Η οικογένεια που δεν είχα (6o μέρος)

Δημοσιεύθηκε από 8elo
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.31 (16 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η οικογένεια που δεν είχα (5o μέρος)

Αυτό το καλοκαίρι ήταν τόσο δύσκολο. Τρελή κολασμένη δουλειά. Η αλήθεια είναι ότι πήγα για καλύτερα και είχε έρθει Αύγουστος. Η δουλειά δεν σταματούσε ποτέ, είχε πέσει πάνω μας και το χωράφι μας που η γιαγιά δεν μπορούσε να πηγαίνει γιατί χτύπησε το πόδι. Όλα δύσκολα, πολύωρα και κουραστικά.

- Ρε μαλάκα Λουκά... δε θέλω να σε σκαλώσω αλλά σκαλώνω εγώ ρε φίλε.

- Τι έπαθες ρε; Τι έγινε;

- Κοιμάσαι κάθε βράδυ με την Ζωή. Αυτό έγινε. Και θα έρθει ο μπαμπάς αύριο με τη μαμά και θα σκαλώσουν με αυτό.

- Ρε πας καλά; Τι είναι αυτά που λες;

- Άκουσε με και μη μου λες μαλακίες. Σας είδα που κοιμόσαστε στο ίδιο κρεβάτι. Μη μου πεις ψέματα. Δεν σου ζητάω το λόγο, ίσα-ίσα ήξερα ότι θα συμβεί. Αλλά πρόσεχε.

- Συγγνώμη. Δεν έχουμε κάνει τίποτα αλήθεια. Απλά έρχεται και κοιμάται.

- Ρε μην μου εξηγείς αλλά σήμερα τελευταία νύχτα. Αύριο κοιμάσαι στο δωμάτιο μου και εγώ στης ζωής. Οκ;

- Οκ.

Τώρα να πω ότι δεν ξενέρωσα; Τι να του πω του μαλάκα; Ότι πάλι καλά που είναι ξύπνιος και ωραίος τύπος. Πήγαμε στη δουλειά και κάτι έγινε με τις τιμές της παραγωγής, αυτός που είχε το χωράφι αντί να τα πουλήσει στο συνεταιρισμό πήρε ένα τρακτέρ και άρχισε να τα αλέθει όλα μέσα στο χώμα από τα νεύρα του. Μέσα σε 5 ώρες είχαμε φύγει. Καλά στα αρχίδια μου κιόλας. Είχα πήξει έτσι κι αλλιώς στη δουλειά. Το μόνο καλό είναι ότι είχα καλά φράγκα. Δεν είχα χαλάσει τίποτα. Ούτε 10 ευρώ την εβδομάδα δε χαλούσα.

Πήγαμε σπίτι. Του λέω έξω από την πόρτα.

- Γιάννη. Δεν έχω κάνει τίποτα. Αλήθεια.

- Άκου φίλε. Δική σας ζωή είναι. Απλά μην την παρατήσεις την επόμενη μέρα. Γιατί για να είσαι με κάποια που μέχρι χθες σε έλεγε και την έλεγες αδερφή σου, σημαίνει ότι νιώθεις κάτι δυνατό. Αλλιώς δεν θα το έκανες.

- Ναι έχεις δίκιο.

Η αλήθεια; Όχι δεν ένιωθα τίποτα όλα είχαν σπάσει μέσα μου. Είχα αλλάξει . Ήθελα να γαμήσω την αδερφή του και τη μάνα του και να τους αλλάξω τα φώτα. Η Ζωή ήρθε και με αγκάλιασε λες και είχαμε σχέση.

- Αύριο έρχεται η μαμά και ο μπαμπάς.

- Το ξέρω.

- Πως θα κοιμόμαστε μαζί;

- Δεν θα κοιμόμαστε μαζί ρε Ζωή.

- Τι έχεις;

- Άκου Ζωή.. ο Γιάννης μας έχει δει. Και δε θέλω να γίνει μαλακία. Αυτή είναι η αλήθεια.

- Δεν θα γίνει τίποτα. Τι σου είπε μαλώσατε;

- Όχι, όχι. Ίσα-ίσα. Αλλά δε γουστάρω. Θα φύγω να συνεχίσω σπουδές.

Βάζει τα κλάματα. Με κοιτούσε και έκλαιγε εντελώς αθόρυβα. Μόνο δάκρυα και με κοιτούσε στα μάτια.

- Εγώ θα σε περιμένω. Θέλω να είσαι ο πρώτος μου σε όλα.

Σηκώνεται και πηγαίνει μέσα στο δωμάτιο. Έμεινα στον καναπέ για λίγο... δεν είχα όρεξη για τίποτα. Άναψα τηλεόραση και με πήρε ο ύπνος εκεί. Ξαφνικά έρχεται η Ζωή και με ξυπνάει. Αρχίζει με φιλάει στο στόμα. Πήγα να μιλήσω αλλά δεν είπα τίποτα. Μου είχε πιάσει τον πούτσο και καύλωσα. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Κατάλαβα ότι ήταν εντελώς γυμνή και εγώ φορούσα μόνο ένα σορτσάκι.

- Αν ξυπνήσει ο Γιάννης θα μας δει έτσι.

- Δε με νοιάζει. Θέλω να με γαμήσεις.

Μιλούσαμε ψιθυριστά. Μου βάζει τα μεγάλα υπέροχα βυζιά της στο στόμα μου. Δεν έβλεπα τίποτα. Μόνο δάγκωνα τα βυζιά της και έβγαζε απαλούς ήχους. Βάζω το χέρι μου στο παρθένο μουνάκι της και ήταν μούσκεμα. Είναι καταπληκτικό το πόσα υγρά έχει... τόσο τρυφερό και καλοξυρισμένο. Ένας δύο δαχτυλάκια λίγο μέσα όχι εντελώς. Αναφώνησε. Προσπάθησε να μου σπρώξει το χέρι αλλά της είπα "όχι ακόμα". Έσκυψε και μου πήρε το καυλί στο στόμα της. Άρχισε να μου τον γλείφει πολύ-πολύ καλά. Τον ρουφάει αθόρυβα αλλά με μεγάλη μανία. Κατάπινε το κεφαλάκι μου κάθε τόσο και το κρατούσε για λίγο στο λαρύγγι. Της λέω ότι θα χύσω και μου τον έπαιξε ενώ κατάπινε όλα μου τα χύσια.

- Σε παρακαλώ. Γλείψε με Λουκά. Είμαι έτοιμη να τελειώσω.

Τη βάζω στο καναπέ και κάθομαι κάτω. Αρχίζω να τη γλείφω. Είχε τόσα υγρά. Μέσα σε 3- 4 λεπτά έτρεμε σαν ψαράκι και με έσπρωχνε από τα μαλλιά μέσα στο μουνάκι της. Έχυνε και έτριβε τα μουνόχειλα της στο πρόσωπο μου. Τόσο δυνατά που με πονούσε. Δεν έβγαλε άχνα όμως. Έμεινε για λίγο. Σηκώνομαι και με ρωτάει αν θα τον βάλω πίσω της.

- Ζωή θα σε γαμήσω στον κώλο πάλι το ξέρεις;

- Κάνε μου ότι θες αρκεί να περνάς καλά.

- Εσύ δεν περνάς;

- Με πονάει πολύ αλλά με καυλώνει όταν ξέρω ότι χύνεις εκεί μέσα.

Τη σηκώνω την γυρίζω, βάζω σάλιο. Ήταν Ήρεμη. Το περίμενε. Βάζω λίγο το δάχτυλο. Ήταν χαλαρή η τρυπούλα της. Χώνω το καυλί μου λίγο-λίγο και γλίστρησε μέσα της.

- Λουκά με πονάει, θα βγεις; Σε παρακαλώ.

- Μη μιλάς. Δεν θα κουνηθούμε μέχρι να το συνηθίσεις.

Καθίσαμε εκεί. Είχε καρφωμένο το καυλί μου αλλά ήταν σαν άγαλμα. Πιάνω τι ρώγες της και ήταν πέτρα. Το μουνί της ήταν πάλι υγρό. Της λέω να παίξει το μουνί της. Αρχίζει να το χαϊδεύει και ταυτόχρονα κουνιόταν. Πονούσε αλλά της άρεσε. Μέχρι που άρχισε να κουνιέται έντονα. Γαμιόταν μοναχή της με τον πούτσο μου.

- Λουκά μου αρέσει. Σήμερα μου αρέσει.

- Θα τον φας καλά τότε.

Έμπαινα τόσο άνετα μέσα της. Το ευχαριστιόταν. Και εγώ το ίδιο. Άρχισα να καυλώνω πολύ και άρχισε να πονάει. Έβγαιναν πνιχτά βογκητά. Της πιάνω τα μαλλιά, την κολλάω κάτω και αρχίζω να τη γαμάω δυνατά.

- Λουκά χύνω πάλι. Χύνω αγάπη μου χύνω!

- Χύσε με το καυλί μου στον κώλο σου…

- Ναι έτσι χύνω. Θέλω να με γαμάς συνέχεια. Α… χύνω… χύνω…

Της πιάνω το μουνί ενώ έχυνε και της το έπαιξα γρήγορα. Δεν άντεχε άλλο και με έσπρωχνε μέχρι που άρχισα να χύνω μέσα της και να την γαμάω δυνατά. Γέμισα τον κώλο της με πολλά χύσια. έφυγε για ύπνο και πήγα και εγώ μαζί της. Ήταν η τελευταία νύχτα που μείναμε μαζί στο ίδιο δωμάτιο. Όλη τη νύχτα μου έπιανε τον πούτσο. Εγώ κρατούσα τα βυζιά της και κοιμηθήκαμε καυλωμένοι και οι δυο. Το πρωί έπρεπε να πάω για δουλειά στο χωράφι. Δεν ξαναπήγα σε κανένα μαλακά να κουβαλάω. Άρχισε η δουλειά με το Θωμά σε λίγες μέρες με τις ντομάτες. Οπότε τους έγραψα όλους κανονικά. Βέβαια ο Θωμάς μας έδινε πολλά εξτραδάκια. Αφού τάϊσα τα κουνέλια και άνοιξα την πόμολα να γεμίσει μια γούρνα για κάτι γαλοπούλες γύρισα σπίτι. Εκεί ήταν. Πλέον όλοι. Είχα καιρό να δω τόσο κόσμο. Χαιρέτησα το μπαμπά και τη "μαμά".

- Πως τα περάσατε χωρίς εμάς παλιό αρχίδια;

- Ωραία αλλά τώρα θα μου πάρεις τον καναπέ.

- Χα, χα, χα, γαμήσου αρχίδι. Άδεια τώρα στη δουλειά;

- Ναι μέχρι και 1η Σεπτεμβρίου.

- Έλα… μια χαρά.

- Πότε θα ξεκουραστείτε εσείς;

- Ε… θα τελειώσουμε ντομάτες, και τρύγο και μετά.

- Α… μετά από εμένα δηλαδή. Μάζεψες κάνα φράγκο;

- Ναι περίπου 2.000 €.

- Το άλλο το αρχίδι;

- Κάπου εκεί και αυτός.

Έφυγα να πάω τις βαλίτσες τους πάνω να βοηθήσω. Ανοίγω την πόρτα και η Ζωή φοράει μαγιό. Εντάξει... βυζάρες, κωλάρα. Όλοι θέλουν να την γαμήσουν στο χωριό. Ξερολούκουμο. Πάω πιο μέσα και ήταν η μαμά.

- Λουκά τι κάνεις; Χρόνια και ζαμάνια!

- Ε… τι κάνεις; Καλά είσαι;

Φορούσε το μαγιό της. Με αγκαλιάζει και κολλάει τα βυζιά της πάνω μου. Αμέσως καύλωσα. Τη χάζευα.

- Πάχυνα Λουκά; Τι με κοιτάς έτσι;

- Όχι... τίποτα. Τι λες, είσαι κούκλα.

- Έλα πάμε για μπάνιο.

- Πηγαίνετε εσείς. Να τα πείτε.

- Έλα μαζί… μόνες μας θα πάμε απόμερα. Δεν έχω όρεξη για κόσμο. Χόρτασα από αυτούς.

Αφού ρώτησα μήπως έρθει κανένας άλλος, μόνο ο Γιάννης ήθελε, μπήκαμε στο αμάξι και φύγαμε. Πήγαμε σε ένα μέρος που δεν είχε ψυχή. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια πήγαινα σε αυτό το μέρος. Δεν το ήξερα.

- Γιάννη θυμάσαι που ερχόμαστε εδώ;

- Ναι... και με άφηνες με το πουλί έξω και ντρεπόμουν… μαζί με τους κουμπάρους σας ερχόμασταν.

- Χα, χα… ναι. Σιγά δεν έρχεται κανένας εδώ.

Με κοιτάει ο Γιάννης και μου λέει: "Αφού δεν έρχεται κανένας…" και βγάζει το μποξεράκι. Έμεινα.

- Ρε μαλάκα τι κάνεις;

- Σιγά ρε.

Τρέχει και βουτάει. Γέλασαν όλοι. Εγώ κόκκαλο.

- Λουκά μην αγχώνεσαι… δε θα σε πειράξουμε! Βγάζει το πάνω μέρος του μαγιώ της και μου λέει:

- Έλα βάλε μου λάδι.

Είχα μείνει σαν χάνος. Της έβαλα λάδι. Η ζωή σηκώθηκε γελώντας και μπήκε στο νερό.

- Λουκά. Η ζωή σε θέλει σαν τρελή

- Ε; Όχι λάθος κάνεις.

- Σαν τρελή σε θέλει λέω. Πρόσεχε μην την πληγώσεις.

- Εγώ δεν..

- Βαλε μου λάδι άντε. Φέρε μου να βάλω και στο στήθος μου.

Την κοιτούσα να βάζει στα βυζιά της.

- Ρε μαλάκα… τελείωνε έλα μέσα. Κότα.

- Άντε γαμήσου ρε. Θυμήθηκες να βγάλεις έξω το πουλί σου.

- Τον έβγαλα όμως. Εσύ είσαι κότα.

Σηκώνομαι και κατεβάζω το μποξεράκι. Η αλήθεια είναι ότι είχα καυλώσει ελαφρά. Η μαμά μου ρίχνει μια στον κώλο καθώς πέρασα δίπλα της. Αυτό με καύλωσε κι άλλο και έτσι μπήκα στο νερό πιο γρήγορα. Μετά από λίγο η ζωή βγήκε έξω, τα πέταξε όλα και μπήκε στο νερό. Ακόμα και ο Γιάννης την κοίταξε.

- Μαλάκα η Ζωή είναι μουνάρα. Κοίτα μη στη φάνε!

- Σκάσε γαμώτο σου.

Σηκώνεται και η μάνα του. Τι σώμα ήταν αυτό; Κατεβάζει το μαγιό της και μένει γυμνή. Έρχεται μέσα κι αυτή. Είχα μείνει.

- Λουκά σταμάτα να κοιτάς τη μαμά.

- Δεν κοιτ...

- Σταμάτα!

- Εσύ σταμάτα.

Είχα καυλώσει. Η μαμά ήταν δίπλα μου και από την άλλη η Ζωή. Ο Γιάννης απέναντι.

- Πάω έξω να στεγνώσω. Μην αργήσετε, μας θέλει ο μπαμπάς.

- Ε… ας περιμένει ρε Γιάννη.

Πήγε έξω. Εγώ ήμουν καυλωμένος. Η Ζωή με ακουμπούσε εκεί πότε-πότε. Ήταν Κάγκελο η πούτσα μου.

- Πάω έξω κι εγώ.

- Έρχομαι κι εγώ σε λίγο.

Έμεινα με τη "μαμά".

- Λουκά πάμε και εμείς;

- Ε… πήγαινε και έρχομαι.

- Δεν είσαι έτοιμος να βγεις ακόμα ε;

- Ε... όχι ακριβώς.

Μου πιάνει το καυλί, μου το κρατάει σφιχτά και μου λέει:

- Πρώτη φορά στο πιάνω. Την επόμενη να ξέρεις θα στο κόψω έτσι και στεναχωρήσεις τη Ζωή. Τα ξέρω όλα από το σημείωμα.

Μου τον κουνάει τρεις - τέσσερεις φορές πάνω κάτω δυνατά και τον αφήνει. Άρχισα να χύνω. Δεν ξέρω πως έγινε έτσι αλλά μου έφυγαν τα σπέρματα μου. Τη χάζευα από τη μια την τέλεια κωλάρα της, από την άλλη είχα ξενερώσει και από την τρίτη ξανακαύλωνα. Βγήκα έξω και εγώ μισοκαυλωμένος. Πήγαμε σπίτι και φάγαμε όλοι μαζί. Κάναμε καλαμπούρια και αράξαμε για ξεκούραση γιατί πλησίαζε και η γιορτή του δεκαπενταύγουστου. Ήμουν λίγο αμήχανος όλη την υπόλοιπη ημέρα και ηλιοκαμένος. Σκεφτόμουν τι έγινε, τι γίνεται γενικά. Από πού και ως που τέτοια ξαφνική ελευθερία; Όχι ότι είχα απάντηση στα ερωτήματα μου. Ούτε και πήρα ποτέ.




Copyright protected OW ref: 167064