Ο σπιτονοικοκύρης μου στη Θεσσαλονίκη (4ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Lucky71
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.33 (9 Votes)
Μόλις έφυγε η κυρία Ζωή, με πήρε ο κύριος Θεοδόσης τηλέφωνο να μου πει ότι έρχεται και να ετοιμαστώ όπως μου είχε πει. Ταράχτηκα, γιατί μου έμενε σχεδόν μια ώρα να ετοιμαστώ και ούτε που είχα ανοίξει το πακέτο που μου έστειλε με τον Κύριο Γιάννη.

Όταν το άνοιξα, η ταραχή μου διπλασιάστηκε. Ένα άσπρο κοντό μακό μπλουζάκι με τιραντούλα, μια κοντή κόκκινη μίνι μακό φουστίτσα, ένα κόκκινο στρινγκάκι και ένα ζευγάρι κόκκινες μπαλαρίνες μαζί με ένα σημείωμα. "Με αυτά θα μου ανοίξεις το βραδάκι πουτανίτσα. Εάν δεν, ξέρεις τι θα γίνει. Θα είμαι εκεί κατά τις οχτώ".

Εντελώς λακωνικό. Όση ώρα ετοιμαζόμουν στο μπάνιο σκεφτόμουν πώς θα μπορούσα να το αποφύγω. Τρόπο δε βρήκα, μια και ήμουν σίγουρος ότι δε θα δεχόταν συζήτηση και δεν το είχε σε τίποτε να στείλει το βίντεο μου όπου πίστευε ότι θα μου έκανε ζημιά. Αποφάσισα λοιπόν να τα βάλω για μην τον αγριέψω και να τον παρακαλέσω όταν έρθει, εξηγώντας του ότι αισθάνομαι άσχημα έτσι ντυμένος. Όταν τα έβαλα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη όμως, κατά ένα περίεργο τρόπο μου άρεσε αυτό που είδα. Είχα έτσι κι αλλιώς ελάχιστη τριχοφυΐα και το μακό ύφασμα και της μπλούζας και της φούστας έδειχνε κάθε λεπτομέρεια του σώματος μου. Έτσι που ήμουν λεπτός, ο καθρέφτης μου έδειχνε ένα αγοροκόριτσο, με κοντό μαλλάκι που ντύθηκε να βγει για καφέ με την παρέα του. Το στρινγκάκι δε, έτσι στενό που ήταν, πίεζε τον πούτσο μου εμποδίζοντας τον να σηκωθεί. Όταν τον έβαλα δε ανάμεσα στα πόδια μου, δε φαινόταν καν το φούσκωμα του κάτω από το φουστάκι. Την ώρα που τα σκεφτόμουν αυτά, το χτύπημα του κουδουνιού με έκανε να αναπηδήσω. Είχε πάει κιόλας οχτώ. Πήγα και άνοιξα την πόρτα, και έμεινα να κοιτάζω έκπληκτος τον κύριο Γιάννη.

- Είπα να σου κάνω έκπληξη, αλλά μου την έκανες εσύ τελικά. Τι έγινε μικρή μου, ανησυχίες έχουμε;

Και με αυτό με έκανε στην άκρη, μπήκε μέσα και θρονιάστηκε στον καναπέ. Εγώ είχα μείνει στην πόρτα ακόμα, προσπαθώντας να βρω τα λόγια μου. Την ώρα που πήγαινα να την κλείσω, μισογυρισμένος προς το σαλόνι, η φωνή του κυρίου Θεοδόση πίσω μου με αποτελείωσε.

- Τι έγινε καυλίτσα μου, δεν αντέχεις να περιμένεις και βγήκες να με προϋπαντήσεις;

Χουφτώνοντας το κωλομέρι μου με έσπρωξε μέσα, συνεχίζοντας.

- Σου άρεσε το γούστο μου πάντως ε; Καύλα σκέτη είσαι, σαν κοριτσάκι…

και τότε, σηκώνοντας τα μάτια βρέθηκε να κοιτάζει τον κύριο Γιάννη στον καναπέ. Από την έκπληξη στο πρόσωπο του, φάνηκε ότι δεν το είχαν κανονίσει. Αφού κοιτάχτηκαν για αρκετά δευτερόλεπτα σιωπηλοί, γύρισε ο Θεοδόσης σε μένα:

- Πήγαινε καυλίτσα να φτιάξεις δύο καφεδάκια, που έχουμε να συζητήσουμε κάτι με τον κύριο Γιάννη…

και μην κοιτάζοντας καν να δει αν το κάνω, γύρισε στον Γιάννη γελώντας.

- Τι έγινε Γιάννη μου; Περάσατε καλά το μεσημέρι και ήρθες για συμπλήρωμα;

- Μα καλά είναι πράγματα αυτά; Να έχεις ξετρυπώσει τέτοιο λαβράκι και να το κρατάς κρυφό; Από μένα;

- Να καλά, γιατί νομίζεις έδωσα σ' εσένα το πακέτο; Ήξερα καλά τι κάνω. Και είχα δώσει και οδηγίες στο μικρό.

- Στην μικρή να λες. Καύλα σκέτη είναι έτσι που την έντυσες.

Γύρισαν και οι δύο μαζί χαμογελώντας και με κοίταξαν από πάνω μέχρι κάτω, κατευχαριστημένοι από την θέα. Φαινόταν και στην έκφραση τους, αλλά και στον τρόπο που χάιδευαν ασυναίσθητα τα καβλιά τους καθώς με κοιτούσαν. Τη σιωπή έσπασε ο Θεοδόσης.

- Άντε μικρή μου, τελείωνε με τα καφεδάκια. Μην κάθεσαι και μας κοιτάς έτσι ξελιγωμένη. Όσο πιο γρήγορα τα φέρεις τόσο πιο γρήγορα θα ασχοληθούμε μαζί σου.

Μετά που γύρισα και έφυγα και καθώς κατευθυνόμουν στην κουζίνα, συνειδητοποίησα ότι απλά είχα υπακούσει στην εντολή, χωρίς δεύτερη σκέψη. Και επίσης ότι είχα καυλώσει, από τον τρόπο που με έσφιγγε το στρινγκ. Όσον ώρα έφτιαχνα τους καφέδες, προσπαθούσα να καταλάβω τι με έκανε να μου αρέσει αυτή η συμπεριφορά και η κατάσταση στην οποία είχα βρεθεί. Άκρη δεν έβγαλα, αποφάσισα όμως να τραβήξω σε βίντεο την συνέχεια. Είχα μια παλιά πολύ μικρή κάμερα που έπαιρνε κάρτα μνήμης. Την έβαλα στην κατάλληλη θέση για βλέπει όλο το σαλόνι, την ξεκίνησα να γράφει, πήρα τον δίσκο με τους καφέδες και τα νερά (ναι… και όμως. Έβαλα και νερά!) και βγήκα στο σαλόνι. Έσκυψα να αφήσω τους καφέδες στο τραπεζάκι και με σταμάτησε ο Θεοδόσης.

- Ξαναπήγαινε πίσω στην κουζίνα και έλα πάλι. Με τον δίσκο ψηλά, σαν σερβιτορούλα. Μ' άρεσε πώς κουνιόταν το κωλαράκι σου όταν ερχόσουν και θέλω να το ξαναδώ. Άντε πουτανίτσα, μην περιμένεις. Κουνήσου!

Αυτό το τελευταίο, συνοδεύτηκε με ένα (αρκετά δυνατό) χαστούκι στο κωλομέρι που με έκανε να αναπηδήσω, προσπαθώντας να μην μου χυθούν τα πάντα στο πάτωμα. Ο κύριος Γιάννης έσκασε στα γέλια.

- Πω, πω ρε φίλε! Ίδια αντίδραση με μια σερβιτόρα που είχα χουφτώσει πέρυσι! Πλάκα-πλάκα, πολύ καλό γκομενάκι είναι! Κοίτα πως κουνιέται!

Έφτασα πάλι κοντά στο τραπεζάκι και έσκυψα να αφήσω τους καφέδες. Έτσι όπως είχαν κάτσει, για να αφήσω τους καφέδες έπρεπε να σκύψω μπροστά σε έναν από τους δύο τους. Διάλεξα να σκύψω μπροστά στον Γιάννη, αναγκαστικά τουρλώνοντας τον κώλο μου μπροστά στο πρόσωπο του Θεοδόση. Και οι δύο άρπαξαν την ευκαιρία. Πρώτος ο Θεοδόσης φυσικά. Πιάνοντας τα μπούτια μου, τα ένωσε και με οδήγησε να τεντώσω τα γόνατα κάνοντας τον κώλο μου να τεντωθεί, το μίνι να ανέβει σχεδόν στο κωλομέρι και το στρινγκ να χωθεί εντελώς στον κώλο μου.

- Έτσι σερβίρουν τους πελάτες κορίτσι μου. Μάθε να ευχαριστείς τον κόσμο, θα βγάλεις πολλά περισσότερα.

Ο Γιάννης μου έπιασε το πρόσωπο ανάμεσα στα χέρια του. Έβαλε με το ζόρι τον δείκτη στο στόμα μου και κουνώντας τον μέσα έξω μου είπε:

- Τι χειλάκια είναι αυτά; Για ρούφηγμα είναι καυλίτσα μου! Πήγαινε μέσα και βάλε και δύο ουζάκια να μας περιποιηθείς. Άντε και δεν θα χάσεις, θα σε περιποιηθούμε κι εμείς ακόμα καλύτερα!

Και με ένα (όχι τόσο ελαφρό) χαστουκάκι στο μάγουλο, με έστειλαν πίσω στην κουζίνα. Πώς ένοιωθα; Μπερδεμένος. Από τη μια ντρεπόμουν στ' αλήθεια, από την άλλη το όλο σκηνικό με ερέθιζε ασύλληπτα.

Η αίσθηση του να με χρησιμοποιούν, πάντα με ερέθιζε. Αυτό όμως ήταν το κάτι άλλο! Σαν να έπαιζα σε ταινία ένοιωθα. Κι εκεί γέλασα. Όντως, έπαιζα σε ταινία, αφού το έγραφα όλο αυτό. Αποφάσισα λοιπόν να ερμηνεύσω τον ρόλο μου πηγαίνοντας για Όσκαρ. Όταν βγήκα ξανά με τα ούζα και ένα πιατάκι με μεζέδες, κουνιόμουν όντως σαν κοριτσάκι, συγκρατημένα αλλά με τρόπο που να φαίνεται η διαφορά. Και πριν βγω, είχα τσιμπήσει λίγο τις ρώγες μου έτσι που να τεντώνουν το μακό μπλουζάκι που φορούσα. Και έπιασε! Έμειναν και οι δύο με το στόμα ανοιχτό να με κοιτάζουν. Αυτή την φορά, έσκυψα μπροστά στον Θεοδόση ακριβώς όπως μου έδειξε πριν, κάνοντας το Γιάννη να χαζεύει τον κώλο μου εκατοστά από το πρόσωπο του.

Και οι δύο αντέδρασαν άμεσα. Ο Γιάννης έχωσε τα χέρια του κάτω από τη φουστίτσα, χουφτώνοντας και τα δύο μου κωλομέρια σφιχτά και μαλάζοντας τα, κάνοντας και αυτά και την τρυπούλα μου να ανοιγοκλείνουν. Ο δε Θεοδόσης με έπιασε με το ένα χέρι σαν μέγγενη από τον σβέρκο και με το άλλο άνοιξε το φερμουάρ του και τράβηξε έξω το καυλί του και τα αρχίδια. Κρατώντας το με το χέρι του μου τράβηξε το κεφάλι προς το μέρος του, και μου το έβαλε στο στόμα ολόκληρο, με την μία, φτάνοντας το στον λαιμό μου. Μούγκρισε μόλις τον βόλεψε καλά μέσα στο λαρύγγι μου.

- Τι πουτάνα που είσαι! Και νόμιζα ότι θα είχες ενδοιασμούς να ντυθείς έτσι. Γλείφε και ρούφα τον, ξέκωλο! Και μην τολμήσεις να αλλάξεις στάση, έτσι θα μείνεις με τεντωμένα τα πόδια να με ρουφάς. Δεν ξέρεις καν τι καύλα που είναι το κωλαράκι σου έτσι τουρλωμένο στον αέρα!

Ένοιωσα τα χέρια του Γιάννη να φεύγουν από τον κώλο μου. Άκουσα βήματα να απομακρύνονται και να επιστρέφουν και τον θόρυβο του φερμουάρ του να ανοίγει.

- Είχε και βαζελίνη στο μπάνιο το ξέκωλο! Πλήρης εξυπηρέτηση. Είναι που είναι ανοιχτό από το απόγευμα το κωλί του, θα του το ρημάξω τώρα. Κοίτα στήσιμο το πουτανί! Ούτε η μικρή που έχω στο γραφείο δε στήνεται έτσι!

Όσο τα έλεγε αυτά, ακούμπησε τον πούτσο στην τρυπούλα μου, και με ένα σπρώξιμο χώθηκε ο μισός στον κώλο μου κάνοντάς με να μουγκρίσω μπουκωμενος. Με αυτό, τον ένοιωσα να σκληραίνει κι άλλο μέσα μου.

- Άκου το ρε πώς μουγκρίζει! Πω, πω, καύλα σκέτη είναι! Ας' τη λίγο την πουτανίτσα να μιλήσει. Σ' αρέσει το πίπα κώλο καριόλα; Γουστάρεις που παρτουζώνεσαι σαν κοριτσάκι; Λέγε!

Κάθε πρόταση συνοδεύτηκε και από ένα δυνατό χαστούκι στο κωλομέρι. Πριν καν καταφέρω να μαζέψω το μυαλό μου από το πήδημα που έτρωγα μήπως και μπορέσω να απαντήσω, άρχισαν απανωτά χαστούκια στο μάγουλο από τον Θεοδόση, ο οποίος με κράταγε σταθερά από τα μαλλιά με το άλλο του χέρι.

- Όταν σου μιλάνε πουτανάκι, θα απαντάς αμέσως! Δεν άφησες την πούτσα μου για να χαζεύεις!

- Πω, πω ρε αυτό καύλωσε με το ξύλο! Κοίτα εδώ, κάγκελο έχει γίνει!

Και με αυτό έχωσε ο Γιάννης το χέρι του από μπροστά και πιάνοντας με από την πούτσα και παίζοντας την, άρχισε να με κουνάει μπρος πίσω πάνω στο καυλί του. Αυτό μαζί με το τράβηγμα των μαλλιών μου και τα συνεχόμενα χαστούκια του Θεοδόση, με έκαναν να αρχίσω να μιλάω σχεδόν χάνοντας τα λόγια μου.

- Αχ, ναι! Καύλα σκέτη είναι! Έτσι, πουτάνα με κάνετε, έτσι, μ' αρέσει! Γαμάτε με, κι άλλο!

Μ' αυτό, μου τον ξαναέχωσε στο λαρύγγι ο Θεοδόσης, και συνέχισαν να με πηδάνε με ρυθμό για κανένα τέταρτο χωρίς να σταματήσουν ούτε στιγμή τα χαστούκια στον κώλο και τα μάγουλα. Είχα ζαλιστεί, το μόνο που ένοιωθα ήταν οι δύο πούτσες μέσα μου. Πηγαινορχόντουσαν σαν έμβολα μια στο στόμα και μια στον κώλο μου. Ο πούτσος μου κόντευε να σπάσει από καύλα στο χέρι του Γιάννη. Όταν πια δεν άντεχα άλλο, ένοιωσα να τρέμουν τα πόδια μου καθώς άρχισα να χύνω καρφωμένος πάνω στην πούτσα του βγάζοντας ασυνάρτητους ήχους, μπουκωμένος με την πούτσα του Θεοδόση.

Άκουσα ένα αχ πίσω μου και ένιωσα το έντερο μου να πάλλεται καθώς άρχισε να χύνει ο Γιάννης στα βάθη του κώλου μου. Την ίδια στιγμή, ένιωσα την ν πούτσο του Θεοδόση να σκληραίνει ανοίγοντας ακόμα παραπάνω το λαρύγγι μου και ίσα που πρόλαβα να αρχίσω να καταπίνω με μεγάλες γουλιές, αναπνέοντας από την μύτη, καταφέρνοντας με το ζόρι να μην πνιγώ. Αφού στράγγιξαν καλά και οι δύο μέσα μου, έπεσαν και οι δύο πίσω βαριανασαίνοντας, αφήνοντας με σχεδόν να πέσω γονατιστός στο πάτωμα. Ξέπνοος, με τον κώλο στον αέρα προσπαθούσα να συνέλθω όταν τούς άκουσα να σηκώνονται.

- Έλα ρε, πάμε επάνω να πιούμε ένα ουισκάκι να ηρεμήσουμε, να σε δει και η Ζωή λίγο. Μετά από τέτοιο γαμήσι, χρειάζεται λίγο άραγμα.

- Οκ, έγινε. Αλλά θα με πας σπίτι μετά έτσι;

- Ναι ρε και βέβαια. Το ρωτάς; Πού είσαι μικρή; Πλύσου και άραξε, αλλά μην αλλάξεις ρούχα. Θα ξαναπεράσω, είτε με το Γιάννη φεύγοντας, είτε μόνος μου στην επιστροφή.

Ένα ξεψυχισμένο "εντάξει κύριε Θεοδόση", ήταν το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω καθώς έκλεινε η πόρτα πίσω τους.

Αφού πλύθηκα και ξαναέβαλα το… συνολάκι μου, άραξα στην τηλεόραση για κανένα δίωρο να ξεκουραστώ. Πιο πολύ βέβαια σκεφτόμουν το πώς εξελίχθηκε η μέρα από το πρωί, πράγμα το οποίο δεν άργησε να με κάνει να καυλώσω. Ήμουν σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου και μισοκαυλωμένος, όταν με έκανε να πεταχτώ επάνω το κουδούνι της εξώπορτας. Τα χαχανητά από έξω με βοήθησαν να καταλάβω πριν ανοίξω ότι είχαν έρθει και οι δύο και ήταν και πιωμένοι. Με το που άνοιξα μπήκαν και οι δύο μέσα χουφτώνοντας με παντού, τσιμπώντας τις ρώγες μου, χαστουκίζοντας τα κωλομέρια μου ενώ με γύριζαν γύρω-γύρω και με έσπρωχναν ο ένας πάνω στον άλλον σαν κούκλα. Με καύλωσε άμεσα αυτή η συμπεριφορά τους.

- Είδες που στο είπα; Και θα περιμένει και δε θα αλλάξει. Της άρεσαν τα γυναικεία της πουτανίτσας!

- Άσε να μας τα πει εκείνη. Πες μας καυλίτσα, σου άρεσαν τα γυναικεία για αυτό δεν τα έβγαλες;

- Ναι πολύ, απάντησα. Μου αρέσει και το πώς φαίνομαι και το ότι σας καυλώνω και τους δύο τόσο πολύ.

- Ορίστε, βλέπεις; Γουστάρει να νοιώθει και να φαίνεται πουτάνα το μικρό. Πάμε μικρή μου, γρήγορα στο κρεβάτι, δεν έχουμε πολύ ώρα.

Και με αυτό με έπιασε από τον σβέρκο και με πήγε σχεδόν σηκωτό στο κρεβάτι μου. Με πέταξε επάνω, κάθετα στο κρεβάτι και την ώρα που μου σήκωνε τα πόδια ψηλά ήρθε ο Θεοδόσης από την άλλη πλευρά πάνω από το κεφάλι μου και άρχισε να ξεκουμπώνεται.

- Άντε πουτανίτσα, ένα στα γρήγορα, για να φύγουμε!

- Όχι τόσο γρήγορα, θέλω να ευχαριστηθώ το κωλαράκι της. Πάω να πάρω την βαζελίνη από μέσα κι έρχομαι.

Μέχρι να πάει ο Γιάννης μέσα και να γυρίσει, ο Θεοδόσης με είχε στήσει στα τέσσερα μου τον είχε βάλει στο στόμα και είχε αρχίσει τα χαστουκάκια κρατώντας με από τα μαλλιά.

- Πω, πω ρε φίλε, δεν το χορταίνω αυτό το κωλί…

άκουσα πίσω μου καθώς γύρισε ο Γιάννης. Ένοιωσα το καυλί του να ακουμπάει στην τρύπα μου. Είχε ήδη βάλει βαζελίνη, και με ένα σπρώξιμο και ένα αχ, γλίστρησε ο μισός μέσα μου. Με ένα χαστούκι στο κωλομέρι ήρθε η επόμενη εντολή μου.

- Άντε πουτανάκι ξεκινά τη δουλειά! Σήμερα θα κουνιέσαι εσύ πάνω στα καυλιά μας. Έλα φίλε στρίμωξε τον να ξεκινήσει.

Μου έδωσαν τα καυλιά τους βαθιά μέσα. Στο στόμα ο ένας, στον κώλο ο άλλος. Ήμουν τόσο στριμωγμένος ανάμεσα τους που μπορούσα να κάνω μόνο πολύ μικρές κινήσεις μπρος πίσω. Άρχισα λοιπόν να κουνιέμαι όσο μπορούσα, μα παλάμες να προσγειώνονται στον κώλο και τα μάγουλα μου με ρυθμό. Μπροστά μου και πίσω μου βογκητά, πράγμα που σήμαινε ότι το έκανα καλά. Βρήκα ένα ρυθμό και τον κράτησα, δεν ξέρω για πόσο. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ξαφνικά τους ένοιωσα σχεδόν ταυτόχρονα να με ακινητοποιούν και να χώνονται ολόκληροι μέσα μου, αδειάζοντας με μουγκρητά στο στόμα και τον κώλο μου.

Με παράτησαν πεσμένο έτσι πάνω στο κρεβάτι, ξεμαλλιασμένο, με το φουστάνι ανεβασμένο στη μέση, το στρινγκάκι στα γόνατα και το μπλουζάκι σχεδόν στους ώμους. Πρέπει να έμοιαζα σα βιασμένο κοριτσάκι. Δεν τους άκουσα καν που έφυγαν, τόσο εξαντλημένος ήμουν που κοιμήθηκαν αμέσως. Το μόνο που θυμάμαι ότι πρόλαβα να σκεφτώ ήταν ότι δεν είχα χύσει αυτή τη φορά.




Copyright protected OW ref: 168567