Εκ-βιασμός στις διακοπές (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από np77
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.60 (10 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Εκ-βιασμός στις διακοπές

Οι μέρες μετά το ξέσκισμα από τον Στέλιο πέρασαν πολύ γρήγορα και πολύ όμορφα, οι διακοπές μας συνεχίστηκαν και τελείωσαν κανονικά λες και δεν είχε συμβεί τίποτα, βέβαια η Μαρία κάποιες φορές, όχι πολλές, χανόταν σε σκέψεις, τη βασάνιζε το γεγονός όπως φαινόταν. Δεν ήξερα τι σκεφτόταν, ήμουν σίγουρος όμως, σύμφωνα και με αυτά που συζητήσαμε την άλλη μέρα από το συμβάν, ότι δε θα το άφηνε έτσι, κάτι ήθελε να κάνει, φαινόταν αλλά τι της ερχόταν στο μυαλό δε μου έλεγε. Γυρίσαμε στην Αθήνα και στις δουλειές μας και αρχίσαμε να μπαίνουμε πάλι στη ρουτίνα της καθημερινότητας. Πίστευα πως με τη δουλειά και το καθημερινό τρέξιμο και η Μαρία θα ξεχνιόταν τελείως και δε θα έκανε τίποτα γιατί όσο να 'ναι κι εγώ ανησυχούσα. Δεν είχα δίκιο όμως, η Μαρία μάλλον χειροτέρεψε, γυρνούσε σπίτι και το μυαλό της ήταν αλλού, ώσπου αποφάσισα να την πιέσω να μου πει τι είχε στο μυαλό της για να τη βοηθήσω. Έτσι ένα απόγευμα που την είδα να βυθίζεται στις σκέψεις πάλι την ρώτησα:

- Έλα βρε μωράκι μου, δε μπορώ να σε βλέπω έτσι, μίλα μου, πες μου τι σκέφτεσαι.

- Δε σκέφτομαι τίποτα.

- Ε πως; Αφού σε βλέπω, το μυαλό σου είναι αλλού.

- Εντάξει… κάτι σκέφτομαι αλλά ακόμα δε το χω τελειοποιήσει στο μυαλό μου.

- Τι εννοείς; Ετοιμάζεσαι για κάτι;

- Ναι, θέλω να κάνω αυτόν τον μαλάκα να μετανιώσει για τον τρόπο του.

- Και τι έχεις στο μυαλό σου δηλαδή, τι θα μπορούσες να του κάνεις για να τον εκδικηθείς;

- Σκέφτομαι όταν ξαναεμφανιστεί, γιατί είμαι σίγουρη ότι θα με ξαναπάρει τηλέφωνο, να βγω κάπου μαζί του, να τον κάνω να καυλώσει τόσο πολύ που να θέλει σαν τρελός να με γαμήσει αλλά στο τέλος να τον παρατήσω στα κρύα του λουτρού και να μείνει με το πουλί στο χέρι.

- Καταλαβαίνεις ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο, αυτός είναι πολύ περπατημένος και συ όχι τόσο, με ένα ποτηράκι παραπάνω μεθάς και δε ξέρεις τι κάνεις και το ξέρει και αυτός αυτό. Πως λοιπόν θα τον αφήσεις με το πουλί στο χέρι; Εγώ βλέπω να την πατάς πάλι, η γνώμη μου είναι μη μπλέκεις, άστο, βγαλ' το από το μυαλό σου.

- Ίσως να έχεις δίκιο, αλλά δε μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου, θέλω πολύ να του το κάνω, τώρα αν τη πατήσω τη πάτησα, ένα ακόμα γαμήσι.

- Μήπως κατά βάθος το θες;

- Ποιο;

- Να το φας το γαμήσι.

- Τι λες μωρέ;

- Εγώ τι λέω; Σε ξέρω καλά...

και βάζω το χέρι μου κάτω από το φουστανάκι που φορούσε και πιάνω το μουνί της, ήταν πολύ υγρό.

- Αφού είσαι μούσκεμα. Σου αρέσει πουτανίτσα.

- Η αλήθεια είναι πως με καυλώνει αυτό, το ότι θα είμαι εκτεθειμένη μαζί του και ίσως να μη μπορέσω να το αποφύγω. Αλλά όχι αυτός.

- Πιστεύω πως μπορεί να μη σου αρέσει αυτός αλλά εκτός του ότι θα είσαι εκτεθειμένη στον κίνδυνο να σε γαμήσει, σε καυλώνει και ο τρόπος που σε γαμάει, αύτη η αγριάδα και στα όρια του βιασμού συμπεριφορά του.

- Ναι αυτό με καυλώνει, αλλά με είχε θυμώσει πολύ την τελευταία φορά γιατί με ξεφτίλισε και με πόνεσε πάρα πολύ, σε σημείο να μην το ευχαριστηθώ καθόλου.

- Πάντως το πιθανότερο είναι αν κάνεις αυτό που σκέφτεσαι να ξαναπάθεις τα ίδια και ίσως χειρότερα.

- Πόσο χειρότερα; Θα δοκιμάσω και ότι βγει, το θέλω πολύ να το κάνω.

- Αφού το θες τόσο πολύ κι εγώ μαζί σου, να είσαι όμως προετοιμασμένη για κάθε ενδεχόμενο.

- Είμαι αυτά σκέφτομαι, αλλά το χω πάρει απόφαση, ότι βγει...

Μέτα από αύτη μας την κουβέντα πέρασαν αρκετές μέρες ώσπου έγινε αυτό για το οποίο ήταν σίγουρη η Μαρία. Την πήρε τηλέφωνο, ένα απογευματάκι Τρίτη ήταν νομίζω, από απόκρυψη, αλλά η Μαρία το κατάλαβε ότι θα ήταν αυτός και δεν έπεσε έξω.

- Παρακαλώ; λέει η Μαρία σηκώνοντάς το.

- Τι κάνεις πουτανάκι;… ακούει τη μπάσα, βαριά φωνή του Στέλιου.

- Τι θέλεις πάλι; Δεν είπαμε δε θα με ξαναενοχλήσεις;

- Το είπαμε, αλλά επιθύμησα το μουνάκι σου, δε μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου, και επειδή θα έρθω το Σάββατο Αθήνα, λέω μήπως βρεθούμε, ξέρω ότι κατά βάθος το θες κι εσύ πολύ.

- Ούτε να το σκέφτεσαι, μετά και τον τρόπο που μου φέρθηκες την τελευταία φορά, δεν υπάρχει πιθανότητα καμία πια.

- Έλα βρε καυλιάρα μου, αφού είμαι σίγουρος πως και σένα σου άρεσε και ας μην το παραδέχεσαι. Καταλαβαίνω ότι μπορεί να ήμουν περισσότερο άγριος από όσο θα έπρεπε, αλλά νομίζω σου άρεσε.

- Δε μου άρεσε καθόλου. Ήταν χάλια, η χειρότερη μου φορά, δε θέλω ούτε να το θυμάμαι.

- Εντάξει ίσως έκανα λάθος, αλλά δώσε μου μία ευκαιρία, θα δεις αυτή τη φορά θα το ευχαριστηθείς κι εσύ. Έλα και δε μπορώ χωρίς το κορμάκι σου, θέλω να σε γαμήσω σαν τρελός πάλι, δεν έχω γαμήσει ωραιότερη γκόμενα από σένα.

- Σου 'πα δεν θέλω, δε θα με ξαναδείς…

και του το κλείνει. Το 'κανε επίτηδες, ήξερε ότι θα την ξαναπάρει σίγουρα μέχρι το Σάββατο, δε θα ησύχαζε αν δε δεχόταν να πάει μαζί του, έτσι και εκείνη άρχισε να τον παίζει ήδη από το τηλέφωνο. Την άλλη μέρα την ξαναπήρε.

- Τι θες πάλι;… του λέει κοφτά.

- Το μουνάκι σου, δε θα ησυχάσω αν δε μου το δώσεις. Της απαντά στο ίδιο ύφος.

- Έχεις θράσος, σου ξεκαθάρισα ότι δεν πρόκειται.

- Και γιατί μωρή καργιολίτσα, αφού ξέρεις τι θα σου ζητήσω, το σηκώνεις; Γιατί απαντάς; Εγώ νομίζω ότι με θες και συ και μου το παίζεις δύσκολη.

- Χα, χα, ας γελάσω, δε σε θέλω και δε θα με ξαναέχεις, για αυτό το σηκώνω για να στο δείξω.

- Από το τηλέφωνο θα μου το δείξεις; Εγώ λέω να μου το δείξεις από κοντά, εκεί θα φανεί ότι όντως δε γουστάρεις το γαμήσι μου.

- Δεν έχω πρόβλημα να στο δείξω όπως θες, αλλά δε θέλω ούτε να σε βλέπω, κατάλαβέ το.

- Μήπως φοβάσαι;

- Τι να φοβάμαι;

- Μην καυλώσεις μόλις με δεις και θυμηθείς ότι σου έκανα.

- Σιγά μη φοβηθώ, μόνο αηδία θα νιώσω.

- Ωραία τότε απόδειξέ το μου, πάμε για ένα ποτό το Σάββατο να το δω κι εγώ με τα μάτια μου.

- Εντάξει λοιπόν, όπως θες. Αλλά θα σου πω εγώ το μέρος.

- Έγινε. Το Σαββάτο το μεσημεράκι θα σε πάρω να μου πεις.

Έτσι το κλείσανε. Η Μαρία ανέβασε παλμούς από την αγωνία, ξέρει ότι έχει δύσκολη αποστολή για να πετύχει αυτό που θέλει. Νιώθει όμως ότι θα τα καταφέρει, εγώ πάλι επειδή την ξέρω καλά, της είπα πως θα είναι πολύ δύσκολο, δε το χει η Μαρία αυτό, είναι πολύ υποτακτική για να καταφέρει να κάνει κάτι τέτοιο και σε συνδυασμό ότι δεν αντέχει και το ποτό, ο Στέλιος θα χει δύο μεγάλα ατού στο μανίκι του. Εξ' άλλου από αυτά που μου έχει πει και όπως τους είδα κι εγώ στη παραλία, ο Στέλιος έχει ένα τρόπο να τη κομπλάρει.

Η Πέμπτη και η Παρασκευή πέρασαν αστραπή και ήρθε το Σαββάτο. Το Μαράκι από το πρωί στην τσίτα, διέκρινα το άγχος της και παράλληλα ένα φόβο, δεν έχει μάθει να χειρίζεται τέτοιες καταστάσεις. Προσπάθησα να της πω να μην πάει αφού φοβάται, αλλά δεν άκουγε. Ήταν αποφασισμένη, δεν ήθελε να του δείξει ότι έχει δίκιο, γιατί αν δεν πήγαινε, αυτό θα έλεγε αυτός, ότι δεν πήγε γιατί κατά βάθος ήθελε να του κάτσει. Έφτασε το απογευματάκι και την πήρε τηλέφωνο να δει που θα βρεθούνε, δεν του 'πε ούτε γεια, με το που το σήκωσε του είπε το μπαράκι που θα βρίσκονταν, σε ένα πολυσύχναστο στο κέντρο και του το έκλεισε. Μετά από λίγο άρχισε να ετοιμάζεται, ήθελε να τον κάψει για αυτό έβαλε κάτι που αναδείκνυε τέλεια το σώμα της, ένα μαύρο πολύ κοντό εφαρμοστό φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ (χωρίς σουτιέν) που έδενε στο λαιμό και η πλάτη έξω, ψηλοτάκουνα πέδιλα, το αγαπημένο της κόκκινο χρώμα σε νύχια και κραγιόν και έτοιμη. Καύλα! Ήταν αρκετά αγχωμένη όμως διέκρινα και τις ρώγες της που ήταν ερεθισμένες, είχε καυλώσει η ρουφιάνα, της αρέσουν τα επικίνδυνα και ανάβει. Σιγά μη δεν τον φάει.

- Φεύγω μωρό μου, ευχήσου μου καλή τύχη γιατί θα τη χρειαστώ.

- Καλή τύχη μωρό μου! Δε θες να σε πάω;

- Όχι θα πάρω ταξί, δε θέλω να με αποσυντονίσει τίποτα από το στόχο μου κι εσύ είμαι σίγουρη θα αρχίσεις να μου βάζεις χέρι και θα καυλώσω και δε θα ξέρω τι θα κάνω μετά.

- Τώρα δεν είσαι; Εγώ άλλα βλέπω! Κοίταξα τις ρώγες της με νόημα.

- Άσε με φεύγω, γεια...

κι έτσι έφυγε. Πήρε ταξί και πήγε στο μπαράκι που είχανε κανονίσει. Στο δρόμο της την έπεφτε ο ταξιτζής που είχε καυλώσει πολύ από την αμφίεσή της, αλλά η Μαρία δεν έδινε σημασία μιας και ήταν προσηλωμένη στο στόχο. Έφτασε στο μπαράκι και με το που μπήκε είδε το Στέλιο που καθόταν σε ένα καναπεδάκι στο βάθος. Πήρε βαθιά ανάσα και πήγε.

- Όπως βλέπεις δε φοβάμαι…

του λέει. Μόλις την είδε γούρλωσε τα μάτια του. Την κοίταζε από πάνω μέχρι κάτω λες και δεν την είχε ξαναδεί. Σίγουρα δε περίμενε να έχει ντυθεί έτσι, περίμενε προφανώς να είναι πιο συντηρητική ώστε να μη του δώσει δικαίωμα.

- Καύλα είσαι μωρό μου, θα δεις θα περάσουμε τέλεια, άσε τις βλακείες αφού με γουστάρεις, αν δε με γούσταρες δε θα ντυνόσουν έτσι.

- Χαχα, έλα κόψε κάτι, δε ντύθηκα για σένα έτσι, έτσι ντύνομαι πάντα.

- Πουτανάκι σου αρέσει να προκαλείς. Έλα κάτσε να τα πούμε.

Κάθισε δίπλα του με μία μικρή απόσταση, παρήγγειλε ένα ποτάκι και το έπινε ενώ κοίταζε αδιάφορα δεξιά αριστερά. Δεν του μιλούσε ενώ εκείνος προσπαθούσε να βρει το παραμικρό πάτημα για να την πλησιάσει. Την κοιτούσε και καύλωνε, ήταν φωτιά, το μινάκι της είχε φτάσει στον αφαλό και τα τέλεια πόδια της φαίνονταν υπέροχα μέσα στο σκοτάδι. Αυτός της μιλούσε συνεχώς ενώ εκείνη του απαντούσε μονολεκτικά.

- Έλα βρε καυλάκι μου, πάμε κάπου να περάσουμε ωραία οι δυο μας, με έχεις καυλώσει τρελά.

- Όχι, δε θέλω.

- Έχεις πεισμώσει από τη τελευταία φορά αλλά εγώ σε ξέρω καλά. Είσαι καυλωμένη... (και είχε δίκιο, η όλη φάση είχε καυλώσει τη Μαρία τρελά).

- Δεν είμαι.

- Έλα να σε κεράσω άλλο ένα ποτάκι να χαλαρώσεις, εντάξει αρκετά με τιμώρησες.

Της παίρνει άλλο ένα ποτό συνοδεία με δύο σφηνάκια. Η Μαρία που δεν είναι και το πρώτο ποτήρι, άρχισε να χαλαρώνει μαζί και οι αντιστάσεις της. Ο Στέλιος πήρε θάρρος και πλησίασε, σχεδόν κόλλησε πάνω της, άρχισε να της ψιθυρίζει στο αυτί πόσο καύλα είναι και πόσο θα το ευχαριστηθεί αυτή τη φορά αν του κάτσει. Η Μαρία άρχισε να χασκογελάει, αποτέλεσμα του ποτού. Ο Στέλιος της πήρε και τρίτο, ήξερε το αδύνατό της σημείο. Άρχισε να της χουφτώνει τα μπουτάκια και να τη φιλάει στο λαιμό. Το κάστρο έπεσε. Η Μαρία δεν είχε άλλες αντιστάσεις, όπως το είχα προβλέψει. Το χέρι του όπως την είχε στριμωγμένη στη γωνία του καναπέ έφτασε στο μουνάκι της, το βρακάκι της μούσκεμα.

- Καριόλα είσαι μούσκεμα, που θα μου πεις πως δε με θες…

της γυρνάει το κεφάλι και της δίνει ένα γλωσσόφιλο ενώ έχει παραμερίσει το στρινγκάκι της και της βάζει δάχτυλο κανονικό πια. Πιο πέρα ήταν ένας τύπος γύρω στα 50, με ξυρισμένο κεφάλι γεροδεμένος και παρακολουθούσε το φάσωμα τους. Είχε καυλώσει φαίνεται κι αυτός με το όλο θέαμα και τη μουνάρα γυναίκα μου. Κάποια στιγμή ο Στέλιος σταμάτησε να τη χουφτώνει φωνάζοντας τον σερβιτόρο να πληρώσει. Ήταν η ώρα πια για να πάνε να τη γαμήσει πάλι. Αντί του σερβιτόρου πλησίασε αυτός ο κύριος και του λέει.

- Φιλαράκι πολύ ωραία η γκομενίτσα σου, σας έβλεπα και καύλωσα, είναι μουνάρα το κορίτσι και πολύ απελευθερωμένο από ότι φαίνεται!

- Ναι είναι μεγάλη πουτάνα, γουστάρει πολύ το γαμήσι.

- Εγώ είμαι ο υπεύθυνος εδώ του μαγαζιού, εδώ από πίσω έχω ένα δωματιάκι, θα γουστάρατε να πάμε παρέα να περάσουμε όμορφα οι τρεις μας;

- Πάμε, λέει ο Στέλιος, το πουτανάκι γουστάρει πολύ τις παρτούζες.

Η Μαρία κοιτούσε ζαλισμένη από το ποτό χωρίς να καταλαβαίνει και πολλά-πολλά. Τη σήκωσαν και την πήγαν στο δωμάτιο. Χίμηξαν πάνω της και άρχισαν να τη χουφτώνουν και να τη φιλάνε παντού. Ο Στέλιος μη μπορώντας να αντέξει άλλο, την έβαλε στα 4 και της κατέβασε το στρινγκάκι χωρίς να της το βγάλει τελείως. Από τη λύσσα του ούτε το φόρεμα δεν της έβγαλε. Κατέβασε γρήγορα το παντελόνι του και την κάρφωσε στο μουνί φωνάζοντάς την πουτάνα, ενώ της έριξε και δύο ξυλιές στα κωλομέρια. Ο άλλος πήγε από μπροστά της αφού γδύθηκε τελείως και της το έβαλε στο στόμα.

- Ρε φίλε τι πουτάνα είναι αυτή.

- Μεγάλη ψώλα, την παίρναμε και με ένα Θείο της παρέα, μου έκανε τη δύσκολη και έλεγε δε θα μου ξανακάτσει αλλά ήρθε πάλι να τον φάει. Δε χορταίνει πούτσο σου λέω!

- Αλήθεια καργιολίτσα;…

τη ρωτάει ενώ βγαίνει από το στόμα της και τραβώντας της τα μαλλιά της σηκώνει το κεφάλι ώστε να τον κοιτάξει. Αυτή απάντησε με ένα νεύμα καταφατικό. Πλέον είχε ψιλοξεμεθύσει και ήξερε ότι τελικά την πάτησε χοντρά. Με μία κίνηση, της ξαναχώνει το χοντρό του πούτσο στο στόμα ενώ νιώθει το Στέλιο πίσω της να αδειάζει την ψωλή του στο μουνάκι της. Έβγαλε δύο αναστεναγμούς καύλας όταν τελείωσε ο Στέλιος μέσα της και αυτό καύλωσε πολύ τον άγνωστο γαμιά της και της έχυσε το στόμα. Της κρατούσε το κεφάλι ώστε να τα καταπιεί όλα.

- Κατάπιε τα μωρή γαμιόλα…

της φώναζε και στο τέλος της έριξε και ένα χαστούκι γιατί της ξέφυγε μία γουλιά.

- Έτσι… γουστάρει και το ξύλο και το βρισίδι… του λέει ο Στέλιος.

- Το βλέπω, είναι μεγάλη πουτάνα, φαίνεται.

Του καράφλα δε του έπεσε καθόλου και χωρίς να χάσει χρόνο τη γύρισε ανάσκελα πάνω σε ένα κρεβάτι που είχε εκεί στο δωμάτιο. Της άνοιξε καλά τα πόδια και την κάρφωσε με όλη του τη δύναμη. Την έβριζε συνέχεια, ενώ που και που της έριχνε και καμιά σφαλιάρα στο πρόσωπο. Αυτή είχε ανάψει, καιρό είχε να πάρει δύο πούτσες παρέα και αναστέναζε και φώναζε, την είχε και πολύ μεγάλη και χοντρή ο τύπος και την ευχαριστιόταν. Μετά από λίγο άρχισε να χύνει, το μουνάκι της είχε σπασμούς και το κορμί της έτρεμε από την καύλα.

- Έτσι γαμιόλα, δείξε μας πόσο σου αρέσει να σε ξεσκίζουμε, της είπε...

και με μία κίνηση μπήκε αυτός από κάτω και την έφερε από πάνω του να κάθεται στον πούτσο του.

- Δείξε μου πόσο σου αρέσει το γαμήσι…

της είπε και εκείνη άρχισε να χοροπηδάει με μανία πάνω στον πούτσο του. Μετά από λίγο ξανατελείωσε, δεύτερη φορά καπάκι, δύσκολα της συμβαίνει αυτό. Ο καράφλας που το κατάλαβε, δεν άντεξε άλλο και τελείωσε και αυτός μέσα της. Δυο γαμιάδων χύσια είχε τώρα στο μουνάκι της. Ο Στέλιος που τα έβλεπε όλα αυτά ξανακαύλωσε. Του είπε του άλλου να μη βγει από μέσα της και πήγε από πίσω και της το έβαλε σιγά-σιγά στον κώλο. Του καράφλα άρχισε να του πετρώνει πάλι μόλις κατάλαβε ότι θα της σκίσουν τις τρύπες ταυτόχρονα. Είχε και τρομερές αντοχές ο τύπος. Άρχισαν να τη γαμάνε με δύναμη και οι δύο. Μετά από λίγο που βρήκαν και το ρυθμό τους, τη γαμούσαν δυνατά, την έβριζαν και της έριχναν και της ξυλιές της, τόσο όμως ώστε να το ευχαριστηθεί, όχι το ξύλο που έφαγε την προηγούμενη φορά. Το ευχαριστιόταν και φαινόταν, τελείωσε και τρίτη φορά. Ήταν απίθανο όπως μου έλεγε, ειδικά ο καράφλας γαμούσε τέλεια και την άναβε πολύ. Μετά από λίγο τραβήχτηκαν σχεδόν ταυτόχρονα, την έβαλαν να γονατίσει και άρχισαν να παίζουν με δύναμη τα καυλιά τους μέχρι να τελειώσουν. Τη χύσανε στο πρόσωπο λέγοντάς της "Παρ' τα καργιολάκι στη μούρη, σα σωστή πουτάνα". Τη γέμισαν παντού χύσια, στο πρόσωπο, στα μαλλιά, στο στόμα, στα βυζιά, ενώ λερώθηκε και το φόρεμα της που δεν της το χαν βγάλει. Το είχαν μόνο παραμερίσει στο ντεκολτέ για να βλέπουν τις βυζάρες της.

Την άφησαν να ξεκουραστεί λίγο και μετά τη ξαναγάμησαν από μία φορά ο καθένας. Δεν τη χόρταιναν, είναι και καύλα η πουτανίτσα μου. Το πρωί όταν γύρισε και είδα τα σημάδια από τα χύσια στο φόρεμά της. Δε χρειαζόταν να μου πει και πολλά, φαινόταν όμως ευχαριστημένη, τουλάχιστον πέρασε καλά σκέφτηκα, έκανε ένα μπάνιο και ξεράθηκε στον ύπνο. Όταν ξύπνησε ξαναήταν αναμμένη. Μου περιέγραφε τι της έκαναν και έσταζε. Καύλωσα πολύ και άρχισα να τη γαμάω κι εγώ, με όλη μου τη δύναμη όπως της αρέσει. Με είχε καυλώσει πολύ η όλη φάση και η προσμονή να δω τι τελικά έγινε, αν και ήμουν σίγουρος ότι θα τη γαμούσε, μόλις μου είπε και για τον καράφλα μου έγινε ακόμα πιο πέτρα. Δε μπορώ να σας περιγράψω την καύλα μου αλλά και τη δική της. Τη γάμησα κι εγώ όπως εκείνοι, βρίζοντάς τη και με τις απαραίτητες ξυλιές, αφού τελικά της αρέσει.



Copyright protected OW ref: 139358