Έφη, η συμμαθήτρια που έγινε μαθήτρια

Δημοσιεύθηκε από maria1998GR
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.64 (7 Votes)
Είμαι η Μαρία, 20 χρονών σήμερα, 1.68, 56 κιλά, καστανά μαλλιά (συνήθως) και μάτια, φοιτήτρια τώρα, σε ξένη πανεπιστημιακή σχολή εδώ στην Αθήνα.

Τον καιρό που αναφέρεται η ιστορία, ήμουν στην τελευταία τάξη του Λυκείου και έχοντας ζήσει πλούσιες και ακραίες ερωτικές στιγμές με την Ελένη, τη 42χρονη κολλητή της μαμάς μου (βλ. στις ιστορίες μου «Με την κολλητή της μαμάς στο εξοχικό της» 11-10-2019), αλλά και τον θείο Γιώργο (βλ. στις ιστορίες μου «Ο θείος Γιώργος και η άτακτη ανιψιά του, εγώ» 23-10-2019).

Τη συγκέντρωσή μου στα διαβάσματα και στις σκέψεις για τη συνέχεια των σπουδών μετά το Λύκειο διέκοπταν οι σκέψεις των ερωτικών αυτών εμπειριών και των καινούριων και καθημερινών αναγκών του καλοσχηματισμένου ήδη κορμιού μου, που φρόντιζα, όταν ούτε η Ελένη ήταν δίπλα μου, ούτε ο θείος Γιώργος, να τις καλύπτω μόνη μου, μια ή συνήθως περισσότερες φορές καθημερινά.

Τις στιγμές αυτές χαϊδεύοντας το κορμί μου, χρησιμοποιώντας τα δάχτυλά μου, κλείνοντας τα μάτια, σαλιώνοντας τα, ερεθίζοντας τις απαιτητικές για προσοχή ρωγίτσες μου ή χώνοντάς τα στο στόμα μου, στο μουνάκι μου ή ακόμη και στην πίσω τρυπούλα μου ή σε στιγμές απόλυτης μοναξιάς στο σπίτι χρησιμοποιώντας και το δώρο της Ελένης, ένα κομψό δονητή, που κουβαλούσα από εκείνη τη μέρα πάντα μαζί μου και τον είχα βαφτίσει «Το αρπακτικό».

Το όνομα, που ακουγόταν περίεργο, είχε την δική του συμβολική σημασία για μένα. Μου θύμιζε όλους αυτούς τους αρκετά μεγαλύτερης ηλικίας από εμένα, των 2 ή και 3 φορές μεγαλύτερους, που συναντούσα στο δρόμο, στο μετρό, στη παραλία ή στα καφέ και μπαράκια, που βγαίναμε με την παρέα τα βράδια, που με έγδυναν με τα μάτια τους ή προχωρούσαν ακόμη παραπέρα.

Όπως έχω ξαναπεί τα δικά τους βλέμματα, τα γεμάτα πόθο για το άγουρο, αλλά διψασμένο κορμάκι μου, τα δικά τους πρόστυχα λόγια, τα δικά τους αγγίγματα, όπου μπορούσαν, ήταν εκείνα που με έκαναν να υγραίνομαι ανάμεσα στα πόδια, να ανασηκώνονται και σκληραίνουν οι ρωγίτσες μου και να είναι έμπνευση για βραδινές αταξίες.

Αυτοί ήταν τότε μαζί μου τα βράδια με την μορφή «Του αρπακτικού» και μου έκαναν ό,τι ονειρεύονταν ή κάποιες φορές και ό,τι κι εγώ με κάποιους από αυτούς, κάποιες φορές, ονειρευόμουν.

Η ισορροπία της ερωτικής μου ζωής όμως δεν κράτησε πολύ. Ενώ μπορώ να με χαρακτηρίσω εχέμυθη, είχα την λάθος έμπνευση να φανώ ειλικρινής απέναντι στην Ελένη, αφού είχα αισθήματα γι’ αυτή σαν τον πρώτο μου έρωτα.

Δεν ήθελα να της κρατήσω μυστικό, ότι πλέον είχα ερωτική σχέση και με άντρα κι έτσι της εξομολογήθηκα για την σχέση με τον θείο Γιώργο.

Δεν είχα εκτιμήσει σωστά τα πράγματα, ούτε ότι και η Ελένη ήταν ερωτευμένη μαζί μου, ούτε ότι θα πληγωνόταν τόσο πολύ ο εγωισμός της, ούτε ότι θα επικρατούσαν τα αισθήματα προδοσίας και θα ξεπερνούσαν τον αμοιβαίο έρωτα και το πάθος, που μας είχε ενώσει. Έτσι ένιωσα το σοκ του πρώτου χωρισμού σε ερωτική σχέση. Δεν την συγκίνησαν ούτε οι συγνώμες μου, ούτε τα κλάματα.

Έμεινα μετά από μήνες χωρίς την Ελένη, μόνο με τις αναμνήσεις των όσων είχαμε ζήσει μαζί, ενώ σε λίγο καιρό η μοναξιά έγινε απόλυτη καθώς και ο θείος Γιώργος ξαναέφυγε στο εξωτερικό, όπου ζούσε. «Το αρπακτικό» ήταν η μόνη μου διέξοδος, αλλά δεν κάλυπτε απόλυτα τις ανάγκες μου.

Η τελευταία σχολική χρονιά έφτανε στο τέλος και μετά την 5ήμερη μας εκδρομή στην Κρήτη θα μπαίναμε πια στην τελική ευθεία για τη μάχη στη συνέχεια για εξετάσεις, ανώτατες σπουδές κλπ.

Το μυαλό μου ήταν μισό-συγκεντρωμένο σε όλα αυτά, εξ αιτίας των πρόσφατων γεγονότων στα ερωτικά μου και δεν θα μπορούσα να περάσω καλά στην εκδρομή, αν δεν ήταν η Εφούλα. Η κολλητή μου, συμμαθήτρια και γειτόνισσα χειμώνα – καλοκαίρι, αφού τα σπίτια μας, τόσο τον χειμώνα κάπου στα βόρεια προάστια της Αθήνας, όσο και το καλοκαίρι δίπλα στη θάλασσα, είναι πολύ κοντά ήταν η παρέα μου και στην εκδρομή και ήταν εκείνη που μαζί θα μοιραζόμασταν και το δίκλινο δωμάτιο, που μας έδωσαν στο ξενοδοχείο.

Η Εφούλα, μια πανέμορφη ξανθούλα με πράσινα μάτια και κορμί μοντέλου, με μακριά πόδια και υπέροχο κωλαράκι, μικρό σε σχέση με το δικό μου στήθος, ύψος 1.62 μ. και 51 κιλά, ήταν πάντα δίπλα μου τα τελευταία χρόνια. Έτσι ήξερα ότι μέχρι σήμερα οι δικές της ερωτικές εμπειρίες δεν ξεπερνούσαν λίγα φιλιά με συνομήλικους ή κάποια άτεχνα χάδια, στα λίγα αποτυχημένα ραντεβού της. Έτσι παρέμενε παρθένα, πολύ ρομαντική και πάντα με απορίες τι να κάνει σε αυτό το θέμα. Ήμουν η εξομολόγος της και ήταν το περιστεράκι μου, που με ενδιέφερε να μην πέσει σε άσχημες εμπειρίες, αλλά όπως και στη δική μου περίπτωση να έχει ένα όμορφο ξεκίνημα με τα ερωτικά της.

Δεν είχα ποτέ μιλήσει στην Εφούλα για τις δικές μου σχέσεις με την Ελένη ή με τον θείο Γιώργο, κρατώντας το τοπίο ομιχλώδες και εξομολογούμενή της απλά, ότι δεν είμαι πλέον παρθένα και ότι οι εμπειρίες μου ήταν όμορφες και το σεξ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Με κοίταζε πάντα με θαυμασμό γι’ αυτό, αλλά δεν επέμενε να ρωτήσει λεπτομέρειες.

Φυσικά ποτέ στα επόμενα χρόνια δεν της είπα και για το τι συνέβη με τον πατέρα της στα τελευταία γενέθλιά της (βλ. στις ιστορίες μου «Στα γενέθλια της Έφης» 26-09-2109). Δε νομίζω ότι θα το άντεχε ή θα μου το συγχωρούσε ποτέ.

Στην Κρήτη λοιπόν μετά από μια κουραστική μέρα, που γυρίζαμε σε αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, ώρες μέσα στο πούλμαν και επισκέψεις σε βουνά και θάλασσες, καταλήξαμε επιτέλους στο ξενοδοχείο μας για φαγητό και ξεκούραση.

Η συμφωνία με τους συνοδούς καθηγητές ήταν το αργότερο τα μεσάνυχτα να είμαστε όλοι στα δωμάτιά μας και αφού και την άλλη μέρα θα ξεκινούσαμε νωρίς και πάλι τις ξεναγήσεις αυτό και κάναμε.

Όταν χτύπησε η πόρτα και η καθηγήτρια μας βεβαιώθηκε ότι ήμασταν μέσα και μας καληνύχτισε, ήρθε η ώρα για το βραδινό μπάνιο και τον ύπνο. Ήταν η πρώτη φορά μέχρι τότε που θα μέναμε μαζί με την Εφούλα. Αυτό θα άλλαζε βέβαια τα επόμενα χρόνια, αφού από τότε πολλές φορές κοιμόμαστε η μια στο σπίτι της άλλης.

Θα έμπαινα πρώτη στο μπάνιο κι έτσι έβγαλα μπλουζάκι που φορούσα και το σορτσάκι, της χαμογέλασα σπάζοντας την αμοιβαία αμηχανία όντας μόνο με τα εσώρουχα και μπήκα στο μπάνιο.

Μέσα στο μπάνιο απαλλάχτηκα και από τα εσώρουχα και μπήκα για ντους με πλούσιο αφρόλουτρο. Καθώς πλενόμουν και άγγιζα το κορμί μου γυμνό ένιωσα να ερεθίζομαι και σκέψεις περνούσαν από το παρελθόν, μπλέκοντας την Ελένη, τον θείο Γιώργο, άγνωστους διάφορους, που είχαν εντυπωθεί στη μνήμη, «Το αρπακτικό». Καθώς έπρεπε να τελειώνω για να μπει και η Εφούλα διέκοψα τις σκέψεις μου, βγήκα από το ντους, τυλίχτηκα με την πετσέτα, καθώς δεν είχα πάρει άλλα εσώρουχα μέσα στο μπάνιο και βγήκα.

Η Εφούλα είχε χαμηλώσει πολύ τα φώτα, καθώς είχε μείνει κι αυτή μόνο με τα εσώρουχα και ίσως αισθανόταν ντροπαλή ακόμη και απέναντι στη κολλητή της. Όταν βγήκα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε κι αυτή με γρήγορα βήματα προς το μπάνιο. Ήταν πολύ όμορφη έτσι με τον χαμηλό φωτισμό, μισόγυμνη και ντροπαλή. Εκεί μου έκανε κλικ για πρώτη φορά. Χωρίς την Ελένη, χωρίς τον θείο Γιώργο, βλέποντας το μισόγυμνο περιστεράκι, σκέφτηκα, γιατί όχι;

Πέταξα την πετσέτα και φόρεσα χωρίς εσώρουχα ένα σατινέ, τιραντέ, μαύρο νυχτικάκι, που άφηνε γυμνά τα μπούτια μου μέχρι ψηλά, ενώ και το στήθος μου, ελεύθερο από σουτιέν, απολάμβανε το ελαφρύ ύφασμα πάνω στο κορμί μου.

Οι σκέψεις που έκανα μέσα στο μπάνιο, αλλά και για την Εφούλα μετά με κρατούσαν σε ένταση και γεμάτη ερεθισμό. Δε νομίζω ότι θα κοιμόμασταν απόψε.

Άκουσα το νερό να σταματάει να τρέχει μέσα στο μπάνιο και σε λίγο η πόρτα άνοιξε και τυλιγμένη στη μεγάλη πετσέτα του μπάνιου, βγήκε και ήρθε κοντά μου.

Τα βρεμένα μακριά μαλλιά της και ό,τι ξέφευγε από το γυμνό της κορμί κάτω από την πετσέτα την έκαναν τόσο όμορφη και επιθυμητή στο λιγοστό φως του δωματίου. Σε αυτό πρόσθετε και η αμηχανία που ένιωθε, καθώς ή θα έπρεπε να πάρει εσώρουχα από τη βαλίτσα της και να ξαναμπεί στο μπάνιο για να τα φορέσει ή να μείνει με την πετσέτα, αν δεν ήθελε να την δω γυμνή. Προτίμησε να μείνει με την πετσέτα και ήρθε και κάθισε δίπλα μου.

- Σε ξεκούρασε λίγο το ντουζάκι;… τη ρώτησα σπάζοντας την αμηχανία.

- Ναι ήταν ό,τι έπρεπε, μου είπε, αν και ακόμη δεν νιώθω χέρια και πόδια, από το περπάτημα και τις ατέλειωτες ώρες στο πούλμαν.

- Θα σε βοηθήσω με αυτό, της είπα και άνοιξα τη βαλίτσα μου βγάζοντας το νεσεσέρ μου και παίρνοντας τη μπόντι λοσιόν από μέσα.

Ξαναγύρισα στο κρεβάτι και κάθισα πάλι δίπλα της. Με κοίταζε όχι σαν την τόσα χρόνια κολλητή της, αλλά σαν μαθητριούλα μπροστά στη δασκάλα της. Προσπάθησε να ανοίξει το στόμα της να πει κάτι, σαν «δεν είναι ανάγκη» κλπ, αλλά έσκυψα και άγγιξα απαλά και τρυφερά τα χείλη της, δίνοντας της ένα ρομαντικό φιλί και χαϊδεύοντας απαλά τα βρεμένα της μαλλιά.

- Ξάπλωσε… της είπα.

Δεν ήταν εντολή, αλλά κάπως έτσι το πήρε μετά το σοκ του ρομαντικού φιλιού, που την έκανε να κλείσει τα μάτια. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, γυρίζοντας μπρούμυτα, με το πρόσωπο στο μαξιλάρι.

Γέμισα τα χέρια μου με λοσιόν και άρχισα απαλά να την απλώνω στα χέρια της, ξεκινώντας από ψηλά και κατεβαίνοντας προς την παλάμη και τα δάχτυλά της, σε ένα αργό μασάζ. Επέμεινα για κάμποση ώρα στο ένα χέρι και μετά στο άλλο.

- Όλα καλά;… τη ρώτησα.

- Ναι, ναι, είναι τόσο χαλαρωτικό, απάντησε.

Συνέχισα με την ίδια διαδικασία με τα πόδια της. Ανασήκωσα λίγο την πετσέτα και ξεκίνησα από τα μπουτάκια της προς τα κάτω μέχρι τα δάχτυλα. Δε βιαζόμουν, επιμένοντας στο μασάζ στους μύες στα μπούτια και στις γάμπες, αλλά και στις πατούσες και στα δάχτυλα. Η Εφούλα ήταν απόλυτα χαλαρωμένη.

Το αθώο περιστεράκι μου ήταν τόσο όμορφο και η θέα στο κωλαράκι του κάτω από την πετσέτα μοναδική. Δε θα βιαζόμουν για να μην την τρομάξω. Έτσι μετά τα χέρια και τα πόδια συνέχισα με το σβέρκο της και το πάνω μέρος της πλάτης και των ώμων, που έβγαιναν από την πετσέτα του μπάνιου. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα από τη χαλάρωση.

Έτσι συνεχίζοντας έλυσα την πετσέτα και την τράβηξα με μια κίνηση πετώντας την στο πάτωμα.

- Ωχ όχι…

διαμαρτυρήθηκε αδύναμα, μένοντας ολόγυμνη πάνω στο κρεβάτι.

- Σ… της είπα, μη ντρέπεσαι εγώ είμαι κι αν σε ενοχλεί ορίστε κι εγώ…

και με μια κίνηση έβγαλα κι εγώ το νυχτικάκι πάνω από το κεφάλι πετώντας το κι αυτό στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι.

Ήταν παρά πολύ για την Εφούλα ότι γινόταν. Ολόγυμνη, πεσμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι, χαλαρωμένη από το μασάζ σε χέρια, πόδια και ώμους, ξέροντας ότι τώρα είμαι κι εγώ ολόγυμνη πίσω της. Και να ήθελε να συνεχίσει τις διαμαρτυρίες δεν της άφησα χρόνο. Γέμισα πάλι τα χέρια μου με λοσιόν και άρχισα να το απλώνω στη πλάτη της από πάνω προς τα κάτω.

- Δε σε ξεκουράζει;… τη ρώτησα.

- Ναι, ναι, βγήκε περισσότερο σαν ψίθυρος ή απάντησή της.

Ήταν παραδομένη στο χαλαρωτικό μασάζ και στο ύφος μου, που δεν έδειχνε να δέχεται αντιρρήσεις. Με νέα ποσότητα λοσιόν συνέχισα στο κωλαράκι της, χωρίς αυτή τη φορά να ακούσω διαμαρτυρίες, αλλά μόνο ένα στεναγμό, που προσπάθησε να κρύψει στο μαξιλάρι. Επέμεινα αρκετή ώρα χαϊδεύοντας και ζουλώντας το κωλαράκι της και ξέροντας, ότι πλέον ο δρόμος για μια όμορφη βραδιά είχε ανοίξει.

- Γύρισε ανάσκελα… της είπα.

Ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να βγει κάτι με νέες διαμαρτυρίες και έτσι γύρισε, καλύπτοντας όσο μπορούσε με το ένα χέρι της το μουνάκι της και με το άλλο το μικρό της στήθος.

Ήταν τόσο μαγευτικά όμορφη έτσι, με την κοριτσίστικη συστολή, την απειρία της πως να αντιδράσει στις νέες εμπειρίες και αισθήσεις και σκέφτηκα ότι κάπως έτσι ήμουν κι εγώ πριν λίγους μήνες με την Ελένη. Ένιωσα μια μεγάλη τρυφερότητα να μου βγαίνει για την κολλητή μου και έσκυψα πάνω της και ξανάγγιξα τα χείλη της με τα δικά μου.

Έκλεισε τα μάτια, που μέχρι τότε έτρεχαν με θαυμασμό στο δικό μου γυμνό κορμί και δέχτηκε το φιλί μου, ενώ η αναπνοή της είχε γίνει πιο γρήγορη.

Δεν ήταν ερωτικό, ένα απλά τρυφερό φιλί, αλλά τα κορμιά μας γυμνά άγγιζαν το ένα το άλλο. Ένιωσα τις ρωγίτσες μου ερεθισμένες και πήρα την Εφούλα τρυφερά στην αγκαλιά μου.

- Μη φοβάσαι. Κλείσε τα μάτια και σκέψου όποιον θέλησες κάποια στιγμή να κάνεις κάτι μαζί του. Φίλα με κι εσύ… της είπα.

Αυτή τη φορά και με τα μάτια κλειστά, μέσα στην αγκαλιά μου, τα χείλη της μισάνοιξαν, η γλώσσα μου βρήκε τον δρόμο να συναντήσει τη δική της, τα βυζάκια μας ζούληξαν το ένα το άλλο, και τα χέρια μου την τράβηξαν πιο κοντά μου. Ένας στεναγμός, που δεν κρύφτηκε στο μαξιλάρι αυτή τη φορά, βγήκε από τα χείλη της.

- Φίλα με, της ξαναείπα, πιο επιτακτικά αυτή τη φορά, μη σταματάς…

και συνέχισα να τη φιλάω ερωτικά με χείλη και γλώσσα, με τα κορμιά μας αγκαλιασμένα, και χέρια και πόδια μπλεγμένα σε μια πρωτόγνωρη για την ίδια εμπειρία. Όταν ανασηκώθηκα και ξαναπήρα την λοσιόν δεν υπήρχαν πια χέρια να κρύβουν το μουνάκι ή τα βυζάκια της. Τα είχε αφήσει απλωμένα πάνω από το κεφάλι της να ακουμπούν το κεφαλάρι του κρεβατιού και έστεκε εκεί μπροστά μου χαλαρωμένη και παραδομένη.

Τα χέρια μου άρχισαν να γεμίζουν με λοσιόν τα βυζάκια της και να παίζουν για ώρα με τις ρωγίτσες της.

Παρόλο το μικρό μέγεθος, που είχαν τα βυζάκια της, οι ρωγίτσες της ήταν συγκριτικά πολύ μεγάλες, ακόμη κι από τις δικές μου, ειδικά τώρα, που είχαν τόσο ερεθιστεί από τα χάδια και την όλη φάση μεταξύ μας.

Συνέχισα να κάνω μασάζ στο στήθος της παίζοντας με τις ρωγίτσες της και απολαμβάνοντας τις εκφράσεις στο πρόσωπό της και τους στεναγμούς, που έβγαζε από τις νέες αυτές εμπειρίες.

Μετά κατέβηκα προς τα κάτω και άπλωσα τη λοσιόν στη επίπεδη κοιλίτσα της και γύρω από τον όμορφο αφαλό της, καταλήγοντας πια στο μουνάκι της, με την παλάμη μου να το χαϊδεύει και να το αγγίζει, όπως ποτέ κανείς ή καμιά πιο πριν.

- Μαρία! Ω Μαρία… τι θα μου κάνεις;…

ψιθύρισε πάλι με μια φωνή, που από τον τόνο της δεν ήξερες αν διαμαρτυρόταν, ρωτούσε με απορία ή παρακαλούσε να συνεχίσω.

- Σ…

της είπα πάλι, χωρίς να σταματήσω, αλλά αντίθετα χαϊδεύοντας τώρα την διογκωμένη κλειτορίδα της και ανοίγοντας το μουνάκι της. Ήταν πλημμυρισμένη από τα υγρά της. Ήταν παραδομένη στις καινούριες αισθήσεις. Άρχισα ένα ταξίδι με τα δάχτυλά μου, όπως ήξερα όπου κι εμένα μου αρέσει και παρατηρούσα το πρόσωπό της. Τα μάτια της είχαν πάλι κλείσει, τα χέρια της χάιδευαν αυτά τώρα και τσίμπαγαν τις ρωγίτσες της και το κορμί της ανασηκώνονταν να συναντήσει πιο πολύ τα δάχτυλά μου.

- Μαρία, αγαπούλα μου! Σ' αγαπώ τόσο πολύ, ω Μαρία μου…

βόγκηξε και το κοριτσίστικο κορμάκι της άρχισε να ζει τον πρώτο του οργασμό πάνω στο χέρι μου, που το είχε πλημμυρίσει με τα υγρά της. Έπεσα δίπλα της και την πήρα πάλι στην αγκαλιά μου, φέρνοντας τα κορμιά μας κοντά και τα χείλη μας ενωμένα και πάλι σε ένα ερωτικό φιλί. Τα χέρια μου χάιδευαν το κωλαράκι της, ενώ και τα δικά της με κρατούσαν σφιχτά κοντά της, σαν να φοβάται μήπως φύγω και μείνει μόνη.

- Ω Μαρία, πόσο σ’ αγαπώ…

δεν έπαυε να επαναλαμβάνει, ενώ εγώ δεν έπαυα να την φιλάω και να της χαϊδεύω το γυμνό της κορμί.

- Εφούλα, απόψε θα γίνεις το κορίτσι μου, θα γίνουμε κανονικά εραστές και θα σε οδηγήσω σε πολλές τέτοιες νέες εμπειρίες, αρκεί να μου έχεις εμπιστοσύνη και να θέλεις να γίνεις το κορίτσι μου.

- Σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη αγάπη μου. Μαρία σ’ αγαπώ, όσο κανένα άλλο άτομο μέχρι σήμερα…

μου είπε αναζητώντας πάλι τα χείλη μου και σφίγγοντας το κορμάκι της επάνω μου για να με διαβεβαιώσει.

- Περίμενε τότε, της είπα και κλείσε τα μάτια.

Ανασηκώθηκα από το κρεβάτι και γύρισα και την κοίταξα. Είχε κλειστά τα μάτια και υπάκουε σε ό,τι της έλεγα να κάνει. Άνοιξα τη βαλίτσα μου και πήρα στα χέρια μου «Το αρπακτικό». Πλησίασα στο κρεβάτι και το πασάλειψα με μια γενναία ποσότητα λοσιόν. Η Εφούλα ήταν πάντα ξαπλωμένη, γυμνή και παραδομένη, με τα μάτια κλειστά όπως της είχα πει να με περιμένει. Έσκυψα και της άνοιξα τα πόδια και άρχισα να τη φιλάω στο μουνάκι, ξεκινώντας ένα νέο κύκλο πάθους.

- Ω Μαρία πόσο όμορφα είναι!

- Απόλαυσέ το μωρό μου… της είπα.

Πήρα «Το Αρπακτικό» στα χέρια μου και άρχισα να ανοίγω το μουνάκι της Εφούλας. Δεν κατάλαβε, ότι δεν ήταν πια τα δάχτυλά μου, αλλά κάτι άλλο. Ήταν τόσο ερεθισμένη άλλωστε και τόσο παραδομένη. Έσπρωξα λίγο «Το Αρπακτικό» μέσα της, μέχρι που βρήκε αντίσταση. Ναι, ήταν παρθένα και δε θα προχωρούσα, αν δεν το ήθελε πραγματικά, ενώ ήταν τόσο εύκολο να το σπρώξω λίγο ακόμη.

- Θέλεις να γίνεις το κορίτσι μου; Θέλεις να μου παραδοθείς και να είμαι η πρώτη σου; Να είμαι εγώ που θα αφήσεις την παρθενιά σου;… την ρώτησα.

- Ω Μαρία αγάπη μου! Ναι σε θέλω όσο τίποτα και κανένα μέχρι τώρα στη ζωή μου. Σ’ αγαπώ τόσο μα τόσο πολύ. Κάνε μου ό,τι θέλεις, αρκεί να μην πονέσω.

- Όχι μωράκι μου, μη φοβάσαι.

Το πράσινο φως είχε ανάψει.

Άρχισα πάλι να παίζω με «Το αρπακτικό» μέσα στο μουνάκι της Εφούλας, ενώ κι η γλώσσα μου τρέλαινε για άλλη μια φορά την κλειτορίδα της. Την ένιωσα να συσπάται και πάλι, έτοιμη για τον νέο οργασμό της και έσπρωξα «Το Αρπακτικό» διαπερνώντας αυτή τη φορά κάθε εμπόδιο. Ο οργασμός της συνοδεύτηκε από τις κραυγές πάθους της αλλά και τα γεμάτα δάκρυα μάτια της.

- Αυτό ήταν, της ψιθύρισα φιλώντας τα χείλη της και πάλι και συνεχίζοντας μετά να την παίρνω τρυφερά μέσα – έξω με «Το αρπακτικό». Μετά τον πρώτο πόνο και το σοκ, η Εφούλα άρχισε και πάλι να ρουφάει ηδονή και να πνίγεται στο πάθος της πρώτης της ερωτικής εμπειρίας.

Δεν άργησε να ξαναπαραδοθεί σε ένα νέο οργασμό. Το κορμάκι της τώρα μου ανήκε, αλλά πιο πολύ ένιωθα ότι ήταν η καρδιά της, που ένιωθε τον πρώτο της έρωτα, όχι για κάποιο αγόρι ή άντρα, αλλά για μένα.

- Έλα πάλι δίπλα μου, μου ζήτησε και ξάπλωσα δίπλα της στο μαξιλάρι της.

- Φίλα με πάλι, αγκάλιασε με, κράτα με σφιχτά Μαρία μου!

Το έκανα. Ήταν μοναδική η εμπειρία, που έζησα απόψε μαζί της. Θα τη μάθαινα τι αρέσει και σε μένα και πως θα κάνει κι εμένα να φτάνω με το στόμα της, τα δάχτυλά της και «Το Αρπακτικό». Δε βιαζόμουν.

Έπεσα πάνω από το γυμνό της κορμάκι, το εξαντλημένο από τους πρωτόγνωρους οργασμούς και έτριψα και το δικό μου μουνάκι πάνω της, ενώ και τα βυζάκια μας τριβόντουσαν κι αυτά μεταξύ τους. Τα χείλη μου και η γλώσσα μου αντάλλασσαν φιλιά με τα δικά της, ο ρυθμός έγινε πιο γρήγορος και η συσσωρευμένη καύλα μου της βραδιάς βρήκε τον δρόμο της λύτρωσης, αφήνοντας το κορμί μου ελεύθερο πια σε ένα δυνατό οργασμό με την νέα μου ερωτική σύντροφο.

Είχε πάει ήδη 3 το πρωί και εξαντλημένες πέσαμε αγκαλιά σ’ έναν ύπνο χωρίς διακοπές μέχρι το πρωινό ξυπνητήρι.

Με την Εφούλα είμαστε 3 χρόνια μαζί από τότε, χωρίς αποκλειστικότητες – τουλάχιστον από πλευράς μου, αλλά πάντα με αισθήματα τρυφερότητας από μένα και με εκείνη πάντα ερωτευμένη με τον πρώτο της έρωτα.




Copyright protected OW ref: 171922