Θεοδώρα: Η Θεοδώρα βρίσκει δουλειά

Δημοσιεύθηκε από Writer13
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.88 (4 Votes)
Η συνέντευξη

Η Θεοδώρα ξεχώριζε στην αίθουσα αναμονής. Οι περισσότερες βέβαια ήταν νέες και όμορφες, αυτή όμως με τις βυζάρες της και την λάγνα της έκφραση λάμβανε εχθρότητα από τις συνυποψήφιες της κατά κύματα. Δεν την πολύ-ένοιαζε βέβαια. Από τις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου και μετά αυτή ήταν η πιο συνηθισμένη αντίδραση όλων των θηλυκών απέναντί της.

Ο κύριος διευθυντής απέρριπτε τις υποψήφιες ιδιαιτέρες γραμματείς τη μία μετά την άλλη. Η γραμματειακή υποστήριξη που είχε στην εταιρία του ήταν ήδη πολύ επαρκής. Τώρα έψαχνε κάτι συγκεκριμένο… μια μουνίτσα να του κάθεται να την τρελαίνει στο γαμήσι εν ώρα γραφείου, αρκετά «ενδιαφέρουσα» για να μην τη βαρεθεί πριν το εξάμηνο –οπότε θα έπαιρνε πόδι έτσι κι αλλιώς για να μη δικαιούται και αποζημιώσεις. Οι γκομενίτσες που είχε δει μέχρι τώρα ή δεν του γέμιζαν το μάτι ή δεν φαινόντουσαν ο τύπος που θα τον τσιμπούκωνε κάτω από το τραπέζι στις 9:00 το πρωί.

Μόλις μπήκε μέσα η Θεοδώρα, τα σάλια του γέρο-τράγου άρχισαν να τρέχουν. «Ωχ, τι αγελαδάρα είναι αυτή; Μαλάκα μου, ούτε από τσόντα να έβγαινε, κοίτα κάτι βύζους που διαθέτει. Για να δούμε αν είναι και… συνεργάσιμη», σκέφτηκε ο κύριος διευθυντής.

-    Γεια σας, περάστε δεσποινίς, καθίστε, έτσι μπράβο…

της είπε και άρχισε να τη ρωτάει τα συνηθισμένα για εμπειρία, σπουδές, ικανότητες κλπ. Η Θεοδώρα απαντούσε αγχωμένη μια που ήξερε ότι τα τυπικά της προσόντα ήταν για κλάματα. Ο γέρο-σάτυρος το κατάλαβε και με μερικά σχόλια την έκανε να αισθάνεται ακόμη πιο άβολα.

-    Απ’ ότι καταλαβαίνω δεσποινίς μου θα πρέπει να καταβάλετε μεγάλη προσπάθεια για να με πείσετε ότι θα μπορέσετε να αντεπεξέλθετε στις προκλήσεις της εργασίας εδώ. Ξέρετε οι προηγούμενες κοπέλες που είδα είχαν σπουδές, εμπειρία, μιλούσαν γλώσσες. Βέβαια, θα μου πείτε ότι εσείς ίσως έχετε την όρεξη να μάθετε τη δουλειά γρηγορότερα, αλλά ο ρόλος της συνέντευξης είναι να αποδείξει κανείς κάτι τέτοιο, δεν συμφωνείτε;…

τη ρώτησε πονηρά.

-    Μάλιστα, συμφωνώ… απάντησε η Θεοδώρα χωρίς να πολυκαταλαβαίνει, αλλά πώς να το αποδείξω;

-    Χαίρομαι που ρωτάτε, κάγχασε ο γέρο-διευθυντής. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για αυτό και μάλιστα συνηθισμένοι σε συνεντεύξεις. Εσείς βέβαια δε μπορείτε να το ξέρετε λόγω της μικρής σας πείρας, αλλά εγώ με τη μεγάλη μου πείρα, σας διαβεβαιώνω ότι κάπως έτσι γίνονται όλες οι επιλογές προσωπικού. Να, ας πούμε είναι σημαντικό προσόν για τη θέση η ακρίβεια στην εκτέλεση εντολών, ακόμη και όταν το νόημα και ο σκοπός τους διαφεύγει από την εργαζόμενη. Φανταστείτε να σας δώσω να γράψετε και να στείλετε ένα κείμενο και να μην το κάνετε διότι δεν καταλαβαίνεται τη χρησιμότητά του.

-    Μα, όχι, δε θα το έκανα ποτέ αυτό…

είπε η Θεοδώρα που δεν είχε αντιληφθεί ακόμη που το πήγαινε ο κύριος διευθυντής.

-    Α, ναι; Για να δούμε λοιπόν πως μπορείτε να μου το αποδείξετε. Ορίστε, σας δίνω την οδηγία να βγάλετε τη μπλούζα και τη φούστα σας!.

Η Θεοδώρα έμεινε άφωνη και προσπαθούσε να καταλάβει αν άκουσε καλά.

-    Είδατε, λοιπόν, δεν εκτελέσατε την οδηγία, γιατί προσπαθείτε να την αξιολογήσετε και να καταλάβετε το νόημά της; Άρα λοιπόν σε μια αντίστοιχη περίπτωση που θα χρειαστεί να δακτυλογραφήσετε κάποιο σημαντικό και επείγον έγγραφο, ίσως δεν το κάνετε και έτσι χάσει η εταιρία κάποια σημαντική προθεσμία. Νομίζω δεσποινίς μου ότι μπορείτε να πηγαίνετε…

είπε ο κύριος διευθυντής παίζοντάς τα όλα για όλα. Η Θεοδώρα προς στιγμή πάγωσε. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου όμως μπήκε στο νόημα. «-Χμμμ… μάλλον του γυάλισα του γέρο-τράγου και θέλει να με πασπατέψει. Και γιατί όχι, έτσι κι αλλιώς όλες το κάνουν με τα αφεντικά τους κι εγώ τη χρειάζομαι τη δουλειά. Τι μπορεί να μου κάνει ο πορνόγερος, το πολύ-πολύ να με γαμήσει», σκέφτηκε η πουτανίτσα και ψευτοκοκκίνησε χαμηλώνοντας τα μάτια. Σηκώθηκε, έκανε μια στροφή που έκοψε τα ήπατα του κυρ-διευθυντή γιατί νόμισε ότι θα φύγει, και αφού κορδώθηκε τουρλώνοντας βυζιά και κώλο, έβγαλε τη μπλούζα και τη φούστα της μένοντας με το καλσόν και τα εσώρουχα. Φορούσε μαύρο δαντελωτό σουτιέν ενισχυμένο για να συγκρατεί τους θηριώδεις βύζους της, καλσόν με ραφή και ένα  μικρό μαύρο δαντελωτό κιλοτάκι που δεν αρκούσε για να καλύψει τις μουνότριχες της. Προσπαθώντας τάχα μου να κρύψει τη γύμνια της γύρισε προς την μεριά του διευθυντή και τον κοίταζε.

-    Μπράβο, έτσι μπράβο κορίτσι μου, αυτό είναι που ψάχνουν όλες οι εταιρίες… υπακοή και εκτέλεση εντολών.

«-Καλά, πάμε, για να δούμε και παρακάτω. Με έχει καυλώσει σαν άλογο αυτή η ζουμπουρλού, πρέπει να τη γαμήσω από σήμερα…», σκέφτηκε ο κυρ-διευθυντής ξερογλείφοντας τα μουστάκια του.

-    Τώρα κούκλα μου, θέλω να έρθεις εδώ και να καθίσεις στα γόνατά μου για να σου κάνω μια εμπιστευτική υπαγόρευση. Θα υπάρχουνε φορές που θα πρέπει να σου υπαγορεύω στο αυτί κάποια απόρρητα έγγραφα. Πρέπει να προσέχουμε τη βιομηχανική κατασκοπεία. Για πάρε το μπλοκ λοιπόν και το μολύβι και έλα να τα πούμε.

-    Μάλιστα, κύριε διευθυντά, ό,τι πείτε, έρχομαι…

ψέλλισε η μουνίτσα και κουνώντας βυζιά και κώλο στρώθηκε στα γόνατα του γέρο-τράγου. Μόλις κάθισε ένοιωσε αμέσως τον πούτσο του, από ώρα σκληρό, ψηλά, κάτω από τον κώλο και ανάμεσα στα μπούτια της. Χαμογελώντας τακτοποίησε την κωλάρα της ώστε ο πούτσος του να βρίσκεται ανάμεσα στα κωλομέρια της.

-    Είμαι έτοιμη, σας ακούω…

του είπε παθητικά. Ο κύριος διευθυντής αφού έβαλε το ένα του χέρι στο μπούτι της, άρχισε την… υπαγόρευση:

-    Λοιπόν, γράφε τώρα: Μου αρέσει να με χαϊδεύουν πάνω από το καλσόν. Νοιώθω το χέρι του κυρίου διευθυντή να με τσιμπάει ανάμεσα στα μπούτια. Το έγραψες αυτό, για να δω λίγο.

Ο γέρο-τράγος δεν φτάνει που της έβαζε χέρι, την έβαζε να τα γράφει κιόλας! Η Θεοδώρα είχε αρχίσει να υγραίνεται. Ασυναίσθητα τριβόταν σιγά-σιγά πάνω στον πούτσο του ενώ έγραφε.

-    Μπράβο, δεν έχεις λάθη. Συνέχισε το γράψιμο: Τώρα μου τσιμπάει τις ρώγες. Χώνει το χέρι του κάτω από το σουτιέν, μου χουφτώνει τις βυζάρες και μου τρίβει τις ρώγες. Οι ρώγες μου ερεθίζονται και σκληραίνουν. Το άλλο χέρι του κυρίου διευθυντή χώνεται στο μουνάκι μου.

Ήταν το άκρον άωτο της καύλας. Είχε τη βυζαρού καθισμένη πάνω του με τα εσώρουχα, με το ένα του χέρι του χούφτωνε, έτριβε και τσιμπούσε τις βυζάρες της και με το άλλο έχωνε δάχτυλο μέσα στο μουνάκι της που έσταζε από την καύλα. Δε θα άντεχε για πολύ ακόμη.

-    Άσε τώρα το μπλοκ και γύρνα προς τα εμένα…

τη διέταξε με βραχνή, επιτακτική φωνή. Η Θεοδώρα υπάκουσε. Με μια βίαιη κίνηση της ξέσκισε την κιλότα και το καλσόν.

-    Γρήγορα, γρήγορα βυζαρού μου, δεν αντέχω άλλο. Έλα, κάτσε πάνω στον πούτσο μου και κούνα την κωλάρα σου. Κάνε με να χύσω και προσλαμβάνεσαι. Έλα πουτανάκι μου, γρήγορα θέλω να εκτονωθώ!

-    Ωχ, ωχ, μάλιστα, αμέσως κύριε διευθυντά. Έτσι, έτσι με θέλετε; Μήπως σας ενοχλούν τα βυζιά μου στο πρόσωπό σας;

Η Θεοδώρα αφού τακτοποίησε τον πούτσο του νέου της αφεντικού στο μουνάκι της, άρχισε να κουνιέται μπρος-πίσω παθητικά. Οι βυζάρες της ήταν πάνω στο πρόσωπό του. Ο πούτσος του διευθυντή χώριζε το τριχωτό και καλοχτενισμένο μουνάκι της στα δύο. Η Θεοδώρα τον ένοιωθε να τη σκάβει, παρόλη την ηλικία του ο πούτσος του ήταν καυτός και σκληρός. Αυτός είχε αρπάξει με τις χερούκλες του τα κωλομέρια της και της έδινε ρυθμό. Της πουτανίτσας της καλάρεσε! Συμμετείχε βγάζοντας σιγανά μουρμουρητά ηδονής και κουνώντας την κωλάρα της όχι μόνο πάνω-κάτω αλλά και κυκλικά.

-    Αχ, κύριε διευθυντά μου σας αρέσει αυτό; Αχ… τι σκληρό που είναι το πράμα σας, το νοιώθω να με σουβλίζει μέχρι μέσα. Αχ… είναι καλό; Σας αρέσουν τα βυζιά μου; Μπορείτε να τα γλείψετε αν θέλετε, μόνο μη μου τα δαγκώσετε δυνατά. Οι ρώγες μου έχουν σκληρύνει πολύ, κοιτάξτε πως πετάχτηκαν! Μήπως θέλετε πιο γρήγορα; Ωχ, μα εσείς μου βάζετε και κωλοδάχτυλο, μ… μήπως θέλετε να με γαμήσετε και από εκεί;

Η πουτανίτσα ανεβοκατέβαζε την κωλάρα της στον πούτσο του και του ζητούσε και οδηγίες. Ο κύριος διευθυντής δεν άντεξε και πολύ. Μετά από ένα λεπτό με τα κουνήματά της, ένοιωσε το σπέρμα του να ξεπετάγεται.

-    Χύνω… τι πουτάνα είσαι εσύ! Χύνω μέσα σου μανάρα μου. Όλα δικά σου θα είναι από σήμερα, μόνο στο μουνάκι σου θα χύνω, και στις βυζάρες σου και στις τσιμπουκοχειλάρες σου και στην κωλάρα σου. Άντε, ντύσου τώρα, η πρόσληψή σου τελείωσε. Από αύριο στις 09:00 έλα να πιάσεις δουλειά. Μην αργήσεις πουτανάκι μου γιατί δε θα βλέπω την ώρα…

είπε ο γερο-τράγος και με μια φιλική μπάτσα στην κωλάρα της έδειξε την έξοδο. Η Θεοδώρα αφού σιάχτηκε λίγο τον ευχαρίστησε και πήγε στο σπίτι της, να ανακοινώσει στη μάνα της και στον πατριό της ότι είχε βρει δουλειά! Δεν έβλεπε την ώρα να ξαναπάει στο καινούργιο της γραφείο.
     
Πρώτη μέρα στη δουλειά

Το άλλο πρωί στις 08:45 καθόταν ήδη στο γραφείο της. Όλες οι άλλες την κοίταζαν, μερικές με νόημα και μερικές ντροπαλά. Ο κύριος διευθυντής τις είχε γαμήσει όλες, και όποια ήθελε του καθόταν αμέσως, αλλιώς απόλυση –νόμος της επιχειρήσεως. Πριν περάσει μια ώρα την φώναξε στο γραφείο του. Μπήκε διστακτική μισοχαμογελώντας.

-    Μάλιστα κύριε διευθυντά, με φωνάξατε… του είπε.

-    Ναι, έλα παιδί μου, είναι η ώρα που διαβάζω την αλληλογραφία μου και χρειάζομαι λίγη βοήθεια για να συγκεντρωθώ. Μπορείς να με βοηθήσεις;… τη ρώτησε.

-    Βέβαια, τι πρέπει να κάνω;…

ρώτησε η κότα και από μέσα της σκέφτηκε «-Ουφ, τι θέλει πρωί-πρωί ο παλιόγερος;»

-    Α, τίποτα σπουδαίο, δε χρειάζεται καν να βγάλεις τα ρούχα σου, μπες κάτω από το γραφείο και γλειψ' το μου ενώ διαβάζω…

της είπε χαιρέκακα. Η Θεοδώρα αναστέναξε, γονάτισε και μπουσούλησε κάτω από το γραφείο του. Μπήκε από το πλάι που δεν είχε πάνελ, πήρε θέση ανάμεσα στα πόδια του, τον ξεκούμπωσε, του έβγαλε τον πούτσο και άρχισε να του τον μαλακίζει. Δεν άργησε καθόλου να σκληρύνει –είχε καυλώσει από πριν με τη σκέψη της καινούργιας βυζαρούς του- οπότε την προέτρεψε να αρχίσει το τσιμπούκωμα.

-    Μπράβο, πουτανίτσα μου, φτάνει τώρα με το χέρι, παρ' τον με τις τσιμπουκοχειλάρες σου και δωσ' του να καταλάβει με τη γλωσσίτσα σου. Έλα, δούλευε εσύ από κάτω για να κάνω εγώ καμιά άλλη δουλειά εδώ…

της είπε αυστηρά. Η Θεοδώρα υπάκουα αφού του τον έγλειψε καλά-καλά άρχισε να τον βάζει και να τον βγάζει στο στόμα της. Ο διευθυντής που και που της χάιδευε τα μαλλιά πάνω από τα αυτιά, τραβώντας τα και λίγο ή της έχωνε δάχτυλο μέσα στα αυτιά της. "Ελπίζω να μην αργήσει πολύ να χύσει το γουρούνι, είμαι αρκετά στριμόκωλα εδώ κάτω. Κοίτα όμως πως καυλώνει ο παλιόγερος… και τον έχει αρκετά μεγάλο"… σκεφτόταν η πουτανίτσα ενώ δούλευε το πουλί του καινούργιου αφεντικού της με ζήλο. Αφού του είχε γλείψει ολόκληρο τον πούτσο και τα αρχίδια με τη γλώσσα της, τον έπαιρνε όλο μέσα στο στόμα της. Βύζαινε με τις τσιμπουκοχειλάρες της και επέμενε ιδιαίτερα στην πόσθη και τη βάλανο του διευθυντή.

Σε λίγο χτύπησε η πόρτα. Η Θεοδώρα πάγωσε και έμεινε ακίνητη με τον πούτσο του κυρίου διευθυντή στο χέρι.

-    Ήσυχα, ήσυχα εσύ πουτανίτσα μου. Συνέχισε τη δουλειά σου κι άσε με κι εμένα να κάνω τη δική μου. Απλώς, λίγο πιο απαλά τα γλωσσοκοπανήματα γιατί θέλω να αργήσω να χύσω όσο γίνεται…

της είπε και μετά απευθυνόμενος προς την πόρτα, φώναξε:

-    Εμπρός, περάστε παρακαλώ.

Μπήκαν δύο κοπέλες από τη γραμματεία με έγγραφα για υπογραφές και ένας από το λογιστήριο. Ενώ υπέγραφε πάνω από το τραπέζι και τσιμπουκωνόταν από κάτω ρώτησε πονηρά:

-    Λοιπόν, κορίτσια; Πώς σας φαίνεται η καινούργια σας συνάδερφος;

Οι πουτανίτσες μπήκαν αμέσως στο νόημα. Εξάλλου, περνούσαν όλες αρκετά τακτικά από εκεί που ήταν τώρα η Θεοδώρα. Έτσι, ψέλλισαν κάτι τυπικό και ανταλλάσσοντας ματιές όλο νόημα αποχώρησαν με τις υπογραφές τους.

-    Μπράβο, πουτανίτσα μου, μπράβο. Μια χαρά τα πήγες. Οι υπάλληλοι που κοιτάνε τη δουλειά τους πάνε μπροστά εδώ κι εσένα δουλειά σου είναι να κάνεις τον πούτσο μου χαρούμενο. Και ξέρεις πότε είναι ο πούτσος μου χαρούμενος, μουνάρα μου; Ξέρεις; Όταν χύνει, όπως τώρα. Να, παρ' τα, κατάπιε τα. Είναι δικά σου όλα τα χύσια, είναι για σένα. Πιες, πιες να δροσιστείς, έτσι μπράβο. Αχ… πώς να κρατηθώ με τέτοια τσιμπουκόχειλα; Εντάξει, σήκω τώρα…

της είπε και η Θεοδώρα σκούπισε το στόμα της και σηκώθηκε χαμογελαστή. Αφού έσιαξε λίγο τα ρούχα της που είχαν τσαλακωθεί ενόσω ήταν στα γόνατα και τον τσιμπούκωνε, περίμενε όρθια οδηγίες. Ο διευθυντής την έπιασε από τη μέση, την έφερε κοντά του όρθια και της σήκωσε τη φούστα.

-    Και κάτι άλλο πουτανάκι μου, ή δεν θα φοράς κιλότα ή θα φοράς καμία λεπτή, στριγκάτη για να σου την παραμερίζω εύκολα άμα μου έρχεται να σε γαμήσω. Η πρόσβασή μου στο μουνάκι σου, και στον κωλαράκο σου πρέπει να είναι πάντα ελεύθερη. Και η μπλούζα ή το πουκάμισο που φοράς θα βγαίνουν εύκολα για να βλέπω και να πιάνω τις βυζάρες σου. Βγαλ' τες λίγο παιδί μου να στις γλείψω, έτσι μπράβο!

Η Θεοδώρα σήκωσε αμέσως το πουκάμισό της και φρόντισε να χαμογελάσει. Κατέβασε μόνη της και το σουτιέν της ελευθερώνοντας τους βύζους της. Έμοιαζαν με οπλισμένες τορπίλες έτοιμες να εκραγούν. Ο κυρ-διευθυντής αφού οδήγησε το χέρι της στον πούτσο του και της έδειξε πως θέλει να του τον χαϊδέψει, της μάλασε τα στήθη.

-    Έχεις τις μεγαλύτερες και τις καλύτερες βυζάρες που έχω δει. Καμιά άλλη δεν έχει τέτοια καρπούζια. Και τι ρωγάρες. Αχ… εσύ θα πας μπροστά με τέτοια προσόντα, δε θα σου λείπει η δουλειά μαζί μου…

της έλεγε ενώ της μάλασσε τα στήθια. Η Θεοδώρα που είχε αρχίσει να καυλώνει για τα καλά, του τον έπαιζε ζωηρά.

-    Αχ, αχ κύριε διευθυντά μου τι ωραίο καυλί που έχετε. Ωραίο είναι. Μπορείτε να με γαμάτε όποτε θέλετε, εγώ θα σας κάθομαι πάντα. Και τα βυζιά μου είναι στη διάθεσή σας. Μπορείτε να τα ζουλήξετε όσο θέλετε. Αχ… μ’ αρέσει κύριε διευθυντά, μ’ αρέσει! Θέλετε να με γαμήσετε και τώρα;…

ρώτησε το πουτανίδιο σαν ξελιγωμένη.

-    Θα σε γαμάω όποτε θέλω εγώ μουνίτσα μου, αν θέλεις τώρα χάιδεψε το μουνάκι σου με το άλλο χέρι για να χύσεις, έλα, καν' το, χύσε και εσύ γιατί εγώ χύνω πάλι, χύνω! Αχ, με αυτές τις βυζάρες μπορώ να σε γαμάω ώσπου να πεις ήμαρτον μούνα μου…

της είπε και η Θεοδώρα έχωσε αμέσως το άλλο χέρι της κάτω από τη φούστα, μέσα στην κιλότα της και άρχισε να τρίβει την κλειτορίδα της με πάθος. Τώρα μαλακιζόταν και μαλάκιζε, ενώ ο διευθυντής της τάραζε τις βυζάρες στο ζούληγμα, στο τρίψιμο και τα τσιμπήματα. Όταν έχυνε της τσιμπούσε τις ρώγες δυνατά. Η Θεοδώρα δεν άργησε να χύσει κι αυτή. Σκουπίστηκε πρόχειρα, μετά τακτοποίησε τα ρούχα της και βγήκε από το γραφείο του διευθυντή για να συνεχίσει τη δουλειά της. «Καλά θα περάσουμε εδώ πέρα, το μουνάκι μου θα είναι μονίμως απασχολημένο», σκέφτηκε το πορνίδιο πονηρά.

Την επόμενη ημέρα ο διευθυντής της ζήτησε να του φέρει μία πάστα από το ζαχαροπλαστείο απέναντι με πολύ σαντιγί. Η Θεοδώρα του την πήγε γρήγορα.

-    Ορίστε η πάστα σας, του είπε.

-    Ευχαριστώ κούκλα μου. Βγάλε τώρα έξω τις βυζάρες σου για να… φάμε…

της είπε ο διευθυντής και ξερογλείφτηκε. Η Θεοδώρα υπάκουσε απορημένη. Έβγαλε τη μπλούζα και το σουτιέν της και στεκόταν μπροστά του γυμνή από τη μέση και πάνω, κρατώντας την πάστα και κοιτάζοντάς τον.

-    Έτσι, μπράβο, έτσι. Τώρα πάρε τη σαντιγί και πασάλειψε τις ρώγες σου. Προτιμώ τα δικά σου τα κερασάκια, τις δικές σου τις φραουλάρες από αυτές του ζαχαροπλαστείου. Μ… έτσι μπράβο, βάλε λίγο ακόμη, έλα κοντά μου τώρα να σε γλείψω,  ώ ρε μάνα μου, ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου; Έτσι μου ’ρχεται να τις φάω τις βυζαρόγκες σου.

Ο διευθυντής την έγλειφε του καλού καιρού. Καθάριζε τις ρώγες και τους βύζους της από τη σαντιγί και κατάπινε λαίμαργα. Όταν τελείωσε οι βύζοι της Θοδώρας δεν είχαν ίχνος σαντιγί, αλλά ήταν γεμάτοι από τα σάλια του.

-    Μ… μου τα καθαρίσατε. Σας αρέσει η… σαντιγί;…

τον ρώτησε το πουτανάκι κοιτώντας τις βυζάρες της.

-    Ναι, μου αρέσουν τα γλυκά, ειδικά όταν τα τρώω πάνω στις βυζάρες σου. Κρίμα που δεν έμεινε καθόλου σαντιγί για να έτρωγες κι εσύ λίγο πάνω από τον πούτσο μου. Δεν πειράζει, όμως θα σου τον ταΐσω σκέτο…

είπε και έβγαλε έξω το παλαμάρι του. Η Θεοδώρα του το ακούμπησε με το χέρι της.

-    Θε… Θέλετε να σας τον γλείψω, δηλαδή;…

τον ρώτησε με αθώο ύφος και έβγαλε λίγο τη γλωσσίτσα της.

-    Μα, ναι. Καύλωσα με τους βύζους σου και μετά το γλυκό ένα τσιμπούκι είναι ότι καλύτερο. Έλα, λοιπόν βυζαρού μου, δωσ' του να καταλάβει!

Η Θεοδώρα υπάκουσε αμέσως. Έσκυψε, τακτοποίησε τις βυζάρες της στα γόνατά του χαμογελώντας και άρχισε το κλαρίνο.

-    Έτσι μπράβο τσιμπουκλού μου, έτσι. Δεν θα αργήσω και πολύ να χύσω, έχω και δουλειά αργότερα. Γλείφε εσύ, γλείφε με τη γλωσσίτσα σου. Μα εσύ τον παίρνεις όλο στα τσιμπουκόχειλά σου. Μπράβο, μπράβο στάσου τώρα, έρχομαι-έρχομαι θέλω να χύσω στα βυζιά σου. Έτσι κράτα τα εκεί, να-να παρ' τα πάνω στα μαστάρια σου, σε χύνω…

και άδειασε την τρόμπα του στις βυζάρες της. Η Θεοδώρα τα κρατούσε υπομονετικά.

-    Εντάξει κύριε διευθυντά, χύσατε;…

τον ρώτησε μόλις ο πούτσος του σταμάτησε να την ποτίζει.

-    Έχυσα, έχυσα. Με στράγγιξες μουνίτσα μου. Ντύσου τώρα, αλλά μην τα σκουπίσεις. Θέλω να έχεις το σπέρμα μου στους βύζους σου όλη την υπόλοιπη μέρα, να σε δροσίζει…

της είπε και η Θεοδώρα υπάκουσε χαμογελώντας. Ένοιωθε κάτω από το σουτιέν της τις βυζάρες της υγρές από τα χύσια του.

Με τον αποθηκάριο

"Ουφ, δε φτάνει που με ξεσκίζει στο γαμήσι δύο φορές την ημέρα, με στέλνει και στην αποθήκη να ψάχνω ψύλλους στ’ άχυρα ο κωλόγερος" γκρίνιαξε η πουτανίτσα. Ο κύριος διευθυντής μετά το πρωινό του –που αυτή τη φορά περιλάμβανε τσιμπούκι, τρίψιμο πούτσου ανάμεσα στις βυζάρες και γαμήσι στο μουνάκι με την Θεοδώρα να χοροπηδάει πάνω του- αφού έχυσε καλά-καλά μέσα στο μουνάκι της και σκούπισε τον πούτσο του στο τρίχωμά της, την έστειλε στην αποθήκη να του βρει μια παλιά προσφορά στο αρχείο. Η Θεοδώρα υπάκουσε κάπως ανόρεκτα. Εκείνη την ημέρα φορούσε μια στενή μίνι φούστα που θα τη δυσκόλευε αν χρειαζόταν να ανέβει στη σκάλα της αποθήκης.

Ο αποθηκάριος ένας χοντρός μπούλης απροσδιορίστου ηλικίας και άσχημος, την καλωσόρισε στο… βασίλειό του:

-    Καλώς την κούκλα μας, τι θα ήθελε η δεσποινίς;…

είπε και σκέφτηκε πονηρά… "καλό πουτανάκι μου φαίνεται και η καινούργια. Για να δούμε θα το βρέξουμε το παξιμάδι;".

-    Ξέρετε, με έστειλε ο κύριος διευθυντής να βρω κάτι στο αρχείο…

χαϊδεύτηκε η Θεοδώρα, μήπως και το κήτος τη βοηθούσε.

-    Χμμμ… έλα να σου ανοίξω και θα δούμε τι θα κάνουμε…

της είπε ο κλητήρας πονηρά. Η αποθήκη ήταν αρκετά στενή και σκονισμένη. Ο κλητήρας φρόντιζε να την ακουμπάει όσο μπορούσε περισσότερο στις μπουτάρες και στα καπούλια της. Η Θεοδώρα δυσανασχετούσε αλλά δε μπορούσε να πει και τίποτα. "Δεν χάνει ευκαιρία να μου τριφτεί το κωλογούρουνο. Ωχ, μου φαίνεται ότι του σηκώθηκε κιόλας. Αμάν, τεράστιο πρέπει να τον έχει", σκέφτηκε η αγελαδάρα και δεν μπόρεσε να κρύψει την ματιά της στον πούτσο του από τον επιστάτη. "Καλά πάμε, κοίτα πως κοιτάει το πουλί μου η καργιόλα. Μακάρι να μου κάτσει να της τον χώσω", σκέφτηκε ο επιστάτης και της είπε:

-    Λοιπόν, το χαρτί που ψάχνεις είναι μάλλον εκεί πάνω. Έλα, ανέβα στη σκάλα κι εγώ θα σε κρατάω για να μην πέσεις.

Η εικόνα ήταν πολύ καυλωτική: Η Θεοδώρα με τις βυζάρες, τις μπουτάρες και την κωλάρα να ασφυκτιούν ανεβασμένη στην σκαλίτσα και από κάτω ο χοντροκλητήρας να παίρνει μάτι την κιλότα της και με την δικαιολογία ότι την έπιανε για να μην πέσει να της χαϊδεύει μπούτια και κώλο.

-    Τι γίνεται, βρήκες τίποτα κούκλα μου; Ψάξε, ψάξε και πιο πάνω. Μη φοβάσαι δεν θα σε αφήσω να πέσεις, σε πιάνω καλά εγώ. Στάσου, κάτσε να σε πιάσω από εδώ καλύτερα μη μου γλιστρήσεις απ’ τη φούστα…

της είπε και έχωσε τη χερούκλα του μέσα από τη φούστα της, ψηλά και μέσα στις μπουτάρες της. Η Θεοδώρα ήταν αρκετά θερμή εκεί, το γαμήσι με τον διευθυντή ήταν αρκετά πρόσφατο και μάλλον γρήγορο –η αγελαδίτσα δεν είχε προλάβει να καλοχύσει.

-    Αχ, αχ κύριε Προκόπη, μα εσείς, αχ, τι μου κάνετε, όχι-μη, μη εκεί το χέρι σας, αχ-αχ μα για ποια με περάσατ… αχ-ωχ εγώ δεν είμαι από αυτού του είδους τα κοριτ… κύριε Προκ… μη, καλέ μη…

έκανε την ενοχλημένη αλλά δε φώναζε καθόλου δυνατά και σα να μην έφτανε αυτό άνοιξε κι άλλο τις μπουτάρες της και χαμήλωσε κάπως και την κωλάρα της για να την φτάνει καλύτερα ο κυρ-Προκόπης.

-    Πω-πω κοριτσάρα μου, τι κόμματος είσαι εσύ, έλα ήσυχα τώρα, άσε με να σε χαϊδέψω λίγο, θα δεις τι ωραία που χαϊδεύει ο κυρ-Προκόπης. Έλα, κατέβα λίγο ακόμα. Μα εσύ είσαι μούσκεμα εδώ κάτω, το μουνάκι σου είναι υγρό σα βρύση. Είμαι σίγουρος ότι στο πότισε κιόλας ο γέρο-τράγος ο διευθυντής. Αν δεν μου καθίσεις κι εμένα θα πω σε όλους τι πουτανίτσα είσαι…

την ψευτοαπείλησε, περισσότερο για να της δώσει μια καλή δικαιολογία. Η Θεοδώρα δε χρειάστηκε άλλα παρακάλια. Κατέβηκε, γύρισε χαμογελώντας προς το γέρο-αποθηκάριο και τον άφησε να την μπαλαμουτιάσει κανονικά. Άρπαξε κι αυτή τον πούτσο του στα έμπειρα χέρια της και άρχισε να τον μαλακίζει.

-    Έτσι μπράβο φοραδίτσα μου, παιξ' τον μου κι εσύ, έτσι, πιο γρήγορα, έτσι, έλα-έλα και χύνω, έλα θα σε χύσω, να-να παρ' τα, παρ' τα πάνω σου, πουτάνα μου…

Ο αποθηκάριος αφού την έχυσε για τα καλά, έκατσε αποκαμωμένος στη σκάλα. Η Θεοδώρα που είχε χύσει κι αυτή εντωμεταξύ πάνω στη χερούκλα του κυρ-Προκόπη κούμπωσε τα ρούχα της, σιάχτηκε και αφού του χαμογέλασε, μισό-ικανοποιημένη και μισό-αηδιασμένη ανέβηκε ξανά στη σκάλα να συνεχίσει το ψάξιμο.

Με το μικρό για τα θελήματα

Ένα απόγευμα που ο διευθυντής είχε καύλες την είχε κρατήσει ως αρκετά αργά. Νομίζοντας ότι όλοι οι άλλοι είχαν φύγει αποφάσισε να το χαρεί λίγο περισσότερο. Έτσι, την έβαλε να γδυθεί τελείως, ενώ συνήθως τη γαμούσε με τα ρούχα της φορεμένα, απλώς έβγαζε τις βυζάρες της στη φόρα (βοηθούσαν την καύλα του) και της παραμέριζε (ή της ξέσκιζε) το κιλοτάκι για να τρομπάρει τον πούτσο του στο μουνάκι της.

Αυτή τη φορά την είχε στο γραφείο του ολόγυμνη. Το μόνο που φορούσε ήταν οι ψηλοτάκουνες γόβες της. Έτσι όπως περπατούσε σε αυτή την κατάσταση, οι βυζάρες της πήγαιναν πέρα δώθε σαν καμπάνες και η κωλάρα της πάνω κάτω. Ο διευθυντής αφού την πήρε για λίγο μάτι και γουστάρισε, σηκώθηκε, κόλλησε πάνω της, της χούφτωσε τα κωλομέρια σφίγγοντάς την πάνω του –ένοιωθε τις βυζάρες της να ασφυκτιούν πάνω στο στήθος του και την άρχισε στα γλωσσόφιλα.

-    Επιτέλους, επιτέλους πουτανάκι μου. Σήμερα που είμαστε μόνοι μας εδώ πέρα θα σε γαμήσω ώσπου να πεις ήμαρτον. Θα σε ξεμουνιάσω φοραδίτσα μου, θα σε γαμήσω όπως ο ταύρος την αγελάδα του, θα δεις πως θα χύνεις…

της έλεγε καυλωμένος.

-    Αχ, αχ κύριε διευθυντά, κάντε μου ό,τι νομίζετε, ό,τι θέλετε…

έλεγε η μουνίτσα, λαχανιάζοντας ξαναμμένη. Τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα από ντροπή που ήταν ολόγυμνη μπροστά του και από την καύλα που ένοιωθε με τη γλώσσα του στις τσιμπουκοχειλάρες της, τα χέρια του στα βυζιά, τον κώλο και το μουνάκι της και τον πούτσο του που τριβόταν πάνω της. Ένοιωθε τη γλώσσα του βαθιά στο στόμα της και ανταποκρινόταν με τη δική της.

-    Κύριε διευθυντά, τι ωραία που φιλάτε, αχ-αχ μα εσείς θα με φάτε σήμερα, ναι-ναι ωραίο-ωραίο…

η πουτανίτσα τριβόταν πάνω του και τον χάιδευε. Ο διευθυντής την γύρισε ανάποδα, την έβαλε να σκύψει τη μέση της και να στηριχτεί στο γραφείο του. Έτσι, είχε μπροστά του τις μπουτάρες της και την τουρλωμένη κωλάρα της και δεν του έμενε παρά να διαλέξει από ποια τρύπα της να αρχίσει το ξέσκισμα. Την καβάλησε πρώτα στην κωλοτρυπίδα.

-    Παρ' τον στον κωλαράκο σου πρώτα, έτσι, όλος μπαίνει, να-να πάρε χοντρούλα μέχρι μέσα. Σ’ αρέσει πορνίδιο, ε; Ωχ, έτσι μπράβο, χάιδευε εσύ το μουνάκι σου, θα φτάσω κι εκεί τσουλίτσα κι εκεί θα στον χώσω. Πω-πω τι παίδαρο γαμάω ο πούστης! Αχ, κάτσε να σου μπατσίσω και την κωλάρα λίγο, κάτσε να σου την κοκκινίσω, να παρ' τα, πάρε μπάτσες!

Όπως την καβαλούσε από πίσω, της μπάτσιζε δυνατά τον κώλο. Η Θεοδώρα ήδη έχυνε σαν τρελή, βέλαζε σαν προβατίνα κάτω από το κριάρι της. Οι φωνές τράβηξαν την προσοχή του Κοσμά, του παιδιού για τα θελήματα που είχε μείνει να τακτοποιήσει το χώρο έξω από τα γραφεία. "Χμ, για να δούμε… ποια καλαφατίζει σήμερα το αφεντικό;", αναρωτήθηκε και κόλλησε το μάτι του στην κλειδαρότρυπα. Του είχε ξανατύχει δυο-τρεις φορές να πάρει μάτι το αφεντικό με καμιά ομορφούλα υπάλληλο, αλλά ποτέ δεν είχε καταφέρει να επωφεληθεί γιατί μετά έφευγαν μαζί του, οπότε δε γινόταν να τις ξεμοναχιάσει. Ίσως αυτή τη φορά στεκόταν πιο τυχερός. "Ωχ, είναι η καινούργια η βυζαρού. Μαλάκα μου καλοπερνάει ο κωλόγερος, κοίτα καβάλημα που της κάνει. Κι αυτή η πουτάνα βελάζει σαν προβατίνα, ωχ πως κουνάει την κωλάρα της, και χαϊδεύεται κιόλας ο πούτανος. Αν δε μου καθίσει κι εμένα θα την βιάσω την καργιόλα", σκεφτόταν ο κλητήρας και χάιδευε τον ορθωμένο πούτσο του έξω από το παντελόνι.

Πράγματι, αφού ο κύριος διευθυντής έχυσε τα φλόκια του πάνω στη Θεοδώρα, κουνούσε τον πούτσο του σαν ψεκαστήρι, την άφησε πίσω να συμμαζέψει (και να σκουπίσει τα χύσια από το γραφείο και το πάτωμα) κι έφυγε για το σπίτι του. Ο Κοσμάς κρύφτηκε και μόλις άκουσε την εξώπορτα να κλείνει όρμησε μέσα στο γραφείο. Η Θεοδώρα ήταν ακόμη γυμνή και μάζευε με ένα χαρτομάντιλο τα χύσια από τη μοκέτα. Δεν κοίταζε προς την πόρτα, οπότε νόμισε πως ξαναγύρισε ο διευθυντής για κανένα γύρο ακόμη.

-    Κύριε διευθυντά ξανάρθατε;», ρώτησε χωρίς να καλογυρίσει.

-    Δεν είμαι ο διευθυντής δαμαλίτσα μου αλλά το ίδιο κάνει…

απάντησε με θράσος ο Κοσμάς και πριν η μουνίτσα προλάβει να αντιδράσει την άρπαξε από πίσω. Η μουνίτσα τρομαγμένη τον εκλιπαρούσε, ο Κοσμάς όμως την είχε βουτήξει γερά και τριβόταν πάνω της.

-    Για κάτσε ήσυχα. Είδα τι κάνατε πριν, αν δε μου καθίσεις κι εμένα θα τα πω σε όλους. Έλα, το ξέρω ότι θα σου αρέσει, σε άκουσα πως βέλαζες πριν. Θα δεις κι εγώ τι ωραίο πράμα που έχω, είναι μεγαλύτερο και χοντρότερο από του διευθυντή, να κοίτα το, είναι για σένα!

Τη γύρισε και της πρότεινε το καυλί του. Ήδη καυλωμένος ο πούτσος του ήταν πράγματι εντυπωσιακός. Έμοιαζε με τεράστιο αγγούρι. Η Θεοδώρα ασυναίσθητα μισάνοιξε το στόμα της από την έκπληξη και τη λαχτάρα να τον φάει κι αυτόν.

-    Λοιπόν, παρ' τον μου γρήγορα στο στόμα σου. Τσιμπούκωσε με πρώτα και μετά θα στον βάλω όλο στο μουνάκι σου…

τη διέταξε ο Κοσμάς και της έπιασε το κεφάλι με τα δυό του χέρια οδηγώντας τη στο καυλί του. Η Θεοδώρα άρχισε το γλωσσοκοπάνημα, στην αρχή ντροπαλά και μετά με περισσότερο πάθος. Αφού του τον έγλειψε καλά-καλά άρχισε να τον παίρνει στο στόμα της μουγκρίζοντας σιγανά. Ο Κοσμάς της βούτηξε τους βύζους.

-    Αμάν, πουτάνα μου τι τσιμπουκλού πρώτης είσαι εσύ; Και τι βυζάρες που έχεις, δεν έχω ξαναδεί καλύτερα. Κάτσε να στα τρίψω λίγο, να-να πάρε τσιμπήματα στις ρωγάρες. Εσύ καυλώνεις μουνάρα μου, τι έκφυλη. Αχ… περνάει καλά ο πούστης ο κωλόγερος ο διευθυντής, αλλά από τώρα θα περνάω κι εγώ καλά εδώ πέρα. Φτάνει, φτάνει τώρα το τσιμπούκι. Στρώσου στον καναπέ και σήκωσε τις μπουτάρες σου να σου ποτίσω το μουνάκι με το εργαλείο!

-    Μ… σα δε ντρέπεσαι λίγο…

έκανε η Θεοδώρα ψευτοενοχλημένη, αλλά υπάκουσε. Με τα λόγια έκανε τη δύσκολη αλλά το μουνάκι της έσταζε από την καύλα. Ξάπλωσε στον καναπέ και άνοιξε τις ποδάρες της. Τον κοίταζε με τις ματάρες της γλαρωμένες από την καύλα.

-    Σου ‘ρχομαι μουνάρα μου, σου 'ρχομαι! Θα σε οργώσω τώρα με το εργαλείο μου!

Πήδηξε πάνω της και της τον έχωσε. Η Θεοδώρα βέλαξε κι ένοιωσε το μουνάκι της να σπαρταράει και να ξεσκίζεται. Ενώ τη γαμούσε της έγλειφε και της δάγκωνε βυζιά και ρώγες.

-    Ωχ… πιο σιγά, πιο σιγά, πονάω, με ξεσκίζεις με το σουβλί σου…

διαμαρτυρήθηκε το πουτανάκι αλλά της άρεσε που ένοιωθε το μουνάκι της γεμάτο, και της άρεσε που προκαλούσε τέτοια λύσσα σ’ αυτόν τον πουτσαρά. Έχυνε σα βρύση κάτω από τον κλητήρα. Ο Κοσμάς μπαινόβγαινε με δύναμη.

-    Το μουνάκι σου είναι στενό, έτσι όπως μου αγκαλιάζει το πουλί θα με κάνεις να χύσω πιο γρήγορα απ’ ότι θέλω. Δεν πειράζει όμως, δεν πειράζει, πάρε τώρα τα χύσια μου μέσα σου, σε χύνω τώρα γρήγορα και θα σε γαμήσω άλλη φορά πιο αργά. Έχουμε καιρό μουνάκι μου, τώρα που σε βρήκα. Θα είσαι η εκτόνωσή μου, το δοχείο για τα χύσια μου, μέσα σου θα τα ρίχνω, πάρε, παρ' τα…

της είπε και της πλημμύρισε το μουνάκι με τα ζουμιά του. Η Θεοδώρα αισθανόταν ξεπατωμένη. Ήταν το τρίτο γαμήσι της μέσα στην ίδια ημέρα (δύο με τον διευθυντή, ένα πρωί κι ένα απόγευμα) και τώρα άλλο ένα με το παιδί για τα θελήματα.

-    Μπορώ να ντυθώ τώρα;…

τον ρώτησε κάνοντας την ενοχλημένη.

-    Τώρα που ικανοποιήθηκα τράβα όπου θέλεις πουτανίτσα. Όταν σε φωνάζω όμως, και θα σε φωνάζω όποτε έχω καύλες, θα έρχεσαι να σε ξεσκίζω. Αλλιώς είπαμε, θα μάθει όλη η εταιρία τι πουτανάρα είσαι…

την απείλησε.

-    Εντάξει. Μην πεις όμως τίποτα σε κανέναν. Θα σε αφήνω να μου κάνεις ό,τι θέλεις…

του είπε η Θεοδώρα και του έπιασε παρακλητικά το χέρι. Ο Κοσμάς χαμογέλασε ικανοποιημένος και της χούφτωσε τον ένα βύζαρο. Μόνο η ρωγάρα της του γέμιζε όλη την παλάμη, και ήταν ακόμα καυλωμένη, όρθια, σκληρή και κατακόκκινη.

-    Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι, δεν θα το μάθει κανένας. Μα τι βυζάρες που διαθέτεις… γκομενάρα είσαι, μούναρος. Δεν θα το μάθει κανένας αλλά θα μ’ αφήνεις να σου τις χουφτώνω τις βυζάρες όποτε θέλω, αυτή είναι η συμφωνία μας. Και που και που, όταν βρίσκουμε καμιά ευκαιρία θα σου καλαφατίζω και το μουνάκι σου…

της είπε και τη χούφτωσε και από κάτω πιάνοντας μουνί και κώλο. Την έτριψε για λίγη ώρα χαμηλά ώσπου την ένοιωσε να ξαναχύνει πάνω στο χέρι του. Έβγαλε το υγρό δάχτυλό το από του μουνάκι της και της ξαναέτριψε τα βυζιά. Η Θεοδώρα τον άφησε να την πασπατέψει όσο ήθελε χαμογελώντας προκλητικά. Ντύθηκε και πήγε σπίτι της. Άλλη μια δύσκολη και δημιουργική ημέρα στη δουλειά είχε τελειώσει.



Copyright protected OW ref: 123503