Με τη δύναμη της αγάπης (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.42 (6 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Με τη δύναμη της αγάπης (1ο μέρος)

Η Χριστίνα με περίμενε με αγωνία στο πρόσωπό της.

- Τι έγινε Αγάπη μου, γιατί είσαι έτσι;

Δεν είπα τίποτα που να καταλάβει. Απλά της ζήτησα συγνώμη. Είπα ότι βρέθηκα με κάποιους παλιούς φίλους και ήπιαμε δύο τρία ποτά και μια που δεν το σηκώνω κοίτα πώς με κατάντησε. Με συγχωρείς μωρό μου της είπα και έπεσα στην αγκαλιά της. Με πήρε με φίλησε. Καθίσαμε λίγο στη κουζίνα. Ύστερα πήγαμε στο δωμάτιο. Έπεσα για ύπνο. Θαρρώ πως ξεράθηκα. Δεν νομίζω όμως να ήταν μόνο το ποτό. Τη μόνη ικανοποίηση που είχα είναι ότι η Χριστίνα δεν υποψιάστηκε τίποτα.

Την άλλη μέρα το πρωί ξυπνήσαμε όπως κάθε μέρα. Με τα φιλιά της η Χριστίνα με ξύπνησε. Αηδίασα. Άρχισαν να έρχονται οι σκηνές από όσα είσαι σ’ αυτό το κρεβάτι. Τα σεντόνια βέβαια ήταν αλλαγμένα. Φύγαμε για τη δουλειά. Σε λίγο ήμουν στο γραφείο. Μίλησα με τον ντετέκτιβ που μου είπε ο Δημήτρης. Κανονίσαμε το οικονομικό. Θα ερχόταν την άλλη μέρα από την Αθήνα. Σηκώθηκα από το γραφείο μόλις πέρασα από το γραφείο της Λένας της είπα πως δεν αισθάνομαι καλά και θα πάω σπίτι. Πράγμα που ήταν κι αλήθεια. Την ώρα που έφευγα το μάτι μου πήρε από το πλάι τη Λένα να καλεί κάποιος στο τηλέφωνο. Από τα χείλη της διάβασα τη λέξη σπίτι.

- Μα λες;… λέω μέσα μου.

Έφυγα. Πήγα κατεύθυνα σπίτι. Έφτασα και σε λίγο φάνηκε και η Χριστίνα. Έτρεξε με ένα βλέμμα ανησυχίας στα μάτια της. Τώρα πια όλα όσα έκανε φάνταζαν ψεύτικα. Κάποιες στιγμές έπιασα τον εαυτό μου έτοιμο να κάνει την έκρηξη και της τα πω. Να θέλω να τη σκοτώσω. Αλλά από την άλλη πάλι την έβλεπα και έλιωνα. Ήταν η γυναίκα μου, ο έρωτάς μου.

Το απόγευμα πέρασε ήρεμα. Ήρθε η μητέρα της και έφερε και το παιδί. Πέρασα τον περισσότερο χρόνο με το παιδί. Άρχισα να αποφεύγω τη Χριστίνα όσο μπορούσα. Όσο περνούσαν οι ώρες τόσο πάγωνα μέσα μου. Ώρες-ώρες ο θυμός μου φούντωνε και πάλι τον κατέπνιγα με μεγάλη δυσκολία. Το βράδυ εκείνο η Χριστίνα ήθελε να κάνουμε έρωτα. Εγώ της είπα ότι δεν αισθάνομαι καλά και άρχισε να με μαλώνει. Ότι δηλαδή για χάρη του ποτού δεν χαιρόμαστε ο ένας τον άλλον. «Χαίρεσαι με τον άλλον», μονολόγησα μέσα μου.

Την άλλη μέρα ήξερα ότι η Χριστίνα είχε ένα ραντεβού με τα στελέχη της εταιρείας και θα κρατούσε μέχρι το μεσημέρι. Μόλις έφυγε πήγα στο σπίτι με τον άνθρωπο από την Αθήνα. Παγίδευσε τα πάντα. Με κάμερες και μικρόφωνο. Μου έδωσε μάλιστα ένα μικρόφωνο για το αυτοκίνητό της και μάλιστα και ένα μικροσκοπικό για να το βάλω στο χαρτοφύλακα που έπαιρνε μαζί της. Φύγαμε κι αφήσαμε τα πάντα έτοιμα.

Το βράδυ γύρισα στο σπίτι. Η Χριστίνα όπως πάντα ευδιάθετη. Μου είπε χαρούμενη ότι έκλεισε ένα μεγάλο συμβόλαιο με ένα μεγάλο πελάτη κι ό,τι σύντομα αυτό θα της έφερνε μεγάλο κέρδος. Έκανα ότι χάρηκα και τη φίλησα στο μάγουλο. Ήξερα ότι έπρεπε να το παίξω άνετος όσο και αν δε μου έβγαινε. Μέχρι να πάει να ετοιμάσει φαγητό, εγώ τράβηξα ό,τι είχαν γράψει οι κάμερες σε ένα στικάκι.

Το βράδυ όταν πέσαμε για να κοιμηθούμε η Χριστίνα φορούσε μαύρα εσώρουχα. Σκέτη κόλαση. Τη σιχαινόμουν, όμως πάλεψα μέσα μου. Ξάπλωσα κι άδειασα το μυαλό μου από τις σκέψεις. Πήρα την πρωτοβουλία να κάνουμε σεξ. Δεν έπρεπε να υποψιαστεί κάτι. Έβγαλα από το κομοδίνο ένα κορδόνι και της έδεσα τα χέρια. Η Χριστίνα με κοιτούσε με ένα ναζιάρικο ύφος. Δε μπορούσα να πιστέψω ότι μπορούσα να το κάνω αυτό με τον άνθρωπο που με πρόδωσε.

Την έβαλα ανάσκελα και άρχισα να τη γαμάω δυνατά στο μουνί. Με τα χέρια μου έπιανα σφιχτά τα βυζιά της σε βαθμό που πονούσε. Τη γαμούσα για κανένα πεντάλεπτο με λύσσα. Τέτοιο ερεθισμό είχα καιρό να έχω. Η Χριστίνα έδειχνε να πονάει όπως έμπαινα μέσα της. Έχυσα μέσα στο μουνί της. Τον έβγαλα και τον έτριβα στα βυζιά της. Το μυαλό μου είχε θολώσει. Εκείνη τη στιγμή η Χριστίνα έβαλε τα κλάματα. Την έλυσα.

- Πόνεσα μου λέει. Γιατί μου το έκανες αυτό

- Συγγνώμη αγάπη μου… και τη φίλησα στο μάγουλο. Έτσι που σε είδα με τα εσώρουχα άναψα τόσο που έχασα τον έλεγχο.

Αγκαλιαστήκαμε. Εκείνο το βράδυ δεν ξανακάναμε σεξ. Από τη μια ένιωθα τον έρωτά μου γι’ αυτήν τη γυναίκα κι από την άλλη αηδίαζα.

Την άλλη μέρα το πρωί στη δουλειά κλείδωσα την πόρτα του γραφείου μου. Φόρεσα ακουστικά και έβαλα στο λάπτοπ το στικάκι με τα βίντεο. Έβλεπα τη Χριστίνα που μόλις μπήκε στο σπίτι πήγε κατευθείαν στο μπάνιο. Σε λίγο βγήκε με μια πετσέτα τυλιγμένη. Δεν το πίστευα. «Πήγε και φρεσκαρίστηκε, είπα, για να τον υποδεχθεί».

Σε λίγο εμφανίστηκε κι αυτός και τράβηξε στο μπάνιο. Βρέθηκαν στο σαλόνι να φιλιούνται στον καναπέ. Σε λίγο στάθηκαν όρθιοι και αντάλλασσαν γλωσσόφιλα. Κατέβηκε και άρχισε να του παίρνει πίπα. Βαθιά σχεδόν ολόκληρο μέσα.

- Τι πούτσα είναι αυτή μωρό μου!... του έλεγε.

- Πάρε όλον μουνάρα μου! Απάντησε εκείνος.

Το τσιμπούκι συνεχίστηκε και σε λίγο την έστησε στα τέσσερα πάνω στον καναπέ. Έμπαινε στο μουνί της δυνατά μετά αυτή ξανάπεσε στα γόνατα κι εκείνος όρθιος της τον έχωσε στο στόμα. Άρχισε ένα βαθύ τσιμπούκι μέχρι που έχυσε. Έχυσε μέσα στο στόμα της κι εκείνη τα έγλειφε με πάθος από ό,τι μπορούσα να καταλάβω.

Τα μάτια μου βούρκωσαν. Αισθανόμουνα μίσος και οργή. Και για τους δύο. Ύστερα πήγαν στην κουζίνα. Έφτιαξαν καφέ και κάθισαν στο τραπέζι.

- Λοιπόν Χριστίνα μου το απόγευμα σήμερα θα κλείσουμε το συμβόλαιο που σου έλεγα. Και μάλιστα θα έχει την υπογραφή σου. Ο πελάτης είναι μεγάλος. Θέλω να βάλεις τα δυνατά σου. Μην ξεχνάς μόνο τα ποσοστά σου είναι σημαντικά χρήματα.

Τον πούστη είπα. Με αυτό τη δελεάζει! Με τα χρήματα. Δεν πίστευα αυτά που άκουγα. Αυτή συμπεριφερόταν σα μια πουτάνα. Γαμιόταν με το αφεντικό της για να έχει καλά συμβόλαια; Αναρωτήθηκα… για τα χρήματα ρε γαμώτο;

Μόλις συνήλθα από το σοκ προχώρησα το βίντεο. Τράβηξαν για την κρεβατοκάμαρα. Καθώς ανέβαιναν πρώτος εκείνος, είχε εξοικειωθεί βλέπετε με το περιβάλλον, πίσω του η Χριστίνα η οποία έδειχνε ένα ύφος αγανάκτησης, χωρίς να γελάει. Μπήκαν στην κρεβατοκάμαρα. Εκείνος ξάπλωσε κι εκείνη τον καβάλησε με το μουνί στο πρόσωπο. Έβλεπα να το απολαμβάνει αυτό που της έκανε. Έσκυψε και του πήρε μια βαθιά πίπα. Σε λίγο τον καβάλησε με την πλάτη στο πρόσωπό του. Ανασηκώθηκε και τον έχωσε μέσα στον κώλο της. Άρχισε να ανεβοκατεβαίνει και να τον παίρνει όλο μέσα της. Κι όπως ήταν γυρισμένη προς την κάμερα για μια στιγμή νόμιζα πως έβλεπα πορνό. Τρελάθηκα. Σε λίγο εκείνος έχυσε μέσα στον κώλο της. Βγήκε και του πήρε άλλη μια πίπα.

Είχα τρελαθεί. Η γυναίκα μου δε μου τα έκανε αυτά με κανένα θεό. Και τα έκανε σ’ αυτόν το καργιόλη; Δεν το πίστευα! Φύγανε και η Χριστίνα συμμάζεψε το σπίτι. Στο μικρόφωνο του αυτοκινήτου δεν άκουσα τίποτα το «ενδιαφέρον».

Έπιασα το κεφάλι μου με το χέρι. Πήγαινε να σπάσει. Σηκώθηκα από το γραφείο και πήγα σε ένα εργοτάξιο. Έκανα τα τυπικά. Στο μυαλό μου μια σκέψη πια είχε φωλιάσει! Εκδίκηση!

Την επόμενη οι κάμερες και τα μικρόφωνα είχαν παρόμοιες σκηνές. Μάλιστα η πρώτη πίπα έγινε στο μπάνιο. Στην κρεβατοκάμαρα του έλεγε πόσο την ικανοποιεί ο πούτσος του και ότι ζηλεύει το βράδυ που είναι με τη γυναίκα του. Στο σαλόνι τη γάμησε και δεύτερη φορά από τον κώλο.

- Πες μου αγάπη μου σε γαμάει άλλη πούτσα σαν τη δική μου έτσι;

- Όχι μωρό μου, ούτε ο Νίκος δεν με έχει γαμήσει έτσι όπως με γαμάς εσύ!

Και άλλα πολλά προσβλητικά για μένα, ότι την μικρότερη από τη δική του. Κι αυτό από το στόμα της ίδιας της γυναίκας μου. Πράγμα βέβαια που δε στέκει, μάλιστα το αντίθετο.
Στο αυτοκίνητο το μικρόφωνο κατέγραψε μια συνομιλία που είχαν και έλεγαν για το ταξίδι που θα κάνανε στην Αθήνα σε 10 μέρες περίπου.

Βρήκα το Δημήτρη. Του τα έλεγα και δεν πίστευε. Μου είπε ότι αν προχωρήσω σε διαζύγιο η Χριστίνα μπορεί να ζητήσει τα μισά περιουσιακά στοιχεία που αποκτήσαμε μαζί. Το σπίτι βέβαια όχι, αλλά σίγουρα θα μου επέβαλε μια μεγάλη διατροφή το δικαστήριο.

- Σκέψου το Νίκο. Δεν είναι τα πράγματα έτσι όπως φαίνονται.

- Τι να είναι ρε Δημήτρη του είπα με βουρκωμένα τα μάτια. Εδώ βγάζουν τα μάτια τους. Κάνουν πράγματα που εγώ την παρακαλούσα και δεν τα κάναμε. Με προσβάλουν και οι δύο με τα λόγια που λένε.

Έφυγα από το γραφείο του Δημήτρη. Σκεφτόμουνα διάφορα σενάρια. Ήξερα ότι σε περίπτωση που χώριζα «πολιτισμένα» μπορεί να ήταν πάλι μαζί οι δύο τους φανερά πια κι αυτό με τρέλαινε. Θα τη χωρίσω έλεγα μέσα μου. Αλλά πρέπει να τους χωρίσω πρώτα. Αλλά πώς;

Πήρα το αμάξι κι έκανα βόλτες να ξεχαστώ, να σκεφτώ. Σε κάποια στιγμή στάθηκα απέναντι από το στούντιο που φτιάξαμε και εγκαταλείφθηκε. Άνοιξα το ντουλάπι του αυτοκινήτου και πήρα τα κλειδιά που ήταν ακόμα εκεί. Μπήκα μέσα στο σπίτι. Είχε μια μεγάλη αίθουσα με δύο προβολείς βίντεο. Η αίθουσα ήταν άδεια με πολύ καλές μονώσεις. Η είσοδος ήταν δύο εσωτερικές πόρτες που οδηγούσαν σε δύο δωμάτια με τραπέζι. Από μια σκάλα οδηγούσε σε δωμάτιο ελέγχου που έβλεπε τη κύρια αίθουσα. Πιο πίσω υπήρξε μια αποθήκη. Αμέσως μου μπήκε το πιο σατανικό σχέδιο στο μυαλό. Έπρεπε να τους φέρω πάση θυσία εδώ. Και εδώ σκέφτηκα θα μαρτυρούσαν το γάλα της μάνας τους.

Την άλλη μέρα το πρωί τηλεφώνησα από τη δουλειά σε κάποιους συνεργάτες. Πήγαν και τοποθέτησαν τους φωτισμούς. Σύνδεσαν ένα ζευγάρι ηχεία και τους προβολείς. Παρήγγειλα τρία κρεβάτια. Ένα διπλό κι δύο μικρά μονά. Έβαλα και δύο καρέκλες ξύλινες. Σε δύο μικρά τραπεζάκια είχα βάλει δύο εικόνες κι ένα καντήλι. Μέσα σε τέσσερις μέρες ήταν όλα έτοιμα. Το θέμα ήταν να τους πάω εκεί.

ρήκα τη λύση πάλι από το Δημήτρη. Έφερε κάτι τύπους από την Αθήνα, μπράβοι όπου θα με βοηθούσαν στο σχέδιο. Όλα ήταν οργανωμένα. Ήταν Τετάρτη βράδυ. Τα πιτσουνάκια μου είχαν συνευρεθεί άλλες 4 φορές. Η Χριστίνα μου είπε πως την επομένη θα πάει για σεμινάριο μέχρι τη Δευτέρα. "Κατάλαβα… είπα μέσα μου! Είναι τα γαμήσια που ονειρευόσαστε ότι θα κάνατε".

Το βράδυ εκείνο η Χριστίνα είχε διάθεση όπως μου είπε να κάνουμε τρελίτσες. Άρχισε την πίπα. Ρηχή μόνο το πουτσοκέφαλο. Όταν πήγα να την πιέσω στο κεφάλι τραβήχτηκε. Μετά συνέχισε. Την έβαλα ανάσκελα. Υποκρινόταν η χαμούρα έλεγα μέσα μου. Σε μια στιγμή πήγε να μου πέσει. Τη σήκωσα και την έβαλα στα τέσσερα. Την έπιασα από τα κωλομέρια. Καθώς τη γαμούσα τα πίεζα προς τα έξω ανοίγοντάς τα. Ο κώλος της φαινόταν ξεκάθαρα ότι είχε ξεσκιστεί. Σφίγγονταν αλλά ήταν αδύνατο να κρυφτεί το όλο θέμα. Έχυσα μέσα της.

Το πρωί τη χαιρέτησα πήρε μια βαλίτσα και τράβηξε για την εταιρεία. Έφυγαν με το τζιπ του Θανάση. Βγαίνοντας από την πόλη οι δικοί μου τους έκλεισαν το δρόμο σε κάποια στιγμή με δύο αυτοκίνητα. Με πρόσωπα με αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά βγήκαν από το αυτοκίνητα. Άνοιξαν την πόρτα και τράβηξαν το Θανάση έξω. Με μια δυνατή γροθιά στο στομάχι τον πέταξαν αναίσθητο, αν και θα γούσταρα να το κάνω αυτό εγώ. Με ένα μαντήλι σε αιθέρα πριν προλάβει να αντιδράσει τον αναισθητοποίησαν. Το ίδιο έκανε κι ο τρίτος με τη γυναίκα μου. Αφού τη χαστούκισε την άφησε κι αυτή αναίσθητη. Τους φόρτωσαν σε ένα αυτοκίνητο και τους πήγαν σε λίγα λεπτά στο στούντιο. Το αμάξι του Θανάση μπήκε προσωρινά σε ένα γκαράζ πίσω από το στούντιο.

Σε λίγες ώρες ξύπνησαν σε ένα μισοσκόταδο χώρο. Το κεφάλι τους προφανώς πονούσε. Υπήρχαν μπουκάλια με νερό. Στην αρχή δεν ήξεραν που βρίσκονται. Άρχισαν να φοβούνται.

- Φοβάμαι Θανάση μου που είμαστε;

- Δεν ξέρω που να είμαστε. Μείνε ψύχραιμη σε παρακαλώ να δούμε τι θέλουν

Μετά άρχισαν να φωνάζουν και να ζητάνε βοήθεια. Δεν κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Είδαν ότι είχε ησυχία. Κανείς και τίποτα δεν ακούγονταν ούτε οι εξωτερικοί θόρυβοι. Η ώρα είχε πάει 7 το απόγευμα. Σε κάποια στιγμή ανάβω ένα δυνατό προβολέα από το στούντιο. Και στη συνέχεια σβήνω όλα τα φώτα. Τώρα πια ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος στα πρόσωπά τους.

Ανοίγω δύο χαμηλότερα φώτα. Στον τοίχο άρχισαν να προβάλλονται δύο διαφάνειες εναλλάξ. Τη μια με την φωτογραφία της γυναίκας μου και μένα με τη μικρή και μετά μια φωτογραφία του Θανάση με την γυναίκα του και τα δυο τους παιδιά. Η μουσική φυσικά το ρέκβιεμ του Μότσαρτ. Όλο αυτό κράτησε ένα τέταρτο. Ό,τι πρέπει να τους φτιάξει τη διάθεση.

- Νίκο, ακούω τη Χριστίνα να φωνάζει. Εσύ είσαι; Απάντησε σε παρακαλώ. Τι αστεία είναι αυτά που κάνεις; Γιατί το κάνεις αυτό αγάπη μου.

Κατέβηκα τη σκάλα άνοιξα την αίθουσα. Μπήκα μέσα. Με κοιτούσαν κι οι δυο σαν χαμένοι. Τότε η Χριστίνα ήρθε πάνω μου με αγκάλιασε κι άρχισε κλαίγοντας να μου εξιστορεί την ιστορία της απαγωγής.

- Ευτυχώς που ήρθες βρε Νίκο μου. Και τράβηξε σιγά-σιγά προς την πόρτα.

Τον έπιασα από τον ώμο και τον τράβηξα βίαια πίσω.

- Τώρα θα δεις παλιόπουστα ποιος είναι ο μαλάκας ο άντρας της πουτάνας που γαμάς.

Κι άρχισα να τον χτυπάω. Προσπάθησε να αντιδράσει. Δεν υπήρχε περίπτωση. Οι γροθιές μου έπεφταν απανωτές πάνω του. Η Χριστίνα σε μια άκρη έτρεμε και έκλαιγε. Αφού τον άφησα σχεδόν λιπόθυμο έφυγα από το δωμάτιο. Η Χριστίνα έτρεξε πίσω μου.

- Νίκο να σου εξηγήσω. Γύρισα της έδωσα ένα χαστούκι και σωριάστηκε χάμω.

- Θα μου εξηγήσεις παλιοπουτάνα. Θα μου εξηγήσεις. Κάθε πράγμα στον καιρό του. Έκλεισα και ασφάλισα την πόρτα πίσω μου.

Ανέβηκα στο κοντρόλ. Έσβησα τα φώτα. Έφτιαξα έναν καφέ. Μόλις ήπια τον καφέ άνοιξα δύο δυνατούς προβολείς. Μετά χαμήλωσα το φωτισμό σε φυσιολογικό.

- Κοιτάξτε… εδώ, τους είπα από το μικρόφωνο, κανείς δεν πρόκειται να σας ψάξει.

Η Χριστίνα και ο Θανάσης άρχισαν να μου καλομιλάνε. Πως είναι παρεξήγηση και συκοφαντίες. Ότι δεν τρέχει τίποτα. Κι ότι αν τους αφήσω θα αποδείξουν την αθωότητά τους.

- Μα είστε κι οι δυο τόσο αφελείς τους ρώτησα. Τι πιστεύετε ότι δε θα το μάθαινα; Γαμιόσαστε μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, στο κρεβάτι μου, Χριστίνα, εκεί που πολλές νύχτες κοιμίζαμε την κόρη μας. Αλήθεια θυμάσαι ότι έχεις μια κόρη; Αλλά δε σε νοιάζει… είναι στα χέρια του εγωιστή του πατέρα σου τώρα.

- Δεν είναι αλήθεια Νίκο μου! Ποιος σου τα είπε αυτά;

Και τότε πάτησα το βίντεο. Άρχισε να παίζει τα βίντεο με τον ήχο όταν οι δυο τους πηδιόνταν. Σώπασαν. Ο ήχος στην αίθουσα ήταν δυνατός. Μετά από ένα τέταρτο σταμάτησα το βίντεο. Ησυχία. Η Χριστίνα καθόταν στο διπλό κρεβάτι και είχε βάλει το κεφάλι μέσα στα πόδια και έκλαιγε με λυγμούς. Ο Θανάσης από την άλλη κάθονταν στην καρέκλα αμήχανος. Δεν περίμεναν να πάρουν τέτοια τροπή τα πράγματα. Κουράστηκα. Τους άφησα στην ησυχία τους. Δε μιλούσαν. Κάποια στιγμή λέει ο Θανάσης.

- Και τι θα γίνει τώρα ρε Νίκο;

- Εσύ τι προτείνεις;

- Κοίτα σου ζητάω συγνώμη. Εξάλλου μια φορά έγινε.

Η Χριστίνα σήκωσε το κεφάλι της. Άρχισε να παίζει κι άλλα βίντεο. Δεν είχαν λόγια να πούνε ψέματα. Μετά από 15 λεπτά βίντεο το διακόπτω. Μπορώ ρε μαλάκες να παίζω όλα τα δίωρα που βρισκόσαστε. Προχθές και για 8 μέρες συνέχεια. Και τι να δω τσόντα με σας τους δυο;

Χριστίνα έλα μέσα είπα με επιτακτικό τρόπο. Απασφάλισα την πόρτα κι η Χριστίνα μπήκε μέσα. Κάθισε στο τραπέζι απέναντί μου. Ο φωτισμός έκλεισε εντελώς στην αίθουσα. Κάθισε απέναντι.

- Νίκο μου σ' αγαπάω.

- Σκάσε μη λες ψέματα ακόμα και τώρα γαμώ το μουνί σου πουτάνα, ούρλιαξα.

- Αλήθεια σου λέω.

- Και τι στο διάολο έκανες μ' αυτόν; Θέλεις πάλι να δεις την τσόντα που γυρίζατε; Κι εξήγησέ μου! Γιατί με πρόσβαλες με αυτό τον ξετσίπωτο τρόπο; Γιατί δε με χώριζες που να πάρει ο διάολος; Λέγε που να πάρει. Αν νομίζετε ότι θα φύγετε ζωντανοί από δω είστε γελασμένοι. Αν δεν μιλήσεις ειλικρινά απλά θα σε βρούνε νεκρή με τον πιο φρικτό τρόπο. Δεν λογαριάζω τίποτα. Και της κόβω ένα δυνατό χαστούκι. Έπεσε από την καρέκλα. Σηκώθηκε. Της έδωσα ένα πλαστικό νερό.

- Από πότε τραβιέστε;

- Όλα άρχισαν πριν 5 μήνες. Είχαμε πάει σε μια ημερίδα. Θυμάσαι. Το βράδυ πήγαμε να φάμε όλοι μαζί κι η γυναίκα του με τον πεθερό του. Ήταν όλη η εταιρεία. Εγώ είχα κάνει κάποια λάθη από την οποία η εταιρεία πάθαινε πολλή ζημιά. Κινδύνευα με φυλακή. Δεν ξέρω πως την πάτησα. Αργότερα κατάλαβα ότι ήταν κόλπο του Θανάση. Την άλλη μέρα με φώναξε στο γραφείο. Με εκβίασε. Με πήρε όπως ήμουν και πήγαμε σε ένα παράρτημα μικρό. Εκεί μου επιτέθηκε σεξουαλικά.

- Και γιατί δεν μου είπες τίποτα;

- Φοβήθηκα εσένα, τις αντιδράσεις σου, τον ίδιο που με φόβιζε. Μου είπε ότι το πρόστιμο θα ήταν μεγάλο και θα σε κατέστρεφε. Δεν ήξερα τι να κάνω. Μου έβαλε ένα ποτό σε λίγο μου όρμησε. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Με έβαλε κάτω και με γάμησε με το ζόρι. Όταν τελειώσαμε μου είπε ότι αν μιλήσω να ετοιμαστώ για τη φυλακή. Εκείνη η ημέρα έφερε την άλλη και την άλλη. Κάθε φορά που γινόταν αυτό όμως, για ένα μήνα με έναν τρόπο υπέγραφα ολοένα και μεγαλύτερα συμβόλαια. Έβλεπα τα χρήματα που θα έπαιρνα ολοένα και περισσότερο. Ήθελα να τον ξεχρεώσω και να φύγω.

- Μόνο με αυτόν με κεράτωσες Χριστίνα;

- Ναι!

- Είσαι σίγουρη; Εμένα δεν με παίζεις εύκολα. Άκουσα που σου έλεγε και για άλλον που σε γάμησε από τον κώλο Χριστίνα.

- Ναι… δηλαδή μια φορά που πήγαμε για ένα συμβόλαιο πάλι με μέθυσε ή δεν ξέρω τι άλλο έκανε με το ποτό μου. Εκεί με έβαλε να το κάνω μ' αυτόν κι ένα πελάτη. Δεν τον θυμάμαι πως τον έλεγαν. Με πήραν κι δυο μαζί.

- Και γιατί σε παρακαλώ δεν είπες τίποτα σε μένα. Στο βίντεο σε είδα να ευχαριστιέσαι το γαμήσι μαζί του. Σε είδα να χαμογελάς να χύνεις, να τον αφήνεις να σου σκίζει τον κώλο, να του παίρνεις πίπα που εγώ ούτε στα όνειρά μου δεν επρόκειτο να δω από σένα! Να του λες πόσο πιο καλός είναι από μένα. Να του λες ότι τον ζηλεύεις που είναι με τη γυναίκα του. Καταλαβαίνεις Χριστίνα τι έγινε; Τα διέλυσες όλα. Σε σιχαίνομαι. Ένας θεός ξέρει πόσο βασανιζόμουνα όταν κάναμε έρωτα κι ήξερα ότι με απατούσες. Αλήθεια βρε Χριστίνα, γιατί ρε γαμώτο; Γιατί;

Εκεί άρχισα να κλαίω. Έσπασα. Η Χριστίνα πήγε να με πιάσει. Της πέταξα το χέρι πίσω με δύναμη.

- Φύγε…

της λέω ξαφνικά δείχνοντάς της την πόρτα επιτακτικά και έφυγε στο σκοτεινό δωμάτιο.
Ανέβηκα στο κοντρόλ άνοιξα το φωτισμό. Αυτός καθόταν στο διπλό κρεβάτι. Προφανώς σκεφτόταν πώς θα ξεφύγει από όλο αυτό. Τους άφησα. Τη ρώτησε τι έγινε. Του είπε ότι τα είπε όλα. Αυτός τα έχασε. Κάποια στιγμή παίρνω το μικρόφωνο.

- Κοιτάξτε… του λέω. Ξέρω μια παροιμία που λέει ότι το κέρατο ξεπλένεται με γαμήσι, ξύλο και θάνατο. Δε θεωρώ κανένα σας αθώο. Αν ήθελε η γυναίκα μου θα μπορούσε απλά να τα βροντήξει χάμω και τότε θα σε κανόνιζα εγώ. Αλήθεια ρε Θανάση φαντάζεσαι τι θα γίνει στην εταιρεία του πεθερού σου που διευθύνεις αν του στείλω τα βίντεο αλλά και στη γυναίκα σου;

- Δεν θα το κάνεις!

- Γιατί; Ποιος ο λόγος; Τι θα με εμποδίσει;

- Θα σου δώσω όσα θέλεις.

- Τι με πέρασες ρε μαλάκα, για την πουτάνα τη γυναίκα μου;

- Σε παρακαλώ Νίκο άρχισε να κλαίει η Χριστίνα.

- Κοιτάξτε από σας μόνο ένας θα φύγει ζωντανός από δω μέσα.

Παγωμάρα. Κοίταζαν σα χαμένοι.

- Δεν γίνεται αυτή η ντροπή να μείνει έτσι. Ο ένας σας πρέπει να πεθάνει.

- Μα τι λες βρε Νίκο; Σε παρακαλώ. Ηρέμησε Διώξε με αλλά αν κάνεις φόνο θα καταστραφούμε όλοι. Όχι βρε Νίκο δε θέλω να σου κάνω άλλη ζημιά. Άσε μας και θα δώσω τέλος στη ζωή μου μόνη μου…

κι έκλαιγε με λυγμούς. Έσβησα τα φώτα. Βγήκα, είχε νυχτώσει. Πήγα να πάρω κάτι να φάνε για να μην καταρρεύσουν. Πήγα σε ένα σουβλατζίδικο. Πήρα φαγητό και νερά. Όπως έκανα να φύγω βρήκα ένα Πακιστανό που τον είχα κάποτε στη δουλειά. Μου ζήτησε δουλειά. Του είπα πως έχω κάτι στο νου μου αλλά θα τον πάρω αύριο. Γύρισα. Άναψα τα φώτα. Με παρακάλεσαν να μην τους αφήνω στο σκοτάδι. Μπήκα μέσα στην αίθουσα. Τους έδωσα το φαγητό. Άρχισαν να τρώνε. Μαζί τους έφαγα κι εγώ. Δεν το περίμεναν. Δεν περίμεναν ότι θα το έκανα αυτό. Εκεί ήταν που τρελαινόταν. Δε μπορούσαν να βγάλουν συμπέρασμα. Σε κάποια φάση ο Θανάσης αρπάζει την καρέκλα και προσπαθεί να με χτυπήσει. Απέφυγα το χτύπημα γύρισα και τον άρχισα στις γρήγορες. Τα χτυπήματα δυνατά σε λίγο σωριάστηκε μισολιπόθυμος. Γυρίζω στη Χριστίνα.

- Ούτε ένα πρόσεχε μη με χτυπήσει! Το βρήκες σα λύση για να φύγεις παλιοβρώμα. Κι ας έβλεπες την κίνησή του.

Συνεχίζεται…




Copyright protected OW ref: 161661