Πονηρές Περιπέτειες (5ο μέρος): Ελεύθερο Κάμπινγκ 5

Δημοσιεύθηκε από Christina25
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.00 (9 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Πονηρές Περιπέτειες (5ο μέρος): Ελεύθερο Κάμπινγκ 4

Δεν ξέρω πόσες ώρες κοιμόμασταν αλλά όταν ξύπνησα ήταν ακόμη βράδυ, ένας φακός φώτιζε μέσα στην σκηνή και με ξύπνησε.

-    Ανοίξτε την σκηνή παρακαλώ.

-    Άνοιξε την σκηνή τώρα.

Ξύπνησε το αγόρι μου απ’τις φωνές. Και τινάχτηκε κάπως απότομα:

-    Τι συμβαίνει; Ποιος είναι Χριστίνα;

-    Άνοιξε την σκηνή και μην αργείς φίλε!

Ανοίγουμε την σκηνή και βγαίνουμε εγώ και το αγόρι μου. Μπροστά μας στέκονταν τρεις αστυνομικοί και δύο πυροσβέστες.

-    Ποιος σας είπε ότι μπορείτε να κάνετε ελεύθερο κάμπινγκ εδώ παιδιά; Παρακαλώ τα στοιχεία σας. Θα τα χρειαστούμε για πρόστιμο παράνομης κατασκήνωσης.

Τι γκαντεμιά και αυτή μπορεί να τ’ άφησε με τους γονείς του. Ο υπαστυνόμος είπε:

-    Δεν τα βρίσκετε ε; Τότε θα πρέπει να μας ακολουθήσετε στο τμήμα. Δεκανέα πάρε το παλικάρι και πήγαινε τον στο περιπολικό και φέρε τους άλλους.

Τους άλλους; Ποιους άλλους σκέφτηκα. Το αγόρι μου περπατούσε μπροστά και από πίσω του αυτός ο δεκανέας. Έκανα κίνηση να τους ακολουθήσω και εγώ και ο αρχιφύλακας με έπιασε από το χέρι.

-    Που πας εσύ κοπελιά; Ταυτότητα και στοιχεία παρακαλώ.

-    Μισό λεπτό εδώ στην σκηνή τα ‘χω…

Είπα και έσκυψα να τα πάρω μέσα απ’ την σκηνή. Ο Αρχιφύλακας έφαγε σκάλωμα και κοιτούσε την κωλάρα μου που ξεχείλιζε από το σλιπ του μαγιό. Ο Υπαστυνόμος γύρισε και είπε:

-    Πήραμε μια κλήση από το γειτονικό χωριό ότι υπήρχε φωτιά και ήρθαμε για έλεγχο. Συλλάβαμε τέσσερα ζευγάρια στο χωριό για ξύλο που έπεσε σε ένα μπαρ. Οι κοπέλες τους μας είπαν για το μέρος και τους φέραμε από 'δω.

-    Καλή δουλειά υπαστυνόμε, κατέβασε τους και αυτούς εδώ να δω τι έχουν να πουν.

Ένας προβολέας μεγάλος ανάβει στην παραλία και καθώς ανεβαίνει ο Δεκανέας με το αγόρι μου στο περιπολικό, πληροφορείται από τον ασύρματο να κατεβάσει τους άλλους τρεις που πιάσανε. Βάζοντας τον στο περιπολικό αναγνωρίζει τους τέσσερις κολλητούς του τον Άγγελο, Κώστα, Μιχάλη και Γιάννη ξυλοφορτωμένους με μελανιές και να μυρίζουν αλκοόλ. Την ίδια στιγμή σταμάτησε ένα αμάξι ήταν ο Κύριος Στέλιος πατέρας του αγοριού μου και δικηγόρος. Είπε ότι τα παιδιά του τηλεφώνησαν και ρώτησε να δει τι συμβαίνει.

-    Γιέ μου τι γίνεται εδώ;

-    Σας παρακαλώ κύριε τα παιδιά έκαναν ελεύθερο κάμπινγκ και οι άλλοι μπλέχτηκαν σε καυγά… θα πρέπει να γίνει σύλληψη και να φάνε πρόστιμο.

-    Αν πληρώσω το πρόστιμο εδώ? Δεν μπορούμε κάπως να τα κανονίσουμε;

-    Δεν ξέρω θα πρέπει να μιλήσετε με τον αρχιφύλακα κάτω στην παραλία, ελάτε μαζί μου με τα παιδιά μέχρι κάτω. Εσύ περίμενε στο περιπολικό.

Άφησαν το αγόρι μου στο περιπολικό και ο Δεκανέας με χειροπέδες κατέβαζε τους φίλους του αγοριού μου και πίσω του ο Κύριος Στέλιος. Το αγόρι μου βλέπει να σταματάνε δύο αμάξια ακόμη, στο ένα ο Θείος και ο πατέρας μου και στο άλλο ο ταβερνιάρης κύριος Χρήστος από το μεσημέρι. Εγώ είμαι ακόμα στα γόνατα σαν σκυλάκι και ψάχνω την ταυτότητα μου. Ο Προβολέας ανάβει και ψάχνουν τριγύρω. Ο Δεκανέας έρχεται και λέει:

-    Αρχιφύλακα αυτοί είναι οι τέσσερις μαντράχαλοι που συλλάβαμε στο μπαρ. Και πριν πάνε στο μπαρ ήταν εδώ και κατασκήνωναν. Οι κοπέλες τους είναι στο τμήμα και δίνουν κατάθεση στην Λοχία βάρδιας.

Εγώ έχω μείνει άφωνη. Με τον προβολέα ανοιχτό είχε έντονο φως που φαινόταν από μακριά. Ήταν τρεις αστυνομικοί, δύο πυροσβέστες, ο Μιχάλης, ο Δημήτρης, ο Γιάννης και ο Κώστας από πριν λίγο ποιο πίσω ερχόταν ο Κύριος Στέλιος και από την κατηφόρα κατέβαιναν ο μπαμπάς μου με το θείο και τον Κύριο Χρήστο σοβαροί. Ήρθαν όλοι κοντά και άρχισαν να μαλώνουν. Εγώ δεν ήξερα τι να κάνω.

Ο πατέρας μου μαζί με το Θείο, τον κύριο Χρήστο και τον Κύριο Στέλιο προσπαθούσαν να βγάλουν άκρη με τον αρχιφύλακα ενώ οι άλλοι τέσσερις βλάκες φίλοι του δικού μου ο Γιάννης, Κώστας, Μιχάλης και Άγγελος δεν ξεκόλλαγαν τα μάτια τους από εμένα. Είχαν καρφωμένα τα μάτια τους στα μπούτια μου με αποτέλεσμα να νιώθω άβολα συνέχεια και να 'χω το νου μου εκεί. Ο Αρχιφύλακας μιλούσε με τον πατέρα μου, σιγοψιθύριζαν και κοιτούσαν εμένα και τους άλλους. Έδωσαν τα χέρια σαν να βρήκανε λύση. Ο Αρχιφύλακας έκανε νόημα και μας μάζεψαν πιο κοντά. Τρεις αστυνόμοι, δύο πυροσβέστες, ο θείος, ο μπαμπάς, ο Κύριος Στέλιος, Ο κύριος Χρήστος και οι τέσσερις φίλοι του δικού μου. Δεκατρείς άντρες στο σύνολο.

-    Μην στεναχωριέσαι Χριστινάκι δεν θα αφήσουμε να πάθεις κακό…

είπε ο Αρχιφύλακας. Ο Μπαμπάς μου έκανε τον κύκλο και ήρθε πίσω μου:

-    Κάναμε μια συμφωνία εδώ με τον Αρχιφύλακα κοράκλα μου, ούτε πρόστιμο θα φάτε, ούτε φυλακή.

Πήγε πίσω μου και μου τράβηξε τη μπλούζα βγάζοντας την αφήνοντας με το μαγιό μόνο μπροστά σε όλους. Το κάτω ήταν μαύρο αθλητικού τύπου, λεπτό στα πλάγια και το πάνω κόκκινο λεπτό σχετικά και εκείνο.  Με τις χερούκλες του άρπαξε και κατέβασε το σουτιέν μου τραβώντας το και αποκαλύπτοντας τα βυζιά μου. Γυμνόστηθη μόνο με το σλιπ από κάτω. Ο πατέρας μου είπε:

-    Ήρθε η ώρα κορούλα μου. Πρόστιμο δε θα φας, φυλακή δεν θα φας, αλλά πούτσες θα φας πολλές απόψε.

Έκανα να κουνηθώ και ο Δεκανέας μου ρίχνει ένα χαστούκι στον κώλο και λέει δυνατά να ακούσουν όλοι:

-    Άμα δε σκίσω αυτήν την κωλάρα σήμερα δεν φεύγω από ‘δω.

Σκάλωσα το είπε δυνατά ακούστηκε σε όλους. Πήγα απλώνοντας το χέρι μου να απομακρύνω το χέρι του Δεκανέα από το κωλομέρι μου και ο Κύριος Στέλιος το έπιασε και το ακούμπησε πάνω στην πούτσα του. Έβλεπα τους άντρες να κινούνται νευρικά. Σχολίαζαν όλοι πόσο όμορφη είμαι και να με χαίρεται ο πατέρας μου μέχρις ότου ο Κύριος Στέλιος πατέρας του αγοριού μου είπε:

-    Ο γιος μου είναι πολύ τυχερός δείτε βυζιά ολοστρόγγυλα που έχει και με κάτι ρώγες που θέλεις να τις φας.

Σοκαρίστηκα μπροστά σε όλους με το σχόλιο που έκανε είχα καταλάβει τι με περίμενε και περίμενα αντίδραση. Προς φρίκη δικιά μου οι υπόλοιποι πήραν το θάρρος και άρχισαν να λένε διάφορα. Ένας πυροσβέστης ήρθε και με το άλλο μου χέρι το έπιασε και το έβαλε πάνω στην πούτσα του και είπε:

-    Έχεις πιάσει τέτοια μάνικα;

Τα σχόλια τους είχαν γίνει τελείως πρόστυχα. Από ψηλά τα δέντρα κατέβαιναν διάφοροι είτε γερόντια είτε ποιο νέοι και έκανα να βρω την μπλούζα και το σουτιέν. Ένας πυροσβέστης είχε τυλίξει το σουτιέν στον πούτσο του και έπαιζε μ' αυτό. Ένας άλλος είχε τη μπλούζα μου και την μύριζε. Γυρνώντας ξανά προς τους άλλους ο Αρχιφύλακας είχε ανοίξει το παντελόνι του και κρατώντας το καυλωμένο πούτσο του στο χέρι, τον έπαιζε κοιτώντας το κορμί μου.  Και άρχισαν τα σχόλια πρώτος ο Θείος:

-    Πω – πω τι κορμί που έχει η καριόλα η ανιψιά μου!

-    Θέλω να μ’ αφήσετε να φύγω.

Ο άλλος πυροσβέστης και ο δεκανέας μου δώσανε τις ψωλές τους να τις παίζω με τα χέρια μου. Ο Άγγελος έβαλε την ρώγα μου στο στόμα του, ενώ ο μπαμπάς μου ξεκούμπωσε το παντελόνι και έχωσε το χέρι του στο βρακί μου τρίβοντας μου το μουνάκι.

-    Αφού είσαι μούσκεμα καριόλα κορούλα. Γουστάρεις γαμήσια και μας το παίζεις αθώα ε πουτανίτσα;…

μου είπε ο πατέρας μου, έβγαλε το χέρι του από το κάτω μαγιό μου και άρχισε να γδύνεται και αυτός. Ο Αρχιφύλακας ήρθε μπροστά μου με έναν πρησμένο πούτσο και με προστακτική φωνή είπε:

-    Σκύψε και παρ’τον τώρα στο στόμα σου ξεκωλιάρα.

-    Για ποια με πέρασες;

-    Για μια πουτάνα που την λένε Χριστίνα, που χει πάρει φίλους, συγγενείς και  ηλικιωμένους και θα γίνει η μεγαλύτερη πουτάνα του νησιού απόψε, καθώς έρχονται από τα χωριά να τη σκίσουν όλοι.

Με έπιασε από το κεφάλι και πίεσε να γονατίσω, μετά με χαστούκισε γιατί δεν άκουσα την προσταγή του αμέσως και μετά άρχισα να γλείφω διστακτικά την χοντρή πούτσα του. Παραδόξως όλοι τους είχαν καταφέρει να με φοβίσουν σε μεγάλο βαθμό. Μια νέα φωνή ακούστηκε από πίσω μου:

-    Κοιτάξτε κωλάρα...

Γύρισα να κοιτάξω, ήταν οι ηλικιωμένοι από το καφενείο και αυτήν την φορά είχαν φέρει και παρέα. Πλέον ήμουν στα γόνατα μεταξύ πολλών αντρών και όσο προσπαθούσα να δω ανάμεσα τους υπήρχαν άλλοι κι άλλοι κι άλλοι. Ο Κώστας ξάπλωσε στο χώμα και με πρόσταξε να τον καβαλήσω. Παραπατώντας ανέβηκα πάνω στο μεγάλο εργαλείο του για ακόμη μια φορά και έκατσα πάνω του ενώ ο πατέρας μου με πάτησε να χωθεί όλο μέσα μου με την μια. Βόγκηξα και ούρλιαξα από τον πόνο και την ηδονή. Ο Κώστας με έπιασε από την μέση και άρχισε να μου τον χώνει απότομα και ξέφρενα μέσα μου. Ο Πατέρας μου πήγε πίσω μου και μου έριξε δύο χαστούκια που με έκαναν να ουρλιάξω από τον πόνο. Δεν είχα πλέον επαφή με το περιβάλλον. Φώναζα και βογκούσα όπως δεν με είχε ακούσει ποτέ κανείς. Ο Κώστας με γαμούσε άγρια από το μουνί και ο Θείος μου γαμούσε τον κώλο σα σκυλί που ‘χει να γαμήσει μήνες. Ο Άγγελος μου φιλούσε το λαιμό και τις βυζάρες, ο Πατέρας μου είχε πιάσει μια τούφα από τα μαλλιά μου και την χρησιμοποιούσε για να βαράει μαλακία. Το ένα χέρι μου το είχε ο Γιάννης και το άλλο ο πυροσβέστης. Από ένα πόδι είχαν πιάσει ο Μιχάλης και ο υπαστυνόμος. Ο Αρχιφύλακας ήρθε μπροστά στο στόμα μου με έφτυσε και είπε:

-    Αν αισθανθώ δόντια θα στα ξεριζώσω με το γκλομπ παλιοπουτάνα.

Δεν το πίστευα. Εκεί που νόμιζα ότι τελείωσαν όλα, άρχιζε το μαρτύριο και κάθε φορά πιο ακραίο. Με χρησιμοποιούσαν με κάθε τρόπο, άλλοι βαρούσανε μαλακία και έχυναν στην πλάτη μου, ενώ άλλοι με κατουρούσαν.

-    Θα χύσω και δεν θέλω να αφήσεις σταγόνα να πάει χαμένη. Να μου τον κάνεις λαμπίκο καριολοπούτανο του κερατά…

μου είπε ο Αρχιφύλακας. Άνοιξα τα μεγάλα χείλη μου και άρχισα αδέξια να τον ρουφάω. Τα σχόλια πήγαιναν σύννεφο. Άκουσα τον παππού μου κάποια στιγμή:

-    Τέτοιο μουνί σαν της εγγονής μουτης πουτανάρας δε γάμησα ποτέ ξανά στη ζωή μου.

Μονολογούσε και άρχισε να τρίβει τον πούτσο του στα χείλη μου. Και αυτός με μια κίνηση σπρώχνοντας τον Αρχιφύλακα τον κάρφωσε όλον μέχρι τα αρχίδια του να ακουμπήσουν το πηγούνι μου. Τότε πίσω μου ένιωσα και ένα δεύτερο πούτσο να προσπαθεί να εισβάλει στο ήδη στενό κωλαράκι μου. Προσπάθησα να τραβηχτώ αλλά ο Κώστας με κρατούσε κάτω και άρχισε να χύνει μια μεγάλη ποσότητα μέσα στο μουνί μου. Με το που έχυσαν αυτός και οι άλλοι δυο στον κώλο μου, άλλαξαν θέσεις. Τώρα ο παππούς έλαβε θέση γαμώντας το μουνί μου και δαγκώνοντας τις βυζάρες μου αφήνοντας πιπιλιές παντού ενώ ο Αρχιφύλακας  μου έσκιζε τον Κώλο. Ο πατέρας μου γαμούσε το στόμα μου με λύσσα θαρρείς και ήταν το τελευταίο γαμήσι της ζωής του. Άρχισα να φωνάζω και πάλι.

-    Τώρα θα στον βάλουμε δύο άτομα στον κώλο Χριστινάκι…

μου είπε ο Αρχιφύλακας και ο Δεκανέας. Αντέδρασα πάλι και με άρχισαν στα χαστούκια πάνω στον κώλο. Δεν κατάφεραν να μπουν και οι δύο γιατί ήμουν πολύ στενή και σφιγγόμουν από τον πόνο. Μετά από λίγο την έβγαλε ο ένας και άρχισε να χύνει πάνω στα κωλομέρια μου ενώ ένας άλλος έλαβε θέση πίσω μου. Ο πόνος ατελείωτος. Ο πατέρας μου έχυσε στο στόμα μου.

-    Θα σε χορτάσει γαμήσι όλο το νησί Χριστίνα.

Ούτε να τους παρακαλέσω δε μπορούσα για να σταματήσουν. Απλά πονούσα και έκλαιγα… ούρλιαζα από τον πόνο και τα παρακαλετά, αλλά δε σταματούσαν και ο κόσμος δεν τελείωνε. Κάποια φάση σταμάτησαν και απομακρύνθηκαν λίγο για τσιγάρο. Τότε ήρθε κοντά μου ο κύριος Χρήστος, ο Γιώργος ο γιος του, οι υπάλληλοι της ταβέρνας, τα γερόντια του χωριού και κάποιοι μαγαζάτορες, ο φούρναρης, ο φαρμακοποιός, ο περιπτεράς της γειτονιάς και ο Προποτζής. Όλοι τους γυμνοί μαλάκιζαν τις ψωλές του κι εγώ στο χώμα σε μια θάλασσα από σπέρμα. Έκανα να σηκωθώ. Έτρεξα έφτασα μέχρι την θάλασσα βούτηξα και άρχισα να κολυμπάω. Ο Κύριος Χρήστος με πρόλαβε κολυμπώντας, με έσυρε από το μαλλί έξω. Και μου είπε:

-    Και τώρα που ξεπλύθηκες βρώμα Χριστίνα μου,  άσε με να θαυμάσω τα υπέροχα πόδια σου.

Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε τους μηρούς, τις γάμπες και τα πέλματα μου. Γύρισε και με κοίταξε με ένα απροσδιόριστο θολό βλέμμα.

-    Σας παρακαλώ κύριε Χρήστο, δεν αντέχω άλλο. Σας εκλιπαρώ…

του ψιθύρισα με όσες δυνάμεις είχα. Ήρθαν οι υπάλληλοι της ταβέρνας δίπλα και γούρλωσαν τα μάτια τους βλέποντας τον κύριο Χρήστο να μου βάζει δάχτυλο και να μου λέει προστυχιές. Γελούσαν τα θεωρούσαν αστεία. Ο Σεφ έβαλε το χέρι του στο πόδι μου και άρχισε να το τρίβει στο γόνατο μου. Τράβηξα το χέρι του από πάνω μου και με χαστούκισε. Έπιασε το χέρι μου, τύλιξε τον πούτσο του μ’ αυτό και μου είπε ψυχρά:

-    Άνοιξε τα πόδια σου όσο ποιο πολύ μπορείς πουτανάκι.

Φυσικά δεν έκανα καμία κίνηση να εκτελέσω την επιθυμία του. Τότε αυτός γονάτισε στο χώμα και έβαλε τον πούτσο του με δύναμη στον κώλο μου και άρχισε να με γαμάει.

-    Έτσι, έτσι πουτάνα, να μάθεις να υπακούς τσογλαναρού γαμώ το σπίτι σου. Δε σου μάθανε να είσαι σωστή κοπέλα γι’ αυτό και γαμιέσαι με τον καθένα.

Φοβόμουν, πραγματικά φοβόμουν και δεν είχα πολύ δύναμη για τίποτα. Ο Γιώργος που δε μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε όλα όσα μου είχαν κάνει μονολογούσε ενώ τρόμπαρε την πούτσα του:

-    Πολύ μουνάρα είσαι ρε Χριστινάκι. Στο υπόσχομαι, όχι παίρνω όρκο ότι κάποια μέρα θα σου κάνω αυτό που σου είπα στο Ταβερνάκι. Μην με ξεχάσεις καριόλα.

Οι άλλοι δύο υπάλληλοι είχαν γονατίσει και ο ένας έπαιζε τον πούτσο του με τις πατούσες των ποδιών μου ενώ ο άλλος με το δεξί μου χέρι.

-    Δεν θα μπορείς να κάτσεις για μια εβδομάδα πουτάνα...

μονολογούσαν όλοι τους και χαίρονταν. Άλλα δύο άτομα είχαν πιάσει από ένα βυζί και άφηναν πιπιλιές όπου δεν είχα ήδη καμία. Ήταν όλα ευαίσθητα από τον πόνο και δε σταματούσε κανείς. Ο Κύριος Χρήστος μου είχε βάλει τον πούτσο του στόμα να του παίρνω τσιμπούκι. Η στάση ήταν άβολη για εμένα, αλλά δεν τους ένοιαζε, τη δουλειά τους να κάνουν θέλανε και να με κάνουν να νιώσω πιο σκουπίδι από όσο γίνεται. Άρχισαν να χύνουν και αυτοί. Δεν άντεξαν πολύ.

Ύστερα με πλησίασαν άγνωστοι, ο φαρμακοποιός, ο περιπτεράς, ο ψιλικατζής, ο προποτζής και άλλοι πέντε που δεν ήξερα. Όλοι με κοιτούσαν ξελιγωμένα. Ο Προποτζής με έσυρε από τα μαλλιά και μου βούτηξε το κεφάλι στο νερό, με πίεζε εκεί να μην μπορώ να πάρω ανάσα. Ο ψιλικατζής δεν άντεξε έπιασε τα πόδια μου από κάτω και τα λύγισε έτσι ώστε ο κώλος μου να σηκωθεί ψηλά. Μου τον κάρφωσε στο μουνάκι μου εκεί. Πλησίασαν και οι άλλοι. Ο Προποτζής έπιασε μια χοντρή σηκωμένη πούτσα με μεγάλα και πρησμένα αρχίδια σήκωσε το κεφάλι μου ευθυγράμμισε την πούτσα του με το στόμα μου και άρχισε να το γαμάει. Μια μου γαμούσε το στόμα μια με έπνιγε στο νερό για να ξυπνήσω από τον πόνο. Ο ψιλικατζής με γύρισε στην αγκαλιά του ξαπλώνοντας εκείνος στο χώμα και άρχισε να μου γαμάει τον κώλο ενώ ένας άλλος ήρθε βλέποντας το μουνί μου υγρό και κατακόκκινο και μου τον κάρφωσε. Ο προποτζής μου γαμούσε το στόμα και μου έκλεινε την μύτη και όταν πήγαινα να χάσω τις αισθήσεις μου, μου έριχνε δυνατά χαστούκια να ξυπνήσω.

-    Άντε, ξύπνα μωρή πόρνη, θα συνηθίσεις ξεκωλιάρα πουτάνα. Θα έρχεσαι από το προποτζίδικο να πληρώνεις με διαφορετικό νόμισμα τα ξυστά του πατέρα σου.

Οι άλλοι κουνιόντουσαν αργά-αργά και ύστερα αύξαναν τον ρυθμό. Βόγκαγα από πόνο και ίσως κάποιο ίχνος καύλας ταυτόχρονα. Ένας είχε πάρει τη ρώγα μου και την έβαζε μέσα στην ουρήθρα του. Μια πούτσα στο μουνί μου, μια στον κώλο μου μια στο στόμα και οι άλλες έπιαναν χέρια, πόδια, βυζιά μέχρι και μαλλιά.

-    Θα τη ματώσω την πουτανίτσα. Αν δεν την ματώσω, δεν πάω πουθενά.

-    Τελειώνετε μαλάκες να γαμήσουμε και εμείς…

έλεγαν κάποιοι από αυτούς που την έπαιζαν πιο πίσω. Όντως δεν υπήρχε σωτηρία. Έπρεπε να υπομένω το κάθε μαρτύριο τους μέχρι να σταματήσουν εκείνοι ή να πεθάνω εγώ. Αυτός που ανυπομονούσε να γαμήσει έσπρωξε τον άλλο που μου γαμούσε το μουνί και μπήκε στο πλέον ανοιχτό και υγρό μουνάκι μου. Με γαμούσε με δύναμη και τα αρχίδια του χτυπούσαν σαν σφυριά πάνω στην κλειτορίδα μου. Άλλος έφτυνε πάνω στον κώλο μου και έχυνε και βγαίνοντας ένας άλλος έπαιρνε την θέση του. Και ξανά οι ίδιοι που ήταν στην αρχή και μετά αναμεμειγμένοι.

-    Σας παρακαλώ, φτάνει πονάω!

-    Πονάς; Αυτό δεν είναι τίποτα ξεκωλιάρα πόρνη.

Κανείς δεν συγκινήθηκε να σταματήσει και με έφτυναν στην μάπα, στις τρύπες μου, με γαμούσαν όπου έβρισκαν. Έχυναν πιο γρήγορα πλέον μέσα μου και έτσι σε κάποια φάση άρχισαν να τελειώνουν και να φεύγουν ο ένας μετά τον άλλον. Τελείωνε το μαρτύριο ή έτσι νόμιζα. Χωρίς να χάνουν χρόνο συνέχιζαν να με γαμάνε και όσοι τις είχαν τεράστιες δεν τους ένοιαζε, απλά σπρώχνανε και σπρώχνανε μέχρι να με ξεσκίσουν. Άλλοι με δάγκωναν και άλλοι με νύχιαζαν. Είχα πληγές και αμυχές παντού σε όλο το σώμα μου.

-    Σας παρακαλώ λυπηθείτε με, όχι άλλο…

είπα αλλά μάταια. Συνέχισαν να με καβαλάνε και να με γαμάνε σα σκουπίδι. Τελείωναν αμέσως και έφευγαν. Άλλοι με κατεβασμένα παντελόνια, άλλοι τελείως γυμνοί να παίζουν τις πούτσες τους με μανία γύρω μου. Τα ρούχα μου ήταν καταχυμένα και όλοι είχαν πάρει από ένα ρούχο ως ενθύμιο που βρήκαν μέσα στην σκηνή μου. Ένας μου γαμούσε τον κώλο. Ένας άλλος ηλικιωμένος τον έπαιζε και μου τον έχωνε στο λαρύγγι. Στα μαλλιά μου είχα χύσια ξεραμένα ήδη. Αυτός που με γαμούσε άρχιζε να μου ρίχνει σφαλιάρες στα κωλομέρια και αυξάνοντας ρυθμό να χύνει μέσα στο κώλο μου. Και φυσικά κανείς με προφυλακτικό. Αυτός που έχυσε βγήκε και τον αντικατέστησε κάποιος άλλος. Ένας άλλος φωνάζει ότι θέλει να με γαμήσει. Αυτός που με παίρνει από κώλο με σηκώνει στην αγκαλιά του και ένας άλλος έρχεται μπροστά μου ρίχνει μια μπουνιά στο στομάχι μου σηκώνει το πόδι το ένα στον ώμο και μου τον καρφώνει ενώ με αρχίζει στα χαστούκια στο πρόσωπο και να γραπώνει τα στήθη μου. Έχυναν ο ένας μετά τον άλλον. Τελευταίος έμεινε ο πατέρας μου και με γαμούσε με δύναμη και επί ώρα ατελείωτη:

-    Σε παρακαλώ, πατέρα σταμάτα.

Τα μάτια μου κενά θολά από τον πόνο και το μαρτύριο. Εκείνος αφηνιασμένος από πάνω μου δε νοιαζόταν… το έβλεπα στα μάτια του. Αυτός δεν ήταν δυνατόν να είναι ο πατέρας μου. Μπουνιές στην πλάτη έπεφταν.

-    Σκάσε πόρνη, θα παρακαλάς μόνο να σε γαμήσει ο μπαμπάκας σου, τίποτα άλλο δεν μου είσαι παρά μόνο μια τρύπα να ρίχνω το σπέρμα μου βρωμιάρα.

Όσοι είχαν απομείνει στην παραλία χάζευαν το κορμί μου ξεσκισμένο, ματωμένο γεμάτο πληγές, τα χύσια που είχαν γεμίσει την αμμουδιά παντού και τον πατέρα μου να με σκίζει. Είχε ξημερώσει και συνέχιζε μόνος του:

-    Δεν είσαι κόρη μου εσύ σκουπίδι. Θα σε ματώσω θα σε γαμήσω μέχρι να μην αντέχω άλλο να γαμάω. Δεν σου αξίζει τίποτα εσένα πουτάνα. Μίλα… τι έκανες στην κόρη μου πορνίδιο του κερατά.

-    Σε παρακαλώ πατέρα… εγώ είμαι.

Άρχισε να χύνει μέσα μου με δύναμη. Μόλις έχυνε συνέχιζε πάλι. Ασταμάτητα δύο ώρες το λιγότερο με γαμούσε χωρίς σταματημό. Έχυνε και ξανάρχιζε. Κάποια φάση έχασα τις αισθήσεις μου. Ξυπνούσα που και που βλέποντας τον πατέρα μου να με κουβαλάει να με ξεπλένει στην παραλία και να με ντύνει να με φροντίζει και να με χαϊδεύει. Κάποια στιγμή δεν ξέρω τι ώρα ήταν, είχε ζέστη ξύπνησα. Είχε δίπλα μου τρόφιμα, ρούχα, γάλα. Σηκώθηκα με τις δυνάμεις που είχα ντύθηκα και άρχισα να τρώω. Ο Άγγελος με πλησίασε και με τον πούτσο του έξω τον έφερε την ώρα που έτρωγα σάντουιτς και τον κάρφωσε με τα φαγητά στο στόμα μου και μου είπε:

-    Αυτό δεν είναι ποιο νόστιμο;

-    Γύρισα ενώ πνιγόμουν να τον κοιτάξω, με έφτυσε στην μάπα και με χαστούκισε.

-    Δεν νόμιζες ότι τελειώσαμε έτσι απλά ε; Σχεδιασμένα τα είχαμε όλα. Όταν ήρθαμε χτες εδώ στην παραλία και τα μαζέψαμε ανεβαίνοντας πάνω συναντήσαμε τον κύριο Χρήστο. Μας είπε ότι ειδοποίησε την αστυνομία για παράνομο κάμπινγκ. Έτσι ήξεραν που να έρθουν…

Έλεγε ενώ μου γαμούσε και μου μπούκωνε το στόμα. Δεν το πίστευα όλα ήταν στημένα για να γαμήσουν εμένα μόνο. Τι μπάσταρδοι σκεφτόμουν.

-    Και όλοι ήταν στο κόλπο. Ο πατέρας σου με τον θείο σου και τον κύριο Στέλιο μάζεψαν άτομα που τους χρωστούσαν λεφτά και τους φέρανε εδώ. Τώρα όλοι είναι πάτσι ξεκωλιάρα. Τα κατάφερες πουτανάκι.

-    Είστε τρελοί; Φύγετε θα φωνάξω βοήθεια.

-    Φώναξε όσο θέλεις πουτάνα… με φτιάχνεις περισσότερο έτσι…

είπε ενώ μου γράπωσε το βυζί με δύναμη. Αν και δεν ήθελε πολύ και μόνο που το άγγιζε τιναζόμουν από τον πόνο. Πλησίασαν ο Κώστας, ο Μιχάλης, ο Γιάννης, ο θείος και ο κύριος Στέλιος και ξεκούμπωσαν τα παντελόνια τους. Ο Κύριος Στέλιος έσκυψε, άνοιξε τα πόδια μου και άρχισε να γλείφει το μουνάκι μου. Ενώ άλλοι δύο είχαν από ένα βυζί και δάγκωναν και έγλειφαν τις ορθωμένες ρώγες μου. Ο Μιχάλης προσπαθούσε να βάλει το καυλί του στον κώλο μου αλλά μάταια.

-    Καλά τώρα σε πιάσανε οι ντροπές; Όταν σε γαμήσαμε χτες το βράδυ κοντά 50 άτομα δεν προλάβαινες να βογκάς πουτάνα…

μου είπε και σταμάτησα να κουνιέμαι. Άλλωστε πονούσα πολύ για να κουνηθώ. Ο θείος μου είπε:

-    Σε ξεσκίσαμε από κάθε τρύπα και σε χύσαμε και κατουρήσαμε παντού, μέχρι και στα αυτιά πουτανάκι. Αρκετά όμως με τα λόγια, στήσου στα τέσσερα και βάλε την πούτσα μου στο στόμα σου μέχρι να φτάσει στο λαρύγγι σου.

Μουδιασμένα προσπάθησα να αντισταθώ και μ’ άρχισαν στις κλωτσιές μέχρι να το κάνω σωστά. Πήρα τη χοντρή πούτσα του θείου στο στόμα μου. Αυτός με έπιασε από τα μαλλιά και άρχισε να με κουνάει μπρος πίσω πάνω στην πούτσα του. Ο Κώστας πήγε από κάτω μου και τον έχωσε στο μουνί μου ενώ ο κύριος Στέλιος στον κώλο μου. Άλλοι χρησιμοποιούσαν πάλι ότι έβρισκαν.

-    Τώρα σαν καλό κορίτσι, θα κάτσεις στα γόνατα θα ανοίξεις το στόμα σου και θα περιμένεις να σε λούσουμε με το γαλατάκι μας…

μου είπε με επιβλητική φωνή που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Σηκώθηκα κι εγώ στα γόνατα και περίμενα με ανοιχτό το στόμα να με χύσουν. Άρχισαν να με πιάνουν ο καθένας από τα μαλλιά και να μου τους χώνουν στο στόμα. Άλλοι μου έριχναν χαστούκια να τους τον παίξω εγώ. Υπάκουα στις εντολές τους. Τα ουρλιαχτά μου ξύπνησαν κάποιους άγνωστους που ήταν επίσης στην παραλία και είχαν αποκοιμηθεί μετά το γαμήσι που μου ρίξανε. Σηκώθηκαν ήρθαν και εκείνοι κοντά και άρχισαν να παίζουν τις πούτσες τους γύρω μου. Ο Κώστας που είχε το μεγαλύτερο εργαλείο προσπαθούσε να τον βάλει στο στόμα μου μέχρι μέσα, αλλά μάταια γιατί πνιγόμουν.  Άρχισαν ο καθένας να χύνει πίδακες από σπέρμα παντού στο σώμα μου ψάχνοντας να βρουν που δεν είχα χύσια για να με καλύψουν μ’ αυτά. Άρχισαν και πάλι όσοι είχαν απομείνει να με γαμάνε και χτυπιόμουν από τον πόνο σα δαιμονισμένη, αφού είχε προλάβει και είχε συνηθίσει λίγο τον πόνο που έφαγε χτες το κορμί μου. Με χύσανε όλοι οι υπόλοιποι και σταμάτησαν. Ύστερα οι φίλοι του δικού μου με πλησίασαν και με κατουρούσαν χασκογελώντας προσπαθώντας να με καθαρίσουν από τις ποσότητες σπέρματος που με είχαν καλύψει.

Σηκώθηκα και σύρθηκα μέχρι την θάλασσα ξεπλύθηκα όσο μπορούσα. Βγήκα και ντύθηκα, με πήρε αγκαλιά ο θείος μου και με ανέβαζε στην ανηφόρα. Ήμουν ψόφια, δεν είχα πολλές δυνάμεις. Στο ένα αμάξι στην θέση του οδηγού καθόταν ο πατέρας μου, δίπλα ο κύριος Στέλιος και στο πίσω κάθισμα ο Άγγελος και ο Κώστας με τις πούτσες απ’ έξω τις έπαιζαν και όσο πλησίαζα τους άκουγα:

-    Άντε ρε Χριστίνα… πιο γρήγορα, πάλι καυλωμένοι είμαστε.

-    Ναι ρε πουτανάκι έλα να σε γαμήσω μέχρι να φτάσουμε στο εξοχικό ρε ‘συ.

-    Ηρεμήστε παιδιά… θα την ξεκωλιάσουμε όσο θέλουμε στο εξοχικό…

τους είπε ο πατέρας μου. Ο θείος μου μ’ άφησε στο έδαφος να σταθώ. Τον παρακάλεσα να μ’ αφήσει να πάω λίγο παραπέρα να κατουρήσω.

-    Θείε άσε με να πάω λίγο ποιο πέρα πίσω από τους θάμνους για τουαλέτα.

-    Όχι καργιολάκι… εδώ μπροστά μας.

-    Δε μπορώ θείε Ντρέπομαι. Μην με ξεφτιλίζεις έτσι.

-    Σκασμός ξεκωλιάρα.

Δύο χαστούκια στο πρόσωπο. Ήμουν ψόφια, στεναχωρημένη και ένιωθα πέρα από κάθε όριο ξεφτιλισμένη. Έκανα να κατεβάσω το στρινγκ μου όταν είδα ένα αμάξι να πλησιάζει γρήγορα στη στροφή. Σε  δευτερόλεπτα ήξερα τι πρέπει να κάνω. Όχι δεν θα φώναζα βοήθεια. Δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Έτρεξα με όση δύναμη μου είχε μείνει. Τους είδα να παίρνουν χαμπάρι πολύ αργά τι κάνω. Ξαφνιασμένοι τινάχτηκαν. Το αμάξι πλησίαζε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ήδη είχα αρχίσει να κατουριέμαι πάνω μου από τον φόβο μου. Όχι τον φόβο ότι θα πεθάνω. Αλλά τον φόβο ότι δε θα προλάβω το χτύπημα από το αμάξι. Κοίταξα πίσω μου με φόβο τους είδα να μου φωνάζουν να σταματήσω και τον θείο να είναι κοντά μου. Πήδηξα.

"ΜΠΑΜ..."

Δεν κατάλαβα τι έγινε. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τα χέρια μου μέσα στο αίμα.

-    Κοπελιά είσαι καλά; Ωχ, παναγία μου τι έκανα;

-    Χριστίνα… ΧΡΙΣΤΙΝΑ!

Επιτέλους... όλα μαύρα... σκοτάδι... και ύστερα φως. Ήμουν στον παράδεισο; Πέθανα; Άνοιξα τα μάτια μου στην εντατική, γεμάτη επιδέσμους. Αμυδρά κοίταξα με την άκρη των ματιών μου τη μητέρα μου να κλαίει. Ο γιατρός έλεγε:

-    Υπέστη πολλές ζημιές, αλλά θα ζήσει. Σκεφτείτε ότι πήδηξε μπροστά σε αυτοκίνητο που έτρεχε. Δεν γνωρίζουμε πόσο καιρό θα πάρει να γίνει καλά.

Έκλεισα τα μάτια. Τα ξανάνοιξα, είδα φίλες που αφήνανε δίπλα μου λουλούδια με ευχές να γίνω καλά σύντομα. Τα μάτια μου έκλεισαν. Ξανάνοιξαν και τα λουλούδια μαραμένα. Η ημερομηνία στο ημερολόγιο στον τοίχο. Δεν ήταν πλέον Ιούνιος. Δώδεκα Σεπτεμβρίου. Γύρισα να κοιτάξω μπροστά μου και είδα τον γιατρό να μου μιλάει. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Η φωνή του ξεθόλωνε και τον άκουσα:

-    Είσαι ξύπνια Χριστίνα; Επιτέλους και είχα βαρεθεί να σε γαμάω αναίσθητη δύο μήνες τώρα.

-    Τι;

Έσκυψα να τον δω με είχε με ανοιχτά τα πόδια και με γαμούσε εκεί επιτόπου. Δεν ήταν δυνατόν… ακόμα και ο γιατρός; Γιατί; Ήλπιζα να είχα γεννηθεί άσχημη, χοντρή με κάποια δυσμορφία στο πρόσωπο για να μην πάθω ότι έπαθα.

-    Σας παρακαλώ γιατρέ.

-    Ξέρω να χύσω μέσα θέλεις ε; Άλλωστε εδώ και δύο μήνες μέσα χύνω κι εγώ και οι φίλοι σου που σε επισκέπτονταν. Δεν ξέρω το παιδί ποιανού είναι.

Κοίταξα την κοιλιά μου ήταν λίγο ποιο πρησμένη. Όχι δεν είναι δυνατόν.

-    Αχ, αχ… χύνω ξεκωλιάρα πάρε τα χύσια μου να ταΐσεις την μήτρα σου.

Έχασα τις αισθήσεις μου πάλι. Μερικές μέρες αργότερα ξύπνησα. Ήταν ο πατέρας μου από πάνω μου γεμάτος δάκρυα μου χάιδευε το κεφάλι όπως έκανε όταν ήμουν μικρή. Βλέποντας με να ξυπνάω γύρισε στην μητέρα μου και είπε:

-    Γυναίκα, γυναίκα, σήκω… ξύπνησε το παιδί μας.

-    Μαμά. Μπαμπά; Τι συμβαίνει;

-    Όλα θα πάνε καλά αγάπη μου μην ανησυχείς, νομίζαμε ότι σε είχαμε χάσει.

Τους έβλεπα που έκλαιγαν από χαρά. Η κοιλιά μου δεν ήταν φουσκωμένη. Έφαγα φρίκη που είδα τον πατέρα μου να συμπεριφέρεται καλά. Δεν ήξερα τι να τους πω. Έκανα να σηκωθώ. Το αγόρι μου μπήκε μέσα και ήρθε να με βοηθήσει. Σηκώθηκα και τράβηξα το χέρι του πατέρα μου από το κεφάλι μου.

-    Εσύ! Εσύ μείνε μακριά μου!

-    Τι έπαθες κοριτσάκι μου;

-    Δεν είμαι το κοριτσάκι σου, μακριά μου ανώμαλε!

Γύρισα και δεν είχα μεγάλη ισορροπία. Έπεσα πάνω στον τοίχο και πονούσα, άρχισα να βγαίνω από το δωμάτιο και να προχωράω. Έξω ήταν οι φίλοι του αγοριού μου ο Κώστας, ο Μιχάλης, ο Άγγελος και ο Γιάννης.

-    Χριστίνα επιτέλους ξύπνησες…

ου είπαν τα παιδιά και έκαναν να με πλησιάσουν. Τραβήχτηκα απότομα στην άκρη.

-    Μείνετε μακριά μου ανώμαλοι.

Οι γονείς μου και το αγόρι μου βγαίνουν έξω με κοιτάν παραξενεμένοι, φωνάζουν γιατρούς και νοσοκόμες. Ένας γιατρός κάνει να μου πιάσει το χέρι ήταν ο ίδιος που με γαμούσε πριν μερικές μέρες.

-    Άσε με παλιομαλάκα…

λέω και αφήνοντας με, χτυπάω πίσω σε ένα τζάμι από το παράθυρο και σπάει. Πιάνω ένα κομμάτι γυαλί ενώ αίματα τρέχουν απ’ το χέρι μου και τους κοιτάω τους το δείχνω.

-    Θα φύγω από ‘δω και μην τολμήσει κανείς να μ’ αγγίξει.

-    Τι έπαθες κορούλα μου; Ο μπαμπάκας σου είμαι τι έχεις. Άσε το γυαλί κάτω.

-    Όχι, να φύγετε μακριά μου όλοι.

Την ίδια στιγμή μια νοσοκόμα με αιφνιδίασε από πίσω και με κάρφωσε με μια βελόνα. Έπεσα κάτω την ώρα που έχανα τις αισθήσεις μου από την αναισθησία τους είδα όλους να τρέχουν καταπάνω μου αγχωμένοι. Τρομοκρατημένοι. Αυτό ήταν. Πέρασαν μερικές εβδομάδες και ένα ασθενοφόρο ήρθε και με πήρε για να με μεταφέρει σε μια άλλη κλινική. Όταν συνήλθα στο ασθενοφόρο ήταν ένας οδηγός και ένας άλλος άντρας πίσω μαζί μου και μου έβαζε δάχτυλο.

-    Για μουρλαμένη πολύ μουνάρα είσαι...

-    Σταμάτα.

-    Α είσαι ξύπνια ξεκωλάκι; Ωραία ακόμα καλύτερα.

Ανέβηκε πάνω μου και μου κάρφωσε τον πούτσο του και με γαμούσε εκεί ενώ κρατούσε κλειστό το στόμα μου.

-    Μην κάνεις φασαρία τσουλάκι μου. Εκεί που πάμε θα σε επισκέπτομαι κάθε βράδυ πορνίδιο και θα σε βιάζω μέχρι να δεχτείς να τα φτιάξουμε.

Δεν άργησε πολύ και άρχισε να με κοπανάει με κοφτές απανωτές χώνοντας τον μου όλο μέσα μου.

-    Έτσι, ναι παρ’ τα όλα. Όλα τα χύσια μου μέσα στην μήτρα σου πουτανάκι. Στα ρίχνω με δύναμη μη τρέξουν όταν φτάσουμε και γίνουμε ρεζίλι.

Έχυσε, σκουπίστηκε, με σκούπισε και μου έβαλε το παντελόνι.

-    Που είμαι; Που πάμε;

-    Α εσύ είσαι στον κόσμο σου έτσι;

Ξανά έχασα τις αισθήσεις μου και βρέθηκα σε ένα λευκό δωμάτιο με ένα κρεβάτι και ένα γραφείο. Σηκώθηκα και κοίταξα την αυλή με έναν υπέροχο κήπο. Κάποιος χτύπησε την πόρτα.

-    Παρακαλώ;

-    Καλησπέρα, δεσποινίς Χριστίνα; Η Γεωργία σας περιμένει.

-    Μάλιστα.

-    Ακολουθείστε με σας παρακαλώ…

μου είπε η νεαρή κοπέλα και την ακολούθησα φτάνοντας σε ένα άλλο δωμάτιο, το ίδιο χαλαρό μέσα με ένα μεγάλο κρεβάτι. Δίπλα καθόταν μια ψηλή γυναίκα ξανθιά κοντά στα πενήντα.

-    Καλησπέρα Χριστίνα, παρακαλώ, πέρνα κάθισε. Έχουμε πολλά να πούμε.

Έκατσα στην πολυθρόνα απέναντι της. Και μιλήσαμε, είπαμε πολλά. Ξεκινήσαμε από την μέρα που ήρθε ο θείος μου και με έπιασε γυμνόστηθη στο δωμάτιο. Αρχίσαμε από εκεί και προχωρούσαμε αργά και σταθερά. Μου έδωσε ένα ημερολόγιο. Μου ζήτησε να καταγράψω όσα πιστεύω ότι μου συνέβηκαν. Μου είπε ότι όλα ήταν μια διαστρεβλωμένη αντίληψη γεγονότων που έγιναν και δεν μπορούσε το μυαλό μου να βρει με μια σαφή εξήγηση τι ακριβώς τα προκαλεί. Ότι περίπου όλα όσα έγιναν ήταν αποκυήματα της φαντασίας μου. Δεν ήταν δυνατόν, αναρωτήθηκα.

Και οι πληγές, οι μελανιές; Τώρα πέρασε καιρός και ανάρρωσα δεν είχα ούτε την παραμικρή πληγή. Εξήγησαν χρησιμοποιώντας διάφορες επιστημονικές τεχνοτροπίες ότι έχω χαμηλή αυτοεκτίμηση και πως στα δεκαοχτώ και με το άγχος της πρώτης σεξουαλικής μου επαφής με το αγόρι μου, ταυτοποίησα το άγχος με ένα άσχημο γεγονός, ένα βιασμό. Και τι χειρότερο, ένιωσα προδομένη από τα άτομα που εμπιστευόμουν περισσότερο. Προδομένη από το μυαλό μου. Και σαν να μην έφτανε αυτό το κερασάκι της τούρτας ήταν μια σειρά από πολύχρωμα χάπια το καθένα για διαφορετική μέρα.

Πλέον δεν ξέρω τι είναι αλήθεια και τι όχι. Εβδομαδιαίως επισκέπτομαι τη γιατρό και βοηθάει. Με το αγόρι μου δε βλεπόμαστε, όχι μέχρι να καταλάβω τι είναι αληθινό και τι όχι. Οι φίλες μου έρχονται σπίτι να με επισκεφτούν καθώς οι γονείς μου φοβούνται για εμένα και δεν μ’ αφήνουν να βγω από το σπίτι. Και όσον αφορά το ημερολόγιο. Η γιατρός είπε να μην το γράφω επειδή πρέπει και το κάνω με το ζόρι. Να το γράφω σαν να διηγούμαι μια ιστορία. Σαν να γράφω το δικό μου βιβλίο. Και έτσι με ρώτησε:

-    Πως θα ονομάσεις το βιβλίο της ζωής σου Χριστίνα;

-    Νομίζω μιας και όλα αφορούν πονηρά πράγματα και καταστάσεις. Δε νομίζετε πως ο καλύτερος τίτλος είναι… «Πονηρές Περιπέτειες»;



Copyright protected OW ref: 123716