Θεοδώρα: Με το διευθυντή Τραπέζης και όχι μόνο

Δημοσιεύθηκε από Writer13
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.00 (10 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Θεοδώρα: Στο σπίτι του Λυκειάρχη και με τους εντιμότατους φίλους του

Με το διευθυντή Τραπέζης

Η μάνα της Δώρα είχε και ένα κοσμηματοπωλείο σε κάποιο νησί της Ελλάδας. Εκτός από τα λεφτά που έβγαζε εκεί, το χρησιμοποιούσε και σαν πούτσο-παγίδα. Δηλαδή όλο και κανένας νεαρούλης, Έλληνας ή ξένος τουρίστας έχοντας ξεμείνει από λεφτά ήθελε να δουλέψει για λίγο καιρό, οπότε η ξανθομούνα τους ανάγκαζε να τη γαμάνε για να τους απασχολεί στο μαγαζί της. Βέβαια, το «ανάγκαζε» είναι και λίγο σχήμα λόγου, γιατί η μάνα της Θοδώρας ήταν αρκετά γαμισάμπλ. Με πατημένα βέβαια τα 45 αλλά είχε κορμάρα καμπυλωτή! Με τις βυζάρες της, την κωλάρα και τις μπουτάρες ήταν σα μια έκδοση της κόρης της 25 χρόνια μετά, στο πιο ξανθό (τα μαλλιά της που τα έβαφε δηλαδή, γιατί η μουνάρα της ήταν κατάμαυρη, όπως γρήγορα διαπίστωναν όλοι οι νεαροί εργαζόμενοι).

Εκείνο το καλοκαίρι που η Δώρα ήταν μεταξύ 1ης και 2ης Λυκείου, είχε βρει έναν καράβλαχο από τα Γκράβαρα παιδαρά, που της έτρεχαν τα σάλια, οπότε ήθελε το πεδίο ελεύθερο. Δηλαδή δεν ήθελε την Δώρα μέσα στα πόδια της, εκεί ανάμεσα προτιμούσε να έχει το καυλί του καράβλαχου υπαλλήλου της. Μια και δυο λοιπόν, ένα μεσημέρι την πήγε στην Εθνική Τράπεζα Σαντορίνης να παρακαλέσει τον διευθυντή που ήταν παλιός γνωστός της (δηλ. τη γαμούσε μέχρι μερικά χρόνια πριν, για να τις κάνει κάτι ψευτοεξυπηρετήσεις) για να τη… βολέψει και τη μικρή.

Ο διευθυντής, χοντρός, κοντός με μουστάκι και γυαλιά, κλασική φάτσα τραπεζίτη, που του αρέσουν οι εκλεπτυσμένες απολαύσεις έτσι όπως τις έβλεπε καθισμένες απέναντί του μάνα και κόρη, με τις βυζάρες τους και με τις μπουτάρες τους στη μόστρα, άρχισε να καυλώνει. Θυμήθηκε και τα θρυλικά γαμήσια που έκανε στη μάνα.

-    Μα και βέβαια μπορεί να απασχοληθεί εδώ η κόρη σου χρυσή μου. Εξάλλου, πέρα από τη φιλία μας είσαι και από τις καλύτερες πελάτισσες της τράπεζας, και η επιχείρηση τα εκτιμά αυτά…

είπε ο τραπεζίτης.

-    Λοιπόν Θοδώρα μπορείς να αρχίσεις από αύριο κιόλας. Να είσαι εδώ στις 8:00 το πρωί για να αρχίσουμε…

είπε χαμογελώντας σα γυμνοσάλιαγκας και σκέφτηκε «Μου φαίνεται ότι η παροιμία κατά μάνα κατά κόρη θα επαληθευτεί. Θα καλοπεράσουμε με το πουτανάκι. Και στη μάνα βέβαια αν παρουσιαστεί καμιά ευκαιρία δε θα έλεγα όχι. Μια χαρά χυσίματα έχω κάνει μέσα στη μουνάρα της».

Την άλλη μέρα η Ντόρα ήταν πρωί-πρωί στην τράπεζα. Φορούσε ένα άσπρο κολάν που τόνιζε την κωλάρα της και ένα κοντομάνικο μπλουζάκι, μέσα από το οποίο τα βυζόμπαλα της διαγράφονταν σαν καρπούζια. Ο διευθυντής αφού την καλωσόρισε τυπικά ανέθεσε σε μια μεσόκοπη υπάλληλο ταμείου να τη βάλει δίπλα της για να κάνει καμιά δουλειά και να μαθαίνει. Οι πρώτες της ημέρες στην τράπεζα πέρασαν κάπως έτσι. Ο διευθυντής τη μπάνιζε από το γραφείο του και ξερογλείφονταν αλλά δεν ήθελε να κάνει καμιά βιαστική κίνηση. Η γέρικη αλεπού είχε ήδη καταστρώσει το σχέδιό της.

Ένα απομεσήμερο, λίγο πριν κατεβάσουν τα ρολά της είπε αδιάφορα να τον δει στο γραφείο του με τα πιστωτικά που είχε εκδώσει την ίδια μέρα. Έτσι, ενώ οι υπόλοιποι έφευγαν η Δώρα, κρατώντας ένα πάκο έγγραφα, ανέβηκε τις σκάλες για το γραφείο του διευθυντή.

-    Ορίστε κύριε διευθυντά τα έφερα…

είπε και έδειξε τα πιστωτικά που κρατούσε ακριβώς κάτω από τους τεράστιους βύζους της.

-    Μάλιστα, μάλιστα… για φέρε εδώ να δούμε…

της είπε αυστηρά κοιτάζοντάς την πάνω από τα γυαλιά του. Αφού πέρασε μερικά λεπτά εξετάζοντας τάχαμου τα έγγραφα της είπε επιτακτικά:

-    Εδώ πέρα παιδάκι μου φαίνεται ότι έχουν γίνει παρατυπίες. Πράξεις χωρίς τα απαραίτητα δικαιολογητικά και δε συμμαζεύεται. Μα βέβαια, βέβαια! Α… υπάρχει σοβαρό πρόβλημα!

Η Δώρα τρομαγμένη γιατί δεν πολυκαταλάβαινε αυτά που της έλεγε όλη την ημέρα η ταμίας του απάντησε τρέμοντας:

-    Ωχ, μα τι εννοείτε;… ξέρετε τα έβλεπε και η κυρία Φώφη αυτά, εγώ δεν ξερ…

-    Άσε τώρα την κυρία Φώφη, εδώ πέρα η μάνα σου σε έστειλε για δουλειά. Υπέγραψες σύμβαση, πληρώνεσαι και υπάρχουν ευθύνες. Δε λέω βέβαια ότι έγινε καμία κατάχρηση με δόλο, αλλά τα χαρτιά είναι χαρτιά. Και μόνο για να τα ξεκαθαρίσω θα πρέπει να φάω πολλές ώρες…

της είπε με αυστηρό τόνο. Η Δώρα αγχωνόταν όλο και περισσότερο. Αυτό που φοβόταν περισσότερο ήταν η μάνα της. Της είχε πει ότι έτσι και δεν τα κατάφερνε στην τράπεζα, να μην τολμούσε να ξαναπατήσει στο σπίτι. Η Δώρα δεν ήθελε με τίποτα να τη στείλει πίσω στην Αθήνα, όπου θα ήταν συνέχεια στο σπίτι μόνη της με τον πατριό της. Τον τελευταίο καιρό είχε αρχίσει τη συνήθεια να την πονάει όταν τη γαμούσε. Την τσιμπούσε πολύ δυνατά στις ρώγες, στα μπούτια, στα κωλομέρια ακόμη και στα μουνόχειλα και της άφηνε και σημάδια. Και βέβαια δεν μπορούσε να παραπονεθεί στη μάνα της για όλα αυτά γιατί θα την έσπαγε και στο ξύλο από πάνω που γαμιόταν με τον άντρα της.

-    Αχ, κύριε διευθυντά σας παρακαλώ, δε θέλω να μπλέξω. Η μάνα μου θα με σκοτώσει αν με διώξετε, όχι να μάθει ότι έχω κάνει και μεγάλα λάθη. Σας παρακαλώ, σας ικετεύω!

Το σχέδιο του διευθυντή πήγαινε μια χαρά.

-    Εντάξει, εντάξει δεν είπαμε ότι θα σε στείλουμε και φυλακή…

την πήρε με το μαλακό.

-    Θα τα διορθώσουμε τα πράγματα, αλλά πρέπει να μου υποσχεθείς και να μου αποδείξεις ότι θα είσαι υποδειγματική υπάλληλος στο εξής. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να τα διορθώσουμε και να συνεχίσεις να έρχεσαι στην τράπεζα…

της είπε πονηρά.

-    Αχ, ευχαριστώ, σας υπερευχαριστώ. Υπόσχομαι ότι θα είμαι τέλεια, το υπόσχομαι…

του είπε η πουτανίτσα ανακουφισμένη.

-    Ναι, μα η υπόσχεση δεν αρκεί. Θα πρέπει να μου το αποδείξεις αυτό που λες. Θα χρειαστεί να πειστώ ότι θα κάνεις ακριβώς ότι σου υπαγορεύουν ακόμη κι αν δεν συμφωνείς ακόμη και αν δεν καταλαβαίνεις γιατί…

της είπε ο χοντρό-τραπεζίτης. Η Δώρα τον άκουγε αμίλητη. Παρόλο που δεν της έκοβε και πολύ είχε αρχίσει να καταλαβαίνει που πήγαινε το πράγμα. Αυτός ήταν ο κλασσικός τρόπος που της την έπεφταν όλοι οι άντρες με επιρροή.

-    Μα τότε ορίστε, πείτε μου κύριε διευθυντά τι πρέπει να κάνω και θα δείτε…

του είπε και τον κοίταξε λίγο πονηρά.

-    Λοιπόν, ας αρχίσουμε τότε. Για βγάλε τα ρούχα σου. Έλα λοιπόν, τι περιμένεις. Είπαμε να κάνεις ό,τι σου λένε, αλλιώς καλύτερα να πας σπίτι σου μια και καλή και να μην ξαναέρθεις. Έλα, έλα βγαλ’ τα. Μια καλή υπάλληλος πάντα κάνει ό,τι της πει το αφεντικό της!
-    Μα εγώ δεν, δεν ειν… αυτ… ξερ… εντάξει θα το κάνω αφού το λέτε εσείς!

Η μικρή άρχισε να γδύνεται μπροστά του. «Να τα μας. Σίγουρα θα θέλει να με γαμήσει κι αυτός. Θα πρέπει να του καθίσω φαίνεται. Και γιατί όχι;… εξάλλου διευθυντής είναι» σκέφτηκε μοιρολατρικά συμβιβαζόμενη με τη μοίρα της που την ήθελε να κάνει πουλιά ώριμων αντρών να χύνουν. Βγάζοντας τη μπλούζα και το φανελάκι της ο διευθυντής είχε μπροστά του τα μαστάρια της θεόγυμνα σε απόσταση αναπνοής. Έβγαλε και το κολάν της και έμεινε μόνο με μια μικροσκοπική δαντελωτή κιλότα που έκρυβε μόνο τη σχισμή από το μουνάκι της. Οι τριχούλες της φαινόντουσαν ολοκάθαρα.

-    Ορίστε. Πρέπει να το βγάλω κι αυτό;…

τον ρώτησε υποτακτικά δείχνοντας το κιλοτάκι της.

-    Ναι, ναι… πρέπει να τα βγάλεις όλα. Βγάλ’ το κι αυτό και έλα να καθίσεις εδώ να σου πω τι πρέπει να κάνεις μετά…

της είπε ο διευθυντής και άνοιξε τα πόδια του ετοιμάζοντας τη θέση της. «Δε χρειάστηκαν και πολλά-πολλά για τη μικρή. Μου φαίνεται ότι ξέρει από αυτά. Σαν τη μάνα της θα είναι, καλά το κατάλαβα εγώ», σκέφτηκε πονηρά ο διευθυντής και μόλις η Δώρα ακούμπησε τη γυμνή της κωλάρα στο μπούτι του, με μια κίνηση ξεκούμπωσε το παντελόνι του και έβγαλε έξω το καυλί του.

-    Τώρα, θα σε χαϊδέψω όπου θέλω, και θα πρέπει να με χαϊδέψεις κι εσύ…

της είπε και οδήγησε το χέρι της στο καυλί του. Η Δώρα άρχισε να τον μαλακίζει έμπειρα.

-    Μα, μα βλέπω ότι εσύ ξέρεις ακριβώς τι πρέπει να κάνεις. Και είσαι μικρή ακόμη, αλλά το χεράκι σου πετάει, μπράβο, μπράβο…

της είπε ικανοποιημένος. Η Δώρα του τον έπαιζε μαλακά και ο τραπεζίτης της χάιδευε τις βυζάρες και το μουνάκι. «Μικρό τον έχει ο κωλόγερος σε σχέση με του Ιάκωβου, του Λυκειάρχη και του πατριού μου», σκέφτηκε η Δώρα. «Όμως, με χαϊδεύει ωραία. Ωχ, μου έχωσε δάχτυλο μέσα στο μουνί μου. Μ… ξέρει τι κάνει ο χοντρούλης». Η Δώρα άρχισε να ηδονίζεται, είχε και αρκετές μέρες να γαμηθεί και είχε αρχίσει να της λείπει.

-    Έτσι, κύριε διευθυντά έτσι σας αρέσει;…

τον ρώτησε κοιτώντας τον ξεδιάντροπα.

-    Ναι, ναι συνέχισε φοραδίτσα μου, συνέχισε και δε θα αργήσω να χύσω. Και τι ωραίο μουνάκι που έχεις! Βλέπω ότι σε έχουνε γαμήσει κιόλας. Αλλά βέβαια… με τέτοιες βυζάρες που διαθέτεις δε θα είχες έλλειψη από άντρες! Ωχ-ωχ έλα-έλα πιο γρήγορα, έλα και χύνω, να…!

Ο κύριος διευθυντής έχυσε πάνω στο χέρι της. Η Δώρα συνέχισε το ψωλοτρομπάρισμα ώσπου να του στραγγίξει καλά-καλά τον πούτσο. Λίγα χύσια έπεσαν και στο μπούτι της.

-    Εντάξει Θοδώρα, φτάνει για σήμερα. Αύριο το απόγευμα θα συνεχίσουμε την εκπαίδευσή σου στη… δουλειά…

της είπε ο διευθυντής ενώ αυτή ντυνόταν και αυτός έβαζε την κοιλάρα του μέσα στο παντελόνι.

-    Μάλιστα, κύριε διευθυντά, είμαι στη …διάθεσή σας…

του απάντησε εκείνη υποτακτικά και έφυγε για το σπίτι της.

Με τον υπάλληλο της μάνας της

Στο δρόμο για το σπίτι της σκέφτηκε να περάσει λίγο από το κοσμηματοπωλείο για να δει και τη μάνα της. Ενώ η Δώρα «ξεμπούκωνε» το διευθυντή της τράπεζας, η μάνα της στο κοσμηματοπωλείο απολάμβανε τα προσόντα του υπαλλήλου της. Στο μεσημεριανό διάλειμμα είχε κατεβάσει τον νταβραντισμένο καράβλαχο στην αποθηκούλα και άρχισε τα χαϊδέματα.

-    Παύλο, κλείσε λίγο κι έλα κάτω να με βοηθήσεις…

του είπε και κατέβηκε πρώτη κουνώντας την κωλάρα της.

-    Μάλιστα κυρία, έρχομαι…

απάντησε με την βλαχοπροφορά του ο χωριάταρος και αφού έκλεισε την ακολούθησε. Μόλις κατέβηκαν ήταν που ήταν στενός ο χώρος κόλλησε και η Δώρα-μαμά την κορμάρα της πάνω του και άρχισε τα πουτανίστικα.

-    Αχ, Παύλο μου είναι τόσο στενά εδώ, μα εσύ είσαι ζεστός, και τι σφιχτό σώμα που έχεις, τι μπράτσα, πω-πω-πω, τι θα έλεγες να…

και του χούφτωσε την πούτσα. Ο βλάχος άλλο που δεν ήθελε.

-    Αμάν, κυρία, τι μου κάνς αυτού; Α… εσύ τα θες με φαίνεται, κάτσε να σι κάνω κι ‘γώ…

και αφού κόντεψε να της ξεσκίσει τα ρούχα την άρχισε σε ένα άγριο μπαλαμούτιασμα ενώ της έγλειφε το λαιμό και τα αυτιά. Γρήγορα βρέθηκε με την πουτσάρα του (ο μικρός καύλωνε σαν άλογο) να της οργώνει τη μουνάρα. Το γαμήσι διήρκεσε λίγα λεπτά μόνο, αλλά η ξανθομούνα ήθελε να φρεσκαριστεί από την ορμή του επιβήτορά της πριν συνεχίσει τη δουλειά, οπότε πήγε στο σπίτι της για ένα ντους. Ο καράβλαχος ήθελε να την ξαναγαμήσει γιατί του σηκώθηκε αμέσως, αλλά ντρεπόταν να της το πει οπότε με το που έφυγε ξανακατέβηκε μόνος του στην αποθήκη και άρχισε να μαλακίζεται μόνος του ενθυμούμενος το προηγούμενο γαμήσι. Είχε ξεχάσει όμως να κλειδώσει κι έτσι η Ντόρα μπήκε μέσα και ακούγοντας θορύβους από κάτω αποφάσισε να κατεβεί.

Η μικρή βυζαρού είχε ικανοποιήσει μια χαρά τον τραπεζίτη, αλλά αυτή δεν είχε προλάβει να χύσει. Ήταν ακόμα ξαναμμένη από τα χάδια του χοντρού οπότε μόλις είδε την πουτσάρα του Παύλου να πάλλεται ένοιωσε το μουνάκι της να υγραίνεται. «Ωχ, κοίτα ένα πράμα που έχει ο χωριάτης. Παναγιά μου, δεν έχω δει μεγαλύτερο! Μια που λείπει κι η μάνα μου δεν πρέπει να χάσω την ευκαιρία», σκέφτηκε και αφού έβγαλε τη μπλούζα της ελευθερώνοντας τους βύζους της (η πουτανίτσα ήξερε πολύ καλά ότι οι βυζάρες της ήταν ακαταμάχητες) άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες για να τη δει.

-    Παύλο, σ’ έπιασα! Χα-χα, έλα μη φοβάσαι, κοίτα με, αυτό δεν είναι που θέλεις;…

του είπε και αφού έβαλε το χέρι του πάνω στα βυζιά της για να του δείξει τη διαθεσιμότητά της, του έπιασε τον πούτσο και άρχισε να του τον μαλακίζει με το έμπειρο πια χέρι της. «Ω ρε μάνα μ’ κι η μικρή η τσούπρα καραπτάνα σαν τη μεγάλη! Ωρ’ τι μαστάρια ειν’ τούτα; Α… θα τη μπδήσω κι αυτή… σκέφτηκε ο Παύλος κατακόκκινος από την καύλα. Η Δώρα έσκυψε και του τον έγλειψε για λίγο. Δεν ήξερε ότι είχε ακόμη στον πούτσο του τα ζουμιά από τη μουνάρα της μάνας της που ξέσκιζε πριν από λίγη ώρα. Ο βλάχος την άρπαξε ξαφνικά, τη γύρισε ανάποδα και άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της δυνατά.

-    Αχ, έτσι, να… να σε σουβλάω μανάρα μ’ να!

Ο βλάχος με την αφεντικίνα δεν τολμούσε να μιλήσει αλλά με την κόρη της εκφραζόταν ελεύθερα. Εξάλλου το πουτανάκι του την έπεσε με τις βυζάρες της και με τα όλα της.

-    Αχ, ωχ πιο σιγά καλέ, με πονάς, αχ… πως το κάνεις έτσι;… αχ-αχ ωραίο, ωραίο, πιο σιγά θα τα γκρεμίσεις όλα εδώ μέσα, αχ, ναι… ναι!

Ο βλάχος την είχε πιάσει από πίσω και τη βάτευε κανονικά. Η Δώρα έχυνε σαν τρελή. Ο Παύλος λίγο πριν χύσει έβγαλε τον πούτσο του έξω τη γύρισε και τον πρότεινε στις βυζάρες της:

-    Πάρε, παρ’ τα στα μαστάρια σ’, ω ρε χύσιμο, ω ρε μάνα μ’ τι βυζάρες που ‘χεις!

Οι βυζάρες της έσταζαν από τα χύσια του. «-Κοίτα πόσο πράμα έχυσε ο καράβλαχος! Πρέπει να πάω για μπάνιο έτσι όπως μ’ έκανε. Χαλάλι όμως γιατί έχει ωραίο πούτσο. Ελπίζω να ξαναγαμηθούμε σύντομα», σκέφτηκε το πορνίδιο και ντύθηκε.

-    Πρέπει να πάω σπίτι τώρα…

του πέταξε υπεροπτικά και έφυγε για το σπίτι της. Συνάντησε τη μάνα της στο δρόμο (η ξανθομούνα είχε τελειώσει το μπάνιο της και ξαναπήγαινε στο μαγαζί).

-    Τι γίνεται Δώρα πως τα πέρασες σήμερα;…

τη ρώτησε.

-    Ωραία μαμά, ήταν ωραία μέρα…

απάντησε το πουτανάκι χαμογελώντας.

Με τον διευθυντή Τραπέζης, η συνέχεια

Μετά την πρώτη φορά, ο μερακλής τραπεζίτης την κρατούσε κάθε απομεσήμερο στο γραφείο του τάχα μου για να της εξηγεί τα χρηματοοικονομικά. Αφού βεβαιωνόταν ότι ήταν μόνοι τους στο κτίριο την έγδυνε εντελώς και την έβαζε να περπατάει πάνω-κάτω στο γραφείο με τα ψηλοτάκουνα.

Τον καύλωνε να βλέπει τα μαστάρια της να κουνιούνται πέρα-δώθε, την κωλάρα της να ανεβοκατεβαίνει και τα μπούτια της να τρεμοπαίζουν. Μετά πότε την ξάπλωνε στον καναπέ και αφού την έγλειφε από πάνω μέχρι κάτω και την έκανε να τρέμει από την καύλα τη γαμούσε από μπρος και από πίσω. Άλλοτε ξάπλωνε αυτός και αφού η μικρή τον τσιμπούκωνε και της τον έχωνε γραβάτα ανάμεσα στις βυζάρες, μετά την έβαζε να καβαλάει την πούτσα του. Αυτή η στάση ήταν και που τον ξεκούραζε περισσότερο μια που όλη τη δουλειά την έκανε η πουτανίτσα. Είχε αρχίσει να της λέει και βρωμόλογα εκεί που τη γαμούσε. «Αχ, έτσι-έτσι πουτανίτσα μου, σ’ αρέσει η καβαλαρία; Χύνεις κι εσύ; Έλα χύσε με, αχ ωραία, κάτσε να σου τσιμπήσω τις βυζάρες σου παλιοβρώμα. Πάρε τσιμπιές, τέτοιος πούτανος που είσαι, τέτοια σκρόφα, τέτοια σου αξίζουν».

Τη Δώρα δεν την ενοχλούσε πολύ. Ο πατριός της στην Αθήνα της έκανε πολύ χειρότερα. Την τρέλαινε στον πόνο ο παλιοπούστης και δεν της άφηνε κανένα σημάδι – ήξερε τι έκανε ο κερατάς. Μπροστά του οι τσιμπιές και οι χυδαιότητες του τραπεζίτη ήταν πταίσματα.

-    Αχ, αχ κάντε μου ό,τι θέλετε κύριε διευθυντά, εσείς ξέρετε, αχ, σας αρέσει έτσι, να κουνηθώ κι άλλο;… αχ, πιο σιγά όμως μη με τσιμπάτε τόσο, όλο τα βυζιά μου, μου πιάνετε! Καλέ, θα μου αφήσετε σημάδι, αχ… έχυσα πάλι, το νοιώσατε πως έχυσα; Κάντε μου κι άλλο, θέλω να ξαναχύσω, ωραίο είναι κύριε διευθυντά!

Η μικρή είχε εξελιχθεί σε κανονική πουτάνα. Είχε καταλάβει πως ο διευθυντής καύλωνε με τα βρομόλογα και του έδινε αυτό που ήθελε! Άλλες φορές όταν φορούσε καμιά φούστα τη φώναζε πρωί-πρωί στο γραφείο του και της έπαιρνε το κιλοτάκι. Τον καύλωνε η ιδέα ότι η μικρή κυκλοφορούσε όλη τη ημέρα με το μουνάκι της γυμνό κάτω από τη φούστα. Εκείνες τις ημέρες τη φώναζε πολλές φορές και της σήκωνε τη φούστα για να παίρνει μάτι και να χουφτώνει το μουνάκι της εν ώρα εργασίας. Η Δώρα το απολάμβανε κι αυτή, αλλά φοβόταν κιόλας μην τους καταλάβει κανένας. Όταν γινόταν αυτά, όλη την ημέρα ήταν ήδη καυλωμένοι και οι δύο το απόγευμα κι έτσι αλλάζανε την ιεροτελεστία του γδυσίματος και των γλειψιμάτων. Με το που έκλειναν οι πόρτες ο διευθυντής καθότανε στον καναπέ, έβγαζε τον πούτσο του έξω και η Δώρα σήκωνε την φούστα της, έβγαζε τους βύζους από το πουκάμισο ή τη μπλούζα της και καθόταν πάνω στο καυλί του ανεβοκατεβάζοντας τον κώλο της. Ο διευθυντής απολάμβανε το μουνάκι της ενώ της έγλειφε και της δάγκωνε τους βύζους και τις ρώγες λαχανιάζοντας σαν γουρούνι.

-    Έλα, έλα γρήγορα μουνίτσα μου, δεν αντέχω άλλο. Όλη μέρα θέλω να σε γαμήσω. Κάτσε να τον βγάλω. Βγάλε κι εσύ τις βυζάρες σου και κάτσε πάνω μου, έλα κάνε γρήγορα σου λέω…

της έλεγε. Όσο περνούσαν οι ημέρες και η Δώρα μαύριζε από τον ήλιο, τόσο μεγαλύτερη αντίθεση έκαναν οι βυζάρες της και η κωλάρα της με το υπόλοιπο σώμα της και τόσο η απόλαυση του τραπεζικού μεγάλωνε. Είχε αρχίσει να γίνεται απρόσεκτος. Ένα πρωί, αφού της είχε αφαιρέσει το κιλοτάκι και το φύλαξε στο συρτάρι του παραλίγο να τους πιάσει στα πράσα να της χαϊδεύει το μουνάκι η μεσήλικας υπάλληλος που μοιραζόταν το γραφείο της με την Δώρα. Ο διευθυντής την είχε βάλει να κρατάει τη φούστα σηκωμένη, και της χάϊδευε το μουνάκι και τους βύζους, που το πουτανάκι είχε πετάξει έξω από το μπούστο της. Ευτυχώς το γραφείο δεν φαινόταν από την πόρτα και η μικρή κοκοτίτσα πρόλαβε να γυρίσει προς τη βιβλιοθήκη, τάχα μου ότι κάτι έψαχνε στο αρχείο, γιατί ναι μεν άφησε τη φούστα της να πέσει αλλά δεν προλάβαινε να ξαναβάλει τις βυζάρες της, που είχαν γίνει κατακόκκινες από τα τριψίματα, μέσα στη μπλούζα της.

Ο διευθυντής βέβαια από τη θέση του μπορούσε ακόμη να βλέπει τους γυμνούς της βύζους. Μόλις η υπάλληλος έφυγε από το γραφείο του είπε στην Δώρα:

-    Στο τσακ τη γλυτώσαμε. Καύλωσα όμως πολύ με όλα αυτά. Άσε τις βυζάρες σου όπως είναι, τρέχα κλείδωσε την πόρτα κι έλα να κάτσεις πάνω μου να κάνουμε ένα στα γρήγορα μουνίτσα μου…

της είπε ο πορνόγερος που του τρέχανε τα σάλια. Η Ντόρα υπάκουσε λίγο φοβισμένη.

-    Μα, κύριε διευθυντά, δεν είναι καλύτερα να περιμένουμε λίγο να πάει 4:30;…

τον ρώτησε ενώ καθόταν στα γόνατά του με τις γυμνές βυζάρες της στη φόρα.

-    Με τέτοια καύλα που έχω δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Έλα, έλα κάνε με να χύσω στα γρήγορα με το χέρι σου, για να τελειώνουμε. Μ… έτσι μπράβο, έτσι, ωραία με μαλακίζεις, αχ… αυτές οι βυζάρες σου με τρελαίνουνε μανάρι μου!

Ο κωλόγερος ηδονιζόταν. Η μουνίτσα του χάιδευε τα αρχίδια με το μπούτι της και του έπαιζε τον πούτσο με το χέρι της, ενώ ο διευθυντής της τάραζε τις βυζάρες στα τσιμπήματα και της έβαζε χέρι στο μουνάκι. Παράλληλα της έδινε και ρουφηχτά γλωσσόφιλα και την έγλειφε στο πρόσωπο. Η Δώρα αφού του τον άρμεξε σκούπισε το χέρι της με ένα μαντήλι και σηκώθηκε χαμογελαστή.

-    Θέλετε να μείνω και μετά;…

τον ρώτησε χαμηλώνοντας τα μάτια.

-    Χμ… όχι, αρκετά για σήμερα. Το κιλοτάκι σου όμως θα στο δώσω αύριο, θέλω σήμερα να πας ξεβράκωτη στο σπίτι σου…

της είπε χαιρέκακα.

-    Εντάξει, όπως θέλετε…

απάντησε λίγο ενοχλημένα η μικρή και κουνώντας την κωλάρα της κατέβηκε στο ισόγειο της τράπεζας. Δεν πέρασε μισή ώρα και την ξαναφώναξε πάνω. Η Δώρα ανέβηκε αμέσως.

-    Μάλιστα, με ζητήσατε;… του είπε.

-    Δε σε ζήτησα εγώ, αυτός σε ζήτησε…

της είπε πονηρά ο διευθυντής και έδειξε τον πούτσο του.

-    Σκέφτομαι ότι το μουνάκι σου είναι γυμνό κάτω από τη φούστα και δε μπορώ να ησυχάσω. Σήκωσε τη φούστα κι έλα μου…

είπε και έβγαλε έξω τον πούτσο του.

-    Θέλετε να καθίσω πάνω του;…

ρώτησε η μικρή και προτού πάρει απάντηση καβάλησε το καυλί του διευθυντή.

-    Εννοείτε έτσι;… έτσι θέλετε; Ωχ, μπήκε, μπήκε όλο κύριε διευθυντά!

Η Δώρα απολάμβανε την καβαλαρία.

-    Μπράβο, παιδί μου, μπράβο καυλιάρα μου. Εσύ το απολαμβάνεις πουτανάκι μου, σου αρέσει το γαμήσι ε; Κούνα τότε κι άλλο την κωλάρα σου, σου τον έχω σφηνώσει για τα καλά και το μουνάκι σου τον ρουφάει όλον.

Ο διευθυντής, με τα χέρια του στην κωλάρα της, της έδινε ρυθμό και η Δώρα αγκομαχώντας κουνιόταν πέρα-δώθε κυκλικά γύρω από τον πούτσο του.

-    Αχ, ναι κύριε διευθυντά, αχ πως με γαμάτε έτσι. Μα εσείς καυλώνετε συνέχεια, τόσο πολύ σας καυλώνω; Αχ, αχ νομίζω ότι χύνω, ναι, ναι χύνω συνεχίστε, θέλω κι άλλο, θέλω συνέχεια να με γαμάτε, συνέχεια. Μπορείτε να μου κάνετε ότι θέλετε, ότι θέλετε εγώ θα κάνω ότι μου λέτε εσείς, αχ… νάτο πάλι, μου ‘ρχεται, να το…

η πουτανίτσα βέλαζε πάνω στον πούτσο του.

-    Χύσε, χύσε μανάρα μου, χύσε για να χύσω κι εγώ. Σε χύνω, χύνω μέσα στο μουνάκι σου. Με νοιώθεις που σε γεμίζω, με νοιώθεις πουτανάκι μου;

Ο διευθυντής τη γέμιζε.

-    Ναι το νοιώθω, χύστε-χύστε, μ’ αρέσει που χύνετε, ναι…

Η μικρή είχε συνεχείς οργασμούς.

-    Εντάξει, αρκετά για σήμερα. Φόρα την κιλότα σου και πήγαινε. Αύριο πάλι μουνίτσα μου, αύριο θα σε ξαναγαμήσω.

Ο διευθυντής την ξεφορτώθηκε με μια μπατσιά στη γυμνή της κωλάρα. Η Δώρα φόρεσε την κιλότα της που μούσκεψε αμέσως, τακτοποίησε τις βυζάρες της και έστρωσε τα μαλλιά της. Κατέβηκε στο ισόγειο της τράπεζας και ένοιωθε χύσια να κατεβαίνουν σιγά-σιγά τις μπουτάρες της. Χαμογελούσε ικανοποιημένη.

Με τον ξάδερφο του διευθυντή

-    Άκου Θοδώρα, έχεις κανονίσει τίποτα για σήμερα το απόγευμα;…

ρώτησε ο κυρ-διευθυντής τη ζουμπουρλού μαθητευόμενη.

-    Τίποτα ιδιαίτερο κύριε διευθυντά, συνήθως τα απογεύματα κάνω κανένα μπάνιο στη θάλασσα…

είπε η Δώρα.

-    Χμ, καλά-καλά, εντάξει. Σήμερα θέλω να έρθεις στο σπίτι μου. Να είσαι ντυμένη επαγγελματικά, όπως στην τράπεζα δηλαδή…

είπε και της σήκωσε τη φούστα. Η Ντόρα φορούσε μια σέξι, δαντελωτή μικροσκοπική κιλότα. Οι τρίχες του μουνιού της φαινόντουσαν ολοκάθαρα και μόνο ένα κορδόνι (δεν) κάλυπτε την κωλάρα της. Ο διευθυντής τη χάιδεψε και με την άκρη του δαχτύλου του ανασήκωσε το λάστιχο της κιλότας και άγγιξε λίγο το μουνόχειλο της.

-    Λοιπόν, κατά τις 17:30 να είσαι στο σπίτι μου, την ξέρεις τη διεύθυνση, έτσι;…

τη ρώτησε ρητορικά. Η Δώρα είχε ξαναπάει δύο φορές να τη γαμήσει στο σπίτι του. Εκεί αφού πρώτα την έπλενε στη μπανιέρα, την έγλειφε ολόκληρη και δεν της τον έχωνε παρά μόνο όταν το μουνάκι της σπαρταρούσε από καύλα. Τη δεύτερη φορά την έκανε με τα προκαταρκτικά σχεδόν να τον εκλιπαρεί να την ξεσκίσει από την καύλα της.

-    Μάλιστα, όπως θέλετε…

απάντησε γουργουρίζοντας η πουτανίτσα και ασυναίσθητα κούνησε το μουνάκι της. Το απόγευμα ήταν στην ώρα της. Ο διευθυντής την έπιασε από το χέρι και την έμπασε μέσα στα γρήγορα για να μην τους πάρει και κανένα μάτι.

-    Καλώς τη την πέρδικα. Έλα, έλα Θοδώρα μου, έλα να σε γνωρίσω και στον ξάδερφό μου που τον φιλοξενώ για λίγες ημέρες…

της είπε και προλαβαίνοντας την έκπληξη και την ανησυχία της μικρής φώναξε:

-    Μπάμπη, από δω η Θοδώρα μας, η μαθητευόμενη που σου έλεγα. Όπως θα διαπιστώσεις είναι ικανότατη στη δουλειά της. Βλέπεις ότι έχει όλα τα προσόντα…

είπε και της χούφτωσε τον ένα βύζαρο. Η Δώρα τα έχασε. Ο διευθυντής της έβαζε χέρι μπροστά στον ξάδερφό του που ήταν κι αυτός στην ηλικία του και μάλλον του έμοιαζε.

-    Ωχ, μα τι κάνετ… εγώ… μη, μη, μα τι γιν…

κοκκίνισε και με το χέρι της προσπάθησε να του απομακρύνει το χέρι που της χούφτωνε το βυζί.

-    Α… Θοδώρα, έλα τώρα. Ο Μπάμπης είναι πρώτος μου ξάδερφος και μια που τον φιλοξενώ είπα να του κάνω κι ένα δωράκι. Λοιπόν πρέπει να τον… περιποιηθείς λίγο. Οι δημόσιες σχέσεις είναι βασικό κομμάτι στη δουλειά της καλής υπαλλήλου τραπέζης, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν προβλήματα με τα… λογιστικά…

της είπε υπενθυμίζοντάς την τον τρόπο που την είχε πείσει να του καθίσει την πρώτη φορά. Για να υπογραμμίσει το επιχείρημά του της τσίμπησε με δύναμη τη ρώγα και με μια μπατσιά στον κώλο την έστειλε να καθίσει δίπλα στον Μπάμπη που ήδη ξερογλειφόταν στον καναπέ.

-    Γεια σου κούκλα μου, έλα-έλα να καθίσεις δίπλα μου. Εγώ είμαι ο Μπάμπης, εσένα απ’ ότι άκουσα σε λένε Θοδώρα;…

τη ρώτησε όλο γλύκα ο μερακλής ξάδερφος.

-    Μάλιστα, Θοδώρα…

απάντησε η Δώρα λίγο καθησυχασμένη και σκέφτηκε: «Ήσυχο ανθρωπάκι φαίνεται αυτός. Ίσως την αποφύγω την παρτούζα…», αλλά ο Μπάμπης συνέχισε αμέσως:

-    Χαίρω πολύ Θοδώρα…

και έτεινε το χέρι του. Η Δώρα έτεινε κι αυτή το δικό της, αλλά ο ξάδερφος του διευθυντή της είχε ήδη βουτήξει τη βυζάρα της με το χέρι του και της έκανε χειραψία.

-    Μπράβο, ξάδερφε. Συγχαρητήρια για τις προσλήψεις σου. Η Θοδώρα έχει προσόντα με το παραπάνω…

είπε ενώ την χούφτωνε εν ψυχρώ. Η Ντόρα είχε παγώσει.

-    Και που να δεις και τα υπόλοιπα ξάδερφε. Μην την βλέπεις που είναι ακόμα κομπλαρισμένη. Μόλις τη βάλουμε κάτω θα βελάξει…

απάντησε ο διευθυντής και κάθισε και αυτός δίπλα στη Δώρα χώνοντας το χέρι του στα μπούτια της. Η Δώρα δεν ήξερε από ποιόν να πρωτοφυλαχτεί. Τα χέρια τους χωνόντουσαν παντού και ο ξάδερφος την έγλειφε κιόλας στο λαιμό. Ο Μπάμπης έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα της και σε λίγο η Δώρα άρχισε να χαλαρώνει και να ανταποκρίνεται.

-    Ωχ, ωχ ξάδερφε, αυτή μου έχωσε τη γλώσσα της στο στόμα. Είχες δίκιο. Κάτσε να τον βγάλω έξω, δεν αντέχω άλλο. Βγάλε τα ρούχα σου Θοδώρα, γρήγορα!

Ο Μπάμπης έβγαλε τον πούτσο του έξω και ο διευθυντής βοηθούσε τη Ντόρα να γδυθεί εντελώς.

-    Κοίτα, κοίτα κορμάρα που διαθέτει ξάδερφε. Έχεις ξαναδεί τέτοιον κόμματο; Τέτοιους βύζους δεν έχουν ούτε σαραντάρες. Ούτε η Δ… Λ… στα ντουζένια της. Πιασ’ τους, πιασ’ τους να δεις τι ωραία που είναι!

Ο διευθυντής παρότρυνε τον ξάδερφό του.

-    Μωρέ θα τους δώσω να καταλάβουν. Σκύψε λίγο κούκλα μου να μου τον γλείψεις, έλα να δούμε την τέχνη σου!

Ο κυρ-Μπάμπης της ανεβοκατέβαζε το κεφάλι στο σηκωμένο πράμα του. Η Δώρα του έγλειφε το κλαρίνο με τέχνη.

-    Είδες, είδες ξάδερφε πως τον παίρνει όλο μέσα στο στόμα της. Σήκωσε λίγο την κωλάρα σου παιδί μου να εξυπηρετηθεί κι ο διευθυντής σου. Έτσι μπράβο! Κοίτα τώρα ξάδερφε πως μειώνουμε τις ουρές στην τράπεζα, εκπαιδεύουμε τις υπαλλήλους να εξυπηρετούν τους πελάτες δυο-δυο. Αχ, παρ’ τον μέσα στο μουνάκι σου. Μ… τι σου ’λεγα ξάδερφε μούσκεμα είναι το πουτανάκι!

Ο διευθυντής γαμούσε τη Δώρα από πίσω ενώ πίπωνε τον ξάδερφό του.

-    Ξάδερφε, τι πούτανος είναι αυτός. Αμάν, αυτή είναι τσιμπουκλού πρώτης τάξης. Δε θα αντέξω και πολύ ακόμα, νάτο-νάτο χύνω στο στόμα της, τη χύνω, κατάπιε τα όλα πουτανάκι μου, μην αφήσεις σταγόνα! Άντε χυσ’ τη κι εσύ ξάδερφε για να αλλάξουμε, θέλω να την κωλογαμήσω κι εγώ. Για πες μου πορνίδιο, το θέλεις κι εσύ;…

τη ρώτησε. Η Δώρα αφού κατάπιε τα χύσια του απάντησε:

-    Αχ, όπως θέλετε κύριε Μπάμπη. Αν συμφωνεί και ο κύριος διευθυντής. Θέλετε να γυρίσω;-    Όχι, όχι έχω μια καλύτερη ιδέα…

πετάχτηκε ο διευθυντής που αφού την έχυσε καλά-καλά μία φορά, του ξανακαύλωσε αμέσως.

-    Θα την κάνουμε σάντουιτς. Λοιπόν, ξαπλώνω εγώ, Θοδώρα κάτσε με τα μπούτια ανοιχτά πάνω στον πούτσο μου και τούρλωσε την κωλάρα σου για να σε κωλογαμήσει ο Μπάμπης, γρήγορα όμως, γρήγορα!

Η Θοδώρα υπάκουσε και σε λίγο αγκομαχούσε με δύο πούτσους που τη γαμούσαν συντονισμένα. Έχυνε σαν τρελή:

-    Μ… καλέ είναι ωραίο, ωραίο είναι δύο μαζί, ναι… έχυσα πάλι, θέλω κι άλλο, κι άλλο, πιο βαθειά!

-    Μην ανησυχείς πουτανάκι μου, μην ανησυχείς. Με τις βυζάρες σου, τις μπουτάρες, την κωλάρα σου, τις τσιμπουκοχειλάρες σου και το μουνάκι σου, δεν υπάρχει περίπτωση να μην είμαστε συνέχεια καυλωμένοι. Ωχ, ξάδερφε αισθάνομαι τον πούτσο σου που την κωλογαμεί με τον δικό μου μέσα στο μουνάκι της. Δωσ’ της δυνατά ξάδερφε, ξέσκισέ της την κωλάρα. Αυτό της αξίζει τέτοια πουτάνα που είναι. Έλα-έλα, κάθε απόγευμα θα σου την φέρνω να γαμάς, δική μας είναι, είναι η σκρόφα μας, έλα και ξαναχύνω της τα ρίχνω πάλι μέσα στο μουνάκι της, παρ’ τα-παρ’ τα μουνάρα μου…

έλεγε ο διευθυντής και την έχυνε σαν αντλία. Η Δώρα μούγκριζε από ηδονή.

-    Έλα, γύρνα τώρα που έχυσε ο διευθυντής σου, γύρνα από ‘δώ γιατί θέλω να τελειώσω στις βυζάρες σου…

τη διέταξε ο κυρ-Μπάμπης. Η Δώρα σηκώθηκε, γονάτισε και έπιασε τα βυζιά της φέρνοντάς τα κοντά στον πούτσο του ξαδέρφου του διευθυντή της:

-    Έτσι, έτσι θέλετε; Να σας τον τρίψω με τα βυζιά μου καλύτερα;…

ρώτησε η πουτανίτσα.

-    Ναι, ναι κάνε μου ισπανική, θα στον φορέσω γραβάτα…

ενθουσιάστηκε ο ξάδερφος. Η Ντόρα του μαλάκιζε τον πούτσο στη βυζοχαράδρα της και που και που του τον έγλειφε και με τη γλώσσα της:

-    Μ… σας αρέσει;… είναι ωραίο; Θέλετε πιο σφιχτά, πιο γρήγορα; Ελάτε, χύστε με, χύστε τα πάνω μου, το θέλω κι εγώ! Ωχ, κύριε διευθυντά εσείς μου χαϊδεύετε το μουνί, ωχ… θα με κάνετε να ξαναχύσω έτσι, ναι-ναι χύνω κιόλας, χύνω πάλι, το νοιώθετε; Ελάτε χύστε κι εσείς, χύστε το ζουμί σας στα βυζιά μου…

έλεγε καυλωμένη η Δώρα.

-    Πουτάνα μου, πουτανάκι, παρ’ τα λοιπόν, παρ’ τα πάνω στους βύζους σου αφού τα θέλεις τόσο πολύ. Να…

ο κύριος Μπάμπης της πιτσίλισε τις βυζάρες με το σπέρμα του. Η Ντόρα συνέχισε να τρίβει με τους βύζους της το καυλί του ώσπου να στραγγίξει εντελώς.

-    Λοιπόν, ξάδερφε, είδες τι υπαλλήλους έχουμε; Το κακό είναι ότι θα καθίσει μόνο για το καλοκαίρι, μετά θα επιστρέψει στην Αθήνα. Αλλά, για στάσου εκεί μπορεί να εξυπηρετεί εσένα, ε Θοδώρα; Δώσε το τηλέφωνό σου στην Αθήνα στον Μπάμπη για να ξέρει που να σε βρει…

της είπε ο κύριος διευθυντής.

-    Ναι, βέβαια κύριε διευθυντά. Κύριε Μπάμπη είναι #……… . Μπορείτε να με πάρετε όποτε θέλετε…

είπε το πουτανάκι δουλικά και ο ξάδερφος ικανοποιημένος αφού σημείωσε το νούμερο έχωσε το χέρι του στους βύζους της:

-    Γεια σου ρε ξάδερφε, μ’ έφτιαξες πάλι. Τέτοια βυζαρού μουνίτσα δεν το φανταζόμουν ότι θα μου καθότανε!.

«Άντε να δούμε ποιος θα με πρωτογαμάει στην Αθήνα. Δε μου φτάνανε ο Ιάκωβος, ο πατριός μου, ο Λυκειάρχης, θα έχω και τον ξάδερφο του τραπεζίτη τώρα. Χώρια τα έκτακτα…», σκέφτηκε η Δώρα και έγειρε λίγο προς τα πίσω για να της τα ζουλάνε πιο άνετα πάνω στον καναπέ.



Copyright protected OW ref: 122245