Τόλμη και ανωμαλία (κεφάλαιο 1) - Πάρτι γενεθλίων 1ο μέρος

Δημοσιεύθηκε από ZachosXydeas
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.78 (16 Votes)
Η Γωγώ πήρε μια βαθιά ανάσα, σούφρωσε τα σαρκώδη της χείλη και φύσηξε. Είκοσι μία φλόγες τρεμόπαιξαν βίαια και ευθύς αμέσως έσβησαν. Ένα αραιό συννεφάκι καπνού πλανήθηκε στιγμιαία πάνω από την τούρτα γενεθλίων της κι ύστερα διαλύθηκε.

Εμείς, βαλθήκαμε να χειροκροτούμε και να φωνάζουμε στη Γωγώ «χρόνια πολλά» αναμεμειγμένα με ευχές και πειράγματα, όπως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις. Και όταν λέω «εμείς», εννοώ, εκτός την αφεντιά μου, το μικρό παρεάκι που εκείνο το βράδυ του Μάϊου είχε μαζευτεί στο τριάρι διαμέρισμά μου του τετάρτου ορόφου, στο Παγκράτι. Η Ντιάνα, φίλη της Γωγώς απ’ το πανεπιστήμιο, ο συγκάτοικος και κολλητός μου, ο Κώστας, κι ένα ζευγάρι γνωστών μας, ο Στέφανος και η Άννα.

Με τη Γωγώ τα είχαμε ενάμισι χρόνο. Ήμουν σ’ εκείνη την ωραία ηλικία των είκοσι-φεύγα, γεμάτος όνειρα για το αύριο και καύλα για το σήμερα. Μόλις είχα τελειώσει τις σπουδές μου στο Μαθηματικό της Αθήνας και έψαχνα για δουλειά με μισή καρδιά. Η αλήθεια ήταν πως καμία όρεξη δεν είχα να βάλω τέλος στις κραιπάλες της φοιτητικής ζωής που μόλις είχα αφήσει πίσω.

Η Γωγώ ήταν έξι χρόνια μικρότερή μου, φοιτήτρια Ισπανικής Φιλολογίας, στο τρίτο έτος. Η Γωγώ, αν και δεν είχε μια συμβατικά εντυπωσιακή εμφάνιση, είχε αυτή την ιδιαίτερη ομορφιά «του κοριτσιού της διπλανής πόρτας», που λένε στις τσόντες. Κοντά στο ένα εξήντα, με σπαστά μαύρα μαλλιά να πέφτουν μέχρι λίγο πιο κάτω απ’ τους ώμους της, μεγάλα καστανά μάτια κι ένα στρογγυλό πρόσωπο όλο γλύκα. Η μυτούλα της ήταν ελαφρώς καμπουρωτή και τα χείλη της γεμάτα. Φιλούσε υπέροχα και απαλά. Είχε μάλιστα κι ένα κρικάκι περασμένο στην αριστερή μεριά του κάτω χείλους το οποίο μου άρεσε πολύ πως μπλεκόταν στα φιλιά μας και τους έδινε μια πιο τσαχπίνικη, ροκ χροιά. Άλλωστε και οι δύο μας ήμασταν αμετανόητοι ροκάδες. Μπορεί η Γωγώ, ως γεματούλα που ήταν, να είχε κάποια παραπάνω κιλάκια που φαίνονταν στην κοιλιά και στα πιασίματα γύρω από τη μέση της όταν φορούσε στενές μπλούζες, αλλά αυτό δε μ’ ένοιαζε καθόλου γιατί επίσης είχε βαριά, γεμάτα βυζιά, σα μικρά πεπόνια, σφριγηλά ακόμα λόγω της ηλικίας της και κρεμασμένα μόνο όσο έπρεπε για να σε προκαλούν να τ’ αρπάξεις, να τ’ αρμέξεις. Επίσης η φαρδιά της κωλάρα, σφιχτή και σχεδόν δίχως ίχνος κυτταρίτιδας, ήταν από τα χαρακτηριστικά της εκείνα που με ερέθιζαν ανελέητα.

Γύρισα και φίλησα το κορίτσι μου βαθιά, με γλώσσα.

- Χρόνια πολλά, μωρό μου…

της είπα μόλις τραβήχτηκα.

- Να με χαίρεσαι…

γέλασε εκείνη κάπως αμήχανα. Η Γωγώ ήταν μάλλον ντροπαλό κορίτσι και το παθιασμένο, υγρό φιλί μου μπροστά σε όλους την έκανε να νιώσει κάπως άβολα. Είμαι όμως σίγουρος ότι της άρεσε κιόλας, γιατί παρατήρησα τα στρογγυλά της μάγουλα να κοκκινίζουν με τον ίδιο τρόπο που κοκκίνιζαν όταν ήταν καυλωμένη και τα καστανά της μάτια καρφώθηκαν για μια μακρόσυρτη στιγμή στα δικά μου, γεμάτα ανομολόγητη λαγνεία, προτού τα χαμηλώσει βιαστικά. Ένας-ένας στην παρέα άρχισαν να δίνουν ευχές στην κοπέλα μου κι εκείνη τους ευχαριστούσε με το γλυκό της χαμόγελο κι απαντώντας στα πειράγματά τους μ’ εύθυμα γελάκια. Ύστερα, η Ντιάνα άρχισε να κόβει την τούρτα ενώ την βοηθούσε η κοπέλα του Στέφανου, η Άννα, βάζοντας τα κομμάτια σε χάρτινα πιάτα που μας μοίραζε.

Η Ντιάνα ήταν η καλύτερη φίλη της Γωγώς. Είχαν γνωριστεί την πρώτη τους κιόλας μέρα στη σχολή και έκτοτε είχαν γίνει αχώριστες. Η Ντιάνα ήταν γκόμενα εντελώς άλλης «κατηγορίας» απ’ ότι η κοπέλα μου. Λεπτή και κοντούλα, με σγουρά, καστανά μαλλιά που ίσα έφταναν στη βάση του λαιμού της. Είχε ντελικάτα χαρακτηριστικά και μια μόνιμη έκφραση αριστοκρατικής ξινίλας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Το κορμί ήταν τορνευτό, σχεδόν εφηβικό, με τους μύες στις καλλίγραμμες μαυρισμένες γάμπες της να διαγράφονται ξεκάθαρα. Εκείνο το ανοιξιάτικο βράδυ φορούσε ένα στενό, μίντι μαύρο φόρεμα και ψηλές γόβες που έκαναν τα πόδια της, εκτεθειμένα όπως ήταν απ’ το γόνατο και κάτω, να δείχνουν ακόμα πιο σέξι απ’ ότι συνήθως. Απ’ ότι φανταζόμουν, τα βυζιά της Ντιάνας ήταν μικρά και στρογγυλά – ακριβώς όπως και το κωλαράκι της.

Μην σπεύσετε να σκεφτείτε πώς έτρεχε τίποτα πονηρό με τη Ντιάνα κι εμένα. Τη Γωγώ, όσο τα είχαμε, ουδέποτε την είχα κερατώσει – τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη στιγμή. Απλά, όποιος άντρας πει ότι γνώρισε μια όμορφη γυναίκα και δεν σκέφτηκε με λεπτομέρειες πώς είναι τα βυζιά και ο κώλος της, είναι ψεύτης.

Η Άννα, πάλι, ήταν ο ορισμός αυτού που λέμε «κοντοπούτανο». Μελαχρινή σαν ανατολίτισσα, γύρω στο ένα πενήντα και κάτι, με σώμα σχηματισμένο σαν αμφορέα… μινιατούρα μέχρι τη μέση, με τη σιλουέτα της ν’ ανοίγει σε φαρδιούς γοφούς που συνέχιζαν σε μια μεγάλη, απίθανη κωλάρα ολοστρόγγυλη, ενώ τα πόδια της, παρά τα αφράτα της μπούτια, γίνονταν και πάλι απότομα λεπτά. Φορούσε ένα κολλητό τζιν εκείνο το βράδυ κι ένα άσπρο τιραντάκι που αναδείκνυε όπως ακριβώς έπρεπε τα σχεδόν ανύπαρκτα βυζάκια της, πιεσμένα όπως τα είχε σ’ ένα σουτιέν μ’ ενίσχυση. Τα μαύρα της μαλλιά ήταν ολόισια, με αφέλειες να πέφτουν στο κούτελο. Το πρόσωπό της είχε μια γατίσια ομορφιά. Η Άννα φαινόταν να γνώριζε ότι αυτό ήταν και το δυνατό της σημείο και πάντοτε φρόντιζε να βάφεται πολύ έντονα, με άφθονο μαύρο μολύβι γύρω απ’ τα καστανά της μάτια και να τονίζει τα θεσπέσια τσιμπουκόχειλα της με κραγιόν σε σκούρες αποχρώσεις του μοβ και του κόκκινου. Εκτός από εμένα, ήταν η μόνη άλλη που δεζούσε σε φοιτητικούς ρυθμούς. Είχε τελειώσει τη σχολή της στα τέσσερα χρόνια, κανονικά, και μόλις είχε αρχίσει να δουλεύει υπάλληλος σε τράπεζα.

Ο γκόμενος της, ο Στέφανος, ήταν ένας λιγνός καραφλοκοτσίδας με μια τούφα μούσι στο κάτω χείλος του, που σχεδόν είχε αποφοιτήσει απ’ το ΤΕΙ φωτογραφίας ύστερα από πέντε χρόνια σπουδών. Απ’ ότι έλεγε, χρωστούσε μόλις ένα μάθημα για το πτυχίο. Ήταν ένας από εκείνους τους δευτεροκλασάτους κυριλέδες, οι οποίοι μετά τη δύση του ηλίου πάντοτε φορούσαν πουκάμισο λαμέ και παρφουμαρίζονταν στο μη παρέκει με Ντιόρ που αγόρασαν από κάποιον πλανόδιο στα ΚΤΕΛ του Κηφισού. Είχε κι ένα φωτογραφικό στούντιο στο σπίτι του, στη Νέα Σμύρνη, και δήλωνε επαγγελματίας φωτογράφος.

Ο κολλητός μου, ο Κώστας, ήταν μηχανολόγος επί πτυχίω. Όπως όλοι οι μηχανολόγοι, ήταν μπακούρι. Σε αντίθεση όμως με τους περισσότερους μηχανολόγους, ήταν μουρλάκιας του γυμναστηρίου. Ψηλός, σχεδόν δύο μέτρα, μελαχρινός, με κοντά μαλλιά και περιποιημένα μούσια, γεμάτος μύες στο στήθος και τα μπράτσα. Το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που θυμάμαι τον Κώστα να είχε σταθερή γκόμενα ήταν δύο μήνες. Κατά κανόνα, την έβγαζε με καταδρομικά γαμήσια της μίας νύχτας. Δεν του το είχα πει ποτέ, για να μην τον πληγώσω, αλλά κατά τη γνώμη μου αυτό ήταν δείγμα πως κάποιο κουσούρι ανομολόγητο κουβάλαγε.

Τρώγαμε την τούρτα μας, λέγαμε τις ανάλαφρες σαχλαμάρες μας, καπνίζαμε και γελάγαμε. Τα μάτια μου κάθε τόσο έφευγαν κλεφτά προς τη Ντιάνα και την Άννα όταν η πρώτη σταύρωνε τα πόδια της και το φόρεμά της τραβιόταν επάνω κι όταν η άλλη έσκυβε, να πάρει κάτι απ’ το χαμηλό τραπεζάκι του σαλονιού, και το τιραντάκι της κρέμαγε μπροστά, αποκαλύπτοντας μια φευγαλέα θέα του διακριτικού μπεζ σουτιέν που φορούσε. Παρόλα αυτά, ήμουν κύριος. Την περισσότερη ώρα το βλέμμα μου έμενε προσηλωμένο στη κοπέλα μου.

Εκείνο το βράδυ η Γωγώ ήταν στις ομορφιές της. Είχε ισιώσει τα μαύρα της μαλλιά και είχε βάλει ένα ανοιχτόχρωμο, κόκκινο κραγιόν. Γαλάζια σκιά και μπόλικη μάσκαρα τόνιζαν τα μεγάλα, εκφραστικά της μάτια. Φορούσε ένα κοντομάνικο καρό πουκάμισο, μπορντό και μαύρο, μια κοντή τζιν φούστα που τσίτωνε επάνω στα αφράτα της μπούτια και επίπεδα πέδιλα που έδεναν μέχρι κάτω από το γόνατο. Όταν σε κάποια στιγμή έγειρα και τη φίλησα και πάλι, μου γέμισε τα χείλη κραγιόν. Χαχάνισε ενώ με σκούπιζε με το χέρι της και εγώ της δάγκωσα παιχνιδιάρικα το κρικάκι στο χείλος, για αντίποινα.

Είχε πάει δέκα το βράδυ όταν βάλαμε κάτι μπύρες κι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί στο τραπέζι. Αργότερα θα πηγαίναμε σ’ ένα ροκάδικο, στα Εξάρχεια, όπου η Γωγώ δούλευε περιστασιακά για να συνεχίσουμε εκεί πιο επίσημα τον εορτασμό των γενεθλίων της κοπέλας μου. Αλλά αυτό δε σήμαινε ότι δεν μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε να πίνουμε από πριν, για προθέρμανση, όπως άλλωστε συνηθίζαμε να κάνουμε τότε, ως φοιτητόπαιδα.

Η Ντιάνα και η Άννα έπιναν κρασί, στα δύο μοναδικά κολονάτα ποτήρια που είχαμε όλα κι όλα στο σπίτι. Τους άρεσε να το παίζουν κυρίες με κάτι τέτοιους επιφανειακούς τρόπους. Η Γωγώ πάλι δεν είχε κανένα πρόβλημα να πίνει μπύρες μαζί μ’ εμάς, τους άντρες. Αυτός ήταν ένας ακόμα λόγος που την γούσταρα. Μπορεί να ήταν κοριτσάκι στα περισσότερά της, αλλά τα ροκ γούστα της την έκαναν να νιώθει πολύ άνετα στο ρόλο του αγοροκόριτσου.

Τα ποτήρια μας άδειαζαν και ξαναγέμιζαν καθώς η ώρα περνούσε και τα χαχανητά μας αντηχούσαν από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα στη σιγαλιά του απόμερου Παγκρατιώτικου δρόμου. Εγώ καθόμουν δίπλα από τη Γωγώ στον τριθέσιο καναπέ, με το ένα μου χέρι ακουμπισμένο στο γυμνό της μπούτι, όπως συνήθιζα. Με το άλλο κρατούσα το τσιγάρο μου. Πλάι στη Γωγώ ήταν η Ντιάνα, κι ο Κώστας είχε τραβήξει μια καρέκλα κοντά της, κρατώντας το ποτήρι του και με τα δύο χέρια.

Τον είχα μπανίσει εδώ κι αρκετή ώρα ότι της την έπεφτε διακριτικά, γιατί φαινόταν ότι πάσχιζε να λέει περισσότερες εξυπνάδες απ’ ότι συνήθως. Η Ντιάνα, ήξερα απ’ τη Γωγώ, δεν είχε γκόμενο εκείνη την περίοδο. Είχε αργήσει να χάσει την παρθενιά της. Όταν τελικά βρέθηκε ένας σαραντάρης, πριν δύο μήνες, να της πει ότι "είναι πολύ ώριμη για την ηλικία της" και να της στείλει ένα μάτσο μελιστάλαχτα μηνύματα στο κινητό παρμένα απ’ την συλλογή ποίησης που είχε αυτοεκδώσει, η Ντιάνα αποφάσισε να του ανοίξει τα πόδια στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του. Ακολούθησαν μερικά στραβά και άγαρμπα γαμήσια και ύστερα ο σαραντάρης εξαφανίστηκε. Αυτό το περιστατικό είχε αφήσει στη Ντιάνα μια επιπρόσθετη ξινίλα, ένα περίεργο μείγμα απέχθειας και λυσσασμένου πόθου για τους άντρες. Τα αρσενικά, σα να συναισθάνονταν αυτή της την υποβόσκουσα τρέλα, την απέφευγαν. Ίσως βέβαια να ήταν και ο απότομος, σνομπιστικός τρόπος με τον οποίο μιλούσε η Ντιάνα έτσι κι αλλιώς.

Ο Κώστας όμως δεν έδειχνε να πτοείται. Αν η Ντιάνα δε γέλαγε με κάποιο αστείο του, ή στράβωνε τα λεπτά της χειλάκια και κάγχαζε «κρυάδα», εκείνος χασκογέλαγε και της έσπρωχνε το γόνατο, δήθεν επάνω στους σπασμούς της ευθυμίας του, λέγοντας… "να δροσιστούμε μωρέ και λίγο. Σε βλέπω που έχεις ανάψει".

Ήταν μεγάλος μπήχτης ο Κώστας. Βέβαια. Και πάντα έμενε με την απορία γιατί δεν του κάθονταν οι γκόμενες. Η Άννα και ο Στέφανος, καθισμένοι απέναντί μας σε δύο πουφ, έδειχναν απλά να διασκεδάζουν με το όλο κλίμα της παρέας. Τα είχαν περισσότερο από πέντε χρόνια και ήταν στη φάση εκείνη που τα ζευγάρια περνάνε καλά μόνο όταν βρίσκονται με τρίτους και δεν είναι αναγκασμένα να υπομένουν ο ένας την μπαγιάτικη παρέα του άλλου.

Οι κουβέντες μας, πού το πήγαν πού το έφεραν, κατέληξαν να περιστρέφονταν γύρω από τα κουτσομπολιά και τα ευτράπελα της φοιτητικής ζωής, κάτι που με τσάντιζε και συνάμα μ’ έκανε να νοσταλγώ.

- Ρε σεις, έλεγε η Γωγώ, αυτά τα κομματόσκυλα το έχουν γαμήσει, έτσι; Νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν! Σ’ εμάς είναι ένας σιχαμένος χοντρός ΔΑΠίτης, ο Πάρης, που όλο μου την πέφτει, απ’ τον Σεπτέμβρη. Μου λέει τί μαθήματα χρωστάς; Αν θες έλα να πάμε για έναν καφέ, να σου δώσω σημειώσεις. Κι αν βγούμε για ποτό και είσαι καλό κορίτσι, ίσως σου δώσω και τα θέματα των εξετάσεων. Η καθηγήτρια δικιά μας είναι, Νεοδημοκράτισσα βαμμένη, και μας τα δίνει μια βδομάδα πριν την εξεταστική. Και όλο απλώνει το κουλό του να με πιάσει από τη μέση κι ας του έχω πει εκατό φορές όχι και ότι έχω αγόρι. Ρε συ, ο τύπος είναι τόσο ζώο που δε λέει να καταλάβει πόσο πολύ με αηδιάζει! Κάθε φορά που με βλέπει μου δίνει το τηλέφωνό του, ο γελοίος.

- Όλοι οι άντρες σ’ ένα πράγμα έχουν το μυαλό τους…

συμφώνησε η Άννα κουνώντας το κεφάλι συγκαταβατικά και συμπλήρωσε...

- Εδώ, ο Στέφανος, να φανταστείς, μ’ έχει φάει να του ποζάρω γυμνή, για την πτυχιακή του, λέει. Και καλά, είναι τέχνη, δεν είναι πρόστυχο και τέτοια.

- Αφού, ρε μωρό μου, αυτό είναι το θέμα της πτυχιακής που μας έδωσε ο καθηγητής, διαμαρτυρήθηκε ο Στέφανος. Τί θες να κάνω εγώ; Άλλωστε θα είναι ασπρόμαυρες φωτογραφίες και οποιαδήποτε φωτογραφία σε ασπρόμαυρο είναι καλλιτεχνική. Στο πρώτο έτος μας το έμαθαν αυτό.

- Ναι ρε συ, Στέφανε, αλλά αυτές τις φωτογραφίες θα τις δείξεις σ’ ολόκληρο αμφιθέατρο… επέμεινε η Άννα. Δε θέλω να με δουν ξεβράκωτη ο καθηγητής σου κι όλοι σου οι φίλοι. Πολλούς από αυτούς του ξέρω, κάνουμε παρέα. Για όνομα, δηλαδή!

- Σου είπα, δεν θα είσαι εντελώς γυμνή σε όλες τις πόζες. Σε μερικές θα φοράς και κάποια εσώρουχα. Γκλάμουρ μπουντουάρ φωτογράφηση θα είναι άλλωστε!

Ο Κώστας γέλασε τρανταχτά και έπιασε το γόνατο της Ντιάνας ξεδιάντροπα, παρασυρμένος δήθεν απ’ το χάχανό του.

- Εμείς αυτό το γκλάμουρομπουρδελιάρικο που λες, το λέμε απλά τσόντα… είπε.

Η Ντιάνα σταύρωσε τα χέρια της αμυντικά κάτω από τα βυζάκια της και τον λοξοκοίταξε. Οι υπόλοιποι, χαχανίσαμε μαζί του.

- Πάντως ο Στέφανος έχει δίκιο, πετάχτηκα εγώ, γυρίζοντας προς την Άννα. Η γυμνή φωτογραφία είναι όντως μορφή τέχνης και δεν έχει τίποτα το πρόστυχο. Ίσα-ίσα που βγάζει ερωτισμό και… αν θες τη γνώμη μου, θα σου πήγαινε πολύ. Δηλαδή, θεωρώ ότι το έχεις και, υπό την καθοδήγηση του φωτογράφου σου εδώ, θα έβγαινε ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα.

Ίσως την έπεφτα λιγάκι στην Άννα, ναι, δε θα το αρνηθώ. Αλλά μονάχα τόσο όσο μ’ έπαιρνε εκείνη τη στιγμή. Στο μυαλό μου την είχα γδύσει ήδη και την φανταζόμουν να ποζάρει μπροστά στο φακό πιέζοντας τα μικροσκοπικά βυζάκια της αναμεταξύ τους για να τα κάνει να φαίνονται πιο ογκώδη. Σκέφτηκα ότι οι θηλές της θα ήταν σκούρες, όπως θα ταίριαζε σ’ ένα τέτοιο μελαχρινάκι. Το γατίσιο της πρόσωπο με τα άψογα ζωγραφισμένα αψιδωτά της φρύδια θα ήταν σοβαρό ενώ οι φουσκωτές της χειλάρες μισάνοιχτες, σε μια ανεπαίσθητη γκριμάτσα ντροπιασμένου δέους αναμεμειγμένο με καύλα.

Η Άννα κάρφωσε τα μελιά της μάτια στα δικά μου και για μια στιγμή άστραψαν. Μπορούσε να μαντέψει τί σκεφτόμουν και με ένα σκίρτημα καύλας συνειδητοποίησα ότι την ιντρίγκαρε.

- Εσύ δηλαδή θ’ άφηνες τη Γωγώ να κάνει τέτοια φωτογράφιση;…

μου αντιγύρισε εξυπνακίστικα, δίχως να πάρει το διαπεραστικό της βλέμμα από πάνω μου…

- ενώ θα ήξερες ότι τις φωτογραφίες θα τις δει πολύς κόσμος, γνωστοί και φίλοι της;

- Ναι, φυσικά…

απάντησα δίχως να το σκεφτώ καθόλου. Πέρασα το χέρι μου απ’ τον ώμο της κοπέλας μου και την τράβηξα επάνω μου, δίνοντάς της ένα ηχηρό φιλί.

- Δεν έχουμε τέτοια κολλήματα εμείς. Έτσι δεν είναι, μωρό μου;

Τα μαγουλάκια της Γωγώς κοκκίνησαν ανεπαίσθητα και σήκωσε το ποτήρι της στα χείλη, στραγγίζοντάς το σε μια βαθιά γουλιά, για να κρύψει το πρόσωπό της.

- Οπωσδήποτε. Όλα για την τέχνη…

αστειεύτηκε κάπως αμήχανα ενώ τα μάτια της παρέμεναν στραμμένα κάτω.

- Δηλαδή να σ’ έχω στα υπ' όψιν μου, ε;…

δε δίστασε να χωθεί ο Στέφανος. Τον είδα που έτρωγε την κοπέλα μου με τα μάτια του όπως ακριβώς λίγο πριν έκανα εγώ στη δικιά του.

- Γιατί, πέρα από την πλάκα, σε είκοσι μέρες παραδίδω την πτυχιακή μου κι ακόμα δεν έχω βρει μοντέλο.

- Ναι, αμέ…

απάντησε η Γωγώ με αφοπλιστική φυσικότητα. Δεν ήξερα αν το έλεγε και το εννοούσε ή αν απλώς συμφώνησε αεριτζίδικα για να βγει από τη δύσκολη θέση και να λήξει εκεί την κουβέντα. Πάντως ένιωσα τον πούτσο μου να σκληραίνει απότομα στην ιδέα ότι η γλυκιά και καλή κοπέλα μου ήταν διατεθειμένη να ποζάρει ολόγυμνη για ένα φίλο μας. Ήταν μια εξαίσια πουτανίστικη πτυχή του χαρακτήρα της, την οποία πάντοτε υποπτευόμουν πως είχε και ομολογώ ότι με ερέθιζε πολύ να την εξερευνήσω και να της την καλλιεργήσω. Η Άννα, εντούτοις, έριξε στη Γωγώ μια δολοφονική ματιά κι έσφιξε τα μοβ χείλη της. Ένα γλοιώδες χαμόγελο τρεμόπαιξε στην άκρη του στόματος του Στέφανου και το όλο θέμα έμεινε μετέωρο εκεί.

Τελειώσαμε μια εξάδα μπύρες, τα κορίτσια τελείωσαν το μπουκάλι το κρασί αναμεταξύ τους και έβγαλα και ένα Τζακ, να πλακωθούμε στα σφηνάκια πριν φύγουμε για Εξάρχεια. Ξανά ευχές στο κορίτσι μου, γέλια, κραυγές "άσπρο πάτο" και τα συναφή. Είχα αρχίσει ήδη να μεθάω. Και όταν μεθάω είναι σα να ξυπνάει ο σάτυρος μέσα μου – λες και το αλκοόλ με βαράει στον πούτσο, αντί για το κεφάλι. Χωρίς καν να το συνειδητοποιήσω, το ελεύθερο χέρι μου είχε σκαρφαλώσει ψηλά στο μπούτι της Γωγώς και την χάιδευα εσωτερικά, λίγο πιο μέσα από εκεί που τελείωνε η κοντή της φουστίτσα. Την κοίταξα που κατέβαζε ένα τελευταίο σφηνάκι ουίσκι μονοκοπανιά και συσπούσε το γλυκό της πρόσωπο σε μια ζορισμένη γκριμάτσα καθώς το αλκοόλ κυλούσε καυτό στο λαρύγγι της.

- Λοιπόν, να οργανωθούμε… είπε, τραβώντας απαλά το χέρι μου μακριά.

- Γιατί; Έχεις φάει πολλούς και δεν έχεις ρίξει ούτε έναν;…

την πείραξε ο Κώστας, αναφερόμενος σε μια ατάκα από κάποια παλιά Ελληνική βιντεοκασέτα με χονδροειδή καλαμπούρια για παρτούζες. Γελάσαμε όλοι και η Γωγώ σήκωσε το μεσαίο της δάχτυλο προς τον κολλητό μου, απαντώντας στο πείραγμά του. Ο Κώστας συχνά έλεγε τέτοιες καφρίλες στην κοπέλα μου. Άλλωστε, η Γωγώ ήταν σχεδόν όλη την ώρα σπίτι μας, μαζί μου και αποτελούσε κάτι σαν την άτυπη συγκάτοικό μας. Χαζός δεν ήμουν. Καταλάβαινα ότι ο Κώστας ψιλοφλέρταρε μαζί της, όπως και όποτε μπορούσε. Όμως δε με ενοχλούσε. Για να είμαι ειλικρινής, το απολάμβανα κιόλας. Μου άρεσε να βλέπει και κάποιος άλλος τη Γωγώ όπως εγώ, σαν ωραία και επιθυμητή γκόμενα. Με καύλωνε να ξέρω ότι κι άλλοι θα γούσταραν να την γαμήσουν, όμως εγώ ήμουν εκείνος που κάθε βράδυ τελικά της έσκιζε το μουνάκι και την έκανε να βογκάει τ’ όνομά του.

- Πάει έντεκα και μισή, ρε, συνέχισε η Γωγώ. Πάω μία στην τουαλέτα και άντε, σηκωθείτε να φεύγουμε επιτέλους. Δε θέλω να την βγάλω εδώ όλο το βράδυ... είναι τα γενέθλιά μου στο κάτω-κάτω.

Λέγοντας αυτά, σηκώθηκε απότομα από τον καναπέ. Παραπάτησε προς τα πίσω για μια στιγμή, ζαλισμένη όπως ήταν από το ποτό κι εγώ δεν έχασα την ευκαιρία να της αρπάξω τον κώλο πάνω από τη φούστα, χουφτώνοντας και στηρίζοντάς την ταυτόχρονα. Εκείνη έβγαλε μια μικρή ξαφνιασμένη κραυγή που την έπνιξε σ’ ένα άτακτο γελάκι ενώ και πάλι απόδιωχνε το χέρι μου. Με ερέθιζε πολύ να δοκιμάζω τα όρια της ντροπαλότητας της κοπέλας μου όταν ήμασταν με παρέα, να την κάνω να κοκκινίζει και να χαμηλώνει το βλέμμα και να δείχνω μπροστά σε όλους ότι είναι δικιά μου, ότι μπορώ να της βάζω χέρι όποτε γουστάρω. Καθώς περνούσε από μπροστά μου, της τράβηξα μια σφαλιάρα στην παχουλή κωλάρα της και, παρότι δεν το σκόπευα, ακούστηκε πολύ δυνατά.

- Σταμάτα, ρε…

παραπονέθηκε η Γωγώ και τινάχτηκε μπροστά, επιταχύνοντας τα βήματά της προς το μπάνιο.

- Έλα τώρα που δεν σ’ άρεσε…

κάγχασα εγώ σαν μαλάκας γεμάτος αυτοπεποίθηση.

- Σωστός ιππότης είσαι, μπράβο…

σχολίασε βιτριολικά η Ντιάνα. Βέβαια μου φάνηκε ότι μπορούσα να διακρίνω στη φωνή της και κάτι άλλο πέρα απ’ τον συνηθισμένο της καργιολίστικο σνομπισμό. Κάτι που μου ακουγόταν σαν ζήλεια.

- Εγώ να δεις τί τζέντλεμαν μπορώ να γίνω», πετάχτηκε ο Κώστας, γέρνοντας προς το μέρος της Ντιάνας.

Η κοπέλα συνοφρυώθηκε και τραβήχτηκε προς τα πίσω, βουλιάζοντας στον καναπέ και σταυρώνοντας αμυντικά τα καλλίγραμμα πόδια της.

- Γι’ αυτό κάνουν ουρά τα κορίτσια για σένα, ε;…

γείωσε τον κολλητό μου ανελέητα και δίχως δεύτερη σκέψη. Σηκώθηκα και ίσιωσα το πουκάμισό μου, προσπαθώντας μάταια να το τραβήξω πάνω απ’ τον φουσκωμένο μου καβάλο. Εκείνη τη στιγμή ήμουν πολύ μεθυσμένος και μ’ έτρωγε μια εσωτερική φαγούρα στ’ αρχίδια, καλώντας με να τ’ αδειάσω. Καμία όρεξη δεν είχα να βλέπω τον Κώστα να τρώει τα μούτρα του προσπαθώντας να τουμπάρει το ξινό καργιολάκι που ζαχάρωνε. Χωρίς να πω τίποτα στα παιδιά, κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. Άνοιξα την πόρτα χωρίς να χτυπήσω και μπήκα μέσα. Βρήκα τη Γωγώ μπροστά απ’ τον καθρέφτη, να φρεσκάρει το κραγιόν της.

- Σ’ ένα λεπτό είμαι έτοιμη, μωρό μου…

με διαβεβαίωσε απολογητικά. Την αγκάλιασα από πίσω, πιέζοντας τον μισοκαυλωμένο πούτσο μου επάνω στην αφράτη κωλάρα της. Έσκυψα και τη φίλησα στο λαιμό.

- Έλα, σταμάτα… νιαούρισε με νάζι.

- Σου είπα τί όμορφη που είσαι απόψε;…

της ψιθύρισα στο αυτί καθώς συνέχιζα να τρίβω τον πούτσο μου, που ολοένα σκλήραινε και πιο πολύ, ανάμεσα στα κωλομάγουλα της λέγοντας...

- Σκέτη καύλα είσαι!

Με την άκρη της γλώσσας μου έπαιξα το λοβό του αυτιού τους ενώ συνέχιζα να τη φιλάω ηχηρά στο λαιμό. Το ένα μου χέρι σκαρφάλωσε στο στήθος της και χούφτωσα σφιχτά την αριστερή της βυζάρα ενώ με το άλλο τη σήκωσα τη τζιν φούστα και άρχισα να της μαλάζω τα τροφαντά κωλομέρια.

- Σταμάτα, ρε Δημήτρη, διαμαρτυρήθηκε ξέπνοα η Γωγώ. Μας περιμένουν τα παιδιά.

- Ασ' τους να περιμένουν, μωρό μου. Σε θέλω!

Ο πούτσος μου ολοένα και πρηζόταν. Άρχισα να ξεκουμπώνω αδέξια τη ζώνη του παντελονιού μου και ταυτόχρονα η χούφτα μου γλίστρησε ανάμεσα στα πόδια της κοπέλας μου. Εκείνο το βράδυ φορούσε ένα αραχνοΰφαντο λεοπάρ τάνγκα. Τα ακροδάχτυλά μου εντόπισαν την σχισμή της Γωγώς πάνω απ’ το λεπτό ύφασμα και άρχισαν να τρίβουν. Ήταν ήδη υγρή η πουτάνα, κι ας μου το έπαιζε ότι δεν ήθελε. Ένας πνιχτός αναστεναγμός ξέφυγε απ’ τα υγρά, κόκκινα χείλη της όταν ο δείκτης μου εντόπισε την κλειτορίδα της.

Με έντονες, ρυθμικές κινήσεις άρχισα να μαλακίζω το κορίτσι μου, σπρώχνοντας το εσώρουχό της βαθιά μέσα στις υγρές πτυχές του καλοξυρισμένου της μουνιού. Έχοντας επιτέλους λύσει τη ζώνη μου, άφησα το παντελόνι μου να πέσει γύρω από τους αστραγάλους μου. Ο πούτσος μου ήταν πια πέτρα και εξείχε απ’ το μποξεράκι μου. Τον έβγαλα έξω και τον πίεσα ανάμεσα στα φαρδιά κωλομέρια της Γωγώς, γλιστρώντας τον πάνω-κάνω.

Στην αντανάκλαση του καθρέφτη είδα τη Γωγώ να κλείνει τα μάτια της και να δαγκώνεται όταν ένιωσε την καυτή μου ψωλή επάνω στο δέρμα της. Δεν θα έλεγα ότι τον έχω πολύ μεγάλο αλλά ούτε και πολύ μικρό. Όσο πρέπει.

- Σταμάτα…

ψέλλισε λάγνα αλλά δεν το εννοούσε. Ήδη έσκυβε μπροστά, με τα χέρια της να στηρίζονται στο νιπτήρα του μπάνιου και τούρλωνε τον κώλο της προς το μέρος μου για να με διευκολύνει.

- Θα μας ακούσουν…

πρόσθεσε, γυρίζοντας να με κοιτάξει. Το στρογγυλό της πρόσωπο ήταν αναψοκοκκινισμένο από καύλα.

- Ας μας ακούσουν, δεν πειράζει…

της είπα εγώ ενώ της έκανα το μουσκεμένο εσώρουχο στην άκρη και καθοδηγούσα το πρησμένο μου πουτσοκέφαλο στο άνοιγμα της τρυπούλας της, τρίβοντάς το στα βελούδινα, εσωτερικά της μουνόχειλα για να μαζέψω όσα περισσότερα απ’ τα υγρά της μπορούσα.

- Νομίζεις ότι ο Κώστας δε σ’ ακούει κάθε φορά που σε γαμάω και είναι κι αυτός στο σπίτι; Τώρα θα σ’ ακούσουν και οι άλλοι, θα μάθουν τί καλό πουτανάκι είσαι.

Με ένα αποφασιστικό τίναγμα των γοφών μου βύθισα τους πρώτους πέντε του καυλιού μου μέσα στη μουσκεμένη μουνάρα της κοπέλας μου. Της ξέφυγε μια κοφτή κραυγή.

- Πάλι δεν θα βάλεις προφυλακτικό;… ψιθύρισε λίγο ανήσυχα.

- Αφού το ξέρεις, καύλα μου. Το μουνάκι σου με τρελαίνει, θέλω να νιώθω κάθε εκατοστό όταν είμαι μέσα σου.

Της έμπηξα βίαια και τον υπόλοιπο πούτσο μου. Τα λεία μουνόχειλα της κοπέλας μου άνοιξαν διάπλατα καθώς τεντώνονταν και τυλίγονταν γύρω του. Το αίσθημα της απότομης, βαθιάς διείσδυσης ήταν καθηλωτικό. Βογκήξαμε και οι δύο δυνατά και αναίσχυντα. Άρπαξα τα ψωμάκια στους φαρδιούς της γοφούς και άρχισα να της τον βάζω και να της τον βγάζω με αργά, δυνατά καρφώματα. Κάθε φορά που τον τραβούσα έξω, το πουτσοκέφαλο μου έφτανε στο άνοιγμα της τρυπούλας της κι ύστερα ολόκληρη η κρεατόβεργα μου βυθιζόταν και πάλι στη στενή μουνάρα της, μέχρι τ’ αρχίδια. Η Γωγώ έριξε το κεφάλι της προς τα πίσω και κάλυψε το στόμα της με το χέρι, προσπαθώντας να πνίξει τα ηδονικά αναφιλητά που ανέβαιναν στο λαιμό της.

- Σ’ αρέσει, καυλιάρα;… της γρύλισα χαμηλόφωνα μέσα από σφιγμένα δόντια.

- Μχμ…

αναστέναξε εκείνη όσο πιο σιγανά μπορούσε.

- Να σ’ ακούσω, να το λες…

επέμεινα καθώς δούλευα το καυλί μου μέσα-έξω στη σχισμούλα της.

- Μ’ αρέσει να με γαμάς, μωρό μου…

βόγκηξε η Γωγώ γυρίζοντας το πρόσωπό της προς το μέρος μου και ανοίγοντας τα πόδια της λίγο παραπάνω για να με πάρει πιο βαθιά μέσα της.

- Έτσι, να το λες να σ’ ακούω. Ν’ ακούνε κι οι άλλοι μέσα τί καλή πουτάνα που είσαι!

Η κοπέλα μου αναστέναξε μεγαλόφωνα, καταλαβαίνοντας τί ήθελα να κάνει. Το προσωπάκι της ήταν κατακόκκινο από καύλα και από ντροπή, ξέροντας ότι οι φίλοι μας σίγουρα την άκουσαν εκείνη τη φορά. Ότι ενστάσεις κι αν είχε πριν, εξαφανίστηκαν μπροστά στην επιθυμία της να με ευχαριστήσει, να με καυλώσει, συναινώντας στη φαντασίωσή μου. Άρχισα να της τον δίνω ολοένα και πιο έντονα. Έβαλα τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά της και την ανάγκασα να τα ανοίξει περισσότερο, στήνοντάς τη σε ημιδιάσταση μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου ενώ την γαμούσα.

- Η καλύτερη πουτάνα είμαι… είπε λαχανιασμένα. Η καλύτερη πουτάνα για σένα, μωρό μου!

Με τρέλαινε ν’ ακούω το αθώο και ντροπαλό κοριτσάκι μου να μιλάει έτσι βρώμικα. Της άρπαξα τα μαλλιά και τράβηξα το αναψοκοκκινισμένο μουτράκι της προς το μέρος μου. Τη φίλησα άγρια, χώνοντας τη γλώσσα μου βαθιά στο στόμα της. Η Γωγώ ανταπέδωσε το φιλί με πάθος, δουλεύοντας την δική της γλώσσα ακατάπαυστα επάνω στη δικιά της. Πλέον, της τον κάρφωνα μανιασμένα. Κάθε μπήξιμο του πούτσου μου στην μουσκεμένη μουνάρα της έκανε τα αφράτα της κωλομέρια να τρεμουλιάζουν λες και ήταν φτιαγμένα από ζελέ. Τα λαγόνια μου χτυπούσαν επάνω της ηχηρά και τα βαριά μου αρχίδια, όπως ταλαντεύονταν απ’ τη φόρα που είχα, την σφαλιάριζαν κάθε τόσο στα μουνόχειλα.

- Πουτάνα σωστή θέλω να είσαι, για όλους…

βόγκηξα μέσα στην παραζάλη της καύλας μου. Έσφιξα τα μαλλιά της στη χούφτα μου, τραβώντας δυνατά, και με το ελεύθερο χέρι μου άρχισα να της τις βρέχω απανωτά στον κώλο. Η Γωγώ αναστέναζε και κλαψούριζε από ηδονή. Τα υγρά της έτρεχαν ποτάμι και το ατσαλωμένο καυλί μου της άνοιγε τη μουνάρα δίχως να βρίσκει την παραμικρή αντίσταση.

- Ναι, μωρό μου! Ότι θες θα είμαι για σένα… ναι! Αχ! Έτσι, μη σταματάς! Έτσι!

- Πες το! Πες τί θα είσαι!

- Πουτάνα… πουτάνα για όλους… θα τους λες να με γαμάνε κι εγώ δε θα φέρνω αντίρρηση… αχ! Ναι, έτσι, βαθιά!

- Αν σ’ έβλεπαν τώρα τα παιδιά να γαμιέσαι, έτσι, σαν ξεπούτανο που είσαι, τί θα έλεγαν;

- Ότι είμαι μια γαμιόλα! Μια γαμιόλα του καθενός! Αχ! Όλο, καργιόλη… όλο το θέλω μέσα!

Ένιωσα τα τοιχώματα του κόλπου της να συσπώνται και να σφίγγουν την ψωλή μου σα μέγγενη. Η κοπέλα μου αναλύθηκε σε άναρθρες τσιρίδες οργασμού με μισάνοιχτα χείλη και τα γόνατά της λύγισαν καθώς έχυνε σαν τρελή. Ούτε κι εγώ μπορούσα να κρατηθώ άλλο. Τραβήχτηκα έξω την τελευταία στιγμή μ’ έναν υγρό ήχο κι άρχισα να χύνω. Κορδόνια πηχτού σπέρματος εκτινάχτηκαν με δύναμη επάνω στην καλογαμημένη σχισμούλα της και απλώθηκαν παντού τριγύρω, πασαλείφοντας με τα χύσια μου την παχουλή κωλάρα της.

- Παρ’ τα, πουτάνα… γκάριξα, αδιαφορώντας για τα παιδιά που μας άκουγαν. Παρ’ τα, καργιόλα! Σε χύνω!

- Δωσ’ τα μου όλα, έτσι, δωσ’ τα μου…

αναστέναξε η Γωγώ ενώ το με το χέρι της, απλωμένο προς τα πίσω, μου χάιδευε τ’ αρχίδια λες για να τα στραγγίσει, να σιγουρευτεί πως ούτε μια σταγόνα δεν θα πήγαινε χαμένη.

- Χύσε με, την πουτάνα!

Μείναμε ακίνητοι για μερικές στιγμές, βαριανασαίνοντας, εγώ με τον πούτσο μου ακουμπισμένο στα ψωλοχυμένα κωλομάγουλα της Γωγώς κι εκείνη με τα πόδια ανοιχτά. Ύστερα φιληθήκαμε παθιασμένα και αρχίσαμε να ντυνόμαστε, ανταλλάζοντας λάγνα, συνωμοτικά βλέμματα.

- Χάλια μ’ έκανες, μωρό μου…

είπε η Γωγώ, διαπιστώνοντας ότι το τάνγκα της ήταν μουσκεμένο και γεμάτο απ’ τα χοντράδια μου.

- Δε μπορώ… θα το βγάλω.

- Και στο μαγαζί; Δε θα φοράς τίποτα από μέσα;…

τη ρώτησα εγώ καθώς της τραβούσα το εσώρουχο κάτω, για να την βοηθήσω να το ξεφορτωθεί.

- Ε, αφού δεν έχω άλλο μαζί μου. Τί να κάνω;…

γέλασε κι έκανε να πάρει ένα μωρομάντηλο, να σκουπιστεί.

- Όχι, μωρό μου, τη σταμάτησα, πιάνοντάς της το χέρι. Έτσι θα τ’ αφήσεις τα χύσια μου στη μουνάρα σου, να είσαι πασαλειμμένη όλο το βράδυ, να το ξέρω και να καυλώνω.

- Μα, θα τρέξουν…

διαμαρτυρήθηκε ναζιάρικα. Ήταν φανερό ότι η ιδέα την ερέθιζε όσο κι εμένα, αν όχι περισσότερο.

- Και τί φοβάσαι; Μην το δουν τα παιδιά και σκεφτούν τί πουτάνα είσαι; Αφού ήδη σε άκουσαν να λες ότι είσαι γαμιόλα…

της θύμισα, χαρίζοντάς της ένα γλοιώδες χαμόγελο.

Συνεχίζεται...



Copyright protected OW ref: 153367