Θεοδώρα: Γάμος με τον ανιψιό του αφεντικού

Δημοσιεύθηκε από Writer13
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.13 (8 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Θεοδώρα: Η Θεοδώρα βρίσκει δουλειά

Το συνοικέσιο

Ο διευθυντής της Δώρας αποφάσισε να την… παντρέψει. Ο γέρο-τράγος το σκέφτηκε πονηρά: «Καλά τη γαμάω μέχρι στιγμής τη μουνίτσα, αλλά τι γίνεται άμα αλλάξει δουλειά; Με τέτοια προσόντα που διαθέτει δε θα δυσκολευτεί να βρει εταιρία. Οι εταίρες πάντα προτιμούνται. Ενώ άμα την παντρέψω με τον ανιψιό μου το Μιχαλάκη, θα συνεχίσω να χύνω στο μουνάκι της και να της γλείφω τις βυζάρες για όσα χρόνια μου σηκώνεται ακόμη. Ο Μιχαλάκης θα κάνει ό,τι του πω αν δε θέλει να τα αφήσω όλα σε κάνα μοναστήρι και να ψάχνεται. Άσε που δεν θα του κακοπέσει καθόλου η βυζαρού».

Αμ’ έπος αμ’ έργον, το λοιπόν, τη φώναξε αμέσως στο γραφείο του.

-    Έλα Ντόρα μου, έλα να καθίσεις λίγο που έχω να σου… πω…

της είπε μόλις μπήκε στο γραφείο του και της έδειξε τη θέση της στα γόνατά του. Η Δώρα τον πλησίασε χαμογελώντας και κάθισε πάνω του. Η φούστα της ανασηκώθηκε και φάνηκε ότι φορούσε ζαρτιέρα. Ο διευθυντής έβαλε αμέσως το χέρι του ψηλά στο μπούτι της.

-    Μπα, μπα… τι ωραία εσώρουχα είναι αυτά; Για να δούμε και πιο πάνω, ωχ δεν έβαλες κιλότα σήμερα; Μόνο με τις ζαρτιέρες είσαι; Πιάσε-πιάσε να δεις τι μου έκανες!

Ο κύριος διευθυντής της έβαλε το χέρι πάνω στον πούτσο του.

-    Μ… είστε κιόλας έτοιμος βλέπω κύριε διευθυντά…

είπε το πουτανάκι και του τον έτριβε απαλά πάνω από το παντελόνι.

-    Άκου Ντόρα, σκέφτηκα κάτι για σένα. Τι θα έλεγες αν σου πρότεινα να παντρευτείς τον ανιψιό μου τον Μιχαλάκη; Είναι καλό παιδί, μια μέρα θα αναλάβει και τη διεύθυνση της εταιρίας. Έτσι θα… συγγενέψουμε κιόλας…

της είπε και έχωσε το χέρι του στις βυζάρες της. Η βυζαρού ξαφνιάστηκε. «Ωχ, μα τι λέει τώρα ο κωλόγερος; Ο ανιψιός του είναι λεβεντομαλάκας, κανονικός αγαθομούνης. Από την άλλη έχει δίκιο, ο μαλάκας θα κάνει κουμάντο όταν τα τινάξει ο γέρο-τράγος. Τουλάχιστον μπορεί να σταματήσει να με πασπατεύει ο μπάρμπας άμα πάρω τον ανιψιό του…» σκέφτηκε και σταμάτησε να του χαϊδεύει τον πούτσο.

-    Συνέχισε με το χέρι σου! Είπαμε να πάρεις τον ανιψιό, όχι να αφήσεις το θείο…

της είπε ο διευθυντής και κατέβασε το φερμουάρ του, δίνοντάς της τον γυμνό του πούτσο στο χέρι. Η Θοδώρα έκανε με τα λόγια τη δύσκολη αλλά το χέρι της του χάιδευε το καυλί απαλά.

-    Λοιπόν, τα πολλά λόγια είναι φτώχια, το απόγευμα θα έρθουμε με το Μιχαλάκη από το σπίτι σου να σε ζητήσουμε επισήμως. Γλειψ’ τον μου λίγο τώρα, όμως, που καύλωσα με τις ζαρτιέρες σου και θέλω να χύσω! Και βγάλε τη φούστα σου, θέλω να σε βλέπω γυμνή με τις ζαρτιέρες να καυλώνω. Έτσι μπράβο, κάτσε να σου ξεγυμνώσω και τις βυζάρες, ώ-ρε μάνα μου, τυχερός ο Μιχαλάκης, παίρνει γυναίκα με τα όλα της, έλα παιδί μου γλείφε, γλείφε τον… πεθερό σου… ή μάλλον το θείο σου, έτσι θα με φωνάζεις, έλα-έλα ανηψούλα, έτσι μπράβο τσιμπουκλού μου!

Η Δώρα χωρίς φούστα και με τους βύζους της έξω από το πουκάμισο τσιμπούκωνε το μέλλοντα θείο της του καλού καιρού. Ο διευθυντής έξτρα καυλωμένος από την κατάσταση έχυσε γρήγορα στο στόμα της και η Δώρα δεν άφησε σταγόνα να πάει χαμένη.

-    Μπορώ να ντυθώ, θείε;…

τον ρώτησε πονηρά γέρνοντας πάνω του.

-    Ναι, ναι ανιψιά, ντύσου. Άκου, μη βάλεις κιλότα ούτε το απόγευμα. Θέλω να σκέφτομαι ότι το μουνάκι σου θα είναι γυμνό, ξεβράκωτο εκεί που θα σε λογοδίνω με τον ανιψιό μου…

της είπε και της χούφτωσε το μουνάκι.

-    Όπως θέλετε…

είπε η Δώρα και άρχισε να ντύνεται. Να λοιπόν που θα συγγενέψω με τον γέρο-μπισμπίκη! Δε βαριέσαι, αφού με γαμάει που με γαμάει, τουλάχιστον αυτός θα με εξασφαλίσει μια και καλή» σκέφτηκε ο πούτανος και γύρισε στο σπίτι της νωρίτερα για να ετοιμαστεί για τη μεγάλη βραδιά. Τα είπε στα γρήγορα στη μάνα της, παραλείποντας τις λεπτομέρειες για τις ιδιαίτερες σχέσεις της με το μέλλοντα θείο της. Η μάνα της ενθουσιάστηκε. Τα μαγαζιά πήγαιναν κατά διαόλου τον τελευταίο καιρό, ο δεύτερος άντρας της αφού βαρέθηκε να γαμάει και τη μάνα και την κόρη τις παράτησε, οπότε το έβλεπε σαν εξασφάλιση. Αυτή βέβαια στα 45 της χρόνια κρατιόταν μια χαρά ακόμα. Είχε βέβαια μερικά κιλά παραπάνω αλλά παρέμενε πολύ… γαμισάμπλ. Όταν περπατούσε καμαρωτή τα περισσότερα ανδρικά κεφάλια γύριζαν να κοιτάξουν τις βυζάρες της και την κωλάρα της. Σεξουαλικά ήταν υπερδραστήρια, αφού δεν άφηνε ευκαιρία να πάει χαμένη. Ένας από τους λόγους που τα μαγαζιά με τα μπιζού δεν τραβούσαν ήταν ότι κάθε τόσο κατέβαζε ρολά για να γαμηθεί με τους υπαλλήλους. Για τις χαρές της κόρης της μετά το κομμωτήριο και τα στολίσματα έγινε μπουκιά και συχώριο. Μάνα και κόρη ήταν να τις βάλεις κάτω και να μην ξέρεις ποια από τις δύο να πρωτοξεσκίσεις.

Το κουδούνι χτύπησε κατά τις 20:30. Ο Μιχαλάκης και ο κύριος Βρασίδας κουστουμαρισμένοι, με τα λουλουδικά τους κάθισαν στο σαλόνι. Ο Μιχαλάκης γνώριζε βέβαια τη Ντόρα από τη δουλειά αλλά ο διευθυντής δε φανταζόταν τι κόμματος ήταν και η μάνα της. «Αμάν, τι πουτανάρα είναι κι αυτή! Κόμματος η συμπεθέρα, από αυτή πρέπει να πήρε και η μικρή. Μόνο που τη βλέπω μου σηκώνεται. Πρέπει οπωσδήποτε να τη γαμήσω. Ωραία θα είναι να τις έχω του χεριού μου μάνα και κόρη. Ωχ, το πουτανάκι τώρα δεν θα φοράει κιλότα, όπως της είπα…» σκεφτόταν ο πορνόγερος.

-    Συμπεθέρα, θα ήθελα να τα λέγαμε λίγο αύριο μόνοι μας, ως μεγαλύτεροι για το μέλλον των παιδιών…

της είπε, βάζοντας το χέρι της τάχα μου πατρικά στο μπούτι της.

-    Μα, βέβαια όποτε θέλετε…

απάντησε θελκτικά η ξανθομούνα «Μ… για δες που ο παππούς το απλώνει το χεράκι του. Με χούφτωσε στο μπούτι για τα καλά. Το λέει ακόμα η περδικούλα του…» σκέφτηκε πονηρά. Δεν είχε κι άδικο. Ο Βρασίδας δεν έχανε ευκαιρία να την αγγίζει τάχα μου… συγγενικά.

Σε μια στιγμή που ο Μιχαλάκης πήγε στην τουαλέτα και η κυρία Φώφη στην κουζίνα ψιθύρισε στην Δώρα:

-    Γρήγορα, ανηψούλα μου, τώρα που είμαστε μόνοι, σήκωσε λίγο το φουστανάκι σου να δω αν υπακούς στον θείο σου! Κάνε ότι σου λέω γιατί…

δεν χρειαζόταν όμως απειλές. Η Ντόρα κοκκινίζοντας ελαφρώς υπάκουσε και με τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα της κουζίνας μην βγει η μάνα της έδειξε το γυμνό της μουνάκι στον κύριο Βρασίδα.

-    Ορίστε, κοιτάξτε… δε φοράω, γρήγορα όμως θα μας δούνε…

Ο διευθυντής ικανοποιημένος της χάιδεψε λίγο το μουνάκι και τα βυζόμπαλα και της είπε:

-    Εντάξει, α, να κι ο Μιχαλάκης. Λοιπόν πείτε εσείς οι δύο να πω κι εγώ δυο κουβέντες πιο ήσυχα με τη μαμά της Θοδώρας…

και μπήκε στην κουζίνα. Η κυρία Φωφώ ετοίμαζε τα μεζεδάκια.

-    Λοιπόν συμπεθέρα… τι θα έλεγες να τα λέγαμε λίγο πιο ήσυχα αύριο το μεσημεράκι; Λέω να έρθω κατά τη 13:00 για να λείπει και η Θοδώρα…

πρότεινε ο διευθυντής χαμογελώντας πονηρά. «Δε χάνει χρόνο ο κωλόγερος. Κατευθείαν στο ψητό. Είμαι σίγουρη ότι του γυάλισα και θέλει να μου την πέσει. Δε μπορώ όμως να κάνω διαφορετικά, αν γίνει αυτός ο γάμος εξασφαλιζόμαστε και εγώ και η Θοδώρα», σκέφτηκε η ξανθομούνα και απάντησε γρήγορα:

-    Μα και βέβαια να έρθετε. Δε βλέπω την ώρα να σας… περιποιηθώ…

και έσκυψε προς το μέρος του τάχα μου να του προσφέρει ένα μεζεδάκι από το δίσκο, προσφέροντάς του στο πιάτο και τη θέα των βυζιών της που φούσκωναν στο βαθύ της ντεκολτέ.

-    Αχ, ευχαριστώ, ευχαριστώ, μα δεν ξέρω ποιο να πρωτοδιαλέξω…

Είπε ο διευθυντής κάνοντας ότι διάλεγε μεζέ με το πίσω μέρος της παλάμης του άγγιζε όσο περισσότερο μπορούσε τα βυζόμπαλλα της Φώφης και αυτή χαμογελούσε θελκτικά:

-    Σας… αρέσουν; Αύριο να δείτε τι θα σας ετοιμάσω…

του είπε πονηρά ενώ ένοιωθε τις ρώγες της να σκληραίνουν από το άγγιγμά του. Σηκώθηκαν για να ξαναπάνε στο σαλόνι. Η μάνα της Ντόρας μπροστά με το δίσκο κάτω από τις βυζάρες της και ο Βρασίδας από πίσω να χαζεύει την κωλάρα της και τη ραφή στο καλσόν της.

-    Μήπως χρειάζεσαι βοήθεια;…

τη ρώτησε και κόλλησε από πίσω της τάχα για να τη βοηθήσει με τον δίσκο κι εκείνη κούνησε λίγο την κωλάρα της τρίβοντάς τη στον πούτσο του συμπέθερού της.

-    Αχ κύριε Βρασίδα μου, είστε τόσο καλός. Δε χρειάζεται όμως να μου τα… πιάσετε! Θα τα καταφέρω μόνη μου..

του είπε συνεχίζοντας να τρίβεται στον πούτσο του. Όταν βγήκαν πάλι έξω όπου η Δώρα και ο Μιχαλάκης είχαν πιάσει ψιλοκουβεντούλα με το μικρό να χαζεύει τους βύζαρους της μέλλουσας γυναίκας του, χωρίς να υποψιάζεται ότι θα τους μοιράζεται με τον αγαπητό και εντιμότατα θείο του.



Με τη συμπεθέρα

Την άλλη μέρα ο κύριος διευθυντής κρατήθηκε όλο το πρωί και δεν πήδηξε στο γραφείο τη Ντόρα. Βέβαια τη φώναξε μέσα δυο-τρεις φορές και την μπαλαμούτιασε για να γουστάρει και να της δείξει εμπράκτως ότι όλα θα συνεχιστούν ακριβώς όπως και πριν, αλλά δεν ήθελε να κουραστεί για να είναι φρέσκος για τη μάνα της. Λίγο πριν ξεκινήσει την ξαναφώναξε, την κάθισε πάνω του και την τάραξε στα φιλιά, τα γλειψίματα και τα κωλόχερα. Η Δώρα έχυνε στα χέρια του σαν αντλία και σκεφτόταν… «Τρίτη φορά που με πασπατεύει σήμερα ο κωλόγερος. Σίγουρα τον καυλώνει η ιδέα ότι κερατώνει τον ίδιο του τον ανιψιό. Μου το κάνει ωραία όμως». Ήθελε ο προστυχόγερος να έχει πρόσφατη τη γεύση της κόρης όταν θα γαμούσε και τη μάνα.

Η κυρία Φώφη, μόλις τελείωσε τα μπανιαρίσματα και τα φτιαξίματα έγινε θεόμουνο. Φόρεσε ζαρτιέρες, ψηλοτάκουνα, μια αεράτη μίντι φούστα και ένα βαθύ ντεκολτέ και περίμενε τον συμπέθερό της. Άκουσε το κουδούνι στη 13:10. «Ωχ, νάτος κιόλας. Δεν κρατιέται το γουρούνι», σκέφτηκε και έτρεξε να του ανοίξει με την ποδιά. Η άσπρη ποδιά την έκανε ακόμα πιο σέξι. Ο διευθυντής με το που την είδε σκέφτηκε: «Αμάν, κάτι γούστα. Σε ωραίο σπίτι μπαίνουμε. Μπουκιά και συχώριο είναι η ξανθομούνα!» και της είπε:

-    Γειά σου κυρία Φώφη. Μου επιτρέπεις να σε… φιλήσω…

και χωρίς να περιμένει απάντηση της έδωσε δυο ρουφηχτά φιλιά στα μάγουλα πιάνοντάς τη γερά από την μέση και τον κώλο.

-    Μ… δε σας περίμενα τόσο νωρίς, μισό λεπτό να βγάλω τουλάχιστον την ποδιά…

πήγε να αντιδράσει η μάνα της Ντόρας.

-    Μην ανησυχείς καθόλου Φώφη, εγώ πια είμαι του σπιτιού. Μπροστά μου θέλω να εμφανίζεσαι όπως να ‘ναι με ποδιά, χωρίς ποδιά, με ρούχα, χωρίς ρούχα…

της είπε πονηρά και με το χέρι του έπιασε και ανασήκωσε την ποδιά και μετά τη φούστα της αποκαλύπτοντας τα μπούτια της.

-    Αχ, αχ τι είναι αυτά που λέτε κύριε Βρασίδα, ντροπή…

έκανε ψευτοντροπαλά η ξανθομούνα κατεβάζοντας με το χέρι της τη φούστα.

-    Ελάτε, περάστε να καθίσουμε…

είπε και τον πήρε από το χέρι, χαϊδεύοντάς το. «Καλή πουτάνα και του λόγου της! Μια στο καρφί και μια στο πέταλο με έχει. Τις ζαρτιέρες όμως τις φόρεσε η καργιόλα. Για να δούμε…» σκέφτηκε ο Βρασίδας και την ακολούθησε.

Τα φαγητά ήταν όλα μερακλίδικα και πικάντικα, πολίτισα γαρ η κυρία Φώφη. Εκεί που έτρωγαν ο διευθυντής πετούσε συνέχεια σπόντες για τη νοικοκυροσύνη της και για τα κάλλη της και για τα όλα της και η Φωφάρα έκανε πως δεν ήθελε.

-    Μ… πεντανόστιμα όλα κυρία Φώφη μου. Εκτός από πολύ ωραία γυναίκα είσαι και καλή μαγείρισσα. Έχεις κι άλλα κρυφά προσόντα; Παρόλο που είσαι τέτοια μαγείρισσα διατηρείς τέλεια τη σιλουέτα σου. Μπράβο, μπράβο, για σήκω λίγο να σε δω, έτσι, κάνε και μια στροφή, πω-πω-πω δεν ξέρει κανείς ποια είναι πιο όμορφη η μάνα ή η κόρη!

Η ξανθομούνα έκανε μια στροφή και η φούστα της ανασηκώθηκε λίγο όπως στριφογύρισε και ξαναφάνηκε η ζαρτιέρα της.

-    Και δε μου λες κυρία Φώφη, μετά που χώρισες και το δεύτερο, σκέφτηκες καθόλου να ξαναπαντρευτείς;…

τη ρώτησε μετά το γλυκό ενώ είχαν καθίσει στον καναπέ.

-    Α, μπα, τώρα πια... Βέβαια ένας άντρας χρειάζεται, γιατί τώρα που θα παντρευτεί και η Θοδώρα, εγώ μια γυναίκα μόνη μου θα είμαι.

Ο διευθυντής το έπιασε αμέσως και το υπονοούμενο και το μπούτι της:

-    Α, για άκου κυρία Φώφη. Εγώ χήρος είμαι, παιδιά, σκυλιά δεν έχω ό,τι έχω στο Μιχαλάκη και την Δώρα θα μείνουν. Οπότε κι εσύ εξασφαλισμένη θα είσαι. Εκτός βέβαια κι αν ξαναπαντρευτώ γιατί δε στο κρύβω ότι μου αρέσουν οι γυναίκες. Εγώ χωρίς γυναίκα δε μπορώ, έχω ορμές, ανάγκες…

Είπε και συνέχισε να της χαϊδεύει το μπούτι και το χέρι του ανέβαινε σιγά-σιγά πιο ψηλά.

-    Αλλά, δε νομίζω να χρειαστεί να παντρευτώ. Ζωντοχήρα εσύ, γεροντοπαλίκαρο εγώ, ε, θα τα βολέψουμε τα πράγματα…

της είπε και ενώ το ένα του χέρι είχε φτάσει πάνω από τη ζαρτιέρα και χάιδευε το γυμνό της μπούτι. Με το άλλο της έπιασε τις βυζάρες από κάτω ζυγίζοντάς τες:

-    Και είσαι ότι πρέπει Φωφάρα μου, θα δεις τι ωραία θα περάσουμε…

Συμπλήρωσε, έσκυψε πάνω της και τη φίλησε με γλώσσα δαγκώνοντας τα χείλη της.

-    Αχ, όχι, μα δε ντρεπ… μη σας παρακαλώ κύριε Βρασίδα, τι πραγμ… αχ καλέ ντροπή, μη-μη εκεί το χέρι σας, τι θελ…, εγώ είμαι σοβαρή γυν… για ποια με περάσατ…, αχ-αχ, ντροπή, εμείς αύριο θα συγγενέψουμε!

Η Φωφώ έκανε τη δύσκολη αλλά τον άφηνε να της γλείφει το λαιμό και τα αυτιά, να την μπαλαμουτιάζει χοντρά (της χάιδευε και το μουνάκι και είχε χώσει το χέρι του μέσα στις βυζάρες της) και να της ψιθυρίζει βρωμόλογα:

-    Πω-πω μανάρα μου, τι κορμάρα είσαι εσύ, ωχ, κοίτα κάτι πράματα που διαθέτεις, κοίτα κάτι βυζάρες. Και τα μπούτια σου είναι ζεστά, μ’ αρέσουνε. Έλα, άσε με λίγο, μη μου κάνεις τη δύσκολη, οι δύσκολες δε φοράνε ζαρτιέρες, κάτσε ήσυχα γιατί θα τους χαλάσω τους αρραβώνες και θα χάσετε κι εσύ κι η κόρη σου μεγάλη τύχη. Ωχ, μ’ έχεις καυλώσει, μ’ έχεις φτιάξει νταρντάνα μου, πάμε γρήγορα στο κρεβάτι γιατί δεν αντέχω άλλο!

Ο διευθυντής σηκώθηκε κατακόκκινος τραβώντας την απ’ το χέρι προς την κρεβατοκάμαρα.

-    Κύριε Βρασίδα, αμαρτάνουμε, δεν είναι σωστό…

έλεγε η τραβάτε-με-κι-ας-κλαίω πουτανάρα και σκεφτόταν… «Ωχ, κοίτα πως του έχει σηκωθεί του πορνόγερου, έχει καυλώσει για τα καλά. Λες να στριμώχνει και την κόρη μου ο κερατάς; Τι να γίνει;… έτσι κάνουν όλοι οι πλούσιοι εξάλλου». Ο κύριος Βρασίδας την έγδυσε στα γρήγορα φιλώντας τη και χουφτώνοντάς τη.

-    Τι κορμάρα είναι αυτή μανάρα μου, τι βυζιά και τι κωλάρα και τι μούναρος; Για δες και το δικό μου, νάτος τον έβγαλα! Παρ’ τον στα χέρια σου λίγο, έλα χάιδεψε μου τον κυρία Φώφη…

της είπε επιτακτικά.

-    Κύριε Βρασίδα, τι μεγάλο που τον έχετε, και τι σκληρός που είναι! Πως θέλετε να σας το κάνω; Έτσι ή πιο γρήγορα;…

και του τον έπαιζε στα όρθια. Ο κύριος διευθυντής της είχε ταράξει τους βύζους και στην κωλάρα στα τσιμπήματα.

-    Αχ, μπράβο, μπράβο πόρνη μου, ωραία μου τον αρμέγεις. Φτάνει τώρα με το χέρι, ξάπλωσε την κορμάρα σου θέλω να σου γλείψω το μούναρο και να μου τον πάρεις κι εσύ στο στόμα.

Η κυρία Φώφη στέναζε κάτω από τον υπέρβαρο διευθυντή και μέλλοντα θείο της κόρης της, αγκομαχούσε αλλά έχυνε κιόλας. «Πως με γλύφει έτσι ο κωλόγερος. Κι ο πούτσος του δεν είναι άσχημος για την ηλικία του. Αν δεν είχε και αυτή την κοιλάρα…», σκεφτόταν η ξανθομούνα ενώ του τον έγλειφε σα γλειφιτζούρι.

-    Φτάνουν τώρα τα γλειψίματα, αρκετά. Άνοιξε τις μπουτάρες σου να στο χώσω μανάρα μου. Θέλω να σου βατέψω τη μουνάρα, να γίνω ο γαμιάς σου. Έλα, έλα σου ’ρχομαι, νάτο μπήκε όλο, στο σφήνωσα!

Ο διευθυντής μπαινόβγαινε μέσα της σαν έμβολο και η μάνα της Δώρα έχυνε σαν αγελάδα.

-    Χύσε, χύσε γουρούνα μου, χύσε χοντρούλα. Έτσι θα είναι στο εφεξής, θα σε γαμάω όποτε έχω καύλες μουνάρα μου. Θα έρχομαι, θα με ταΐζεις να καρδαμώνω και θα χύνω στο μουνάκι σου, όπως τώρα… να… παρ’ τα μέσα, σε χύνω!

Της βούτηξε με δύναμη το βυζόμπαλο και έχυσε μέσα στο μουνί της. Μετά τον έβγαλε, τον σκούπισε καλά-καλά στις μουνότριχες της και της είπε:

-    Ωραία θα περάσουμε κυρία Φώφη μου. Τα πουτανάκια που πάω συνήθως δεν πιάνουν μία μπροστά σου. Εσύ είσαι καραπούτανος. Να… και τώρα που σου χαϊδεύω το μουνάκι το νοιώθω ότι θέλει να ξαναχύσει έτσι δεν είναι;…

τη ρώτησε ο βιτσιόζος διευθυντής κι εκείνη έχυνε και βέλαζε σαν προβατίνα.

-    Αυτό που θέλεις σου κάνω μούνα μου κι αυτό που θα σου κάνω από δω και πέρα. Γύρνα τώρα, σκύψε και σήκωσε την κωλάρα σου θέλω να σε γαμήσω κι από εκεί. Έτσι, σκύψε, αμάν τι κωλάρα, τώρα θα δεις πως γαμάει ο ταύρος την αγελαδάρα του, να…

Είπε και της τον έχωσε δυνατά από πίσω. Τη γαμούσε και της έριχνε μπάτσες στην κωλάρα. Η κυρία Φώφη βογκούσε από την καύλα, κουνούσε τον κώλο της και τον καύλωνε με τα λόγια της γυρνώντας για να τη βλέπει κιόλας. Την άρπαξε από τα μαλλιά για να τη σηκώσει πιο κοντά του και της βούτηξε τις βυζάρες από πίσω.

-    Γρήγορα, έλα τώρα παρ’ τον μου στο στόμα. Θέλω να χύσω στο στόμα σου, στις τσιμπουκοχειλάρες σου, έλα γλείφε-γλείφε, νάτο έρχεται, τα βγάζω, στα δίνω, ναι!

Έχυσε δυνατά στο στόμα της. Η κυρία Φώφη συνέχισε το γλείψιμο μέχρι την τελευταία σταγόνα.

-    Ελπίζω να το ευχαριστηθήκατε το γεύμα κύριε Βρασίδα…

του είπε πονηρά πριν αρχίσουν να ντύνονται.

-    Και βέβαια. Και όποτε πεινάω θα σε προτιμάω κυρία Φώφη…

της είπε ο διευθυντής χουφτώνοντας την κωλάρα και το μουνάκι της, πραγματικά ικανοποιημένος.

Η νέα υπάλληλος

Η Θεοδώρα Δώρα ήταν πια μια παντρεμένη κυρία. Σύζυγος του χαζούλη ανιψιού του διευθυντή της «με δόξα και τιμή», συνέχιζε να εξυπηρετεί το αφεντικό της στο γραφείο κανονικότατα. Ο μπάρμπας απολάμβανε τις χάρες της τουλάχιστον 3-4 φορές την εβδομάδα, πάντα εν ώρα εργασίας. Από πριν δεν χόρταινε τις βυζάρες, την κωλάρα, τις μπουτάρες και τις τσιμπουκοχειλάρες της Ντόρας, αλλά από τότε που την πάντρεψε και με τον ανιψιό του γουστάριζε ακόμα περισσότερο. Αν δεν ήθελε να κρατάει δυνάμεις και για τις υπόλοιπες που καβαλούσε (μεταξύ των οποίων και η μάνα της Δώρας) θα την καλαφάτιζε ακόμη παραπάνω.

Δευτέρα πρωί και η Θοδώρα ντύνεται για το γραφείο αφού έχει πλυθεί σχολαστικά. Όρθια μπροστά στον καθρέφτη με τακούνια και see through εσώρουχα ρίχνει μια ματιά στις βυζάρες της που ξεχειλίζουν από το σουτιέν πριν διαλέξει φόρεμα ή φούστα-μπλούζα (τα παντελόνια στο γραφείο ήταν δια ροπάλου απαγορευμένα, ώστε να διευκολύνεται η ελεύθερη πρόσβαση του αφεντικού). «Για να δούμε θα έχει πάλι ορέξεις σήμερα ο γέρο-τράγος», σκέφτεται ενώ βάζει ένα φόρεμα που αναδεικνύει τα πλούσια προσόντα της από πίσω και από εμπρός.

Στο γραφείο, το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας πέρασε για τη Δώρα χωρίς ιδιαίτερες ενοχλήσεις. Ο κύριος Βρασίδας είχε μόνο μια σύντομη πρωινή συνεργασία με μια νεοπροσληφθείσα υπάλληλο την ώρα του πρωινού καφέ. «Τσαγκαροδευτέρα και σήμερα. Ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο και το μόνο που κατάφερα ήταν να μπαλαμουτιάσω τις τη Δώρα και τη μάνα της. Έτσι όπως καθότανε η μία δεξιά και η άλλη αριστερά μου ήταν καύλα να χαϊδεύω ταυτόχρονα τις μουνάρες μάνας και κόρης και να τσιμπάω τις μπουτάρες τους στα μαλακά κάτω από το τραπεζομάντηλο. Κρίμα που δεν κατάφερα να ξεμοναχιάσω καμιά τους στην τουαλέτα για να ξεχαρμανιάσω στα γρήγορα. Ουφ, μόνο που τα σκέφτομαι καύλωσα. Ας φωνάξω μέσα την καινούργια, για να μπαίνει και στο νόημα…», μονολόγησε κι αμέσως σήκωσε το τηλέφωνο και φώναξε στο γραφείο του τη Γιάννα.

Η Γιάννα, ένα φρεσκοπαντρεμένο μπουμπούκι, είχε περάσει από τη συνηθισμένη συνέντευξη του Βρασίδα (δηλαδή για να αποδείξει εμπράκτως πόσο περισσότερο από τις άλλες υποψήφιες ήθελε τη θέση, πήρε όλες τις συνήθεις θέσεις της καλής συντευξιαζόμενης… στα γόνατα, στα τέσσερα και ανάσκελα στο γραφείο), μόλις την προηγούμενη εβδομάδα. Από εκείνη την ημέρα δεν έτυχε να χρειαστεί να ξανά-αποδείξει τα προσόντα της και είχε αρχίσει να ελπίζει μήπως και ήταν one off. Αφού χτύπησε και άκουσε εμπρός, μπήκε στο γραφείο του διευθυντή προσεκτικά και σεμνά.

-    Γ: Μάλιστα κύριε διευθυντά, με ζητήσατε.

-    Βρ.: Ναι, Γιάννα, κλείσε καλά την πόρτα και έλα να σου «υπαγορεύσω» κάτι. Μα όχι, όχι στην καρέκλα των επισκεπτών, εσύ πια είσαι του γραφείου, από εδώ έλα κούκλα μου, έτσι μπράβο…

είπε ο κυρ-Βρασίδας και άπλωσε την χερούκλα του στο κωλαράκι της υπαλλήλου του.

-    Άκου μανάρι μου, παρόλο που το παντελόνι αναδεικνύει το κωλαράκι σου, αντίκειται στο dress code της εταιρίας…

της είπε ενώ την έτριβε με έμπειρες κινήσεις από κάτω.

-    Στη δουλειά θα μου έρχεσαι με φούστα και κιλότα που παραμερίζεται εύκολα για να μπορώ να πιάνω γρήγορα το μουνάκι σου όποτε έχω όρεξη. Βγάλε τώρα έξω τα βυζάκια σου και πάρε μου μια πίπα ενόσω τελειώνω τον καφέ μου.

Η Γιάννα παρόλο που είχε κοκκινίσει από ντροπή υπάκουσε. Αφού άνοιξε άλλα δύο κουμπιά στο πουκάμισό της και κατέβασε το σουτιέν, γονάτισε ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια του διευθυντή της και άρχισε να γλείφει τον πούτσο του, που τον είχε βγάλει ήδη έξω. Σκεφτόταν τον άντρα της που ήταν άνεργος και πόση ανάγκη είχαν τα λεφτά. Ο Βρασίδας με το μελανούρι να τον τσιμπουκώνει παθητικά έπινε τον καφέ του και γουργούριζε σα γάτος.

-    Βρ.: Έτσι, έτσι μπράβο, ωραία μου τον γλείφεις πουτανάκι μου, λίγο πιο ζωηρά τη γλωσσίτσα σου, έτσι, ρούφα τον τώρα, ρούφα τον πιο γρήγορα, θέλω να σε χύσω με την τελευταία γουλιά του καφέ μου, ναι, τώρα-τώρα, χύνω, αδειάζω, πρόσεξε μη σου φύγει καμιά σταγόνα και λερωθώ, ρούφα το σπέρμα, δικό σου πουτανίτσα, κατάπινε. Κουμπώσου τώρα, πήγαινε και όπως είπαμε, παντελόνι μόνο όταν έχεις περίοδο θα φοράς στο γραφείο…

της είπε και την ξαπόστειλε με μια αποχαιρετιστήρια τσιμπιά στη ρώγα. Μόλις οι άλλες είδαν τη Γιάννα να βγαίνει από το γραφείο αναψοκοκκινισμένη με το βλέμμα χαμηλά κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί μέσα. Όλες, εξάλλου, περνούσαν τακτικά από τα ιδιαίτερα του κυρίου διευθυντή. Κόντευε πια η ώρα του σχολάσματος όταν φώναξε τη Ντόρα στο γραφείο του. Η κότα μπήκε μέσα καμαρωτή σαν φρεγάτα με τις βυζάρες στο ακρόπλωρο και την κωλάρα της να κουνιέται πάνω στα τακούνια πέρα-δώθε.

-    Βρ.: Καλώς την ανηψούλα μου, ναι μπράβο, κλείσε και την πόρτα, έτσι, εσύ την έχεις μάθει καλά τώρα πια τη δουλειά, όχι σαν την καινούργια που θέλει ακόμα εκπαίδευση…

της είπε χαμογελώντας πονηρά. Η Δώρα, αφού πλησίασε σε απόσταση βολής, τον ρώτησε εάν θα αργούσαν γιατί πλησίαζε η ώρα του σχολάσματος και θα την περίμενε στο σπίτι ο άντρας της και ανιψιός του Βρασίδα.

-    Βρ.: Μπράβο, Θεοδώρα μου, πολύ χαίρομαι που σκέπτεσαι τον ανιψιό μου. Αυτό αποδεικνύει τι καλή επιλογή νύφης του έκανα…

της είπε και του κατέβηκε μια φοβερή ιδέα.

-    Για παρ’ τον ένα τηλέφωνο να του πεις ότι μπορεί να αργήσουμε λίγο…

της είπε πονηρά και της έδωσε το ακουστικό. Η Ντόρα άρχισε να μπαίνει στο νόημα όταν ένιωσε τα δάχτυλα του Βρασίδα να εξερευνούν από πίσω τις σχισμές της, ενώ σχημάτιζε τον αριθμό του σπιτιού της. «Μα τι σκέφτηκε πάλι ο βρωμόγερος; Δε φτάνει που χθες μου έβαζε χέρι στο οικογενειακό τραπέζι, να δεις που τώρα θα θέλει να με γαμήσει ενώ μιλάω με τον ανιψιό του στο τηλέφωνο», σκέφτηκε η Δώρα. Το τηλέφωνο άρχισε να καλεί, η Δώρα ήταν ελαφρώς σκυμμένη για να φτάνει τη συσκευή πάνω στο γραφείο του διευθυντή και ένιωθε τα χέρια του εκτός από τον κώλο και το μουνάκι της και πάνω στις βυζάρες της να τσιμπάνε και να χαϊδεύουν.

-    Έλα αγάπη μου, τι γίνεται;…

ρώτησε τον άντρα της που επιτέλους το σήκωσε.

-    Ναι εγώ είμαι, μωρό μου. Κοίτα μπορεί να αργήσουμε λίγο στο γραφείο με το θείο σου…

του είπε ενώ ο Βρασίδας της έγλειφε τα ρωγόβυζα και οδηγούσε το ελεύθερο χέρι της στον πρησμένο από την καύλα πούτσο του. Η σκηνή ήταν φοβερά καυλωτική. Η καραπουτανάρα ενώ μιλούσε με τον άντρα της στο τηλέφωνο μάλαζε τον πούτσο του θείου του και διευθυντή της. Στην αρχή πάνω από το παντελόνι και σε λίγο κανονικά, ενώ ο κύριος διευθυντής την είχε στη διάθεσή του με τις βυζάρες γυμνές μπροστά του, το κιλοτάκι παραμερισμένο και τις μουνότριχες στη φόρα. Η Ντόρα κατάλαβε ότι το σκηνικό τον καύλωνε πολύ και αποφάσισε να συνεχίσει όσο μπορούσε το διάλογο με τον άντρα της ενώ προσπαθούσε με τις στάσεις της να διευκολύνει το μαρκάλεμα της από το Βρασίδα.

-    Δ.: Τι άλλα έκανες σήμερα, αγάπη μου;…

Ρώτησε, ενώ ο κύριος διευθυντής αφού είχε χορτάσει βυζοπιάσιμο, κωλοτσίμπημα και μουνοδάκτυλο, της σήκωνε το ένα μπούτι για να μπορέσει να διεισδύσει και κανονικά. Τη γαμούσε με το έμβολό του ενώ αυτή άκουγε τις μαλακίες που της έλεγε ο άντρας της. Με το χοντρό παπάρι του διευθυντή να μπαινοβγαίνει στο μουνάκι της, η βυζαρού είχε αρχίσει να λιγώνεται. Ο γερό-τράγος της όργωνε το μούνο και παράλληλα πιπιλούσε και δάγκωνε πότε τη μια και πότε την άλλη ρώγα της που είχαν πεταχτεί και σκληρύνει από την καύλα.

-    Βρ.: Τέτοιο πράγμα δεν μου έχει ξανατύχει. Καυλώνω σαν οτομοτρίς. Πάρε, πάρε, σου χώνω όλη την πούτσα στο μουνάκι σου ενώ μιλάς με τον αντρούλη σου, τον ανιψιό μου. Ενώ τον κερατώνεις, του μιλάς πορνίδιο, σου αξίζει το σούβλισμα που τρως, αχ… στον πάτο έφτασα, όλο μέσα, δεν πάει άλλο…

της έλεγε με σιγανή φωνή ενώ συνέχιζε τις παλινδρομικές γαμεύσεις.

-    Δ.: Σας αρέσει έτσι κύριε Βρασίδα;…

του είπε καλύπτοντας με το χέρι της το ακουστικό.

-    Δ.: Να το κλείσω για να το κάνετε με την ησυχία σας;…

τον ρώτησε κοιτώντας τον σαν αγελάδα και αφού ο κυρ-Βρασίδας μούγκρισε κάτι σα ναι… ψέλλισε στον άντρα της μια δικαιολογία για κάτι επείγον που έπρεπε να ασχοληθεί (κάτι που δεν ήταν και εντελώς ψέμα διότι ο πούτσος που αγκομαχούσε στη μουνάρα της χρειαζόταν επειγόντως να χύσει) και έκλεισε το τηλέφωνο βογκώντας από ευχαρίστηση και ηδονή.

-    Βρ.: Σήμερα σε ξεπουτάνιασα μούναρε, της είπε ο μπάρμπας. Και χτες καύλα ήταν τα κωλόχερα και τα μουνόχερα κάτω από το τραπέζι.

«Και που να ‘ξερες ότι τα ίδια έκανα και στη μάνα σου με το άλλο μου χέρι. Που θα πάει κάποια στιγμή θα σας πάρω και τις δύο ταυτόχρονα παρτούζα» αλλά ότι θα γαμιόσουνα ενώ τηλεφωνιέσαι με τον άντρα σου δεν το φανταζόμουνα».

-    Βρ.: Γύρνα κι απ’ την άλλη τώρα να φας και στην κωλάρα μερικές γαμιές γιατί θα χύσω σε λίγο. Γύρνα πουτανί…

της είπε και μόλις του στήθηκε έπεσε πάνω της με όλο το βάρος του σα γουρούνι.

-    Δ.: Αχ, αχ, ναι, θείε μου! Σας αρέσει κύριε Βρασίδα; Δώστε, δώστε μου, αχ… κύριε Βρασίδα μπαίνει βαθιά το έμβολό σας. Το νοιώθετε πως γλιστράει; Έτσι… χύστε κι εσείς όπου θέλετε, όλα δικά σας είναι, και το μουνάκι, και ο κώλος και οι βύζοι και τα μπούτια και το στόμα μου, χύστε με, λερώστε με, θέλω να σας στραγγίξω…

βέλαζε το πουτανί και συντονιζόταν με τις κινήσεις του αφεντικού της.

-    Βρ.: Δε θα αντέξω και πολύ ακόμα πούτανε, θα αδειάσω, το μουνάκι σου, αχ πορνίδιο μέσα θα στα ρίξω, θα στα αφήσω στη μουνάρα σου μέσα. Το πρωινό το πουτανάκι με στράγγιξε με το στοματάκι του αλλά τώρα μεσημέριασε, τώρα έχουμε το κυρίως γεύμα της ημέρας, πάρε πόρνη, μέσα…

βόγκηξε ενώ καργάριζε με το σπέρμα του το μουνί της Δώρας. Όταν σκούπιζε το καυλί του στις μουνότριχες της, τα χύσια του έσταζαν μέσα από τη μουνάρα της στις μπουτάρες της και η Δώρα τον κοιτούσε υποτακτικά, παθητικά και αποκαμωμένη.

-    Βρ.: Εντάξει Θοδώρα, τέλος για σήμερα η δουλειά. Ντύσου τώρα γιατί δεν είναι σωστό να αφήσουμε τον αντρούλη σου να σε περιμένει…

της είπε ο γέρο-τράγος, αφού πρώτα της ρούφηξε καλά-καλά τη γλωσσίτσα και τις χειλάρες με ένα γαλλικό γλείψιμο, επισφραγίζοντας τη διαθεσιμότητά της. Η Δώρα αφού ντύθηκε, σιάχτηκε λίγο, χαιρέτησε χαμογελώντας και αποχώρησε όπως είχε εισέρθει, με την κωλάρα της να κουνιέται coast to coast. «Με ξέσκισε για τα καλά σήμερα ο μπάσταρδος, ότι θέλει με κάνει πια. Νιώθω ακόμα το σπέρμα του στο μουνάκι μου, λες να με γκάστρωσε κιόλας; Ε, τι να κάνουμε το πολύ-πολύ να μείνω έγκυος από τον θείο αφού δεν κάνει τίποτα ο ανιψιός…» σκεφτόταν ο πούτανος ενώ έβγαινε από την εταιρία.

-    Βρ.: Καλά άρχισε αυτή η εβδομάδα…

μονολογούσε ο κυρ-Βρασίδας ενώ ντυνόταν για να φύγει κι αυτός.

-    Τώρα, φαί και ύπνος και το βράδυ βλέπουμε. Ίσως περάσω καμιά βόλτα και από τη συμπεθέρα να την ξεπουτανιάσω όλη την οικογένεια την ίδια μέρα…

είπε και ικανοποιημένος με την έμπνευσή του σήκωσε αμέσως το τηλέφωνο.

-    Βρ.: Έλα, γεια σου συμπεθερούλα μου. Τώρα δα ήμουνα με την κόρη σου και σε θυμήθηκα. Δε φτιάχνεις κανένα μεζεδάκι να περάσω μια βόλτα απ’ το σπίτι σου το βραδάκι για να τα πούμε λίγο για τα… παιδιά;… τη ρώτησε πονηρά. Κατά τις εννιά θα μου είσαι… έτοιμη;…

της είπε πριν κλείσει χαϊδεύοντας το καυλί του που στη σκέψη των βραδινών και στην ανάμνηση των προηγούμενων άρχισε πάλι να αναδεύεται.



Copyright protected OW ref: 125454