Πονηρές Περιπέτειες (5ο μέρος): Ελεύθερο Κάμπινγκ

Δημοσιεύθηκε από Christina25
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 2.40 (10 Votes)
Την επόμενη μέρα ξύπνησα κατά τις 11:00 το πρωί όπως είχα δει στο κινητό μου. Ήμουν μέσα στον ιδρώτα απ’ τη ζέστη. Άλλαξα και έβαλα το μαγιό μου και από πάνω ένα λευκό παρεό. Πήρα τα τσιγάρα μου, γυαλιά ηλίου και μια πετσέτα και βγήκα έξω. Βγαίνοντας έξω για πρώτη φορά αντίκρισα την παραλία σε όλο το μεγαλείο της. Χτες με τα νεύρα μου και την κούραση μου στο σκοτάδι δεν είδα τίποτα.

Δεξιά βράχια ψηλά που έδιναν σκιά στην μεγάλη αμμουδιά της προσωπικής μας παραλίας. Οι σκηνές στην αμμουδιά στο κέντρο του χώρου και μπροστά μια πράσινο - γαλάζια θάλασσα. Αριστερά στο βάθος βράχια που χώριζαν την παραλία μας με μια άλλη μικρότερη. Πίσω μας τα δέντρα ανέβαιναν προς τα επάνω μέχρι το δρόμο. Κλεισμένοι από παντού. Βγαίνοντας αντίκρισα και κάτι άλλο το αγόρι μου πουθενά, ούτε τα κορίτσια των παιδιών. Τα παιδιά διασκορπισμένοι. Ο Άγγελος άραζε δίπλα στα βράχια για σκιά με το ψυγειάκι αγκαλιά. Ο Κώστας με τον Γιάννη έπαιζαν με κάτι ρακέτες και ο Μιχάλης κολυμπούσε. Κατευθύνθηκα προς το ψυγειάκι.

-    Καλημέρα Χριστίνα. Όλα καλά; Θες καφεδάκι;

-    Καλημέρα Άγγελε, ναι ένα φραπεδάκι κρύο. Ο δικός μου που είναι;

-    Πήγε με τα κορίτσια στο χωριό σου να κάνουν τα απαραίτητα ψώνια. Κατά το μεσημεράκι θα έρθουν είπαν.

Παίρνω το φραπέ μου και πάω λίγο ποιο πέρα να μην με ενοχλεί κανείς. Άπλωσα την πετσέτα, στερέωσα το καφεδάκι μου άναψα τσιγάρο, έβγαλα το παρεό και ξάπλωσα μπρούμυτα για να μαυρίσω. Βάζω τα γυαλιά και χαλαρώνω βλέπω τον Άγγελο από μακριά κατευθύνεται προς τα παιδιά και κάτι συζητάνε. Έπειτα ο Άγγελος έρχεται κοντά μου, χάνεται απ’ το πεδίο όρασης μου και νιώθω δύο χέρια να αλείφουν με αντηλιακό την πλάτη μου.

-    Ξάπλωσε, χαλάρωσε Χριστίνα, σου έφερα αντηλιακό να σ’ αλείψω αν θες να μην καείς.

-    Δε χρειάζεται Άγγελε.

-    Έλα ρε Χριστινάκι, θες να έχεις εγκαύματα και να σε τρέχει μετά ο δικός σου; Ξέρω τι λέω έχει πολύ ζέστη και δεν είναι καλό. Χαλάρωσε εσύ και άσε με εμένα να σε καλύψω.

Απλώνει σταγόνες στην πλάτη από το σβέρκο κατεβαίνοντας στην σπονδυλική στήλη μέχρι την μέση. Κάθεται ακριβώς πίσω μου και αρχίσει με τα δάχτυλα του να με χαϊδεύει. Απλώνει το αντηλιακό με ένα καλό μασάζ, τα δάχτυλα του φτάνουν κάτω από το σουτιέν απ' το μπικίνι μου και κάτω μέχρι λίγο μέσα στο σλιπ. Έχω χαλαρώσει τόσο πολύ που με παίρνει ο ύπνος. Τα υπόλοιπα τα έμαθα όταν ξύπνησα. Όταν με πήρε ο ύπνος ο Άγγελος με ρώτησε:

-    Χριστίνα πως σου φαίνεται το μασαζάκι σ’ αρέσει; Ε Χριστίνα! Κοιμήθηκες ε; Και έχεις μια σωματάρα… δεν το πιστεύω ότι ακόμα το αγόρι σου δεν το εκμεταλλεύεται αυτό…

και λέγοντας το αυτό βγάζει τον πούτσο του μεγάλο και χοντρό να κρέμεται από πάνω μου, τον αφήνει να ξεχυθεί και να πέσει πάνω στα σφιχτά μου κωλομέρια εκεί ανάμεσα και καθώς μου κάνει μασάζ αφήνει και τον πούτσο του να κάνει μασάζ πάνω κάτω στην κωλάρα μου.

-    Τι κάνεις εκεί ρε μαλάκα;…

λέει ο Κώστας με το Γιάννη που πλησιάζουν τόσο πολύ που τον βλέπουν με την πούτσα έξω και να την τρίβει πάνω μου.

-    Σ… ηλίθιοι. Μ' άφησε να της βάλω αντηλιακό και αποκοιμήθηκε και είναι τόσο καύλα το καργιολάκι το Χριστινάκι που δε μπορώ να αντισταθώ.
-    Ρε δεν είναι σωστό, είναι κοπέλα του φίλου μας, θα γίνουμε ρεζίλι, άσε που μου είπε εμένα πως πρέπει να είναι και παρθένα. (Λέει ο Γιάννης).
-    Κοίτα κωλαράκι όμως ρε Γιάννη, έχει δίκιο ο Άγγελος… κι μένα με καύλωσε η καριόλα με την κωλάρα της και αν είναι να μην γαμήσω τουλάχιστον θα τη χύσω…

είπε ο Κώστας. Με τα πολλά, βγάζει ο Κώστας την ψωλή του, τη βγάζει και  ο Γιάννης έρχεται και ο Μιχάλης και κάνει και εκείνος το ίδιο. Τώρα έχω γύρω μου γονατισμένους 4 άντρες να παίζουν τις ψωλές τους από πάνω μου προσπαθώντας να με χύσουν. Ο Γιάννης ενώ στην αρχή δεν ήθελε, τώρα έχει βγάλει κινητό και τραβάει βίντεο ενώ τον χαϊδεύει στα χειλάκια μου (Έτσι έμαθα τι έγινε όταν κοιμόμουν). Ο Μιχάλης πήγε στα ποδαράκια μου και τα χρησιμοποιούσε για να παίξει τον πούτσο του. Ο Κώστας μου είχε πιάσει το χέρι για να του τον παίζω. Στο βίντεο ακούγονταν όλοι τους να με βρίζουν.

"Για ξεφτίλισμα είσαι έτσι Χριστίνα. Κατευθείαν πέρα το μαγιό και ξέσκισμα να μην αντέχεις, να σε ξεκωλιάζω πουτάνα να σου σφίγγω το λαιμό"…

έλεγε ο Άγγελος ενώ είχε σηκώσει λίγο το κάτω μαγιό περνώντας και μπλέκοντας τον πούτσο του μεταξύ του σλιπ και τα κώλου μου και τριβόταν πάνω κάτω.

"Αχ άνοιξε το στοματάκι βρωμιάρα Χριστίνα. Πουτάνα του πούτσου μου θα σε κάνω και μετά θα σ’ ανοίξω τα πόδια και θα σε γαμάω, θα σε ανοίγω όλο το βράδυ πουτάνα"...

έλεγε ο Γιάννης ενώ τον έτριβε στα μάγουλα μου, έπιανε μια χούφτα από τα μαλλιά μου και τον τύλιγε και τον έπαιζε εκεί. Πότε-πότε προσπαθούσε να τον βάλει στο στόμα μου αλλά δεν τα άνοιγα και φοβόταν να με πιέσει μην ξυπνήσω.

"Μωρή πουτάνα να σε γνώριζα πριν τον δικό σου τώρα στα μπαλκόνια θα σε είχα και θα σε γαμούσα ασάλιωτα να πονάς να φωνάζεις να σ’ ακούει όλη πολυκατοικία να δούνε όλοι πόσο πουτάνα είσαι και να κάνουν ουρές στο κουδούνι για να σε χύσουν και εκείνοι"...

έλεγε ο Μιχάλης που είχε πιάσει μόνιμα τα πόδια μου με τις χερούκλες του και τα ανεβοκατέβαζε πάνω κάτω έχοντας τον πούτσο του ανάμεσα τους, που και που έσκυβε και μύριζε τις γάμπες και τα μπούτια μου.

Τέτοια βρομόλογα λέγανε για κάμποση ώρα μέχρις ότου άρχισαν να χύνουν με δύναμη και να τα ψεκάζουν πάνω στην πλάτη μου. Και μετά τα άπλωναν όσο μπορούν με τα καυλιά τους. Τα βάζουν μέσα στο μαγιό και φεύγουν χαρούμενοι. Μετά από καμιά ώρα εγώ ξύπνησα ακούγοντας κάτι φωνές. Ήταν τα παιδιά που ψήνανε. Ετοίμαζαν το μεσημεριανό μας. Σηκώνομαι λίγο παράξενα, νιώθω λες και έχω ακόμη αντηλιακό στην πλάτη. Βλέπω τα παιδιά να ψήνουν.

-    Μ… δεν το πιστεύω ότι αποκοιμήθηκα πάλι. Πρέπει να ήμουν πολύ κουρασμένη. Τι κάνετε ψήνετε χωρίς τα παιδιά;

-    Μας πήραν πριν λίγο τηλέφωνο σε λιγότερο από μισάωρο θα είναι πίσω. Εσύ τι κάνεις πως κοιμήθηκες;

-    Καλά μωρέ, αλλά νιώθω ακόμα αντηλιακό στην πλάτη μου.

-    Ε τότε πάνε βούτα εσύ, χε, χε εμείς εδώ τα έχουμε όλα υπό έλεγχο Χριστινάκι.

Αφήνω τα γυαλιά μου παίρνω την πετσέτα και την αφήνω στα αριστερά της απομονωμένης παραλίας, πάω μέσα στην θάλασσα αργά και βουτάω. Δροσερή όχι πολύ κρύα ούτε πολύ ζεστή, απλά τέλεια και καθαρή. Πάω μέχρι τα γόνατα σκύβω με τον κώλο μου να βλέπει προς την παραλία άθελα μου εκεί που ήταν τα παιδιά. Παίρνω με την χούφτα μου νερό και ρίχνω πάνω μου για να μην παγώσω μετά. Προσέχω ότι με κοιτάνε. Μα καλά κι εγώ τι χαζή που είμαι. Λογικό να με κοιτάν αφού έσκυψα τόσο επιδεικτικά μπροστά τους. Βουτάω κάνω μακροβούτια, κολυμπάω ανάσκελα, μπρούμυτα και χαλαρώνω για τα καλά. Ξαφνικά δύο χέρια με πιάνουν απ’ τη μέση και με κατεβάζουν κάθετα στο νερό. Γυρνάω και τραβιέμαι ενώ βλέπω τον Κώστα.

-    Είπα να βουτήξω και εγώ Χριστίνα να σου κάνω παρέα, άσε πως μυρίζω απ’ όλη την καπνίλα.

-    Α καλά έκανες Κώστα μου. Είναι τέλεια η θάλασσα δες πως λάμπει!

-    Ναι έχεις δίκιο, βρήκαμε το καλύτερο σημείο με τα παιδιά και για άλλους λόγους φυσικά.

-    Σαν;

-    Είναι απομονωμένα, δεν μας ακούει κανείς για χιλιόμετρα. Μπορούμε να παρτάρουμε εννοώ και να κάνουμε ότι θέλουμε.

-    Έχεις δίκιο…

απάντησα εγώ εν άγνοια μου τι εννοούσε εκείνη την στιγμή. Συνεχίσαμε το κολύμπι παρέα κοντά στα βράχια της αριστερής πλευράς που χώριζε την παραλία μας με μια άλλη μικρότερη παραλία.

-    Αχ, αχ όχι ρε γαμώτο.

-    Τι έγινε Κώστα είσαι καλά;

-    Κράμπα γαμώτο, πρέπει να είμαι πολύ αγύμναστος.

-    Που έπαθες κράμπα Κώστα;

-    Ε κάτω στο πόδι Χριστίνα. Μπορώ να κρατηθώ από σένα για λίγο; Μέχρι να φύγει η κράμπα.

-    Φυσικά Κώστα.

Εκεί που κρατιόταν από το χέρι μου κάπως ήρθε σιγά-σιγά πίσω μου και εκεί που στεκόμουν με έπιασε από τη μέση και με αγκάλιασε από πίσω. Ένιωθα το χοντρό καυλί του πλέον όρθιο στην πλάτη μου και να ψιλοτρίβεται. Νόμιζα από τα κύματα αλλά και πάλι.

-    Κώστα σε παρακαλώ μην πιάνεσαι έτσι πίσω μου, μπορεί να το παρεξηγήσει κανείς.

-    Τι να παρεξηγήσει κανείς ρε Χριστίνα;

-    Ε να… κολλάς πάνω μου και... με ενοχλείς.

-    Ωχ χίλια συγνώμη Χριστίνα μου…

λέει και ξεκολλάει από πάνω μου. Κατάλαβα ότι ήταν καυλωμένος και ήλπιζα να μην είναι από εμένα, άλλωστε δεν ήθελα να γίνει καμιά παρεξήγηση και να 'χουμε και άλλα. Τότε με ξανά πιάνει από πίσω, σκύβει στο αυτί μου το γλείφει και μου λέει:

-    Χριστίνα από την ώρα που ήρθες καύλωνα για 'σένα. Ποιος την γαμάει τη μαλάκω τη δικιά μου. Σήμερα θα σε πηδήξω Χριστίνα, θα σε κάνω δικιά μου, είτε σ’ αρέσει είτε όχι.

-    Σταμάτα Κώστα, αυτά που λες είναι παράλογα, είμαι η κοπέλα του φίλου σας.

-    Δε θα γλυτώσεις Χριστινάκι, γι’ αυτό κοίτα να το απολαύσεις κι εσύ.

Άρχισα να τρέμω από το φόβο μου και πάλι. Μα καλά πουθενά δε μπορούσα να γλιτώσω; Άρχισε να μου γλείφει το αυτί και πάλι, τον λαιμό και σιγά-σιγά άρχισε να κατεβάζει τις τιράντες από το μαγιό μου. Με τα χέρια μου προσπαθούσα να τον σταματήσω αλλά σιγά μην κολλήσει αυτός. Ξαφνικά έρχεται το αμάξι του αγοριού μου με τα κορίτσια, σκέφτομαι ουφ την γλίτωσα.

-    Ωχ ήρθαν οι καριόλες με τον κερατά το δικό σου. Γι’ αυτό με τραβάς να μη σου κατεβάσω τις τιράντες ε; Δίκιο έχεις θα τις δει από μακριά κατεβασμένες και μπορεί να υποψιαστεί κάτι…

και με μια κίνηση καθώς ανεβάζω τις τιράντες σηκώνει το σουτιέν μου από κάτω προς τα πάνω αποκαλύπτοντας τα βυζιά μου μέσα στο νερό. Τρελάθηκε όταν είδε τα ολοστρόγγυλα στητά βυζάκια μου. Αμέσως καύλωσε, δεν το περίμενα νόμιζα πως είχε καυλώσει πριν, αλλά τώρα τον ένιωθα τεράστιο στην πλάτη μου. Συνέχισα να κουνάω τα χέρια μου προσπαθώντας να πάρω τα δικά του από τα στήθια μου και τις ρώγες που τσιμπούσε. Φώναζα να μ’ αφήσει, τον έβριζα, τον παρακαλούσα αλλά εκείνος τίποτα. Τα τραβούσε και με τσιμπούσε με μανία λες και είχε βγει εκτός ελέγχου λες και ήταν άλογο που είχε αφηνιάσει. Ήθελε σίγουρα να μου τα ξεριζώσει. Κάποια φάση άρχισα να κλαίω από τον πόνο, σήκωσα το χέρι και προσπαθούσα να χαιρετήσω το δικό μου μπας και βουτήξει αλλά τίποτα, οι ρώγες μου τώρα ήταν κατακόκκινες και με το που τις άγγιζε τιναζόμουν.

-    Τι Έπαθες Μωράκι μου;

-    Πονάω Κώστα, πονάω πολύ! Σε ικετεύω για άλλη μια φορά σταμάτα…

του είπα με τρεμάμενη φωνή.

-    Μα ακόμα δεν αρχίσαμε ρε Χριστίνα. Έλα σκύψε να μου πάρεις μια πίπα τώρα.

Τον έσπρωξα και άρχισα να κολυμπάω προς τα έξω, είχαμε πάει και πολύ βαθιά όπως ήθελε το γουρούνι να πετύχει εξαρχής, αλλά σιγά μην του καθόμουν. Εκείνος πιο νταβραντισμένος από εμένα κολύμπησε με ευκολία κοντά μου ξανά και με έπιασε απ’ τα μαλλιά.

-    Μπορώ να γίνω βίαιος Χριστινάκι πουτανάκι αν χρειαστεί αλλά δε θέλω. Πάρε μου μια πίπα και θα σ’ αφήσω.

Αρνήθηκα ξανά. Τότε με γύρισε μπροστά του. Προσπαθούσα να μαζέψω το σουτιέν μου και εκείνος ξεκούμπωσε το μαγιό του και τον έβγαλε μπροστά μου ένα τεράστιο ξυρισμένο καυλί να το δω.

-    Έλα Χριστινάκι… δες πως έγινα εξαιτίας σου. Αν βγω έτσι θα νομίζει η δικιά μου όπως και όλοι ότι καύλωσα μαζί σου και ότι κάτι μπορεί και να παίχτηκε μεταξύ μας. Επομένως οφείλεις να με βοηθήσεις για να αλληλοβοηθηθούμε.

-    Γιατί δε βαράς μια μαλακία μονάχος σου τότε και μετά να βγεις; Εγώ δε θέλω.

-    Κοίτα τον, κοίτα τι θα σου γαμήσει το στοματάκι Χριστινάκι…

μου είπε και μου έριξε ένα πουτσοσκάμπιλο στο μπούτι. Έφερε τα χέρια του στα μαλλιά μου με έπιασε και με τα δύο χέρια και με πίεσε προς τα κάτω. Βλέποντας ότι φέρνω αντίσταση, νευρίασε και με πάτησε με δύναμη μέσα και μου τον έδωσε στο στόμα απότομα, χώνοντας τον πολύ βαθιά μέχρι τον πάτο στο λαρύγγι μου. Προσπαθούσα να τον βγάλω από το στόμα μου, να πάρω μια ανάσα αλλά τον είχε κολλήσει στον λαιμό μου και όσο και να κουνιόμουν μου γαμούσε εκείνος το λαιμό.

-    Σ’ αρέσει ο πούτσος μου Χριστινάκι μωρό μου; Ε; Γουστάρεις πίπα; Πες μου Χριστινάκι.

Άκουγα αμυδρά αυτά που έλεγε όπως και κάθε τι που ακούμε κάτω από το νερό. Μα με είχε μπουκωμένη, περίμενε και απάντηση; Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να βγάζω βουβές κραυγές και να καταπίνω και νερό μαζί με τον πούτσο του. Άρχισα να τον νυχιάζω όπου βρω και στην τελική τον δάγκωσα. Πόνεσε τόσο πολύ που μου έριξε μια μπουνιά στο κεφάλι έτσι όπως με είχε κάτω απ’ το νερό. Με τράβηξε ποιο πέρα κοντά στα βράχια που χώριζαν την θάλασσα που είμαστε με την δίπλα, με τράβηξε έξω μου έπιασε τις ρώγες και τις τσίμπησε πολύ δυνατά. Πάρα πολύ δυνατά. Με σήκωσε ψηλά απ' τις ρώγες.

-    Είδες πως πονάει γαμώ τις βυζάρες σου σκατοπουτανιάρα; Ε; Σ’αρέσει; Θα στις ξεριζώσω τις χοντροβυζάρες σου πουτάνα να χάσεις κανένα κιλό…

μου είπε νευριασμένος ενώ έβλεπα τις ρώγες μου στα χέρια του να μελανιάζουν και ούρλιαξα από τον πόνο ενώ άρχισα και να κλαίω. Μα που είχα μπλέξει πάλι. Γιατί να μου συμβαίνουν αυτά σε εμένα.

-    Όχι, όχι! Συγνώμη Κώστα, συγνώμη, σταμάτα σε παρακαλώ αχ... πονάω ρε μαλάκα.

Άφησε τις ρώγες μου και μου έριξε 2 χαστούκια στα βυζιά και ένα δυνατό στο πρόσωπο που σκίστηκε το χείλος μου και μάτωσε. Ζαλίστηκα για τα καλά. Με έπιασε από τα μαλλιά και με πέταξε με την πλάτη πάνω στα βράχια να γδαρθώ. Με μια κίνηση έκανε στην άκρη το κάτω μαγιό μου ενώ με δάκρυα τον παρακαλούσα.

-    Όχι Κώστα, Όχι σε παρακαλώ, όχι εκεί, άσε με να στο γλείψω να τελειώσεις έτσι.

-    Αυτό ήταν πριν μου τον δαγκώσεις βρωμοπούταν. Τώρα πρέπει να τιμωρηθείς. Θα σου πάρω την παρθενιά πουτανάκι.

-    Όχι Κώστα, μην το κάνεις σε παρακαλώ, ούτε με το αγόρι μου δεν το 'χω κάνει αυτό.

Έκλεισα τα πόδια μου απότομα, αλλά τα άνοιξε με ευκολία και όπως με κρατούσε με τα πόδια ανοιχτά μου τα χάιδευε, με φίλησε και με έφτυσε στην μάπα και μονολογούσε.

-    Ω ρε πούστη μου, όλα τα λεφτά! Θα καλοπεράσω σήμερα. Καιρό έχω να γαμήσω παρθένο μουνάκι. Είσαι τυχερή καργιολίτσα.

Τον παρακαλούσα αλλά τα παρακαλετά μου πήγαιναν στο κενό, αυτό ίσως τον καύλωνε πιο πολύ. Ακούμπησε το κεφάλι του πούτσου στο μουνάκι μου και με μία απότομη σπρωξιά μου τον έχωσε μέχρι την μέση και έτσουζε. Πόνεσα, ένιωθα να τεντώνει το μουνάκι μου αλλά πρόσεξε ότι δεν μάτωνα.

-    Μωρή πουτάνα δεν είσαι παρθένα όπως νομίζει ο κερατάς σου;

-    Όχι δεν είμαι…

είπα ενώ προσπαθούσα να μην ουρλιάξω από τον πόνο.

-    Καλά μωρή καργιόλα ποιος σε ξέσκισε;

-    Δεν... δε θέλω να πω.

-    Μίλα παλιοπούτανο γιατί θα σε σπάσω στο ξύλο τώρα που σε 'χω εδώ.

-    Σε παρακαλώ Κώστα σταμάτα δεν θέλω.

Μου έριξε μια μπουνιά στο στομάχι και μια στο μάτι. Ήταν τόσο βίαιος απέναντι μου. Δεν τον ένοιαζε ούτε ότι πονούσα ούτε ότι μπορεί να μου έκανε κακό.

-    Πες μου ξεκωλιάρα πουτάνα που το παίζεις παρθένα στο φίλο μου, αλλά εγώ αποκάλυψα τις ψευτιές σου. Πες μου ποιοι σε πήδηξαν, μη σου μελανιάσω τη μούρη τόσο, που δε θα θέλει να σε βλέπει ο δικός σου.

-    Ο θείος μου, μετά ο μπαμπάς μου, ο παππούς μου, ο γείτονας και ο κύριος Στέλιος ο μπαμπάς του δικού μου.

-    Μωρή πουτάνα έχεις θέμα με τους μεγάλους, αχ με καυλώνεις πουτανάκι και σε είχα για σεμνό κορίτσι.

-    Δεν καταλαβαίνεις με βίασαν, με εκμεταλλεύτηκαν όλοι τους. Όπως κάνεις κι εσυ τώρα.

-    Χαίρομαι που μου το 'πες Χριστίνα. Δεν το πιστεύω ότι μπόρεσαν να σου τα κάνουν όλα αυτά.

Στεκόταν εκεί και με κοιτούσε είχε μείνει. Δεν ήξερε τι να κάνει. Είδα τον τρόμο στα μάτια του και άρχισε να τραβιέται από μέσα μου, ο πούτσος του είχε ένα πάχος κάπου στη μέση που το δυσκόλευε να βγει.

-    Ωχ Χριστίνα. Με συγχωρείς δεν ήξερα. Μ’ αυτό που σου έκαναν ήταν πολύ άσχημο. Μεγάλη προδοσία από τα άτομα που εμπιστευόσουν περισσότερο. Κι εγώ… Θεέ μου… κι εγώ σε ξυλοκόπησα…

και άρχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και να με αγκαλιάζει και πάλι ο πούτσος του δεν είχε βγει από μέσα μου εγώ ήμουν κατακόκκινη από ντροπή και από την ξεφτίλα που μου είχε δημιουργήσει και πονούσα.

-    Αχ Κώστα σε παρακαλώ μην κουνιέσαι, με πονάς. Βγες και... και θα προσπαθήσω να το κρατήσω μεταξύ μας μυστικό.

-    Ναι Χριστίνα μου.

Άρχισε να μου χαϊδεύει τώρα απαλά το στήθος και να μου το φιλάει γιατί με πόνεσε, μου χάιδευε τα μάγουλα που με χτύπησε και τραβούσε την πούτσα του από μέσα μου. Όταν γύρισε και μου είπε:

-    Και πως ξέρω πως όλα αυτά δεν είναι κάποιο τέχνασμα για να με πείσεις να τον βγάλω; Πως ξέρω ότι όταν πάμε στην παραλία δε θα πεις σε όλους τι έγινε;

-    Την αλήθεια σου λέω Κώστα. Γιατί να τα πω; Σε παρακαλώ… άσε με να φύγω και στ' ορκίζομαι, δε θα πω τίποτα.

Τότε με πιάνει από την μέση και εκεί που πήγαινε να βγάλει τον πούτσο του ΠΛΑΦ, με τη μια τον κάρφωσε όλο μέσα μου στεγνά και τσίριξα. Μου έκλεισε το στόμα με το χέρι του ενώ με το άλλο μου έπιανε το στήθος πάλι. Δεν ήξερα τι να κάνω, προσπαθούσα να του πιάσω το ένα χέρι ή τον πούτσο του και να τον  βγάλω από μέσα μου. Τον χτυπούσα αλλά αυτός χαλαρός με πηδούσε και με έβριζε.

-    Σε παρακαλώ αχ Κώστα, σταμάτα, τι κάνεις; Νόμιζα πως είχες καταλάβει.

-    Ναι Χριστίνα, δεν είναι δυνατόν όλοι αυτοί που λες να σε γάμησαν, αποκυήματα της φαντασίας σου είναι. Λες δικαιολογίες για να σ’ αφήσω και να πας να μαρτυρήσεις τι σου έκανα πουτανάκι.

-    Όχι Κώστα… την αλήθεια λέω, σε παρακαλώ άσε με δε θα πω τίποτα.

-    Το ξέρω ότι δεν θα πεις τίποτα Βρωμοπούτανο Χριστίνα γιατί θα σε γαμήσω μέχρι να ματώσεις, θα σε κάνω να φοβάσαι να μου αντιμιλήσεις, θα γίνεις η μου χυσαποθήκη ξεκωλιάρα.

Όσο και να τον παρακαλούσα να σταματήσει, σα λυσσασμένος με ξέσκιζε, ενώ τα πόδια μου τα είχε σηκώσει κάτω από τις μασχάλες του τώρα. Όλο και πιο βαθιά και πιο άγρια. Με κάρφωνε με τον πούτσο του με δύναμη και πιο γρήγορα και δε μπορούσα να κάνω τίποτα, παρά μόνο να το υπομένω. Ήταν άγριος μαζί μου. Τραβήχτηκε έξω, με σήκωσε πάνω και με γύρισε μπρούμυτα στο βράχο. Τα μελανιασμένα και ευαίσθητα στήθη μου τώρα τρίβονταν πάνω στα βράχια σε διάφορα σημεία είχα ματώσει και γδαρθεί. Μόλις ο πούτσος του άγγιξε το κωλαράκι μου, τινάχτηκα με όση δύναμη μου είχε απομείνει και φώναξα:

-    Βοήθεια κάποιος...

Με έσπρωξε με δύναμη και χτύπησα πάλι ξαπλώνοντας στα βράχια. Με έπιασε από το σβέρκο σα ζώο και δεν μπορούσα να κουνηθώ, έκλαιγα. Δε φαινόταν να τον νοιάζει και πολύ. Ο πούτσος του ήταν έτοιμος να με ξεσκίσει από πίσω. Προσπάθησε να σπρώξει το κεφάλι του μέσα, ήμουν πολύ στενή. Έσκυψε και μου έφτυσε τον κώλο, Έχωσε τον πούτσο του μια στο μουνάκι μου να υγρανθεί πρώτα. Ήμουν μούσκεμα από τον πούτσο του και από τα κύματα που έσκαγαν πάνω στα βράχια. Πλησίασε ξανά το καυλί του στην κωλοτρυπίδα μου και έσπρωξε. Σφιγγόμουν και δεν τον άφηνα, με έπιασε εκείνος από τα μαλλιά και μου είπε:

-    Θα στον χώσω και με το ζόρι Χριστίνα. Όσο και να σφίγγεσαι εγώ θα σε κωλοξεσκίσω πουτανάκι.

Τον δυσκόλεψα κι άλλο, πόνεσε κι εκείνος αλλά τελικά τον έχωσε. Σφίχτηκα πάλι και βγήκε και με άρχισε στα χαστούκια στον κώλο.

-    Τώρα δε θα μου γλυτώσεις πουτάνα… μου είπε.

Με έπιασε απ’ τον κώλο σφιχτά γραπώνοντας τα δάχτυλα του αριστερά και δεξιά στα κωλομέρια μου και με κάρφωσε δυνατά. Με τρύπησε, τσίριξα, έκλαιγα, σκιζόμουν στα μη, τα παρακάλια και τα "πονάω". Αλλά δεν τραβήχτηκε από μέσα μου ούτε μια στιγμή. Ο δικός μου φαίνεται άκουσε τις φωνές από μακριά γιατί τον είδα με έψαχνε. Ο Κώστας έμενε εκεί ακλόνητος, κολλημένος πάνω μου και από πίσω και δε μ’ άφηνε. Είχε ξαπλώσει πάνω μου και με τα χέρια κρατιόταν από τα βράχια και κοιτούσε από πάνω τα παιδιά χωρίς να τον βλέπουν εκείνοι. Ο πούτσος του καρφωμένος μέσα στο κωλαράκι μου ήταν έτοιμος να εκραγεί. Ήταν έτοιμος, αλλά κρατιόταν να απολαύσει την στιγμή του βιασμού μου. Εγώ ήμουν ξαπλωμένη, με κομμένη την ανάσα, σχεδόν ακίνητη, γιατί όσο κουνιόμουν πονούσα και έτσι σταμάτησα να παλεύω. Μόνο έκλαιγα και έτρεμα. Ακόμη και την αναπνοή μου κρατούσα από το ζόρι μου.

-    Χριστίνα είσαι καλά;…

Με ρώτησε ενώ τον έβγαζε σιγά-σιγά και πριν προλάβω να πω τίποτα χαλαρώνοντας με ξανακάρφωσε με δύναμη. Δεν το περίμενα από το μπάσταρδο. Σφίχτηκα και τσίριξα πάλι αλλά ήταν ήδη αργά. Το καυλί του με ξέσκιζε μέσα έξω. Έβλεπα τον δικό μου από μακριά με τα παιδιά να πλησιάζουν προς τα βράχια που ήμασταν. Τα κύματα έσκαγαν πιο δυνατά πάνω μας και όλη αυτή η αλμύρα που μ’ άγγιζε στα σημεία που πονούσα έτσουζε και πονούσα περισσότερο. Ένιωσα ξαφνικά τον πούτσο του να κάνει σπασμούς μέσα μου. Τραβήχτηκε λίγο και μπήκε όσο πιο βαθιά μπορούσε και καρφωμένος μέσα μου άρχισε να χύνει:

-    Παρ' τα χύσια μου πουτάνα. Σ’ αρέσει; Παρ' τα όλα…

μου έλεγε ενώ τα ένιωθα να γεμίζουν τον κώλο μου και να  ηρεμώ από το κάψιμο και τον πόνο λιγάκι. Ζαλίστηκα. Εκείνος βγήκε κι εγώ κουλουριάστηκα στο έδαφος και έτρεμα.

-    Σήκω Χριστίνα και ξεπλύσου γιατί έρχονται τα παιδιά. Μη σε δουν έτσι και έχουμε τρεχάματα.

Με ανάγκασε να σηκωθώ και να ξεπλυθώ. Έβγαλα ποσότητες σπέρματος μέσα από τον κώλο μου με το χέρι μου. Μόλις ντύθηκα και πήγα να σηκωθώ μέσα στα δάκρυα, με έσπρωξε με δύναμη πάνω σε κάτι βράχια και πόνεσα. Εμφανίστηκαν τότε τα παιδιά και τους είπε ο Κώστας:

-    Ρε φίλε Δόξα τον Θεό που ήρθατε. Βοηθήστε με, ήρθα εγώ εδώ να μαζέψω κοχύλια και με είδε η Χριστίνα. Πήγε να με ακολουθήσει, γλίστρησε με τα κύματα πάνω στα βράχια και χτύπησε.

-    Ωχ Χριστίνα μου είσαι καλά μωρό μου; Που πονάς; Να πάμε σε νοσοκομείο αν χρειάζεται.

Δεν είπα τίποτα. Το μετάνιωσα και πάλι που δεν είπα τίποτα, αλλά φοβόμουν. Πήγα να πω κάτι αλλά ένιωσα τη μηλιά μου να κόβεται. Δεν ήταν δυνατόν να τ’ απολαμβάνω αυτά που μου συμβαίνουν. Το αγόρι μου με πήρε αγκαλιά και γυρίσαμε στη σκηνή. Πήρε το κουτί πρώτων βοηθειών από το αμάξι και άρχισε να φροντίζει τις πληγές μου. Μου φερόταν τόσο γλυκά και όμορφα που φοβόμουν αν του έλεγα τι μου έκαναν ότι θα με χώριζε. Σκέφτηκα ότι δεν αξίζω την ευτυχία και ότι το σωστό θα ήταν να του το πω. Αλλά δε μπορούσα… φοβόμουν ότι θα έχανα έτσι το μόνο καλό που έχω.



Copyright protected OW ref: 122286