Δυο μέρες... τρεις νύχτες

Δημοσιεύθηκε από BlackLipstick
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.38 (13 Votes)
Γεννήθηκε και μεγάλωσε σ' ένα μικρό χωριό της Θράκης. Στα παιδικά της χρόνια ήταν ασχημόπαπο. Ώσπου η ζωή αποφάσισε να την αποζημιώσει μεταμορφώνοντάς την σε μια ψηλή κι αγέρωχη γυναίκα με το κορμί μιας βάρβαρης βασίλισσας, το πρόσωπο μιας ινδιάνας πολεμίστριας και το ελεύθερο πνεύμα και των δύο.

Το πιο αγαπημένο της αντικείμενο σαν παιδί ήταν μια μικρή στρογγυλή εικονίτσα που απεικόνιζε τρεις πολύχρωμους παπαγάλους να κάθονται σ' ένα κλαδί. Κι όσο μεγάλωνε, η ψυχή της ντυνόταν με όλο και περισσότερα χρώματα προσπαθώντας να τους μοιάσει.

Ποτέ της δε ντύθηκε προκλητικά, προσπαθώντας ίσως υποσυνείδητα να κρύψει τις μεγαλειώδεις καμπύλες της. Αλλά το να προσπαθεί να κρύψει αυτά που η φύση της είχε χαρίσει τόσο απλόχερα, ήταν σαν να προσπαθούσε να κρύψει τον ήλιο.

Πέρασε σ' ένα ΤΕΙ σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας κι απ' τον πρώτο κιόλας χρόνο έπιασε δουλειά σα σερβιτόρα σ' ένα κεντρικό και πολύ δημοφιλές bar για να εξασφαλίσει σ' ένα βαθμό την οικονομική της ανεξαρτησία, γιατί το να βασίζει την επιβίωσή της αποκλειστικά σε άλλους την έπνιγε από μικρό παιδί. Εκεί τους γνώρισε...

Ο πρώτος ήταν ένας easy going αλήτης, που πριν από δύο χρόνια τα είχε φτιάξει με μια κοπέλα, τη Ματίνα, που είχε σπουδάσει κι αυτήν στην πόλη του και μετά το πέρας των σπουδών της την είχε ακολουθήσει στην δική της πόλη, τη Βέροια, αναζητώντας ίσως καινούριες συγκινήσεις.

Ο δεύτερος ήταν το κακέκτυπο όλων όσων ήταν ο πρώτος, γιατί αν και το έπαιζε ροκάς, εναλλακτικός κι επαναστάτης, το μοναδικό πράγμα που τού επέτρεπε να το κάνει ήταν τα λεφτά τού μπαμπά. Απ' τα οποία δεν είχε φυσικά καμία διάθεση να απομακρυνθεί κι έτσι έμεινε κολλημένος στα πάτρια εδάφη τα οποία ωστόσο διατυμπάνιζε συνεχώς ότι σιχαινόταν επειδή τού έπεφταν πολύ μικροαστικά. Αρνιόταν όμως πεισματικά να τα εγκαταλείψει αφού σ' αυτά τα πάτρια εδάφη βρισκόντουσαν και τα πάτρια κεφάλαια. Τον έλεγαν Διονύση.

Είχαν γνωριστεί πριν από μερικά χρόνια μέσω μιας ραδιοφωνικής εκπομπής κι έκτοτε έκαναν καλή παρέα, ορμώμενοι απ' το κοινό τους ενδιαφέρον που ήταν η μουσική. Την τελευταία διετία είχαν φτιάξει ένα hard rock συγκρότημα κι έτσι ο πρώτος είχε αρχίσει να επιστρέφει όλο και συχνότερα στη γενέθλια πόλη του για πρόβες και συναυλίες.

Ερωτεύτηκε μ' όλη την δύναμη της ψυχής της τον πρώτο. Μην μπορώντας όμως να τον έχει για τους προαναφερθέντες λόγους, τα έφτιαξε με το δεύτερο. Μόνο και μόνο για να μη χάσει τελείως την επαφή της με τον πρώτο και να μπορεί να τον βλέπει έστω και με την ιδιότητα της γκόμενας τού φίλου του.

Δεν ήταν ούτε κατ' ελάχιστον ερωτευμένη με το Διονύση. Αλλά ακόμη κι αν ήταν έστω και λίγο στην αρχή, ο όποιος έρωτας θα είχε ξεθυμάνει σχεδόν αμέσως, αφού αυτός τελικά αποδείχθηκε πως ήταν όλα όσα αυτήν απεχθανόταν. Δεσποτικός, εγωιστής, αρσενικό με την πολύ κακή έννοια και ανυπόφορα ζηλιάρης. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα την είχε πείσει ν' αφήσει το λιλιπούτειο διαμέρισμά της και να ζήσουν μαζί. Δέχτηκε μόνο και μόνο γιατί θεώρησε αυτήν την κατάσταση προσωρινή, ευελπιστώντας ότι κάποια στιγμή τα πράγματα θα έβρισκαν τον δρόμο τους και θα μπορούσε να ζήσει ελεύθερη κι ερωτευμένη με τον άλλο. Συνετέλεσε βέβαια και το γεγονός ότι τα οικονομικά της είχαν τα μαύρα τους τα χάλια, γεγονός που σε συνδυασμό με τα ισχνά οικονομικά της αγροτικής της οικογένειας, έκανε την προοπτική τού να αναλάβει κάποιος άλλος τα βασικά έξοδα αρκούντως δελεαστική για να δεχτεί να θυσιάσει για λίγο την ελευθερία της. Έτσι δέχτηκε να την σπιτώσει σε μία παλιά μονοκατοικία με αυλή, όπου φιλοξενούσαν συχνά-πυκνά τον άλλον, όποτε αυτός ερχόταν για τις ανάγκες τού συγκροτήματος.

Νύχτα πρώτη.

Για εκείνο το Σαββατοκύριακο είχαν κλείσει ένα ακουστικό live σ'ένα rock bar σε μια κωμόπολη τρία τέταρτα δρόμο έξω απ' την πόλη τους, κοντά στα Ελληνο-βουλγαρικά σύνορα. Είχε έρθει απ' τη Βέροια μαζί μ' ένα φίλο που είχε ένα internet cafe και ήταν γνωστός στους κύκλους του πάλαι ποτέ mIRC ως Locoman. Οπότε έτσι θα τον αποκαλούμε από εδώ και πέρα. Ο Locoman ήταν Αθηναίος, αλλά είχε ακολουθήσει κι αυτός στη Βέροια μια κοπέλα που είχε ερωτευτεί, κουρασμένος απ' τους καταιγιστικούς ρυθμούς ζωής της πρωτεύουσας.

Όσο οι δυο τους έπαιζαν στη μικρή αυτοσχέδια σκηνή, αυτήν καθόταν με τον Locoman σ' ένα τραπέζι. Αν και τον έβλεπε για πρώτη φορά, μετά από μισό μπουκάλι τεκίλα, και χωρίς ούτε η ίδια να καταλάβει το γιατί, τού εξομολογήθηκε τον έρωτά της για τον έναν απ' τους δύο άντρες που βρίσκονταν πάνω στην σκηνή. Ο Locoman, βέβαιος ότι εννοούσε το Διονύση, έμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν κατάλαβε ότι εννοούσε τον άλλον.

Το live τελείωσε και μετά από κάποια ποτά πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Ο Locoman, ως επίτιμος προσκεκλημένος, κάθισε μπροστά και οι δυο τους στριμώχτηκαν στα στενά πίσω καθίσματα της Celica. Για ένα διάστημα που της φάνηκε αιώνας στην ψυχή της μαινόταν η μάχη ανάμεσα στην έστω για τους τύπους ηθική και στη γλυκιά αμαρτία. Προτίμησε την αμαρτία.

Αυτός, προσποιούμενος το ζαλισμένο απ' το ποτό, έγειρε πάνω της, ακουμπώντας το κεφάλι του στους μηρούς της. Άρχισε να τού χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά. Το αυτοκίνητο διέσχιζε τους κατασκότεινους δρόμους και η μουσική συντρόφευε μυστηριακά τη νυχτερινή πορεία τεσσάρων ανθρώπων που είχαν μπλεχτεί στα δίχτυα της μοίρας. Οι επιβάτες των δυο μπροστινών καθισμάτων συζητούσαν για μουσική, με τον τρίτο να συμμετέχει κι αυτός κατά διαστήματα στην κουβέντα. Αυτήν δε έλεγε λέξη. Όταν οι πρώτες νότες τού "Sleeping in the fire" ακούστηκαν απ' τα ηχεία γύρισε το σώμα του έτσι ώστε το κεφάλι του ν' αντικρίζει την κοιλιά της. Αυτό το τραγούδι μιλούσε πάντα κατευθείαν στην ψυχή του κι εκείνη την στιγμή είχε έρθει το πλήρωμα τού χρόνου για να σπάσει η ψυχή του τα τελευταία δεσμά που την κρατούσαν αιχμάλωτη στο στρατόπεδο της καταπιεσμένης επιθυμίας και να ξεχυθεί ελεύθερη στην απέραντη γεωγραφία τού "θέλω" που βρισκόταν λίγα μόνο εκατοστά μακριά από το πρόσωπό του. Αναζητώντας άλλοθι γι' αυτό που επρόκειτο να συμβεί, ανακοίνωσε στους φίλους του ότι θα κοιμόταν μέχρι να φτάσουν και σήκωσε τα μάτια του στο πρόσωπό της.

Αυτήν κοιτούσε με απλανές βλέμμα κατευθείαν μπροστά, όμως το χέρι της συνέχιζε να χαϊδεύει τα μαλλιά του. Τα χέρια του τυλίχτηκαν αργά γύρω απ' τους γοφούς της, με τον ίδιο τρόπο που τα χέρια κάποιου τυλίγονται γύρω από ένα ζεστό μαξιλάρι στο τέλος μιας κουραστικής μέρας. Ξεκινώντας μία επικίνδυνη διαδρομή, τα δάχτυλά του άγγιξαν, στην αρχή διστακτικά, την κοιλιά της και στην συνέχεια προχώρησαν δειλά στις παρυφές τού στήθους της, πριν ανηφορίσουν αργά προς την κορυφή του. Αυτή δεν αντέδρασε καθόλου, λες κι αυτό που συνέβαινε ήταν κάτι απόλυτα φυσιολογικό κι όχι κάτι το οποίο θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες στη ζωή της. Τα δάχτυλά του συνέχισαν την ολοένα και πιο τολμηρή εξερεύνησή τους στα στήθη της, κι αυτός, συνεπαρμένος σαν παιδί που βλέπει για πρώτη φορά την θάλασσα, σήκωσε ελαφρά το φανελάκι της κι ακούμπησε τα χείλη του λίγο πιο χαμηλά απ' τον αφαλό της. Την ένιωσε ν' ανατριχιάζει και να τρέμει. Τα δάχτυλά της έσφιξαν τα μαλλιά του, σαν να προσπαθούσε να κρατηθεί από ένα μικρό κομμάτι λογικής πριν χαθεί για πάντα στα αγριεμένα κύματα τού πάθους. Αυτός, ανασηκώνοντας το κεφάλι του, άρχισε να ανεβάζει αργά το φανελάκι μαζί με το σουτιέν της, και μόλις το αριστερό της στήθος ξεχύθηκε ελεύθερο στο νυχτερινό αέρα, φυλάκισε την ρώγα της στο στόμα του. Αυτήν ατάραχη τού απομάκρυνε το κεφάλι και τον έσπρωξε ελαφρά από πάνω της, αφήνοντάς τον βέβαιο ότι το είχε παρατραβήξει. Ψαχούλεψε στην τσάντα της. Δεν έκανε καμία κίνηση να καλύψει το στήθος της, κάνοντας την εδώ και ώρα παράξενη κατάσταση ακόμη πιο παράξενη. Βγάζοντας ένα πακέτο χαρτομάντιλα, έβαλε με μια υπολογισμένη κίνηση μερικά μέσα στο παντελόνι της. Και τότε όλα ξεκαθάρισαν στο μυαλό του.

Κατάλαβε ότι απ' τη στιγμή που τα χείλη του άγγιξαν την ρώγα της, τα υγρά της δεν μπορούσαν πια να συγκρατηθούν και το ελαφρύ καλοκαιρινό ανοιχτογάλαζο παντελόνι που φορούσε, ίσως να γινόταν μάρτυρας της απιστίας της μέσω της σκοτεινής κηλίδας που θα σχηματιζόταν ανάμεσα στα πόδια της. Το ίδιο ατάραχη ξανάφερε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και τον τράβηξε και πάλι απαλά προς το μέρος της. Για όλο το υπόλοιπο της διαδρομής, τα χείλη του διέτρεχαν τα υψίπεδα του στήθους της κι εξερευνούσαν τη βαθιά χαράδρα ανάμεσά τους. Τα δάχτυλά της είχαν γραπωθεί από τα μαλλιά του και το κορμί της έτρεμε βουβά, παραδομένο στην γλυκιά ζάλη τού κινδύνου. Ένα βλέμμα του Διονύση προς τα πίσω ήταν αρκετό για να έρθει η καταστροφή. Ένα βλέμμα που δεν ήρθε ποτέ.

Αυτός παραδομένος στο μαγικό άρωμα τού κορμιού της αφουγκραζόταν την κάθε της ανάσα, σαν μωρό που όποτε κουρνιάζει στο στήθος της μητέρας του ακούει την καρδιά της να χτυπά και γαληνεύει. Λίγο πριν τα πρώτα σκληρά φώτα της πόλης διακόψουν το γλυκό σκοτάδι που τους τύλιγε, τραβήχτηκε από επάνω της και προσποιούμενος ότι μόλις είχε ξυπνήσει ρώτησε τους υπόλοιπους αν είχε χάσει τίποτα ενδιαφέρον. Η διαβεβαίωση τού Διονύση ότι τίποτα άξιο λόγου δεν είχε συμβεί τον έκανε να χαμογελάσει και να γυρίσει να την κοιτάξει. Εκείνη, έχοντας φυλακίσει και πάλι τα στήθη της, κοιτούσε έξω απ' το παράθυρο με το κεφάλι της στηριγμένο στο χέρι της. Μέχρι που έφτασαν έξω απ' το σπίτι δεν τού έριξε ούτε μία ματιά. Αυτός, αμήχανος από την ανεξήγητη και φαινομενικά ψυχρή στάση της, προφασίστηκε κάποια αόριστη οικογενειακή υποχρέωση και τούς ανακοίνωσε ότι θα κοιμόταν στο πατρικό του. Έδωσαν ραντεβού για το επόμενο πρωί και το σκοτάδι τούς τύλιξε γι' ακόμη μία φορά.

Ημέρα Πρώτη

Στάθηκε μπροστά στο κουδούνι σκεφτικός. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, μη γνωρίζοντας τι θα συναντήσει μπαίνοντας στο σπίτι τους. Καιγόταν όμως συγχρόνως κι από μια ασυγκράτητη επιθυμία να την ξαναδεί όσο πιο σύντομα γινόταν. Έτσι το πάτημα τού κουδουνιού ήταν μονόδρομος. Η πόρτα άνοιξε. Καθώς εξαιτίας ενός περίεργου μίγματος ενοχής και παραζάλης κρατούσε το κεφάλι του αρκετά πιο χαμηλά απ' ό,τι συνήθως, το πρώτο πράγμα που αντίκρισε μόλις άνοιξε η πόρτα, ήταν τα όμορφα δάχτυλα των ξυπόλητων ποδιών της που τα στόλιζε ένα ασημένιο δαχτυλίδι στο δεξί. Ανασήκωσε αργά το βλέμμα του διατρέχοντας τα γυμνά της πόδια, και προσπερνώντας βιαστικά πλημμυρισμένος από ενοχές τις καμπύλες της που τονίζονταν από το κοντό καλοκαιρινό μακό φορεματάκι που φορούσε, την κοίταξε στα μάτια. Δεν αντίκρισε καμία διαφορά. Η φωνή της φώναξε χαρούμενα "Καλώς τον!", με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το είχε κάνει τόσες και τόσες φορές πριν το προηγούμενο βράδυ.

Ο Locoman είχε φύγει νωρίτερα το ίδιο πρωί κι έτσι απαλλαγμένοι από την υποχρέωση της ξενάγησης αποφάσισαν να πιουν τον πρωινό καφέ χαλαρά στο σπίτι και στην συνέχεια να πάνε κάπου έξω για φαγητό. Κατέληξαν σε μια μικρή ταβέρνα μερικά χιλιόμετρα έξω απ' την πόλη. Όποτε χρησιμοποιούσαν το αυτοκίνητο τού Διονύση για να πάνε οπουδήποτε, αυτή καθόταν πάντοτε στο πίσω κάθισμα. Στο δρόμο του γυρισμού αυτός έφερε το δεξί του χέρι διακριτικά πίσω από το κάθισμά του κι άρχισε να παίζει με το σημείο τού κορμιού της που τον είχε υποδεχτεί το ίδιο πρωινό. Τα δάχτυλα των ποδιών της. Αν εξαιρέσει κανείς αυτήν τη λεπτομέρεια, όλα τα υπόλοιπα ήταν όπως πάντα.

Κάποια στιγμή πριν φτάσουν της έβγαλε το δαχτυλίδι και το έβαλε στην τσέπη του. Ανέβηκαν στο σπίτι. Αυτός κι ο Διονύσης κάθισαν στο δωμάτιο για να προβάρουν κάποια καινούρια τραγούδια, ενώ αυτήν κατέβηκε στην αυλή ξυπόλητη για να παίξει με τα νερά, πράγμα που ήταν και ο πραγματικός λόγος για τον οποίον διατηρούσε γλάστρες και φυτά. Μπορεί σαν άνθρωπος να ήταν γενικά πολύ κοντά στη φύση και μερικά μόνο κλικ μακριά απ' την πλήρη επιστροφή σ' αυτή, αλλά ειδικά το νερό ήταν το στοιχείο της. Ποτάμια, λίμνες, θάλασσες. Όλα.

Κάθε φορά που κατέβαινε να ποτίσει τα λουλούδια της γυρνούσε σχεδόν μούσκεμα απ' την κορυφή ως τα νύχια. Τα καλοκαίρια προτιμούσε να πλένεται με κρύο νερό με το λάστιχο στην αυλή φορώντας ένα μαγιό, παρά να κλείνεται στους τέσσερεις τοίχους τού μπάνιου. Θα προτιμούσε βέβαια χίλιες φορές να μην φοράει ούτε το μαγιό, αλλά ο εύκολος χαρακτηρισμός "πουτάνα" δεν εξετάζει σχεδόν ποτέ τα κίνητρα που οδηγούν μια θύελλα αρχέγονης θηλυκότητας στο να πλένεται γυμνή στην πίσω αυλή της.

Και κάπως έτσι κύλησε η ώρα μέχρι τον απογευματινό καφέ. Αυτή πήγε στην κουζίνα για να κάνει τον δικό της και τού Διονύση κι αυτός την ακολούθησε για να κάνει το δικό του μόνος του όπως το συνήθιζε. Στο διάδρομο έβγαλε το δαχτυλίδι της απ' την τσέπη του και το έβαλε στο στόμα του.

Τη βρήκε με την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα να ανακατεύει τον καφέ τού Διονύση στο μπρίκι. Την αγκάλιασε απ' τη μέση και την γύρισε προς το μέρος του. Δεν αντιστάθηκε ούτε για μια στιγμή. Όσο η κιθάρα τού Διονύση συνέχιζε ν' ακούγεται από το μέσα δωμάτιο, όλος ο χρόνος ήταν δικός τους.

Την ρώτησε αν ήθελε πίσω το δαχτυλίδι της. Το ήθελε. Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της στο πρώτο τους δειλό φιλί, λίγο πριν οι γλώσσες τους αρχίσουν να χορεύουν σα μεθυσμένοι άγγελοι. Τύλιξε τα χέρια της γύρω απ' το λαιμό του και τον παρέσυρε σ' ένα στρόβιλο ανείπωτης ευτυχίας. Εκείνη την στιγμή δεν ήταν τίποτε άλλο από δυο ερωτευμένους κομήτες που οι πορείες τους διασταυρώθηκαν μέσα στην απεραντοσύνη των αναρίθμητων "πρέπει" που έχτιζαν το σύμπαν τού καθωσπρεπισμού. Της πέρασε το δαχτυλίδι κι αποτραβήχτηκε. Αυτή απόμεινε με τα μάτια κλειστά κι ένα ζεστό χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό της. Όταν τον ρώτησε χαμηλόφωνα αν αυτό ήταν μια εξαιρετικά πρωτότυπη πρόταση γάμου, η καρδιά του κόντεψε να πεταχτεί έξω απ' το στήθος του. Η κιθάρα εξακολουθούσε να ντύνει με απαλές, θλιμμένες νότες το μικρό απογευματινό τους όνειρο. Πριν όμως προλάβει να της απαντήσει, ο θόρυβος τού καφέ που χυνόταν τους επανέφερε στην πραγματικότητα.

Έφυγε το ίδιο βράδυ. Απόμεινε όλη την νύχτα να κοιτάζει το ταβάνι, ενώ η Ματίνα κοιμόταν γαλήνια δίπλα του.

Νύχτα Δεύτερη

Απόψε έκανε το πρώτο του τατουάζ. Το "θύμα" ήταν ο Λάμπης, ένας κάπως αφελής παλιός τους γνώριμος από τις Σέρρες, ο οποίος δεν είχε και ιδιαίτερες καλλιτεχνικές ανησυχίες όταν άκουγε την μαγική λέξη "δωρεάν".

Στο studio ήταν όλοι παρόντες για συμπαράσταση. Τους είχε φέρει ο Διονύσης. Το Λάμπη για πειραματόζωο κι αυτή για να μείνει μερικά βράδια κοντά στον πατέρα της, ο οποίος χρειάστηκε να νοσηλευτεί για σχεδόν έναν μήνα στην Θεσσαλονίκη για κάποιο πρόβλημα υγείας κι έτσι βρέθηκε ξαφνικά κι αυτήν να χρειάζεται να μείνει στην πόλη για τουλάχιστον δύο εβδομάδες. Ευτυχώς υπήρχε το μικροσκοπικό διαμέρισμα της μικρής της αδερφής που είχε περάσει στη Θεσσαλονίκη την προηγούμενη χρονιά.

Το τατουάζ πέτυχε και το γεγονός γιορτάστηκε με κάμποσες μπύρες σ' ένα καφέ πίσω απ' την Ροτόντα. Η συζήτηση περιστράφηκε και πάλι γύρω απ' τη μουσική. Αυτήν κάθεται απέναντί του. Τα στήθη της τον κοιτούν με αυθάδεια. Μετά από μία ώρα γέλιων και πειραγμάτων, ο Διονύσης αποφασίζει ότι πρέπει σιγά-σιγά να φεύγουν. Σηκώνονται. Καθώς ο Λάμπης δε φημίζεται για την νοημοσύνη του τού λέει γι' ακόμη μία φορά τις οδηγίες για τη φροντίδα τού τατουάζ, τους χαιρετάει, ανεβαίνει στην μηχανή και φεύγει.

Μετά από δέκα λεπτά χαλαρής οδήγησης στους ζεστούς δρόμους της πόλης κάνει στροφή 180 μοιρών και τραβάει ξανά προς το κέντρο. Τηλεφωνεί από ένα καρτοτηλέφωνο στο Διονύση προφασιζόμενος ότι θέλει να τσεκάρει αν ο Λάμπης θυμάται τις οδηγίες. Αυτό που πραγματικά θέλει είναι να βεβαιωθεί ότι όντως έφυγαν κι ότι το πεδίο είναι ελεύθερο.

Σε μερικά λεπτά της χτυπάει το κουδούνι απροειδοποίητα. Ανοίγει και τον υποδέχεται με τα μάτια της να λάμπουν. Πετάει μια φτηνή δικαιολογία ότι δήθεν ήθελε μια μπύρα ακόμη γιατί θα ήταν κρίμα να τελειώσει η όμορφη καλοκαιρινή βραδιά τόσο νωρίς. Αυτή κάνει ότι τον πιστεύει. Στην ουσία ξέρουν και οι δυο πολύ καλά τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουν, αλλά παρ' όλα αυτά τον πιάνει αγκαζέ και βγαίνουν μαζί στην όμορφη νύχτα. Καταλήγουν σ' ένα rock bar στο κέντρο.

Το όνομα τού bar "Παπαγάλος"...

και τα χαρούμενα χρώματα που ζήλευε από παιδί, γίνονται χρώματα πολέμου και βάφουν την ψυχή της, δίνοντάς της το κουράγιο που της λείπει για τη μάχη της διεκδίκησης.

Κάποια στιγμή το "Sleeping in the fire" των W.A.S.P. ξεχύνεται από τα ηχεία ασυγκράτητο, όπως ο πόθος που σιγά-σιγά αρχίζει να κάνει την νύχτα να φλέγεται. Όπως τότε...

Σε κάποιο σημείο τού τραγουδιού ο τραγουδιστής επιδίδεται σε μια συναρπαστική φωνητική ακροβασία, σε νότες πολύ υψηλές για ανδρική φωνή. Αυτός τον ακολουθεί αβίαστα, κάνοντας τα κεφάλια των τριών παιδιών απ' το διπλανό τραπέζι να στραφούν προς το μέρος του. Όταν η φωνή του σβήνει αργά στο τέλος, τον χειροκροτούν αυθόρμητα. Το πρόσωπό της λάμπει και δείχνει τόσο μα τόσο χαρούμενη. Αυτός κάνει μια μικρή υπόκλιση προς την μεριά τού νεοϊδρυθέντος fan club του και στην συνέχεια παραγγέλνει στην σερβιτόρα πέντε σφηνάκια τεκίλα. Δίνει τα τρία στα παιδιά. Ύστερα στερεώνει το ποτήρι του ανάμεσα στα στήθη της και πιάνοντάς το με το στόμα το αδειάζει με μια κίνηση. Η φέτα με το λεμόνι τον περιμένει ήδη ανάμεσα στα χείλη της. Τα παιδιά απ' το διπλανό τραπέζι δεν πιστεύουν στα μάτια τους.

Φεύγουν λίγο πριν το ξημέρωμα. Το ζεστό αεράκι, οι καλοκαιρινές μυρωδιές της πόλης και ο νανουριστικός ήχος της μηχανής την κάνουν να αισθάνεται σα να βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ' όσα την κρατούν δέσμια σε πράγματα που κατά βάθος μισεί. Τον αγκαλιάζει σφιχτά κι ακουμπάει το κεφάλι της στον ώμο του.

Το αριστερό του χέρι αφήνει το τιμόνι και κατευθύνεται ανάμεσα στα πόδια της. Το βάζει με ευκολία μέσα στο φαρδύ παντελόνι της, παραμερίζει το εσώρουχό της, κι αφού περιπλανιέται για μερικά δευτερόλεπτα στο μαγεμένο βουνό της ήβης της, γλιστρά τα δάχτυλά του μέσα της. Αυτή, συγκλονισμένη απ' αυτόν τον σουρεαλιστικό αυνανισμό, που ούτε καν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσε να υπάρξει, αφήνεται εντελώς. Αρχίζει να λικνίζει αργά την λεκάνη της ψιθυρίζοντας στο αυτί του:

- Είσαι τρελλός...

Σε λιγότερο από ένα χιλιόμετρο τελειώνει όπως δεν είχε τελειώσει ποτέ στην ζωή της. Οι σπασμοί που την συνταράζουν κάνουν την μηχανή να ταλαντευτεί επικίνδυνα, αλλά οι θεοί είναι μαζί τους αυτήν την νύχτα. Τού λέει:

- Σταμάτα...

αλλά προφανώς δεν εννοεί την μελωδία που εκείνος παίζει στα πλήκτρα και τις χορδές τού κορμιού της. Σταματούν, και κατεβαίνοντας από την μηχανή τον αρπάζει απ' το χέρι και τον τραβάει σχεδόν τρέχοντας σ' ένα απ' τα πολλά μικρά παρκάκια που βρίσκονται διάσπαρτα εδώ κι εκεί δίπλα στη θάλασσα. Πέφτουν σφιχταγκαλιασμένοι στο γρασίδι και τα χείλη τους ενώνονται σ' ένα άγριο και παθιασμένο φιλί που κάνει τους νυχτερινούς ουρανούς τού μυαλού τους να φωτιστούν από χιλιάδες πυροτεχνήματα.

Βγάζει τη μπλούζα της και το σουτιέν της απελευθερώνοντας τα βαριά της στήθη στον νυχτερινό αέρα. Τού ξεκουμπώνει βιαστικά το πουκάμισο. Τον ξαπλώνει ανάσκελα και ξαπλώνει πάνω του πιέζοντας τα στήθη της στο στέρνο του. Κι αρχίζει να τον φιλάει και πάλι αργά και ατελείωτα. Δεν τη νοιάζει καθόλου που είναι γυμνόστηθη σε δημόσιο χώρο. Το μόνο που την νοιάζει είναι ότι νιώθει επιτέλους ελεύθερη.

Το χέρι της κατεβαίνει ανάμεσα στα πόδια του κι αρχίζει να τον τρίβει αργά και ηδονικά πάνω απ' το παντελόνι. Μόλις νιώθει τη στύση του που ασφυκτιά, αρχίζει να κατεβάζει αργά το κεφάλι της προς το μέρος της αποφασισμένη να τον πάρει στο στόμα της κι αδιαφορώντας ολότελα αν κάποιος θα τη δει. Έχει πια σχεδόν ξημερώσει. Αυτός τη σταματάει ευγενικά και την τραβάει προς το μέρος του. Της ψιθυρίζει στο αυτί:

- Όχι ακόμη...

και στη συνέχεια βυθίζει φευγαλέα την γλώσσα του μέσα του. Ο λιγωμένος αναστεναγμός που ξεφεύγει από τα χείλη της ακούγεται σαν προσευχή. Την πηγαίνει στο σπίτι της και ξεκινάει το ταξίδι της επιστροφής. Μέχρι να φτάσει δεν έχει περάσει ούτε μία στιγμή που ο τελευταίος της αναστεναγμός να μην ηχεί εκκωφαντικά μέσα στο μυαλό του.

Ημέρα Δεύτερη

- Θα έρθεις κι απόψε σε παρακαλώ;

Η φωνή της στο τηλέφωνο έχει έναν σχεδόν ικετευτικό τόνο. Νιώθοντας τον στιγμιαίο δισταγμό του, προφανώς επειδή θα πρέπει να βρει μια δικαιολογία για να λείψει και δεύτερο βράδυ σερί απ' τη "συζυγική" εστία, συμπληρώνει:

- Θα είμαι φρόνιμη, το υπόσχομαι. Αν θέλεις θα κοιμηθούμε σαν αδερφάκια. Μόνο να είμαστε μαζί.

- Θα έρθω αδερφούλα.

Κλείνει το τηλέφωνο και μαζί και τα μάτια της. Το χέρι της συνεχίζει να χαϊδεύει με αυξανόμενη ένταση το φύλο της, όπως έκανε και όση ώρα άκουγε την φωνή του στην άλλη άκρη της γραμμής.

Νύχτα Τρίτη

Μόλις έχει μπει στο σπίτι της. Μέχρι να αφήσει το σακίδιο του, αυτή φέρνει δυο μπύρες. Η μικρή της αδερφή, επηρεασμένη προφανώς απ' το ελεύθερο πνεύμα της μεγάλης, δεν έχει καμία σχέση με την πλειοψηφία των συμφοιτητριών της και τα όνειρά τους περί υπολογισμένης αποκατάστασης. Έτσι το "κρεβάτι" της δεν είναι παρά ένα στρώμα πεταμένο στο πάτωμα. Σβήνουν το φως και κάθονται πάνω του μιλώντας χαμηλόφωνα μέσα στο μισοσκόταδο. Η βραχνή φωνή της κάνει το μυαλό του να ταξιδεύει.

Στο σακίδιο του υπάρχει ένα μικρό μπουκαλάκι λάδι για μασάζ, αρωματισμένο με το εξωτικό άρωμα τού ylang-ylang. Της προτείνει να το χρησιμοποιήσει πάνω της για να τη χαλαρώσει απ' την ένταση της ημέρας και κυρίως για να διώξει από πάνω της την καταθλιπτική μυρωδιά τού νοσοκομείου που πολλές φορές δεν φεύγει μ' ένα απλό ντους. Δέχεται αμέσως. Βγάζει την μπλούζα της και μένοντας με το σουτιέν, απλώνει το κορμί της στο στρώμα στο πάτωμα, φέρνοντας τα χέρια της μπροστά απ' το κεφάλι της. Αυτός ζεσταίνει για λίγο το λάδι ανάμεσα στα χέρια του και ξεκινάει την επίπονη αλλά τόσο θελκτική εξερεύνηση της σάρκας της. Το φως τού δρόμου που μπαίνει απ' την ανοιχτή μπαλκονόπορτα γεμίζει το μικρό δωμάτιο μ' ένα σχεδόν μυστηριακό ημίφως. Μικρά βογγητά ευχαρίστησης ξεφεύγουν απ' τα χείλη της και πεταρίζουν σα μεθυσμένα πουλιά στον αρωματισμένο αέρα.

Σε κάποια στιγμή της λέει ότι το σουτιέν της είναι το μοναδικό εμπόδιο που στέκεται ανάμεσα σ' αυτήν και σ' ένα πραγματικά απολαυστικό μασάζ. Τού ζητάει να της το βγάλει ο ίδιος. Αυτός νιώθει πως το γεγονός ότι δεν το βγάζει μόνη της ίσως και να σημαίνει ότι αφήνει πάνω του την απόφαση της οριστικής υπέρβασης, της οριστικής εμπλοκής τους στο δρόμο χωρίς γυρισμό. Ίσως γιατί απόψε είναι οι δυο τους μόνοι τους σ' ένα δωμάτιο, χωρίς να υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να φρενάρει την πορεία τους προς την άβυσσο. Της ξεκουμπώνει με ευκολία το σουτιέν με μια μόνο κίνηση και χρησιμοποιώντας το ένα του χέρι. Ένα σιγανό "Ουάου!" ξεφεύγει απ' τα χείλη της.

Τα χέρια του αρχίζουν αργά να πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο τα στήθη της, ανιχνεύοντας με τ' ακροδάχτυλά του την περιφέρειά τους που ξεχειλίζει έτσι όπως συνθλίβονται στο στρώμα. Ώσπου κάποια στιγμή τα γλιστρά από κάτω της και γεμίζει μ' αυτά τις παλάμες του. Η ένταση στην ατμόσφαιρα ανεβαίνει ακόμη περισσότερο και φλερτάροντας πια με την έκρηξη ασφυκτιά να εκτονωθεί. Αυτήν ανασηκώνει το πάνω μέρος τού κορμιού της και στηρίζεται στους αγκώνες της αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο. Αρχίζει να της τα μαλάζει με αργές κινήσεις, παίζοντας τις ρώγες της ανάμεσα στα δάχτυλά του. Αυτή, χαμένη πλέον σ' ένα προσωπικό σύμπαν αφάνταστης ηδονής κι επιθυμίας, καταφέρνει απλώς να ψελλίσει μετά από ώρα:

- Κάνε με ό,τι θες!

Της κατεβάζει αργά το παντελόνι μαζί με το εσώρουχο. Οι γεροδεμένοι γλουτοί της μοιάζουν με δύο λόφους κάτω απ' το σεληνόφως που περιμένουν με ανυπομονησία να οργωθούν. Είναι πια εντελώς γυμνή κι εντελώς παραδομένη. Ρίχνει το σώμα του πάνω στο δικό της και μπαίνει μέσα της με το ίδιο δέος που θα έμπαινε ένας πιστός προσκυνητής σ' ένα χιλιόχρονο ναό. Το σχεδόν απόκοσμο βογγητό της αγγίζει ακόμη και τις πιο μυστικές χορδές της ψυχής του και τού δίνει το σύνθημα για να γίνει ο ενορχηστρωτής της πιο ερωτικής συμφωνίας που γράφτηκε ποτέ.

Ο τρόπος με τον οποίον τρεμουλιάζουν οι γλουτοί της σε κάθε διείσδυση τον κάνει να χάσει το μυαλό του. Κι όλα εκείνα που κάποτε φάνταζαν σαν ένα απραγματοποίητο πυρετικό όνειρο, άξαφνα δε μοιάζουν πλέον αρκετά.

Φέρνει τα δάχτυλά του στα χείλη της. Εκείνη, ανοίγοντάς τα πρόθυμα, τα παίρνει μέσα στο στόμα της, γλείφοντας τα με πάθος, σαν παιδάκι που βρήκε αφύλαχτο το βάζο με το γλυκό. Τραβάει αργά τα δάχτυλά του και τα φέρνει στο σκοτεινό της λουλούδι που συσπάται μερικά εκατοστά πιο πάνω απ' το διάπλατα ανοιγμένο φύλο της. Νιώθοντας ένα από αυτά να παραβιάζει την πύλη τού τελευταίου της προμαχώνα καταλαβαίνει.

Έχει έρθει η ώρα της απόλυτης παράδοσης και όλη η γυναικεία της υπόσταση τρέχει να την υποδεχτεί. Δεν είναι πρωτάρα σ' αυτό το είδος της επαφής, αλλά αποτελούσε πάντοτε περισσότερο μια μάλλον αδιάφορη, αν όχι και δυσάρεστη, πτυχή της ρουτίνας της ερωτικής της ζωής. Αυτή την φορά όμως το θέλει και το εύχεται. Θέλει ολόψυχα να κατακτηθεί ολοκληρωτικά και τελεσίδικα απ' το μοναδικό άντρα που θεωρεί ότι έχει αυτό το δικαίωμα πάνω της κι εύχεται να τη μεταχειριστεί με τρόπο που να δείχνει ξεκάθαρα ότι τη θεωρεί κτήμα του και τρόπαιό του.

Κάπου βαθιά μέσα της ξέρει ότι αυτό που συμβαίνει είναι απόλυτα λάθος κι ότι αν ποτέ μαθευτεί, η λέξη "πόρνη" θα είναι ο ηπιότερος χαρακτηρισμός που θ' ακούσει απ' την κατά τ' άλλα "άψογη" κοινωνία μέσα στην οποία φυτοζωεί. Όμως αυτή τη στιγμή είναι απολύτως αποφασισμένη να υποδυθεί αυτή την λέξη με κάθε κύτταρο τού κορμιού της.

Αυτός τραβιέται αργά από μέσα της κι ακουμπάει το σκήπτρο της εξουσίας του στην πύλη τού τελευταίου της οχυρού. Κρατάει την ανάσα της. Νιώθει το δισταγμό του. Μη μπορώντας να περιμένει την ολοκληρωτική της κατάκτηση ούτε για μια στιγμή παραπάνω τού λέει:

- Σού είπα, κάνε με ό,τι θες!

Για μερικά δευτερόλεπτα αισθάνεται την έντονη πίεση που προηγείται πριν την τελική συντριβή της κάθε της αντίστασης. Και μετά η άμυνά της αρχίζει να παραβιάζεται αργά και βασανιστικά, κάνοντάς τη να σφίξει τα δόντια με το κορμί της να τρέμει. Ένα αργόσυρτο βογγητό ξεφεύγει απ' τα χείλη της. Πονάει. Αλλά δεν τη νοιάζει. Αυτός απολαμβάνοντας κάθε στιγμή τού θριάμβου του, βυθίζεται όλο και πιο βαθιά και απαιτητικά μέσα της, κατακτώντας πόντο-πόντο την τελευταία ανεξερεύνητη πτυχή τού κορμιού της. Τραβιέται αργά προς τα έξω και λίγα μόνο χιλιοστά πριν βγει εντελώς από μέσα της, ξαναβυθίζεται ολόκληρος με μια αργή αλλά αποφασιστική κίνηση. Νιώθει την καυτή σάρκα της να τον βυζαίνει και να τον υποδέχεται σαν απελευθερωτή. Σε κάθε του διείσδυση, αυτή ψιθυρίζει σαν προσευχή… "Μωρό μου... Μωρό μου...". Νιώθει το σώμα της να φλέγεται. Νιώθει την ψυχή της να φτερουγίζει. Δεν την γαμάει, της κάνει έρωτα. Αργά. Αισθησιακά. Ολοκληρωτικά. Ανάμεσα στα βογκητά και στις κραυγές της τού λέει:

- Ποτέ δεν πίστευα ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα μ' έκανες το πουτανάκι σου.

Δε μπορεί να συγκρατήσει άλλο την κορύφωση, όσο κι αν θα επιθυμούσε να τον βρει το ξημέρωμα σοδομίζοντας το συγκεκριμένο "πουτανάκι". Κάθε ριπή σπέρματος που κατατίθεται σαν ιερή προσφορά στα βάθη τού πιο μυστικού βωμού της την κάνει να βγάζει μια πνιχτή κραυγή. Σαν ιέρεια ενός αρχαίου κόσμου που έρχεται σε οργασμό αυνανιζόμενη μπροστά στο είδωλο τού θεού της. Μόνο που αυτό δεν είναι ακριβώς σχήμα λόγου, καθώς μόλις καταλαγιάζει ο δικός του οργασμός, αρχίζει ο δικός της.

Αρπάζει με τα χέρια της τα στήθη της κι αρχίζει να τα μαλάζει με δύναμη. Σπρώχνει τους γλουτούς της επάνω στην λεκάνη του και προσπαθεί να τον πάρει μέσα της όσο πιο βαθιά μπορεί. Μόλις νιώθει ότι δεν υπάρχει πλέον ούτε χιλιοστό διαθέσιμο, αφήνεται στα κύματα της ηδονής που την σκεπάζουν στην στιγμή. Το κορμί της συνταράζεται από τους σπασμούς και οι φωνές της φτάνουν στ' αστέρια. Αυτός, βλέποντας μπροστά του την απόλυτη υλοποίηση της γυναικείας φύσης, νιώθει εντελώς ανίκανος να διαχειριστεί ακόμη και το πιο μικρό κομμάτι τού απροκάλυπτου μεγαλείου της.

Μετά από λίγη ώρα τέλειας σιωπής μπαίνουν μαζί κάτω απ' το ντους. Αγκαλιασμένοι αρχίζουν να σαπουνίζουν με ευλάβεια αυτός αυτή κι αυτή αυτόν. Καθώς όμως το χλιαρό νερό μοιάζει να ξεπλένει από τα κορμιά τους όλη την "ανομία" που προηγήθηκε, τού λέει:

- Θαρρώ πως το χθεσινό τελείωσε, δεν τελείωσε;

Μη περιμένοντας απάντηση, χαμηλώνει το κορμί της μπροστά του. Τυλίγει τα βαριά στήθη της γύρω απ' το εργαλείο που παραβίασε όλες τις πύλες της και με τη βοήθεια τού σαπουνιού αρχίζει να τού προσφέρει μια απολαυστική παλινδρομική διαδρομή ανάμεσα τους. Αυτός, έχοντας κλείσει τα μάτια, ακουμπάει την πλάτη του στα δροσερά πλακάκια και μένει να ταξιδεύει απολαμβάνοντας στο έπακρο την ηδονική απαλότητά τους. Τον επαναφέρει η φωνή της που λέει απαλά:

- Κοίτα με!

Μόλις στρέφει το βλέμμα του προς τα κάτω, αυτήν ορίζει ως τελευταία στάση της διαδρομής το ζεστό της στόμα. Βλέποντας το όργανό του περικυκλωμένο από όλες τις μεριές απ' το ανείπωτα θελκτικό οπλοστάσιό της, ξεκινάει μια απελπισμένη αντεπίθεση πιάνοντάς της το κεφάλι και σπρώχνοντας το επάνω του. Αυτή το δέχεται και τον κρατάει φυλακισμένο για ώρα μέσα στο στόμα της, διαγράφοντας κύκλους με την γλώσσα της πάνω του και δίχως να σταματήσει να ανεβοκατεβάζει και να τρίβει τα στήθη της ολόγυρά του. Μέχρι που η αντεπίθεσή του καταλήγει στο φιάσκο μιας άνευ όρων παράδοσης. Τη στιγμή που καταφέρνει να αρθρώσει:

- Τελειώνω...

τον βγάζει από μέσα της, και αντικαθιστώντας τα στήθη και το στόμα της με το χέρι της αρχίζει μια άλλου είδους παλινδρομική κίνηση. Το σπέρμα του τινάζεται με ορμή στο πρόσωπό της κι αυτή το δέχεται με άπειρη λαχτάρα και ικανοποίηση, όπως το διψασμένο χώμα τη βροχή.

Βγαίνουν απ' το μπάνιο και κάθονται γυμνοί, σιωπηλοί κι αγκαλιασμένοι στο ταπεινό στρώμα που μοσχοβολάει ιδρώτα που έχει αναμιχθεί με το εξωτικό άρωμα τού ylang-ylang το οποίο αποτέλεσε το πρελούδιο στην νυχτερινή τους όπερα.

Μετά από λίγο αυτή ξαπλώνει νωχελικά ανάσκελα και ανοίγει αργά τα πόδια της. Μόλις νιώθει την ανάσα του να καίει το φύλο της χάνει το μυαλό της. Μόλις η γλώσσα του αγγίζει την κλειτορίδα της χάνει τον κόσμο!




Copyright protected OW ref: 156969