Ο βιασμός μου από τους γαμιάδες μπασκετμπολίστες (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 2.75 (2 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Ο βιασμός μου από τους γαμιάδες μπασκετμπολίστες

Οι μέρες περνούσαν και εγώ εμένα κλεισμένη στο σπίτι και προσπαθούσα να μαζέψω τα κομμάτια μου. Αισθανόμουν ένα ράκος ψυχολογικά και σωματικά. Σιχαινόμουν τον εαυτό μου για κάποιο ανεξήγητο λόγο. Έμπαινα στο ντους και έτριβα το δέρμα μου με ένα σκληρό σφουγγάρι μέχρι που ερεθιζόταν και με πονούσε. Καθόμουν κάτω από το νερό για ώρα κλαίγοντας μέχρι που πάγωνε. Φορούσα το μπουρνούζι μου και έπεφτα σε λήθαργο για ώρες… πολλές ώρες. Σηκωνόμουν για να πιω λίγο νερό ίσως, έτρωγα ελάχιστα, κι όταν άρχισαν να τελειώνουν τα τρόφιμα στο σπίτι έπρεπε αναγκαστικά να βγω για ψώνια. Πίεσα πολύ τον εαυτό μου για να το κάνω.

Στη φίλη μου τη Σοφία είχα πει ότι έφυγα έκτακτα για την Αθήνα με τη δικαιολογία ότι η γιαγιά μου είχε χειροτερέψει. Τι να της έλεγα, ότι με βίασε μια ολόκληρη ομάδα μπάσκετ εξαιτίας της; Ή ότι είχα ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή τον άντρα που ευθύνεται εν μέρη για την κατάσταση μου ενώ την ίδια ώρα τον γλυκοκοίταζε και εκείνη και με παρακαλούσε να της κάνω κατάσταση; Είχα μπλέξει άσχημα. Ήθελα από τη μια να εξαφανιστώ, ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί κι απ την άλλη φούντωνε μέσα μου μια οργή, που ούτε μπορούσα ούτε είχα τη δύναμη να εκφράσω. Ήμουν απελπισμένη. Δεν ήξερα τι να κάνω. Αναρωτιόμουν αν όσα συνέβησαν μου άξιζαν, αν όντως είχα φταίξει ή αν πλήρωνα παλιές αμαρτίες. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα θα πάνε καλά, όλα θα φτιάξουν κάποια στιγμή. Έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου το συντομότερο, δεν έπρεπε να καταλάβει κανείς, δεν έπρεπε να μάθει κανείς και προπάντων οι δικοί μου. Μετά βίας ακουγόμουν φυσιολογική στο τηλέφωνο και το έκλεινα βιαστικά δήθεν ότι έχω δουλειά και βιαζόμουν.

Τα έβλεπα όλα μαύρα, ότι η ζωή για μένα είχε τελειώσει, αλλά έπρεπε να συνεχίσω γι’ αυτούς που αγαπάω κουβαλώντας για πάντα αυτό το φορτίο. Κι έπρεπε να το κουβαλήσω μόνη μου, δε μπορούσα να το μοιραστώ, δε γινόταν, ντρεπόμουν, φοβόμουν, για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα ανάμεικτα μέσα μου όλα τα άσχημα συναισθήματα μαζεμένα και τόσο έντονα, που είπα στον εαυτό μου ή θα πεθάνεις ή θα σηκωθείς να το παλέψεις. Όσο και όπως μπορείς. Θα το θάψεις τόσο βαθιά που κάποτε θα το ξεχάσεις. Δεν είχα άλλη λύση.

Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι σέρνοντας τα πόδια μου και μπήκα κάτω απ’ το νερό. Το γύρισα στο κρύο για να με τονώσει και να με ξυπνήσει κάπως. Ευχόμουν να ήταν εφιάλτης και να ξυπνούσα αλλά δεν ξύπνησα. Βγήκα απ’ το μπάνιο και πρέπει όντως να με αναζωογόνησε το κρύο νερό. Φόρεσα πάνω μου ότι πιο άχαρο είχα στη ντουλάπα μου και βγήκα να πάω να ψωνίσω μερικά πράγματα. Δεν είχα καμία όρεξη, όμως έπρεπε να το κάνω. Όπως επίσης έπρεπε οπωσδήποτε να βρω μια νέα δουλειά γιατί σε λίγο δε θα μπορούσα να καλύψω ούτε τα απαραίτητα έξοδα. Πήρα και τη Σοφία τηλέφωνο να την ενημερώσω ότι επέστρεψα για να αποφύγω δράματα σε περίπτωση τυχαίας συνάντησης.

- Επιτέλους ρε κορίτσι μου, λίγο ακόμα και θα κατέβαινα εγώ στην Αθήνα! Μου έλειψες ρε. Κι έχω κάτι νέα ζουμερά και λαχταριστά! Νομίζω βρήκα τον έρωτα της ζωής μου Μελίνα! Άρα δε σου κρατάω μούτρα που δεν κατάφερες να πάρεις το κινητό του Αλέξη… τη γλίτωσες! Κι όλος δικός σου… άμα γουστάρεις δηλαδή! Μελίνα; Είσαι εδώ; Μ’ ακούς;

- Ναι..σ’ ακούω.

- Είσαι καλά; Συγνώμη μέσα στο ενθουσιασμό μου δεν σε ρώτησα. Πως είναι η γιαγιά σου; Όλα καλά;…

με ρώτησε με φανερή ανησυχία στη φωνή της. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα και τα έσφιξα τόσο δυνατά για να τα διώξω που με πόνεσαν. Για μερικά δευτερόλεπτα είχα ένα κόμπο στο λαιμό και αδυνατούσα να απαντήσω. Η φωνή μου δεν έβγαινε.

- Μελίνα μ’ ακούς; Τι συμβαίνει;

- Ναι σ’ ακούω... με συγχωρείς κάνει διακοπές και σε χάνω. Όλα καλά με τη γιαγιά μου. Κοιτά δεν έχω χρόνο, τρέχω, θα σε πάρω να τα πούμε από κοντά.

Έκλεισα το τηλέφωνο πριν προλάβει να πει τίποτα περισσότερο. Ήταν παράξενη η συμπεριφορά μου και σίγουρα το ένιωσε, όμως ήταν το καλύτερο που μπορούσα εκείνη τη στιγμή και μετά τα όσα μου είπε. Σα να έριξε αλάτι στις πληγές μου. «Όλος δικός σου..» λέει.,. για τον άνθρωπο που τριγυρνούσε όλες αυτές τις μέρες στο μυαλό μου και προσπαθούσα μάταια να τον διώξω, να τον σβήσω. Αυτό που με τρόμαζε ήταν ότι παρόλο που αντιλαμβανόμουν το κακό που μου έκανε δεν είχα καταφέρει να τον μισήσω, ούτε να αισθανθώ αποστροφή γι αυτόν. Αντίθετα ένιωθα σα να μου έλειπε που δεν τον έβλεπα αυτές τις εβδομάδες. Και προσπαθούσα να το θάψω αυτό το συναίσθημα χωρίς αποτέλεσμα. Πως την είχα πατήσει έτσι εγώ; Νόμιζα ότι τρελαινόμουν. Πως ήταν να δυνατόν να νιώθω έτσι μετά από όλα αυτά; Απλά προσπαθούσα να μη σκέφτομαι. Να μη σκέφτομαι τίποτα. Όσο περισσότερο κρατούσα απασχολημένο το μυαλό μου τόσο πιο γρήγορα θα ξεχνούσα. Πρέπει να ήμουν σα φάντασμα. Τουλάχιστον αυτό κατάλαβα από την αντίδραση του πρώην αφεντικού μου όταν πήγα να ζητήσω ξανά δουλειά στην καφετέρια που εργαζόμουν πριν πιάσω στο γήπεδο.

- Μελίνα τι έπαθες; Τι χάλια είναι αυτά; Τι σου συνέβη;

Ήταν φανερά σοκαρισμένος. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα προσέξει το ποσό χάλια φαινόμουν. Κουρασμένη, χλωμή και αδυνατισμένη με έντονους κύκλους. Σα να μεγάλωσα απότομα.

- Συγνώμη δεν είχα προσέξει τα χάλια μου. Είχα πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα πολλές μέρες τώρα. Δε σήκωσα κεφάλι γι αυτό είμαι έτσι.

- Καλό το διάβασμα ρε κούκλα μου δε λέω, αλλά όχι να παραμελείς έτσι τον εαυτό σου και την υγεία σου. Κώστα βάλε ένα χυμό πορτοκάλι.

Μου έδωσε το χυμό...ήπια μια γουλιά.

- Σας ευχαριστώ πολύ. Κύριε Δημήτρη χρειάζομαι δουλειά επειγόντως. Το ξέρω ότι εγώ έφυγα όμως τώρα την έχω ανάγκη.

- Νόμιζα ότι βρήκες δουλειά στο γήπεδο… τι έγινε δε σου άρεσε;

- Είναι λίγα τα λεφτά και δε βγαίνω. Σας παρακαλώ δε μπορεί να γίνει κάτι; Ή έστω να με συστήσετε κάπου;

- Ρε κούκλα μου εγώ να σε πάρω. Αλλά δε γίνεται να μου είσαι έτσι τώρα μες τον κόσμο. Πρέπει να κανείς κάτι. Όταν πρώτο ήρθες ήσουνα χαρά θεού. Καταλαβαίνεις...(;)

Αμέσως ντράπηκα και αισθάνθηκα άσχημα..όμως είχε δίκιο.

- Εντάξει, σας το υπόσχομαι! Θα βάλω τα δυνατά μου θα γίνω όπως πρέπει αρκεί να με πάρετε.

- Οκ! Επειδή σ’ έχω συμπαθήσει! Σε περιμένω το Σάββατο να ξεκινήσεις. Ίδια ώρα. Πάρε το χρόνο σου να συνέλθεις.

Σηκώθηκε και σηκώθηκα κι εγώ μαζί του. Τον ευχαρίστησα πολύ που με δέχτηκε πάλι στη δουλειά και έφυγα με λίγο καλύτερη διάθεση. Στο δρόμο ζαλίστηκα και στηρίχτηκα να μην πέσω. Κατάλαβα ότι έπρεπε να πάω στο σπίτι να φάω. Είχα μέρες να φάω κανονικά. Θα έμπαινε σε μια τάξη η ζωή μου και πάλι. Σιγά-σιγά με κόπο και προσπάθεια.

Το Σάββατο έφτασε, μαζί και η ώρα να πιάσω ξανά δουλειά. Φόρεσα ένα εφαρμοστό μαύρο τζιν παντελόνι και ένα εφαρμοστό μπλουζάκι με τιράντες στο ίδιο χρώμα μιας κι έπρεπε να φοράμε μαύρα το προσωπικό. Έπρεπε να προσέξω την εμφάνιση μου αν ήθελα να παραμείνω. Έκανα ένα ελαφρύ μακιγιάζ και χτένισα τα μαλλιά μου σε μια ψηλή κοτσίδα. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Έδειχνα καλύτερα κι αυτό μ’ έκανε αμέσως να νιώσω και καλύτερα. Αποφάσισα να κρατάω τα κλάματα αυστηρά για την ώρα της απομόνωσης μου τα βραδιά. Έφτασα νωρίτερα κι έπιασα δουλειά αμέσως. Είχε αρκετό κόσμο όποτε περνούσε γρήγορα η ώρα κι εγώ ξεχνιόμουν. Συνειδητοποίησα ποσό καλό μου έκανε να δουλεύω. Γύρω στις 22:00 ήρθε στο μαγαζί μια παρέα, ζευγάρια πρέπει να ήταν. Ανάμεσα τους ξεχώρισα έναν ψηλό άντρα και με τρόμο έψαξα με τα μάτια μου το πρόσωπο του. Τον αναγνώρισα! Ήταν ένας απ’ αυτούς! Η καρδιά μου παραλίγο να βγει από το στήθος μου, ζαλίστηκα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Γύρισα απότομα από την άλλη για να μη με δει κι έκανα να φύγω. Θα έλεγα στο αφεντικό μου ότι αισθάνθηκα αδιαθεσία κι έπρεπε να φύγω. Όμως δεν πρόλαβα. Άκουσα μια βαθιά φωνή:

- Κοπέλια να παραγγείλουμε;

Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Γύρισα χωρίς να τους κοιτάζω. Κρατούσα τα μάτια μου χαμηλά στη συσκευή που περνούσα τις παραγγελίες. Νόμιζα πως θα λιποθυμούσα.

- Σας ακούω…

είπα με σχεδόν τρεμάμενη φωνή. Μου έδωσαν την παραγγελία τους και όλη αυτή την ώρα τον ένιωθα που με κάρφωνε με τα μάτια του. Εγώ δεν τόλμησα να σηκώσω το βλέμμα μου ούτε μια στιγμή. Γύρισα και μπήκα μέσα σχεδόν τρέχοντας. Παράτησα το δίσκο πάνω στο μπαρ κι έτρεξα στις τουαλέτες. Κλειδώθηκα και ξέσπασα σε λυγμούς. Στηρίχτηκα στο νεροχύτη και προσπάθησα να ηρεμήσω. Έριξα νερό στο πρόσωπο μου για να συνέλθω και πήρα βαθιές ανάσες. Έπρεπε να αντιμετωπίσω την κατάσταση με ψυχραιμία αλλά ήταν και η πρώτη στιγμή μετά τα όσα πέρασα που αισθάνθηκα ότι δεν ήμουν αρκετά δυνατή και χρειαζόμουν κάποιον δίπλα μου να με στηρίξει. Όμως ήμουν μόνη μου σ’ αυτό. Βρήκα το κουράγιο και βγήκα από την τουαλέτα. Η παραγγελία τους ήταν έτοιμη επάνω στο μπαρ.

- Κώστα σε παρακαλώ μπορείς να τα πας εσύ για μένα; Δεν αισθάνομαι καλά ζαλίζομαι. Φοβάμαι μην τα κάνω μαντάρα.

- Αν τα πάω θα μου υποσχεθείς ότι θα ξεκινήσεις να τρως. Και θα το κανείς μπροστά μου εδώ, κάθε μέρα!

- Εντάξει..το υπόσχομαι.

Ο άλλος σερβιτόρος είχε σχολάσει και ο Κώστας του τηλεφώνησε και του ζήτησε να επιστρέψει έκτακτα για να με καλύψει. Περίμενα λίγη ώρα και μόλις ήρθε του ζήτησα συγνώμη, του είπα ότι θα του το χρωστάω και έφυγα από την πλαϊνή πόρτα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Έτρεχα στο δρόμο σα να με κυνηγούσαν. Όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου ξέσπασα σε κλάματα άρχισα να σπάω ότι έβρισκα γύρω μου και να κλωτσάω τα λιγοστά μου έπιπλα. Μπήκα στο μπάνιο κι έμεινα κάτω απ’ το νερό. Φόρεσα το μπουρνούζι μου και ξάπλωσα όπως ήμουν βρεγμένη και σε κακή ψυχολογική κατάσταση. Ήταν περίπου μεσάνυχτα όταν νόμιζα πως άκουσα το κουδούνι μου να χτυπάει. Δεν ήμουν σίγουρη. Μετά από λίγο ξανά χτύπησε, πιο επίμονα αυτή τη φορά. Σηκώθηκα και πήγα στην πόρτα. Ρώτησα ποιος είναι και μου είπε πως ήταν ο διαχειριστής της πολυκατοικίας. Πλημμύρισε λέει το υπόγειο και πρέπει να ελέγξει κάτι. Δεν είχα ματάκι για να ελέγξω ποιος ήταν, αλλά μέσα στη θολούρα μου αρκέστηκα στα λόγια του.

Μισάνοιξα για να βεβαιωθώ και το σοκ με ξύπνησε. Σάστισα, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ήταν ο Αλέξης! Όχι! Δε μπορεί… λάθος κάνω! Μέσα στο σκοτάδι δε βλέπω καλά είμαι απ’ τον ύπνο. Η αμέσως επόμενη ενστικτώδης αντίδραση ήταν να κλείσω την πόρτα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ή τουλάχιστον να προσπαθήσω να κλείσω την πόρτα, αφού για εκείνον ήταν παιχνιδάκι να με σπρώξει και να μπει μέσα. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και με πλησίασε αργά. Εγώ έκανα βήματα προς τα πίσω. Ίδρωσα… δε νομίζω να φοβήθηκα τόσο πολύ ούτε τότε που με ξέσκισαν όλοι μαζί, όσο φοβόμουν τώρα που τον είχα μπροστά μου, μέσα στο σπίτι μου. Είχα ξεχάσει ποσό μεγαλόσωμος και ψηλός ήταν. Ή μάλλον μέσα στο μικρό μου διαμέρισμα φαινόταν ακόμα πιο τεράστιος.

- Έτσι ανοίγεις την πόρτα;

Συνειδητοποίησα ότι φορούσα μόνο το μπουρνούζι μου και από κάτω ήμουν εντελώς γυμνή. Έσφιξα επάνω μου το μπουρνούζι με όση δύναμη είχα. Δεν έβγαινε λέξη από το στόμα μου. Είχα κοκαλώσει. Άρπαξα το κινητό μου και έτρεξα να κλειδωθώ στην κρεβατοκάμαρα όμως με πρόλαβε με δυο βήματα. Με άρπαξε από τη μέση και με κόλλησε πάνω του. Αισθανόμουν το σώμα του σκληρό και γυμνασμένο. Ένα μικρό κομμάτι του μυαλού μου σκεφτόταν ποσό θα θελα να ήταν τα πράγματα διαφορετικά και να μπορούσα να τον έχω αλλιώς. Άρχισα να τον χτυπάω με τις γροθιές μου αλλά δε φάνηκε να το αισθάνεται καν. Δεν ανοιγόκλεισε ούτε τα βλέφαρα του.

- Άφησε με… τι άλλο θέλεις από μένα;

Τον παρακάλεσα ξεψυχισμένα και προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό που έβλεπα στα μάτια του.. μίσος, πόθος...δεν καταλάβαινα.

- Έφυγες χωρίς να μιλήσουμε και σε έψαξα, αλλά είχες εξαφανιστεί.

- Πως με βρήκες;

Αμέσως κατάλαβα και δεν περίμενα απάντηση. Ο τύπος στην καφετέρια. Προσπάθησα να απεγκλωβιστώ απ’ την αγκαλιά του αλλά μ’ έσφιξε περισσότερο, ένιωσα τα πλευρά μου να πονούν κάτω από τα δάχτυλα του και ήξερα ότι θα γίνονταν μελανιές σε λίγη ώρα.

- Σε παρακαλώ... με πονάς άφησε με…

κλαψούριζα. Έπιασε το χέρι μου και μου πήρε το κινητό. Το έβαλε στην τσέπη του και τότε με άφησε.

- Γιατί το κανείς αυτό;… τον ρώτησα. Τι σου έχω κάνει;

- Γιατί δε μίλησες;…

με ρώτησε επιτακτικά.

- Γι αυτό ήρθες; Ανησυχούσες μήπως μιλήσω; Όπως είδες δεν το έκανα.

- Το θέμα είναι γιατί δεν το έκανες.

- Τι σε νοιάζει; Μια φορά εσύ μπορείς να συνεχίσεις τη ζωή σου ήσυχος. Δεν πρόκειται να πω τίποτα σε κανέναν.

Προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου με κόπο.

- Και τώρα σε παρακαλώ θέλω να φύγεις.

Άπλωσε το χέρι και σκούπισε ένα δάκρυ που κύλισε στο πρόσωπο μου με την ανάστροφη της παλάμης του. Ηλεκτρίστηκα στο άγγιγμα του και με διαπέρασε μια ρίγη. Ένιωσα τις ρώγες μου να σκληραίνουν κάτω από το μπουρνούζι. Με πλησίασε κι εγώ υποχώρησα μέχρι που αισθάνθηκα στην πλάτη μου τον τοίχο. Πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση μου και με τράβηξε πάλι πάνω του. Έσκυψε, με φίλησε στο λαιμό και κατέβηκε αργά στον ώμο μου που είχε αποκαλυφθεί από το μπουρνούζι. Και τότε ένιωσα τη γλώσσα του. Υγρή και καυτή να καίει το δέρμα μου ανεβαίνοντας ξανά στο λαιμό μου. Μου ξέφυγε ένας λυγμός, όμως αυτή τη φορά ήταν από καύλα. Με φίλησε κι έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα μου. Ένιωσα το μουνάκι μου να γεμίσει υγρά. Αμέσως θύμωσα με τον εαυτό μου που ανταποκρινόταν έτσι το κορμί μου στο άγγιγμα του και δε μπορούσα να το ελέγξω. Προσπάθησα να τον σπρώξω αλλά ήταν σα να προσπαθούσα να σπρώξω ένα τοίχο. Όπως με φιλούσε τον δάγκωσα με δύναμη. Έβγαλε μια κραυγή και έκανε ένα βήμα πίσω. Άγγιξε το χείλος του και είδε το αίμα στα δάχτυλα του. Έκανα να φύγω να τρέξω στην πόρτα να βγω στους δρόμους, ίσως πιο πολύ για να ξεφύγω απ’ αυτό που ένιωθα παρά από φόβο για το τι θα ακολουθούσε.

Με άρπαξε από το μπουρνούζι και με τράβηξε. Παραλίγο να πέσω όμως με κράτησε. Η ζώνη μου λύθηκε κι έπεσε στο πάτωμα, το μπουρνούζι μου άνοιξε και τον είδα να με κοιτάει με ένα βλέμμα άγριο, πεινασμένο. Με μια κίνηση το τράβηξε από τους ώμους μου και το έριξε στο πάτωμα. Έμεινα ολόγυμνη μπροστά του, η ανάσα μου κόπηκε. Το βλέμμα του έτρωγε τα βυζιά μου και δεν είχα νιώσει ξανά τις ρώγες μου να σκληραίνουν τόσο. Ένιωθα τόσο εκτεθειμένη και αβοήθητη και για κάποιο λόγο καύλωνα περισσότερο. Μόνο γι’ αυτόν! Πάλευαν δυο κόσμοι μέσα μου! Τον ήθελα από την πρώτη στιγμή, όμως έπρεπε να τον απομακρύνω. Εικόνες από το ξέσκισμα που έφαγα στ’ αποδυτήρια του γηπέδου ξυπνούσαν στο μυαλό μου και ήταν σα να αποκτούσα το σθένος να του αντισταθώ. Με κόλλησε επάνω του γυμνή όπως ήμουν αυτή τη φορά και οι ρώγες μου τρίφτηκαν στο ύφασμα της μπλούζας του και καύλωσα ακόμα περισσότερο. Το κορμί του έκαιγε από κάτω. Αντιστάθηκα στην επιθυμία μου να απλώσω τα χέρια μου να το αγγίξω να τον χαϊδέψω. Ένιωσα τα τεράστια χέρια του να χουφτώνουν τον κώλο μου, με απαλά χάδια στην αρχή και μετά πιο έντονα πιο δυνατά ένιωθα τα δάχτυλα του να με ανοίγουν και να χαϊδεύουν του μουνί και την κωλοτρυπίδα μου. Το χέρι του γέμισε με τα υγρά μου.

Έτρεμα και βογκούσα ξεψυχισμένα με το κεφάλι μου ακουμπισμένο στο στήθος του. Ένιωσα να λυγίζουν τα γόνατα μου από την καύλα. Με σήκωσε και με πήγε στην κρεβατοκάμαρα.

- Σε παρακαλώ...μη μου το κανείς αυτό. Άφησε με... φύγε!

- Δε θέλεις να φύγω! Το μουνάκι σου στάζει για πάρτη μου…

είπε και με κοιτούσε στα μάτια με μια αλαζονεία που με φρίκαρε! Σα να του άνηκα, σα να είχε δύναμη επάνω μου. Που είχε… και το ένιωθα, όμως δεν ήθελα να το παραδεχτώ στον εαυτό μου, ποσό μάλλον να το καταλάβει εκείνος! Θύμωσα περισσότερο με την αδυναμία μου παρά με τα λόγια ή το βλέμμα του. Σήκωσα το χέρι μου να τον χαστουκίσω με όλη μου τη δύναμη αλλά το άρπαξε στον αέρα και μου έσφιξε τον καρπό με δύναμη.

- Είσαι προβλέψιμη. Δε θα σου συνιστούσα να το ξανά δοκιμάσεις όμως…

είπε με αυστηρό ύφος και χαλάρωσε τη λαβή του όταν είδε το μορφασμό από τον πόνο που μου προκαλούσε. Προσπάθησα να τραβήξω το χέρι μου όμως το έσφιξε πάλι.

- Για να σιγουρευτούμε όμως ότι θα είσαι φρόνιμη νομίζω χρειαζόμαστε κάτι ακόμα.

Βγήκε από την κρεβατοκάμαρα και έμεινα εκεί μουδιασμένη σαν υπνωτισμένη να περιμένω την επόμενη κίνηση του. Γύρισε κρατώντας τη ζώνη από το μπουρνούζι μου. Τότε κατάλαβα τι είχε βάλει στο μυαλό του. Δεν ξέρω γιατί προσπάθησα πάλι να του ξεφύγω, αφού ήξερα πιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Μ’ έριξε στο κρεβάτι με δύναμη, ήρθε από πάνω μου και με ακινητοποίησε με το βάρος του σώματος του. Νόμιζα ότι θα με έλιωνε. Άρπαξε τα χέρια μου και τα τέντωσε πάνω απ’ το κεφάλι μου. Τα έδεσε σφιχτά με τη ζώνη στα κάγκελα του σιδερένιου κρεβατιού μου. Προσπαθούσα να ελευθερωθώ χωρίς αποτέλεσμα. Στεκόταν από πάνω μου και με κοιτούσε χαμογελώντας θριαμβευτικά, ενώ εγώ προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου για ακόμα μια φορά. Πλησίασε να με φιλήσει και ενστικτωδώς τον έφτυσα. Τελείως ανέκφραστος γέλασε εύθυμα και σκούπισε το πρόσωπο του. Τον κοίταξα με ένα βλέμμα ικανοποίησης και πριν καλά-καλά το καταλάβω μου έριξε ένα δυνατό χαστούκι και από το στόμα μου βγήκε μια κραυγή χωρίς να το θέλω. Τα μάτια μου με έτσουξαν από τα δάκρυα. Μ’ έπιασε από το λαιμό και μ’ έσφιξε με δύναμη.

- Ζήτα συγνώμη γι’ αυτό που έκανες και θα είμαι επιεικής μαζί σου.

Μου είπε άγριο ύφος ενώ ταυτόχρονα έτριβε με τον αντίχειρα του τη ρώγα μου, με τόση ακριβώς πίεση ώστε να είναι όσο πιο βασανιστικό γινόταν. Δεν άνοιξα το στόμα μου για να μιλήσω παρά μόνο για να αναστενάξω από την απίστευτη καύλα που ένιωθα και τότε έπεσε το δεύτερο χαστούκι, πιο δυνατό από το πρώτο.

- Συγνώμη... σε παρακαλώ συγχώρεσε με!

- Καλά το πας... όσο πιο φρόνιμη και υπάκουη τόσο λιγότερες θα φας.

Έσκυψε και άρχισε να γλείφει το λαιμό μου. Με έγλειψε τόσο πολύ που βογκούσα από καύλα. Νόμιζα πως θα έχυνα μόνο με τη γλώσσα το στο λαιμό μου. Με το στόμα του κολλημένο στο αυτί μου ψιθύριζε ποσό άγρια θα με γαμούσε και θα μου ξέσκιζε το μουνάκι. Με άρπαξε από τα μαλλιά με δύναμη.

- Από τώρα και στο εξής θα είσαι μόνο δίκη μου! Το πουτανάκι μου! Θα σε γαμάω και θα σε ξεσκίζω μόνο εγώ! Το κατάλαβες; Λέγε… το κατάλαβες;

- Ναι! Ναι… το κατάλαβα.

Η φωνή μου έτρεμε.

- Δε σε έχω βγάλει απ’ το μυαλό μου λεπτό. Κάθε βράδυ παίζω τον πούτσο μου για πάρτη σου. Σκέφτομαι την κωλάρα σου, τις ρώγες σου να είναι σκληρές και ορθωμένες από καύλα. Το μουνάκι σου που είναι το πιο ρόζ και σφιχτό μουνάκι που έχω γαμήσει ποτέ. Θέλω να το γαμάω μόνο εγώ! Να είμαι ο γαμιάς σου και το μόνο που να σκέφτεσαι να είναι το καυλί μου και πότε θα έρθω για να σε ξεσκίσω. Μετά απ’ όσα έγιναν έχασα το μυαλό μου. Ποσό μαλάκας ήμουν που άφησα να σε αγγίξουν, να σε γαμήσουν τόσες πούτσες! Έπρεπε να τους είχα διώξει όλους, να σε κρατούσα για πάρτη μου, να σε ξεσκίσω μόνο εγώ! Μου έγινες έμμονη ιδέα! Και τώρα δε σκοπεύω να σε αφήσω έτσι απλά.

Στα λόγια του διέκρινα απειλή. Τρόμαξα και γοητεύτηκα συνάμα. Ανάμεικτα συναισθήματα… φόβος, προσμονή, δεν ήξερα τι να κάνω. Η γλώσσα του κατέβηκε στα βυζιά μου. Με έγλειφε βασανίστηκα και ρουφούσε τις ρώγες μου μια-μια. Νόμιζα ότι θα πεθάνω από την καύλα. Τον παρακαλούσα χωρίς να ξέρω το γιατί. Κι αυτός συνέχιζε για ώρα μέχρι που άρχισα να κλαψουρίζω. Το μουνάκι μου είχε πάρει φωτιά, έσταζε κι ένιωθα τα υγρά μου να τρέχουν στον κώλο μου. Η γλώσσα του διέσχιζε την κοιλιά μου καυτή και εγώ τέντωνα τη λεκάνη μου προς το μέρος του με όλες μου τις δυνάμεις. Ένιωσα ότι θα τρελαινόμουν. Έπρεπε να με πάρει τώρα. Τον χρειαζόμουν μέσα μου. Ήθελα απεγνωσμένα να νιώσω τον πούτσο του να με ανοίγει να με κάνει δική του κι ας πέθαινα. Πρώτη φορά αισθανόμουν έτσι. Τόσο εξαρτημένη, τόσο παραδομένη. Αν έκανε να φύγει θα τον παρακαλούσα, θα τον ικέτευα, θα έκανα ότι μου ζητούσε αρκεί να με ξέσκιζε μια τελευταία φορά. Δεν είχα φανταστεί ποτέ πόση δύναμη μπορούσε να έχει ένας πούτσος επάνω μου. Ενώ κανονικά θα έπρεπε να μη θέλω να ξανά δω ποτέ στη ζωή μου άντρα, εκείνον τον ήθελα απεγνωσμένα και τον ήθελα μέσα μου.

Η γλώσσα του τώρα άρχισε να γλείφει την αποτριχωμένη περιοχή γύρω από το μουνάκι μου. Κατέβηκε από το πλάι και άρχισε να γλείφει τα μπούτια μου, μετά το εσωτερικό των μηρών μου. Πλησίαζε την ερεθισμένη τράπουλα μου όλο και περισσότερο μέχρι που ένιωθα την ανάσα του να πέφτει καυτή επάνω του και με κομμένη την ανάσα περίμενα να νιώσω τη γλώσσα του να παίζει με την κλειτορίδα μου και να βυθίζεται μέσα μου. Ήμουν σίγουρη ότι θα τελείωνα στο στόμα του με το που θα με άγγιζε. Αντ’ αυτού σηκώθηκε όρθιος με μια ηρεμία που δεν πίστευα στα μάτια μου. Εγώ κόντευα να τρελαθώ κι εκείνος απλά σηκώθηκε. Έβγαλε τη μπλούζα του με μια κίνηση. Έβλεπα τους μυς στα χέρια και στο στήθος να συσπώνται και ξεροκατάπια. Το μουνί πλημμύρισε περισσότερο.

- Αλέξη σε παρακαλώ... θα τρελαθώ… κλαψούρισα.

- Με παρακαλείς για πιο πράγμα;… είπε αδιάφορα.

Ήθελε να με ταπεινώσει, ήθελε να με κάνει να το ζητήσω, να τον παρακαλέσω. Ξεκούμπωνε αργά το παντελόνι του.

- Σε θέλω! Σε χρειάζομαι μέσα μου… τώρα…

είπα με σπασμένη φωνή. Εκείνος γέλασε αυτάρεσκα. Είχε πετύχει το σκοπό του. Δεν κατέβασε το παντελόνι του, το άνοιξε μόνο τόσο ώστε να πεταχτεί έξω ο πούτσος του. Γούρλωσα τα μάτια μου στη θέα του. Δε φορούσε εσώρουχο. Καύλωσα περισσότερο στη σκέψη ότι τον ενοχλούσαν λόγω του μεγέθους του. Ήταν μεγαλύτερος απ’ όσο θυμώνουν. Ήρθε από πάνω μου και άρχισε πάλι να ρουφάει τις ρώγες μου έντονα. Αυτή τη φορά όμως ένιωθα τον πούτσο του να με αγγίζει στην κοιλιά μου και τα αρχίδια του ακουμπούν το μουνί μου. Έκαιγε. Δεν άντεχα άλλο! Τεντωνόμουν σαν τόξο για να τον νιώσω περισσότερο. Συνέχιζε να με γλύφει ατάραχος σα να μη συνέβαινε τίποτα. Με βασάνιζε και το διασκέδαζε. Εξοργίστηκα!

- Μόνο αυτό μπορείς να κάνεις ρε ΜΑΛΑΚΑ; Μέχρι εκεί φτάνεις; ΑΧΡΗΣΤΕ! ΨΕΥΤΟΓΑΜΙΑ!

Πριν το καταλάβω έφαγα ένα δυνατό χαστούκι. Δάγκωσα τα χείλη μου για να μετριάσω το τσούξιμο που αισθάνθηκα. Δεν έβγαλα λέξη. Με γύρισε απότομα μπρούμυτα με μια απλή κίνηση. Ένιωσα σα να ήμουν το παιχνίδι του. Μου έκανε ότι ήθελε κι εγώ ήμουν ανήμπορη να αντιδράσω. Με έστησε στα τέσσερα με το κεφάλι μου κολλημένο στο στρώμα και μου άνοιξε καλά τα πόδια έτσι ώστε να έχει όσο το δυνατόν καλύτερη θέα στις τρύπες μου.

- Αυτό μη νομίζεις ότι θα περάσει έτσι απλά.

Δεν πρόλαβα να καταλάβω τι γίνονταν, ένιωσα μόνο το χέρι του να προσγειώνεται με δύναμη στον κώλο μου κι εγώ να φωνάζω απ τον πόνο και να μαζεύω τα γόνατα μου προς τα μέσα για να καλύψω όσο μπορώ το πονεμένο μου κωλαράκι. Με άρπαξε και με έστησε ξανά στην ίδια στάση.

- Όσες φορές κουνηθείς θα φας τα τριπλά χαστούκια. Γι’ αυτό σου συνιστώ να μείνεις εντελώς ακίνητη.

Μου φώναξε άγρια και ένιωσα ξανά το χέρι του να με χτυπάει. Δάγκωνα το μαξιλάρι μου και βογκούσα από τον πόνο, όμως η καύλα μου έμενε αμείωτη! Δεν ξέρω αν ήταν ξωφαλτσες ή επίτηδες αλλά χτυπούσε και το μουνί μου σε κάποια από τα’ απανωτά χαστούκια που μου έριξε. Μετά από λίγο ο κώλος μου είχε μουδιάσει. Από τα δάκρυα δυσκολευόμουν να δω, ήταν όλα θολά. Ξαφνικά ένιωσα το πουτσοκέφαλο του να αγγίζει τη σχισμή μου και η ανάσα μου κόπηκε. Με μια δυνατή κίνηση μου το έχωσε όλο μέσα και ένιωσα να με ανοίγει στα δυο κυριολεκτικά. Έβγαλα μια δυνατή κραυγή πόνου και καύλας κι εκείνος με άρπαξε από τα μαλλιά και μου έκλεισε το στόμα. Συνέχισα να φωνάζω μέσα στο χέρι του. Μου έκλεινε μαζί και τη μύτη. Με ξέσκιζε αλύπητα και μου έκοβε και το οξυγόνο. Μόλις αντιλαμβανόταν ότι ήμουν στα όρια μου, με άφηνε να πάρω μια-δυο λυσσασμένες αναπνοές και μου έκλεινε ξανά τον αέρα. Νόμιζα πως θα εκραγώ! Έχυνα και εκείνος συνέχιζε να με γαμάει χωρίς τελειωμό, χωρίς να αλλάζει ρυθμό και έχυνα ξανά και ξανά και ξανά πάνω στον πούτσο του. Πίστευα πως θα πεθάνω εκεί, την ώρα που με ξέσκιζε.

- Είδες τι μπορεί να κάνει ο ΜΑΛΑΚΑΣ μωρή ΚΑΡΓΙΟΛΑ; Ε; Είδες τι μπορεί να κάνει ο ΨΕΥΤΟΓΑΜΙΑΣ; Θα σε ανοίξω στα δύο! Θα σε λιώσω! Θα προσκυνάς τον πούτσο μου και θα τον φοβάσαι μαζί!

Τα χαστούκια στον κώλο μου έπεφταν βροχή όμως η αίσθηση της ψωλάρας του μέσα μου ήταν το μόνο που αισθανόμουν. Νόμιζα πως θα έβγαινε από το στόμα μου. Δεν ξέρω αν ήμουν φτιαγμένη σωματικά για έναν τέτοιο άντρα, για να δεχτώ μέσα μου μια τέτοια πούτσα… δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι τον είχα ερωτευτεί όσο κανέναν άλλον μέχρι τώρα. Έχανα το μυαλό μου μάλλον. Δε μπορούσα να το εξηγήσω.

- ΠΑΡ’ ΤΑ! Παρ’ τα όλα μωρή πουτάνα! Μέσα στο μουνί σου όλο το ψωλόχυμα. Να σηκωθείς και να τρέχει απ’ το μουνί σου το ψωλόχυμα μου στα μπούτια σου. Θα σε χύσω από πάνω μέχρι κάτω. Δε θα κανείς μπάνιο έτσι θα μείνεις. Μέχρι να ρουφήξει το δέρμα σου και την τελευταία σταγόνα μου.

Με γύρισε πάλι ανάσκελα και ήρθε και έχωσε το καυλί του στο στόμα του αφού το έτριψε πρώτα με δύναμη στο πρόσωπο μου.

- Καθάρισε το καλά πουτανάκι μου κατάλαβες; Αλλιώς θα πέσει ξύλο!

Τον έγλειφα και τον ρουφούσα, προσπαθούσα να τον ευχαριστήσω και να τον ικανοποιήσω με βαθύτερο φόβο να μην τον χάσω παρά από φόβο για το ξύλο. Τον ένιωθα να σκληραίνει αμέσως στο στόμα μου και τότε άρχισε να μου το γαμάει με δύναμη και να με πνιγεί. Βγήκε από το στόμα μου και μου και τον ακούμπησε πάλι στο μουνί μου. Ένιωσα πως δε θ’ άντεχα πάλι. Πήρε τα πόδια μου και το ακούμπησε στους ώμους του καθώς έπεφτε προς τα πάνω μου και με μια γρήγορη κίνηση τον έχωσε πάλι μέσα μου. Ένιωσα το ξέσκισμα πιο έντονο αυτή φορά. Φώναζα, τον παρακαλούσα κι εκείνος μ έβριζε, έφτυνε τις ρώγες μου και τις έτριβε με την ίδια πίεση. Είχαν πρηστεί περισσότερο από ποτέ κάτω από τα δάχτυλα του. Αφού έχυσα για πολλοστή φορά βγήκε από μέσα μου και ήρθε και άδειασε τον πούτσο του στο στόμα μου και στα βυζιά μου πασαλείβοντας τα με τα χέρια του στο πρόσωπο και στο κορμί μου. Ένιωσα και τις τελευταίες δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν. Έτρεμα και ζαλιζόμουν. Ήταν όλα θολά. Αισθάνθηκα τα χέρια του να λύνουν τη ζώνη που με είχε δέσει. Τα χέρια μου έπεσαν σαν άψυχα στο κρεβάτι. Τα πήρε στα χέρια του και άρχισε να τρίβει τους καρπούς μου. Πρέπει να είχαν ερεθίσει αρκετά γιατί με πονούσαν.

Ξάπλωσε δίπλα μου και με πήρε στην αγκαλιά του τόσο τρυφερά σα να ήμουν ξαφνικά κάτι πολύτιμο. Έκλαψα σιωπηλά και κοιμήθηκα στην αγκαλιά του τόσο βαθιά, και για πρώτη φορά μετά από τον ομαδικό βιασμό μου κοιμήθηκα χωρίς να ξυπνήσω καθόλου μέσα στη νύχτα από άσχημα όνειρα. Τον είχα ερωτευτεί. Δεν ξέρω αν ήταν σωστό ή λάθος, δε μιλούσε η λογική μου. Ήξερα μόνο ότι ήμουν ερωτευμένη και τον ήθελα στη ζωή μου με οποιοδήποτε κόστος. Όταν ξύπνησα έλειπε από δίπλα μου. Το αναζήτησα αλλά δεν τον βρήκα πουθενά στο σπίτι. Ούτε είχε αφήσει κάποιο σημείωμα αυτή τη φορά. Δεν είχα καν το κινητό του. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου, ένιωσα ένα κενό. Δε μπορεί να με παράτησε έτσι απλά. Μ’ έπιασε πανικός! Έπρεπε να τον βρω! Να τον παρακαλέσω! Ήμουν διατεθειμένη να κάνω ότι κι αν μου ζητούσε. Μετά πίεσα τον εαυτό μου να ηρεμήσει. Έπρεπε να κάνω υπομονή. Να περιμένω λίγο! Δε μπορεί να έφυγε έτσι!

Περίμενα, αλλά όσο περνούσε η ώρα απελπιζόμουν. Πήρα άδεια από τη δουλειά, ακόμα δεν είχα ξεκινήσει, λόγω «αδιαθεσίας» μου. Δεν είχα τη δύναμη να δουλέψω. Ένιωθα διαλυμένη. Κατά τις 23:00 χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ένα άγνωστο νούμερο. Το σήκωσα και άκουσα τη φωνή του στην άλλη άκρη της γραμμής. Ήταν εκείνος! Γέμισα χαρά και προσμονή και δεν πίστευα ότι ένιωθα ξανά έτσι.

- Αλέξη; Που είσαι; Ξύπνησα και δεν ήσουν εδώ. Ανησύχησα.

- Ανησύχησες; Γιατί ανησύχησες;…

ρώτησε αυτάρεσκα. Ήξερε… όμως ήθελε να ακούσει.

- Ανησύχησα πως έφυγες για πάντα, ότι δεν θα σε ξανά έβλεπα…

είπα χαμηλόφωνα και αμέσως ντράπηκα κι ένιωσα τόση ταπείνωση.

- Νομίζω κάτι σου είπα εχθές. Θέλω να είμαι ο μοναδικός που θα ξεσκίζει και θα πηδάει το μουνάκι σου και όλες σου τις τρύπες. Θέλω να είσαι το πουτανάκι μου. Δεν θέλω να αντιληφθώ πάρε-δώσε με κανέναν άλλο μαλάκα γιατί θα την πληρώσει κι αυτός κι εσύ! Κι όταν λέω ότι θέλω να είσαι το πουτανάκι μου το εννοώ. Θέλω να υπακούς δεν κάθε τι που θα σου λέω, ότι κι αν είναι αυτό.

Είχα παγώσει. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ήξερα μόνο ποσό τον ήθελα.

- Ναι… θα το κάνω…

είπα χαμηλόφωνα και σα να τον ένιωσα να χαμογελάει θριαμβευτικά.

- Θα έρθω από το σπίτι σου… έχω κλειδί πλέον.

Πέταξα από τη χαρά μου. Ούτε καν με ενδιέφερε πως έβγαλε κλειδί. Ίσα-ίσα χάρηκα περισσότερο. Σήμαινε ότι θα ερχόταν συχνά στο σπίτι μου.

- Θέλω να αλείψεις το κορμί σου από πάνω μέχρι κάτω με λάδι, μην τολμήσεις να χύσεις μόνη σου και φρόντισε να σε βρω έτσι γυμνή πεσμένη στα γόνατα δίπλα στο κρεβάτι όταν έρθω. Δεν ξέρω σε πόση ώρα θα είμαι εκεί. Αλλά φρόντισε να σε βρω έτσι!

Έκλεισε το τηλέφωνο κι έμεινα να κοιτάζω το κινητό μου αποσβολωμένη. Κι όμως καύλωσα στην ιδέα. Έτρεξα να ετοιμαστώ για να με βρει όπως ακριβώς μου ζήτησε.



Copyright protected OW ref: 151908