Ιστορίες της Άννας: Σχέση και αλλαξοκωλιές

Δημοσιεύθηκε από thanos72
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 1.25 (2 Votes)
Ο χειμώνας ήλθε και μαζί του ήλθε και η πολλή δουλεία για την Άννα στην Τράπεζα. Νέα στο υποκατάστημα περνούσε δύσκολη προσαρμογή. Οι απίστευτες εμπειρίες που έζησε τους προηγούμενους μήνες, ξεκούραζαν το μυαλό της τα βράδια πριν κοιμηθεί. Αισθανόταν τόσο γεμάτη αλλά και κουρασμένη από την εργασία της, που ακόμη και τα Σάββατα, έβγαινε για κανένα ποτό, στο χαλαρό, χωρίς να ψάχνει για κάτι ιδιαίτερο. Τις καθημερινές, όαση στην ρουτίνα της δουλειάς ο καλός της συνάδελφος, ο Ιάκωβος. Συνομήλικος της, μετρίου αναστήματος, ξανθός με γαλανά μάτια, γυμνασμένο σώμα και πάντα καλοντυμένος. Εστίασε κατ' ευθείαν πάνω του μόλις παρουσιάστηκε, στο συγκεκριμένο υποκατάστημα. Αυτός ήταν εκεί σχεδόν τρία χρόνια. Μπορεί η εξωτερική του εμφάνιση να ήταν αυτή που την έκανε να ενδιαφερθεί για αυτόν, αλλά όσο τον γνώριζε, άλλωστε ήταν και στο ίδιο τμήμα της τράπεζας, τόσο έδενε μαζί του.

Ο χαρακτήρας του, το χιούμορ του, η βοήθεια του στην προσαρμογή της και εντέλει η επικοινωνία που αναπτύχθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, ήταν μερικά από αυτά που την έκαναν να αρχίσει να τον βλέπει αλλιώς. Με τον καιρό θέλησε να περάσει από τη φιλία στο κάτι παραπάνω. Έγινε πιο διαχυτική, πιο χαλαρή μαζί του, αλλά αυτός, μόλις τα πράγματα πήγαιναν προς άλλη κατεύθυνση, τα επανέφερε στον σωστό, γι αυτόν, δρόμο. Δν μπορούσε να καταλάβει την συμπεριφορά του. Η Άννα να παίζει πολλές φορές φουλ επιθετικό παιχνίδι, χρησιμοποιώντας όλα τα όπλα της, όπως να του φανερώνει δήθεν τυχαία, όταν έσκυβε, τα σέξι εσώρουχα της, τα βυζάκια της με τις καυλωμένες ρώγες, τα σφριγηλά μπουτάκια της. Στα φιλιά αποχαιρετισμού να κοντεύει να χώσει τη γλώσσα της στο στόμα του. Στις δυο τρεις φορές που βγήκαν για καφέ και μόνο, μόνο που δεν έβγαλε φωτεινή επιγραφή στο μέτωπο της, που να γράφει, θέλω να με πηδήξεις. Αυτός να δείχνει μέχρι παρεξηγήσεως ότι του αρέσει, αλλά την κρίσιμη στιγμή να κάνει πίσω.

Αυτό την τρέλανε πιο πολύ. Με τα πολλά απέδωσε το φέρσιμο του, σε πρόσφατο χωρισμό, όπως της είπε, ο οποίος του άφησε ανοικτή ακόμα πληγή. Ήθελε μια δικαιολογία για την ήττα της. Εκεί που δεν είχε κανένα απωθημένο στη ζωή της, της δημιούργησε τώρα ο καλός συνάδελφος. Αυτό που την νευρίασε ακόμη παραπάνω, ήταν το γεγονός ότι όλοι στην τράπεζα τους θεωρούσαν ζευγάρι. ΟΙ γυναίκες συνάδελφοι, να ζηλεύουν και να είναι εξοργισμένες με τη νέα που ήλθε και τους άρπαξε το παλικάρι, ενώ οι άνδρες διαπίστωναν με λύπη πως όλες οι γυναίκες είναι κολλημένες με τον Εβραίο, το παρατσούκλι του Ιάκωβου, λόγω του ονόματος και της θέσεως του, στα δάνεια, στην τράπεζα. Βέβαια υπήρχαν και μερικοί, λίγοι, που αμφισβητούσαν τον ανδρισμό του, έλεγαν ότι είναι γκέι, αλλά δεν τους έδινε σημασία και απέδιδε τα κακεντρεχή τους σχόλια στη ζήλια τους.

Οι καύλες άρχισαν να γίνονται αβάσταχτες. Ετοιμαζόταν να κάνει κρούση στο Μήτσο, τον θυμάστε από την πρώτη ιστορία. Είχε κρατήσει επαφή, και τον είχε καβάτζα για μια δύσκολη στιγμή. Πάντα πρόθυμος και εύκαιρος για μια ξεπέτα. Και εκεί, Πέμπτη βραδάκι, έπεσε το τηλεφώνημα.

-    Γεια σου Άννα, είμαι ο Αποστόλης Γ. O συνάδελφος σου.

-    Συνάδελφος πού;… με αυστηρή φωνή.

-    Στο υποκατάστημα που δουλεύεις. Έχω έλθει την τελευταία εβδομάδα για τεχνική υποστήριξη.

-    Συγνώμη… δε σε πρόσεξα, συνεχίζει με το ίδιο κρύο ύφος.

-    Εγώ από την πρώτη στιγμή που σε είδα δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου.

-    Γιατί;

-    Γιατί είσαι ότι ωραιότερο έχω δει το τελευταίο καιρό.

-    Ε και;… το ίδιο παγωμένα.

-    Θέλω να σε γνωρίσω. Δε γίνεται να μη μου δώσεις μια ευκαιρία.

-    Μου ζητάς ραντεβού γνωριμίας;… με ειρωνεία αυτή τη φορά.

-    Απεγνωσμένα!

Η φωνή του δείχνει ότι εννοεί αυτά που λέει.

-    Μα δεν ξέρω ούτε καν πως είσαι… προσπαθώντας να τον αποφύγει.

-    Το μόνο εύκολο. Αύριο στη τράπεζα θα έλθω να σου συστηθώ, ώστε να με δεις και από κοντά.

-    Εντάξει τότε… με επιτέλους μαλακωμένη φωνή.

-    Θέλω όμως το να σκεφτείς να μου δώσεις μια ευκαιρία, να σου παρουσιάσω τον εαυτό μου και τα αισθήματα μου.

-    Τόσο πολύ σου έκανα εντύπωση;

-    Όσο δε φαντάζεσαι. Πρώτη φορά σε είδα που πήγαινες στο διευθυντή και τρελάθηκα. "Τι γυναικάρα είναι αυτή" σκέφτηκα.

-    Τα παραλές νομίζω.

-    Καθόλου δεν υπερβάλλω και το ξέρεις.

-    Έλα τώρα…

σκεπτόμενη μάλλον έχει καιρό να γαμήσει ο τύπος. Το πεσμένο της ηθικό, το ανέβασε ο συνομιλητής της, εκθειάζοντας, όλα τα όμορφα χαρακτηριστικά της, τουλάχιστον όπως τα έβλεπε αυτός. Ένας άνδρας λίγο πριν δαγκώσει γερά τη λαμαρίνα. Κι όσο έβλεπε ότι η Άννα κολακευόταν και δεν του το έκλεινε το τηλέφωνο, συνέχιζε με περισσότερο θάρρος και δύναμη την πολιορκία του. Με ορατή πλέον την ελπίδα, για ευτυχή έκβαση του επιχειρήματός του, έφτασε στον επίλογο της καληνύχτας.

-    Από τότε που σ' αντίκρισαν τα μάτια μου, είσαι στο μυαλό και την καρδιά μου και θα περιμένω με ανυπομονησία την αυριανή μέρα που θα σου μιλήσω από κοντά και ελπίζω να βρεθούμε και εκτός δουλειάς.

-    Θα δούμε…

με χαμόγελο που περνά και στην άλλη άκρη της γραμμής.

-    Εις αύριον τα σπουδαία!

-    Ναι… καληνύχτα.

-    Καληνύχτα και να δεις τα πιο γλυκά όνειρα.

Έκλεισε το τηλέφωνο και έπεσε στο κρεβάτι ανάσκελα μεσ' τη τρελή χαρά. Η επιβεβαίωση ότι μετρούσε ακόμα, την ανέβασε πολύ. Και μετρούσε όχι στους άνδρες σε κάποιο μπαρ, ένα Σαββάτο βράδυ, αλλά πρωί στη δουλειά και στους συναδέλφους της. Είχε και τη μέχρι τώρα ήττα της, από τον Ιάκωβο, που κακά τα ψέματα, της είχε ρίξει λίγο τη ψυχολογία. Προσπάθησε να θυμηθεί , μήπως και τον είχε απαντήσει κάπου στη τράπεζα, αλλά δεν έβγαλε άκρη. Επέλεξε τι θα φορούσε την άλλη μέρα, οπωσδήποτε, όσο επιτρεπόταν από το περιβάλλον εργασίας σέξι εμφάνιση και έπεσε να κοιμηθεί. Σίγουρα είδε πολύ καυλωτικά όνειρα, όπως μαρτυρούσε το μουσκεμένο μουνάκι της. Ξύπνησε ευδιάθετη, μπανιαρίστηκε όπως κάθε πρωί, ντύθηκε, στολίστηκε, πρωινό στα γρήγορα κι έφυγε βιαστικά για τη δουλειά. Ο συνάδελφος , απωθημένο, ήταν ο πρώτος, διπλανό γραφείο άλλωστε, που παρατήρησε τη λάμψη θηλυκότητας που εξέπεμπε.

-    Στις ομορφιές σήμερα, τι έγινε και λάμπεις έτσι πρωί-πρωί;…

την καλημερίζει γεμάτος θαυμασμό και με κάποια έκπληξη.

-    Τίποτε το ιδιαίτερο, απλώς προετοιμάζομαι για το σαββατοκύριακο…

του απαντά σχεδόν κοφτά. Κάθισε στη θέση της, άρχισε να ψιλοδουλεύει και περίμενε να εμφανισθεί επιτέλους ο Αποστόλης. Μια αγωνία κοριτσόπουλου στο πρώτο του ραντεβού ένιωθε να την κυριεύει. Προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Δεν ήθελε με τίποτε να φανεί η αμηχανία της και της παντελώς αδιανόητο να μην έχει τον έλεγχο της κατάστασης που πήγαινε να δημιουργηθεί. Σε λίγο η αγωνία της έλαβε τέλος. Μπροστά της στάθηκε ένας άνδρας, μετρίου αναστήματος, με το συνηθισμένο μαλθακό κορμί υπαλλήλου, μελαχρινός κουρεμένος σε κλασική γραμμή, φρεσκοξυρισμένος και με αμφίεση που παρέπεμπε περισσότερο σε επαρχιώτη δάσκαλο παρά σε στέλεχος τράπεζας. Τα πράσινα του μάτια όμως, την κάρφωσαν σπινθηροβόλα και δεν την άφηναν να καταλάβει, αν την κοίταζαν με λαγνεία, γεμάτα πόθο γι' αυτή, ή με την κουτοπονηριά ενός καμακιού που θέλει να ρίξει άλλη μια γκόμενα στο κρεβάτι του.

-    Καλημέρα… είμαι ο Αποστόλης…

τη χαιρετά με ένα χαμόγελο γεμάτο αυτοπεποίθηση.

-    Καλημέρα, φυσικά εσύ ξέρεις ποια είμαι, του ανταποδίδει το χαιρετισμό…

προσπαθώντας να βγάλει ένα παγωμένο ύφος, να διατηρήσει μια απόσταση ασφαλείας, από τον πολιορκητικό κριό που είχε μπροστά της.

-    Ναι, και χαίρομαι που είμαι τόσο κοντά σε μια θεά…

απλώνοντας το χέρι του για την καθιερωμένη χειραψία.

-    Υπερβάλεις πάλι…

νοιώθοντας ότι η τυπική χειραψία εξελίχθηκε σε τρυφερό χάιδεμα της παλάμης της.

-    Τι λες, τώρα που με είδες;… θα μου δώσεις την ευκαιρία που σου ζήτησα;…

εγκλωβίζοντας το βλέμμα της με τα διαπεραστικά του μάτια. Παρ' όλο που δεν της έκανε καμιά ιδιαίτερη εντύπωση, έτσι που την κοίταξε, έτσι που της μίλαγε, της τίναξε όλο το σχεδιασμό της στον αέρα. Ένοιωσε ότι δεν είχε τα περιθώρια να του αρνηθεί. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και είδε το πρόσωπο του να γεμίζει χαρά και ικανοποίηση. Κλείνουν ραντεβού το βράδυ για ποτό Άρχισε να ετοιμάζεται νωρίς το απόγευμα, γιατί ήταν σε μεγάλο δίλημμα. Να ντυθεί όσο πιο σέξι γίνονταν και να τον τρελάνει το βλάχο ή σαν μια κυρία σε σοβαρή συνάντηση γνωριμίας. Ήταν άλλωστε και το σημείο που θα βρισκόταν, στο Σύνταγμα, που την μπέρδευε για το που θα κατέληγαν. Κατέληξε σε κάτι μικτό. Κοντή φουστίτσα κάτω, πουκάμισο, που το στήθος της χωρίς να φαίνεται προκλητικό, υποσχόταν πολλά . Ένα ροζ ζακετάκι συμπλήρωνε το σύνολο. Ξεκίνησε να τον βρει, έχοντας πάντα την αμφιβολία αν έκανε καλά που δέχθηκε. Την περίμενε κρατώντας ένα τριαντάφυλλο στο χέρι του και το οποίο της το πρόσφερε μόλις χαιρετήθηκαν δια χειραψίας. Της πρότεινε και πήγαν, μέσω της Πλάκας, στον Διόνυσο, στο κυριλέ μαγαζί στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, πίσω από την ακρόπολη. Μετά από πάρα πολύ καιρό, πήγαινε βραδινή έξοδο για ποτό, σε κάποιο άλλο μαγαζί εκτός του γνωστού κλαμπ των βορείων προαστίων. Βέβαια η συγκεκριμένη επιλογή της φάνηκε λίγο συντηρητική και επαρχιώτικη. Θεώρησε ότι ο συνδαιτυμόνας της θέλει να δείξει από την πρώτη στιγμή ότι βλέπει σοβαρά την όλη φάση. Αυτή η σκέψη, έδιωξε προς το παρόν τις αμφιβολίες της, χαλάρωσε και απόλαυσε το ποτό της με θέα την φωτισμένη ακρόπολη. Άρχισαν να μιλάνε για τις ζωές τους, με το Αποστόλη να την τρώει με τα μάτια του, ορισμένες φορές μάλλον και την έγδυνε. Δε μπορούσε να καταλάβει αν η προσοχή που έδειχνε σε κάθε τι που του έλεγε, ήταν από πραγματικό ενδιαφέρον, ή απλώς μια τακτική αναμονής για να τη ρίξει στο κρεβάτι. Τελικά έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο τύπος πραγματικά είχε πάθει την πλάκα του μαζί της και αποφάσισε, με ανεβασμένη αυτοπεποίθηση να τον παίξει λίγο.

Κύλησε έτσι η βραδιά, σε χαλαρό και ευχάριστο κλίμα και χωρίς να το καταλάβει η Άννα, ενέδωσε στην πρόταση του για ημερήσια εκδρομή στο Μαραθώνα. Την έβαλε σε ένα ταξί, την πήρε τρεις φορές τηλέφωνο μέχρι να φτάσει σπίτι της και όταν σιγουρεύτηκε πως ήταν ασφαλής στο σπίτι, την καληνύχτισε και ευχήθηκε να περάσει όσο πιο γρήγορα η νύχτα, για να την ξαναδεί το πρωί. Σχεδόν χαρούμενη έπεσε για ύπνο. Πέρασε γύρω τις εννιά πέρασε με το αυτοκίνητο του από το σπίτι της για να την πάρει. Τζιν μίνι φούστα, t-shirt άσπρο και τζιν μπουφάν η αμφίεση της. Χαιρετήθηκαν με χειραψία και αέρινο φιλί και κατευθύνθηκαν ολοταχώς προς τον προορισμό τους. Πρώτα για καφέ στη λίμνη και μετά για φαγητό σε παρακείμενο αργεντίνικο εστιατόριο. Συνέχισε την πολιορκία του σε ένα άλλο επίπεδο, λίγο πιο προσωπικό και αρκετά πιο επιθετικό. Είχε καταλάβει ότι ήταν ζήτημα χρόνου να πέσει το κάστρο. Αφού σε κάθε ευκαιρία υπενθύμιζε και τόνιζε πόσο του αρέσει σα γυναίκα, ότι θέλει να είναι συνέχεια μαζί της και άλλα πολλά άλλα κολακευτικά λόγια, που κτυπούσαν κατευθείαν στην καρδιά της γυναικείας της ματαιοδοξίας, γινόταν αργά αλλά σταθερά όλο και πιο διαχυτικός.

Και χεράκι-χεράκι πιαστήκαν και στο τέλος της εκδρομής αγκαλιασμένοι πήγαν στο αυτοκίνητο. Λες και υπνωτισμένη, ακολουθούσε και δεν αντιδρούσε. Ίσως και να έβλεπε κάτι σοβαρό και μόνιμο στον ορίζοντα μαζί του, ίσως να είχε επιθυμήσει τη σταθερή συζυγική ζωή, ίσως και τα δυο μαζί. Φιληθήκαν πριν μπουν στο αυτοκίνητο. Κι ήταν φιλί παρατεταμένα παθιάρικο.

-    Ευχαριστημένη;…

τη ρωτά καθώς σκύβει και της δίνει ένα ακόμη φιλί, πιάνοντας επιτέλους και τα γυμνά μπουτάκια της που επί ώρες ζαχάρωνε, συνοδευόμενο με ανάλογο χούφτωμα του υπέροχου κώλου της.

-    Όλα καλά…

απάντησε και άρχισε να φαντασιώνεται την συνέχεια. Είχε αποφασίσει να τον δοκιμάσει και στο σεξ. Το ένστικτό της αλλά και η εμπειρία της στους άνδρες, της έλεγαν ότι κρύβει ευχάριστες εκπλήξεις κάτω από το παντελόνι του. Άρχισε σιγά-σιγά να φτιάχνεται και λίγο πριν το αυτοκίνητο κυλήσει του δίνει ένα ακόμη γλωσσόφιλο. Αυτός καθώς κατάλαβε ότι η γκόμενα είχε αρχίσει να ανάβει, γκάζωσε και όσο γινόταν πιο γρήγορα έφτασαν κάτω από το σπίτι της.

-    Φτάσαμε λοιπόν…

της λέει περιμένοντας να ακούσει την πολυπόθητη πρόσκληση.

-    Θέλεις να έρθεις επάνω για έναν καφέ;

του λέει με νόημα, αυτό που ποθούσε να ακούσει.

-    Με μεγάλη μου χαρά και το παντελόνι του να έχει φουσκώσει στο επίμαχο σημείο.

-    Να πάρκαρε εδώ και πάμε επάνω…

ανυπόμονα μη μπορώντας πλέον να κρύψει την καύλα που την κυρίευε. Με βήμα γοργό κατευθύνθηκαν στην πολυκατοικία της. Στο ασανσέρ πρόλαβε και την φίλησε. Μπήκαν μέσα.

-    Κάτσε στον καναπέ να πάω να φτιάξω καφέδες…

του λέει με σαφώς ναζιάρικη και παιχνιδιάρικη φωνή. Δεν πρόλαβε όμως να απομακρυνθεί και αφού την άρπαξε από το χέρι, την τράβηξε προς το μέρος του και την εναπόθεσε στα γόνατα του.

-    Αργότερα οι καφέδες γλύκα μου…

της λέει. Αρχίζει να τη φιλά στο λαιμό και πίσω από το αυτάκι της. Ένα από τα σημεία που αν ο άλλος ήταν μάστορας την έκαναν μούσκεμα αμέσως. Έτσι έγινε και τώρα. Χωρίς να σταματά να τη φιλά, πότε στο στόμα και πότε στο λαιμουδάκι της, την απελευθερώνει από το φανελάκι της και το σουτιέν της .Βυθίζεται στα υπέροχα βυζιά της. Βυζαίνει αχόρταγα τις τσιτωμένες ρώγες της. Έχει βγάλει το πουκάμισο του και το φανελάκι και τα στήθια τους τώρα εφάπτονται. Βογκάει από την καύλα. Φτάνουν πια τα προκαταρκτικά. Τον θέλει ανυπόμονα μέσα της.

-    Πάμε μέσα…

και τον πιάνει από το χέρι να τον οδηγήσει στην κρεβατοκάμαρα. Λίγο πριν φτάσει στο κρεβάτι, απαλλάσσεται από τη φούστα της και το διάφανο, κόκκινο μπραζίλ , εσώρουχο της και κάνει τον Αποστόλη πύραυλο, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ενώ η Άννα κάθεται στο κρεβάτι , αυτός βγάζει το παντελόνι του μαζί με το σλιπάκι του και αυτό που αποκαλύπτεται μπροστά στο πρόσωπο της, καθότι όρθιος αυτός, καθιστή αυτή, είναι κάτι μοναδικό. Είναι ότι πιο μεγάλο σε πούτσο έχει δει. Ξεπερνούσε ακόμη και αυτό του Μήτσου.

-    Τι είναι τούτο αγόρι μου;

αναφωνεί με θαυμασμό, προσπαθώντας να τον πιάσει με τις δυο της παλάμες.

-    Όλος δικός σου κούκλα μου!

Μετά την πρώτη έκπληξη , πιάνει αμέσως δουλειά κι αρχίζει να τον γλείφει. Τον τσιμπουκώνει άγρια, αλλά με τίποτε δε χώραγε όλος στο στόμα της.

-    Είσαι απίθανη μωρό μου, σχεδόν γρυλίζοντας, με στέλνεις στον παράδεισο. Αλλά τώρα πρέπει να τον νιώσεις και μέσα σου.

Την ξαπλώνει στο κρεβάτι της βγάζει το κιλοτάκι, θαυμάζει το ξυρισμένο μουνάκι της, ελέγχει με τα δάκτυλα του πόσο μούσκεμα είναι, το χαϊδεύει με το παλαμάρι του, βάζει ένα προφυλακτικό από τα δικά του, ήταν προετοιμασμένος… και σιγά-σιγά το γεμίζει ασφυκτικά με τον τεράστιο πούτσο του. Η στάση ανάσκελα και το γεγονός ότι παρά την ζωηρή σεξουαλική ζωή που είχε, το μουνάκι της δεν ήταν ξεχειλωμένο. Πρώτα ήλθε ο πόνος, προάγγελος της απόλυτης ηδονής που ακολούθησε. Καθώς μπήκε όλος μέσα της, άρχισε να χύνει δαιμονισμένα και κάπου εκεί ξέφυγε και άρχισε να βογκάει και να φωνάζει, τρελή από την ηδονή που βίωνε. Σάστισε για λίγο που άκουγε από το στόμα της τα "ξέσκισε με", "με τρελαίνεις", "χύνω για σένα αγόρι μου" κι άλλα πολλά λόγια που έβγαιναν από την καυλωμένη ψυχή της. Αλλά είχε αυτό που ζητούσε. Την γύρισε στα τέσσερα κι άρχισε να τη σφυροκοπά πισωκολλητά. Σε λίγο το καυτό σπέρμα εκσφενδονιζόταν στην πλάτη της. Ξαπλώνει δίπλα της, τη φιλά τρυφερά και ακόμα λαχανιασμένος της ψιθυρίζει.

-    Σ’ ευχαριστώ μωρό μου.

Αυτή σκαρφαλώνει στο ανοικτό μπράτσο του, κουρνιάζει στην αγκαλιά του και φιλά τρυφερά το στήθος του. Τη χαϊδεύει τρυφερά και έτσι χαλαρά ξαποσταίνουν για κανένα μισάωρο. Δεν άντεξε παραπάνω. Τον ένοιωθε στα μπουτάκια της μισοπεσμένο και τον ήθελε ξανά και ξανά. Γλίστρησε σιγά-σιγά και φιλώντας τον παντού προς τα κάτω. Με τη γλώσσα της να δουλεύει ασταμάτητα βοηθούμενη από τα φλογερά της χείλη, ο πούτσος του σήκωσε σύντομα το ανάστημα του. Ήταν η ώρα να τον ιππεύσει. Κάθεται πάνω του. Αυτή τη φορά το υγρό μουνάκι της τον δέχεται πιο εύκολα. Χορεύει πάνω του, ενώ της αυτός πότε της πιάνει τα βυζάκια της και πότε τα κωλομέρια της. Με αλαλαγμούς φτάνει στον πρώτο της οργασμό. Τώρα είναι αυτός που την καθοδηγεί, κουνώντας πότε μπρος πίσω και πότε πάνω κάτω το κωλαράκι της. Τελειώνουν μαζί. ‘Ένα τέλος που σηματοδοτεί την έναρξη μιας σχέσης. Μήνας του μέλιτος αρχίζει, συγκεκριμένα πάνω από δυο μήνες , που ο Αποστόλης τη φροντίζει, την προσέχει την πηγαίνει εκδρομές, να δείχνει ότι είναι καψούρης μαζί της και το κυριότερο, πάντα έτοιμος και ντούρος να της χαρίζει απίστευτες στιγμές για ηδονής και ανείπωτης καύλας, με το ανεπανάληπτο εργαλείο του.

Συχνά πυκνά πήγαινε το βράδυ να κοιμηθεί στο σπίτι του και αρκετές φορές κοιμόταν αυτός στο δικό της. Ζευγάρι κανονικό. Προσπαθούσε όμως να διατηρήσει και όποια ανεξαρτησία της είχε απομείνει. Τα πρώτα σύννεφα πίεσης φάνηκαν όταν άρχισε να την πιέζει να επισημοποιήσουν την σχέση τους. Τουλάχιστον να την γνωστοποιήσουν. Αυτή θεωρούσε ότι ήταν ακόμη πολύ νωρίς για κάτι τέτοιο και έκοβε αμέσως την κουβέντα. Ευτυχώς πήρε άμεσα απόσπαση για τεχνική υποστήριξη σε ένα άλλο υποκατάστημα και γλύτωσε την αποκάλυψη και στο χώρο δουλειάς. Στις φίλες της δεν τον είχε ακόμη παρουσιάσει. Βέβαια αχνοφαίνονταν και κάποια άλλα άσχημα σημάδια, όπως η ζήλια του, που ώρες-ώρες γινόταν ανυπόφορη, αλλά και η όποια τσιγκουνιά που άρχισε να δείχνει τελευταία την ανησυχούσαν λίγο έως πολύ, την προβλημάτιζαν για το μέλλον της σχέσης τους, αλλά όλα τα ξεχνούσε καθώς έπεφτε μαζί του στο κρεβάτι. Τα καλά γαμήσια που έκανε την έκαναν να λάμπει από χαρά. Η αλλαγή αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από Ιάκωβο, το συνάδελφο της. Δεν ήταν εύκολο να την ψαρέψει και να καταλάβει ότι άνδρας ήταν ο υπαίτιος αυτής της μεταμόρφωσης. Έδειξε να χαίρεται με την χαρά της φίλης του. Τη στάση αυτή την εκτίμησε η Άννα, αν και θα προτιμούσε να είναι αυτός ο σύντροφος της. Αλλά από τη στιγμή που το έμαθε, ο Ιάκωβος άρχισε διακριτικά να αλλάζει στάση προς τη συνάδελφο του. Πιο διαχυτικός, πιο τολμηρός στα λόγια, τα οποία όχι λίγες φορές έκρυβαν πονηρά υπονοούμενα. Μάλλον δεν ήθελε να παραχωρήσει σε κανέναν άλλο, αυτή που ίσως πίστευε ήταν δικαιωματικά δική του.

Η στάση του μπέρδεψε τελείως την Άννα. Εκεί που πήγαινε να τακτοποιήσει μια χαρά τη ζωή της, άρχισε τις συγκρίσεις. Οι συγκρίσεις φέρνουν πάντα διλήμματα. Τα διλήμματα αν δεν λυθούν νωρίς φέρνουν αναστάτωση και προβλήματα. Χώρια που και ο Αποστόλης κάτι ψυλλιάστηκε ή κάποιος καλοθελητής του σφύριξε διάφορα και άρχισε να της κάνει σκηνές. Ένα μεσημέρι, μετά από ένα όχι και τόσο καλό βράδυ που είχε περάσει με το σύντροφο της, ο καλός συνάδελφος, που είχε το χάρισμα να τη διαβάζει και να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τι νιώθει, της κάνει την πρόταση.

-    Έχει ανοίξει ένα φοβερό τσιπουράδικο εδώ παρακάτω στην αγορά, θέλεις να πάμε μετά τη δουλειά να το δοκιμάσουμε;

-    Και δεν πάμε;…

λίγο ξαφνιασμένη από τη πρόταση. Έτσι και αλλιώς σήμερα ήταν ελεύθερη, αφού ο άλλος είχε δουλειές με κάποιους συγγενείς του και θα κοιμόταν μόνη της το βράδυ στο σπίτι της. Όντως το ουζερί ήταν το κάτι άλλο, με καταπληκτικούς θαλασσινούς και όχι μόνο μεζέδες και ένα υπέροχο τσίπουρο από τη Μακεδονία. Οι μεζέδες και η διάθεση τους, που γρήγορα έφτιαξε, τράβηξαν σχεδόν τρία καραφάκια τσίπουρο. Είχε ξεπεράσει τα όρια ασφαλείας. Σχεδόν μεθυσμένοι κι οι δυο σηκώθηκαν να φύγουν. Αγκαλιασμένοι και παραπατώντας.

-    Νομίζω πως πρέπει να πάμε στο σπίτι μου που είναι εδώ κοντά, να πιούμε κανένα καφέ να στανιάρουμε, γιατί μου φαίνεται ότι παραήπιαμε, της προτείνει.

-    Συμφωνώ απόλυτα, πάμε.

Αγκαλιασμένοι κατευθύνθηκαν προς στο διαμέρισμα του. Λίγο πριν την είσοδο της πολυκατοικίας, η Άννα κοντοστέκεται και προσπαθώντας με τα βαριά από το αλκοόλ μάτια της, να βρει τα δικά του και με λιγωμένη φωνή τον ρωτά.

-    Μπορείς να μου πεις τώρα εμείς τι είμαστε; Συνάδελφοι, φίλοι, γκόμενοι, εραστές τι;

-    Ότι θέλεις εσύ μάτια μου…

της απαντά, τη σφιχταγκαλιάζει και την οδηγεί στο διαμέρισμά του. Μπαίνουν μέσα και μόλις κλείνει η πόρτα, την αγκαλιάζει και τη φιλά στο στόμα. Το περίμενε καιρό αυτό το παθιασμένο φιλί και αντί να αντισταθεί, ανταποκρίθηκε με μεγαλύτερο πάθος. Ήταν που ήταν ζαλισμένη από το τσίπουρο, το μεθυστικό του φιλί την αποτελείωσε.

-    Γυρίζουν όλα, μονολογεί.

-    Έλα να σε πάω στο κρεβάτι να ξαπλώσεις.

-    Θα είσαι κι εσύ μαζί μου;

-    Ναι μωρό μου.

Φτάσαμε και προσπαθεί να τη εναποθέσει στο κρεβάτι.

-    Κάτσε να σε ξεντύσω λίγο για να νιώσεις πιο άνετα.

-    Βγαλ' τα μου όλα, (γελώντας).

Είχε σκοπό να της βγάλει μόνο τις μπότες της, μπήκε όμως στον πειρασμό, διακρίνοντας στο βάθος το μουνάκι της να ξεπροβάλλει από το διάφανο κιλοτάκι της και της έβγαλε το μακρυμάνικο φόρεμα της και το καλτσόν της. Το σουτιέν το έβγαλε μόνη της, ελευθερώνοντας το πλούσιο στήθος της.

-    Ξεντύσου κι εσύ γλύκα μου.

Διστάζει στην αρχή . Κοντοστέκεται όρθιος από πάνω της.

-    Έλα, είπες πως θα είσαι δίπλα μου.

Το λαχταριστό γυμνό κορμί της, που λικνιζόταν μπροστά του τον λύγισε. Όρθιος άρχισε να ξεντύνεται. Όσο αυτός απαλλασσόταν από τα ρούχα του, η Άννα έρποντας πάνω στο κρεβάτι, έφτασε σε απόσταση αναπνοής, από τον πούτσο του, τον οποίο μόλις ξεπρόβαλλε τον άρπαξε και άρχισε να τον ρουφάει. Λόγο του ποτού δεν είχε έλθει ακόμα σε κανονική στύση, αλλά οι πίπες της Άννας και νεκρούς ανασταίνουν. Σε λίγο ήταν πανέτοιμος. Της πιάνει το κεφάλι και τη σηκώνει προς το πρόσωπο του. Τη φιλά με αμείλικτο πάθος. Παραδομένη καθώς είναι, τη γυρίζει μπρούμυτα και πάει από πίσω της. Νιώθει το στητό εργαλείο του στα κωλομέρια της. Τον ακουμπάει στα χείλια του μουνιού της. Η Άννα που δεν κρατιέται πια, κάνει μια κίνηση των γοφών της και των παίρνει όλο μέσα της. Κουνάει τρελά και καυλιάρικα το κωλαράκι της. Τα πρώτα βογγητά ηχούν στον αέρα. Παίζει με το δάκτυλο του την πίσω τρυπούλα της. Σε λίγο τραβιέται. Η Άννα τον παρακαλεί να συνεχίσει να την πηδάει. Το ίδιο θέλει κι αυτός αλλά θέλει να μπει από αλλού μέσα της. Θέλει διακαώς το κωλαράκι της.

Ακουμπάει το πουτσοκέφαλο του στην κωλοτρυπίδα της, πιέζει και σιγά-σιγά εισχωρεί μέσα της. Σε λίγο τα αρχίδια του ακουμπάνε την είσοδο. Ένα "μη" μετατράπηκε αμέσως σε κραυγαλέο "ναι". Μετά τα τόσα γαμήσια που έφαγε από πίσω, στην καινούργια της ζωή, είχε αρχίσει να της αρέσει και το αποζητούσε που και που. Αλλά να αφήσει τον Αποστόλη να της πηδήξει το τρυφερό κωλαράκι της με τον υπερμεγέθη πούτσο του, ούτε κουβέντα. Δε θα μπορούσε να καθίσει για κανένα μήνα. Παίζοντας το μουνάκι της και γαμώντας αλύπητα το κωλαράκι της, έκανε την Άννα να τελειώσει πρώτη. Ακολούθησε αμέσως μετά και το καυτό του σπέρμα, χείμαρρος κυλούσε στην χαράδρα του κώλου της. Εξαντλημένοι κι οι δυο από το μεθύσι και το γαμήσι αποκοιμήθηκαν αμέσως, ενώ το κινητό της στον καναπέ του σαλονιού χτυπούσε. Ο Αποστόλης ήταν που μάταια την έψαχνε.

Μετά από ώρες, μαύρα μεσάνυκτα, ξυπνά με αφόρητο πονοκέφαλο. Μέσα στο σκοτάδι προσπαθεί να καταλάβει που βρίσκεται και τι έγινε. Σίγουρα αυτό δεν ήταν το σπίτι της και σίγουρα αυτό που έπιανε δεν ήταν του Αποστόλη. Ανάβει το πορτατίφ του κομοδίνου της και βλέπει το γυμνό κορμί του Ιάκωβου δίπλα στο δικό της επίσης γυμνό κορμί της. Αρχίζει να συνειδητοποιεί αν και δεν θυμάται πολλά τι συνέβη και τρομοκρατείται.

-    Τι έγινε;…

ακούγεται βαριά η φωνή του. Προσπαθεί να ανοίξει τα μάτια του.

-    Εσύ να μου πεις τι έγινε, του απαντά εμφανώς θυμωμένη.

-    Από το λίγα που θυμάμαι κάτι ωραίο έγινε.

Δε μιλά. Σηκώνεται βιαστικά και νευριασμένα από το κρεβάτι, μαζεύει τα ρούχα της και αρχίζει να ντύνεται.

-    Τι κάνεις;…

τη ρωτά προσπαθώντας να σηκωθεί κι αυτός.

-    Πρέπει να πάω σπίτι μου.

-    Μα είναι μια ή ώρα, κάτσε και πας το πρωί.

-    Δεν το συζητώ, φεύγω…

και ήδη ντυμένη πάει προς την πόρτα.

-    Περίμενε να κατέβω να σε βάλω σε ένα ταξί.

Του έκανε τη χάρη. Τον περίμενε να βάλει κάτι επάνω του, τη συνόδεψε μέχρι τον κεντρικό δρόμο, την έβαλε σε ένα ταξί, του είπε να πει στη δουλειά ότι δεν θα πάει γιατί είναι άρρωστη και έφυγε για το σπίτι. Ευτυχώς ο ταξιτζής, ήταν σοβαρός επαγγελματίας και δεν είχε παρατράγουδα στη διαδρομή. Μετά από ένα ζεστό μπάνιο, κούρνιασε στον καναπέ του σαλονιού και προσπαθούσε να θυμηθεί και να αναλογισθεί τι έκανε. Από τη μια κατηγορούσε τον εαυτό της, πως παρασύρθηκε και κεράτωσε τον Αποστόλη. Γιατί εδώ δεν ήταν η γνωριμία μιας βραδιάς, όπως στο Λουτράκι. Τώρα ήταν σε σχέση σοβαρή. Ο άνθρωπος σχεδόν της είχε κάνει πρόταση γάμου. Κι αυτή πήγαινε να διαλύσει όλα. Αλλά από την άλλη σκεφτόταν, μήπως άξιζε να τα τινάξει όλα στον αέρα για τον ανεκπλήρωτο έρωτα της; Μήπως η σχέση της με τον Αποστόλη ήταν ο δρόμος προς τον Ιάκωβο; Επειδή τα πολλά διλήμματα δεν τα άντεχε, αποφάσισε πως αν ήταν να προσπαθήσει να διατηρήσει μια παράλληλη σχέση και με τους δυο, πριν επιλέξει τι θα κάνει τελικά.

Αμέσως μετά κοιμήθηκε. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου, κατά τις εννιά την ξύπνησε. Ήταν ο Αποστόλης.

-    Που χάθηκες και δεν απαντάς στα τηλέφωνα;… με έντονο ύφος.

-    Είμαι άρρωστη από χθες το απόγευμα. Σπίτι ήμουν στο κρεβάτι, με τα τηλέφωνα στο αθόρυβο για να ησυχάσω. Δεν πήγα δουλειά σήμερα.

-    Αλήθεια λες;… με πιο μαλακό ύφος.

-    Πάρε στο σταθερό για να το διαπιστώσεις.

-    Καλά μωρό μου, περαστικά, θα περάσω να σε δω το απόγευμα μετά τη δουλειά.

-    Καλά θα σε περιμένω.

Παρ’ όλο που την είδε να είναι ακόμη χάλια, της έκανε μια σκηνή ζηλοτυπίας, έτσι να μην ξεχνιόμαστε. Της ήλθε να βάλει τα κλάματα, περισσότερο γιατί αυτή τη φορά είχε δίκιο. Το βουρκωμένο βλέμμα της τον έκανε να ηρεμήσει. Το γαμήσι που ακολούθησε, ήταν εκτόνωση γι' αυτόν , εξιλέωση για αυτή. Αλλά και οι δυο ένιωσαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά Κοιμήθηκε στο σπίτι της και φεύγοντας μαζί για τη δουλειά της ανακοίνωσε, αυτό που θα έπαιζε τον πιο κρίσιμο ρόλο στην εξέλιξη των πραγμάτων.

-    Την Κυριακή το απόγευμα φεύγω για μια εβδομάδα στην Σπάρτη. Έχουν κάποιο πρόβλημα στο σύστημα εκεί και με στέλνουν να δω τι μπορώ να κάνω. Φρόντισε να περάσουμε καλά το διήμερο και να φύγω ήσυχος για κάτω.

-    Ότι θέλει το αγόρι μου.

Φιλήθηκαν και χώρισαν, πηγαίνοντας ο καθένας στη δουλειά του. Τώρα είχε να αντιμετωπίσει τον άλλον. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Αλλά η πολύ δουλειά που είχαν την παρασκευή και η αρκετή αμηχανία, κυρίως η δικιά του, τους έκανε να παραμείνουν στην ανταλλαγή μόνο των τυπικών. Με τον Αποστόλη, πραγματικά πέρασε ένα καλό διήμερο. Θέλοντας να την αφήσει χορτάτη την πήδαγε όλο το διήμερο. Με το θαυματουργό εργαλείο του την έκανε να χύνει ασύστολα και να ξεχνάει οποιονδήποτε άλλο που θα την έκανε να πονοκεφαλιάσει. Της πέρασε από το μυαλό μέχρι και το πολυπόθητο κωλαράκι της να του δώσει, αλλά φοβήθηκε ότι δε θα μπορεί να καθίσει για καμιά βδομάδα και για μια ακόμη φορά δεν τον άφησε να γευτεί τη γλύκα του. Μα όλα τα καλά πράγματα έχουν ένα τέλος. Ήλθε η στιγμή του αποχαιρετισμού.

-    Να είσαι φρόνιμη όσο θα λείπω, της λέει με σχεδόν αυστηρό ύφος.

-    Τύπος και υπογραμμός θα είμαι άντρα μου…

μα ο τρόπος που το είπε μάλλον τον ανησύχησε παρά τον ηρέμησε.

-    Εσύ να μην ξενυχτάς τα βράδια εκεί στην επαρχία…

συνέχισε με το ίδιο ειρωνικό ύφος. Φιλήθηκαν και έφυγε. Ο ύπνος για άλλη μια φορά, τη βρήκε στον καναπέ, να σκέφτεται τι να κάνει με τους δυο εραστές της. Έπιασε πολλές φορές τον εαυτό της να προσπαθεί να βρει όλα τα κακά του κόσμου στον Αποστόλη αλλά να μην είναι καθόλου σίγουρη και για τον άλλον. Εξάλλου ένα μεθυσμένο γαμήσι έγινε και έπειτα κουβέντα καμιά. Και τότε έβγαζε στην επιφάνεια του μυαλού της, τα κρυφά χαρίσματα του βλάχου. Μα ο άλλος ήταν και είναι το απωθημένο της. Κοιμήθηκε χωρίς να καταλήξει κάπου. Τη Δευτέρα πήγε στην δουλειά, αποφασισμένη να προσπαθήσει να ξεκαθαρίσει όσο μπορούσε την κατάσταση, τουλάχιστον με τον έναν, ο οποίος όπως πάντα την καλημέρισε με χαμόγελα και κομπλιμέντα. Και εκεί στον πρωινό τους καφέ, καθώς ήταν μόνοι τους, λίγο πριν εισέλθουν μέσα οι πελάτες της τράπεζας, του ανοίγει κουβέντα για το επίμαχο θέμα.

-    Μήπως θα πρέπει να κάνουμε μια κουβέντα εμείς οι δυο;…

τον ρωτάει με σοβαρό ύφος.

-    Για τη φάση που έγινε προχθές;

-    Ναι , δεν το θεωρείς απαραίτητο;

-    Αν νοιώθεις ότι πρέπει να μιλήσουμε γι' αυτό να το κάνουμε.

-    Εσύ δηλαδή δε θέλεις;… με έκδηλο τον εκνευρισμό στη φωνή της.

-    Εντάξει να τα πούμε…

δείχνοντας τη δυσφορία του για την επιμονή της. Κρατήθηκε με το ζόρι να μην τον διαλοστείλει. Δεν ήταν συμπεριφορά αυτή. Αυτό ήταν; Ένα γαμήσι και τέλος; Κανόνισαν να περάσει το βραδάκι από το σπίτι της για καφέ και συζήτηση. Ήθελε να είναι εντάξει σε τυχόν τηλεφωνικό έλεγχο του συντρόφου της. Ελαφρώς τσατισμένη από τη στάση του, αποφασίζει να τον υποδεχθεί φορώντας τη φόρμα της, με ένα φανελάκι χωρίς σουτιέν από κάτω. Δεν την απασχολεί πλέον πως θα του φανεί η εμφάνιση της. Είναι προσανατολισμένη να του πει να ξεχάσουν ότι έγινε και να συνεχίσει την σχέση της με τον Αποστόλη. Εμφανίζεται γύρω στις επτά το απόγευμα, φέρνοντας ένα ταψάκι με γαλακτομπούρεκο από γνωστό ζαχαροπλαστείο της Αθήνας.

-    Ένα γλυκάκι για να γίνεις ακόμη πιο γλυκιά της λέει καθώς της το προσφέρει.

-    Ευχαριστώ…

και τον φιλά για καλωσόρισμα. Φτιάχνει καφέδες και κάθεται δίπλα του. Την κοιτά με τα γαλάζια μάτια του και όλος ο σχεδιασμός της έχει πάει περίπατο.

-    Αυτό που ζήσαμε προχθές πρέπει να ήταν υπέροχο, αρχίζει να μιλά με την απαλή του φωνή. Και λέω πρέπει γιατί εξαιτίας του ποτού δε θυμάμαι και πολλά. Και ίσως αυτό πρέπει να το διορθώσουμε.

-    Τι εννοείς, ρωτά με τρεμάμενη φωνή.

-    Ίσως θα πρέπει να το ζήσουμε και ξεμέθυστοι…

και σκύβει και τη φιλά στο στόμα. Για την τιμή των όπλων προσπάθησε να αντισταθεί, να κάνει πίσω, μάταια όμως. Η έλξη που της ασκούσε ήταν υπεράνω των δυνάμεων της. Τον αγκάλιασε και άρχισε να το φιλά με περισσό πάθος. Σηκώθηκαν αγκαλιασμένοι και κατευθύνθηκαν προς την κρεβατοκάμαρα. Στο δρόμο σκορπούσαν τα ρούχα τους. Όταν έφτασαν, αυτή φόραγε μόνο το βρακάκι της, ενώ αυτός είχε ακόμη το παντελόνι του. Την ξαπλώνει στο κρεβάτι. Έρχεται από πάνω της βγάζοντας το παντελόνι του μαζί με το σλιπάκι του. Προσπαθεί να δει το καυλί του. Μάταια όμως. Αρχίσει να τη φιλά στο λαιμό της και κατεβαίνει προς τα κάτω. Περνά από τις τσιτωμένες ρώγες της , φιλά απαλά την κοιλιά της και φτάνει στο καυλωμένο μουνάκι της, που το απελευθερώνει από τη φυλακή του εσωρούχου της. Το φιλά το γλείφει, το γαμάει με τη γλώσσα του. Η Άννα αρχίζει να τρελαίνεται από την καύλα. Τότε κάνει την κίνηση που την ξαφνιάζει.

Ξαπλώνει αντίθετα μ’ αυτή, έτσι ώστε να έχει και αυτή πρόσβαση στον πούτσο του. Δεν χάνει την ευκαιρία, τον αρπάζει και αρχίζει να τον θηλάζει. Ένα τρελό εξηνταεννιά λαμβάνει χώρα. Περιττό να πούμε, ότι είδη έχει τελειώσει μια φορά και συνεχίζει ακάθεκτη για την επόμενη. Ο Ιάκωβος όμως αντέχει. Έρχεται ξανά ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια της. Σηκώνει τη λεκάνη της και βάζει δυο μαξιλάρια από κάτω. Είναι στα γόνατα , φέρνει τον πούτσο στο μουνάκι της και μπαίνει μέσα της ενώ με το χέρι του παίζει την κλειτορίδα της. Δε μένει για πολύ ώρα όμως εκεί. Τον βγάζει και τον κατευθύνει προς την είσοδο του κώλου της. Για το λόγο αυτό έβαλε τα μαξιλάρια. Ενώ συνεχίζει να παίζει με το μουνάκι της, βάζοντας και τα δάκτυλα του μέσα , με σταθερές κινήσεις και πίεση βρίσκεται όλος μέσα στο κωλαράκι της. Αυτή τη φορά δεν αισθάνθηκε καθόλου πόνο. Μια απίστευτη ηδονή την κατέλαβε. Τα βογκητά και οι φωνές της που τον ικέτευαν να συνεχίζει να την ξεσκίζει, πρέπει να ακούγονταν σε όλη την γειτονιά της. Έχυνε ασύστολα. Σε λίγο έφτασε κι η ώρα του επιβήτορα της. Βγαίνει από μέσα της και φέρνει τον πούτσο του προς το πρόσωπο της.

-    Δωσ' μου τη γλωσσίτσα σου μωρό μου…

σχεδόν τη διατάζει. Υπάκουη, αμέσως ανταποκρίνεται. Εναποθέτει στη γλώσσα της το πλούσιο και καυτό σπέρμα του. Ξαπλώνει δίπλα της και ανάβουν τσιγάρο.

-    Πως σου φάνηκε, την ρωτά με ύφος ανθρώπου ευχαριστημένου. - Τέλειο ήταν, απαντά με χαρούμενη αυτή.

-    Εσύ τι λες τώρα που το κάναμε και ξεμέθυστοι; Σου άρεσε;

Πριν προλάβει να της απαντήσει, χτυπά το τηλέφωνο. Είναι ο Αποστόλης για την ημερήσια αναφορά. Του μιλά τελείως φυσιολογικά, με γλυκόλογα, λέγοντας του πόσο της λείπει. Απορεί και η ίδια με το υποκριτικό της ταλέντο. Όταν κλείνει το τηλέφωνο, με έκπληξη διαπιστώνει ότι ο Ιάκωβος είχε ήδη ντυθεί.

-    Πρέπει να φύγω επειγόντως γιατί θυμήθηκα ένα ραντεβού που έχω σε λίγη ώρα και δεν γίνεται να το αναβάλω.

Τη φιλά στο στόμα και φεύγει αφήνοντας τη γυμνή και σύξυλη. Χωρίς ούτε καν να απαντήσει στην ερώτηση αν του άρεσε. Δεν ήταν βέβαια το μόνο αναπάντητο ερώτημα. Τίποτε δεν ξεκαθαρίστηκε. Ούτε από αυτόν, ούτε από εκείνη. Απόρησε με τον εαυτό της, με τον εντελώς φυσικό τρόπο που μίλησε στο τηλέφωνο. Τι ήταν τελικά… μοιραία γυναίκα η πουτανίτσα περιωπής; Ένα ακόμη αναπάντητο ερώτημα. Την επόμενη μέρα , λόγω μιας έκτακτης επιθεώρησης, δεν πρόλαβαν ούτε κουβέντα να ανταλλάξουν. Σχόλασαν αργά και κανείς τους δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Μα η Τετάρτη θα ήταν η μέρα που όλα με τον ένα ή άλλο τρόπο θα έπαιρναν το δρόμο τους. Χωρίς να του αφήσει κανένα περιθώριο για αντίρρηση, κανόνισε μετά τη δουλειά να πάνε στο σπίτι της για φαγητό και ειλικρινή συζήτηση. Δέχτηκε γιατί ήξερε ότι τελικά όλα θα κατέληγαν σε ένα ακόμη υπέροχο γαμήσι. Όπως συνήθισαν εδώ και χρόνια, έφυγαν μαζί από την τράπεζα και σε ένα μισάωρο έφτασαν στο διαμέρισμα της. Έβγαλε μόνο τα παπούτσια της και κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα για να ετοιμάσει τη σαλάτα, καθώς το παστίτσιο το είχε μαγειρέψει από το βράδυ.

Εγκατέλειψε νωρίς την ιδέα να αλλάξει ρούχα , γιατί αν την έβλεπε να ξεντύνεται, πιθανότητα αντί για το φαγητό θα έτρωγε τον πούτσο του. Είχε αρχίσει να κόβει τα λαχανικά, όταν αισθάνθηκε την ανάσα του στο σβέρκο της. Τη φιλά αισθησιακά πίσω από το αυτί. Την ανατριχιάζει. Την αγκαλιάζει και τις παλάμες του, γεμίζουν τα δυο της στήθια.

-    Έλα σταμάτα, του λέει με τρεμάμενη φωνή.

Ο τρόπος που το είπε όμως είναι σαν να του έλεγε να συνεχίσει ακάθεκτος. Το ένα του χέρι έχει φύγει από βυζί της και χαϊδεύει πλέον το κωλαράκι της κάτω από τη φούστα. Της κατεβάζει και της βγάζει το εσώρουχο. Ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Την στήνει με τα χέρια της στον πάγκο της κουζίνας για να την γαμήσει στα όρθια. Εκείνη τη στιγμή κτυπά το κουδούνι του θυροτηλέφωνου. Τους κόβει.

-    Περιμένεις κανέναν;

-    Όχι άστο να χτυπά… και κουνά καυλιάρικα το κωλαράκι της.

-    Ναι μωρό μου, έρχομαι να στον χώσω!

-    Έλα καυλιάρη μου, το μουνάκι μου σε περιμένει…

συνεχίζοντας να κουνά προκλητικά τον κώλο της. Την πιάνει από τους γοφούς και χώνεται βίαια και δυνατά μέσα της. Ο δαιμονισμένος ήχος του φορητού τηλεφώνου, προσπαθεί να διακόψει τον οίστρο των δυο εραστών. Σηκώνει το κεφάλι της, το τηλέφωνο είναι στη μούρη της μπροστά, βλέπει στην αναγνώριση ποιος καλεί και παγώνει, παρότι σφυροκοπείται άκοπα από το Ιάκωβο.

-    Ωχ… ο Αποστόλης… και χωρίς να το σκεφτεί, ασυναίσθητα απαντά. Έλα αγάπη μου, τι κάνεις;…

προσπαθώντας να κρύψει το λαχάνιασμα. Ο γαμιάς της τσατισμένος αλλά και πιο πολύ αναμμένος με την όλη εξέλιξη, έχει τραβηχτεί από το μουνί της και προσπαθεί να διεισδύσει στον κώλο της.

-    Καλά είμαι, απαντά ο άλλος.

-    Είσαι στο σπίτι;

-    Ναι…

πνιχτά γιατί έχει χωθεί ο μισός πούτσος του στον απροετοίμαστο κώλο της.

-    Τότε άνοιξε με να μπω, είμαι έξω από την πόρτα σου.

Ο απόλυτος πανικός. Ο Αποστόλης ήδη να χτυπά έντονα την πόρτα. Η Άννα να τρέχει να μαζέψει το βρακί της. Στη βιασύνη της το χώνει στο συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα. Ο Ιάκωβος να προσπαθεί να μαζέψει το πουλί του. Δεν έχει άλλη επιλογή παρά να ανοίξει και ας γίνει ότι θέλει. Μπαίνει σαν σίφουνας μέσα. Τα ένοχα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα τους δεν μπορούν να κρύψουν ότι έχει συμβεί.

-    Καλά ρε ξεφτιλισμένη, δε ντρέπεσαι καθόλου; Μόλις φεύγω τρέχει και με κερατώνεις.

-    Ε δεν... προσπαθεί να ψελλίσει.

-    Ναι… πες μας τώρα μωρή πουτάνα ότι δεν είναι αυτό που νομίζω.

-    Πολλά λες προσπαθεί να επέμβει το τρίτο πρόσωπο.

-    Σκάσε εσύ μωρή λούγκρα, γιατί ειδοποίησα το Γιωργάκη να έλθει, όταν σας είδα να μπαίνετε μέσα.

-    Είσαι πού μεγάλος μαλάκας, του λέει και ετοιμάζεται να γίνει καπνός.

-    Τρέξε να προλάβεις παλιόπουστα.

-    Τι είναι αυτά που λες;… παρεμβαίνει η σαστισμένη Άννα.

-    Δεν σου είπε μωρή χαμένη ότι γουστάρει και άνδρες και έχει γκόμενο το Γιωργάκη το Μ.

-    Είναι αλήθεια , ρωτάει το γεμάτο αγωνία Ιάκωβο.

Αντί για απάντηση, σηκώνει τους ώμους του και φεύγει τρέχοντας.

-    Έλα εξαφανίσου κι εσύ…

λέει στον εναπομείναντα εραστή της.

-    Και κερατάς και δαρμένος, προσπαθεί να της ρίξει κάποιες γέφυρες.

-    Εξαφανίσου και μην σε ξαναδώ στα μάτια μου είπα, τέλος.

Έχοντας αποκτήσει την αυτοκυριαρχία της, του ανοίγει την πόρτα και τον οδηγεί στην έξοδο. Σκέφτεται που είχε μπλέξει. Με έναν άξεστο βλάχο και ένα πούστη. Ξεγελάστηκε. Δεν είχε έλθει ο καιρός για μόνιμη σχέση. Μια χαρά ήταν ελεύθερη και ωραία. Τώρα αυτό που προείχε ήταν να πάρει μετάθεση σε άλλο υποκατάστημα. Ήξερε ότι μπορεί να χρειάζονταν να πληρώσει για να το πετύχει. Το πολύ-πολύ να δοκίμαζε της επιδόσεις στο σεξ του κυρίου Διευθυντή. Θα εύρισκε σίγουρα τη λύση. Μα τώρα ήταν ή ώρα για ένα ποτό να χαλαρώσει. Πήρε τη φίλη της την Γεωργία, εύκαιρη όπως πάντα και έφυγε για να αναπνεύσει ξανά τον αέρα της ελευθερίας.



Copyright protected OW ref: 155733