Θεοδώρα: Η θεία της Ντόρας θυσιάζεται

Δημοσιεύθηκε από Writer13
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.14 (7 Votes)

Προηγούμενο μήρος: Θεοδώρα: Ο Βρασίδας με τη συμπεθέρα

Με την αδερφή της συμπεθέρας στο γραφείο

Την άλλη μέρα στην εταιρία ο κυρ-Βρασίδας φώναξε τη Δώρα στο γραφείο του κατά τις 12:00, αφού είχε ξεμπερδέψει πρώτα με κάτι επείγουσες δουλίτσες. Η βυζαρού με το που χτύπησε και μπήκε, αντίκρισε το διευθυντή της και θείο του άντρα της να την περιμένει χαμογελώντας πονηρά και χαϊδεύοντας το ματζαφλάρι του που το είχε πετάξει έξω από το παντελόνι. "Με την πούτσα έξω με περιμένει", σκέφτηκε η Ντόρα κοκκινίζοντας ελαφρά από το αναπάντεχο θέαμα.

-    Θ: Καλημέρα κύριε Βρασίδα. Βλέπω είστε κιόλας έτοιμος!

-    Βρ: Τι να κάνω κοτούλα μου; Μπάφιασα απ’ το πρωί με όλες τις μαλακίες εδώ μέσα. Αλτ! Μην προχωράς άλλο έτσι. Κλείδωσε και γδύσου πρώτα. Θέλω να σε καμαρώνω να μου 'ρχεσαι θεόγυμνη πάνω στις τακουνάρες σου, να βλέπω τα βυζόμπαλα σου να πάνε πέρα-δώθε σαν καμπάνες…

τη διέταξε κι εκείνη υπάκουσε πρόθυμα. "Ούτε πουτάνα να ήμουνα…", σκεφτόταν ενοχλημένη ενώ γδυνόταν συνεσταλμένα και κοιτώντας τον πονηρά στον πούτσο που αναδευόταν λόγω του θεάματος άρχισε να τον πλησιάζει λικνιζόμενη στα τακούνια της.

-    Βρ: Έτσι, έτσι μπράβο πουτανάκι μου. Για κάτσε με την κωλάρα σου στα πόδια μου κι άνοιξε τις μπουτάρες. Έτσι παίζε μου τον πούτσο ώσπου να ελέγξω τι γίνεται εδώ κάτω. Υγρασία βλέπω, μουσκεύει το μουνάκι σου; Καυλώνεις πορνίδιο;

-    Θ: Έχω ιδρώσει. Και το πράμα σας είναι τόσο σκληρό και ντούρο, νομίζω ότι μεγαλώνει κι άλλο, να συνεχίσω;

-    Βρ: Ναι, μούνα μου, συνέχισε, αλλά λίγο πιο σιγά. Δε θέλω να χύσω αμέσως. Για να σου πω, όχι μη σταματάς συνέχισε να μου τον παίζεις ενώ μιλάμε αλλά λίγο απαλότερα. Λοιπόν χτες το βραδάκι που είχα πάει επίσκεψη στη μάνα σου, σα να πήρε το μάτι μου εκεί που έφευγε μια μελαχρινή άλλο πράμα, μπουκιά και συχώριο ήταν. Σου έμοιαζε και λίγο νομίζω, τη συνόδευε ένας μαλάκας, φλούφλης μου φάνηκε. Μπας και ξέρεις ποια να ήτανε;…

τη ρώτησε ενώ το χέρι του είχε χουφτώσει την κωλάρα της.

-    Θ: Μα τι κάνατε εσείς και πήγατε στη μαμά μου;

-    Βρ: Τι θα πει τι έκανα, πουτανίτσα; Ότι ήθελα έκανα. Επίσκεψη έκανα, βίζιτα, πως το λένε.  Λέγε τώρα ποια ήταν η ομορφούλα, όσο είναι ακόμα ελεύθερο το στοματάκι σου, κι άσε τις ερωτήσεις…

της είπε αυστηρά δίνοντάς τη και μια δυνατή τσιμπιά στα μαλακά.

-    Θ: Αχ! Πόνεσα εκεί. Πιο σιγά, καλέ, θα μου κάνετε μελανιά πάλι και τι θα πω στον ανιψιό σας;…

διαμαρτυρήθηκε η Ντόρα, χωρίς όμως να τολμήσει να σταματήσει να τον αυνανίζει.

-    Βρ: Κάτι θα βρεις εσύ να πεις πουτανάκι. Λέγε τώρα αυτό που σε ρώτησα, μη σου κάνω κι άλλο σημάδι!

-    Θ: Η θεία μου η Νίτσα με τον άντρα της πρέπει να ήταν, καλέ. Η μικρή αδερφή της μάνας μου. Είναι χωρίς δουλειά κι αυτή κι ο άντρας της, ο Μικές, και τα βγάζουν λίγο δύσκολα…

του είπε η Δώρα και σκέφτηκε… "του γυάλισε του βρωμογούρουνου. Αχόρταγος είναι πια. Είμαι σίγουρη ότι πηδάει και τη μαμά μου. Καλή πουτάνα κι αυτή, δε θα τον δυσκόλεψε και πολύ ώσπου να του κάτσει".

-    Βρ.: Μπα, μπα… τι μου λες; Ώστε έχουν προβλήματα, ε; Παρ’ τον μου τώρα στο στόμα μανάρι μου, πάρε μου τσιμπούκι! Πρέπει να δούμε μήπως μπορούμε να τη βοηθήσουμε την καημένη την κοπέλα. Ίσως βρεθεί καμιά δουλίτσα για αυτήν ή για τον άντρα της.

"Θα καλοπεράσει και με τη Νίτσα ο πορνόγερος, αποκλείεται να του τη γλυτώσει. Δε βαριέσαι… τουλάχιστον θα μπαίνει κι ένας μισθός στο σπίτι, εκτός της πούτσας του κυρ-Βρασίδα στο μουνάκι της μικρής μου θείας. Ωχ, μου φαίνεται πως θα χύσει σε λίγο, ας επιταχύνω τον ρυθμό…", σκέφτηκε η Θοδώρα ενώ τσιμπούκωνε με τα χέρια του κυρ-Βρασίδα να της ανεβοκατεβάζουν το κεφάλι στον πούτσο του, πιάνοντάς την πότε από τα αυτιά και πότε από τα μαλλιά.

-    Βρ: Πουτανάκι, έρχομαι, δεν θ’ αντέξω πολύ ακόμα. Ετοιμάσου πορνίδιο, σου έρχονται…

βόγκηξε ο κύριος διευθυντής ενώ εκτόξευε τα χύσια του στον φάρυγγα της υπαλλήλου του.

- Βρ: Μπράβο πουτανί μου, μπράβο. Ντύσου τώρα και κοίτα να μιλήσεις με τη μάνα σου σ’ αυτή τη Νίτσα και να της πεις να έρθει με τον άντρα της από το γραφείο αύριο το μεσημεράκι για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε και για αυτούς…

της είπε πονηρά πριν την ξαποστείλει. Σε μερικά λεπτά η Δώρα του είπε ότι την επόμενη ημέρα η αδερφή της μάνας της μαζί με τον άντρα της θα έρχονταν στο γραφείο για το interview και ο κυρ-Βρασίδας γουργούρισε ικανοποιημένος. Την επόμενη ημέρα κατά το μεσημέρι τον ειδοποίησε η Θοδώρα ότι η θεία της κι ο άνδρας της είχαν φτάσει στην εταιρία.

-    Βρ: Α, ήρθαν κιόλας; Καλά, πες τους να περιμένουν λίγο γιατί αυτή τη στιγμή είμαι απασχολημένος και θα σε ειδοποιήσω εγώ πότε μπορούν να περάσουν…

είπε της Θοδώρας στο τηλέφωνο, ενώ τον τσιμπούκωνε η νέα υπάλληλός του, η Γιάννα. Έχυσε κρατώντας και με τα δυο χέρια το κεφάλι της υπαλλήλου του πάνω στο πουλί του για να μη χάσει σταγόνα.

-    Βρ: Μπράβο παιδί μου! Έχεις μπει για τα καλά εσύ στο νόημα της δουλειάς. Σταγόνα δεν άφησες! Πήγαινε τώρα και πες της Ντόρας να φέρει μέσα τους επισκέπτες σε κανένα δεκάλεπτο από τώρα…

της είπε πριν την ξαποστείλει. Ο Βρασίδας ήξερε από ψυχολογία. Όσο τους άφηνε να τον περιμένουν τόσο θα ενισχυόταν η πεποίθησή τους ότι βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση και θα διευκολυνόταν το παιχνίδι του. Μετά από δέκα λεπτά της ώρας η Ντόρα με τη νεαρή της θεία και τον άντρα της θείας της τον Μικέ, χτυπούσε την πόρτα του διευθυντή της.

-    Θ: Να περάσουμε; Από ‘δω η αδερφή της μητέρας μου η Νίτσα και ο άνδρας της ο Μικές, που σας έλεγα…

είπε η Ντόρα και έφυγε για το γραφείο της. Η Νίτσα ήταν σαφές ότι ανήκε στην οικογένεια. Ήταν ένα μοντέλο μεταξύ της Δώρας που ήταν στα 22 της και της Φώφης που είχε καβατζάρει τα 45. Early thirties και στα ντουζένια της. Μελαχρινή, με ίσιο μακρύ μαλλί (η Ντόρα τα είχε κοντά και η μάνα της κατσαρά και βαμμένα ξανθά), λίγο πιο ψηλή από τις άλλες δύο και με αναλογίες πορνοστάρ. Μέση δακτυλίδι, βυζάρες, κωλάρα και μπουτάρες. Στο πρόσωπο είχε πιο λεπτές και όμορφες γραμμές από την αδερφή και την ανιψιά της, το ματάκι της όμως έπαιζε και αυτηνής λίγο πονηρά.

Ο κυρ-Βρασίδας αφού έκανε μια γρήγορη εισαγωγή για το τι δύσκολα που είναι τα πράγματα στην οικονομία και την αγορά και για το τι ανεργία υπάρχει, αλλά παρ' όλα αυτά αφού επρόκειτο για συγγενείς της νύφης του ανιψιού του θα προσπαθούσε να βοηθήσει όσο μπορούσε, άρχισε να ρωτάει τον Μικέ για την προϋπηρεσία και τα προσόντα του. Ενώ με τις στοχευμένες του ερωτήσεις τον έφερνε σε ολοένα και πιο δύσκολη θέση και κοιτούσε ξεδιάντροπα και με νόημα τη Νίτσα. Η Νίτσα δασκαλεμένη από την αδερφή της ήξερε τι επρόκειτο να επακολουθήσει και είχε ήδη αποφασίσει να ενδώσει. Ο άντρας της, ο Μικές, κόντευε να κλείσει χρόνο χωρίς δουλειά, το ταμείο ανεργίας είχε τελειώσει, τα έτοιμα είχαν φαγωθεί και τα πράγματα είχαν δυσκολέψει. Φυσικά η Φώφη της είχε πει μόνο όσα χρειαζόταν για να μπει στο νόημα.

-    Βρ: Λοιπόν, Μικέ, νομίζω ότι θα μπορούσαμε να δούμε αν κάνεις για μια θέση που υπάρχει στην αποθήκη. Δοκιμαστικά για ένα χρονικό διάστημα φυσικά. Θα είσαι με δελτίο παροχής για κάποιο χρονικό διάστημα και μετά, ανάλογα με την απόδοσή σου, βλέπουμε…

πέταξε στο ανθρωπάκι και κοίταζε με νόημα τη Νίτσα που κατέβασε τα μάτια συνεσταλμένα, αντιλαμβανόμενη ότι όλα θα εξαρτιόνταν περισσότερο από τη δική της την απόδοση παρά από του άντρα της.

-    Μικ: Ευχαριστώ, ευχαριστώ πάρα πολύ. Δεν ξέρω τι να πω. Θα δείτε ότι θα μείνετε πολύ ικανοποιημένος…

ψέλλισε ο Μικές, ένα μαζεμένο ανθρωπάκι λίγο πάνω από τα 40 που φαινόταν αρκετά μεγαλύτερος.

"Εσύ μπορεί, ρε μαλάκα, να μην ξέρεις τι να πεις, όμως εγώ θα μείνω ικανοποιημένος μόνο άμα η γυναίκα σου ξέρει καλά τι να κάνει", σκέφτηκε πονηρά ο διευθυντής ενώ ίσιωνε το μουστάκι του χαλβαδιάζοντας τα μπούτια και τα βυζιά της Νίτσας, που πιάνοντας το βλέμμα του κοκκίνισε.

-    Καλά, καλά, εντάξει. Πήγαινε τώρα κάτω, βρες τον Πέτρο τον αποθηκάριο και πες του να σου δώσει μια στολή και να σε ενημερώσει για τη δουλειά του βοηθού στις αποστολές. Εσύ χρυσή μου μη σηκώνεσαι, κάτσε να πιούμε το καφεδάκι μας και να πούμε λίγο και τα… οικογενειακά μας…

κάρφωσε τη Νίτσα που πήγε να ακολουθήσει τον άντρα της στην έξοδό του από το γραφείο. Ξανακάθισε στον καναπέ αφήνοντας να της ξεφύγει ένας σιγανός αναστεναγμός. Ο κυρ-Βρασίδας αφού ξεπροβόδισε έξω από το γραφείο του τον Μικέ, αντί να ξανακαθίσει στην καρέκλα του κάθισε στον καναπέ δίπλα στη Νίτσα που ενστικτωδώς μαζεύτηκε λίγο προς την άκρη.

-    Βρ.: Λοιπόν, για να δούμε τι θα δούμε… Εσύ τώρα, αν δεν κάνω λάθος, είσαι η κουνιαδίτσα μου ή η συννυφάδα μου, πάντα τα μπέρδευα αυτά…

της είπε ακουμπώντας το χέρι του στο γόνατό της.

-    Βρ.: Από ότι μου είπαν η Ντόρα και η Φώφη ζορίζεστε λίγο οικονομικά, έτσι δεν είναι;…

ρώτησε με το χέρι του να παραμένει στο πόδι της.
-    Ν: Ναι, ξέρετε, ο άντρας μου είναι χωρίς δουλειά ένα χρόνο τώρα, έχουμε και δύο παιδάκια. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για τη βοήθειά σας, δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω!
-    Βρ: Α, μην με ευχαριστείς ακόμα. Είπαμε, δοκιμαστικά τον πήρα τον άντρα σου. Μόνο αν μείνω ικανοποιημένος θα τον κρατήσω στη δουλειά…

της είπε αυστηρά ο κυρ-Βρασίδας και το χέρι του προχώρησε από το γόνατο στο εσωτερικό του μηρού της Νίτσας. Τα πόδια της ήταν χυτά και φαίνονταν πιο γυμνασμένα από αυτά της ανιψιάς της και της αδερφής της.

-    Ν: Μα τι καν… για ποια με περά…, μα κύριε Βρασίδα σας παρακαλώ είμαι παντρεμένη γυναίκα…

διαμαρτυρήθηκε σιγανά και παθητικά, χωρίς να τραβηχτεί όμως. Το χέρι του Βρασίδα συνέχιζε να ανεβαίνει και έφτασε ψηλά στο μπούτι της.

-    Βρ: Έλα, έλα τώρα κούκλα μου, κάτσε ήσυχα. Πρέπει να βοηθήσεις κι εσύ λίγο τον άντρα σου. Όλοι πρέπει να βοηθάνε τη σήμερον ημέρα, έτσι δεν είναι; Μα εσύ έχεις τέλειο σωματάκι! Και έχεις κάνει και δύο παιδιά; Απίστευτο μου φαίνεται. Για δες, για δες πράγμα…

έλεγε ο Βρασίδας και άρχισε να την χαϊδεύει εκτός από τα μπούτια και στα βυζιά, το λαιμό, την κοιλιά και τον κώλο.

-    Ν: Κύριε Βρασίδα, εγώ δεν… κι αν... κι αν μπει κανείς;

-    Β: Μην ανησυχείς Νίτσα μου, στο γραφείο του διευθυντή δε μπαίνει κανένας. Αλλά για να αισθάνεσαι πιο σίγουρη, ορίστε…

είπε ο Βρασίδας και αφού κλείδωσε την πόρτα του γραφείου σήκωσε το τηλέφωνο και είπε:

-    Βρ: Έλα Ντόρα, άκου παιδί μου για λίγη ώρα να μη με ενοχλήσει κανένας σε παρακαλώ.

-    Θ: Μάλιστα, κύριε Βρασίδα, όπως θέλετε…

απάντησε η Θοδώρα και σκέφτηκε "θα καλοπεράσει και με τη θεία μου τη Νίτσα ο μπαρμπούλης μου. Αυτός έτσι όπως το πάει δεν θα αφήσει καμία θηλυκιά στο σόϊ μας αγάμητη".

Ο Βρασίδας ξανακάθισε δίπλα στη νεαρή θεία της Ντόρας και έχωσε το χέρι του μέσα στη μπλούζα της μαλάσσοντας τους βύζους της. Έβρισκε μία μικρή ελιά που είχε η Νίτσα στο αριστερό της βυζόμπαλο εξόχως ερεθιστική.

-    Βρ.: Τα έχεις όλα όπως πρέπει βλέπω μανάρα μου, όπως μου αρέσουν. Τα κοίταζα τόση ώρα που μιλούσαμε και δεν έβλεπα την ώρα να τα πιάσω στα χέρια μου. Λίγο ακόμα και θα σου ορμούσα μπροστά στον άντρα σου…

της είπε και άρχισε να τη φιλάει, να της δαγκώνει τα χείλη και να στριφογυρίζει τη γλώσσα του μέσα στο στόμα της. Είχε αφηνιάσει. Τον κατακαύλωνε ότι λίγα μόλις λεπτά πριν η Νίτσα ήταν μια σεμνή νοικοκυρούλα που καθόταν συνεσταλμένη δίπλα στον άντρα της και τώρα, ακριβώς στην ίδια θέση, υπέμενε στωικά τα χαϊδολογήματά του με τα βυζιά και το μουνί της σε κοινή θέα. Με μια κίνηση την έσπρωξε πίσω και πλάγια. Το ένα της πόδι ακουμπούσε στο πάτωμα και το άλλο σηκώθηκε ψηλά στον καναπέ με αποτέλεσμα το μουνί της να αποκαλυφθεί τελείως.

-    Βρ: Τι λαχταριστό μουνάκι είναι αυτό Νίτσα μου, Νίτσα μου, Νίτσα μου, μουνίτσα μου, μουνίτσα μου, μουνίτσα μου;…

είπε ενώ με το δάχτυλό του μπαινόβγαινε κανονικά στο μουνάκι της που είχε αρχίσει να ερεθίζεται. Κάποια στιγμή γύρισε κι έκατσε στο πρόσωπο της για να μπορεί να τον γλείφει κι εκείνη καθώς αυτός της έπαιζε το μουνί. Η Νίτσα άρχισε να του γλείφει πότε τα κωλομέρια και πότε τον πούτσο και τα αρχίδια ενώ ασυναίσθητα ο κώλος της μπήκε σε κίνηση και το μουνάκι της άρχισε να χύνει από το χαρχάλεμα που της έκανε συνεχώς ο μπάρμπα-Βρασίδας με τις χερούκλες του. Εκείνη έχυνε συνεχώς και ψευτοπαραπονιότα, αλλά η γλωσσίτσα της δούλευε ροδάνι.

-    Βρ: Και που να ’ξερε ο άντρας σου που ιδρώνει τώρα κουβαλώντας κούτες στην αποθήκη μου, ότι η γυναίκα του ιδρώνει κάτω από τον πούτσαρο του διευθυντή του…

της έλεγε ξεδιάντροπα και αφού της ανασήκωσε ελαφρά τα πόδια άρχισε να τη γαμάει με το έμβολό του. Ο πούτσος του ήταν χοντρός και κατακόκκινος από την καύλα. Η Νίτσα τον ένιωθε μέσα στη μουνότρυπα της να την οργώνει για τα καλά, όπως το άροτρο το φρεσκοποτισμένο χώμα.

-    Βρ: Αυτό θα γίνεται πολύ συχνά στο εφεξής, για αυτό κοίτα να συνηθίσεις το καυλί του διευθυντή.  Τις ώρες που θα είναι απασχολημένος ο αντρούλης σου στην αποθήκη θα είμαι κι εγώ απασχολημένος απάνω στη γυναικούλα του. Πάνω σου πουτανάκι μου, θα μπαινοβγαίνω στο μουνί σου, θα σου πιπιλάω τις βυζάρες και θα σου σκίζω την κωλάρα…

φώναζε ο Βρασίδας και άδειασε το πράμα του πάνω στο μουνοτρίχωμα της Νίτσας σκουπίζοντας καλά-καλά την πούτσα του στην κοιλιά, τα μπούτια και τις μουνότριχες της. Η Νίτσα τώρα ήταν μισοξαπλωμένη και μισόγδυτη στον καναπέ με το σπέρμα του κυρ-Βρασίδα πάνω της. Αφού έριξε μια ματιά στην κατάσταση που βρισκόταν, κάλυψε με συστολή το πρόσωπό της με τα χέρια, χαμηλώνοντας τα μάτια της.

-    Βρ: Δεν κοκκίνισες από ντροπή, κατσικούλα μου, απ’ την καύλα έχεις γίνει κατακόκκινη! Ντύσου τώρα και πες της Θοδώρας να πει στον άντρα σου ότι αύριο πιάνει δουλειά στις 7 το πρωί. Γράψε μου τη διεύθυνση του σπιτιού σου και να με περιμένεις αύριο μεσημέρι κατά τις 2 για να σου δώσω την προκαταβολή και να μου κάνεις το τραπέζι. Χμ, ή μάλλον την πρώτη δόση, γιατί την προκαταβολή την εισέπραξες σήμερα και εκτός από το τραπέζι θα μου κάνεις και το κρεβάτι, χα, χα, χα…

γέλασε αυτάρεσκα ικανοποιημένος από το χιούμορ του. Η Νίτσα αφού τον χαιρέτησε δουλοπρεπώς, σιάχτηκε όπως μπορούσε και βγήκε από το γραφείο. Όλες οι τσούπρες της εταιρίας, της Ντόρας συμπεριλαμβανομένης, την κοίταξαν με νόημα, σίγουρες για το τι είχε διαδραματιστεί στο "γραφείο των οργίων".

-    Θ: Εντάξει, θεία; Όλα… καλά;…

την ρώτησε χαμογελώντας πονηρά.

-    Ν: Ναι, Ντόρα μου, σ’ ευχαριστώ. Ο Μικές έπιασε κιόλας δουλειά. Ο κύριος Βρασίδας λέει να του πεις ότι αύριο πιάνει δουλειά στις 7…

απάντησε η Νίτσα με το βλέμμα χαμηλά.

-    Θ: Εντάξει, θεία, μείνε ήσυχη…

απάντησε η Δώρα και σκέφτηκε… "ο θείος πιάνει δουλειά αύριο αλλά η θεία σίγουρα έπιασε από σήμερα. Ακόμα αναψοκοκκινισμένη είναι και στραβοκούμπωσε και ένα κουμπί στη μπλούζα της".


Με την αδερφή της συμπεθέρας στο σπίτι της

Την επόμενη μέρα ο κύριος διευθυντής αποφάσισε να απέχει όλο το πρωί από σεξουαλικές δραστηριότητες με όλες τις διαθέσιμες, θέλοντας και μη, υπαλλήλους του. Περιορίστηκε σε μερικά κωλόχερα, βυζοπιασίματα και πουτσοκωλοτριψίματα στα κρυφά και στα όρθια, ίσα-ίσα για να μπει στη διάθεση και γιατί πάντα του άρεσε να επιβεβαιώνει την υποτακτικότητα στο κοτέτσι του. Όταν πλησίασε το μεσημέρι και αφού δεν είχε μείνει καμία που να μην της έχει βάλει χέρι, αποφάσισε να ξεκινήσει για το σπίτι της Νίτσας. Η ιδέα ότι θα ξεπουτάνιαζε τη μικρή θεία της Ντόρας, αδερφή της Φωφώς και γυναίκα του υπαλλήλου του μέσα στο ίδιο της το σπίτι τον εξιτάριζε.

-    Βρ: Δώρα, εγώ θα λείψω για κάνα-δυο ωρίτσες. Θα πεταχτώ για μια εξωτερική δουλίτσα…

είπε στη βυζαρού ιδιαιτέρως.

-    Θ: Μάλιστα, κύριε Βρασίδα…

απάντησε το πουτανάκι. Ο Βρασίδας πέρασε πρώτα από την αποθήκη για να δει τι κάνει ο Μικές. Του μίλησε και λίγο περί ανέμων και υδάτων. Η σκέψη ότι σε λίγο θα του γαμούσε τη γυναίκα μέσα στο ίδιο τους το σπίτι τον καύλωνε. Ο Μικές ανυποψίαστος ευχαριστούσε και ξαναευχαριστούσε τον κύριο διευθυντή, που κρυφογελώντας κάτω απ’ τα μουστάκια του έφυγε για το σπίτι της Νίτσας. Η Νίτσα έμενε σε μια παλιά και αρκετά ταλαιπωρημένη πολυκατοικία με τρεις ορόφους, από αυτές που λέμε “οικογενειακές”. Ο Βρασίδας δύο παρά κάτι, χτυπούσε το κουδούνι της. Η Νίτσα του είπε αγχωμένη στο θυροτηλέφωνο ότι είναι στο δεύτερο όροφο και ότι δυστυχώς δε δούλευε το ασανσέρ, οπότε ο Βρασίδας ανέβηκε από τα σκαλιά σκεφτόμενος ότι θα το τιμωρούσε και για αυτό το πουτανάκι.

-    Ν: Αχ, συγγνώμη, μας συγχωρείτε, χίλια συγγνώμη για το ασανσέρ. Ελάτε, περάστε, ελάτε να καθίσετε. Ξέρετε τι γίνεται τη σήμερον ημέρα με τα κοινόχρηστα, όλος ο κόσμος δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα. Δηλαδή για να πω την αλήθεια κι εμείς έχουμε αφήσει μερικά κοινόχρηστα απλήρωτα, αλλά τι να πρωτοπληρώναμε;
-    Βρ: Καλά, καλά. Έτσι κι αλλιώς μου χρειαζότανε και λίγη γυμναστική. Σου έφερα την προκαταβολή από τον μισθό του άντρα σου…

της είπε ο κυρ-Βρασίδας και αφού της έδωσε το φάκελο συνέχισε να κρατάει το χέρι της.

-    Ν: Ευχαριστώ, χίλια ευχαριστώ. Δεν ξέρετε τι ανάγκη τα είχαμε…

είπε η Νίτσα χωρίς να τραβήξει το χέρι της.

-    Βρ: Λοιπόν, δεν θα μου δείξεις το… σπίτι;… τη ρώτησε.

-    Ν: Μα δε θέλετε να φάμε πρώτα;… θα κρυώσει το φαγητό…

είπε η Νίτσα προσπαθώντας να αποφύγει το μοιραίο.

-    Βρ: Θα μου το ξαναζεστάνεις εσύ, μουνίτσα μου…

της πέταξε ξεδιάντροπα και της τσίμπησε το ένα βυζί στην ψύχρα. Η Νίτσα κοκκίνισε και κατάλαβε ότι θα έπρεπε εφεξής να είναι στη διάθεσή του όποτε αυτός γουστάριζε. Πιασμένοι χεράκι-χεράκι πήγαν και στα τρία δωμάτια του διαμερίσματος αφήνοντας για το τέλος την κρεβατοκάμαρα. Παρ' όλο που δεν υπήρχαν τίποτα πολυτέλειες όλα ήταν καθαρά, τακτοποιημένα και νοικοκυρεμένα. Ο Βρασίδας σκέφτηκε ότι τα νοικοκυροκόριτσα έκαναν τα καλύτερα γαμήσια και δεν άφηναν σταγόνα να πέσει κάτω. Ενώ περπατούσαν εκτός από το χέρι δεν έχανε ευκαιρία να της πιάνει που και που και τον κώλο.

-    Βρ: Α… εδώ λοιπόν κοιμάσαι με τον άντρα σου μουνίτσα μου; Πέρασα κι από την αποθήκη φεύγοντας από την εταιρία. Φυσικά δεν του είπα που πήγαινα. Άμα σε ρωτήσει για τα λεφτά πες του ότι στα έστειλα με την Θοδώρα ή δεν ξέρω, πες του ότι θέλεις του μαλάκα…

είπε και άρχισε να της μπαλαμουτιάζει για τα καλά τον κώλο από πίσω.

-    Βρ: Μωρό μου τι κωλάρα είναι αυτή που έχεις. Τι τρυφερός κώλαρος. Πολύ του πέφτει του μαλάκα του Μικέ να έχει τέτοιο γυναίκαρο, ο ηλίθιος. Ευτυχώς που θα σε ποτίζω κι εγώ τώρα για να επανέλθει η τάξις των πραγμάτων. Θα σε βάλω στο πρόγραμμα να σε γαμάω τακτικότατα. Γδύσου μανάρα μου και κάτσε να σε γαμήσω απάνω στη νυφική σου την παστάδα.

-    Ν: Δε θα φάτε δηλαδή;… είπε τάχα μου η Νίτσα.

-    Βρ: Και βέβαια θα φάω. Θα σου φάω το μουνάκι και τα βυζάκια μουνίτσα μου, ποια βυζάκια δηλαδή; Τις βυζάρες θα σου φάω, τους βύζαρους, τα κανόνια σου. Τα κανόνια του Βυζαρόνε είστε όλες στην οικογένεια… κι εσύ και η Φώφη και η Δώρα. Βυζαρούδες του καλού καιρού…

μούγγρισε και αφού της πέταξε ρούχα και εσώρουχα, την ξάπλωσε στο κρεβάτι κι άρχισε να τη φιλάει και να τη γλύφει παντού.

"Ποτέ δεν μου τα έχει κάνει αυτά ο άντρας μου. Ωχ, όχι, έβαλε τη γλώσσα και στο αυτί μου, με τρελαίνει αυτό, με τρελαίνει, να πάρει, νομίζω ότι έχυσα κιόλας, ελπίζω να μην το καταλάβει"… σκέφτηκε η Νίτσα αναριγώντας.

-    Βρ: Κάνεις ότι τάχαμου δεν θέλεις αλλά το μουνάκι σου δε μπορεί να πει ψέματα πουτανίτσα…

της ψιθύρισε στο αυτί που της έγλυφε και με το χέρι του έψαξε τη μουνότρυπα της και της έχωσε το δάχτυλο μέσα στο μουνάκι της.

-    Ν: Τι μου κάνετε κύριε Βρασίδα, μη, σταματήστε, σας παρακαλώ…

έλεγε η Νίτσα αλλά με το χοντρό δάκτυλο του έμπειρου κυρίου διευθυντή μέσα στο μουνί της και με τον αντίχειρά του να της ερεθίζει συνεχώς την κλειτορίδα, που είχε πεταχτεί σα ρώγα, δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο και ένιωσε το μουνί της να πλημμυρίζει πάνω στο δάχτυλό του.

-    Βρ: Χύνεις πάλι, χύσε πορνίδιο, χύσε του καλού καιρού. Θα σε κάνω εγώ να χύσεις σήμερα μέχρι που δε θα μπορείς να σταθείς στα πόδια σου, αφυδάτωση θα πάθεις. Έχουμε πολλές ώρες μπροστά μας, είπα του αποθηκάριου να τον κρατήσει απασχολημένο μέχρι το απόγευμα το μαλάκα τον άντρα σου. Που να 'ξερε ότι αυτή τη στιγμή ο διευθυντής του γλείφει τη μουνάρα της πουτανίτσας της γυναίκας του…

είπε και ανοίγοντάς της καλά τα μπούτια, έχωσε το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια της και άρχισε να βοσκάει λαίμαργα το μουνί της. Σε λίγο, ανασηκώνοντας το κεφάλι του πήρε θέση για γαμήσι. Η Νίτσα άνοιξε κι άλλο ασυναίσθητα τα πόδια της. Ο Βρασίδας αφού τακτοποίησε κάπως την κοιλάρα του για να μην τον ενοχλεί, άρχισε να την γαμάει. Μπαινόβγαινε μέσα της σαν έμβολο και γουστάριζε να τη βλέπει από κάτω του υποταγμένη να δέχεται τον πούτσο του σαν κοτούλα.

-    Βρ: Είσαι και στενομούνα καύλα μου, πρέπει να τον νιώθεις για τα καλά μέσα σου, ε πουτανάκι; Το αισθάνομαι το καυτό σου το μουνάκι να με σφίγγει. Ξεσκισμένη θα σε βρει ο μαλάκας ο άντρας σου, ξεσκισμένη, ξεκωλιασμένη και καταγαμημένη. Κι όχι μόνο σήμερα. Έχουμε να κάνουμε γαμήσια που θα αναστενάξουν οι σουμιέδες μουνίτσα. Ακούς μούναρε; Ακούω να λες και να γαμιέσαι!

-    Ν: Τι μεγάλο πουλί που έχετε κύριε Βρασίδα, τεράστιος είστε! Το Μικέ ίσα που τον νιώθω, εσείς με γεμίζετε όλη κύριε Βρασίδα μου, μέχρι τον πάτο φτάνετε, χύνω-χύνω πάλι, ναι, το νιώθετε; Μα, δε θα χύσετε κι εσείς;

-    Βρ: Όχι ακόμα πουτανάκι μου, έχουμε ακόμα. Θα χύσεις και θα ξαναχύσεις πολλές φορές πριν τελειώσω εγώ. Κάτσε τώρα να ξαπλώσω εγώ και παρ’ τον στο στοματάκι σου. Τσιμπούκωσε με καυλιάρα, και τ’ αρχίδια. Δούλεψε, ζωηρά τη γλώσσα σου, πιο γρήγορα Νίτσα, πιο ζωηρά τη γλώσσα σου και ρούφα και με τις τσιμπουκοχειλάρες σου.

Την είχε σκυμμένη πάνω του και απολάμβανε τσιμπούκωμα. Με τα χέρια του πότε οδηγούσε το κεφάλι της και πότε της χούφτωνε βύζους και κώλο. Η Νίτσα τον έγλειφε παθητικά γουργουρίζοντας σαν γαλοπούλα.

-    Βρ: Ήρθε η ώρα για το κωλαράκι σου το λαχταριστό. Σκύψε καλά πουτανάκι κι ετοιμάσου να σε ξεκωλιάσω… κάγχασε θριαμβευτικά.

-    Ν: Όχι από εκεί κύριε Βρασίδα, εγώ δεν το έχω κάνει ποτέ από εκεί!

-    Βρ: Τόσο το καλύτερο, θα έχω την τιμή να το ξεπαρθενέψω εγώ. Σκύψε τώρα, τούρλωσέ το καλά, και σου 'ρχομαι…

της είπε ενθουσιασμένος και με μια διείσδυση μπήκε σχεδόν όλος στην στημένη της κωλάρα. Την κωλογαμούσε αλύπητα με δυνατές εισχωρήσεις. Η Νίτσα είχε αρχίσει να δακρύζει από τον πόνο.

-    Ν: Κύριε Βρασίδα, χύστε σας παρακαλώ, χύστε, με πονάει πολύ κύριε Βρασίδα…

έσκουξε η πουτανίτσα και παρά τον πόνο που συνεχιζόταν ξαναέχυσε αισθανόμενη ένα πρωτόγνωρο είδος πονεμένης ηδονής.

-    Βρ: Είδες που έχυσες κι απ’ τον κώλο πουτανίτσα μου; Νίτσα, Νίτσα, πουτανίτσα… Μέσα σε δύο μέρες εξελίχθηκες σε πούτανο ολκής! Και που 'σαι ακόμα. Θα σε ξεπουτανιάσω τελείως εγώ, μούναρε. Δούλα της πούτσας θα σε κάνω. Γύρνα τώρα και παρ' τον στο στόμα σου. Θέλω να χύσω στις τσιμπουκοχειλάρες σου πουτάνα…

της είπε και η Νίτσα πήρε αμέσως θέση γονατιστή και άρχισε το τρομπόνι κοιτώντας τον. Τον τσιμπούκωνε και τον μαλάκιζε κοιτάζοντάς τον με ευγνωμοσύνη και ικετευτικά με τις ματάρες της. Οι βύζοι της ήταν κάτω από τα αρχίδια του και οι ορθωμένες ρωγάρες της του γαργαλούσαν τα μπούτια.

-    Βρ: Πάρε, παρ' τα πουτάνα, παρ' τα και γλειφ' τα καργιόλα!

Η Νίτσα κατάπιε αρκετή ποσότητα, ενώ οι βύζοι και τα μαλλιά της είχαν πιτσιλιές.

-    Ν: Σας άρεσε κύριε Βρασίδα;… τον ρώτησε συνεσταλμένα.

-    Βρ: Τέλειο ήταν πουτανάκι, τέλειο. Καθάρισέ μου τον τώρα με τη γλώσσα σου και βάλε μου να φάω για να δούμε την τέχνη σου και στο μαγείρεμα, γιατί στο γαμήσι μια χαρά τα πήγες…

της είπε ικανοποιημένος.



Copyright protected OW ref: 126085