Η πρωτάρα οδηγός

Δημοσιεύθηκε από Yannis-Petros
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.63 (12 Votes)
Δευτέρα πρωί και πάω με το αμάξι στη δουλειά μου. Έχω φύγει από Πολύγωνο και μέσω Κατεχάκη κατευθύνομαι στην περιοχή του παλαιού πλέον αεροδρόμιου της Ολυμπιακής. Εκείνη την εποχή ήταν ακόμα στις δόξες του. Έχω ένα AUDI 80, κόκκινο που φαίνεται σχετικά καινούριο αλλά είναι δεύτερο χέρι. Έχω ένα σωρό προβλήματα στη δουλειά και είμαι πολύ σκεπτικός και πολύ τσαντισμένος. Η Γεωργία, η γραμματέας του γραφείου που είναι ένα ζώο, δε με κάλυψε την προηγούμενη Παρασκευή όταν έγινε μια στραβή, με αποτέλεσμα μια σοβαρή προστριβή με τη Διεύθυνση της επιχείρησης. Πιστεύω ότι δε θα μου στοιχίσει άμεσα, αλλά ποτέ δεν ξέρει κανείς πως μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα.

Με όλες αυτές τις σκέψεις οδηγώ μηχανικά και κατευθύνομαι με κάποια ταχύτητα στη δουλειά μου. Έχω φτάσει στην ανηφόρα και επιταχύνω για να πάρω τη στροφή και φρενάρω απότομα για να αποφύγω ατύχημα που είχε γίνει πριν λίγα λεπτά. Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ «φτηνά τη γλύτωσα» και βλέπω από τον καθρέφτη μου ένα καινούριο Peugeot 208 να αριβάρει με ταχύτητα. Είμαι σίγουρος ότι δε θα αποφύγω την «επαφή». Το μπαμ ήταν η αρχή μιας πολύ περίεργης ιστορίας.

Βγαίνω από το αυτοκίνητο μου και βλέπω ότι στο πίσω αυτοκίνητο δεν κινείται τίποτα. Πάω στο παράθυρο του οδηγού και βλέπω μια κοπέλα που δεν κουνιέται ούτε για να με δει. Το τζάμι της είναι κατεβασμένο. Καλημέρα της λέω και συνεχίζω, τι καλημέρα δηλαδή, με ατύχημα άρχισε. Κουνάει το κεφάλι της χωρίς ακόμα να γυρίζει να με δει. Αυτό που με έκαιγε ήταν αν είχε ασφάλεια, και κάνω την ερώτηση.

-    Ασφάλεια έχετε;

-    Ναι…

μουρμουράει, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι της.

-    Μπορείτε να μου τη δώσετε;

Τότε ανοίγει την πόρτα της, βγαίνει από το αμάξι, και αρχίζει να μου φωνάζει λέγοντας ακατανόητα πράματα. Την ακούω να παραμιλάει και δεν αντιδρώ. Κάποια στιγμή τολμάω να πω την μαγική φράση:

-    Μη φωνάζετε σας παρακαλώ, ξέρετε ότι φταίτε. Και μην ανησυχείτε θα τα βρουν οι ασφαλιστικές.

Με βλέπει στα μάτια με απόγνωση και αγωνία και πέφτει στην αγκαλιά μου κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ. Με σφίγγει στην αγκαλιά της κλαίγοντας γοερά. Οι άλλοι οδηγοί που παρακολουθούν τη σκηνή, γιατί είχε δημιουργηθεί σοβαρό μποτιλιάρισμα λόγω των απανωτών ατυχημάτων, σταυροκοπιούνται και με ρωτάνε αν έγινε κάτι σοβαρό να βοηθήσουν. Τους καθησυχάζω και αγκαλιάζω κι εγώ την κοπελιά. Δάκρυα, ρίμελ, μύξες, σάλια γέμισαν το λευκό πουκάμισό μου. Χάλια με έκανε. Ευτυχώς δε φορούσα γραβάτα γιατί την είχα ικανή να τη χρησιμοποιήσει για μαντήλι.

-    Μην κλαις κορίτσι μου, σε παρακαλώ. Αφού έχεις ασφάλεια θα τα βρουν οι ασφαλιστικές.

Λόγια παρηγοριάς που δεν ακούστηκαν ποτέ. Συνέχισε να κλαίει και συνέχισα να την αγκαλιάζω. Κάποια στιγμή στα αναφιλητά της μου ξεφουρνίζει ότι ο πατέρας της θα την σκοτώσει κλπ. Τέλος πάντων, την έβαλα να καθίσει στη θέση του συνοδηγού για να βρει τα απαιτούμενα χαρτιά, αλλά και να είμαστε ασφαλείς. Μετά από λίγο ψάξιμο όπου το δάκρυ έτρεχε κορόμηλο μου είπε:

-    Σας παρακαλώ βοηθήστε με, δεν ξέρω τι ψάχνω ούτε πως είναι αυτό που πρέπει να βρω. Και μου δίνει στα χέρια ένα μάτσο χαρτιά.

Πρέπει να ομολογήσω ότι ο πατέρας της τα είχε απολύτως οργανωμένα όλα τα χαρτιά του αυτοκινήτου. Έγραψα όλα τα στοιχεία του αμαξιού και της έδωσα και όλα τα δικά μου στοιχεία. Για πολύ καλή μου τύχη είχαμε την ίδια ασφαλιστική πράμα που θα μας διευκόλυνε πάρα πολύ. Και φτάσαμε στη στιγμή που θα αλλάζαμε τηλέφωνα.

-    Θέλω το τηλέφωνό σου.

-    Τι να το κάνεις;… με ρωτάει μέσα στα αναφιλητά.

-    Για να συνεννοηθούμε, είναι απαραίτητο.

-    Να σου δώσω του μπαμπά μου.

-    Δώσε μου και του μπαμπά σου, αλλά εγώ θέλω το δικό σου. Ξέρεις εσύ οδηγούσες, εσένα ξέρω και εσύ έκανες το ατύχημα. Άλλωστε εσύ έχεις το δικό μου.

Της είχα δώσει την εταιρική μου κάρτα που έγραφε Διευθυντής Παραγωγής, Δρ Χημικός Μηχανικός ΕΜΠ,  κάτω από το όνομά μου και δίπλα από το λογότυπο της Εταιρείας. Ρούφηξε την μύξα της και για πρώτη φορά με είδε στα μάτια. Ήταν πρησμένη από το κλάμα και τα μάτια της υγρά και κατακόκκινα. Μαύρα σγουρά μαλλάκια, μαύρα ματάκια, λευκό δέρμα και αρμονικό κορμάκι αν και με λίγα κιλά παραπάνω. Είχε τα χάλια της και ακόμα έτρεμε σαν να κρύωνε.

-    Κρυώνεις;

-    Όχι, (πάλι κλάματα), τι θα πω στον πατέρα μου…

-    Μα δεν έγινε και τίποτα φοβερό, το αυτοκίνητο κινείται κανονικά. Λίγη λαμαρινοδουλειά και μερικά ανταλλακτικά για τη μόστρα. Δεν θέλω πανικούς. Ηρέμησε. Νομίζω ότι κάθε πατέρας ξέρει ότι οι πρωτάρηδες οδηγοί όλο και καμιά μαλακία θα κάνουν. Ο πατέρας σου το έχει υπολογίσει… μην ανησυχείς.

Με βλέπει πάλι με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα, και με ρωτάει.

-    Δηλαδή δεν είναι σοβαρή ζημιά… το αμάξι μπορεί να κινηθεί;

-    Σε όλα ναι, και δεν είναι σοβαρή η ζημιά και μπορείς άμεσα να πας στη δουλειά σου.

Σηκώνεται από το κάθισμα του συνοδηγού και σηκώνομαι και εγώ που ήμουν ανακούκουρδα για να μπορώ να επικοινωνήσω μαζί της. Παίρνει ένα χαρτομάντιλο από την τσάντα της και σκουπίζεται επιμελώς. Με μια κίνησή της με αγκαλιάζει, κανονικά αυτή τη φορά και μου δίνει ένα σκαστό φιλί στο μάγουλο. Μένω παγωτό. Δεν το περιμένω. Θέλω κι άλλο της λέω χωρίς να το σκεφτώ. Δεν κωλώνει και μου δίνει φιλί και από το άλλο μάγουλο. Ψελλίζει:

-    Φοβήθηκα τόσο πολύ, μα τόσο πολύ…

και μένει κρεμασμένη στο λαιμό μου. Κάμποσα χρόνια μετά ένιωσα ότι ήταν και θα έμενε κρεμασμένη στο σβέρκο μου. Λίγα λεπτά αργότερα αντιλαμβάνεται την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το λευκό μου καλοσιδερωμένο πουκάμισο.

-    Πω, πω, εγώ το έκανα έτσι;

Σκύβω και τότε βλέπω ότι δεν μπορώ να πάω έτσι στο γραφείο μου. Ευτυχώς το σπίτι της μάνας μου είναι στην Πανόρμου, και εκεί έχω ρούχα που η μανούλα μου τα πλένει και τα σιδερώνει. Της λέω το πρόγραμμά μου και μου λέει και αυτή ότι μένει Νέο Ψυχικό. Της λέω να με ακολουθήσει για να γυρίσουμε προς τους προορισμούς μας. Το μυαλό μου αποσπάστηκε απόλυτα από το γραφείο μου και τις δουλειές που έχω να κάνω. Με το που φτάνω στο πατρικό μου περιγράφω στη μάνα μου το περιστατικό και η πονηρή με ένα γελάκι με ρωτάει:

-    Σου άρεσε το κοριτσάκι, έτσι δεν είναι;

-    Ε! δε λέω όχι, αλλά περισσότερο μου έκανε εντύπωση η συμπεριφορά της, ψέλλισα.

-    Καλά, απάντησε η μάνα μου, έχοντας ένα αινιγματικό γελάκι στο πρόσωπό της.

Πήρα τηλέφωνα να ενημερώσω, ντύθηκα και έφυγα. Πήγα στο γραφείο, και πέρασε η μέρα χωρίς άλλες εμπλοκές και σοβαρά προβλήματα. Κατά της επτά έφυγα από το γραφείο και έφτασα στο σπίτι μου. Κάθισα να τσιμπήσω κάτι και να κοιμηθώ. Ήμουν κατάκοπος. Πραγματικά δεν έβλεπα μπροστά μου. Τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να σωριαστώ στο ωραίο κρεβατάκι μου, ντριν… το τηλέφωνο.

-    Παρακαλώ!

-    Μαρίνα.

-    Ναι, τι θέλετε.

-    Είμαι το κορίτσι του ατυχήματος.

-    Α! Συγγνώμη, σε ξέχασα.

-    Εύκολα ξεχνάς.

-    Μόλις έφτασα στο σπίτι μου και είμαι λιώμα. Ετοιμάζομαι να ξεραθώ στο καλοστρωμένο κρεβάτι μου.

-    Εγώ έχω κάνει όλες τις επαφές με την ασφάλεια και είμαι έτοιμη να σε ενημερώσω.

-    Ωραία. Α, με τον πατέρα σου τι έγινε; Ρώτησα γελώντας.

-    Μη με ρωτάς, τίποτα δεν έγινε. Με ρώτησε αν είναι μεγάλη η ζημιά στο αμάξι μου και μου είπε να κοιτάξω να το διορθώσω γρήγορα. Αυτά.

-    Είδες σου το είπα ότι το έχει υπολογίσει.

-    Μπα! Νομίζω ότι δεν τον νοιάζει τι κάνω εγώ, μου είπε παραπονιάρικα.

-    Δε νομίζω, ρε Μαρίνα. Υπάρχει φυσιολογικός πατέρας που δεν τον νοιάζει τι κάνει η κόρη του.

Σιωπή από την άλλη μεριά του σύρματος.

-    Έλα, τι έπαθες;

-    Σκέφτομαι αυτό που είπες. Εγώ πάντως πιστεύω ότι είναι αδιάφορος.

-    Καλά, αλλά δεν με πείθεις. Σε παρακαλώ να σε πάρω αύριο από το γραφείο μου να μου πεις τις λεπτομέρειες γιατί τώρα δεν αντέχω να βρίσκω μολύβι, χαρτί κλπ κλπ και να σημειώνω. Ή αν θες με παίρνεις αύριο εσύ. Στη δουλειά μου ή σπίτι μου;

-    Στη δουλειά σου καλέ.

Επιτέλους έπεσα στην κρεβατάρα μου και κοιμήθηκα σαν πουλάκι. Το πρωί σηκώθηκα ξεκούραστος και χορτασμένος από ύπνο. Έκανα το μπάνιο μου, ντύθηκα και πήρα το αμάξι για τη γνωστή διαδρομή. Στην Κατεχάκη έψαξα με τα μάτια μήπως και μπορέσω να την βρω. Φαίνεται ότι τη σκέφτομαι. Διαφορετικά δε θα την έψαχνα. Πήγα στο γραφείο μου και εκεί τελείωσαν όλα, ούτε Μαρίνα ούτε τίποτε. Η ώρα πέρασε και ένα τηλεφώνημα ήρθε από τη Γεωργία που μου ανήγγειλε:

-    Κύριε Πέτρο, κάποια κυρία Μαρίνα σας ζητά. Θα απαντήσετε;

-    Ναι, ευχαριστώ.

-    Καλημέρα Μαρίνα.

-    Καλημέρα Πέτρο, μου είπες ότι θα με πάρεις εσύ αλλά τίποτα.

-    Το ξέχασα ρε συ, η δουλειά με πήρε από κάτω.

-    Πρόσεχε να μην σε πάρει τίποτε άλλο από κάτω χα, χα… Α! και κάτι ακόμα, ξεχνάς πολύ εύκολα, πρέπει να το κοιτάξεις. Πάλι γελάκια.

-    Έλα ρε συ, συγγνώμη. Για πες, σημειώνω.

Μου είπε όλες τις λεπτομέρειες, τις οποίες και σημείωσα. Όταν τελείωσε την ευχαρίστησα και πήγα να κλείσω το τηλέφωνο όταν χωρίς να το καταλάβω μου βγήκε αβίαστα:

-    Μαρίνα τι θα έλεγες να συναντιόμασταν για ένα καφέ ή και ένα ποτό σήμερα αργά το απόγευμα;

Πιστεύω πως το περίμενε γιατί αμέσως απάντησε με ένα χαρούμενο «Ναι» και αμέσως συμπλήρωσε «που και πότε;». Της έδωσα οδηγίες, το ραντεβού για τις οκτώ το βραδάκι στη γειτονιά της. Πήγα κατευθείαν από τη δουλειά και αυτή φιγουρίνι. Καθίσαμε και στην αρχή υπήρχε σχετική αμηχανία. Δε μιλούσε κανένας. Δεν άντεξα στην σιωπή και της είπα ένα κομπλιμέντο, έτσι για να πω κάτι, να σπάσει η σιωπή.

-    Είσαι πολύ όμορφη όταν είσαι χαλαρή… και γέλασα.

-    Και εσύ είσαι όμορφος και με πολύ ωραίο σώμα.

-    Και που το ξέρεις το σώμα  μου.

-    Τόση ώρα με είχες στην αγκαλιά σου, το ξέχασες πάλι. Να το κοιτάξεις, είσαι και νέος άνθρωπος.

-    Νόμιζα πως έκλαιγες τη μοίρα σου και σε καμιά περίπτωση δεν πίστεψα ότι μέτραγες τους κοιλιακούς μου.

-    Όλα γίνονται συγχρόνως. Πρέπει να ομολογήσω ότι στην αρχή ήμουν τρελαμένη με το ατύχημα, όταν με πήρες στην αγκαλιά σου μου άρεσε πολύ η κολόνια σου. Και όταν σε αγκάλιασα και εγώ εκεί έπαθα πλάκα που ένιωσα το σώμα σου.

-    Ε… λοιπόν οι άντρες ήμαστε βλάκες με περικεφαλαία. Εγώ ούτε τα όμορφα βυζάκια σου χάρηκα ούτε το πεταχτό κωλάκι σου έπιασα, ενώ θα μπορούσα και χωρίς να με παρεξηγήσεις, αλλά ο χαζός σκεφτόμουν πως να σε ηρεμήσω. Πες μου σε παρακαλώ όλα ψεύτικα ήταν για να σε έχω στην αγκαλιά μου; Πες μου αλήθεια, θέλω να το ξέρω.

-    Όχι, στην αρχή σου είπα είχα φρικάρει, από τη στιγμή που σε μύρισα έπαθα κόλλημα. Και σήμερα γι’ αυτό σε πήρα, ήθελα πολύ να σε νιώσω να σε μυρίσω.

-    Νομίζω ότι είμαι σε μειονεκτική θέση. Εγώ ασχολήθηκα με τα ψυχικά σου χαρίσματα και πρέπει να επανορθώσουμε. Πάμε μια βόλτα με το αμάξι ή θες να πάμε σπίτι μου;

-    Θέλω ένα βρώμικο βράδυ, μου είπε με κατεβασμένο κεφάλι.

Πολύ δελεαστική πρόταση, αλλά δεν είχε προσδιορίσει τι εννοεί «βρώμικο». Έτσι λοιπόν, αφού το άφησε επάνω μου, την αγκάλιασα και πήγαμε με το αμάξι σε ένα κοντινό δασάκι μέσα στην Φιλοθέη. Τη διέταξα να βγει από το αμάξι, βγήκα και εγώ και πήγα στο πίσω κάθισμα και αυτή όρθια έξω από το αμάξι, μπροστά στην πόρτα. Της ζήτησα να βγάλει το πουκαμισάκι που φορούσε και το σουτιέν. Φόρεσε το σακάκι μου για στοιχειώδη προστασία. Την αγκάλιασα και άρχισα να παίζω με τις ρώγες της. Ρούφαγα τα μεγαλούτσικα βυζιά της. Είχα χουφτώσει το ένα της βυζί με τις δύο μου παλάμες, της το ρούφαγα και της το παίδευα. Κάτι έλεγε αλλά δεν καταλάβαινα. Συνέχισα να παίζω με τα βυζιά της αλλά η γλώσσα μου και τα χείλια μου κατέβαιναν στην κοιλίτσα της. Είχε παραδοθεί. Είχε χαλαρώσει και ήταν αφημένη στα χέρια μου και στα χείλια μου. Της κατέβασα την φαρδιά της παντελόνα και το βραζίλ της. Τη διέταξα να σηκώσει το μπούτι της και ασχολήθηκα με το καλοξυρισμένο μουνί της. Της έγλειψα την κλειτορίδα αρκετή ώρα και έτσι όπως ήταν με το μπούτι σηκωμένο άρχισα να της δαχτυλώνω τη μουνότρυπα και να της χαϊδεύω το κωλοτρυπιδάκι με το δάχτυλο που το είχα λιπάνει στην μουνότρυπα της. Εκεί τα έπαιξε.

-    Τι μου κάνεις αγόρι μου, τι μου κάνεις και τρέμω, αχ…

-    Σου αρέσει μωρή ψώλα, σου αρέσει και ακόμα δεν αρχίσαμε…

Ένα αργόσυρτο «αχ…» ακούστηκε που συνοδεύτηκε με τον πρώτο σπασμό της. Άρχισα να τη διπλό-δαχτυλογαμάω με δύναμη και ταχύτητα. Ο ήχος από το κάθυγρο μουνάκι με καύλωνε πολύ. Σε λίγο λύγισε το ένα γόνατο που την στήριζε και έγειρε το κορμί της και ακούμπησε στο κορμί μου.

-    Με έκανες να χύσω τέλεια αγόρι μου…

μου ψιθύρισε και με αγκάλιασε με δύναμη. Εγώ ακόμα δεν την έχω νιώσει στην ψωλή μου. Σηκώνομαι και την καθίζω στην θέση που καθόμουν και της τον δίνω στο στοματάκι της. Τη μπουκώνω κανονικά και αρχίζει ένα δυνατό παιχνίδι με την γλώσσα της στο πουτσοκέφαλο μου. Σε λίγα λεπτά της λέω να ξαπλώσει ανάσκελα και να ρίξει το κεφάλι της έξω από το αυτοκίνητο. Της πιάνω το κεφάλι και της βάζω το καυλί μου βαθιά στο λαρύγγι της. Πνίγεται αλλά δε με αφήνει. Της γαμάω το στοματάκι και της αφήνω τα χύσια μου στο πρόσωπό της. Τρελαίνεται και σηκώνεται. Ψάχνει για μαντηλάκια και σκουπίζεται. Δε συμμετέχω. Ήθελε βρώμικα και τα είχε. Δε ντύνεται… παραμένει στο αμάξι γυμνή, μόνο με το σακάκι μου. Εγώ με το παντελόνι κατεβασμένο. Κάθομαι δίπλα της, δε μιλάμε.

Με αγκαλιάζει και την φιλάω. Μου χουφτώνει πούτσα και αρχίδια και αρχίζει να τα φιλάει και να ρουφάει μαλακά το καυλί μου. Σε λίγο πάλι όρθιος και δυνατός. Συνεχίζει το χαϊδολόγημα και το ρούφηγμα. Μου ψιθυρίζει ότι με θέλει μέσα της. Ξαπλώνω στην πίσω θέση και με καβαλάει. Δεν τον παίρνει μέσα της αλλά έτσι όπως είναι ντούρος κάθεται επάνω του ανοίγει τα εξωτερικά μουνόχειλα και αρχίζει να τρίβει μαλακά την υγρή μουνάρα της μπρος πίσω στο χοντρό καυλί μου. Έχω γίνει τούρμπο και της το λέω.

-    Αυτό θέλω και εγώ…

μου απαντάει βαριανασαίνοντας. Η φάση ήταν τέλεια. Με μια μαεστρική κίνηση του κώλου της με ρουφάει μέσα της και χορεύει με την ψώλα μου βαθιά μέσα της μέχρι που με κάνει να χύσω μέσα στον κόλπο της. Ένιωθα υπέροχα. Σηκωθήκαμε, φτιαχτήκαμε και ξεκινήσαμε το μικρό ταξίδι της επιστροφής στα σπίτια μας. Στην επιστροφή μου είπε ότι της αρέσω.

Σε τρεις μήνες ορίσαμε τους γάμους μας, 4 χρόνια μετά χωρίσαμε σκοτωμένοι. Αλλά ομολογώ ότι η γκόμενα ήταν η καύλα προσωποποιημένη.



Copyright protected OW ref: 126292