Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (9ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από DemT
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.85 (17 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (8ο μέρος)

Κεφάλαιο 14 – Στης κυρίας Πόπης

Το απόγευμα η Φλώρα έπεσε να κοιμηθεί, χωρίς ακόμα να έχουμε ανταλλάξει λέξη για τα χτεσινά και πρωινά. Εγώ έμεινα στον καναπέ να δω αθλητικά. Κατά τις πέντε χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Σταύρος.

-    Ετοιμάσου, στις έξι πρέπει να είμαστε στο σπίτι της Πόπης.

-    Σε μια ώρα;

Νόμιζα ότι μετά από ό,τι είχε συμβεί, τα περί «παρτούζας στης κυρίας Πόπης» θα ήταν άκυρα. Εξεγέρθηκε.

-    Με δουλεύεις τώρα; Μας περιμένουν!

Έφτιαξα ένα ακόμα καφέ φίλτρου (ο δεύτερος σε μια ώρα) και ντύθηκα όπως-όπως. Είπα στη Φλώρα ότι θα βγαίναμε με τον Σταύρο και «δε θα αργούσα». Στην πραγματικότητα δεν είχα ιδέα αν θα αργούσα ή όχι. Μου είπε ότι ίσως έβγαινε κι εκείνη με την αδελφή της για ένα ποτό. Τίποτα άλλο. Ο Σταύρος ήταν ήδη με τη Μερσεντές από κάτω στις έξι παρά είκοσι και μου τηλεφωνούσε. Το σπίτι ήταν μακριά, έπρεπε να τρέξει. Όταν άνοιξε η πόρτα περίμενα να αντικρίσω έναν από τους δύο οικοδεσπότες, τον κύριο Τέλη ή την κυρία Πόπη, και αντί για αυτό είδα μια γυναίκα γύρω στην ηλικία μου, το πιθανότερο ένα δυο χρόνια μεγαλύτερη, με μωβ κομπινεζόν. Φορούσε μόνο αυτό και από κάτω παντοφλάκια. Την έβλεπα πρώτη φορά και όπως κατάλαβα το ίδιο και ο Σταύρος.

-    Καλησπέρα, είπε χαμογελώντας. Ο Σταύρος και ο Δημήτρης;

-    Ακριβώς, απάντησε ο Σταύρος.

-    Περάστε. Σας περιμέναμε. Είστε οι τελευταίοι.

Υπήρχε κάτι σαν μικρό χωλ και μετά ένα σαλόνι. Σε ένα μεγάλο καναπέ σχήματος γάμα με πολύ φαρδιά επιφάνεια καθόταν η κυρία Πόπη, φορώντας μια ρόμπα τυλιγμένη στη μέση με τη ζώνη. Τα πόδια της ήταν γυμνά. Μας υποδέχτηκε με πρόσωπο που έλαμπε.

-    Καλώς τους! Καλώς τους και ας άργησαν!

-    Καλησπέρα…

ακούστηκαν και αντρικές φωνές. Ο ένας ο σύζυγος, τον άλλο τον έβλεπα πρώτη φορά. Ο κύριος Άρης φρόντισε για τις συστάσεις. Ο δεύτερος άντρας ήταν «ο Τάκης, πολύ καλός φίλος». Η γυναίκα που μας υποδέχτηκε, η Φωτούλα. «Και κόψτε τα κύριος και κυρία» είπε η Πόπη, μόλις την καλησπέρισα έτσι.

-    Δεν είναι κανείς παππούς εδώ. Είμαστε μια παρέα.

Κάθισα στην άλλη άκρη του καναπέ από την Πόπη, έξω από τα νερά μου, καθόλου σίγουρος για το τι θα επακολουθούσε. Ο Άρης μας έφερε ένα ποτήρι λευκό κρασί στον καθένα.

-    Για τη γνωριμία, είπε.

Κοίταξα τις δύο γυναίκες, όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Η Πόπη, βοηθούσης και της ρόμπας που άνοιγε κάπως στο ύψος του γόνατου, μου θύμισε αμέσως την εικόνα που είχα για αυτή: Μια καυλιάρα πενηντάρα, με γαμησιάρικο ύφος. Έχω πει ξανά ότι τα τελευταία χρόνια τη συναντούσα κάθε πρωτοχρονιά μόνο, αλλά τη σκεφτόμουν μετά για βδομάδες, ώσπου δυσκολευόμουν πια να ανακαλέσω το πρόσωπό της στη μνήμη μου. Αλλά όσο τη θυμόμουν, τη σκεφτόμουν σαν μια ώριμη τσούλα, βουτηγμένη στην πουτανιά και το γαμήσι. Κανονικά η ιδέα ότι είμαι στο ίδιο δωμάτιο με αυτήν, καθισμένη άνετα απέναντι με μια ρόμπα, θα με είχε εκτροχιάσει, σαν όνειρο που γίνεται αλήθεια μετά από χρόνια. Μετά όμως από ό,τι είχε συμβεί στου Σταύρου, ένιωθα κάπως μαγκωμένος, ακόμα και ψυχρός. Δε μπορούσα ακόμα να τα χωνέψω.  

Το βλέμμα μου πήγε και στην άλλη γυναίκα που ήταν παρούσα, τη Φωτούλα. Εκείνη που μας είχε ανοίξει την πόρτα. Προσπάθησα να προσδιορίσω αν μου άρεσε ή όχι. Μισό-μισό. Κοντούλα, ίσως ένα δύο εκατοστά πιο κοντή και από τη Μαρία (που με τη σειρά της ήταν λίγο πιο κοντή από τη γυναίκα μου), αδύνατη σχετικά, αλλά με μάλλον γεμάτο στήθος. Ως εδώ πολύ καλά. Στο πρόσωπο δεν ήταν όμορφη, τουλάχιστον για τα γούστα μου. Ούτε άσχημη θα την έλεγες, ούτε όμως είχε το πρόσωπο που θα με έκανε σε άλλες συνθήκες, σε ένα καφέ ή στο σούπερ μάρκετ, να γυρίσω να την κοιτάξω. Τα μαλλιά της ήταν ελαφρά κόκκινα βαμμένα, κοντά, ίσια. Αυτό μου άρεσε. Περισσότερο πάντως, τραβούσε την προσοχή το στήθος της κάτω από το κομπινεζόν. Ήμουν βέβαιος ότι δε φορούσε σουτιέν και σε αυτή την περίπτωση σήμαινε ότι το στήθος της ήταν πολύ στητό. Αμέσως σκέφτηκα ότι ήθελα να τη δω γυμνή, να δω πώς είναι αυτά τα βυζιά, συγκριτικά με της Μαρίας και της Φλώρας.

Έμεινα σιωπηλός να πίνω το κρασί μου (εξαιρετικής ποιότητας) καθώς οι άλλοι μιλούσαν.

Ο Άρης έλεγε μια αστεία ιστορία από τη δουλειά του Σταύρου, μετά συνέχισε ο Σταύρος -δεν έχει νόημα να αναπαράγω οτιδήποτε από αυτά εδώ. Ήπιαμε άλλο ένα γύρο κρασί, που ήταν το μόνο διαθέσιμο ποτό και ένιωσα να χαλαρώνω, σχεδόν να μυρμηγκιάζω. Σα να είχα κολυμπήσει χτες δέκα χιλιόμετρα και τώρα μόλις να συνερχόμουν. Ο Άρης γέμισε ξανά τα ποτήρια, τρίτη φορά, η Φωτούλα γελούσε πιο δυνατά από όλους και η Πόπη καθόταν πάντα στη θέση της συμμετέχοντας κι αυτή στην κουβέντα. Σαν να ήταν μια απολύτως φυσιολογική βραδιά, σαν να επρόκειτο σε λίγο να ξεκινήσει ανάγνωση ποίησης.  Μέχρι που κάποια στιγμή η Πόπη με μια ανέμελη κίνηση, σαν να μη συμβαίνει απολύτως τίποτα, χαλάρωσε τη ζώνη στη μέση της και άνοιξε τη ρόμπα ψηλά, αφήνοντας σε κοινή θέα το στήθος της. Όχι κατά λάθος και όχι ένα μέρος του. Ολόκληρο, και τα δύο βυζιά, κρυμμένα πάντως κάτω από ένα εντυπωσιακό, έντονα μπλε σουτιέν, τελείως αδιαφανές.

Δε μπόρεσα να μην κοιτάξω και είδα ότι ο Σταύρος έκανε το ίδιο. Η Πόπη συνέχισε να πίνει αδιάφορη το κρασί της.

-    Είδες κάτι που σου αρέσει; ρώτησε ο Άρης το Σταύρο γελώντας πονηρά.

Τόσο άνετοι και οι δύο!

-    Ομολογώ πως ναι… έκανε εκείνος με ένα μικρό χαμόγελο.

-    Πόπη, συνέχισε ο Άρης, δεν ξέρω αν πρόσεξες ότι ο Σταύρος καρφώθηκε στο στήθος σου.

-    Τότε να δει κάτι περισσότερο.

Απελευθέρωσε τελείως τη ζώνη και άνοιξε τη ρόμπα δεξιά αριστερά. Φάνηκε όλο το σώμα της, όμορφο, φροντισμένο για την ηλικία της, το δέρμα ανοιχτόχρωμο. Φορούσε κιλότα σετ με το σουτιέν, μπλε έντονο χρώμα.

-    Ξέρω ότι έχω ακόμα τη δυνατότητα να διεγείρω, είπε κοιτώντας πρώτα τον Σταύρο και μετά εμένα.

-    Μα βέβαια, βιάστηκα να πω.

Γέλασε.

-    Έλα τώρα, μην κάνεις το «προσκοπάκι».

Πρέπει στα μάτια τους να φαινόμουν τελείως άβγαλτος.

-    Χάρηκα πολύ που ήρθατε με το Σταύρο, συμπλήρωσε. Μας είπε διάφορα καλά για σένα. Αλλά τα καλύτερα τα έχουμε δει.

Στην αρχή δεν κατάλαβα καθόλου τι εννοούσε και απάντησα και πάλι με ένα αμήχανο νεύμα. Πόσο πρωτάρης! Αμέσως μετά το μυαλό μου πήγε σε αυτό που μου είχε πει ο Σταύρος, ότι είχαν καυλώσει με την εμφάνιση της Φλώρας στο πάρτι του. Αυτό εννοούσαν άραγε;

-    Ξέρετε τι κάνει εδώ η Φωτούλα;

-    Τι;…

έκανα και αμέσως μετάνιωσα, καθώς ο Σταύρος είπε την ίδια στιγμή με μένα «βεβαίως»!

Η Πόπη έγειρε ελαφρά προς την πλευρά που καθόμουν, αποκαλύπτοντας λίγη ακόμα από την όμορφη κοιλιά της. Θα μπορούσα να πω ότι -η πρώτη εντύπωση τουλάχιστον- είχε σώμα τριαντάρας, αν και στο πρόσωπο φαίνονταν οριζόντιες ρυτίδες στα μάτια και γύρω από το στόμα, όταν γελούσε. Όχι αντιαισθητικές πάντως. Το αντίθετο: Για κάποιο λόγο, ότι είχα απέναντί μου μια γυναίκα 15 σχεδόν χρόνια μεγαλύτερή μου, με γραμμές στο πρόσωπο αλλά τόσο πουτάνα, με καύλωνε.

-    Προετοιμάζει και βοηθάει...

Κούνησα το κεφάλι ελπίζοντας ότι κατάλαβα καλά, ωστόσο η αβεβαιότητά μου πρέπει να έδειξε. «Βοηθάει και προετοιμάζει», πόσο πιο απλό;

-    Αν είστε όλοι χαλαροί μπορούμε να ξεκινήσουμε, είπε η Πόπη.

-    Από σένα εξαρτάται αγάπη μου, απάντησε ο Άρης από την πολυθρόνα απέναντι.

-    Φωτούλα;

-    Έτοιμη.

Η Φωτούλα σηκώθηκε από το μπράτσο του καναπέ, όπου για λίγο είχε ακουμπήσει δίπλα στην Πόπη και πλησίασε τον άλλο άντρα, που είχε συστηθεί Τάκης. Εκείνος της χαμογέλασε, έλυσε τη ζώνη του, ξεκούμπωσε το παντελόνι και κατέβασε το φερμουάρ. Φάνηκε το καυλί του, σχεδόν πεσμένο, με κάποια μικρά σημάδια ζωής.

Η Φωτούλα του χαμογέλασε, έκατσε μπροστά του στα γόνατα και άρχισε να το παίζει.

-    Πόση ώρα θα σου πάρει να σηκωθεί; τον ρώτησε παιχνιδιάρικα.

-    Με εσένα; Ούτε λεπτό...

Πράγματι, το καυλί του Τάκη άρχισε να ζωηρεύει και η Φωτούλα το πήρε στο στόμα της. Άρχισε να του κάνει ένα περίτεχνο γλείψιμο. Ως αποτέλεσμα, το δικό μου καυλί ζωήρεψε πιο γρήγορα από του Τάκη, που σηκωνόταν επίσης. Δεν ήξερα αν θα ερχόταν και η δική μου σειρά για πίπα από τη Φωτούλα, να την βλέπω όμως ζωντανά να παίρνει σε κάποιον άλλο ήδη με καύλωνε.  

-    Α… ωραία, ωραία, είπε ο Τάκης με κάποια έκσταση στη φωνή του.

-    Παίρνει καλές πίπες, ε; ρώτησε η Πόπη.

Γέλασαν και οι δύο, Τάκης και Φωτούλα.

-    Τις καλύτερες και το ξέρεις, απάντησε ο Τάκης.

-    Πόσες σου έχει πάρει; ρώτησε ξανά η Πόπη.

-    Χα! Ο Τάκης γέλασε, αφήνοντας να εννοηθεί «αμέτρητες» και χάιδεψε τα κοντά μαλλιά της Φωτούλας.

Σε λίγο, και ενώ η Φωτούλα συνέχιζε να του γλείφει το καυλί από όλες τις μεριές τη σταμάτησε:

-    Καλά είναι... Έτοιμος.

Η Φωτούλα τότε σηκώθηκε, τον πήρε από το χέρι, τον βοήθησε να βγάλει τελείως το παντελόνι και το σλιπ τα οποία τακτοποίησε διπλωμένα στην πολυθρόνα και τον έφερε μπροστά στην Πόπη. Η τελευταία με μια κίνηση άνοιξε διάπλατα στον καναπέ τη ρόμπα χωρίς να βγάλει τα μανίκια. Έπειτα κατέβασε την κιλότα της και την ακούμπησε προσεκτικά δίπλα της. Κοιτούσα εντυπωσιασμένος. Το μουνί της ήταν σχεδόν τελείως ξυρισμένο, μια μικρή υποψία τριχωτού στο πάνω μέρος, ένα μικρό τριγωνάκι όσο -ας πούμε- ένα σοκολατάκι. Τίποτα περισσότερο.

Τότε η Φωτούλα έκανε κάτι που δεν περίμενα: Έσκυψε και άρχισε να γλείφει το μουνί της Πόπης, η οποία ξάπλωσε τελείως στο πλάι και άνοιξε τα πόδια της. Όλη αυτή την ώρα παρακολουθούσα απορροφημένος, σε μια ελαφριά μέθη. Πρώτη φορά είχα δει δύο τελείως ξένους να επιδίδονται σε πίπα μπροστά μου, «live», και τώρα έβλεπα πρώτη φορά «live» γλειφομούνι από γυναίκα σε γυναίκα.

-    Αχ, ωραία, τι καλή που είσαι...

είπε η Πόπη. Ωστόσο λίγα δευτερόλεπτα μετά τη σταμάτησε, ακουμπώντας τα χέρια στο κεφάλι της.

-    Έλα Τάκη, είμαι έτοιμη.

Η Φωτούλα σηκώθηκε, τα χείλη της να γυαλίζουν από τα υγρά της Πόπης, άνοιξε ένα ξύλινο κουτάκι από το μικρό τραπέζι πλάι στον καναπέ (θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ήταν από πούρα) και έβγαλε ένα προφυλακτικό. Έσκισε το περιτύλιγμα και το φόρεσε με επαγγελματισμό στον Τάκη που περίμενε όρθιος πάνω από την Πόπη, το καυλί του σηκωμένο. Έπειτα από ένα μικρό σωληνάριο έβγαλε λίγο τζελ και το άπλωσε εξωτερικά στο προφυλακτικό.

Εξοπλισμένος ο Τάκης έσκυψε πάνω από την Πόπη και μπήκε μέσα της εύκολα. Άρχισε να τη γαμάει χωρίς να μιλάει, ενώ εκείνη βογκούσε ελαφρά από ευχαρίστηση. Πρόσεξα ότι δεν έπιασε καθόλου τα βυζιά της (η Πόπη δεν είχε βγάλει το σουτιέν) και αναρωτήθηκα αν ήταν κανόνας. Θα ήθελα να τα πιάσω όταν ερχόταν η σειρά μου, χρόνια τα φανταζόμουν, αλλά φυσικά δεν ήθελα να κάνω και κάποιο λάθος που να προκαλέσει αναστάτωση. Γιατί τώρα ήμουν βέβαιος ότι θα ερχόταν σίγουρα η σειρά μου.

-    Αχ, ναι, έκανε στο μεταξύ η Πόπη, αχ, ναι... ωραία με γαμάς Τάκη... ωραία με γαμάς πάντα... αχ, το καυλί σου είναι πάντα καλό.

Ο Τάκης εξακολουθούσε αμίλητος, κλείνοντας ελαφρώς τα μάτια από ευχαρίστηση. Στο μεταξύ η Φωτούλα πήρε θέση μπροστά από τον Άρη. Έτοιμος αυτός, με το καυλί ήδη έξω (το είχε βγάλει την ώρα που ο Τάκης έμπαινε στη γυναίκα του) της το έδωσε στο στόμα. Απέναντί μου, στην άλλη πολυθρόνα ο Σταύρος το είχε βγάλει ήδη έξω και το έπαιζε ελαφρά, όπως είχε κάνει το προηγούμενο βράδυ στο σπίτι του. Ήμουν ο μόνος ακόμα ντυμένος.

-    Αχ…

ακούστηκε ο Τάκης πιο έντονα. Έπειτα έμεινε για λίγο ακίνητος πάνω από την Πόπη και τελικά βγήκε έξω, σηκωμένος ακόμα. Η Πόπη του χαμογέλασε και του είπε «σε περιμένω ξανά, γαμιά». Ο Τάκης έβγαλε το προφυλακτικό και μαζί με το σπέρμα το έριξε σε ένα μικρό χάρτινο κουτί στο ίδιο τραπέζι με τα προφυλακτικά. Από δίπλα πήρε ένα χαρτομάντιλο, σκούπισε το καυλί του και το έριξε και αυτό στα «άχρηστα». Έπειτα γύρισε στη θέση του και άρχισε να κοιτάει τον Άρη που είχε ακόμα το καυλί του στο επιδέξιο στόμα της Φωτούλας. Οι δύο άνδρες χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο.

Τότε ο Άρης με τη Φωτούλα σηκώθηκαν. Ακολούθησαν την προηγούμενη ιεροτελεστία βήμα προς βήμα. Η Φωτούλα του πέρασε προφυλακτικό, του έβαλε λίγη τζελ, και εκείνος μπήκε στη γυναίκα του. Άρχισε να τη γαμάει αργά, ενώ εκείνη αναστέναζε όπως και πριν ακριβώς, σαν να είχε ακόμα τον ίδιο άνδρα μέσα της.

-    Αχ, ναι... Έλα γαμιά μου, ναι!

Σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση που μόλις πριν τα ίδια έλεγε στον κοινό τους φίλο. Στο μεταξύ η Φωτούλα είχε καθίσει μπροστά στον Σταύρο και τον είχε ήδη στο στόμα της.

-    Όχι πολλά, της είπε εκείνος ευγενικά. Όχι πολλά, γιατί θα τελειώσω.

-    Εντάξει, στον άλλο γύρο...

Ώστε θα υπήρχε και άλλος γύρος. «Ελπίζω να τα καταφέρω», σκέφτηκα! Οι τελευταίες ώρες δεν ήταν και οι πιο ξεκούραστες της ζωής μου.

-    Σου αρέσουν οι πίπες, έτσι; έλεγε τώρα ο Σταύρος στην Φωτούλα, να «γεμίσει» την ώρα μέχρι να χύσει ο Άρης.

-    Μου αρέσουν πολύ. Για αυτό είμαι πρόθυμη να βοηθώ την κατάσταση, του απάντησε η Φωτούλα με καυλιάρικη φωνή.

Την πρόσεξα λίγο καλύτερα από πίσω. Το κομπινεζόν έκρυβε βέβαια το σώμα, αλλά σου επέτρεπε να το φανταστείς αρκετά καλά: Ήταν λεπτό αλλά διατηρημένο ωραία, καλό για πολλά γαμήσια, όπως της Μαρίας και της Φλώρας, σκέφτηκα. Η στάση της έτσι σκυφτή μπροστά στον Σταύρο, η «δουλειά» που έκανε, ο πουτανέ επαγγελματισμός της, με καύλωναν ήδη, πριν ακόμα με αγγίξει. Μαζί το χρώμα των μαλλιών της… δεν ξέρω γιατί, ξαφνικά όμως με καύλωνε το κόκκινο χρώμα των μαλλιών της. Σκέφτηκα μια τελείως παράλογη σκηνή, να της βάφει τα μαλλιά ο κομμωτής ενώ εκείνη σκυφτή με το κομπινεζόν του έπαιρνε πίπα -δεν είχε συμβεί ποτέ (;) σίγουρα, αλλά καρφώθηκε στο μυαλό μου και με αναστάτωσε. Στο μεταξύ ο Άρης γαμούσε με φόρα την Πόπη, πολύ πιο θορυβωδώς από ό,τι ο Τάκης, ενώ επίσης της μιλούσε.

-    Ψωλού, αχόρταγη. Πόσους θέλεις να πάρεις πια για να χορτάσεις;

-    Θα μου φέρεις όλη την Αθήνα; Όλη την Αθήνα θα πάρω. Όλη την Αθήνα πουτσαρά μου.

Το άλλο που πρόσεξα με ευχαρίστηση ήταν ότι ο Άρης είχε βγάλει δεξιά αριστερά τις τιράντες από το σουτιέν της γυναίκας του και μάλαζε τα βυζιά της, ενώ έσπρωχνε το καυλί του μέσα της, σχεδόν σαν έφηβος. Ομολογώ μάλιστα ότι για ένα δευτερόλεπτο ζήλεψα. Είχα άραγε εγώ τέτοια κίνηση όταν γαμούσα; Μάλλον λοιπόν θα μπορούσα να πιάσω και εγώ τα βυζιά της Πόπης. Να ήταν off limits για όλους τους άλλους πλην του άντρα της, δεν το νομίζω.

Εκείνη τη στιγμή ο Άρης άρχισε να χύνει, ενώ η Πόπη συμμετείχε λέγοντάς του πόσο την είχε καύλωσε και πόσο την είχε ικανοποιήσει (σίγουρα πάντως δεν είχε φτάσει ακόμα σε οργασμό η ίδια). Ήταν η σειρά του Σταύρου να ξεκινήσει την ιεροτελεστία. Μόλις μπήκε μέσα στην Πόπη η Φωτούλα ήρθε μπροστά μου και μου είπε με ένα τρυφερό χαμόγελο (που για κάποιο λόγο μου φάνηκε αταίριαστο με αυτό που έκανε):

-    Ο ντροπαλός της παρέας. Δε θα βγάλεις έξω το πουλάκι σου;

Χαμογέλασα και έβγαλα το καυλί μου έξω. Λίγο πριν ήταν τέρμα σηκωμένο, ασφυκτικά πιεσμένο στο παντελόνι, τώρα η στύση είχε υποχωρήσει. Η Φωτούλα έσκυψε και πήρε με τη γλώσσα της μια μακριά γραμμή από υγρά, που ήδη είχαν βγει από το καυλί μου και ετοιμάζονταν να στάξουν κάτω. Για λίγο, το καυλί και το στόμα της ενώθηκαν έτσι, από απόσταση. Μετά το πήρε στο στόμα της. Αμέσως αυτό ζωντάνεψε ξανά. Έκανε καταπληκτικό τσιμπούκι. Η γλώσσα της γλιστρούσε απαλά σε όλο το μήκος από το καυλί μου, όπως μου αρέσει, τα μάτια της καρφωμένα πάνω μου. Με ενοχές απέναντι στη γυναίκα μου σκέφτηκα: «πολύ πιο καλή στην πίπα η Φωτούλα». Κατάλαβε αμέσως πόσο μου άρεσε.

-    Δεν μας κάνουν καλές πίπες οι άλλες;… ρώτησε με ένα γελάκι.

-    Νομίζω ότι εσύ... (έψαξα τη λέξη) ξεχωρίζεις...

Αυτό την ικανοποίησε και συνέχισε να γλείφει κοιτώντας με  από χαμηλά με καυλιάρικο ύφος. Έγλειφε τέλεια ή ταιριάζαμε στις αισθήσεις; Δεν είχα αντιληφθεί κάποιος από τους προηγούμενους τρεις να είχε την ίδια αντίδραση. Ο Σταύρος δεν ήθελε καν να την αφήσει να τον γλείψει περισσότερο! Εγώ αντίθετα σκέφτηκα πόσο ήθελα να έχυνα στο στόμα της, αν και υποπτευόμουν ότι αυτό δε γινόταν. Εξάλλου την ίδια στιγμή άκουσα τον Σταύρο να χύνει μέσα στην Πόπη και εκείνη να φωνάζει παθιασμένη, μάλλον στον πρώτο της οργασμό. Της άρεσε, ήταν που τον δοκίμαζε πρώτη φορά, τι από όλα;

Ο Σταύρος τεντώθηκε, η Πόπη του έλεγε πόσο καλός γαμιάς ήταν, όπως και στους προηγούμενους. Ένιωσα ξάφνου ένα μικρό φόβο, ελπίζω εγώ να μην αποδεικνυόμουν ο αδέξιος της παρέας! Το ευχάριστο ήταν ότι τα χέρια του Σταύρου ήταν πάνω στο βυζιά της Πόπης, τα οποία προφανώς θα μπορούσα να πιάσω και εγώ. Το δυσάρεστο ήταν ότι έπρεπε να  διακόψω την πίπα της Φωτούλας. Ήρθε έτσι η σειρά μου για την ιεροτελεστία. Σηκώθηκα, η Φωτούλα μου πέρασε το προφυλακτικό και λοιπά. Ήρθα πάνω από την Πόπη που χαμογελούσε πονηρά.

-    Έλα, σειρά σου να με γαμήσεις.

-    Ναι...

-    Το ήθελες, έτσι;

-    Πολύ. Κάθε χρόνο που σε έβλεπα.

Μέσα στην αμηχανία ένιωθα ότι έπρεπε να πω θετικά πράγματα, που εξάλλου ήταν αληθινά.

-    Α! έκανε εκείνη με ευχάριστη έκπληξη. Και γιατί δεν το έδειχνες βρε παιδί μου; Θα είχαμε κερδίσει χρόνο!

Μπήκα μέσα της εύκολα, σαν να ήταν το μουνί της το πιο γλιστερό και μεγάλο που είχα δοκιμάσει. Δεν είχα ιδέα από διαφορές στην ανατομία των γυναικών. Μπορεί λοιπόν και να ήταν. Άρχισα να κουνιέμαι μέσα της, στην αρχή αργά-αργά, μετά όλο και πιο γρήγορα, καθώς καύλωνα και με ευχαριστούσε η τριβή. Η Φωτούλα ήρθε και κάθισε πλάι μας, πάντα με το μωβ κομπινεζόν.

-    Σου αρέσει Δημήτρη; με ρώτησε.

Μου άρεσε που με είπε με το όνομά μου.

-    Πολύ.

Της χαμογέλασα.

-    Πρώτη φορά άλλη από την γυναίκα σου;

-    Όχι...

Χαμογέλασε. Η Πόπη δεν έδινε σημασία στο διάλογο, βογκούσε ξαπλωμένη στον καναπέ και κουνούσε και αυτή ελαφρά τη λεκάνη της, μαζί με εμένα. Μα, μόλις πριν δεν είχε τελειώσει;

-    Ωραία, τώρα τα δύσκολα, είπε η Φωτούλα και σηκώθηκε. Έχω να τους ετοιμάσω για δεύτερη φορά.

Δεν γύρισα να κοιτάξω, αλλά η σκέψη ότι θα έπαιρνε πάλι ένα γύρο πίπες έστειλε σήματα καύλας στον εγκέφαλό μου. Έπιασα με τα χέρια μου και τα δύο βυζιά της Πόπης (πρώτη φορά) και άρχισα να τα σφίγγω ενώ συνέχισα την κίνηση μέσα της. Ωραία. Μου άρεσαν τα βυζιά της. Πεσμένα προς το πλάι βέβαια όπως ήταν ξαπλωμένη (δε μπορούσε να νικήσει τους νόμους της φύσης) γεμάτα όμως, με εντυπωσιακό σχήμα και όμορφη ρώγα, συναγωνίζονταν της γυναίκας μου. «Αν τα είχα», σκέφτηκα καυλώνοντας, «θα τα έχυνα κάθε μέρα. Και θα άφηνα κι εγώ να τη γαμάνε κι άλλοι».

Με αυτή τη σκέψη θυμήθηκα τη Φλώρα. Και τη Φλώρα άφηνα πια να γαμάνε άλλοι. Ο Σταύρος, μπροστά μου. Και ίσως και εκείνοι οι δύο. Πώς το είχε πει η Μαρία; Τη Δευτέρα στη δουλειά, θα πήγαινε και θα τους έλεγε «σήμερα μπορείτε να με γαμήσετε». Η Μαρία. Η Μαρία ήταν η νούμερο ένα πουτάνα, που είχε κάνει πουτανάκι και τη γυναίκα μου, σκέφτηκα.

Το ωραίο, ζεστό μουνί της Πόπης αγκάλιαζε το καυλί μου καθώς κουνιόμουν. Πίσω μου η Φωτούλα θα ήταν στα γόνατα να παίρνει πίπα, σε ποιον από τους τρεις άραγε; Και τα βυζιά της Πόπης στα χέρια μου. Πώς θα ήθελα να σκύψω, να τα γλείψω, να αφήσω τα σάλια μου πάνω στη ρώγα της. Δεν ήξερα όμως αν μπορούσα. Αν «επιτρεπόταν». Οι σκέψεις ήταν πολλές – άρχισα να χύνω με ένταση, με αληθινά βαθιά καύλα, ίσως μάλιστα πίεσα και λίγο παραπάνω τα βυζιά στα χέρια αν και η Πόπη δεν είπε τίποτα. Ούτε τέλειωσε ξανά η ίδια. Με τράβηξε πάνω της και μου χάιδεψε την πλάτη.

-    Σου άρεσε; μου είπε.

Ένιωσα ωραία, δεν είχα δει να μιλάει σε κανέναν άλλο μετά. Αφέθηκα στο κορμί της να χαλαρώσω.

-    Ναι, πολύ.

-    Και εμένα. Θα έρθεις ξανά, άλλη μέρα; Εγώ σε θέλω, είπε.

Φυσικά και ήθελα. Της το είπα.

-    Θα περνάς ωραία στην παρέα μας. Πέφτει πολύ γαμήσι.

Ήμουν σίγουρος.

-    Και κάτι ακόμα, συνέχισε. Θέλαμε με τον Άρη να φέρεις και τη γυναίκα σου.

Χαμογέλασα.

-    Νομίζω θα της άρεσε.

-    Ωραία!

Μέχρι χτες βέβαια θα απαντούσα «αποκλείεται, δεν είναι για τέτοια». Από χτες μέχρι σήμερα όμως πολλά είχαν αλλάξει.

-    Μόνο που...

Κόμπιασα.

-    Τι; Πες μου πουτσαρά μου.

Μου άρεσε η φωνή και η πουτανιά της.

-    Δεν ξέρω τι θα θέλει να κάνει η γυναίκα μου από αυτά που κάνει η Φωτούλα.
-    Α, μα ναι. Εννοείς να τους πάρει όλους πίπα; Όχι, δεν είναι υποχρεωτικό. Η Φωτούλα το θέλει, είναι μεγαλωμένη με το καυλί στο στόμα. Όχι τη δική σου την έχουμε σκεφτεί αλλιώς με τον Άρη. Να χορεύει όπως εκείνο το βράδυ στο σπίτι του Σταύρου.

Α, ναι, το είχα ακούσει ξανά αυτό. Αλλά...

-    Όχι, δεν εννοώ αυτό. Εννοώ... Ότι θα καυλώσει. Θα θέλει και εκείνη να τον φάει.

Δεν ξέρω τι είχα πάθει και μιλούσα έτσι για τη γυναίκα μου, σε τρίτο άνθρωπο. Σε μια καραπουτάνα σαν την Πόπη.

-    Ναι, καταλαβαίνω...

Ανασηκώθηκε ελαφρά, πολύ προσεκτικά, να μη με «βγάλει έξω» και φώναξε στον άντρα της να έρθει κοντά. Έριξα μια βιαστική ματιά πίσω. Η Φωτούλα ήταν σκυφτή μπροστά στον Τάκη. Ο Άρης έφτασε αμέσως, γυμνός από τη μέση και κάτω, από πάνω φορούσε ακόμα το πουκάμισο και στο χέρι κρατούσε το κρασί του.

-    Τι θέλεις αγάπη μου;

Μου φάνηκε πολύ αστεία η σκηνή, εγώ μες τη γυναίκα του, εκείνος να μιλά αμέριμνος από πάνω μας, λέγοντάς την «αγάπη μου».

-    Η γυναίκα του Δημήτρη... Ξέρεις. Του είπα τι σχεδιάζουμε, αλλά εκείνος λέει ότι θα θέλει να τον φάει, δεν μπορεί μόνο να χορεύει.

-    Κάνε ό,τι νομίζεις, της απάντησε ο Άρης. Γιατί δεν μοιράζετε τους γύρους;

Του γέλασε:

-    Πουτανιάρη. Το θες το μικρό, ε; Σου γυάλισε...

Γέλασε και αυτός και απομακρύνθηκε χωρίς να της απαντήσει.

-    Συνήθως όταν μαζευόμαστε στο δικό μας σπίτι τον τρώω μόνο εγώ, μου εξήγησε. Δεν μου αρέσουν οι κανονικές παρτούζες.

Έγνεψα κάτι σαν «ναι, καταλαβαίνω». Όχι ότι καταλάβαινα τη διαφορά.

-    Αλλά εντάξει, για σένα και τη γυναίκα σου θα κάνω εξαίρεση. Πρώτα θα χορέψει να γαμηθώ εγώ από όλους και μετά θα της κάνω την προετοιμασία, να γαμηθεί αυτή. Εντάξει;... Για μια φορά βέβαια. Άλλη φορά αν θέλει να γαμηθεί, θα έρθουμε εμείς σπίτι σας. Οκ;
-    Οκ...

Ανάθεμα αν ήξερε η γυναίκα μου σε τι συμφωνούσα. Και εδώ που τα λέμε, ανάθεμα τι από αυτά θα γινόταν πραγματικότητα. Το καυλί μου μισοπεσμένο πια, βγήκε έξω. Σηκώθηκα, πέταξα το προφυλακτικό όπως είχα δει να κάνουν οι προηγούμενοι και σκουπίστηκα. Καθώς επέστρεφα στην πολυθρόνα μου, ο Τάκης ερχόταν προς την Πόπη για το δεύτερο γύρο.

-    Έλα πουτσαρά, του είπε η Πόπη.

Και έπειτα πιο δυνατά:

-    Άντε ξυπνήστε, τέλειωσαν τα προκαταρκτικά, αρχίζει το γαμήσι.

Ώστε τώρα άρχιζε το γαμήσι; Πήρε από το χέρι τον Τάκη και τον έβαλε να καθίσει δίπλα της. Έπειτα σηκώθηκε όρθια. Πρώτη φορά αντίκριζα τον κώλο της: μαζεμένος αν και με γραμμές, δεν την έλεγες 25άρα από πίσω, αλλά ούτε πενήντα τόσο. Ή είχε καλό καλούπι, ή πρόσεχε πολύ το σώμα της. Έπειτα γύρισε προς εμάς μπροστά από τον Τάκη, άνοιξε τα πόδια της, άνοιξε και το μουνί της με τα δάχτυλα και κάθισε πάνω του, εύκολα, με μια κίνηση σχεδόν. «Αχ…» έκαναν και οι δύο ταυτόχρονα. Με το καυλί του μέσα της άρχισε να ανεβοκατεβαίνει αργά πάνω κάτω στα πόδια του όπως ήταν αυτός καθιστός, καυλωμένη πολύ. Αλλά και για όλους τους άλλους η εικόνα ήταν καυλωτική, άφησαν τις συζητήσεις τους και γύρισαν να κοιτούν.

-    Αχ, ξέσκισέ μου το μουνί, έλα, γάμα με, γάμα με, γάμα με...

Ένα «γάμα με» σε κάθε της κίνηση. Ο Τάκης της είχε πιάσει τα βυζιά από πίσω και τα κουνούσε πάνω κάτω με τον ίδιο ρυθμό που η Πόπη ανεβοκατέβαινε στο καυλί του. Η Φωτούλα ήρθε δίπλα μου.

-    Δε χρειάζεται να τους βοηθήσω, θα καυλώσουν μόνοι τους με αυτά που κάνει η Πόπη.

Πράγματι, ο Σταύρος την έπαιζε πάλι, έχοντας μια μέτρια στύση, ενώ ο Άρης κοιτούσε  με ελαφρώς σηκωμένη τη δική του ψωλή, χωρίς να την κρατά στα χέρια.

-    Σου άρεσε η πίπα μου, αλήθεια;… είπε η Φωτούλα.

Την κοίταξα. Ξαφνικά ήθελα να πιάσω τα βυζιά της.

-    Ναι, πολύ. Εσένα;

-    Και εμένα...

-    Η Πόπη λέει...

Δαγκώθηκα. Δεν ήθελα να μου ξεφύγει.

-    Τι; Ότι μου αρέσουν οι πίπες; Ότι γεννήθηκα να παίρνω πίπες; Αυτό λέει πάντα.

Γέλασε.

-    Δεν είναι ότι δεν μου αρέσουν, συνέχισε. Αλλά θα ήθελα να το βάλω και στο μουνάκι μου.

-    Τότε γιατί...;

-    Α, δεν αφήνει. Θα κάνει σαν τρελή. Ούτε μπορώ εδώ, μπροστά στον άντρα μου.

Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα! Κατάλαβε την έκπληξή μου.

-    Α, δεν ήξερες ότι ο Τάκης είναι ο άντρας μου;

-    Όχι, που να το ξέρω.

Γέλασε ξανά.

-    Ναι...

-    Και δε ζηλεύει;

-    Πώς, ζηλεύει. Μόνο πίπες επιτρέπει, για να μας καλούνε και να γαμάει εκείνος την Πόπη. Και τώρα αν δεν ήταν απορροφημένος, δεν θα σου μιλούσα τόση ώρα.

-    Κατάλαβα. Αλλά εσύ το θες στο μουνάκι σου;

Είχα ξεθαρρέψει.

-    Ναι, αλλά θα σου πω μετά για αυτό.

Έκανε μεταβολή και πήγε μπροστά στον Άρη, που το καυλί του ήταν μετρίως σηκωμένο. Κάθισε στα γόνατα και άρχισε να τον γλείφει, ενώ από τον καναπέ οι αναστεναγμοί και οι κινήσεις του Τάκη και της Πόπης είχαν γίνει ακόμα πιο έντονοι. Η Πόπη ήταν τώρα έξαλλη, καμία σχέση με το αρχικό γαμήσι, όταν ήταν ξάπλα στον καναπέ.

-    Έλα πουτσαρά, φώναξε στον Σταύρο. Έλα να σε πάρω στο στόμα.

«Πουτσαράδες» φαίνεται τους αποκαλούσε όλους. Ο Σταύρος πήγε μπροστά της, καυλωμένος ξανά. Τον τράβηξε από τη μέση όπως κουνιόταν πάνω στον Τάκη και άρχισε να τον γλείφει.

-    Αχ, αχ...

έκανε με μανία. Με το ένα καυλί να κάθεται πάνω του και το άλλο μπροστά της, να το παίρνει πίπα, νόμιζες ότι έβλεπες ταινία πορνό. Πού και πού έβγαζε το δεύτερο καυλί από το στόμα της και φώναζε:

-    Πουτσαράδες, γαμήστε με την πουτάνα, γαμήστε με μέχρι να λιώσω!

Ο Άρης πλησίασε και αυτός και στάθηκε δίπλα τους. Κοιτούσε με ενδιαφέρον τη γυναίκα του να ανεβοκατεβαίνει πάνω στο καυλί του Τάκη. Κάτι της έλεγε (που δε μπορούσα να ακούσω) και εκείνη συνέχισε να φωνάζει:

-    Γαμήστε με την πουτάνα, θέλω να ξεσκιστώ σήμερα, να ψοφήσω στο γαμήσι η πουτάνα!

Ο Σταύρος με κοίταξε για μια στιγμή με ύφος «είδες πού σε έφερα» και έπειτα γύρισε στην Πόπη. Έδειχνε να απολαμβάνει όρθιος την πίπα της, ενώ τώρα της χάιδευε τα βυζιά σκύβοντας ελαφρά.

-    Πήρε φωτιά η πουτάνα η Πόπη.

Η Φωτούλα ήταν αυτή που είχε μιλήσει. Είχε σταθεί πλάι μου, μην έχοντας -προσωρινά τουλάχιστον- άλλα καθήκοντα.

-    Έτσι κάνει πάντα;

-    Α ναι, σαν τρελή κάνει όταν τον τρώει, μου είπε σχεδόν ψιθυριστά.

-    Μαζεύεστε συχνά;

-    Μια φορά το μήνα, το δίμηνο. Αναλόγως. Έχει και άλλες για τη δική μου δουλειά.

-    Αλλά εσύ το θες στο μουνάκι σου, της θύμισα μιλώντας και εγώ χαμηλόφωνα.

-    Ναι. Θα ήθελα να σου πάρω μια πίπα κάπου και να είμαστε οι δυο μας. Να κάτσουμε ώρα. Να μιλήσουμε. Και μετά να το χώσεις μέσα, να κάνουμε αργά σεξ για μία ώρα. Μου αρέσει να το κάνω αργά-αργά.

Τα έλεγε χωρίς καμία έκφραση, μάλλον για να μην καταλάβουν οι άλλοι. Σαν να περιέγραφε μια συνταγή. Και αυτό με καύλωνε ακόμα περισσότερο.

-    Τώρα θα μου πάρεις πίπα;

-    Ναι βέβαια, έχουμε χρόνο όσο τη γαμάνε και οι τρεις.

Το βλέμμα μου δεν είχε φύγει από τον καναπέ, όπου η στάση είχε ελαφρώς αλλάξει. Ο Τάκης εξακολουθούσε να γαμάει την Πόπη από κάτω, ακούραστος. Ωστόσο τώρα η Πόπη έπαιρνε στο στόμα τον άντρα της, ενώ ο Σταύρος είχε έρθει πλάι της, με τα γόνατα στον καναπέ και έτριβε το καυλί του στο στήθος της.

-    Πάρε μου λίγο τώρα και μετά ξανά αν χρειαστεί. Μου άρεσε πολύ πριν, είπα στη Φωτούλα.

-    Και εμένα. Ήξερα από πριν ότι θα μου άρεσε όταν θα σου έπαιρνα πίπα.

Γέλασα. Νόμιζα ότι το έλεγε έτσι, για την καύλα.

-    Μη γελάς. Είχα καυλώσει με σένα πριν σε συναντήσω ακόμα, μου είπε σοβαρά.

Την κοίταξα παραξενεμένος.

-    Από αυτά που έλεγαν για την γυναίκα σου, μου εξήγησε. Μου περιέγραψαν πώς χόρευε μπροστά σε όλους. Ερεθιζόμουν και μόνο στην ιδέα ότι θα σας γνωρίσω και τους δύο.

-    Α, κατάλαβα. Ναι.

-    Κάνετε πολύ σεξ με τη γυναίκα σου; συνέχισε.

-    Πολύ. Και επίσης είναι βασίλισσα στις πίπες.

Μπορούσα να λέω ό,τι ήθελα, στην κατάσταση που βρισκόμουν.

-    Παίρνει και τον Σταύρο;

-    Ναι... Και τον Σταύρο και άλλους.

-    Πολλούς;

Για τρεις ήξερα αλλά η στιγμή σήκωνε φαντασιώσεις.

-    Πολλούς. Παίρνει όλη τη δουλειά της. Τους μισούς συναδέλφους της.

-    Μου αρέσει αυτό, είπε η Φωτούλα. Μου αρέσουν οι γυναίκες που γαμιούνται και το ευχαριστιούνται. Εγώ όπως σου είπα παίρνω ομαδικές μόνο όταν είναι μπροστά ο άντρας μου.

Κοίταξα το κομπινεζόν, το στήθος της που κρυβόταν μέσα. Εκείνη τη στιγμή ήθελα να απλώσω το χέρι μου και να το πιάσω περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο. Το κατάλαβε από το βλέμμα μου.

-    Σου αρέσει το στήθος μου;

-    Πολύ.

-    Δε μπορείς να το πιάσεις εδώ. Μπροστά στον Τάκη. Θα ήθελες όμως να βρεθούμε ένα πρωί;

Έγνεψα ναι.

-    Θα σου πω το κινητό μου, είπε. Αλλά θα με πάρεις μόνο πρωί, μετά τις εννιά, εργάσιμη μέρα, που λείπει ο Τάκης. Θα το αφήσεις να χτυπήσει μια φορά και θα κλείσεις. Θα πάρω εγώ μετά.

Μου είπε τον αριθμό και με έβαλε να τον επαναλάβω.

-    Ωραία. Κοίτα, τώρα που θα έρθω μπροστά σου, να σου πάρω πίπα, θα πιάσεις το στήθος μου για λίγο, να μη φανεί... Εντάξει;

-    Εντάξει.

Μου έκαναν εντύπωση οι περιορισμοί του Τάκη! Οκ να παίρνει πίπα σε τρεις άντρες, αλλά όχι να μιλάνε μαζί της, όχι να της πιάνουν το στήθος. Τρέλα; Ήρθε και στάθηκε ανάμεσα στον καναπέ και σε εμένα και με πήρε στο στόμα της. Τι καύλα! Τι πίπα ήταν αυτή που έπαιρνε! Ένιωσα ξανά στον ουρανό, όπως δε θυμόμουν να είχα νιώσει με τη Φλώρα. Έστω, ας πω ότι ένιωσα κάτι διαφορετικό, τρελά ερεθιστικό. Κατέβασα δειλά το χέρι, κρυμμένο όσο γινόταν από το σώμα της και έπιασα το στήθος της. Θεέ μου! Τι στήθος ήταν αυτό! Σκληρό, στητό χωρίς το σουτιέν... ήταν δυνατόν να είναι έτσι στα σαράντα κάτι; Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν ήταν «φυσικό», αλλά δεν μου έδινε εντύπωση γυναίκας που θα έκανε επέμβαση.

Έπειτα εκείνη απομάκρυνε απαλά το χέρι μου από το βυζί της, ενώ συνέχισε την πίπα λίγο ακόμα. Το καυλί μου ήταν όρθιο, ευτυχώς χωρίς διάθεση να τελειώσω γρήγορα. Αφέθηκα στην περιποίησή της ενώ από τον καναπέ ακουγόταν ένας συνδυασμός βογκητών, με τον Τάκη αυτή τη φορά να φωνάζει περισσότερο καθώς έχυνε μέσα της. Αλλά και η Πόπη δεν πήγαινε πίσω. Τα βυζιά της ανεβοκατέβαιναν με ορμή ενώ αποκαλούσε τον εαυτό της «πουτάνα». Ενδιάμεσα έβγαζε έντονες κραυγές, που δε μπορούσα να πω αν αντιστοιχούσαν σε οργασμό ή σκέτη καύλα. Κάθε γυναίκα είναι διαφορετική. Αν πράγματι η Πόπη τέλειωνε τώρα, σημαίνει ότι τέλειωνε για ώρα. Η Φωτούλα σηκώθηκε όρθια μπροστά μου.

-    Να ήξερες πόσο θα ήθελα να το βάλω έτσι μέσα μου! Όπως είναι.

-    Κι εγώ!

Έλεγα αλήθεια. Περισσότερο από κάθε τι ήθελα να το έχωνα στη Φωτούλα, όχι ξανά στην Πόπη. Αυτή όμως -όπως καταλάβαινα- θα ήταν η μοίρα μου.

-    Δυστυχώς δε γίνεται. Αλλά την άλλη βδομάδα... αν με πάρεις...

Και μου είπε ξανά, τρίτη φορά, τον αριθμό της.

-    Το μουνάκι μου καίγεται, συνέχισε να λέει η Φωτούλα, όρθια τώρα πλάι μου, χαμηλόφωνα όπως πριν. Το έκανε με γούστο, χωρίς να κουνάει καλά-καλά τα χείλη της.

-    Αλλά η πουτάνα η Πόπη τους θέλει όλους για το δικό της. Και ο Τάκης θα γυρίσει σπίτι ξεθεωμένος και δεν θα μπορώ ούτε να του το σηκώσω.

Ο Τάκης είχε βγει έξω από την Πόπη, και εξαντλημένος πετούσε το προφυλακτικό του στο κουτάκι. Τώρα ο Σταύρος πήρε τη θέση του στον καναπέ και με μια κίνηση η Πόπη κάθισε πάνω στα πόδια και το καυλί του, κραυγάζοντας από ηδονή. Είχε και πάλι την πλάτη της γυρισμένη στον Σταύρο, όπως πριν στον Τάκη.

-    Έλα πουτσαρά μου, γάμα με την πουτάνα, γάμα με ασταμάτητα!

Γύρισα προς την Φωτούλα.

-    Την Τετάρτη ίσως.

-    Ωραία, θα περιμένω. Σε πειράζει να σε ρωτήσω κάτι άλλο για τη γυναίκα σου;

-    Όχι, ρώτα με.

-    Τους παίρνει εκεί στη δουλειά της ή πάνε αλλού;

-    Στη δουλειά της όχι συχνά (συνέχισα με τις φαντασιώσεις). Δεν είναι άνετα. Πάει στα σπίτια τους.

Τι ψέμα! Για την ώρα, βέβαια...

-    Α, ωραία... Κι εσύ δε ζηλεύεις, ε;

-    Όχι. Έρχεται και μου τα λέει όλα και το κάνουμε ξανά.  

Και μόνο στη σκέψη, ένιωσα το καυλί μου να θέλει να ορμήσει σε ένα μουνί. Στης Φωτούλας, κατά προτεραιότητα.

-    Πότε πήγε τελευταία φορά με κάποιον τρίτο;

-    Χτες...

Δεν της είπα «το πρωί».

-    Με ποιον;

-    Με το Σταύρο.

-    Κι εσύ πού ήσουν;

-    Μπροστά.

-    Ω! Θα το ήθελα πολύ αυτό. Θα ήθελα να το βάζει κάποιος στο μουνάκι μου και να με βλέπει ο Τάκης. Εσένα σου άρεσε να τους βλέπεις χθες;

-    Ναι.

-    Και τι έκανες; Δεν καύλωνες;

-    Ναι βέβαια, περίμενα τη σειρά μου.

-    Πω πω... Θα ήθελα πολύ να γινόταν αυτό με μένα. Και μπήκες μέσα της αμέσως μετά;

Για κάποιο λόγο απέφυγα να μιλήσω για τη Μαρία.

-    Ναι βέβαια.

-    Πω πω... Σκέτη καύλα. Τόσα έχω κάνει σε αυτό το σπίτι, αλλά να με παίρνει κάποιος και να με βλέπουν… πώς θα το ήθελα. Να με πάρεις τηλέφωνο, εντάξει;

Κούνησα το κεφάλι.

-    Πρέπει τώρα να πας στον καναπέ, μη σκεφτεί ο Τάκης ότι μιλάμε ώρα.

Ο Σταύρος συνέχιζε να τη γαμάει πάνω του, τα χέρια του πάντα στα βυζιά της. Εκείνη σφάδαζε, ναι, έχυνε σίγουρα. Αλλά πόσες φορές; Ήταν διαφορετική τώρα, σε σχέση με τον «πρώτο γύρο». Τελείως αναμμένη, καυτή. Ο άντρας της είχε κάτσει στα γόνατα στον καναπέ, πάνω από τα δικά της πόδια και τα πόδια του Σταύρου (σχεδόν ενωμένοι οι τρεις) και της γαμούσε το στόμα. Δεν του έπαιρνε πίπα, της γαμούσε το στόμα με ορμή, σαν να κόντευε να τελειώσει. Η Πόπη δε μπορούσε να μιλήσει πια, μόνο κραύγαζε και τρανταζόταν. Πλησίασα και τους κοίταξα με το καυλί μου σηκωμένο. Ήταν καύλα, αλλά ακόμα είχα το μυαλό μου στη Φωτούλα. Και επιπλέον δεν είχα κάτι να κάνω. Δε χωρούσα. Πρόσεξα πρώτη φορά πώς είχε κοκκινίσει το πρόσωπό της και ολόκληρο το στήθος της. Ήταν σε φοβερή έξαψη. Γύρισα και κοίταξα πίσω. Ο Τάκης είχε ξαπλώσει σχεδόν σε μια πολυθρόνα. Η Φωτούλα καθόταν απέναντι, εκεί που πριν λίγο καθόμουν εγώ. Ήταν αφηρημένη. Ήθελα πολύ να πάω κοντά της, ήθελα να νιώσω άλλη μια φορά στα χέρια το στήθος της.

-    Αχ!

Ήταν η σειρά του Σταύρου να αρχίσει τις κραυγές χύνοντας μέσα στην Πόπη. Αναρωτήθηκα τι είχε η συνέχεια. Θα έπαιρνε τώρα ο άντρας της θέση στον καναπέ, να καθίσει εκείνη πάνω του; Πήρα την απάντησή μου αμέσως. Ο Άρης άρχισε και αυτός να χύνει, μες το στόμα της. Με τα χέρια του πίεζε το κεφάλι της πάνω στο καυλί του, ενώ αυτή κατάπινε το σπέρμα και βογκούσε. Ο Σταύρος ξάπλωσε στην πλάτη του, στον καναπέ και ο Άρης βγήκε έξω και κάθισε δίπλα. Ξαφνικά η Πόπη είχε βρεθεί χωρίς καυλί.

-    Θέλω και άλλο. Θέλω να με γαμήσετε κι άλλο την πουτάνα. Έλα πουτσαρά!

Αυτός ήμουν βέβαια εγώ. Τη στάση την αποφάσισε μόνη της. Ξάπλωσε στον καναπέ, δίπλα στον αποκαμωμένο Σταύρο, άνοιξε τα πόδια της ως πέρα, το μουνί και η κοιλιά της κόκκινα από το γαμήσι και την επαφή.

-    Έλα, γάμα με την πουτάνα, γάμα με.

Αμέσως ήμουν μέσα της. Αυτή τη φορά έβαλα μόνος μου το προφυλακτικό. Ο μόνος που δεν είχε φορέσει ως τώρα, ήταν ο άντρας της όταν την έχυνε στο στόμα. Πρέπει να ήμουν το έβδομο καυλί που έτρωγε στο μουνί. Πώς άντεχε; Και συνέχιζε, άγνωστο πόσες φορές είχε τελειώσει η ίδια στον «δεύτερο γύρο».

-    Γάμα με Δημήτρη... γάμα την αληθινή πουτάνα... Νομίζεις η γυναίκα σου είναι πουτάνα;

-    Εσύ είσαι η αληθινή πουτάνα, της επιβεβαίωσα καυλωμένος, με το μυαλό μου όμως ανάμεσα στη γυναίκα μου και τη Φωτούλα.

-    Αλλά θα μας φέρεις τη γυναίκα σου την άλλη φορά;… ρώτησε σαν να ήξερε τι σκεφτόμουν.

-    Ναι, θα τη φέρω.

-    Και θα τον φάει πες της. Θα κάνω εξαίρεση -αχ, γάμα με-, να της πεις ότι θα κάνω εξαίρεση. Αχ, θέλω πολύ καυλί σήμερα. Θα μπορέσεις να με γαμήσεις ξανά;

-    Μπορεί...

Δεν υπήρχε περίπτωση.

-    Ξέρεις πόσα είναι τα περισσότερα καυλιά που έχω πάρει σε ένα βράδυ, η πουτάνα;

Ο άντρας της δίπλα έπαιρνε βαθιές ανάσες, χωρίς να δείχνει ιδιαίτερη προσοχή.

-    Πόσα;

-    Αχ! Γάμα με... Πάνω από είκοσι. Μου είχε φέρει ο Άρης έξι άνδρες και με ξέσκισαν ως το πρωί.

Την πίστευα απολύτως.

-    Θα είχε γίνει το μουνί σου κόκκινο, της είπα.

-    Το μουνί μου αντέχει. Αχ, έλα γάμα μια αληθινή πουτάνα. Γάμα με. Σου αρέσουν τα βυζιά μου, ε; Για αυτό τα πιάνεις;

Τα έπιανα και τα μάλαζα με τα χέρια.

-    Ναι... Ωραίο στήθος... Θα ήθελα να το χύσω.

-    Αχ, ξέχνα το αγόρι μου. Μόνο στο μουνί μου θα χύσεις.

Άρχισα αλήθεια να χύνω μέσα της -γρήγορα για δεύτερη φορά και με μια μικρή ενοχή για την ταχύτητα, αλλά το πρόσωπό της δεν έδειξε την παραμικρή ενόχληση. Καταλάβαινα ότι για την Πόπη ήμασταν αναλώσιμοι, καυλιά το ένα μετά το άλλο στο μουνί της. Άραγε πόσοι θα άντεχαν τρίτο γύρο; Τρίτο γύρο άντεξε μόνο ο Άρης και ο Τάκης. Οι δύο μεγαλύτεροι, δεν είναι αστείο; Με το Σταύρο απολαύσαμε ένα κρασί ακόμα στην πολυθρόνα και όταν τα πράγματα είχαν ηρεμήσει κάπως τους χαιρετήσαμε και σηκωθήκαμε να φύγουμε. Η Πόπη ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ με τα πόδια ανοιχτά και το μουνί της άδειο, για πρώτη φορά εδώ και δυο ώρες.

Στην πόρτα η Φωτούλα, πάντα με το κομπινεζόν (δεν το είχε βγάλει ποτέ, ούτε καν ανασηκώσει) μου ψιθύρισε «Τετάρτη». Ήμασταν μόνοι στην πόρτα (ο Σταύρος ακόμα χαιρετούσε μέσα) και της έπιασα τα βυζιά για ένα δευτερόλεπτο, σαν μαθητές στο διάδρομο του σχολείου. Γέλασε και με φίλησε βιαστικά στο μάγουλο. Στη διαδρομή με τη Μερσεντές για το σπίτι, ο Σταύρος δεν είχε δύναμη ούτε φλας να βγάλει. Εγώ πάλι είχα μια σκέψη μόνο: Είχαν πράγματι βγει «για ποτό» η Μαρία και η Φλώρα;



Copyright protected OW ref: 119818