Η οικογένεια που δεν είχα

Δημοσιεύθηκε από 8elo
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.76 (23 Votes)
Όλα ξεκίνησαν στο γυμνάσιο. Εγώ μεγάλωσα με τους παππούδες μου και ο λόγος δεν είναι για να αναφερθεί εδώ. Όταν πήγα γυμνάσιο πραγματικά άρχισα να είμαι γκομενιάρης. Δεν είχα ποτέ πρόβλημα να ρίξω μια γκόμενα... ίσα-ίσα όπως λέει ο θείος μου ακόμα που θυμάται τα παιδικά μου χρόνια "εσένα μια ζωή στην έπεφταν τα καλύτερα μουνιά". Είχα ερωτικές περιπέτειες από τη δευτέρα Γυμνασίου λοιπόν και εκεί γνώρισα άλλον ένα φίλο μου που ήταν το άκρος αντίθετο. Δεν αργήσαμε να γίνουμε κολλητοί και να τον συμβουλεύω για το τι να κάνει. Έτσι γίναμε αχώριστοι. Μια μέρα μου λέει:

- Έλα σπίτι μου ρε να φάμε.

- Σίγουρα ρε; Ντρέπομαι.

- Έλα μη γαμιέσαι, οι δικοί μου είναι γαμάτοι θα πάθεις πλάκα.

Έτσι κι έγινε. Φύγαμε από το σχολείο, πήρα τη γιαγιά να της πω ότι θα φάω σε έναν φίλο. Μπαίνουμε μέσα στο σπίτι και ο πατέρας του άρχισε τις πλάκες με τη μια. Τώρα πραγματικά δεν ξέρω αν γνώριζαν για την οικογενειακή μου κατάσταση αλλά ήταν καλοί μαζί μου. Οι πλάκες συνεχίστηκαν και μπαίνει μέσα και η μαμά του. Μια μουνάρα θα έλεγα. 1.80, ξανθιά, γαλαζοπράσινα μάτια, αδύνατη με κωλάρα. Εδώ θα πω ότι ποτέ μα ποτέ δεν έγινε τίποτα μεταξύ μας. Ούτε τον είχα παίξει ποτέ για αυτήν. Η καταγωγή τους από τη μαμά ήταν Αυστριακοί και Γάλλοι. Από τον μπαμπά του Έλληνες. Μας βάζουν να φάμε και μπαίνει μέσα ο μεγαλύτερος αδερφός του, πήγαινε λύκειο τότε και τη μικρή αδερφή τους, όμορφη κι αυτή, που είχε πάει να την πάρει από το σχολείο. Όμορφο σόι. Πραγματικά δηλαδή και σε χαρακτήρα και σε αξίες και σε εξωτερική ομορφιά.

Αυτό δεν άρχισε να γίνεται συνήθεια λοιπόν και κάθε τόσο πήγαινα σπίτι του, όπως ερχόταν κι αυτός στους παππούδες μου. Τους αγάπησα πάρα πολύ και ήταν σαν οικογένεια μου. Πραγματική οικογένεια. Πέρασε λοιπόν ο πρώτος χρόνος και κοντεύαμε να τελειώσουμε. Ήταν τριήμερο γιορτή και μου λέει ο πατέρας του.

- Λοιπόν ετοιμάσου αύριο φεύγουμε για χωριό.

Έτσι κι έγινε. Παρασκευή με το που τελειώνει το σχολείο φεύγω παίρνω πράγματα και πάω από το σπίτι. Βλέπω ένα αμάξι εντελώς φορτωμένο. Μπαίνω στριμωχτά πίσω και δίπλα μου η αδερφή του φίλου μου η Ζωή, η μαμά του, ο φίλος μου, μπροστά ο μεγάλος αδερφός και ο μπαμπάς οδηγός. Να πω ότι η Ζωή τότε ήταν περίπου 5 και εμείς περίπου 10.

Πήγαμε χωριό, περάσαμε καλά, πήγα και καλοκαίρι. Όσο περνούσε ο καιρός αυτή η οικογένεια ήταν η οικογένειά μου. Με αγαπούσαν τόσο μα τόσο πολύ. Όπως τους αγαπούσα κι εγώ. Όπως παίρνουν τα χρόνια λοιπόν έτσι γινόμασταν όλο και πιο δεμένοι όλοι μας. Εγώ πήγαινα εκεί Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρια.

Εδώ λοιπόν αρχίζει και η ιστορία μου. Απέκτησα μια απίθανη οικογένεια που δέχτηκε μέχρι και τους παππούδες μου σε πολλά από αυτά που κάναμε. Σε όλα αυτά έχω να πω ότι η Ζωή δε σταματούσε σε κάθε ευκαιρία να γίνεται βδέλλα σε εμένα και στο φίλο μου. Όταν λέμε βδέλλα… έφτανε σε σημείο να γίνεται τόσο ενοχλητική που τη βρίζαμε και έβαζε τα κλάματα.

Έφτασε η ώρα για να πάω να σπουδάσω και χωριστήκαμε όλοι μας. Εγώ έμενα σε εστία οπότε δε γινόταν να βρεθούμε τόσο εύκολα. Χριστούγεννα πέρασα με τους παππούδες μου και Πάσχα κατέβηκα στο χωριό. Ξαφνικά βλέπω άτομα να με αγκαλιάζουν. Βλέπω και τη Ζωή που ήρθε και κόλλησε πάνω μου. Γέλασα γιατί είχε μεγαλώσει. Την πήρα αγκαλιά και δεν ξεκόλλαγε. Όλοι της είπαν… "άσε το παιδί να ξεκουραστεί" και φάνηκε ότι ντράπηκε.

Το βράδυ πάλι δίπλα μας. Εμείς θέλαμε να πάμε για ένα ποτό και είχε βάλει τα κλάματα να έρθει. Δε γινόταν ήταν μικρή ακόμα. Εμείς φύγαμε και γυρίσαμε ξημερώματα και μας πήρε ο ύπνος καναπέδες. Το πρωί ήρθε η Ζωή και μου έφερε τηγανίτες. Με έλεγε συνέχεια φούλη από το αδερφούλη. Και εννοείται δε με πείραζε. Ίσα-ίσα όλοι μεταξύ μας ήμασταν έτσι.

Το Πάσχα πέρασε, κι εμείς περάσαμε υπέροχα... όλοι μας. Φύγαμε για σπουδές πάλι και καλοκαίρι, να πάλι στο χωριό. Έρχεται να με πάρει ο φίλος μου από τα κτελ και με το που φτάνω στο χωριό έρχεται τρέχοντας η Ζωή να με αγκαλιάσει.

- Φούλη μου...

- Που είσαι ωρή; Τι κάνεις;

- Καλά είμαι! Πάω γυμνάσιο τώρα!

- Ε… δεν πας ακόμα, από Σεπτέμβρη.

- Ε... το ίδιο είναι!

Όλα αυτά γίνανε όσο είχε πηδήξει εντελώς πάνω μου. Εκεί λοιπόν παρατήρησα ότι ήταν τόσο βαριά πλέον. Την αφήνω και την κοιτάζω. Φορούσε το μαγιό της. Τα βυζιά της ήταν σαν κοπέλας που πάει 2α λυκείου. Ωραίο σώμα, είχε ψηλώσει. Λογικά θα ήταν 1.60 τότε, για την ηλικία της πολύ-πολύ καλά. Βέβαια από όπου και να έμοιαζε θα γινόταν ντερέκι. Και αφού κατάλαβε ότι κοίταξα τα βυζιά της, πραγματικά όχι με ερωτικό τρόπο αλλά μόνο με θαυμασμό, μου λέει μόνη της: "μεγάλωσαν ε;". Εγώ ντράπηκα και ευτυχώς λέει ο φίλος μου:

- Ας' τον ρε ήσυχο ακόμα δεν ήρθε. Άρχισες τις μαλακίες.

- Δεν πειράζει ρε, σιγά δεν έκανε τίποτα.

- Ε μας έχει πρήξει όλη μέρα. Έλα, έλα εξαφανίσου σπόρε.

Η μικρή έφυγε, εμείς πήγαμε για μπάνιο. Όταν γυρίσαμε τη βρήκα να κλαίει. Η μάνα του φίλου μου αμέσως μας πιάνει από τα μούτρα.

- Γιατί δεν την πήρατε μαζί; Τι θα πάθετε; Κάθεται και κλαίει όλη την ώρα.

- Ρε μάνα μας πρήζει όλη την ώρα. Κάνει σα μικρό παιδί.

- Μικρό παιδί είναι, εσύ δεν ήσουν; Σε αφήναμε σπίτι;

- Ω… καλά-καλά με πρήξατε με τη Ζωή. Αύριο μαλακισμένο θα έρθεις μαζί μας αλλά έτσι και κάνεις μαλάκια θα σε παρατήσω εκεί και θα φύγω.

- Ρε μαλάκα μην μιλάς έτσι… του λέω.

- Μα κλαίει επίτηδες.

- Οκ, οκ. Αύριο θα την πάρουμε μαζί. Απλά θα βαρεθεί.

Εδώ θέλω να πω, ότι για κάποιο λόγο στο χωριό του, όλες ψοφούσαν για νέο αίμα. Εγώ εκεί στα χρόνια που πήγαινα είχα πάει με 4 διαφορετικές κοπέλες οι οποίες ακόμα και σήμερα να πάω εκεί, κάνουν σαν τρελές. Πάμε λοιπόν για μπάνιο και όντως η Ζωή μας έπρηξε. Δε σταμάτησε να με ενοχλεί οπότε μιλούσα με γκομενάκια η οπότε βουτούσα στο νερό για να χαμουρευτώ με μια κοπέλα που είχα γνωρίσει το Πάσχα που πέρασε. Οπότε μπαίναμε μέσα στο νερό έμπαινε και η ίδια. Έχω βάλει λοιπόν τη Σοφία στο νερό, αυτή μου παίζει το καυλί και εγώ το μουνάκι της. Για λίγο χάθηκα πιο μακριά από τους υπόλοιπους. Έχυσα δύο φορές και της τον έτριβα στο κωλαράκι μέχρι που έχυσε και αυτή. Κανένας δεν είχε πάει χαμπάρι. Ξαφνικά βλέπω ότι η Ζωή φοράει μάσκα. Εκεί μου κόπηκαν τα πόδια. "Όχι ρε πουστη μου" είπα μέσα μου. Μάλλον τόσο έντονα το σκέφτηκα που με κοίταξε ο φίλος μου απορία και με ρώτησε αν είμαι καλά. Η ώρα πέρασε και φύγαμε. Στο δρόμο λέει ο φίλος μου.

- Σήμερα έκανες σαν ηλίθιο. Δεν μας αφήνεις ήρεμους καθόλου. Δεν ξανάρχεσαι.

- Θα ξανάρθω. (Αμέσως έβαλε τα κλάματα και συνέχισε). Θα ξανάρθω και θα είμαι ήσυχη ε Λουκά;

Εγώ εκεί έμεινα κόκκαλο.

- Δεν με θες να έρχομαι; Έτσι να πω στο μπαμπά;

Δεν ήξερα τι να πω. Φοβήθηκα. Δεν έπρεπε αλλά... φοβήθηκα. Πήγαμε σπίτι και ευχόμουν να μην είδε τίποτα και να μην πει τίποτα.

- Πως περάσατε; Ήταν ήρεμη η μικρή;

Ρωτούσαν εμένα και δεν ήξερα τι να πω.

- Θα μπορούσε και καλύτερα

- Τι έκανε; Σας έπρηξε;

Και τότε λέει μόνη της. "Εγώ μόνο κοιτούσα". Φάγαμε σηκώθηκα και εξαφανίστηκα. Πώς είναι δυνατόν η αδερφή μου να τα είδε όλα αυτά; Δεν ήξερα τι να κάνω. Ξενέρωνα στην ιδέα ότι τα είδε. Και για κάποιο λόγο φοβόμουν να το πω. Και τι να πω; Το βράδυ βγήκαμε για ποτό και όταν ήρθα έπεσα σε ένα καναπέ για ύπνο. Ξαφνικά νιώθω κάτι να κουνιέται. Χέστηκα από το φόβο μου και ανάβω ένα πορτατίφ το οποίο παραλίγο να το σπάσω από τις κινήσεις μου. Βλέπω τη Ζωή που είχε έρθει στον καναπέ και είχε ξαπλώσει στριμωχτά πάνω μου.

- Τι κάνεις γαμώ το σπίτι σου;

- Τι κάνω;

- Σήκω και φύγε από εδώ ηλίθιο.

Είχα νευριάσει παρά πολύ. Τι σκατά έκανε εκεί. Βάζει τα κλάματα και φεύγει. Καθώς έφευγε βλέπω ότι φορούσε ένα άσπρο βρακάκι και μπλουζάκι κοντό. Μα πως είναι δυνατόν; Ξενέρωσα τόσο που δεν κοιμήθηκα. Τις επόμενες μέρες ήμουν απόμακρος και δεν πέρασα τόσο καλά. Μόνο στο Σοφάκι έριχνα κάνα πούτσο τα βράδια στις παραλίες ανάμεσα σε κάτι σπηλιές.

Το καλοκαίρι πέρασε, εγώ έφυγα και τους ξαναβρήκα όλους το Πάσχα. Πραγματικά τα είχα αφήσει όλα πίσω και δε σκέφτηκα ούτε μια στιγμή όλα αυτά που είχαν γίνει. Φτάνω στο χωριό, έρχονται όλοι να με αγκαλιάσουν. Έρχεται και η Ζωή. Εγώ καθόλου αμήχανα και σαν μια παλιά ιστορία την αγκάλιασα και μιλήσαμε.

- Τι κάνεις εσύ;

- Καλά είμαι. Σε περίμενα.

- Ωραία. Ψήλωσες κι άλλο!

- Ναι πήρα κάνα 5αρι πόντους. Πάω και βόλεϊ και γίνεται πανικός. Με χαζεύουν όλοι.

- Καλά… να προσέχεις.

- Έχω και κανονική περίοδο τώρα.

Εκεί έμεινα. Μου το είπε χαμηλόφωνα αλλά με σόκαρε. Αφού αράξαμε και έκανε κρύο πήρα μια κουβέρτα, κάθισα στον καναπέ και δίπλα μου η μάνα της.

- Θέλω να σου πω κάτι. Η Ζωή μου είπε το και το.

- Ε λογικό είναι. Σε όλους το λέει. Γίνεται γυναίκα και δε σταματάει να καφιέται.

- Ναι αλλά με σόκαρε.

- Τρόμαξες;

- Ε ναι. Με έστειλε.

- Και εγώ μικρή ένιωσα έτσι. Και πέρασα και καλά.

- Καλά-καλά δεν θέλω λεπτομέρειες.

- Σιγά μη σου πω λεπτομέρειες. Αν μάθεις δεν θα με ξανά δεις σαν μάνα σου.

- Καλά πάω από κει.

- Κάτσε εδώ ρε σαχλέ. Φεύγω εγώ.

Σηκώνεται και βλέπω την κωλάρα της. Για κάποιο λόγο είχα αγριέψει. Ήθελα ότι κινείται. Τη χάζεψα καθώς φόραγε ένα κολάν και πήγαινε στην κουζίνα. Βέβαια δεν έκανα κάποια άσχημη σκέψη αλλά μόνο θαύμασα τον κώλο της και κατάλαβα τι εννοούσε όταν είπε ότι περνούσε καλά.

- Ε Λουκά. Απόψε θα κοιμηθείς με την Ζωή και το μικρό ( είχαν ένα άλλο αδερφάκι), ο μεγάλος θα έρθει και θα κοιμηθεί στο κάτω σπίτι με τη γιαγιά. Εσύ η Ζωή και ο μικρός σε ένα δωμάτιο και η Φίλος σου με τα 2 ξαδέρφια του στο άλλο.

- Ε; Δεν κατάλαβα! Ποια ξαδέρφια;

(Εδώ θα πω ένα ψεύτικο όνομα για τον φίλο μου. Ας πούμε Γιάννης.)

Έρχεται η Ζωή και μου λέει.

- Έρχονται από Γαλλία κάτι ξαδέρφια οπότε ο Γιάννης που ξέρει καλά γαλλικά θα κοιμάται μαζί τους.

- Α.. και γιατί να μην πάω στον καναπέ;

- Γιατί εκεί θα κοιμάται ο μπαμπάς με τη μαμά τους. Θα τον ανοίξουμε κρεβάτι.

- Α... καλά. Δεν ενθουσιάζομαι αλλά οκ. Άσε που ροχαλίζω.

- Μην αγχώνεσαι. 6 μέρες είναι.

Αφού ήρθαν όλοι και ταχτοποιηθήκαμε, πάω να τους γνωρίσω. Αρχίζω τα αγγλικά και καταλαβαίνω ότι με σνόμπαραν. Οπότε σταμάτησα να ασχολούμαι. Ο Γιάννης ήταν χαμένος όλη μέρα μαζί τους και πότε-πότε έκανε το μεταφραστή. Βαρετά πέρασα και άρχισα να κάνω παρέα με το μπαμπά η με τη Ζωή. Έφευγα που και που και βρισκόμουν με μια πρώην μου από εκεί. Το βράδυ της Ανάστασης, αφού φάγαμε καλά και πίναμε λέει ο μπαμπάς.

- Όλοι για ύπνο. Αύριο ξυπνάτε 5 να βάλουμε φωτιά. Κάθε χρόνο γαμιέμαι μόνος μου να ψήνω και έρχεστε και τρώτε. Αύριο θα τα κάνετε όλα εσείς.

Ακούστηκαν κάποια σχόλια. Αλλά κανένας δεν είπε τίποτα. Λογικά ήταν όλα όσα είπε. Πηγαίνω στο δωμάτιο και τότε η Ζωή μου λέει.

- Έλα, έλα γύρνα από την άλλη να αλλάξω.

Έτσι και κάνω. Γυρίζω στον τοίχο και περιμένω να αλλάξει.

- Ακόμα;

- Ναι δεν βγαίνει το σουτιέν.

- Δε θέλω λεπτομέρειες.

- Τι εννοείς;

- Τελείωνε, άντε.

- Καλά πάω στο μπάνιο που έχει καθρέφτη.

Σηκώνεται με το βρακί και το σουτιέν. Την είδα πεντακάθαρα. Πάει στο μπάνιο.

"Ας πάω και εγώ στο δια μπάνιο" σκέφτηκα "να βουρτσίσω τα δόντια μου". Χτυπάμε και βγαίνει η μαμά της με ένα ωραίο γαλάζιο βρακάκι και από πάνω ένα βαμβακερό.

- Κρύο κάνει. Που πάω έτσι; Όπα περίμενε! Άντε δίπλα είναι η Ζωή και πλένει τα δόντια. Θα αργήσω εγώ. Μάλλον μου ήρθαν οι κόκκινοι.

Δεν κατάλαβα πολλά άλλα κάνω πίσω και μου ξανακλείνει την πόρτα στα μούτρα. Άκουσε μάλλον η Ζωή και μου ανοίγει.

- Έλα μέσα.

- Ρε με δουλεύεις; Ξεκόλλα και ντύσου

- Αδέρφια είμαστε, εσύ ξεκόλλα.

Βουρτσίσω όσο πιο γρήγορα μπορώ και ξαφνικά με σπρώχνει, περνάει από μπροστά μου, κολλάει το κωλαράκι της πάνω μου και με κοιτάει από τον καθρέφτη. Όπως τρίφτηκε μου λέει: "Εγώ τελείωσα πάω έξω". Αυτό το βλέμμα και όλη η σκηνή… δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Κατάλαβα ότι ένιωσα διαφορετικά. Από τη μια οι σκέψεις ότι είναι μικρή, ότι είναι αδερφή μου, ότι, ότι, ότι...

Το άλλο πρωί πάμε σε ένα χωράφι πιο πέρα που κάνουμε το γλέντι. Φορτώνουμε τα πάντα και πάμε εκεί.

- Λουκά πάμε να πάρεις ηχεία εσύ και εγώ τους υπόλοιπους που θα έχουν ξυπνήσει.

- Ναι πάμε.

Μπαίνουμε με το μπαμπά στο αμάξι και πάμε προς το σπίτι. Φορτώνω εγώ και μπαίνει μπροστά η γιαγιά, πίσω ο Γιάννης στην αγκαλιά το μικρό, εγώ στη μέση και έρχονται η Ζωή και τα δύο αδέρφια από Γαλλία. Γίναμε σάντουιτς πραγματικά. Η Ζωή έκατσε πάνω μου και φορούσε μια φούστα, εγώ μια φόρμα. Δεν ήθελα να κάτσει πάνω μου με τίποτα. Δεν ήθελα το ένιωθα.

Ξεκινάμε και για το χωράφι, ο δρόμος μόνο ατελείωτες λακούβες όπως πάντα. Δεν άργησα να νιώσω ότι ο πούτσος μου ήταν ανάμεσα στον κώλο της Ζωής. Ήμασταν τόσο στριμωγμένοι εγώ 1.80, η Ζωή 1.65+, ο Γιάννης 1.80+, τα παιδιά από Γαλλία το ίδιο.

- Πλάκα έχει μπαμπά. Τρελαίνομαι για αυτές τις λακκούβες

- Ναι αν μείνει αμάξι μέχρι να φτάσουμε.

Βάζει το ένα χέρι της και με πιάνει στο γόνατο η Ζωή.

- Όλα καλά; Κάθεσαι άνετα;

- Όχι βέβαια.

- Εμένα μ' αρέσει. Έχει πλάκα. Κάτσε να βολευτούμε λίγο.

Κάνει αριστερά δεξιά με τη λεκάνη της και ο πούτσος μου αμέσως σηκώθηκε. Τη χειρότερη στιγμή. Ήταν σαν να ταίριαξε εκεί ανάμεσα.

- Τώρα είναι καλύτερα μου λέει.

- Ναι.

Λίγο οι λακκούβες, λίγο η ιδέα ότι όλα γίνονται κρυφά, ότι είναι λάθος, είχα καυλώσει πολύ. Τόσο που άκουσα ότι έκανε ένα "άουτς" η Ζωή. Το καυλί μου είχε πιεστεί πάνω στον κώλο της και ήταν πέτρα. Κατεβαίνουν όλοι, κατεβαίνει και η Ζωή και με το που κουνιέται πάνω στον πούτσο μου και φεύγει αρχίζω να χύνω μέσα στη φόρμα μου. Τέτοια καύλα. Έκανα ότι κάτι χάζευα για να ηρεμήσω. Είχα γίνει χάλια.

- Γιάννη η φόρμα που είναι χάλια ρε. Πήγαινε με πάλι σπίτι να αλλάξω.

- Ναι ρε πάμε με τη μηχανή.

Ανεβαίνουμε φεύγουμε πάω αλλάζω και ξαναπάμε εκεί

Η Ζωή δεν ήξερε τι είχα πάθει. Ευτυχώς δηλαδή. Σε όλο το γλέντι με κοιτούσε. Εγώ απέφευγα. Περάσαμε καλά. Γίναμε σκόνη στο μεθύσι. Δε θυμάμαι καν πως πήγαμε σπίτι. Δε θυμάμαι καν πως ξάπλωσα τίποτα. Στον ύπνο μου έβλεπα ότι γαμάω τη Ζωή και ότι έχυνα.

Συνεχίζεται…




Copyright protected OW ref: 165806