Θεοδώρα: Ο Βρασίδας με τη συμπεθέρα

Δημοσιεύθηκε από Writer13
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.14 (7 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Θεοδώρα: Γάμος με τον ανιψιό του αφεντικού

Αφού έφυγε από την εταιρία ο κυρ-Βρασίδας χτύπησε μερικά μπριζολάκια και μετά την έπεσε για έναν απογευματινό υπνάκο για να ανακτήσει δυνάμεις για τη βραδινή επίσκεψη στη μάνα της Ντόρας. Παρά το ότι είχε καβατζάρει πριν μερικά χρονάκια τα 55 και η κοιλάρα του ήταν αρκούντως εντυπωσιακή, δε χρειαζόταν ακόμα καμία φαρμακευτική υποστήριξη για να αποδώσει αρκετές φορές την ημέρα, αρκεί να ήταν καλά φαγωμένος, ξεκούραστος και με τις σωστές παρτενέρ.

Αφού ξύπνησε ορεξάτος, ντύθηκε στα γρήγορα, πέταξε στη γυναίκα του (τάρανδος είχε γίνει η κακομοίρα από το κέρατο που της έριχνε) μια αόριστη δικαιολογία για κάτι επαγγελματικές υποχρεώσεις που προέκυψαν εκτάκτως και έφυγε φουριόζος για το σπίτι της κυρά-Φώφης. Καθ’ οδόν πήρε και μερικά γλυκά από ένα ανατολίτικο ζαχαροπλαστείο και περίπου μισή ώρα πριν τις εννιά χτυπούσε το κουδούνι της Φωφώς.

«Ωχ, κουδούνι! Μα ποιος να είναι τέτοια ώρα; Ο κυρ-Βρασίδας μου είχε πει κατά τις εννιά», σκέφτηκε ενοχλημένη η Φωφάρα και με τα νερά από το μπάνιο να στάζουν από την κορμάρα της τύλιξε μια πετσέτα γύρω της, φόρεσε κάτι πουτανίστικες πασουμο-παντόφλες με τακουνάκι και κατευθύνθηκε καμαρωτή προς την πόρτα.

-    Ναι, ποιος είναι;… ρώτησε η μιλφάρα.

-    Βρ: Εγώ είμαι, συμπεθέρα, έφτασα λίγο νωρίτερα…

απάντησε ο Βρασίδας και με το που άνοιξε η πόρτα και αντίκρισε τη Φωφώ με την πετσέτα κρεμασμένη στις βυζάρες της άρχισε να λιγώνεται. «Αμάν απ’ το μπάνιο τον έβγαλα τον μούναρο. Κοίτα πως στέκεται η πετσέτα στα βυζόμπαλα της, τι θέαμα, αυτή είναι για πολλά γαμήσια», σκεφτόταν ο πορνόγερος ενώ την κάρφωνε με τα μάτια γουρλωμένα και, ασυναίσθητα, ξερογλειφόταν μπροστά στη λουκουμάρα.

-    Φ: Αχ, κύριε Βρασίδα μου, δε σας περίμενα τόσο νωρίς κι είμαι ακόμα άντυτη. Ευτυχώς που είναι έτοιμα τα μεζεδάκια σας για να τσιμπάτε και κάτι μέχρι να ντυθώ εγώ.

-    Βρ: Μη βιάζεσαι τόσο Φωφάρα μου, δεν πρόλαβα ούτε να σε χαιρετήσω καλά-καλά…

είπε ο Βρασίδας αναψοκοκκινισμένος από το θέαμα. Με το ένα χέρι έκλεισε την πόρτα πίσω του, άφησε το κουτί με τα γλυκά και βούτηξε λαίμαργα τα «γλυκά» της κυρά-Φώφης.

-    Βρ: Για έλα να σε… φιλήσω συμπεθερούλα μου…

της είπε και την τράβηξε πάνω του. Η Φωφάρα ήταν ψηλότερη από το Βρασίδα και σκύβοντας για τον ασπασμό η πετσέτα χαλάρωσε όσο έπρεπε για να μπορέσει ο συμπέθερος να την τραβήξει μαλακά-μαλακά ενώ την έσφιγγε στην αγκαλιά του και τη φιλούσε στα μάγουλα.

-    Φ.: Αχ, αχ, καλέ, η πετσέτα καλέ, αχ τι ντροπή, με συγχωρείτε κύριε Βρασίδα μου…

ψέλλισε κατακόκκινη η πουτανάρα μόλις συνειδητοποίησε ότι ο συμπέθερός της την αγκάλιαζε και την φιλούσε θεόγυμνη (εκτός από τα πασουμάκια) μπροστά στην είσοδο, κοστουμαρισμένος, λίγα δευτερόλεπτα αφού είχε μπει στο σπίτι της. Εντάξει, από τα αρρεβωνιάσματα της Ντόρας με τον ανιψιό του Βρασίδα του καθόταν σαν κοτούλα τακτικότατα, αλλά στην κρεβατοκάμαρα, όχι και μπροστά στην είσοδο σα να ήταν καμιά πουτάνα.

-    Φ.: Σταθείτε λίγο να πάρω την πετσέτα και ώσπου να ντυθώ περάστε να τσιμπ… μα κύριε Βρασ… τι καν…, αχ, μα εγώ δεν…

Ο Βρασίδας αφού της έριξε ένα περιποιημένο γλωσσόφιλο, άρπαξε με τα χέρια του τα πλουσιότατα καπούλια της, βεντούζωσε με το στόμα του το ρωγόβυζο της και άρχισε να την πιπιλάει. Οι ρώγες της Φώφης ανταποκρίθηκαν αμέσως και οι μουνότριχες της ανατρίχιασαν στα αγγίγματά του.

-    Βρ: Έλα, έλα τώρα πουτανίτσα μου, μη μου κάνεις εμένα ότι δε θέλεις. Οι ρωγάρες σου πετάχτηκαν έξω σαν πινέζες και το μουνάκι σου είναι καυτό. Για να δούμε και παραμέσα τι γίνεται…

είπε και έχωσε δύο δάχτυλα στη μούνα της συμπεθέρας του.

-    Βρ: Πουτάνα! Εσύ είσαι κιόλας μούσκεμα. Η μουνάρα σου στάζει μανάρα μου. Αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω, κοίτα πως μου ‘γινε ο πούτσος ακόμα δε μπήκα μέσα…

της είπε ξεδιάντροπα οδηγώντας το χέρι της στην πούτσα που μόλις είχε βγάλει από το παντελόνι. Η σκηνή ήταν εξόχως καυλωτική. Ο κυρ-Βρασίδας με το κοστούμι και τον πούτσο έξω να χουφτώνει τις βυζάρες και την κωλάρα της θεόγυμνης μάνας της υπαλλήλου του στο χωλ του σπιτιού της, δευτερόλεπτα μετά την είσοδό του και λίγες ώρες αφού γαμούσε την κόρη της –και γυναίκα του ανιψιού του- μέσα στο γραφείο του.

-    Φ: Ωχ, κύριε Βρασίδα, μα τι σας έπιασε, α, μα εσείς είστε κιόλας έτοιμος, τι σκληρό…

ψέλλιζε η Φωφάρα ενώ του τον έπαιζε του καλού καιρού.

-    Φ: Δε θέλετε να πάμε στην κρεβατοκάμαρα καλύτερα κύριε Βρασίδα μου;

-    Βρ: Ποια κρεβατοκάμαρα βυζαρού μου, γύρνα και σκύψε γρήγορα, έλα-έλα, κάντο που σου λέω, εδώ θα σε καβαλήσω, εδώ θα το φας το πρώτο το γαμήσι σου, στο χωλ πουτάνα, ναι-ναι, έτσι, έτσι πουτανίτσα μου, μα τι υπάκουη, νάτο, μπήκε-μπήκε, παρ’ το στη μουνάρα σου, όλο μούνα, μέχρι τη ρίζα στο ‘χωσα, πάρε-πάρε να ‘χεις, πάρε πούτανε. Αχ… τι τρύπα, κωλάρα μου, κουνήσου, κούνα την κωλάρα σου μωρή, κούνα τη φοράδα μου!

Η Φωφώ είχε στήσει την κωλάρα της και απολάμβανε τις γαμιές του Βρασίδα κουνώντας κι αυτή την κωλάρα της πέρα-δώθε. Ο κυρ-Βρασίδας πότε της σκαμπίλιζε τα κωλομέρια και πότε της χούφτωνε τις βυζάρες ενώ ο πούτσος του όργωνε το μουνί της από πίσω σαν ατμοκίνητο έμβολο.

-    Βρ: Σ’ αρέσουν τα κωλοσκάμπιλα πουτανίτσα, σε καυλώνουν; Δε θ’ αντέξω και πολύ ακόμη, θα χύσω, θα σε γεμίσω σπέρμα πόρνη, σου τσιμπάω τα ρωγόβυζα και αδειάζω στη μούνα σου, παρ’ τα μωρή, δικά σου είναι, παρ’ τα μέσα στη μούνα σου.

-    Φ: Αχ, πόσο πράμα, αχ κύριε Βρασίδα, στραγγίξατε; Σας άρεσε κύριε διευθυντά; Καλό ήταν;…

τον ρώτησε δουλοπρεπώς, κοιτάζοντάς τον σαν αγελάδα.

-    Βρ. Βέβαια Φωφάρα μου, βέβαια…

απάντησε ο Βρασίδας σκουπίζοντας τον πούτσο του στην κωλάρα και τις μπουτάρες της.

-    Βρ: Άντε να φρεσκαριστείς και να ντυθείς τώρα κι έλα να τσιμπήσουμε τίποτα. Α, πάρε κι αυτά τα γλυκά για αργότερα.

-    Φ: Μα δεν έπρεπε, δεν ήταν ανάγκη. Εξάλλου, δεν κάνει να τρώω γλυκά για τη σιλουέτα μου…

είπε η Φώφη ντροπαλά με τα χύσια του πεθερού της κόρης της να τρέχουν στις μπουτάρες της, ενώ μάζευε την πετσέτα από το πάτωμα.

-    Βρ: Μια χαρά είναι η σιλουέτα σου. Μια χαρά, με τις καμπύλες σου, εκεί που πρέπει και με τα όλα σου. Μακάρι και η Ντόρα να γίνει σαν εσένα σε μερικά χρόνια. Άντε τώρα να ντυθείς με αυτές τις καλτσονάρες σου που με φτιάχνουν για να συνεχίσουμε…

της είπε και με μια μπάτσα-κωλωχούφτωμα την ξαπόστειλε προς τα μέσα. Ο Βρασίδας ενώ η Φωφώ ξαναπλενόταν και ντυνόταν κάθισε στο τραπέζι, έβαλε τσιπουράκι και άρχισε το τσιμπολόγημα. Η μαντάμ είχε ετοιμάσει ένα σωρό μεζεκλίκια που ήξερε ότι του άρεσαν. Αλμυρά, πικάντικα, όλα τα απαγορευμένα που πήγαιναν όμως τέλεια με το τσίπουρο και ανέβαζαν και τη λίμπιντο του Βρασίδα, ο οποίος σκεφτόταν… «τέλεια τα μεζεδάκια αλλά θα πάει η χοληστερίνη 800. Θα με ξεκάνουν αυτές οι πουτανάρες μάνα και κόρη, αλλά χαλάλι τους, θα πάω ευχαριστημένος τουλάχιστον.

Η Φωφώ αφού φρεσκαρίστηκε στο ντους άρχισε να ντύνεται στα γρήγορα. Φόρεσε μαύρες, δαντελωτές ψηλές κάλτσες με ζαρτιέρες, αραχνοΰφαντο see through κιλοτάκι από πάνω και ένα μίντι αεράτο φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ ώστε να διακρίνεται λίγο και το σουτιέν. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη πριν πάει στην τραπεζαρία. Οι βυζάρες και η κωλάρα της ασφυκτιούσαν, οι μπουτάρες της έτριζαν όταν περπατούσα στα τακούνια της και όλα κουνιόντουσαν. «Χμ, εντάξει, μια χαρά. Να δεις που με το που θα με δει θα ξανακαυλώσει και θα με αρπάξει αμέσως ο έκφυλος», καμάρωσε και βγήκε από το δωμάτιο.

-    Φ: Έτοιμη, κι εγώ κύριε Βρασίδα. Δεν άργησα; Σας αρέσουν τα μεζεδάκια που σας ετοίμασα;

-    Βρ.: Πω, πω, πω! Γεια σου τσολιά μου, γεια σου φρεγάτα μου! Πώς να μη μου αρέσουν Φωφάρα μου; Και τα μεζεδάκια σου μ’ αρέσουν κι όλα σου μ’ αρέσουνε…

της είπε ο Βρασίδας που κόντεψε να πνιγεί μόλις την είδε να καταπλέει φρεσκαρισμένη και καλοντυμένη.

-    Για έλα κάτσε δίπλα μου για να… τσιμπάμε μαζί…

της είπε πονηρά και μόλις η κότα κάθισε, το φόρεμά της ανασηκώθηκε και φάνηκε στη μπουτάρα της το δαντελένιο τελείωμα των καλτσονοκαλτσών της. Το χέρι του Βρασίδα πήγε κατ’ ευθείαν εκεί.

-    Φ: Αχ, αχ, χα, χα. Μα κύριε Βρασίδα δε… χορτάσατε;… τον ρώτησε πονηρά η πουτανίτσα. Και τις προάλλες στο σπίτι σας με φέρατε σε πολύ δύσκολη θέση. Αν καταλάβαινε τίποτα η γυναίκα σας ποια θα ήταν η θέση μου; Μα καθόλου δε ντρέπεστε πια;…

του είπε τάχα μου ενοχλημένη, ενώ το χέρι του ανέβαινε από το μπούτι στην κιλότα της χωμένο στα μαλακά της απόκρυφα.

-    Βρ: Σιγά μην καταλάβαινε. Αφού τα χέρια μου ήταν κάτω από το τραπεζομάντηλο. Μήπως κι εσύ Φωφώ κατάλαβες ότι ταυτόχρονα με σένα το άλλο χέρι μου ήταν στο μουνάκι της κόρης σου από την άλλη μεριά;…

είπε γελώντας πονηρά και παραμερίζοντας το κιλοτάκι της έχωσε δάχτυλο στη σχισμή της.

-    Φ: Ωχ, μα τι λέτε; Δηλαδή εκτός από μένα βάζατε και στην Δώρα χέρι κάτω από το τραπέζι; Τι ντροπή! Μα και τις δυο μας ταυτόχρονα και μπροστά στη γυναίκα σας και στον ανιψιό σας και άντρα της; Μα καθόλου δε ντρέπεστε πια; Αχ, τι μου κάνετε πάλι με το δάχτυλο; Κύριε Βρασίδα μου πως με χαϊδεύετε έτσι… κύριε Βρασίδα!

Η κωλάρα της Φωφώς είχε μπει πάλι σε κίνηση. Ο Βρασίδας με το έμπειρο χέρι του παραμέριζε τα μουνόχειλα της και δαχτύλιαζε για τα καλά την κλειτορίδα της που έτρεμε από τον ερεθισμό.

-    Βρ: Το κουμπάκι σου είναι έτοιμο πάλι Φωφούλα μου. Σ’ αρέσει να παίζω με την κλειτορίδα σου πουτανούλα; Καυλώνεις; Τέλεια είναι, κάτσε να πιω και λίγο τσιπουράκι παράλληλα. Αυτά είναι μπερκέτια, εσύ μου ικανοποιείς όλες μου τις ανάγκες ταυτόχρονα μουνάρα μου, όλες… και φαί και ποτό και άραγμα και καύλωμα. Ορίστε με καύλωσες πάλι! Λοιπόν, δεν πέφτεις λίγο και στα γόνατα να μου τον γλείφεις ενώ εγώ απολαμβάνω τα μεζεκλίκια που μου ετοίμασες; Άντε πουλάδα μου, πάρε θέση και ξεκίνα!

-    Φ: Ότι πείτε κύριε Βρασίδα, ευχαρίστως…

είπε η δουλάρα και γονατίζοντας έβγαλε έξω τον πούτσο του διευθυντή της κόρης της και άρχισε να του τον γλείφει.

-    Βρ: Αχ, μπράβο πούτανε, μπράβο, είσαι τσιμπουκλού πρώτης τάξης. Κι η κόρη σου η Ντόρα δεν πάει πίσω αλλά εσένα δε σε φτάνει ακόμα. Βγάλε και τους βύζους σου έξω να αποκαυλώσουμε, πω-ρε μαστάρια που ’χεις κι εσύ αγελαδάρα μου, για άρμεγμα είσαι, για άρμεγμα, βύζαγμα και καβάλημα…

της έλεγε ενώ η μιλφάρα δούλευε με το στόμα της πάνω στον πούτσο του. Ο μπάρμπα-Βρασίδας κουτσόπινε και απολάμβανε τα μεζεκλίκια που του είχε ετοιμάσει η Φωφάρα, και η Φωφάρα γονατιστή του γυάλιζε τον πούτσο με τις χειλάρες και τη γλώσσα της.

-    Φτάνει τώρα με το τσιμπούκι, τώρα θέλω να σου σκίσω την κωλάρα σου Φωφώ! Σήκω πάνω, σκύψε, πιάσου από το τραπέζι και σου ’ρχομαι.

Η Φώφη χαμογελώντας υπάκουα πήρε πρόθυμα τη θέση της. Ο Βρασίδας με τον πούτσο στο χέρι, αφού της ανασήκωσε το ένα μπούτι και παραμέρισε την κιλότα της, άρχισε να τη μαρκαλεύει με ορμή. Η κοιλιά και τα αρχίδια του χτύπαγαν με δύναμη τα κωλομέρια της συμπεθέρας του ενώ μπαινόβγαινε στο σφιχτό μουνί της.
-    Βρ: Πάρε πούτσο Στο μουνάκι της κορούλας σου ήταν πριν λίγες ώρες, της πουτανίτσας σου της Ντορούλας το μουνάκι μέσα ήταν ο πούτσος που σε γαμάει. Σας οργώνω μάνα και κόρη με τον πούτσο μου μουνάρες, οικογενειακώς σας γαμάω, με τα μουνάκια σας θα με στραγγίζετε, χύνω πόρνη, αδειάζω μέσα σου…

βόγκηξε ο κυρ-Βρασίδας ενώ γέμιζε το μούνο της Φώφης με το σπέρμα του.

-    Βρ: Αχ, καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά χύσαμε. Έλα να μου τον καθαρίσεις με τη γλωσσίτσα σου τώρα Φωφάκι γιατί πρέπει να γυρίσω και σπίτι μου. Άντε νοικοκυρούλα μου, λαμπίκο καν’ τον μου όπως ξέρεις…

της είπε και αφού η Φωφώ του τον καθάρισε γλείφοντας εντελώς, της έριξε μια αποχαιρετιστήρια τσιμπιά στα ρωγόβυζα και έφυγε για το σπίτι του σφυρίζοντας ικανοποιημένος.

Ενώ έβγαινε από την πολυκατοικία κοντοστάθηκε παρατηρώντας μία τριαντάρα μελαχρινή που συνοδευόταν από έναν φλούφλη η οποία μόλις έμπαινε και κατευθύνθηκε προς το διαμέρισμα της Φώφης. «Πολύ ενδιαφέρον», σκέφτηκε πονηρά ο Βρασίδας. «Τέτοιες βυζάρες, κωλάρα και πορνόφατσα, δε μπορεί… της οικογενείας θα είναι κι αυτή. Να θυμηθώ να το… διερευνήσω το θέμα…», σημείωσε νοερά και συνέχισε το δρόμο του.



Copyright protected OW ref: 125849