Η πουτάνα, μέσα μας (11ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από gg36
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.91 (17 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η πουτάνα μέσα μας (10ο μέρος)

(Στο τελευταίο 24ώρο είχα κάνει ότι δεν είχα κάνει σε όλη μου την ζωή. Είχα μπει σε έναν σεξουαλικό κύκλο ανθρώπων, επώνυμων και ανώνυμων, που εκτόνωναν την ερωτική τους διάθεση, ίσως και διαστροφή, μέσω των επαφών και των ραντεβού που περνούσαν από τη θεία Βάσω. Είχα περάσει μία σειρά από δοκιμασίες, για τις οποίες μπορείτε να διαβάσετε στην προηγούμενες συνέχειες. Μόλις είχαμε οριστικοποιήσει το ραντεβού με την Ελένη, για την επόμενη μέρα, Κυριακή, παρουσία της θείας και του άντρα της.)

Η θεία μόλις έκλεισε το τηλέφωνο με την Ελένη και με κοίταξε με ένα πλατύ χαμόγελο. Όταν τη ρώτησα προς τι αυτή η χαρά, μου απάντησε ότι ήλπιζε να είναι παρούσα στα αυριανό μας ραντεβού και αφού αυτό ήταν κάτι που το ήθελα κι εγώ, αυτό την χαροποιούσε περισσότερο. Παρ' όλο που ήταν μισόγυμνη, από τη μέση και κάτω, ότι είχε προηγηθεί τις προηγούμενες ώρες με είχε εξαντλήσει. Όμως η θέα της, μου ερέθιζε το μυαλό, και ας μην ανταποκρινόταν το κορμί. Αυτό που υπήρχε μεταξύ μας ήταν περισσότερο από σεξουαλική παρόρμηση. Ο τρόπος που λειτουργούσε το μυαλό της, το προσεκτικά σχεδιασμένο πλάνο της, η χειραγώγηση των ανθρώπων που είχε δίπλα της, αλλά και η πονηριά της, με έκαναν να νιώθω περίεργα. Σχεδόν σαν ερωτευμένος. Αλλά υπήρχε και το όριο όλης αυτής της κατάστασης. Η επαφή μου με άλλες γυναίκες, η διαστροφή που κρυβόταν μέσα σε αυτόν τον κύκλο ανθρώπων, με κρατούσε πίσω. Δεν ήξερα που πήγαινε η φάση και είχα τις επιφυλάξεις μου. Συνειδητοποιούσα ότι τα ίδια συναισθήματα, περίπου, είχα και για την Ελένη, αλλά και για την Ζέτα, τη διάσημη γυναίκα που είχα γνωρίσει, σε καφέ του Κολωνακίου την προηγούμενη μέρα. Ίσως η επαφή μου με μεγαλύτερες γυναίκες, ο τρόπος που με κοίταζαν και μου μιλούσαν, μου έφτιαχναν όλα αυτά τα συναισθήματα.

Το μυαλό μου είχε χαθεί στις σκέψεις και σιγά-σιγά με πήρε ο ύπνος στο χαλί. Ήμουν τόσο κουρασμένος, που δεν κατάλαβα πως αποκοιμήθηκα. Την επόμενη μέρα το πρωί, βρέθηκα κάτω από μία κουβέρτα, ακριβώς στο σημείο που καθόμουν, χθες το βράδυ. Όπως σήκωσα το κεφάλι μου, είδα μπροστά μου αυτά που ήθελα εκείνη τη στιγμή. Ένα φραπέ και το πακέτο με τα τσιγάρα μου. Η Βάσω είχε ξυπνήσει ήδη και καθόταν στον απέναντι καναπέ, χαζεύοντας την τηλεόραση. Άναψα ένα τσιγάρο και πήρα μια τζούρα καφέ στο στόμα.

- B: Καλημέρα μικρέ. Όλα καλά;

- Γ: Λίγο πιασμένος αλλά νομίζω ότι όλα είναι στην θέση τους.

- B: Χαίρομαι. Μη βιάζεσαι αλλά σιγά-σιγά να ετοιμαζόμαστε, οκ;

- Γ: Τι ώρα είναι;

- B: 9:30. Αλλά δε θα το ξημερώσουμε σήμερα. Θα πας σπίτι σου εγκαίρως για να μην μπουν ψύλλοι στα αυτιά των δικών σου.

- Γ: Σωστά. Έχω και ένα σπίτι.

- B: Τι έχεις;

- Γ: Τίποτα. Απλά έχω αγχωθεί λίγο.

- B: Μη αγχώνεσαι μικρέ. Η Ελένη σε περιμένει πως και πως. Μιλήσαμε πριν λίγο στο τηλέφωνο.

- Γ: Θα με περιμένει και ο Θανάσης φαντάζομαι...

- B: Ρε χαζό, μην κολλάς στον Θάνο. Αν είχε κακές προθέσεις για σένα, θα ήθελε κάτι τέτοιο;

- Γ: Του Θανάση ήταν η ιδέα;

- B: Της Ελένης, αλλά το πέρασε στον Θανάση με τέτοιο τρόπο που αυτός νόμιζε ότι ήταν δικιά του η ιδέα.

- Γ: Είστε μεγάλες πουτάνες οι γυναίκες τελικά.

- B: Θα μάθεις πολλά ακόμη. Για άντρες και γυναίκες. Θα ωριμάσεις πολύ γρήγορα και θα περνάς και καλά. Ποιος να 'χε την τύχη σου.

- Γ: Θα μου πεις τώρα τι με περιμένει;

- B: Ο Θάνος θέλει να δει την γυναίκα του να γαμιέται μαζί σου. Τόσο απλό.

- Γ: Είναι δυνατόν;

- B: Και όμως είναι αγόρι μου. Το μυαλό και τα θέλω του ανθρώπου δεν περιορίζονται στα στερεότυπα που αποδεχόμαστε όλοι. Αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ. Επί του προκείμενου, ο Θάνος γουστάρει να βλέπει να του γαμάνε την γυναίκα, με ότι αυτό κρύβει από πίσω του.

- Γ: Αυτό δεν είναι ξεφτίλα;

- B: Μπορείς να το πεις και έτσι. Αλλά και η ξεφτίλα έχει την θετική της πλευρά.

- Γ: Πως γίνεται;

- B: Δεν θα στα πω όλα, χαρτί και καλαμάρι. Θα σε αφήσω να το βιώσεις μόνος σου. Και αφού το βιώσεις, τότε θα το επεξεργαστείς και θα το ξανασυζητήσουμε αν θέλεις.

Νέες καταστάσεις, νέα δεδομένα, νέες εμπειρίες. Αλλά από τη στιγμή που δεν θα έκανα κάτι που με χαλούσε, δεν είχα λόγω να ανησυχώ περισσότερο. Χαλάρωσα στιγμιαία. Καύλωσα στην σκέψη της Ελένης. Από εκείνη ξεκίνησαν όλα. Εκείνη ήταν η πρώτη ώριμη γυναίκα που πήδηξα. Εν μέρη, σε εκείνη τα χρωστάω όλα. Και ήθελα να της το ανταποδώσω. Ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι θα δώσω καύλα και σε έναν άλλο άντρα, το σύζυγό της.

Σύντομα το μάτι μου άνοιξε και ντυθήκαμε για να φύγουμε. Δεν υπήρχε καμία οικειότητα μεταξύ εμένα και της Βάσως. Σαν να είχε εξαφανιστεί από το μυαλό μου η παρουσία της και ότι είχαμε κάνει χθες. Ήμουν επικεντρωμένος στην Ελένη. Πήγαμε με τα πόδια στο σπίτι της, εκείνη έφυγε 5 λεπτά πριν από μένα, για να μη μας δουν μαζί στο δρόμο και εγώ ακολούθησα. Όταν έφτασα στην εξώπορτα, ένα αίσθημα άγχους με είχε κυριεύσει και πάλι. Η παρουσία του Θανάση. Φοβόμουν πολύ να τον κοιτάξω στα μάτια. Γαμούσα την γυναίκα του εδώ και 1,5 χρόνο και δεν είχε ιδέα. Και τώρα θα τη γαμούσα μπροστά του. Σχεδόν με έπιασε πανικός. Αλλά συγκρατήθηκα. Πριν προλάβω να χτυπήσω το κουδούνι, η πόρτα άνοιξε και είδα την Ελένη, με ένα τεράστιο χαμόγελο και αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Μπήκα μέσα και πριν προλάβω να πω καλημέρα, με αγκάλιασε, με κόλλησε στο τοίχο και με φίλησε στο στόμα. Γλυκά αλλά πρόστυχα, χώνοντας λίγη γλώσσα. Ανταπέδωσα, αν και ξαφνιάστηκα, και την έσφιξα πάνω μου. Ήταν ντυμένη απλά. Μία φαρδιά φούστα, γόβες και ένα τιραντάκι. Όταν χαλαρώσαμε, παρατήρησα ότι δε φορούσε σουτιέν. Οι ρώγες τρύπαγαν το λεπτό ύφασμα και πρόδιδαν την καύλα της. Με φιλούσε στα μάγουλα και ένιωθα την κάψα της. Ώσπου ακούστηκε η φωνή της θείας, καλώντας μας να χαλαρώσουμε, μιας και την αναστάτωνε το θέαμα. Γελάσαμε λίγο με τον διάλογο που έγινε μεταξύ τους. «Τον είχες όλη μέρα και μόλις τον είδες με άλλη, ζήλεψες;» «Ναι μωρή. Ζήλεψα. Έχεις πρόβλημα;» και άλλα τέτοια.

Μόλις απομακρύνθηκε λίγο από μένα, ο Θανάσης ήρθε στο μυαλό μου. Που ήταν; Κοίταξα τριγύρω αλλά δεν τον έβλεπα. Η Ελένη το κατάλαβε και με καθησύχασε. Δεν ήταν εκεί. Θα ερχόταν αργότερα, αρκετά αργότερα. Χαμογέλασα και έκατσα δίπλα τους. Αλλά το άγχος μου ήταν ακόμη εκεί. Προσπαθούσα να το καλύψω και τα κατάφερνα μάλλον.

- B: Μωρό μου, τι θα γίνει; Θα ξεκινήσετε;

- E: Εγώ, μωρό σου; Προς τι αυτές οι γλύκες; Δε ζηλεύεις τώρα;

- B: Καλογαμήθηκα μάλλον και δε με πειράζει!

- E: Είσαι μεγάλη πουτάνα. Έχεις μία ατάκα για το οτιδήποτε.

- B: Για αυτό με έχεις και φίλη σου.

- E: Όχι μόνο για αυτό. Αλλά και για τις καύλες που μου έχεις δώσει, άμεσα και έμμεσα.

- B: Παρ' τον και πηγαίνετε μέσα. Λιώνεις. Σήκω.

- E: Ότι πεις… μωρό μου.

Έχωσε τα δάχτυλα της ανάμεσα στα δικά μου και με τράβηξε μαζί της. Δεν μου έβγαινε κουβέντα από την αμηχανία. Ένιωθα σχεδόν σαν αντρική πουτάνα εκείνη τη στιγμή. Ένα εργαλείο ηδονής. Από την μία μου άρεσε, από την άλλη όχι. Για ευνόητους λόγους. Την ακολούθησα. Μπήκαμε στην κρεβατοκάμαρα της και σταθήκαμε ο ένας απέναντι από τον άλλο. Είχε δει την αμηχανία μου και το άγχος μου. Με γλωσσοφίλησε ξανά. Απαλά. Με ήξερε καλά. Ήξερε, πότε να μου δώσει και τι. Αγκαλιαστήκαμε όρθιοι και αρχίσαμε τα χάδια. Εκείνη στην πλάτη και στα μάγουλα μου. Εγώ στην μέση και το κώλο της. Καύλωνα, καύλωνα έντονα. Είχαν φύγει τα πάντα από το μυαλό μου. Είχε τον τρόπο της να με καταφέρνει. Την κόλλησα στον τοίχο και άρχισα να την φιλάω στο πρόσωπο. Χείλη, μάγουλα, στους λοβούς, στο λαιμό. Αργά αλλά ταυτόχρονα τα χέρια μου ήταν στο γοφό της και στο στήθος της. Άκουγα την ανάσα της να βαραίνει. Παραδινόταν για άλλη μία φορά.

Όσο κατέβαινε το πρόσωπο μου στο στήθος της, είχα τραβήξει απότομα την μία τιράντα της μπλούζα της και την έκοψα. Τράβηξα προς τα κάτω το ύφασμα και απελευθερώθηκε το ένα της βυζί. Η ρώγα ήταν τόσο πεταγμένη, λες και της την είχα γλείψει για ώρα. Οι πόροι του κορμιού της, γύρω από την ρώγα, ήταν τόσο ερεθισμένοι που είχαν πεταχτεί και αυτή μαζί της. Κύκλωσα τα χείλη μου γύρω της και την ρούφηξα δυνατά. Χώθηκε ανάμεσα στα δόντια μου και άρχισα να την παίζω με τη γλώσσα μου. Το δεξί μου χέρι, το είχε χουφτώσει από κάτω, και το κρατούσα σταθερό. Τη θήλαζα έντονα και σήκωσα το βλέμμα μου στα μάτια της. Ρουφούσε κάθε εικόνα μου. Κάθε μου κίνηση. Το απολάμβανε και καύλωνε περισσότερο. Ήμασταν οι δυο μας εκείνη τη στιγμή, στο μυαλό μας. Κανείς άλλος.

Της δάγκωσα τη ρώγα και την ανάγκασα να βογκήξει. Χαμογέλασα και το ξανάκανα. Ξαναβόγκηξε αλλά δεν αντέδρασε. Έμεινε εκεί και κοίταζε. Με καύλωνε ακόμη περισσότερο αυτή η παθητικότητα της. Μου έβγαζε όλο μου το ανδρισμό αυτή της η στάση. Έκοψα και την άλλη τιράντα και είχα πλέον και τα δυο της στήθη στα χέρια μου. Έπαιξα και με την άλλη, κάνοντας ακριβώς τα ίδια. Ένωσα τις βυζάρες της και έφερα τις 2 ρώγες δίπλα-δίπλα. Τις πήρα στο στόμα, μαζί. Της ρουφούσα δυνατά και της έπαιζα με την γλώσσα. Της είπα να τα κρατήσει για μένα, υπάκουσε. Όσο τη θήλαζα, έχωσα το χέρι μου κάτω από τη φούστα της. Άνοιξε τα πόδια και ένιωσα ότι δε φορούσε εσώρουχο. Το χέρι μου μούλιασε με την μία από τα υγρά της. Ένωσα τέσσερα δάχτυλα και τα έτριψα στο μουνί της. Τα γέμισα υγρά. Το έτριβα πάνω-κάτω και εκείνη έβγαζε περισσότερα. Βογκούσε δυνατά. Ήμουν σίγουρος ότι η θεία την άκουγε. Όταν μάζεψα αρκετά υγρά, έφερα το χέρι μου στις ρώγες της και τις πασάλειψα. Γυάλιζαν και μύριζαν. Μύριζαν καύλα. Μουνίλα. Δεν έγλειφα, μόνο μύριζα και την κοίταζα. Τα μάτια της είχαν γουρλώσει. Είχε φτάσει στα όρια της καύλας της. Και θα της έδινα το πρώτο χύσιμο της μέρας. Φώναξα την Βάσω.

- B: Έλα μωρό μου. Μ...

- Γ: Έλα κοντά και γλείψε της αυτή τη ρώγα.

- B: Ότι πεις... ότι θες εσύ, άντρα μου!

Έσκυψα και εγώ στην άλλη και ρουφούσαμε ρώγα και υγρά ταυτόχρονα. Την είχα στα όρθια και την έλιωνα. Κατέβασα το χέρι μου στο μουνί της και έπαιξα κυκλικά την κλειτορίδα της. Δεν πέρασαν 10 δευτερόλεπτα, και άρχισε να τρέμει. Έχυνε δυνατά. Νιώθαμε και οι δυο το κορμί της Ελένης να δονείται και να χύνει. Αλλά δεν ξεκολλούσαμε από τα βυζιά της. Μόλις νιώσαμε την Ελένη να χάνετε, την αφήσαμε να κάτσει στο πάτωμα. Λιωμένη. Είχε κλείσει τα μάτια, στα γόνατα, και τέλειωνε το χύσιμο της. Αγκάλιασα την Βάσω και γλωσοφιληθήκαμε μπροστά της. Ανταλλάσσαμε τα υγρά της Ελένης που είχαμε ακόμη στο στόμα. Μόνο αυτό όμως. Καμία άλλη επαφή. Χωρίς να ειπωθεί κάτι, η Βάσω έφυγε, αφήνοντας την πόρτα μισάνοικτη και πήγε και πάλι στο σαλόνι.

Μπορεί όλη αυτή η φάση να ήταν τρυφερή και ηδονική, αλλά μέσα μου είχα αγριέψει από καύλα. Ο πούτσος μου ήταν πέτρα αλλά αυτό ήταν το λιγότερο. Ήμουν σε ένα σπίτι, με αυτές τις δύο γυναίκες και πάλι, αλλά αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Την προηγούμενη φορά, είχα πάει με διάθεση να τις ικανοποιήσω. Σήμερα όμως θα ικανοποιούμουν εγώ. Θα έκανα ότι γούσταρα, όπως γούσταρα. Και δε θα αντιδρούσε καμιά τους. Θα έκανα ότι τους έλεγα. Από σκεύος ηδονής, είχα μετατραπεί στον γαμιά του σπιτιού. Είχαν αλλάξει πολλά μέσα μου, σε μία στιγμή.

Είχε ήδη σηκωθεί από το πάτωμα αλλά δεν είχε πει λέξη. Σαν να είχε διαβάσει το πρόσωπο μου και είχε δει μέσα μου. Με κοίταζε που έβγαζα τα ρούχα μου. Είχε καρφωθεί το βλέμμα της στον πρησμένο μου πούτσο. Ξάπλωσα στο κρεβάτι της, που την είχα γαμήσει τόσες φορές. Εκεί που κοιμόταν με τον άντρα της, πριν λίγες ώρες. Ήμουν εντελώς γυμνός και καυλωμένος. Ο πούτσος μου ήταν ξαπλωμένος στην κοιλιά μου και το κεφάλι κάλυπτε τον αφαλό μου. Δεν κουνήθηκε, απλά περίμενε. «Έλα πουτανάκι, ο πούτσος μου χρειάζεται το στόμα σου. Ή μήπως το στόμα σου χρειάζεται το πούτσο μου;».

Ανέβηκε στο κρεβάτι, μπουσουλώντας στα τέσσερα. Το πρόσωπο της ήταν κατακόκκινο. Τα βυζιά της κρεμασμένα και παλινδρομούσαν και το βλέμμα της έπαιζε ανάμεσα στα μάτια μου και το καβλί μου. Το πρόσωπο της ήταν ανέκφραστο. Σήκωσα το κορμό μου και την έπιασα από τα μαλλιά. «Αργείς». Και έπιασα το καβλί μου και το χτύπησα στο πρόσωπο της. Αντανακλαστικά, άνοιξε το στόμα και έβγαλε έξω τη γλώσσα. Άρχισα να της τον κοπανάω εκεί. Ήμουν πέτρα, σκληρός όσο δεν πάει. Έφερε το χέρι της στο καβλί μου, το γράπωσε δυνατά και άρχισε ένα δυνατό τσιμπούκι. Τα μαλλιά της έπεσαν μπροστά και δε μπορούσα να βλέπω πως με γλείφει. Δεν είχε και μεγάλη σημασία. Έφερα το κεφάλι μου πίσω και την άφησα να με τσιμπουκώσει, όπως εκείνη ξέρει. Ένιωθα τεράστια καύλα. Είχα φουντώσει και ήμουν έτοιμος να αρχίσω τα μπινελίκια.

Σήκωσα το κεφάλι μου και το βλέμμα μου έπεσε στην ανοικτή πόρτα. Ήταν ο Θανάσης. Στεκόταν όρθιος εκεί και κοίταζε την γυναίκα του, ντυμένη ακόμη, να με τσιμπουκώνει. Το περίεργο είναι ότι δεν αγχώθηκα καθόλου. Ο Θανάσης που ήξερα μέχρι τότε, ήταν ένας ευχάριστος άνθρωπος, με ωραίο χαβαλέ. Ο Θάνος που έβλεπα στην πόρτα, ήταν ένας καυλωμένος κακομοίρης, πού έτριβε το πούτσο του πάνω από το παντελόνι, κοιτάζοντας την γυναίκα του να ρουφάει την ψωλή μου. Το πρόσωπο του είχε μία μείξη, καύλας και λύπης. Τον κοίταζα για λίγο προσπαθώντας να καταλάβω. Εξέπεμπε την αίσθηση της ξεφτίλας. Η ξεφτίλα τον καύλωνε; Από ότι φαίνεται ναι. Από τη μία το βλέμμα του ήταν γεμάτο λύπη, από την άλλη το χέρι του έπαιζε πολύ γρήγορα το καβλί του πάνω από το jean. Ήταν προφανές. Πίσω του διέκρινα το κεφάλι της Βάσως, αλλά δεν είχε καμία σημασία. Ήταν εκεί για να τσεκάρει την κατάσταση. Δεν το πολυσκέφτηκα. Ήμουν ο γαμιάς του σπιτιού. Μόνο αυτό υπήρχε στο μυαλό μου.

- Γ: Καλώς τον κερατά. Τον παίζεις Θάνο;

- Θ: ...

- Γ: Σε σένα μιλάω. Καυλώνεις που βλέπεις την μουνάρα την γυναίκα σου στα τέσσερα;

- Θ: ...

- Γ: Μίλα ρε μαλάκα!

- Θ: Ναι...

- Γ: Ναι τι ρε μαλακά;

- Θ: Ναι… καυλώνω… πολύ!

- Γ: Γουστάρεις ρε κερατά που μου τσιμπουκώνει η πουτάνα η γυναίκα σου τον πούτσο;

- Θ: Πολύ...

Η Ελένη κρατούσε σταθερό το καβλί μου μέσα στο στόμα της και έπαιζε τη γλώσσα της γύρω από το κεφάλι. Κρατούσε το μαλλί της με το ένα χέρι και με κοίταζε. Δεν της αρκούσε που με έγλειφε. Δεν της αρκούσε που με άκουγε. Ήθελε να με βλέπει.

- Γ: Ξέρεις μέχρι που θα φτάσω;

- Θ: Φτάσε όπου θες Γιώργο. Κάνε ότι θες...

- Γ: Δεν περίμενα εσένα να μου το πεις, μαλάκα. Γδύσε την όσο με ρουφάει και μετά άραξε στη γωνία, στην καρέκλα. Θέλω να βλέπεις καλά πως θα γαμήσω την πουτάνα την γυναίκα σου.

Είχαν σοκαριστεί όλοι, εκτός από μένα. Όλο αυτό μου έβγαινε εντελώς φυσικά. Άπλωσα το χέρι μου στα μαλλιά της Ελένης και τις έδωσα ένα δυνατό ρυθμό στο τσιμπούκι. Ένιωθα το λαρύγγι της στην άκρη του πούτσου μου, σε κάθε κατέβασμα. Από την άλλη, έβλεπα το Θάνο, να της βγάζει τις γόβες, τη φούστα και τέλος τράβηξε μέχρι κάτω το σκισμένο μπλουζάκι της. Ήταν ολόγυμνη μπροστά μας. Ο άντρας της κόλλησε εκεί. Την κοίταζε από πίσω. Τον τουρλωμένο κώλο της, το κεφάλι της να κουνιέται πάνω-κάτω ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια μου και εμένα να τον κοιτάζω ειρωνικά. Αλλά δεν ήμασταν μόνοι.

Η Βάσω είχε στερεωθεί στην κάσα της πόρτας και σκάναρε με το βλέμμα της και τους τρείς μας, με τα χέρια της σταυρωμένα. Ποιος ξέρει τι είχαν δει τα μάτια της όλο αυτό το διάστημα. Ήταν ψύχραιμη και είχε ένα μεγάλο χαμόγελο, κοιτάζοντας με. Ήταν μία στιγμή που αποσυντονίστηκα. Αυτό το χαμόγελο σήμαινε ότι το πλάνο της πήγαινε όπως το είχε σχεδιάσει; Ήμουν πάλι ένα μέσο για να ικανοποιώ την καύλα των «πελατών» της; Στα αρχίδια μου, είπα από μέσα μου. Την αγνόησα και συνέχισα να δίνω ρυθμό στην Ελένη. Είχε κουραστεί τόση ώρα με το καβλί στο στόμα. Αλλά δε με ένοιαζε.

- Γ: Είναι ωραία η κωλάρα της από εκεί που είσαι;

- Θ: Μάλιστα...

- Γ: Αφού είναι ωραία, λέω να την γαμήσω και αυτή. Τι λες;

- Θ: Κάνε ότι θες Γιώργο… ότι γουστάρεις.

- Γ: Για να δω ρε μαλάκα τι εργαλείο κουβαλάς. Κατέβασε τα. Να καταλάβω γιατί η πουτάνα σου τρώει πούτσες άλλων.

- Θ: Μα...

- Γ: άσε τα μα και τα μου. Κατέβασε τα ρε μαλάκα.

Γύρισα το βλέμμα μου στην Ελένη. Την είδα σχεδόν τρομοκρατημένη. Κοίταξα τη Βάσω. Το ίδιο βλέμμα. Κοίταξα τον Θάνο που κατέβαζε και το boxer. Εκεί έπαθα σοκ και εγώ. Ο Θάνος κουβαλούσε ένα λεπτό αλλά πολύ μακρύ πούτσο. Ήταν πέτρα. Δεν περίμενα κάτι τέτοιο. Πίστευα ότι, όπως είπε και η Ελένη, ήταν «μικροτσούτσουνος». Το ακριβώς αντίθετο από ότι αντίκρισα. Δεν ήταν το χοντρός σαν τον δικό μου, αλλά σίγουρα ήταν πάνω από 20 πόντους. Πήγα για λίγο να αρχίσω και πάλι τις σκέψεις, αλλά αυτόματα το μπλόκαρα. Δεν ήθελα να αποσυντονιστώ. Συνέχισα από εκεί που είχα μείνει.

- Γ: Πόσο μαλάκας είσαι ρε; Πόσο; Να κουβαλάς τέτοιο πούτσο και να γουστάρεις την ξεφτίλα; Να είσαι τέτοιος πουτσαράς αλλά να αφήνεις ένα 25χρονο να σου γαμάει τη γυναίκα μπροστά στα μάτια σου; Ξεφτιλισμένε!

- Θ: Είμαι... είμαι μαλάκας και ξεφτίλας... είμαι...

- Γ: Πες τι άλλο είσαι;

- Θ: Είμαι καυλωμένος με την ξεφτίλα ...

- Γ: Κάτσε στη γωνία τώρα και δες πως γαμάνε οι άντρες, μαλάκα!

Χωρίς δισταγμό, έκατσε και αμέσως έφερε το χέρι του στο πούτσο του. Σήκωσα την Ελένη από το καβλί μου και την έστησα με πρόσωπο στον Θάνο, στα τέσσερα. Γονάτισα και λύγισα το ένα μου πόδι. Έφερα το καβλί μου στο μουνί της αλλά δεν μπήκα μέσα. Τον κράτησα εκεί και πινέλιαζα το μουνί της. Πάνω, κάτω. Δίπλα στο Θάνο, υπήρχε ένας καθρέφτης. Μπορούσα να δω και την Ελένη, και τον άντρα της και την Βάσω, η οποία στεκόταν στην πόρτα, πίσω μου. Μπορούσα να τους ελέγχω όλους. Να βλέπω τις αντιδράσεις τους. Ο Θάνος ήδη μαλακιζόταν δυνατά, η Βάσω ήταν ψύχραιμη, στην ίδια ακριβώς στάση με πριν και η Ελένη κοίταζε μία τον άντρα της και μία εμένα. Όλοι περίμεναν να καρφώσω το μουνί της. Ο καθένας για τη δική του ευχαρίστηση. Η Βάσω, για να προχωρήσει ένα ακόμη βήμα αυτή η «περίεργη» συνεύρεση. Ο Θάνος για να νιώσει ακόμη μεγαλύτερη ξεφτίλα και καύλα. Η Ελένη για να γαμηθεί, επιτέλους.

Δεν τους το στέρησα για πολύ ακόμη. Με μία κίνηση την κάρφωσα. Μπήκα όλος μέσα της και έμεινα εκεί. Βόγκηξε δυνατά, σχεδόν λυτρωτικά. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε εντελώς. Κατέβασε το κεφάλι στο κρεβάτι και τούρλωσε το κώλο της ακόμη περισσότερο. Την έπιασα από τη μέση και άρχισα να την σφυροκοπάω. Την ξεμούνιαζα. Τη γαμούσα όπως την είχα γαμήσει τόσες φορές εδώ και 1,5 χρόνο. Η διαφορά όμως ήταν ότι ο άντρας της βαρούσε μαλακία, 2 μέτρα μακριά. Μία κοίταζε αυτή, μία εμένα. Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν. Το σίγουρο ήταν ότι η καύλα του τροφοδοτείτο από την ξεφτίλα του. Καρφωνόμουν μέσα της και ακουγόταν το πλατσούρισμα του κώλου της πάνω μου. Είχα τρελαθεί από την καύλα. Ήταν ακόμη μεγαλύτερη από ότι συνήθως. Ένας άντρας υπήρχε στο δωμάτιο και αυτός ήμουν εγώ. Εγώ όριζα την καύλα του αντρόγυνου. Εγώ έκανα κουμάντο. Το μυαλό μου είχε ανοίξει ξαφνικά. Ένιωθα όμως ότι δεν θα άντεχα για πολύ. Έπρεπε να χαλαρώσω για να αντέξω.

Βγήκα από μέσα της και έπεσα δίπλα της. Τη γύρισα ανάσκελα και άρχισα να τη γλωσσοφιλάω, ενώ το χέρι μου ήταν πάλι στο μουνί της και το δικό της στο πούτσο μου. Τον χάιδευε απαλά, κυρίως στα αρχίδια. Της φερόμουν ερωτικά, γλυκά, μπροστά στα μάτια του συζύγου.

- Γ: Κατάλαβες πως γουστάρει να γαμιέται η Ελένη;

- Θ: ...

- Γ: Τι; Δεν κατάλαβες;

- Θ: Κατάλαβα...

- Γ: Στο μουνί θα φέρεσαι αντρικά και μετά γλυκά. Έτσι θα το έχεις για πάντα δικό σου. Εσύ μου φαίνεται ότι είσαι μόνο γλυκός… δεν είσαι αρκετά άντρας.

- Θ: Αλήθεια είναι αυτό… δεν είμαι.

- Γ: Δεν ξέρεις τι μουνί παντρεύτηκες μαλάκα. Αν την είχα εγώ, θα τη γαμούσα κάθε μέρα… όπου την έβρισκα.

- Θ: Κάντο Γιώργο μου. Κάνε ότι θες. Έλα όποτε θες να την πηδάς. Να νιώθει γυναίκα. Δεν της αξίζω.

Αυτοξευτιλιζόταν ο μαλάκας. Αυτά που έλεγε, ξεπερνούσαν την φαντασία μου. Ξεπερνούσαν όλα όσα του έλεγα. Βίωνε τον εξευτελισμό, σε όλο του το μεγαλείο. Μέχρι τέλους. Η Ελένη κόλλησε πάνω μου. Με φιλούσε στο λαιμό. Στοργικά. Τρυφερά. Δεν με άφηνε να ξεκαυλώσω όμως. Είχε έρθει η σειρά του κώλου της. Έπρεπε να την ξεκωλιάσω πριν χύσω, γιατί δεν ήξερα αν θα είχαμε και συνέχεια. Αλλά ήθελα να ταπεινώσω ακόμη περισσότερο τον Θάνο. Το ήθελα περισσότερο και από το να του γαμήσω την γυναίκα. Είχα μπει σε ένα άλλο τρυπάκι. Έφερα και πάλι την Ελένη στην προηγούμενη στάση και στάθηκα πίσω της όρθιος. Γύρισα στο Θάνο.

- Γ: Θες κι άλλο;

- Θ: Θέλω

- Γ: Έλα να πιάσεις το καβλί του γαμιά της γυναίκας σου και να το βάλεις στο κώλο της. Θα της γαμήσω την κωλοτρυπίδα και θα έχεις βοηθήσει και εσύ σε αυτό.

Μια στιγμή απίστευτης έντασης δημιουργήθηκε. Ο Θάνος κόλλησε αμίλητος. Η Ελένη και η Βάσω τρομοκρατήθηκαν. Όλοι περιμέναμε την αντίδραση του Θάνου

- Γ: Τι περιμένεις ρε μαλακά; Έλα!

Σηκώθηκε με το πούτσο πέτρα και ήρθε δίπλα μου. Με το αριστερό χέρι άνοιξε τα κωλομέρια της γυναίκας του, με το δεξί έπιασε από κάτω το καβλί μου και το έφερε στη σούφρα της. Ήταν σε απίστευτη ένταση, σχεδόν δακρυσμένος. Δεν ξέρω τι ακριβώς επικρατούσε μέσα του, αλλά σίγουρα ξεπερνούσε τα όρια που είχε στο μυαλό του. Είχε πέσει περισσότερό χαμηλά από ότι είχε ποτέ φανταστεί, αλλά συνέχισε. Αυτό μου έφτανε. Πίεσα στον κώλο της γυναίκας του και έμπαινα πόντο-πόντο. Είχα πάρει ότι ήθελα και τράβηξα το βλέμμα μου από εκείνον. Γύρισα στο καθρέφτη και κοίταξα τη Βάσω, μιας και η Ελένη είχε χώσει το κεφάλι της στο κρεβάτι. Η θεία είχε ηρεμήσει, αλλά είδα το χέρι της να χουφτώνει το στήθος της. Καύλωνε πολύ. Αλλά χαμογελούσε και πάλι. Με κοίταζε, μία από πίσω και μία από τον καθρέφτη. Της έκανα νόημα να έρθει δίπλα μου. Ο Θάνος είχε κάτσει και πάλι στην καρέκλα.

Κόλλησε πάνω μου και έφερε το στόμα της στο δικό μου. Φιληθήκαμε δυνατά, γλώσσα με γλώσσα. Δε σταμάτησα να γαμάω την Ελένη, αλλά είχα σταματήσει να δίνω σημασία είτε σε εκείνη είτε στον άντρα της. Έκανα πλέον ότι γούσταρα. «Μαλακίσου για μένα», ψιθύρισα στην Βάσω. Έβαλε το χέρι της μέσα από το jean και χαϊδευόταν. Το ίδιο έκανε και η Ελένη. Όσο την ξεκώλιαζα, εκείνη είχε φέρει το χέρι στο μουνί και τριβόταν. Δε σταματήσαμε το γλωσσόφιλο με τη θεία. Ένιωσα το χέρι της στο κώλο μου. Αυτό ήταν, ήξερα ότι δεν θα άντεχα άλλο. Ένιωσα το δάχτυλο της ανάμεσα στη κωλοχαράδρα μου. Έφτασε στη σούφρα μου και ακούμπησε την άκρη του εκεί.

Άκουσα τον Θανάση να χύνει, αλλά δεν ξεκόλλησα από την Βάσω. Ένα μακρόσυρτο ωχ ακούστηκε και τίποτα άλλο. Σειρά πήρε η Βάσω. Ξεκόλλησε τα χείλη της από τα δικά μου, ξάπλωσε το κεφάλι της στον ώμο μου και ακούστηκε ένα «χύνω» από τα χείλη της. Εκείνη τη στιγμή μου πίεσε τη σούφρα δυνατά. Ένιωσα ένα έντονο τσούξιμό, και τα χύσια μου έφυγαν μέσα στον κώλο της Ελένης. Δε σταμάτησα να την γαμάω αλλά την γέμιζα με σπέρμα. Δε μπορούσα να αντισταθώ στην αίσθηση της θείας πίσω μου. Ήταν η δεύτερη φορά που έχυνα έτσι. Αλλά δεν είχε σημασία. Ξαφνικά ακούστηκε ένα ουρλιαχτό. Από την Ελένη. Έχυνε απίστευτα δυνατά. Με σπασμούς. Όλο της το κορμί είχε συσπάσεις, τόσο έντονες που ο κώλος της απομακρύνθηκε από μένα και ο πούτσος έμεινε στον αέρα να τελειώνει το χύσιμο.

Ήμασταν τέσσερα εξαντλημένα κορμιά από την ένταση του οργασμού. Ο καθένας στη γωνία του και η Βάσω ήδη στο σαλόνι, πριν το καταλάβω. Είχα ξαπλώσει πάνω στην Ελένη και προσπαθούσα να συνέλθω.

- Γιώργο, έλα μέσα...

ακούστηκε η φωνή της θείας Βάσως, από το σαλόνι…

(Μετά από 11 συνέχειες, ίσως να έχει γίνει κουράσει αρκετό κόσμο η ιστορία. Υπάρχουν συνέχειες, με νέους χαρακτήρες, μαζί με τους υπάρχοντες και νέες καταστάσεις. Αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι θέλετε την συνέχεια. Αναφέρομε και στους παλιούς αναγνώστες αλλά και στους νέους που θα πρέπει να διαβάσουν την ιστορία από την αρχή, για να αντιληφθούν την όλη κατάσταση. Αναλόγως τα σχόλια σας, θα αποφασίσω αν θα συνεχίσω ή όχι. Αν δεν τα ξαναπούμε, μέσα από το «Η πουτάνα μέσα τους/μας», θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους και όσες άφησαν σχόλια και μου έστειλαν προσωπικά μηνύματα, λέγοντας μου τα καλύτερα λόγια.)

Περιμένω τα σχόλια σας, για άλλη μία φορά.




Copyright protected OW ref: 163612