Η τιμωρία μου (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.77 (13 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η τιμωρία μου

Επιστρέφοντας από τις διακοπές αισθανόμουν ένα ράκος. Αλλιώς τα φανταζόμουν κι αλλιώς ήρθαν τα πράγματα. Αντί για το απόλυτο ξεσάλωμα και το ατελείωτο φλερτ που είχα φανταστεί, εκείνες οι μέρες πέρασαν με μένα να είμαι βαριεστημένη και βαθιά απογοητευμένη. Δεν έβρισκα νόημα σε τίποτα. Προσπαθούσα βέβαια να το παίξω χαλαρή στα κορίτσια και ότι δήθεν μου έβγαινε η κούραση της χρονιάς, ενώ στην πραγματικότητα στο μυαλό μου τριγυρνούσε συνέχεια εκείνος. Όλη την ώρα, όπου πήγαινα, όπου στεκόμουν τον σκεφτόμουν τον φανταζόμουν. Στην παραλία στην ξαπλώστρα έκλεινα τα μάτια μου και θυμόμουν όσα μου έκανε για να με τιμωρήσει και το μουνάκι μου γέμιζε υγρά.

Συνεχώς έριχνα βουτιές στη θάλασσα για να ηρεμήσω αυτό το φούντωμα και για να καμουφλάρω με το νερό το πλημμυρισμένο απ τα υγρά μουνί μου. Και φυσικά δεν έχανα ευκαιρία να κολυμπάω βαθιά μακριά απ όλους και να παίζω την ερεθισμένη τρυπούλα μου και την πρησμένη κλειτορίδα μου και να χύνω σε δευτερόλεπτα από την απίστευτη καύλα που μου δημιουργούσε μόνο η σκέψη του. Η ανάμνηση από το χοντρό καυλί του μέσα μου και αυτό το βλέμμα του που μου πηδούσε το μυαλό όποτε με κοιτούσε! «Την πάτησες Βαλεριακί μου... την πάτησες για τα καλά! Έπεσες στην παγίδα που έστηνες εσύ για τους άλλους»

Και φυσικά το ότι βρισκόμουν στο νησί, στο μέρος που τον συνάντησα δε βοηθούσε καθόλου. Ούτε με συγκίνησε κανένας από τους διάφορους που δοκίμαζαν να με προσεγγίσουν παρά το ξινισμένο, υπεροπτικό μου ύφος. Κι εκεί που μαραζώνουν όλοι την ημέρα της επιστροφής εγώ ήμουν ανακουφισμένη. Ήθελα να τελειώσουν αυτές οι διακοπές και να επιστρέψω να απασχολήσω το μυαλό μου, να ξεχαστώ. Είχα σκοπό να βρω δουλειά το συντομότερο. Έπρεπε να ξεφύγω απ’ τον άγνωστο που είχε κυριέψει το μυαλό μου και όλο μου το είναι. Τον σκεφτόμουν συνέχεια και όποτε ήμουν μόνη μου χάιδευα το μουνάκι μου κι έχυνα με απίστευτη ευκολία. Απέκτησα και τη συνήθεια να σπαταλάω το πολύτιμο νεράκι -που τόσο στεναχωριέμαι όταν πάει χαμένο ενώ άνθρωποι πεθαίνουν από την έλλειψη του- για να γεμίζω τη μπανιέρα και να κάθομαι με τις ώρες να δαχτυλόνομαι με τη σκέψη του.

Ήμουν πραγματικά απογοητευμένη. Δε μου κινούσε το ενδιαφέρον κανένας άλλος άντρας. ούτε με είχε κάνει κανένας να νιώσω έτσι όπως με έκανε εκείνος. Και δεν ήξερα καν το όνομα του. Είχα δοκιμάσει αποτυχημένα να βγω μερικά ραντεβού σε μια ύστατη προσπάθεια να πείσω τον εαυτό μου ότι το είχα μεγαλοποιήσει στο μυαλό μου, ότι ίσως αν πηδιόμουν έντονα με κάποιον άλλον θα τον ξεχνούσα. Και το έκανα.

Πηδήχτηκα με τον Πάνο, ένα πολύ γοητευτικό παιδί γύρω στα 30 που γνώρισα από στο ίντερνετ, του ζήτησα να τον δω από κάμερα για να σιγουρευτώ γιατί ποτέ δεν ξέρεις και κανονίσαμε να βρεθούμε. Πήγα κατευθείαν στο σπίτι του να γλιτώσουμε και τις τυπικούρες, ήθελα να μπούμε κατευθείαν στο ψητό, είχα άγχος. Ήθελα να με πηδήξει τόσο έντονα που να ξεχάσω μια για πάντα τον αναθεματισμένο τον τύπο απ το νησί. Να σταματήσει επιτέλους αυτή η τιμωρία που συνέχιζα να βιώνω.

Ηρθε να με πάρει από το σημείο συνάντησης. Ήμουν ντυμένη σαν ξεκωλάκι. Φορούσα ένα ελαστικό λευκό φουστάκι που τσίτωνε πάνω στον κώλο μου και διαγράφονταν ολοκάθαρα τα κωλομέρια μου και το επίτηδες μαύρο σφιχτό στρινγκάκι μου και με το ζόρι έφτανε στο τελείωμα της καμπύλης του κώλου μου. Όταν δε καθόμουν έμενε σχεδόν γυμνός κι εκτεθειμένος λόγω του ανύπαρκτου υφάσματος. Η κωλάρα μου ήταν το ατού μου και δεν έχανα ευκαιρία να την αναδεικνύω. Ποτέ όμως τόσο προκλητικά, εκείνη τη στιγμή όμως το μόνο που ήθελα ήταν να γαμηθώ άγρια με απώτερο σκοπό να «γιατρευτώ». Από πάνω φορούσα ένα λευκό τοπάκι αντίστοιχα, στράπλες και χωρίς σουτιέν εννοείται. Όσο λιγότερα εμπόδια τόσο το καλύτερο. Παπούτσια φόρεσα ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα πέδιλα μιούλ με λεπτό διάφανο λουράκι. Δεν είχα βαφτεί ιδιαίτερα, θεωρώ πως δεν το χρειάζομαι. Λίγη μάσκαρα στις βλεφαρίδες και ένα άχρωμο γκλος στα χείλη για να δείχνουν ακόμα πιο ζουμερά κι έτοιμα για όλα. Τα μαλλιά μου καστανόξανθα έπεφταν ίσια στην πλάτη μέχρι τη μέση μου.

«Πουτανάκι πολυτελείας» σκέφτηκα με μια τελευταία μάτια στον καθρέφτη. Για μια στιγμή σκέφτηκα να το αναβάλλω, αλλά την έδιωξα αμέσως αυτή τη σκέψη. Έριξα στην πλάτη μου κι ένα λεπτό τζιν μπουφανάκι, ήμουν αρκετά εκτεθειμένη και μια ψυχρούλα την είχε. Βγήκε από το αμάξι να με υποδεχτεί. Με φίλησε σταυρωτά και μου άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου για να περάσω. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου πως με κοιτούσε. Στη διαδρομή με έτρωγε με τα μάτια του εντελώς απροκάλυπτα. Κοιτούσε τα μπούτια μου, τα βυζιά μου.

«Τον άξεστο» σκέφτηκα. «αλλά αφού αυτό ήθελες, τι ζόρι τραβάς τώρα;»

Φτάσαμε στο σπίτι του και μου έβαλε να πιω ένα ποτό. Έβγαλα το μπουφανάκι μου και το άφησα στον καναπέ. Ήπια μερικές γερές γουλιές. Δεν ένιωθα τίποτα γι αυτόν. αδιαφορία μόνο. Έπρεπε να τον αγγίξω να τον νιώσω. Έβαλε μουσική να παίζει χαμηλά και γύρισε προς το μέρος μου. Έσκυψα προκλητικά και ακούμπησα το ποτήρι στο τραπέζι του σαλονιού. Ένιωσα τη φουστίτσα μου να σηκώνεται, σίγουρα τα είδε όλα. Ήρθε από πίσω μου και χάιδεψε τον κώλο μου. Γύρισα και τον κοίταξα. Άπλωσα τα χέρια μου στο στήθος του και τα έσυρα προς τα κάτω. Με άρπαξε και με φίλησε άγρια. Άρχισε να χουφτώνει τα βυζιά μου και να ζουλάει τον κώλο μου με δύναμη, καθώς με πίεζε πάνω στον ερεθισμένο πούτσο του. Το χέρι του έμπαινε κάτω από τη μικροσκοπική μου φούστα κι έτριβε το μουνί μου πάνω απ’ το στρινγκ μου.

- Σταμάτα!

Του είπα ξαφνικά

- Τι έπαθες μωρό μου; Θες να πάμε μέσα στο κρεβάτι;

- Όχι. Θέλω να σταματήσουμε τελείως! Δε γουστάρω. Θέλω να φύγω.

Πίστευα ότι κάτι θα ένιωθα. Μια σπίθα έστω... κάτι! Αλλά τίποτα! Δεν υπήρχε λόγος. Είχα βαρεθεί ήδη. Πήρα το μπουφάν μου και το τσαντάκι μου και πήγα προς την πόρτα, άνοιξα και πριν το καταλάβω ήρθε πίσω μου την έκλεισε με δύναμη και με κόλλησε πάνω της. Με το ένα του χέρι κόλλησε τη μούρη μου πάνω στην πόρτα με πίεση και με το άλλο πήρε το μπουφάν και το τσαντάκι μου και τα πέταξε στην άκρη.

- Τι κάνεις ρε μαλάκα; Κάτω τα ξερά σου γιατί θα σου τα κόψω! Άσε με τώρα…

είπα καθώς πάλευα να του ξεφύγω. Αλλά δεν είχα καμία ελπίδα. Με ύψος 1.63 και σίγουρα τα μισά του κιλά ήταν αδύνατον.

- Βούλωσε το μωρή πουτάνα ψωλαρπάχτρα! Χρόνια είχα να δω ξεκωλιάρα σαν εσένα, τα πέταξες όλα έξω ήρθες να μας ανάψεις και τώρα λες ότι δε γουστάρεις; Θα κάτσεις να τον φας σαν καλή πουτάνα που είσαι!

Τράβηξε με δύναμη το λεπτό μπλουζάκι μου και το κατέβασε στο ύψος της κοιλιάς μου, τα βυζιά μου πετάχτηκαν έξω με τις ρώγες μου σκληρές και ορθωμένες. άρχισε να τα ζουλάει έτσι που με πονούσε. Με την ίδια ευκολία σήκωσε τη φούστα και την έφερε κι αυτή στην κοιλιά μου μαζί με το μπλουζάκι. Άρχισε να χαστουκίζει τα εκτεθειμένα μου κωλομάγουλα με δύναμη. Τον ένιωθα να έχει πάρει φωτιά απ τα χαστούκια. Είχα σοκαριστεί. Τον έβριζα, κι όσο τον έβριζα με χτυπούσε πιο δυνατά και πιο γρήγορα μέχρι που έβγαιναν μόνο άναρθρες κραυγές από το στόμα μου απ’ το τσούξιμο που ένιωθα! Μου βούλωσε το στόμα με το άλλο του χέρι για να μην ακούγομαι. Πέρασε δυο δάχτυλα στο κορδονάκι του στρινγκ μου και το έσκισε. Το έφερε και το τύλιξε γύρω απ το λαιμό μου και τράβηξε τις άκρες του προς τα πίσω κι ένιωσα να πνίγομαι. Τράβηξε ακόμα πιο δυνατά. Δε μπορούσα να ανασάνω. Κόλλησε το στόμα του στο αυτί μου.

- Τώρα θα δεις τι θα πει πούτσα ξεκωλιάρα…

μου είπε και με μια απότομη κίνηση έχωσε το καυλί του στο μουνί μου. Σε κάθε μανιασμένη ώθηση που έκανε τραβούσε το κορδόνι και μου έκοβε τον αέρα. Ο κώλος μου έτσουζε σε κάθε επαφή με το δέρμα ή τα ρούχα του έτσι όπως με πηδούσε. Ασφυκτιούσα!

- Τρέχουν στα μπούτια σου τα υγρά σου πουτανάκι μου τα νιώθεις; Στάζει για πούτσο το καυλομουνάκι σου!

Αν έσταζε το μουνάκι μου ήταν σίγουρα γιατί όλη αυτή την ώρα φαντασιωνόμουν εκείνον και μόνο εκείνον! Το βλέμμα του και το ξέσκισμα που έφαγα στη θάλασσα! Γαμώτο! Έτσι θα ήταν από δω και πέρα; Δε θα μπορούσα να χαρώ πια το σεξ; Ποτέ θα σταματήσει αυτό; Καταντούσε γελοίο. θύμωνα τόσο με τον εαυτό μου. Θα μπορούσα να κάνω οτιδήποτε κι αν μου ζητούσε. Τέτοια ξεφτίλα. Εν τω μεταξύ, ο Πάνος συνέχιζε να με σφυροκοπάει αλύπητα και να με πνιγεί. Με ξέσκιζε άγρια, με μανία και ταυτόχρονα όπως τραβούσε πίσω το κεφάλι μου απ το λαιμό γαμούσε και το στόμα μου με τέσσερα δάχτυλα. Δεν ξέρω πόση ώρα με πηδούσε έτσι. Το ένα πέδιλο μου είχε φύγει και στηριζόμουν στα δαχτυλάκια του ποδιού μου τα οποία τώρα πονούσαν πολύ. Όταν βγήκε από μέσα μου ένιωσα το μουνάκι μου να τσούζει. Με άρπαξε από το μαλλί και με γονάτισε μπροστά του.

Τότε είδα και το καυλί που με άνοιγε τόση ώρα μπροστά στη μούρη μου. σκούρο κανονικό μέγεθος, με μια ελαφριά κλίση κι ένα πουτσοκέφαλο τόσο πρησμένο. Έμοιαζε με μανιτάρι. Το έχωσε στο στόμα μου κι άρχισε να το γαμάει με την ίδια ένταση που είχε γαμήσει το μουνί μου. Το έφτανε στο λαρύγγι μου και από τα μάτια μου έτρεχαν τα δάκρυα ποτάμι μαζί με τα σάλια μου πάνω στα βυζιά μου. Μέχρι που ένιωσα τα καυτά αηδιαστικά χύσια του στον οισοφάγο μου κι άρχισα να βήχω έτσι όπως ήμουν μπουκωμένη. Μόλις άδειασε και ηρέμησε τραβήχτηκε και μου έκλεισε το στόμα και τη μύτη για να σιγουρευτεί ότι δεν θα φτύσω ούτε σταγόνα. Τον είδα να απομακρύνεται, μπήκε στο μπάνιο.

Σηκώθηκα με τρεμάμενα πόδια και προσπαθούσα να φτιάξω τα ταλαιπωρημένα ρούχα μου. Έψαξα για το παπούτσι μου, το φόρεσα, φόρεσα και το μπουφανάκι μου και το έκλεισα μέχρι πάνω. Άρπαξα το τσαντάκι μου κι έφυγα σχεδόν τρέχοντας με όσες δυνάμεις μου είχαν απομείνει. Περπάτησα λίγο και κάλεσα ένα ταξί. Τι ηλίθια που ήμουν. Τι πήγα κι έκανα. Μα τι νόμιζα; Ήθελες τα κι έπαθες τα! Βούλωσε το τώρα γιατί μόνο εσύ φταις. Μπήκα κάτω απ το νερό κατευθείαν να ηρεμήσω. Έτριψα το κορμί μου με δύναμη. Ο κώλος μου ήταν κατακόκκινος. Πονούσε. Στο λαιμό μου υπήρχε επίσης κόκκινο σημάδι από το σκισμένο στρινγκάκι μου. Έπεσα στο κρεβάτι μου και κοιμήθηκα με τη σκέψη του και με φαντασιώσεις που έκανα με πρωταγωνιστή εκείνον, παρά τα όσα πέρασα εξαιτίας του. Την επόμενη μέρα χτύπησε το κινητό μου. ήταν για συνέντευξη από δουλειά. Είχα ήδη πάει σε μια και αυτή θα ήταν η δεύτερη. Ήταν από ένα γυμναστήριο, ζητούσαν κοπέλες για τη ρεσεψιόν κι έστειλα το βιογραφικό μου χωρίς δεύτερη σκέψη. Κλείσαμε το ραντεβού για τη μεθεπόμενη και ανυπομονούσα! Θα με περνάνε σίγουρα. Είχα όλα τα προσόντα άλλωστε.

Η μέρα της συνέντευξης έφτασε, ντύθηκα απλά, περιποιήθηκα τον εαυτό μου με επιμέλεια, φρόντισα επίσης να κρύψω το σημάδι στο λαιμό μου με μέικ απ. Στο γυμναστήριο μια κοπέλα απ τη ρεσεψιόν με οδήγησε στον υπεύθυνο ο οποίος μου πήρε και τη συνέντευξη. Έμεινε κατενθουσιασμένος μαζί μου και δε μου το έκρυψε, μου εξήγησε βέβαια πως για το τυπικό θα δει και κάποιες ακόμα υποψήφιες που είχαν ήδη κλείσει ραντεβού και θα επικοινωνούσε μαζί μου σίγουρα. Την επόμενη μέρα χτύπησε το τηλέφωνο μου και ήταν ο κύριος Βαγγέλης ο υπεύθυνος του γυμναστηρίου. Με ενημέρωσε ότι την επόμενη εβδομάδα ξεκινάω δουλειά και μου έδωσε τα συγχαρητήρια του. Έκλεισα το τηλέφωνο τόσο χαρούμενη. Για πρώτη φορά ξέχασα για λίγο τον τύπο που είχε κυριεύσει το μυαλό μου. Για λίγο ναι, αλλά σιγά-σιγά θα γινόταν πολύ το λίγο. Μέχρι που θα τον ξεχνούσα. Τι στο καλό τόσο κόσμο θα γνώριζα εκεί μέσα!

Η πρώτη μέρα της δουλειάς έφτασε και είχα αρκετό άγχος. Φόρεσα ένα λαδί φορεματάκι με κουμπιά (σε στυλ πουκάμισο) που έφτανε λίγο πάνω από το γόνατο. Βάφτηκα ελαφρώς και χτένισα τα μαλλιά μου σε μια ψηλή αλογοουρά. Ήμουν ικανοποιημένη με την εικόνα μου. Σοβαρή, αλλά χωρίς να είμαι άχαρη. Ολόκληρη η πρώτη μέρα αφιερώθηκε στην εκπαίδευση μου μαζί με μια κοπέλα από τις παλιές και τον υπεύθυνο. Μου έδειξαν όλους του χώρους για να μπορώ να ξεναγήσω τους υποψήφιους πελάτες, πως να κάνω εγγραφές κτλ. Είχε αρκετή κίνηση εν όψη μιας προσφοράς και δεν άργησα καθόλου να μάθω. Πήρα το κολάι γρήγορα. Τις ώρες της δουλειάς συνειδητοποίησα ότι όντως το μυαλό μου ξέφευγε από τη μόνιμη βασανιστική σκέψη των τελευταίων εβδομάδων. Θα το ξεπερνούσα, ήμουν σίγουρη πλέον! Άλλωστε τόσοι άντρες κυκλοφορούσαν εκεί μέσα εκ των οποίων αρκετά καυτά κομμάτια. Και δεν ήταν λίγοι αυτοί που γίνονταν αρκετά διαχυτικοί. Σε αυτές τις στιγμές γελούσα αμήχανα.

- Θα συνηθίσεις, μην ανησυχείς! Σε βλέπουνε έτσι μικρούλα τώρα είσαι και καινούργια. Μην ψαρώνεις κάνε παιχνίδι…

μου είπε γελώντας η Βάσω, η συνάδελφος που είχαμε μαζί βάρδια όταν με είδε να κοκκινίζω σε μια απ’ αυτές τις στιγμές. Μετά από λίγο εκείνη έφυγε, πήγε να ξεναγήσει 2 καινούργιες πελάτισσες και εγώ έμεινα να ελέγξω εκκρεμότητες πληρωμών και υπόλοιπα στο πελατολόγιο. Σε λίγο άκουσα τη μπάρα ασφαλείας στην είσοδο ν ανοίγει με τον χαρακτηριστικό ήχο. Όλοι οι συνδρομητές είχαν την κάρτα τους και αυτή χρησιμοποιούσαν για την είσοδο τους στο γυμναστήριο. Με το χτύπημα της κάρτας, αυτόματα εμφανιζόταν στην οθόνη μας η καρτέλα του πελάτη, μετά στοιχεία του και τις οφειλές, αν υπήρχαν. Στην οθόνη μου όμως δεν υπήρχε τίποτα. Μια κενή καρτέλα. Τι στο καλό; Σήκωσα το κεφάλι μου να σταματήσω τον άνθρωπο που μπήκε να δω τι συμβαίνει και πάγωσα... ήταν εκείνος! Με αθλητική αμφίεση. Έβγαλε τα γυαλιά του και με κοίταξε μ’ αυτό το βλέμμα που μ’ έκανε να λιώνω. Έμεινα αποσβολωμένη να κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό. Σα να σταμάτησε ο χρόνος, δεν ξέρω πόση ώρα κοιτούσα έτσι.

Μου φάνηκε ότι είδα ένα αμυδρό χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπο του. Έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε. Επανήλθα στην πραγματικότητα. Όχι δε μπορεί. Δε μπορεί! Κάποιο λάθος θα έχει γίνει. Δεν πρέπει να είδα καλά. Έχω παραισθήσεις! Τότε είδα την κενή καρτέλα. Όχι δεν είχα παραισθήσεις. ήταν αυτός στ’ αλήθεια. Κι έμεινα εκεί να τον κοιτάω σαν υπνωτισμένη με ανοιχτό το στόμα. Τον άφησα και πέρασε! Τώρα τι θα έκανα; Τι θα έλεγα στη συνάδελφο; Πως θα το κάλυπτα; Μπήκε κάποιος που δε φαινόταν στο σύστημα και εγώ καθόμουν και τον κοιτούσα απλά. Δεν έκανα τίποτα. Τα θαλάσσωσα ακόμα δεν άρχισα. Όμως τον βρήκα! Δεν το πίστευα ότι τον βρήκα στ’ αλήθεια. Αν αυτό ήταν τυχαίο, σίγουρα ήμουν ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου. Αλλά γύρισε κι έφυγε. δεν ήρθε ούτε να με χαιρετήσει. Με κατέκλυσε απογοήτευση. Έπρεπε να τον δω. να προσπαθήσω να του μιλήσω εγώ χωρίς να χάσω τα λόγια μου. Η Βάσω επέστρεψε από την ξενάγηση.

- Τι έπαθες καλέ; Γιατί είσαι έτσι; Έχεις χάσει το χρώμα σου.

- Έκανα μια βλακεία. δεν ξέρω πως έγινε λυπάμαι πολύ…

της είπα αγχωμένη όπως ήμουν.

- Τι έγινε παιδί μου μην αγχώνεσαι πες μου.

- Μπήκε κάποιος και η καρτέλα του ήταν κενή. ούτε φωτογραφία ούτε στοιχεία. Τίποτα. κι εγώ τον άφησα χωρίς να πω τίποτα…

είπα έτοιμη να δεχτώ τις συνέπειες.

- Καλά γι’ αυτό κανείς έτσι παιδί μου με τρόμαξες! Τον κύριο Δημήτρη λες; Μην αγχώνεσαι αυτός είναι το Big Boss…

είπε η Βάσω γελώντας. Έμεινα για δεύτερη φορά να κοιτάζω αποσβολωμένη, τη συνάδελφο μου αυτή τη φορά.

- Αυτός, ο αδερφός του κι ένας επιπλέον συνέταιρος έχουν όλη την αλυσίδα. Όποτε ξανάδεις κενή καρτέλα πάει να πει ότι είναι ένας απ' αυτούς και να χαιρετήσεις όσο πιο ευγενικά μπορείς…

συνέχισε η Βάσω.

- Ζεις; Σου μιλάω…

είπε κουνώντας το χέρι της μπροστά στο πρόσωπο μου. Με επανέφερε.

- Ναι, σε άκουσα. Πρέπει να πάω τουαλέτα…

της είπα και σηκώθηκα σχεδόν τρέχοντας να πάω στην τουαλέτα στα αποδυτήρια των γυναικών. Τι είχα μόλις ακούσει; Δεν ήταν δυνατόν! Μήπως ονειρευόμουν; Τι σατανική σύμπτωση ήταν αυτή; Έριξα νερό στο πρόσωπο μου να καταλαγιάσω την έξαψη που είχε εξαπλωθεί από το κεφάλι μου μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου. Τι θα γινόταν τώρα; Θα έχανα τη δουλειά μου; Σίγουρα θα με απέλυε δεν υπήρχε αμφιβολία. Μετά την αγενή συμπεριφορά μου απέναντι του αυτό ήταν το πιο πιθανό. Μήπως να έφευγα μόνη μου; Να εξαφανιζόμουν; Απέρριψα αμέσως αυτή την ιδέα. Δε θα έτρεχα σαν κυνηγημένη. Ό,τι κι αν γινόταν θα το αντιμετώπιζα. Άλλωστε γι’ αυτόν τον άντρα ξενυχτούσα τόσα βραδιά χαϊδεύοντας το μουνάκι μου. Δε γινόταν να φύγω έτσι.

Δημήτρης. Τον έλεγαν Δημήτρη. Επιτέλους έμαθα το όνομα του! Μου είχε στοιχίσει που δε γνώριζα τίποτα γι αυτόν. Βγήκα από την τουαλέτα και επέστρεψα στη θέση μου. Η Βάσω με ρώτησε αν ήμουν καλά κι αν χρειαζόμουν κάτι. Της είπα ότι αισθάνθηκα μια ξαφνική αδιαθεσία και ότι ήμουν καλά τώρα. Οι ώρες περνούσαν και το μυαλό μου δε μπορούσα με τίποτα να το επικεντρώσω στη δουλειά. Ήμουν σε βραδινή βάρδια μέχρι το κλείσιμο στη 01:00 μετά τα μεσάνυχτα. Σαν καινούργια που ήμουν μου είχαν φορτώσει τα πιο πολλά κλεισίματα. Η Βάσω σχολούσε στις 23:00 και θα εμένα μόνη μου μέχρι το κλείσιμο. Ευτυχώς οι ώρες αιχμής είχαν περάσει. Πριν φύγει μου άφησε κάτι χαρτιά και κάποιους φακέλους που είχαν έρθει και μου ζήτησε να τα ανεβάσω επάνω στο αφεντικό για να μην ανεβαίνει μιας και είχε τελειώσει η βάρδια της.

- Στον κύριο Δημήτρη;…

ρώτησα βλακωδώς, για να σιγουρευτώ. Εκείνη απλά κατένευσε. Πως να της έλεγα ότι δε μπορούσα να το κάνω αυτό; Αγχώθηκα παρά πολύ. Δε μου άφησε όμως περιθώρια να απαντήσω, με καληνύχτισε κι έφυγε βιαστικά. Αποφάσισα να το καθυστερήσω μήπως κατέβει εκείνος και φύγει. Η ώρα περνούσε. μεσάνυχτα σχεδόν. στο γυμναστήριο ψυχή. μόλις έφευγαν και οι 2-3 τελευταίοι καμένοι από το χώρο με τα βάρη. Δεν είχα άλλες δικαιολογίες. Έπρεπε να ανεβάσω τα χαρτιά επάνω να ξεμπερδέψω το συντομότερο. Δε μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Σηκώθηκα με τρεμάμενα πόδια και προτίμησα να πάρω το ασανσέρ γι' αυτό το λόγο. Έφτασα έξω από μια πόρτα που έγραφε «Απαγορεύεται η είσοδος». Αυτό ήταν το γραφείο. Μου το είχαν δείξει στην ξενάγηση του χώρου. Σήκωσα το χέρι μου διστακτικά να χτυπήσω την πόρτα και το κατέβασα. Δείλιασα... πήρα μια βαθιά ανάσα και χτύπησα όσο πιο αποφασιστικά μπορούσα αλλά είχα την αίσθηση ότι το χτύπημα μου ήταν ανεπαίσθητο, σχεδόν φοβισμένο.

- Πέρασε!

Άκουσα τη βαθιά φωνή του από μέσα σε αυστηρό τόνο και κόπηκαν τα γόνατα μου. Ήθελα να φύγω τρέχοντας. Δεν υπήρχε γυρισμός όμως. Άνοιξα δειλά την πόρτα και γλίστρησα μέσα. Δεν έκανα βήμα. Έμεινα σε εκείνο το σημείο χωρίς καν να τολμήσω να σηκώσω τα μάτια μου απ’ το πάτωμα. Ένιωθα το βλέμμα του πάνω μου και τα μάγουλα μου να καίνε.

- Εκεί θα μείνεις;

Με ξύπνησε η φωνή του. Τινάχτηκα και προχώρησα προς τα μέσα. Υπήρχαν δυο μεγάλα γραφεία. Καθόταν στο ένα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Με νευρικές κινήσεις και προσπαθώντας να αποφύγω να τον κοιτάξω ακούμπησα μπροστά του τα χαρτιά.

- Μου είπαν... να σας φέρω αυτά τα χαρτιά…

είπα τραυλίζοντας. Τι ντροπή! Ούτε να αρθρώσω λέξη δε μπορούσα. Δεν έβγαινε η φωνή μου. Το είχα ξανά πάθει πολύ σπάνια σε καταστάσεις αγχωτικές. Σα να έκλεινε ο λαιμός μου.

- Έχω εμπιστοσύνη στο Βαγγέλη ξέρεις...

Όταν μου έφερε τα βιογραφικά με τις υποψήφιες σε είδα και σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν μοιραίο να ξανασυναντηθούμε. Σήκωσα το κεφάλι μου και με κοιτούσε μ' αυτό το ίδιο βλέμμα που με κοιτούσε στο μπαράκι στο νησί. που μ' έκανε να χάνω τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου.

- Κύριε Δημήτρη. Ήθελα να σας ζητήσω συγνώμη. Αν θέλετε να φύγω… θα το καταλάβω.

- Συγνώμη για ποιο πράγμα;

Είπε δήθεν απορημένος.

- Για τη συμπεριφορά μου... τότε…

ψέλλισα. Σηκώθηκε, έκανε το γύρω του γραφείου και ήρθε μπροστά μου. Είχα ξεχάσει την επιρροή που ασκούσε η παρουσία του πάνω μου και το ποσό ψηλός και γεροδεμένος ήταν. Ειδικά σε αυτή την απόσταση. Στηρίχτηκε στην άκρη του γραφείου, έβαλε τα χέρια του στις τσέπες και τέντωσε τα μακριά του πόδια μπροστά σταυρώνοντάς τα. Η επιβλητική του παρουσία γέμιζε το μικρό χώρο, η μυρωδιά του με είχε μεθύσει κι ας ήταν ανεπαίσθητη. Είχε γύρει το κεφάλι στο πλάι και με κοιτούσε εξεταστικά. Τώρα γιατί το έκανε αυτό; Εντελώς σαν πρωτάρα ένιωθα. «Συγκεντρώσου!» έλεγα μέσα μου.

- Η αλήθεια είναι ότι ήσουν πολύ αγενής. Προκαλούσες με κάθε τρόπο τους άντρες γύρω σου και μετά τους σνόμπαρες.

- Κι εσύ δεν άντεξες την απόρριψη; Πληγώθηκε ο εγωισμός σου;

Είπα απότομα. Αμέσως έφερα το χέρι μου στο στόμα, αλλά δυστυχώς το είχα πει και δε μπορούσα να το μαζέψω. Γέλασε σα να το διασκέδαζε με την ψυχή του καθώς σηκωνόταν και με πλησίαζε απειλητικά. Οπισθοχώρησα μηχανικά.

- Τελικά έχεις περισσότερο θράσος απ’ όσο πίστευα. Νομίζω ότι στη θάλασσα με παρακαλούσες κλαίγοντας να σου γαμήσω το μουνάκι σου. Για ποια απόρριψη μιλάς ακριβώς;

Έμεινα να τον κοιτάζω σοκαρισμένη από την ωμότητα της αντιμετώπισης του.

- Τι έγινε; Έχασες τα λόγια σου; Ή μήπως το είχες ξεχάσει και θες να σου φρεσκάρω λίγο τη μνήμη σου;

Συνέχισε καθώς με πλησίαζε περισσότερο μέχρι που η πλάτη μου βρήκε τοίχο. Έβαλε τις παλάμες του στον τοίχο δεξιά κι αριστερά απ’ το κεφάλι μου και με παγίδεψε. Πρέπει να είχα το βλέμμα φοβισμένου γατιού κι εκείνος έδειχνε να το διασκεδάζει πολύ.

- Μπορείς απλά να με παρακαλέσεις ευγενικά κι εγώ θα σου τα θυμίσω όλα!

Είπε μ' ένα περιπαικτικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του. Ένιωσα ότι με πρόσβαλε και πήρα ανάποδες με την ηττοπαθή μου στάση. Χωρίς να το σκεφτώ καθόλου σήκωσα το χέρι μου να τον χαστουκίσω. Τα αντανακλαστικά του όμως ήταν απίστευτα γρήγορα και πρόλαβε το χέρι μου στον αέρα λίγο πριν τον ακουμπήσω. Το έσφιξε με δύναμη. Τραβήχτηκα αλλά η λαβή του ήταν τόσο δυνατή σα μέγγενη, με πονούσε. Είδε το μορφασμό στο πρόσωπο μου και χαλάρωσε ελάχιστα το χέρι του χωρίς να με αφήνει.

- Σε είχα για πιο έξυπνο κορίτσι. Και τώρα με αναγκάζεις να σε τιμωρήσω ξανά…

είπε με δήθεν απογοητευμένο ύφος κρατώντας το πιγούνι μου ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη του. «Να με τιμωρήσει; Μα τι λέει;» Και πριν προλάβω να πω οτιδήποτε έβαλε το δάχτυλο του στο γιακά του φορέματος μου και το τράβηξε με δύναμη! Τα κουμπιά εκσφενδονίστηκαν δεξιά κι αριστερά και μια κραυγή ξέφυγε απ’ το στόμα μου από το ξάφνιασμα.

- Μη! Τι κανείς τρελάθηκες;…

είπα σοκαρισμένη. Τράβηξε το φόρεμα από τους ώμους μου και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Έκανα να σκύψω να το μαζέψω και με άρπαξε και με κόλλησε πάνω στο κορμί του. Έχωσε το χέρι του μέσα στα μαλλιά μου και τράβηξε το κεφάλι μου προς τα πίσω για να με αναγκάσει να τον κοιτάξω. Και μόνο που ένιωθα τη θέρμη του κορμιού του στο γυμνό μου δέρμα το μουνί μου γέμιζε υγρά.

- Δυστυχώς είσαι ένα θρασύτατο τσουλάκι κι εγώ πρέπει πάλι να σου δώσω το μάθημα σου…

είπε καθώς χάιδευε το κάτω χείλος μου με τον αντίχειρα του. Μου έριξε ένα σχετικά απαλό χαστούκι και εγώ τινάχτηκα ξαφνιασμένη.

- Σου έχουν πει ποτέ ότι η φατσούλα σου δείχνει τόσο αθώα που καταντάει πρόστυχη;…

συνέχισε χαμηλόφωνα, χαϊδεύοντας το μάγουλο μου στο ίδιο σημείο που μου έριξε το χαστούκι. Τον κοιτούσα σαν χαμένη. Πάλι είχα καταπιεί τη γλώσσα μου. Έτρεμα από καύλα και προσμονή. Τι μου έκανε αυτός ο άνθρωπος; Γιατί τον ήθελα τόσο πολύ; Κατέβασε το χέρι του και ξεκούμπωσε το σουτιέν μου με ευκολία. Το έβγαλε και άρχισε να χαράζει νοητούς κύκλους γύρω από τις σκληρές ορθωμένες ρώγες μου με τα δάχτυλα του. Η αναπνοή μου είχε βαρύνει πολύ, το στήθος μου ανεβοκατέβαινε σε κάθε ακανόνιστη ανάσα που έπαιρνα. Απολάμβανε τις αντιδράσεις μου και τη δύναμη που είχε πάνω μου. Δε μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από τα δικά του. Λες και τα είχε δεσμεύσει εκεί! Τα χέρια του κατέβηκαν στον κώλο μου και τον ζούληξε με δύναμη που με πόνεσε. Πόνεσε παράξενα. Και τότε θυμήθηκα τα σημάδια που μου είχε αφήσει ο Πάνος! Το δέρμα μου ήταν πολύ ευαίσθητο. Πρέπει να είχαν μείνει κάποιες μελανιές. Τι θα σκεφτεί αν τις δει; Αναστατώθηκα.

- Και το κωλαράκι σου. Το πιο πρόστυχο και προκλητικό κωλαράκι που έχω δει. Και που δυστυχώς είμαι αναγκασμένος να του δώσω ένα γερό μάθημα…

είπε με αυστηρό ύφος και τράβηξε το μπλε στρινγκάκι που φορούσα προς τα πάνω με δύναμη, έτσι που το μικροσκοπικό ύφασμα χώθηκε όλο μέσα στο μουνί μου και το ένιωθα να με κόβει. Και συνέχισε να το τραβάει πιο δυνατά. Άφηνε για λίγο και τραβούσε πάλι με περισσότερη δύναμη. Έσταζε το μουνάκι μου από την καύλα! Με δυο δάχτυλα ίσα που άγγιξε τα διαχωρισμένα από το στρινγκάκι μουνόχειλα μου και νόμιζα ότι θα χύσω την ίδια στιγμή. Τα έφερε στο στόμα μου όπως ήταν μουσκεμένα να τα καθαρίσω. Το έκανα και δεν ήθελα να πάρει τα δάχτυλα του από το στόμα μου. Τα έγλειφα με τόση απόλαυση. Τα πίπωνα κανονικά. Φαντασιωνόμουν ότι ήταν ο χοντρός πούτσος του στη θέση τους. Κι εκείνος με παρακολουθούσε κι έδειχνε να το απολαμβάνει το ίδιο. Έβγαλε τα δάχτυλα του από το στόμα μου και πέρασε τα χέρια μου μέσα από τα λάστιχα του στρινγκ μου δεξιά κι αριστερά μέχρι το εσωτερικό των αγκώνων μου και με έβαλε να το κρατήσω σε εκείνο το σημείο. Τεντωμένο για να τρίβεται πάνω στις ερεθισμένες τρυπούλες μου και να με τρελαίνει. Με γύρισε απότομα και με έβαλε να σκύψω πάνω στο γραφείο. Η τριβή του υφάσματος στο μουνί μου έγινε ακόμα πιο έντονη. Οι ρώγες μου τρίβονταν πάνω σε κάτι χαρτιά. Κόλλησε τη μούρη μου πάνω στο ξύλο και έφερε τον σκληρό πούτσο του μέσα απ’ τη φόρμα, ακριβώς πάνω στον κώλο μου για να τον αισθανθώ

- Φτάνουν όμως τα παιχνιδάκια. Θα σε μάθω να φέρεσαι κακομαθημένο πουτανάκι…

Είπε κι έριξε στον κώλο μου το πρώτο δυνατό χαστούκι. Και δεύτερο, και τρίτο. Δε μπόρεσα να συγκρατήσω τις κραυγές μου απ’ το τσούξιμο. Συνέχισε με άλλα τρία χτυπήματα και σε κάθε τράνταγμα του κορμιού μου το στρινγκάκι μου πιεζόταν με δύναμη πάνω στην κλειτορίδα μου και οι ρώγες μου είχαν ερεθιστεί έντονα από την τριβή στα χαρτιά.

- Αν και απ’ ό,τι βλέπω είσαι ανεπίδεκτη μαθήσεως. Παρά το ξύλο που έχεις ήδη φάει στο όμορφο βελούδινο κωλαράκι σου, συνεχίζεις και συμπεριφέρεσαι σαν κακομαθημένο κοντοπούτανο. Έχουμε δρόμο μπροστά μας.

Είχε δει τα σημάδια στον κώλο μου. Να πάρει… θα σκεφτόταν τα χειρότερα για μένα. Άντε να δικαιολογήσω τώρα αυτά τα χάλια. Τι να του έλεγα ότι εξαιτίας του τα έπαθα; Συνέχιζε να μου ρίχνει δυνατά χαστούκια το ένα μετά το άλλο. Πονούσα και η καύλα μου αυξανόταν όσο προχωρούσε. Αύξανε συνεχώς το ρυθμό και την ένταση των χτυπημάτων. Όταν ένιωσα ένα πολύ δυνατό χτύπημα προσπάθησα να προστατευτώ, έκανα να σηκωθώ και πριν προλάβω με έπιασε από τον αυχένα και με ακινητοποίησε πάνω στο γραφείο. Συνέχισε το επώδυνο σφυροκόπημα στα κωλομάγουλα μου και τα μάτια μου έτσουξαν απ’ τα δάκρυα.

- Γουστάρεις να προκαλείς τους άντρες πουτανάκι αλλά δε σκέφτεσαι τις συνέπειες. Μην κλαψουρίζεις τώρα.

Το δέρμα μου φλεγόταν όπου μου έριχνε τις ξυλιές κι εγώ σπαρταρούσα κάτω από τα χέρια του, όμως δεν έδειχνε κανένα οίκτο. Τα υγρά που έτρεχαν στα πόδια μου όμως πρόδιδαν την απίστευτη καύλα μου παρά τον πόνο και τον εξευτελισμό που μου προκαλούσε. Ήμουν στα όρια μου. Το στρινγκάκι χωμένο μέσα στα μουνόχειλα μου τεντωνόταν σε κάθε σπασμωδική μου κίνηση και άρχισα να χύνω σαν πουτάνα και να φωνάζω την ώρα που μου έδερνε το πονεμένο μου κωλαράκι. Με το που έχυσα, πριν προλάβω να πάρω ανάσα, ένιωσα να σκίζει απότομα το στρινγκ μου και το χοντρό πουτσοκέφαλο του να ανοίγει την ερεθισμένη τρυπούλα μου. Την επόμενη στιγμή βρισκόταν μέσα μου, ένιωθα ότι θα βγει απ’ το στόμα μου, με έσκιζε! Έβγαινε έξω ολόκληρος και ξανά μέσα με δύναμη. Ο ρυθμός του έγινε αργός και βασανιστικός. Σε κάθε ώθηση ένιωθα τα αρχίδια του να χαϊδεύουν την κλειτορίδα μου και ήθελα περισσότερα. Σηκώθηκα ελαφρώς και γύρισα το κεφάλι μου να τον κοιτάξω.

- Μόνο τόσο μπορείς; Με απογοητεύεις…

είπα με προκλητικό, υποτιμητικό ύφος κι απορώ που βρήκα το κουράγιο να το κάνω. Εξοργίστηκε! Πέτυχα το σκοπό μου. Πέρασε το χέρι του από κάτω μου και άρπαξε το λαιμό μου με δύναμη. Άρχισε να με καρφώνει πάνω στον πούτσο του με απίστευτη δύναμη, με άνοιγε στα δυο. Το μουνί μου ένιωθα ότι δε γινόταν να ανοίξει περισσότερο. Μου το είχε ξεχειλώσει. Τέτοιο ξέσκισμα δεν είχα φάει ποτέ ξανά στη ζωή μου! Συνέχιζε στον ίδιο ρυθμό για ώρα. Πως άντεχε; Εμένα οι αντοχές μου με εγκατέλειπαν. Έχυσα πάνω στο καυλί του δεν ξέρω πόσες φορές. Σε κάποια στιγμή ένιωσα από την ένταση του ότι ήταν έτοιμος να χύσει. Βγήκε από μέσα μου και τα άδειασε όλα πάνω στο δαρμένο μου κωλαράκι. Το ένιωθα να τσούζει απ’ τα καυτά υγρά που έτρεχαν τώρα προς τα κάτω στα μπούτια μου.

- Αυτό μπορώ.

Είπε με την ανάσα του βαριά και άφησε το λαιμό μου. Με έσφιγγε αλλά δεν το είχα καταλάβει μέχρι εκείνη την ώρα. Μόλις με άφησε σωριάστηκα πάνω στο γραφείο εξαντλημένη, μα τόσο ικανοποιημένη και γεμάτη. Δε μ' ένοιαζε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή. Μετά από τόσες μέρες που νόμιζα ότι όλα είχαν χαθεί και δεν θα τον έβλεπα ποτέ ξανά, ήταν εδώ, μαζί μου. Πηδούσε εμένα και καμία άλλη! Τον ήθελα με οποιοδήποτε κόστος! Το μουνάκι μου πλέον μόνο εκείνον ήθελε να το γαμάει. Κανέναν άλλον. Ήθελα να του ανήκω, να με χρησιμοποιεί όπως του γουστάρει ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Και ήταν πρωτόγνωρα συναισθήματα αυτά για μένα. Και αυτή ήταν η αρχή της πιο όμορφης περιπέτειας της ζωής μου. Μια περιπέτεια ανακάλυψης ενός άλλου κόσμου!




Copyright protected OW ref: 158344