλά δε θέλεις να μιλάς για το παρελθόν και δε σε πιέζω, το σέβομαι. Και τώρα που είσαι διατεθειμένος να το κάνεις, με τρομάζεις… με αγχώνεις.

- Γ: Στο χέρι σου είναι η επιλογή. Εγώ εδώ είμαι και από ότι φαίνεται δε θα αλλάξω γνώμη αν θες να ακούσεις… τουλάχιστον για απόψε.

- A: Μάλιστα… για να δω τι αντίκτυπο έχει αυτή η διάθεση για εξομολογήσεις.

Όπως καταλαβαίνετε, το χέρι της πήγε πάνω στην βερμούδα μου, στο σημείο που ήταν ξαπλωμένος ο μισοκαβλωμένος μου πούτσος. Αφού χούφτωσε τον κορμό, για να ελέγξει τη σκληρότητα του, δεν ικανοποιήθηκε και κατέβασε την παλάμη της στα αρχίδια μου. Ήξερε πως να με καυλώσει, αργά και σταθερά. Η μάλαξη των αρχιδιών μου, με καύλωνε σιγά-σιγά, ενώ αν μου έπαιζε τον πούτσο, η καύλα θα εκτοξευόταν στιγμιαία. Είχα αφεθεί στα χέρια της. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στα δικά μου, προσπαθώντας να διαβάσει τη σκέψη μου. Με το ύφος μου, της έδινα την αίσθηση της ηδονής που θα ένιωθα αν της εξομολογούμουν κάτι από το παρελθόν μου. Ακόμη όμως δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να ακούσει, το έβλεπα. Αυτό που γέμιζε το μυαλό μου ήταν ότι δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερο timing, να πάμε την σεξουαλική μας επαφή, ένα επίπεδο πιο πάνω, από απόψε. Αν πλάσαρα καλά τις ιστορίες μου, κεντρίζοντάς της το ενδιαφέρον, ποιος ξέρει που θα φτάναμε;

Η κουβέντα και η τροπή που είχε πάρει αυτή, την είχαν ερεθίσει, και στο μυαλό και στο σώμα. Η καύλα του μυαλού εκφραζόταν με τον τρόπο που με κοίταζε. Είχε μισόκλειστα τα μάτια και μία υποψία χαμόγελου. Η καύλα του κορμιού της εκφράστηκε με ένα δυνατό γλωσσόφιλο. Πολύ γλώσσα και επιθετικότητα ως προς την πίεση των χειλιών της, στα δικά μου. Εκείνη έκανε το κουμάντο στο φιλί αυτό. Εκείνη έχωσε την γλώσσα της στο στόμα μου. Εκείνη μου ρουφούσε τα χείλη ενώ μου πίεζε, στο όριο του πόνου, τα αρχίδια μου. Αφού έκανε το κέφι της, τραβήχτηκε λίγο πίσω, ρουφώντας ότι σάλια είχαν μείνει, και με κοίταξε στα μάτια. Το σκεφτόταν. Θέλει ή δεν θέλει να ακούσει;

- Γ: Αποφάσισες;

- A: Σχεδόν αλλά όχι ακόμη. Δώσε μου μία γεύση τι θα ακούσω.

- Γ: Χμ... θα ακούσεις ονόματα διάσημα… και ονόματα όχι διάσημα… αλλά όλα όσα σου πω, ως πρόσωπα, τα ξέρεις.

- A: Και από τον περίγυρο μας δηλαδή;

- Γ: Δυστυχώς για σένα, ναι!

- A: Δεν νομίζω να ξέρω αν θέλω να ακούσω.

- Γ: Πίστεψε με, δεν έχεις κάτι να ζηλέψεις... απολύτως τίποτα. Το γυναικείο σου μυαλό, όμως, μπορεί και να σε κάνει να ζηλέψεις. Δε σου εγγυώμαι τίποτα!

- A: Γαμώτο σου. Τόσα χρόνια περίμενα να μάθω που έμαθες όλα αυτά τα κόλπα και τώρα που έχω την ευκαιρία με φοβίζεις.

- Γ: Πάρε το χρόνο σου και συνέχισε να κάνεις αυτό που κάνεις… το οποίο κάνεις πολύ καλά, μωρό μου!

- A: Πάντα σ’ αρέσει να σου παίζω τα αρχίδια. Πάντα... λοιπόν το αποφάσισα... θέλω να μου πεις. Θέλω να ακούσω!

- Γ: Είσαι 100% σίγουρη; Σίγουρα θα αλλάξουν αρκετά πράγματα μετά από αυτό. Είτε προς το χειρότερο, είτε προς το καλύτερο. Θέλω να είσαι σίγουρη.

- A: Είμαι!

- Γ: Απόδειξε το!

- A: Πως;

- Γ: Ξέρεις!

Αυτό το παιχνίδι το είχαμε παίξει και άλλες φορές. Της έλεγα βρώμικες, ίσως και ανώμαλες για την μέση γυναίκα, φαντασιώσεις και εκείνη μου έγλειφε τον πούτσο μέχρι να τελειώσω. Η καύλα που έπαιρνα από το στόμα της, μου θόλωνε το μυαλό και οι φαντασιώσεις μου γίνονταν ακόμη πιο αληθοφανείς. Ακόμη και αν δεν ήταν του γούστου της, συνέχιζε να με ρουφάει μέχρι τέλους. Έτσι μου έδειχνε το ότι η καύλα της δεν προέρχονταν από τις φαντασιώσεις μου, αλλά από την δική μου καύλα. Με είχε μπροστά της, ερεθισμένο σε μυαλό και σώμα και αυτό της έδινε την μεγαλύτερη ηδονή.

Χαμογέλασε κοιτώντας γύρω της. Παρ' όλο που δεν υπήρχαν διαμερίσματα από τα οποία κάποιοι θα μπορούσαν να μας πάρουν μάτι εύκολα, κάποιος ή κάποια, με κάποια εξαρτήματα, θα μπορούσε να το κάνει, από τα σπίτια που ήταν αρκετά μακρύτερα. Τις άλλες φορές με τράβαγε να κατέβουμε στο σπίτι για να συνεχίσουμε. Σήμερα όμως όχι. Έδειχνε με τον τρόπο της πόσο αποφασισμένη είναι. Γονάτισε, συνεχίζοντας να μου χουφτώνει τα αρχίδια, και με το άλλο της χέρι μου χούφτωσε το πούτσο πάνω από τη βερμούδα. Ο φόβος της είχε μετατραπεί σε ηδονή. Δεν την ένοιαζε ούτε το μάτι, ούτε αν θα χαλαστεί από ότι ακούσει. Ήταν εμφανές ότι ήθελε να με ακούσει να της περιγράφω το παρελθόν μου.

- A: Ξεκίνα αγάπη μου. Πες μου για τις Παρασκευές της ζωής σου.

- Γ: Μ… δεν περίμενα να ενδώσεις. Λοιπόν... Παρασκευή ήταν που συναντήθηκα, πριν από περίπου 15 χρόνια, με την Ελένη.

- Α: Ποια ήταν η Ελένη;

- Γ: Σύζυγος του κύριου Θανάση, οικογενειακού μας φίλου. Είχα πάει σπίτι τους και τους είχα εγκαταστήσει ένα computer… και το ένα έφερε το άλλο.

- A: Ελένη; Θανάσης; Κάτι μου λέει αυτό το ζευγάρι.

- Γ: Θα σου πω, αλλά αργότερα.

- Α: Και τι έγινε εκείνη την Παρασκευή;

- Γ: Έλειπε ο Θανάσης για ΣΚ και μου είχε πει να πάω από το σπίτι της το βράδυ. Θυμάμαι ότι είχα πολλές καύλες εκείνη τη μέρα. Πάρα πολλές.

- Α: όπως και σήμερα έχεις.

Δεν σταμάτησε να με καρφώνει στα μάτια, όσο τις μιλούσα. Δεν ήταν από τα άτομα που κρατούσε το στόμα της κλειστό, πάρα μόνο αν το μπούκωνε με κάτι. Για αυτό το λόγο, με το δεξί της χέρι, τράβηξε προς τα κάτω τη βερμούδα, περίπου 20 πόντους και με το αριστερό, μου τράβηξε τον πούτσο έξω. Δυσκολεύτηκε λίγο, γιατί ήμουν πολύ καυλωμένος και το κεφάλι έβρισκε στο λάστιχο της βερμούδας. Τα κατάφερε όμως, σύντομα. Το βλέμμα της άρχισε να μετακινείται μεταξύ του προσώπου μου και του καυλιού μου. Τον τοποθέτησε στην παλάμη της, με έναν συγκεκριμένο τρόπο που της είχα μάθει. Είχε αγκαλιάσει τον κορμό, με τα 4 δάχτυλα της, και είχε σηκωμένο προς τα πάνω τον αντίχειρα, ακριβώς όπως κάνουμε το σήμα του ΟΚ. Με αυτό τον τρόπο μπορούσε να μου τον παίζει αλλά ταυτόχρονα να μου ερεθίζει με την άκρη του αντίχειρα το κεφαλάκι. Και αυτό έκανε.

- Γ: Εκείνο το βράδυ, ήταν διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Όταν άνοιξε η πόρτα, βρήκα και μία άλλη γυναίκα μέσα στο σπίτι, να με περιμένει. Στην αρχή νόμιζα ότι είχε έρθει για επίσκεψη και θα έφευγε σύντομα. Αλλά είχε έρθει επί τούτου. Είχε έρθει για παρτούζα.

- A: Μ... Την ξέρω;

- Γ: Την ξέρεις... αρκετά καλά.

- A: Ποια είναι;

Κοίταξα λίγο την θέα της ταράτσας. Ήταν η τελευταία μου ευκαιρία να το σταματήσω. Μετά από αυτό δεν θα υπήρχε επιστροφή. Η σκέψη μου διακόπηκε, όταν την είδα να μου παίρνει παραπάνω από το μισό πούτσο στο στόμα της, με την μία. Αβίαστα. Έβλεπε στα μάτια μου την αμφιβολία, έβλεπα την διάθεση της να το ρισκάρει. Παρατηρούσα πως εμφανιζόταν, από το πλάι, η γλώσσα της, καθώς μου τον έγλειφε κυκλικά σε σχέση με τον κορμό. Πως τα σάλια της άρχισαν να στάζουν. Πως το κεφάλι της άρχισε να κουνιέται πάνω-κάτω. Ήξερε τι έκανε.

- Γ: Η Βάσω... η θεία Βάσω. Ναι… αυτή… η γνωστή, θεία μου Βάσω.

Γούρλωσε τα μάτια και έκανε μία κίνηση να τραβήξει το κεφάλι της προς τα πίσω. Ήμουν έτοιμος. «Ήθελες να τα ακούσεις καργιολίτσα ε; Ε θα τα ακούσεις όλα για απόψε, χωρίς να μιλήσεις», σκέφτηκα. Και πριν προλάβει να απελευθερωθεί, της κράτησα το κεφάλι κάτω. Έκανε 1-2 μικρές προσπάθειες να ξεφύγει, αλλά αμέσως κατάλαβε ότι θα ακούσει, πριν μιλήσει. Και αφέθηκε.

- Γ: Ήθελες να τα ακούσεις και θα τα ακούσεις. Ναι, η θεία Βάσω, η βυζαρού, που λες κι εσύ. Και σκέψου ότι η Ελένη ήταν εξίσου βυζαρού. Οπότε καταλαβαίνεις πόσο καλά πέρασα εκείνο το βράδυ. Τι πίπες, τι γαμήσια που κάναμε με την Ελένη, μπροστά της. Έφτασε στο απροχώρητο η καύλα της πριν μου κάτσει, έστω και λίγο με το ζόρι. Φοβόταν, έλεγε το πουτανάκι. Αλλά στο τέλος της άρεσε. Τις γάμησα και τις 2 μαζί στο κρεβάτι της Ελένης. Μία τη μία, μία την άλλη. Την Ελένη και από κώλο. Να έβλεπες πόσο καύλα ήταν να γλείφονται μεταξύ τους. Να αλληλόθηλάζονται οι βυζαρούδες. Για αυτό σου λέω ότι πρέπει να πάρουμε μία τέτοια, ένα βράδυ, στο κρεβάτι μας. Θα το γλεντήσουμε. Θυμάμαι να πηδάω την Ελένη στην κουζίνα, ανάσκελα πάνω στο τραπέζι, και η Βάσω να στέκεται όρθια και να χαϊδεύεται. Σου το είπα μωρό μου, η Παρασκευή είναι η καλύτερη μου μέρα.

Το μυαλό μου ήταν γεμάτο από τις αναμνήσεις εκείνης της βραδιάς, αλλά και από την Αναστασία μου, που μου είχε τραβήξει το χέρι από το κεφάλι της, και πλέον μου έκανε ένα πολύ αργό αλλά γεμάτο γλώσσα και σάλια, τσιμπούκι, χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω μου. Ήμουν αραχτός, πόδια ανοικτά, η γυναίκα μου τσιμπούκι στα γόνατα και το μυαλό μου 15 χρόνια πίσω, να θυμάμαι την πρώτη μου παρτούζα. Τι καλύτερο να ζητούσα; Εκείνη το απολάμβανε όσο και εγώ. Ρουφούσε το αγαπημένο της καβλί, και με τις περιγραφές μου, της ζωντάνευα μία τσόντα που ήταν όμως πραγματική 100%. Ήξερε ότι κρατώντας με στα όρια της καύλας, λίγο πριν χύσω, οι αναμνήσεις μου θα ήταν ακόμη πιο λεπτομερείς. Το ήξερε.

- Γ: Εκείνο το βράδυ, χόρτασα έντονα γαμήσια. Ξεκινήσαμε στις 8 και τελειώσαμε στις 3 το πρωί. Πήδηξα στο σαλόνι, στην τραπεζαρία, στην κουζίνα, στην κρεβατοκάμαρα. Στο τέλος πήδηξα και την Βάσω και χύσαμε και ο τρεις μαζί. Έπρεπε να τις έβλεπες που έκαναν όταν τις έφτανα σε οργασμό. Έτρεμαν πατόκορφα. Όπως εσύ μωρό μου. Μου τις θυμίζεις πολύ αγάπη μου. Εκείνο το βράδυ κόντεψα να γαμήσω την θεία από τον κώλο, αλλά μου ξεφούρνισε ότι ήταν παρθένα και έτσι πήρα την Ελένη από πίσω. Τι γαμήσι ήταν και εκείνο;

Η Αναστασία είχε μπει σε μία φάση μεγάλης καύλας. Έδειχνε ότι της άρεσε όλα αυτό, περισσότερο από ότι περίμενα. Είχε βγάλει πλέον το καβλί μου από το στόμα της και μου τον έπαιζε, χωρίς να βγάζει λέξη. Πράγμα περίεργο για αυτήν. Όπως είπα, πάντα πεταγόταν, όταν κουβεντιάζαμε για να πει αυτό που της ερχόταν στο μυαλό. Αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν μουγκή. Είχε μπει τόσο πολύ σε όλο αυτό που τις περιέγραφα, που δεν τολμούσε να με διακόψει. Μόλις τελείωσα την πρόταση μου, σηκώθηκε όρθια, γονάτισε βάζοντας τα γόνατα της στο πλάι το δικών μου, πάνω στον καναπέ, σήκωσε το καφτάνι της, με το αριστερό της χέρι κράτησε το καβλί μου, όρθιο, και με το δεξί παραμέρισε το κιλοτάκι της. Και έκατσε πάνω μου, αφήνοντας τα υγρά του μουνιού της να λειτουργήσουν ως λιπαντικό για να γλιστρήσει μέσα της όλος.

- Α: Συνέχισε... πες μου κι άλλα.

- Γ: Δε έχω κάτι άλλο να σου πω από εκείνη την Παρασκευή. Έχω όμως από άλλη. Και αυτό είναι ακόμη πιο τραβηγμένο.

- Α: Μίλα... μη σταματάς τώρα που ξεκίνησες... θα το πάμε μέχρι τέλους.

- Γ: Παρασκευή ήταν που παρτούζώσαμε με τον Κωστάκη κάποια, επίσης γνωστή μας. Μετά την μάνα, πήρε σειρά η κόρη.

- A: Τον Κωστάκη, τον κολλητό σου; Τον οικοδόμο;

- Γ: Ναι… αυτόν.

- A: Άσε τα βυζιά μου. Θέλω το στόμα σου ελεύθερο… θέλω να μου μιλάς. Πηδήξατε την κόρη της Ελένης; Έχει κόρη και την ξέρω;

- Γ: Όχι, δεν έχει… δεν έχουν παιδιά αυτοί;

- Α: Τότε;

Εκείνη ακριβώς την στιγμή και αφού σταμάτησε να γαμιέται στο καβλί μου, παγώνοντας το κορμί της, για να μπορέσει να επεξεργαστεί τη σκέψη «ποιανής κόρη λέει ότι πήδηξαν;». Γούρλωσε τα μάτια και, ασυναίσθητα, καρφώθηκε πάνω μου.

- A: Την Ανδριάνα; Την ξαδέρφη σου; Της Βάσως την κόρη πηδήξατε ρε;

- Γ: Ναι… αυτή… δεν την πηδήξαμε απλώς. Φτάσαμε στο σημείο να την πάρουμε ταυτόχρονα από κώλο και μουνί... αν την άκουγες πως κλαψούριζε από τον πόνο αλλά γούσταρε κιόλας, θα έλιωνες… ούτε σε τσόντες δεν έχω δει τέτοια καύλα. Εγώ που ήμουν από κάτω της και την έβλεπα στο πρόσωπο, δεν κουνιόμουν πολύ. Την άφηνα να γαμάει το μουνί της στο καβλί μου… αλλά το ρυθμό τον είχε δώσει ο Κώστας. Και είχε τρελαθεί. Την ξεκώλιαζε πολύ δυνατά. Όσο εκείνη δεν του αντιστεκόταν, τόσο πιο άγρια τη γαμούσε… και με την ίδια δύναμη και ρυθμό, γαμιόταν στον πούτσο μου.

- A: Ναι… το φαντάζομαι. Και έχει τέλειο κορμί, η πουτάνα… πάντα τη ζήλευα για το κορμί της... αλλά είναι άβυζη. Συνέχισε...

- Γ: Όταν είδα ότι άρχισε να υποφέρει, έκοψα τον Κώστα και τη γυρίσαμε σε πίπα-μουνί στα τέσσερα. Εγώ στο μουνί και ο άλλος, στόμα. Αλλά και εκεί, δεν άργησε να το παρακάνει ο μαλάκας… παραλίγο να μου το πνίξει το κορίτσι… τη στιγμή που έχυνα μέσα της, ο μαλάκας καρφώθηκε στο στόμα της και της τα πέταξε εκεί. Εκείνη πνίγηκε και άρχισε να βήχει και να φωνάζει. Τον έβριζε… τον έφτυνε. Σα να έβλεπα την μάνα της εκείνη τη στιγμή. Τον χαστούκισε… ευτυχώς εκείνος δεν αντέδρασε. Εγώ δεν είχα τα κουράγια να τους χωρίσω... αλλά σε χρόνο μηδέν, άρχισαν να χαμουρεύονται και πήρε εκείνη το πάνω χέρι. Τον καβάλησε και άρχισε να τον πηδάει. Όπως γούσταρε εκείνη. Όταν καύλωσε αρκετά, γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε να μπω πίσω της... όπως όταν την ξεπαρθένιασα... 10 μέρες πριν.

- Α: Μη σταματάς… συνέχισε... κοντεύω...

Είχε βάλει τα μάγουλα μου, στις παλάμες της, με κοίταζε έντονα και κουνούσε την λεκάνη της κάθετα. Ο ρυθμός της ήταν όλο και πιο έντονος, αλλά εκείνη τη στιγμή δε μπορούσα να το καταλάβω, μιας και το μυαλό μου ταξίδευε στο παρελθόν. Είχα την γυναίκα μου να μου γαμάει το καβλί, και το μυαλό μου να αναπολεί τη μέρα που ξεπαρθένεψα από το κώλο την μικρή μου ξαδέρφη και πως τη φτάσαμε , με τον Κώστα, να παρτουζωθεί και να μας χύσει και τους δυο.

- Γ: Eτσι όπως γαμιέσαι τώρα, μωρό μου, έτσι πηδούσε τον Κωστάκη, αλλά ήταν εντελώς γυμνή. Γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε «μπες στο κώλο μου Γιώργο, μόνο εσύ ξέρεις πως μου αρέσει». Και μπήκα. Την είχε ανοίξει πολύ ο Κώστας από πριν, αλλά το αργό μου γαμήσι την καύλωνε τέλεια. Όταν κατάλαβα ότι η σούφρα της είχε ανοίξει πολύ, της έβαλα και ένα δάχτυλο μαζί με το καβλί μου. Και εκεί ήταν που άρχισε να τρέμει. Έτσι… ναι… όπως εσύ.

Κόλλησα το πιγούνι μου ανάμεσα στα βυζιά της και πέρασα τα χέρια μου πίσω της. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, της έβαλα ένα δάχτυλο στη σούφρα, έχοντας πάρει πρώτα κάποια υγρά από το μουνί της. Μπήκε σιγά-σιγά το μισό και άρχισα να το κουνάω μέσα της. Αυτό αρκούσε να της δώσει την αίσθηση, σαν να ήταν εκείνη στη θέση της Ανδριάνας. Γαμιόταν ταυτόχρονα, κώλο και μουνί, και γέμιζε το μυαλό της με τις εικόνες που τις μετέφερα. Πραγματικά, κόντευε.

- Γ: Έτρεμε και ανέβαζε ένταση στο γαμήσι. Κόντευε αλλά δεν το χόρταινε. Δύο πούτσες, μέσα της και να το γουστάρει. Αυτό ήθελε εκείνο το βράδυ. Την είχα ξεκωλιάσει 10 μέρες πριν, όταν εκείνη μου έδειξε μία εικόνα στο computer της από μία μουνάρα που γαμιόταν από πίσω. Και την ξεπάτωσα. Και λίγες μέρες μετά, με βρήκε και μου είπε ότι θέλει να κάνουμε παρτούζα. Την είχα βάλει στο τρυπάκι να βρίσκει εικόνες και να τα κάνουμε πραγματικότητα. Και έτσι φτάσαμε στο σημείο να την ξεπατώνουμε τα δύο φιλαράκια και εκείνη ανάμεσα μας να τρέμει και να χύνει… ναι… έτσι… να χύνει… μας έχυσε τις ψωλάρες και έτρεμε… ήταν σε οργασμό. Έχυνε δεν ξέρω και εγώ πόση ώρα… έτσι… ναι… χύσε με… χύσε με αγάπη μου... Κάνε μου και αυτή την Παρασκευή, αξέχαστη.

Με αγκάλιασε, χώνοντας μου το πρόσωπο μου ανάμεσα στις βυζάρες της. Με έκανε να σταματήσω να μιλάω. Της αρκούσε ότι είχε ακούσει. Είχε αρχίσει να χύνει. Να χύνει μαζί με την Ανδριάνα. Δεν ξέρω αν στο μυαλό της είχε τις εικόνες που τις περιέγραφα ή αν φαντάζονταν τον εαυτό της στην θέση της Ανδριάνας. Και δε με ένοιαζε.

Λάτρευα να την κάνω να χύνει τόσο έντονα. Όχι ότι ήταν και ο πιο έντονος της οργασμός, αλλά μετά από τόσα χρόνια ήξερα ότι για όλες τις γυναίκες, οτιδήποτε με βαθμό μεγαλύτερου του 7/10, ήταν τέλειο για αυτές. Και ήταν σίγουρα ένα εφτάρι αυτή η φάση. Πέρασαν τουλάχιστον 2 λεπτά, πριν με απεγκλωβίσει. Εγώ ήμουν ακόμη σκληρός μέσα της και εκείνη καθισμένη πάνω μου χαλαρώνοντας, αλλά ένιωθα την υγρασία από το τελείωμα της μέχρι τα μπούτια μου. Δε με ένοιαζε να τελειώσω. Το μόνο που με ένοιαζε είναι ότι περάσαμε επιτυχώς την δοκιμασία, που είχαμε επιλέξει. Της εκμυστηρεύτηκα καταστάσεις, που ενέπλεκαν άτομα που τα ήξερε. Τη Βάσω την έβλεπε μία φορά τον μήνα, τουλάχιστον. Την Ανδριάνα αρκετά πιο σπάνια, μιας και ήταν μόνιμα στο εξωτερικό. Με τον Κωστάκη κάνουμε ακόμη παρέα. Την Ελένη… Ε την Ελένη την...

- Α: Να σου πω κάτι. Η Ελένη ήταν εκείνη η κυρία, η γεματούλα, με τον άντρα που είχε ξυρισμένο κεφάλι, στο γάμο μας; Που φορούσε ένα λουλουδάτο φόρεμα, με τρελό ντεκολτέ; Αυτή είναι η βυζαρού που μου έλεγες;

- Γ: Δε σταματάς να με εντυπωσιάζεις. Ναι αυτή ήταν. Αλλά τότε ήταν αρκετά πιο αδύνατη. Όχι τέλειο κορμί αλλά αρκετά καλή.

- Α: Άρα στο γάμο μας ήταν και η Ελένη, και η Βάσω, και η Ανδριάνα, και ο Κώστας...

- Γ: Μην το πας εκεί. Η Ελένη και ο Θανάσης ήταν οικογενειακοί φίλοι. Τους κάλεσαν οι γονείς μου. Νόμιζα ότι αυτό το πράγμα που κάναμε σήμερα, δε σε στράβωσε αλλά το απολαύσαμε και οι δυο… πολύ.

- A: Μη φοβάσαι, δεν ξενέρωσα. Άλλο πράγμα σκέφτομαι.

- Γ: Ακούω!

- Α: Ένα πράγμα δεν κατάλαβα ποτέ. Πως βρέθηκε η κυρία Ζέτα ΧΧΧΧΧΧ με τον σύζυγο της, στο γάμο μας και στο τραπέζι. Ρε; Ρε;... μη μου πεις ότι... μην μου πεις! Στο ίδιο τραπέζι κάθονταν όλες τους… όλες μαζί… είχες όλες τις πουτάνες στο ίδιο τραπέζι, στον ίδιο σου τον γάμο; Και τη Ζέτα; Από που και ως που εσύ με την Ζέτα; Τι έχεις κάνει στο παρελθόν σου;

Συνεχίζεται...

Όπως πάντα, περιμένω τα σχόλια σας είτε κάτω από την ιστορία είτε με προσωπικά μηνύματα. Η ιστορία θα έχει νέα πρόσωπα αλλά και κάποια από το παρελθόν. Ελπίζω να την απολαύσετε, όσο τις απολαμβάνω και εγώ.




Copyright protected OW ref: 167094