Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (10ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από DemT
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.75 (16 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (9ο μέρος)

Κεφάλαιο 14 – Επιστροφή στο σπίτι

Φτάσαμε σπίτι νωρίς σχετικά, πριν τις δέκα. Από κάτω είδα φώτα στο διαμέρισμα. Σήμαινε ότι η Φλώρα δεν είχε βγει με τη Μαρία, κάτι που με ανακούφισε. Το δεύτερο που με ανακούφισε ήταν ότι η Φλώρα είχε ήδη ξαπλώσει. Μπήκα για μπάνιο, να βγάλω από πάνω μου τις μυρωδιές του σπιτιού και του σώματος της Πόπης. Την ώρα που το νερό έτρεχε πάνω μου σκέφτηκα τη Φωτούλα, τα λίγα δευτερόλεπτα που άγγιξα το στήθος της.

Κάθισα για ένα ουίσκι στον καναπέ, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Ήπια δυο γουλιές μόνο και το άφησα στο πλάι. Τα ποτήρια κρασί στο σπίτι της Πόπης ήταν ήδη πολλά. Άφησα να περάσει λίγη ώρα μήπως κοιμηθεί η Φλώρα. Το προτιμούσα, δεν ήξερα αν ήθελα να μιλήσουμε. Όσο για σεξ, ακόμα και η σκέψη ότι θα μπορούσε να θέλει, μου έφερνε τρόμο… ήμουν τελείως εξαντλημένος, σωματικά και κυρίως ψυχολογικά.

Με πήρε ο ύπνος εκεί στον καναπέ και όταν ξύπνησα το φως στην κρεβατοκάμαρα ήταν σβηστό. Ξάπλωσα δίπλα της όσο πιο μαλακά μπορούσα. Το πρωί ήταν ευδιάθετη.

-    Πώς περάσατε χτες με τον Σταύρο;

-    Καλά.

Δεν τολμούσα να εξειδικεύσω. Ευτυχώς ούτε εκείνη ρώτησε περισσότερα. Γύρω στις έντεκα, στη δουλειά, τηλεφώνησε η Μαρία. Ήθελε να μάθει το ίδιο, πώς περάσαμε. Αιφνιδιάστηκα. Δεν είχα ιδέα τι της είχε πει ο Σταύρος και βρέθηκα σε φοβερά δύσκολη θέση. Ξέφυγα λέγοντας ότι είμαι με κόσμο. Έστειλα επειγόντως sms στον Σταύρο «τι ξέρει η Μαρία για χτες;» και μου απάντησε «τίποτα!» Ευτυχώς, δεν είχα αποκαλύψει κάτι σε καμία από τις δύο αδελφές.

Ως το μεσημέρι είχα μια άλλη αγωνία, αν θα έστελνε η Φλώρα μήνυμα «ότι θα αργήσει». Τίποτα τέτοιο και πράγματι ήρθε στην ώρα της σπίτι, λίγο μετά από μένα. Ήταν και πάλι κεφάτη. Μπήκε για ένα γρήγορο ντους (συνηθισμένο όταν είχε κουραστεί στη δουλειά) και μετά κατευθείαν για φαγητό. Μιλήσαμε περί ανέμων, τη στιγμή που μέσα μου καιγόμουν να μάθω αν είχε γίνει «κάτι». Ξάπλωσε για μεσημέρι και πήγα κοντά της με όρεξη. Το κατάλαβε. Όπως ήταν γυρισμένη από την άλλη πλευρά της έπιασα τα βυζιά μέσα από τη πιτζαμούλα. Είχε βγάλει το σουτιέν.

-    Έχουμε καύλες; ρώτησε.
Η συνηθισμένη της ερώτηση. Μεταφραζόταν σε «κάνε ό,τι θέλεις». Της κατέβασα το παντελονάκι και ακούμπησα το σηκωμένο μου καυλί στον κώλο, τρίβοντάς το εξωτερικά, καθώς την αγκάλιαζα από την πλάτη.

-    Ναι, καύλες... μετά από όσα έγιναν.

Το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή, καθώς άκουγα την καρδιά μου να χτυπά τρελά, ήταν να μου μιλήσει για τις πουτανιές της.

-    Τι είναι αυτό που έγινε; ρώτησε δήθεν αθώα.

Άπλωσα το χέρι στο κομοδίνο πίσω μου και έπιασα ένα προφυλακτικό. Βοηθούσε να μην πονάω μετά. Το φόρεσα βιαστικά και ακούμπησα το κεφάλι από το καυλί μου στην κωλοτρυπίδα της. Έσπρωξα ελαφρά μέσα, χωρίς να μπω. Συνήθως πονούσε λίγο στα πρώτα σπρωξίματα, μετά το ευχαριστιόταν όσο και από το μουνί.

-    Ρωτάς τι έγινε; Που γαμιόσουνα μπροστά μου;

Γέλασε.

-    Γαμιόμουν... σαν πουτάνα.

Μπήκα μέσα, με δυο τρεις κινήσεις, πάνω από το μισό καυλί. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη και εκείνη αυτόματα, όπως έκανε πάντα, έβαλε το χέρι της στην κλειτορίδα. Δεν κρατήθηκα άλλο να μη ρωτήσω.

-    Τι έγινε σήμερα στη δουλειά;

Βογκούσε ήδη έντονα, σαν να ήταν καυλωμένη από το πρωί.

-    Με αυτούς τους δύο;

-    Ναι, τους είπες αυτό που σου είπε η αδελφή σου;

Πάνω στην καύλα, μου φαινόταν ότι το καλύτερο πράγμα που μπορούσε να έχει συμβεί ήταν να τους έχει πει ότι θα καθίσει να τη γαμήσουν. Τι είναι ο εγκέφαλος.

-    Ποιο;

-    Ότι θα τον φας.

-    Ναι, τους το είπα... "μπορείτε να με γαμήσετε".

Μιλούσε με μικρές κραυγές, όπως η κίνησή μου.

-    Και πότε θα σε γαμήσουν;

-    Μου είπαν ότι θα κανονίσουν ένα βράδυ σπίτι τους. Και θα είναι και η γυναίκα του Παύλου.

-    Η καραπουτάνα;

-    Ναι, η καραπουτάνα που τον τρώει όπου βρεθεί.

-    Έτσι θα γίνεις και εσύ;

-    Έτσι. Θες να γίνω έτσι;

-    Ναι, θέλω να ξέρουν όλοι ότι τον τρως.

Δεν ήμουν ένα λεπτό μέσα της και φαινόταν ότι θα τέλειωνε, τέτοια καύλα είχε καθώς μου τα έλεγε αυτά.

-    Το έχουν καταλάβει όλοι, πουτάνα;

-    Το έχουν, ναι. Το βλέπουν αχ – αχ θα χύσω... χύνω...

Έχυσε σπαρταρώντας στα χέρια μου. Εγώ συνέχισα να της γαμάω τον κώλο. Δεν την πείραζε ποτέ.

-    Πες μου τίποτα άλλο να τελειώσω. Πώς το ξέρουν οι άλλοι;

-    Με βλέπουν. Με βλέπουν να μπαίνω στο γραφείο τους και να κλείνω την πόρτα, είπε με αλλαγμένη, πιο ήρεμη φωνή.

-    Και σε κοιτάνε όταν βγαίνεις;

-    Ναι... σα να λένε «κοίτα το τσουλάκι, πάλι πίπες έπαιρνε».

-    Σου έχει πει κανείς άλλος να του πάρεις πίπα;

-    Ναι... και του είπα ότι θα του πάρω.

Αυτό δεν ήταν πολύ πειστικό, μάλλον μια από τις φαντασιώσεις που πάντα λέγαμε.

-    Στους άλλους σήμερα πήρες πίπα;

-    Όχι... Είχε πολύ κόσμο...

Για την καύλα προτιμούσα να μου έλεγε ότι τους είχε πάρει.

-    Αύριο, συμπλήρωσε αμέσως, ξέροντας καλά τι περίμενα να ακούσω. Αύριο θα με πάνε πάλι στο αμάξι να τους πιπώσω. Μήπως πρέπει να τους αφήσω να με γαμήσουν;

-    Ναι...

-    Αύριο ίσως με γαμήσουν πρώτη φορά μες το αμάξι. Να γυρίσω όπως λέει η αδελφή μου, χυμένη.

Ως εκεί ήταν. Έχυσα και εγώ με λίγες κινήσεις ακόμα και έμεινα πλάι της ξαπλωμένος να ηρεμήσω, χωρίς να βγω. Κοιμηθήκαμε έτσι γυμνοί κάτω από το πάπλωμα. Μόνο το προφυλακτικό έριξα στο πάτωμα.

Κεφάλαιο 15 – Στο Hot Spot

Την άλλη μέρα η Φλώρα πήγε με ταξί στη δουλειά. Κάποιος θα ερχόταν να πάρει το Smart για σέρβις. Συμφωνήσαμε το μεσημέρι να περάσω να την πάρω σπίτι με το αμάξι μου. Από το γραφείο τηλεφώνησα στη Μαρία.

-    Θα σε έπαιρνα τώρα! Είπε.  

Ουφ! Πρόλαβα. Να μην έχω πάλι παράπονα.

-    Μου είπε η Φλώρα ότι δεν έχει αυτοκίνητο, συνέχισε. Θα έρθουμε με το Σταύρο να σε πάρουμε από τη δουλειά και να πάμε να πάρουμε και εκείνη. Να πηγαίναμε οι τέσσερις μια βόλτα.

Με τον Σταύρο; Ο Σταύρος δε μπορούσε σχεδόν ποτέ να φύγει μεσημέρι από την εταιρία του. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην έχει σκαρφιστεί κάτι πάλι το πουτανάκι. Στις τρεις ακριβώς, ήμασταν με τη Μερσεντές του Σταύρου κάτω από της Φλώρας. Μπήκε μέσα και κάθισε δίπλα μου, πίσω. Δεν έδειχνε κουρασμένη, ήταν και πάλι πολύ ευδιάθετη. Σίγουρα αυτές τις μέρες ήταν στα καλύτερά της.

-    Πού λέτε να πάμε;… ρώτησε.

-    Ξέρω γω; είπε ο Σταύρος. Παραλία;

Δεν ήταν σπάνιο να πηγαίνουμε παραλία τέτοια εποχή. Μας άρεσε ο χειμώνας.

-    Αλλά θα κάνουμε μια στάση, συμπλήρωσε η Μαρία. Θέλω να δω το χώρο.

«Ποιο χώρο»; αναρωτήθηκα από μέσα μου. Για μια στιγμή σκέφτηκα τη δουλειά της Φλώρας, στην οποία ήξερα ότι η Μαρία είχε πάει ήδη αρκετές φορές.

-    Τη μάντρα, απάντησε καταλαβαίνοντας από το βλέμμα μου.

Όπως το είχα φανταστεί. Κάτι είχε σκαρφιστεί. Δεν έφερε κανείς αντίρρηση και φυσικά ο Σταύρος ήξερε τη διαδρομή. Σε δυο λεπτά είχε παρκάρει στη μάντρα, που ήταν και πάλι έρημη.

-    Ώστε εδώ παίρνεις τις πίπες;…

ρώτησε η Μαρία γυρίζοντας προς τα πίσω.

-    Ναι...

Η Φλώρα απάντησε με ένα ελαφρύ χαμόγελο. Ήταν προφανώς συνεννοημένες.  

-    Θα πάρεις τώρα από μια στον καθένα;

-    Πρέπει; Αν πρέπει...

-    Πρέπει, είπε ο Σταύρος.

-    Αλλά θα το κάνεις όπως με αυτούς τους δύο, συνέχισε η Μαρία. Πίσω κάθισμα, χωρίς ρούχα από πάνω.

Η Μαρία έβγαλε υπάκουα το μπουφάν και έπειτα τη μπλούζα. Δε μου έκανε την παραμικρή εντύπωση που το έκανε έτσι μηχανικά, μπροστά στον Σταύρο και την αδελφή της. Αυτή ήταν τώρα η Φλώρα. Στη θεά του σκούρου δέρματός της και του σουτιέν με τα γεμάτα βυζιά της, ένιωσα το πρώτο σκίρτημα στο καυλί. Καθώς έσκυβε πάνω του (άνοιξα αμέσως το φερμουάρ) ο Σταύρος γύρισε το σώμα του από τη θέση του οδηγού και με το ένα χέρι της έπιασε το στήθος.

-    Τι ωραία βυζιά, είπε.

-    Κοίτα τι πουτάνα έχει γίνει, πρόσθεσε η Μαρία.

Η Φλώρα μου έγλειφε το καυλί που ήταν ήδη σε 75% στύση και με κοιτούσε με ένα ύφος ανάμεσα στην καύλα και τη μη-καύλα, την αδιαφορία. Και αυτό το δεύτερο με καύλωνε περισσότερο. Ξαφνικά το μάτι μου αντιλήφθηκε μια κίνηση. Με αληθινή έκπληξη (πρέπει να τινάχτηκα καθώς ήμουν χαλαρός στο κάθισμα) είδα το γνωστό peugeot να μπαίνει στη μάντρα και να σταθμεύει κοντά μας, στα πέντε μέτρα. Μέσα ήταν οι δύο, ο Πέτρος και ο Παύλος. Τι στην ευχή γινόταν;

-    Ήρθαν, είπε η Μαρία.

Η Φλώρα έκανε μισό «μμ--ναι…» με το καυλί πάντα στο στόμα. Ώστε το είχαν κανονίσει.

-    Ποια θα τους τσιμπουκώσει; Εγώ ή εσύ;… είπε πάλι η Μαρία.

Ξανά «μ…» η Φλώρα, χωρίς να σταματά το γλείψιμο. Τι πουτάνες θεέ μου!

-    Πολύ θα ήθελα να τους τσιμπουκώσω εγώ σήμερα αυτούς τους δύο. Αλλά μήπως προτιμάς να το κάνεις εσύ Φλώρα μου, που είναι μαθημένοι στο στόμα σου;

Η Φλώρα έκανε ξανά «μ…» απασχολημένη με το καυλί μου. Ο Σταύρος εξακολουθούσε γυρισμένος προς τα πίσω, έχοντας τώρα την παλάμη του μέσα στο σουτιέν της Φλώρας, χωρίς να της έχει κατεβάσει την τιράντα. Η Φλώρα έστριβε το σώμα λίγο προς το πλάι, να τον διευκολύνει.

-    Δεν απαντά, συνέχισε η Μαρία. Εσύ τι λες Δημήτρη; Να τους τσιμπουκώσω εγώ ή αδελφή μου;

Πώς με έπαιζε η πουτάνα στα δάκτυλα! Ήξερε ότι πάνω στην καύλα μου, μπορούσε να μου πάρει ό,τι ήθελε.

-    Εκείνη...

Της άρεσε αυτό.

-    Έλα Φλώρα, σταμάτα λίγο, θα τον πάρω εγώ τον Δημήτρη. Πήγαινε εσύ να τσιμπουκώσεις αυτούς τους δύο.

Όπως ακριβώς το είχε σχεδιάσει, χωρίς καμία αμφιβολία: Η Φλώρα να συμπεριφέρεται σαν τσούλα στα μάτια όλων μας, η ίδια να καταλήξει με το καυλί μου στο στόμα της, μπροστά στον άντρα της. Δύο στα δύο. Η Φλώρα ανασηκώθηκε και κοίταξε προς το peugeot. Έπειτα έβαλε το μπουφάν πάνω από το σουτιέν, χωρίς να φορέσει ξανά την μπλούζα. Άνοιξε την πόρτα ταυτόχρονα με τη Μαρία και βγήκαν και οι δύο έξω. Η Μαρία ήρθε και κάθισε δίπλα μου ενώ η Φλώρα κατευθύνθηκε στο πίσω κάθισμα του peugeot. Τη στιγμή που η Μαρία με έπαιρνε στο στόμα είδα απέναντι την πόρτα του συνοδηγού να ανοίγει και έναν από τους δύο (ακόμα και δεν είχα μάθει ποιος ήταν ο Πέτρος και ποιος ο Παύλος) να πηγαίνει και αυτός πίσω με την Φλώρα. Έπειτα παρακολούθησα τη γυναίκα μου μέσα από τα τζάμια των δύο αυτοκινήτων να βγάζει το μπουφάν και να μένει με το σουτιέν, πριν σκύψει από πάνω του.

Αφέθηκα για λίγο στη Μαρία με την καύλα μου στον ουρανό. Ένα στόμα στο καυλί μου και απέναντι η γυναίκα μου να γλείφει τους δύο, ποιος θα άντεχε; Κάτι με έπιασε όμως, δεν ήθελα η Μαρία να εκτεθεί λιγότερο από τη γυναίκα μου. Έπιασα τη μπλούζα της και την υποχρέωσα να σηκώσει τα χέρια και να τη βγάλει, αφήνοντάς με για ένα δευτερόλεπτο από το στόμα της. Έπειτα γύρισα λίγο καλύτερα προς το μέρος της και την άφησα να με γλείφει ενώ έπαιζα τα μικρά και πάντα καυλωτικά βυζιά της στις παλάμες μου, πάνω από το σουτιέν. Ο Σταύρος δεν έδειχνε τώρα το ίδιο ενδιαφέρον με πριν, όταν στη θέση της γυναίκας του ήταν η δική μου. Απλώς παρακολουθούσε με ένα μειδίαμα.

Μου άρεσαν τα βυζιά της Μαρίας και ας ήταν μικρά. Αλλά, αντίθετα με της Φλώρας που με καύλωναν μέσα από το τρυπητό συνήθως σουτιέν, της Μαρίας μου άρεσαν γυμνά. Της κατέβασα το σουτιέν ελαφρά χωρίς να το λύσω και τα πήρα στα χέρια μου. Ένιωθα ότι πλησίαζα, αλλά μια ιδέα μου καρφώθηκε. Να της χύσω τα βυζιά αντί να με καταπιεί. Της το είπα με φωνή που σχεδόν έτρεμε από τον πόθο.

-    Μ… («όχι») έκανε εκείνη, χωρίς να με βγάζει από το στόμα της.

Αλλά η ιδέα μου είχε καρφωθεί.

-    Έλα, άσε τον να σου χύσει τα βυζιά, συνηγόρησε ο Σταύρος.

Ήμουν στο τσακ όταν διστακτικά με άφησε από το στόμα της και τεντώθηκε προς το μέρος μου, φέρνοντας τα βυζιά της πάνω στο καυλί μου. Άρχισα να τη χύνω με ορμή, με το σπέρμα μου να πηγαίνει πρώτα στο λαιμό και κάτω από το πηγούνι της, αντί για τα βυζιά της. Μόνο το υπόλοιπο κατόρθωσα να το κατευθύνω εκεί που ήθελα, γύρω από τις ρώγες της.

Πήρε ένα χαρτομάντιλο από μια θήκη ανάμεσα στα μπρος καθίσματα και σκούπισε το λαιμό της. Δεν την άφησα όμως να σκουπίσει το στήθος της. Το πουτανάκι -το αληθινό πουτανάκι- δεν θα έβαζε μόνο τη γυναίκα μου να κατεβαίνει ένα-ένα τα σκαλιά. Με το ένα χέρι κράτησα μακριά το χαρτομάντιλο και με το άλλο της ανέβασα ξανά το σουτιέν, καλύπτοντας το σπέρμα μου. Γέλασε.

-    Σου αρέσουν τα χυμένα σουτιέν, ε;

Εκείνη τη στιγμή στο πεζό άνοιξε η πόρτα και παρακολούθησα άλλη μια φορά (αυτήν όχι κρυμμένος...) τη διαδικασία που γνώριζα. Ο ένας άνδρας γύρισε στη θέση του συνοδηγού, ο άλλος βγήκε και ήρθε πίσω. Η Φλώρα έσκυψε από πάνω του και άρχισε ξανά το γλείψιμο.

-    Τι πουτάνα...

Η αδελφή της το είπε αυτό ενώ φορούσε ξανά τη μπλούζα της.

-    Και να σκεφτείς ότι έλεγε πουτάνα εμένα, συνέχισε. Αλλά ήξερα ότι ήθελε να τα κάνει όλα.

Ο Σταύρος γέλασε.

-    Εσύ την έκανες έτσι.

-    Θα τη βάλω να σε τσιμπουκώσει μόλις τελειώσει από κει. Να έχει πάρει σήμερα και τις τέσσερις ψωλές.

Φαίνεται ότι ο δεύτερος δεν άντεξε πολύ γιατί πριν περάσουν δυο λεπτά η Φλώρα άνοιξε την πόρτα, φορώντας όπως-όπως το μπουφάν (έκανε και κρύο) και ήρθε προς το μέρος μας. Πήγε να ανοίξει την πίσω πόρτα αλλά η αδελφή της έκανε νόημα να πάει μπροστά. Στο peugeot ο οδηγός επέστρεψε στη θέση του χωρίς να κοιτάξει προς το μέρος μας και έβαλε βιαστικά μπρος.

-    Πολύ γρήγορα τους τέλειωσες, είπε η Μαρία.

-    Ναι...

-    Πάρε τώρα και τον άντρα μου.

Αν είχα χρονόμετρο δε θα είχα προλάβει να πατήσω το κουμπί. Η Φλώρα έσκυψε πάνω από το καυλί του Σταύρου (που το είχε ήδη έξω) χωρίς δεύτερη κουβέντα. Άρχισε να τον γλείφει αργά-αργά, ενώ εκείνος της έπιανε πάλι τα βυζιά κάτω από το ανοιχτό μπουφάν. Η μπλούζα της είχε ξεμείνει στο πίσω κάθισμα. Η Μαρία συνέχισε τους διαλόγους με ό,τι της ερχόταν στο νου, άλλοτε μιλώντας στην αδελφή της, άλλοτε στον άντρα της.

-    Τι πουτάνα. Τους κατάπιες όλους. Θα πνιγείς στο σπέρμα. Πιάνε της τα βυζιά. Σου αρέσουν περισσότερο από τα δικά μου, ε; Γιατί, επειδή είναι πιο μεγάλα; Θα τη γαμήσετε και οι δυο το βράδυ. Θα τη βάλω στο κρεβάτι με τα πόδια ανοιχτά να της τρέχουν πάλι τα χύσια.

Όλη αυτή την ώρα είχε το χέρι της στο καυλί μου, που φυσικά είχε πέσει, ενώ εγώ είχα τα μάτια στο στόμα της Φλώρας. Άρχισα να νιώθω με έκπληξη την αρχή μιας δεύτερης στύσης. Η Μαρία το κατάλαβε και έπεσε με το στόμα της πάνω στο καυλί μου.

-    Μμ... έκανε. Τι βλέπω;

Για λίγο μείναμε και οι δύο άνδρες με τις περιποιήσεις των γυναικών μας, μέχρι που ο Σταύρος ακούστηκε να τελειώνει μέσα στο στόμα της Φλώρας ενώ -να και μια φορά που η Μαρία δεν τα κατάφερε- το καυλί μου επέστρεψε κάτω, προς απογοήτευσή της. Καθίσαμε άλλα δυο τρία λεπτά και έπειτα ο Σταύρος έβαλε μπρος, χωρίς οι δύο γυναίκες να αλλάξουν θέση. Η Φλώρα απλώς ανέβασε το φερμουάρ από το μπουφάν της.

Σε όλη τη διαδρομή ο Σταύρος, επίτηδες πιστεύω, της έπιανε φανερά το στήθος πάνω από το μπουφάν ενώ οδηγούσε. Εκείνη μιλούσε αδιάφορα, σαν το να σου πιάνει τα βυζιά ο οδηγός είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου. Ένιωσα τρίτη φορά καύλα, αν και ευτυχώς η Μαρία δεν το κατάλαβε. Δεν περάσαμε από τη δουλειά μου για το αμάξι μου, θα με πήγαινε αύριο το πρωί η Φλώρα. Παρκάραμε κάτω από το δικό τους σπίτι και επέμεναν να ανέβουμε πάνω για ένα καφέ. Η Φλώρα προτιμούσε να γυρίσει σπίτι για ντους, αλλά η αδελφή της την τράβηξε με το ζόρι. "Θα κάνεις σε μας ντους – μα δεν έχω εσώρουχα – δεν πειράζει" κλπ. Άραγε τι θα σκεφτόταν κάποιος γείτονας αν ήξερε ότι η γυναίκα μου δε φορούσε τίποτα κάτω από το μπουφάν; Τη μπλούζα της την κρατούσα εγώ διακριτικά διπλωμένη στα χέρια.

Στο σπίτι μπήκε πράγματι για ντους ενώ ο Σταύρος έκανε το ίδιο στο δεύτερο. Τέλειωσαν ταυτόχρονα και μπήκα εγώ στο ένα και η Μαρία στο άλλο. Παρά τα όσα είχαν προηγηθεί μια ώρα πριν στη μάντρα, εκεί που η Φλώρα είχε δείξει σε όλους μας σε τι γαμιόλικο πουτανάκι είχε μεταμορφωθεί, η έκπληξή μου ήταν τεράστια όταν βγήκα και την είδα στον καναπέ, καθιστή πάνω στο καυλί του Σταύρου, να γαμιέται με πάθος, σαν να ήταν μοναχά οι δυο τους στο σπίτι. Από το δεύτερο μπάνιο ακούγονταν τα νερά από το ντους της Μαρίας. Η Φλώρα με κοίταξε με το γνωστό casual ύφος καθώς ανεβοκατέβαζε τη λεκάνη της με ρυθμό στο καυλί του Σταύρου. Έγερνε μπροστά, κολλημένη σχεδόν στο σώμα του, ενώ εκείνος είχε το ένα της στήθος στο στόμα και της το έγλειφε με μανία.

-    Γαμιέμαι πάλι, μου είπε.

Και σε λίγο, πάντα κοιτώντας με:

-    Πουτάνα έχω γίνει... σου αρέσει;

Έγνεψα ναι. Καύλωνα.

-    Θέλω να τον παίρνω όλη μέρα. Αύριο θα τους πάρω και τους δύο αυτούς.

Κάτω από τη μεγάλη πετσέτα που είχα τυλιχθεί, το καυλί μου σηκωνόταν ξανά.

-    Θεέ μου, τι μουνί έχει η γυναίκα σου, είπε ο Σταύρος αφήνοντας για μια στιγμή το βυζί. Πώς μου αρέσει να είμαι μέσα του.

Και εκείνη:

-    Το μουνί μου είναι για τις ψωλές. Θέλω να μου το σκίζουν.

Και ξανά ο Σταύρος:

-    Έλα να σε πάρει στο στόμα.

Να με πάρει στο στόμα ενώ τον έτρωγε στο μουνί! Αυτό δεν το είχε «ξανακάνει» παρά μόνο στις φαντασιώσεις μας! Δίστασα, έκανα ένα βήμα, σταμάτησα... Το είδα στο βλέμμα της:

-    Έλα δώσε μου το, είπε η Φλώρα. Γέμισε όλες τις τρύπες μου. Κάνε με πουτάνα χωρίς επιστροφή.

Πήγα δίπλα τους, ανασήκωσα την πετσέτα (που την κρατούσα στους ώμους επειδή κρύωνα) και πλησίασα το καυλί μου στο στόμα της. Κουνιόταν τώρα με ρυθμό και θόρυβο πάνω στο καυλί του Σταύρου, ενώ από πίσω ο όμορφος κώλος της χτυπούσε στα πόδια του. Με το χέρι της άρπαξε το καυλί μου και το πήρε στο στόμα βογκώντας ενώ ο Σταύρος της έγλειφε ξανά τα βυζιά. Ήταν εκτός ελέγχου, τιναζόταν, άφηνε μικρές στριγκλιές, με έγλειφε αχόρταγα, χωρίς κανένα ρυθμό. Και έπειτα άρχισε να τελειώνει φωνάζοντας σαν την αδελφή της, σαν να ήταν αυτός ο πιο καυλωτικός οργασμός στη ζωή της.

Ο Σταύρος όμως δεν είχε τελειώσει και συνέχιζε να τη γαμάει. Το δέχτηκε αδιάφορη, σαν να ήταν υποχρέωσή της. Ξαφνικά μου ήρθε ξανά, όπως λίγο πριν στο αμάξι, μια έμμονη ιδέα. Ήθελα να γαμήσω τη Μαρία. Τώρα, αυτή τη στιγμή. Έχοντας βγάλει το καυλί μου από το στόμα της μόλις τέλειωσε, έκανα μεταβολή και πήγα στο ντους. Η Μαρία στέγνωνε το σώμα της.

-    Έλα, σκύψε, της είπα.

Χωρίς να πει λέξη και χωρίς ίχνος δισταγμού γύρισε και έπιασε με τα δύο χέρια τον νιπτήρα. Της έβαλα το σηκωμένο μου καυλί μέσα στο μουνί με λίγη δυσκολία, μάλλον από το μπάνιο που είχε κάνει. Αλλά όταν τελικά μπήκε άρχισα να τη γαμάω με ρυθμό. Με το ένα χέρι της έπιανα τα βυζιά και με το άλλο τον κώλο, ανασηκώνοντάς τον λίγο έτσι που να μπαίνω μέσα της πιο εύκολα. Άρχισε να βογκάει με θόρυβο, καυλωμένη στο άπειρο και αυτή. Από μέσα ερχόταν, τώρα που η πόρτα ήταν ανοιχτή, ο θόρυβος από το γαμήσι του Σταύρου και της Μαρίας, που συνεχιζόταν ακόμα.

-    Μα γαμιούνται κιόλας; ρώτησε λάγνα.

Φαίνεται πώς όσο έκανε μπάνιο δεν είχε ακούσει τίποτα. Τώρα τη γαμούσα με δύναμη και εκείνη βογκούσε σαν τρελή. Πρέπει να ήταν καυλωμένη όσο τίποτα, όλη την ώρα, από την πίπα στο αμάξι. Είναι αστείο, αλλά ο Σταύρος και η Μαρία έχυσαν σχεδόν ταυτόχρονα. Σαν αντρόγυνο που έκανε σεξ. Χωρίς να είναι σε επαφή οι δυο τους, όμως. Εγώ έχυσα λίγο μετά. Αν και είχα χύσει μια ώρα πριν, αυτή η στάση πάντα με καύλωνε. Η Μαρία επέμενε ξανά να μείνουμε, αλλά η Φλώρα ήθελε να γυρίσουμε σπίτι, όπως και κάναμε.

Κεφάλαιο 16 - «Σταματάμε»;

Στο σπίτι η Φλώρα έκανε δεύτερο ντους και πήγε στο κρεβάτι όσο εγώ έτρωγα. Δεν είχε όρεξη, είπε. Όταν πήγα να ξαπλώσω άκουσα ένα μικρό λυγμό.

-    Τι κάνεις εκεί;… ρώτησα.

Δεν απάντησε. Έμεινε κουρνιασμένη με την πλάτη προς το μέρος μου. Την κούνησα ελαφρά. Κάτι έτρεχε. Ήρθα από πάνω της προσπαθώντας να δω τα μάτια της. Έκλαιγε χωρίς αναφιλητά, με τα δάκρυα να κατεβαίνουν κάθετα στα μάγουλα και να καταλήγουν στο σεντόνι. Τα άνοιξε και με κοίταξε γυρίζοντας ελαφρά το κεφάλι.

-    Συγνώμη...

-    ...

Δεν είχα λόγια.

-    Συγνώμη, δεν θα το ξανακάνω.

-    Μα... δεν κάνεις κάτι που δεν έκανα εγώ.

Ήταν αλήθεια, πηδούσα την αδελφή της. Και αυτό ήταν μονάχα αυτό που ήξερε. Έκανα κάτι ακόμα, είχα πηδήσει την κυρία Πόπη με άλλους τρεις άνδρες και είχα σχεδόν κλείσει ραντεβού με το πουτανάκι που χρησιμοποιούσαν για την «προετοιμασία»! Ήμουν καλύτερος;

-    Δεν είναι το ίδιο... εγώ ξεκίνησα!

Τεχνικά δεν είχε ξεκινήσει αυτή, αλλά δεν το ήξερε. Όπως έχω πει και πιο πριν, είχα τρεις τέσσερις εφήμερες σεξουαλικές σχέσεις στα δέκα χρόνια που ήμασταν μαζί. Αδιάφορες βέβαια, είχαν τελειώσει πριν αρχίσουν.

-    Ησύχασε. Ό,τι έγι- (διόρθωσα) ό,τι κάναμε, κάναμε. Ας το σταματήσουμε εδώ αν δε νιώθεις άνετα.

-    Δε νιώθω άνετα. Δεν ξέρω τι με έχει πιάσει αυτές τις μέρες και τα κάνω αυτά. Αλλά δε νιώθω άνετα.

-    Ωραία, το σταματάμε. Το σταματάμε εδώ.

-    Ναι, το σταματάμε εδώ.

-    Εκτός...

-    Τι εκτός; Ρώτησε.

-    Εκτός από το Σταύρο αν θέλεις.

-    Δεν ξέρω...

-    Τους δύο άλλους όμως θέλω να τους σταματήσεις.

Το μεσημέρι καύλωνα να τη βλέπω να τους πιπώνει, τώρα το εννοούσα, ήθελα να τους κάνει πέρα.

-    Ναι...

Η στάση της, η αδυναμία της, το μουγκό κλάμα της με έκαναν να την αγκαλιάσω με ζεστασιά, μαζί με μια αρχή καύλας. Ένιωσα τη ζέστη από το στήθος της καθώς την έκλεισα στα χέρια μου. Άρχισε να κουνάει το κώλο της πάνω στο καυλί μου.

-    Πουτανάκι...

-    Ναι, είμαι.

Της κατέβασα την πιτζάμα, το βρακί και ακούμπησα το σηκωμένο μου (μετά από δύο εκσπερματώσεις!) καυλί πάνω στο μουνί της, εξωτερικά, από πίσω. Άρχισα να το τρίβω πάνω της.

-    Αχ, έλα, γάμησε με, χώσε το μέσα μου.

Πάντα μιλούσαμε έτσι στο σεξ και τις παλιές, προ-πουτανέ μέρες. Δεν ήταν τα λόγια λοιπόν που με εξέπλητταν. Ήταν η όρεξή της. Είχε μόλις χύσει πάνω στο Σταύρο. Το έπιασα στο δεξί χέρι και το οδήγησα εύκολα μέσα της. Μετά έπιασα πάλι τα βυζιά της και άρχισα να τα παίζω. Ήταν ερεθισμένη, μες στην καύλα, βογκούσε και κουνούσε τη λεκάνη της όπως ήταν ξαπλωμένη με το πλάι, ακολουθώντας το ρυθμό μου.

-    Γάμε με, είπε ξανά.

-    Πουτάνα, δεν σου αρκούσε που γαμήθηκες πάνω στον Σταύρο;

-    Όχι... θέλω συνέχεια...

-    Πότε πρόλαβες να γαμηθείς μαζί του; Ούτε πέντε λεπτά δεν είχες βγει από το μπάνιο.

-    Πήγα κατευθείαν... πάνω του... αχ.

-    Πουτάνα... Στο ζήτησε αυτός;

-    Ναι, μου είπε "κάτσε πάνω ψωλού... κάτσε να μου δείξεις ότι είσαι πιο ψωλού από την αδελφή σου".

Ήξερε πόσο με καύλωναν οι λεπτομέρειες και η «ακρίβεια».

-    Κι εσύ αμέσως...

-    Ναι, κάθισα. Γιατί είμαι πουτάνα...

-    Για αυτό τους πήρες όλους στο στόμα σήμερα;

-    Για αυτό, αχ, θα τελειώσω πάλι!

-    Σου άρεσε που ήσουν στο αμάξι με εμάς απέναντι;

-    Ναι, μου άρεσε, σκεφτόμουν ότι με βλέπεις, αχ!

-    Ένιωθες καύλα με τις ψωλές τους στο στόμα;

-    Ναι, μεγάλη καύλα… αχ, χύνω, χύνω!

Ηρέμησε γρήγορα, όπως πάντα και χαλάρωσε το σώμα της στα χέρια μου. Συνέχισα να κουνάω το καυλί μου μέσα της. Δεν είχα τελειώσει ούτε προέβλεπα ότι θα τελείωνα γρήγορα. Προσπάθησα χαϊδεύοντας τα βυζιά της να ερεθιστώ περισσότερο, αλλά μάταια. Ήξερα ποιος ήταν ο μόνος τρόπος.

-    Ξέρεις πού ήμουν το βράδυ του Σαββάτου;

-    Πού;

Μίλησε ήσυχα.

-    Στης κυρίας Πόπης.

-    Μπα;

-    Μας είχε καλέσει με τον Σταύρο για καφέ.

Ήθελα να το πάω σιγά-σιγά, κουνώντας την ίδια στιγμή το καυλί μου μέσα της.

-    Ξέρεις τι μου είπαν;… συνέχισα.

-    Τι;

-    Να πάμε μια φορά μαζί.

-    Για καφέ;

Έπαιζε μαζί μου.

-    Ίσως και για κάτι άλλο.

Έκανα μια κίνηση βαθύτερα και εκείνη αναστέναξε ήσυχα.

-    Τι άλλο;

-    Θέλουν λέει να χορέψεις.

-    Τι να χορέψω;

-    Μαζί με τους καλεσμένους τους. Για να τους καυλώσεις.

Ένιωσα μια ελαφρά κίνηση της λεκάνης της, σαν να ήθελε να συνεχίσω. Σαν να συμμετείχε ξανά, παρά τον οργασμό της.

-    Όπως εκείνο το βράδυ που σε είχαν δει στο πάρτι. Που χόρευες με αυτούς τους δύο.

Δε μιλούσε.

-    Και σε έβλεπαν και καύλωναν όλοι. Έτσι θέλουν να γίνει και τώρα. Και μετά να γαμήσουν την κυρία Πόπη.

-    Α...

-    Εκτός αν θέλεις να γαμήσουν και εσένα.

-    Ναι… κι εμένα.

Τη γαμούσα τώρα με δύναμη κι εκείνη συντόνιζε την κίνησή της με τη λεκάνη μου. Και άλλες φορές το είχε κάνει, για να τελειώσω κι εγώ. Κάτι μου έλεγε ότι τώρα το έκανε καυλώνοντας ξανά, από την αρχή.

-    Συμφωνήσαμε ήδη να σε γαμήσουν ένα γύρο όλοι.

-    Ναι, αχ, ναι.

-    Να σε πάρουν τρένο. Να είσαι η πουτάνα του δωματίου.

-    Ναι, να με πάρουν όλοι...

Έσφιγγα όπως την αγκάλιαζα με το δεξί μου χέρι τα βυζιά της, το ένα μετά το άλλο.

-    Πουτάνα, έχεις εξαγριωθεί. Πριν λίγο δεν μου έλεγες να σταματήσουμε;

-    Να σταματήσουμε, αφού με γαμήσουν όλοι.

-    Από την άλλη βδομάδα...

Το είπα στα αστεία αλλά συμφώνησε αμέσως.

-    Ναι! Να γαμηθώ αυτή τη βδομάδα από όλους και να σταματήσουμε την επόμενη.

Ήταν τέρμα καυλωμένη, σαν να μην είχε χύσει ήδη δυο φορές μέσα σε μια ώρα. Είχε χάσει κάθε έλεγχο, τα τέσσερα καυλιά που είχε πάρει στο στόμα πριν λίγες ώρες την είχαν μεταμορφώσει, πρώτα από όλα στα μάτια μου. Δεν έβλεπα την πλάτη της γυναίκας μου καθώς τη γαμούσα, αλλά μιας κανονικής πουτάνας, ενός τσουλακιού (για να χρησιμοποιήσω τον αγαπημένο της χαρακτηρισμό) έτοιμου για όλα κάθε στιγμή. Αυτό ήταν. Με αυτές τις σκέψεις άρχισα να χύνω στο μουνί της με ορμή, πιέζοντας το καυλί μου τόσο βαθιά μέσα της που πόνεσε: «άουτς! μη!»

Ακούμπησα εξαντλημένος πάνω της με το πλάι. Δεν είχα τη δύναμη να συνεχίσω. Αλλά και εκείνη δε φαινόταν να έχει τη δύναμη να σταματήσει. Συνέχισε να κουνάει αργά τη λεκάνη της πάνω στο καυλί μου που γρήγορα θα έπεφτε, χωρίς να μιλάει.

-    Θέλεις κι άλλο;

Ήμουν πραγματικά έκπληκτος.

-    Ναι...

-    Φοβάμαι ότι εγώ...

-    Θέλω να τελειώσω άλλη μια φορά...

Γέλασα.

-    Κάτι έχεις πάθει.

-    Έχω πάθει πουτανιά... Θέλω να γαμιέμαι.

Το καυλί μου γλίστρησε έξω.

-    Έλα, πιάσε την κλειτορίδα σου.

Το πήρε απόφαση. Γύρισε ανάσκελα και έβαλε το χέρι πάνω της, ενώ στο μουνάκι της φάνηκε μια μικρή μπαλίτσα σπέρμα.

-    Αχ... αναστέναξε.

-    Πουτάνα... Έλα τέλειωσε με το χέρι σου.

Άρχισε να χαϊδεύεται απαλά και να βογκάει. Δεν την ένοιαζε που τα χύσια μου θα έπεφταν στα σεντόνια. Και αυτό δεν ήταν κάτι που τη χαρακτήριζε.

-    Πες μου τι σκέφτεσαι, της είπα.

-    Ότι είμαι σε ένα δωμάτιο και γαμιέμαι με πολλούς.

-    -Στης κυρίας Πόπης;

-    Ναι εκεί. Και είσαι και εσύ... και ο Σταύρος. Και οι δύο από τη δουλειά.

-    Και θες να σε γαμήσουν όλοι;

-    Όσοι είναι εκεί, ναι. Όλοι.

-    Έτσι θα γίνει αλήθεια στης κυρίας Πόπης. Θα σε πάρουν πέντε τουλάχιστον.

-    Αχ θέλω να με πάρουν μια φορά πέντε, να μου ξεσκίσουν το μουνί. Και να βλέπουν ο καθένας τους άλλους να με γαμάνε βίαια. Να με μεταχειρίζονται...

-    Σαν τσούλα;

-    Σαν την πιο μεγάλη πουτάνα της Αθήνας.

-    Τους φαντάζεσαι τώρα γύρω σου; Φαντάσου τους από πάνω σου.

-    Ναι...

-    Και μπαίνει ένας ένας μέσα...

-    Αχ! Τι καύλα!

-    -Και οι άλλοι σου πιάνουν τα βυζιά περιμένοντας τη σειρά τους...

-    Ναι, αχ!

-    Είσαι έρμαιο... στα χέρια τους...

-    Ναι, είμαι έρμαιο... δε μπορώ να αντιδράσω.

-    Θες να πάρεις και έναν στο στόμα όσο σε γαμάει ο άλλος;

-    Ναι, θέλω να με πάρουν παρτούζα... αχ! Αλλά μετά να με γαμήσει κι αυτός! Να με σκίσουν όλα τα καυλιά! Σε όλες τις τρύπες!

Έπιασα για λίγο το ένα της βυζί όπως ήμουν ξαπλωμένος πλάι της και το έπαιξα στα χέρια μου. Μετά έσκυψα και άρχισα να της φιλώ τη ρώγα. Όχι με δύναμη, αλλά περνώντας απαλά τη γλώσσα από πάνω της και αφήνοντας σάλια. Η ρώγα έγινε υγρή, γυαλιστερή ενώ η Φλώρα βογκούσε τώρα έντονα, κουνώντας ελαφρά της λεκάνη πάνω στο χέρι της.

-    Ναι... να μπαίνει ο ένας μετά τον άλλο... αχ... αχ... χύνω...

Έχυσε αδύναμα, ήσυχα, χωρίς σπασμούς, χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει. Ανέβασε το παντελονάκι (δεν έψαξε καν πού είχε πετάξει το βρακί) και έκλεισε τα μάτια. Σε λίγο μας είχε πάρει ο ύπνος. Και -αυτή ήταν η τελευταία μου σκέψη πριν κοιμηθώ- «έρχεται αύριο η Τετάρτη». Η μέρα που -σαν να μη μου φτάνανε όλα τα άλλα- είχα υποσχεθεί ότι θα έπαιρνα τηλέφωνο την Φωτούλα.



Copyright protected OW ref: 120350