Δύσκολες μέρες: Μία αρπαχτή στη βιβλιοθήκη

Δημοσιεύθηκε από Foititis89
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.34 (19 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Μετά την πίπα, οι αλλαξοκωλιές

Ο Δημήτρης ήταν τιμωρημένος από τους δικούς του και δεν τον άφηναν να βγει έξω. Έτσι μόνο στο σχολείο βρισκόμασταν. Είχαμε κι οι δυο τρελές κάβλες, αλλά δε μπορούσε να γίνει κάτι γι' αυτό.

Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και έσκασε ένα κενό. Κλασικά πήγα στο καπνιστήριο κι έκανα ήδη το δεύτερο τσιγάρο, πιο κει… ήταν κάτι παιδιά από την 3η Λυκείου, ήρθε κι ο Δημήτρης. Αμέσως ένιωσα την τρυπούλα μου να συσπάται και τον πούτσο μου να σηκώνεται και στραβοκατάπια με αποτέλεσμα να κοντέψω να πνιγώ. Μου πέφτει το τσιγάρο απ το χέρι, αρχίζω να βήχω κι έτρεξαν ο Δημήτρης και μία της 3ης Λυκείου να με δουν. Τελικά συνήλθα κι όλα καλά.

Στεκόμασταν δίπλα-δίπλα με τον Δημήτρη και τα λέγαμε χαμηλόφωνα. Υπολογίζαμε να έρθουν οι διακοπές μπας και βρεθούμε.

Παίζαμε με τα πόδια μας, προσπαθούσαμε να χαϊδέψουμε ο ένας το πόδι του άλλου με το πόδι του, αλλά διακριτικά μην μας πάρουν είδηση τα άλλα παιδιά. Σε λίγο αρχίσαμε να συγκρίνουμε τα πόδια μας και τα παπούτσια μας. Τότε άρχισε να με ρωτάει ο Δημήτρης πώς γίνεται να φοράω μικρότερο παπούτσι απ' αυτόν, παρ' όλο που είμαι λίγο ψηλότερος. Αφού ψαχτήκαμε και συγκρίναμε τα παπούτσια μας, δε βγάλαμε άκρη γιατί ο ένας φοράει 47 κι εγώ 46. Σε λίγο άδειασε το καπνιστήριο ενώ το κενό συνέχιζε για μας. Άναψα κι άλλο τσιγάρο, το είχα πλέον συνηθίσει για τα καλά. Αφού βεβαιωθήκαμε ότι δεν είναι κανείς γύρω τριγύρω, πρώτος εγώ έβαλα το ελεύθερο χέρι μου στο παντελόνι του Δημήτρη κι άρχισα να του χουφτώνω τον κώλο. Ακαριαία κι ο Δημήτρης έβαλε ένα χέρι του κι άρχισε να μου χουφτώνει τον κώλο πάνω από την φόρμα. Σε λίγο κι ενώ τα βλέμματά μας κοίταγαν γύρω-γύρω μη τυχόν μας δει κανείς, τα χέρια άρχισαν να μπαίνουν μέσα απ' τα εσώρουχα και να χουφτώνουν τα κωλαράκια μας.

Κάτι ομιλίες και βήματα που άρχισαν να ακούγονται μας έκαναν να σταματήσουμε. Μας την είχαν σπάσει τρελά. Τελικά δεν ήρθαν στο καπνιστήριο, πήγαν λίγο παραπέρα.

-    Δημήτρης: Μου έλειψε πάρα πολύ αυτό.

-    Εγώ: Κι εμένα μου έλειψε!

-    Δημήτρης: Ναι;

-    Εγώ: Κάθε μέρα το σκέφτομαι.

-    Δημήτρης: Πόνεσες πολύ;

-    Εγώ: Εσύ;

-    Δημήτρης: Στην αρχή ένιωσα έναν απερίγραπτο τρελό πόνο. Μόνο προς το τέλος νομίζω ότι είχα συνηθίσει.

-    Εγώ: Κι εγώ πόναγα πολύ, μην κοιτάς που δε φώναζα και προσπαθούσα να κρατηθώ και δαγκωνόμουνα. Σφιγγόμουν και δαγκωνόμουν για να αντέξω.

Ήταν η πρώτη φορά που είχαμε βρεθεί απόλυτα μόνοι και μπορούσαμε να μιλήσουμε για το ξεπαρθένιασμα μας.

-    Δημήτρης: Εκτός από την στενή τρυπούλα σου και το μωρουδιακό κωλαράκι σου με καύλωνε τρελά η τριβή που έκαναν οι κάλτσες μου με τα γυμνά σου πόδια.

Το κόψαμε εκεί γιατί κάποιος ερχόταν. Την ίδια μέρα τράβηξα 4 μαλακίες καθώς σκεφτόμουν τα όσα είπαμε και το σκηνικό στο καπνιστήριο.

Την άλλη μέρα πάλι είχαμε κενό στον ίδιο καθηγητή που έλειπε. Είχε κρύο όμως έξω και δε βγήκαμε. Εν τω μεταξύ ξαναβρήκα ένα σημείωμα που έγραφε "έλα να σου πω ένα μυστικό στο γυμναστήριο". Είχε παραγίνει το κακό με αυτό το σημείωμα. Είχα ήδη βρει 3 ή 4 ίδια χαρτάκια αλλά όποτε πήγα στο γυμναστήριο, ποτέ δεν εμφανιζόταν κανένας. Έτσι δεν έδωσα σημασία. Σε λίγο μου πρότεινε ο Δημήτρης να πάμε στην βιβλιοθήκη, ήταν κενή γιατί η υπεύθυνη της βιβλιοθήκης θα έλειπε για 2 ώρες για τις ετοιμασίες της Χριστουγεννιάτικης εκδήλωσης, ενώ η χορωδία μόλις είχε τελειώσει την πρόβα.

Ήταν ιδανική ευκαιρία! Πήγαμε στην βιβλιοθήκη, κοιτάξαμε, κανείς δεν ήταν μέσα, μόνο το αρμόνιο το είχαν αφήσει στην πρίζα ανοιχτό. Πρωτοβουλία πήρε ο Δημήτρης που με έπιασε και με έσυρε σε μια γωνία πίσω από κάτι ράφια με βιβλία για τον Θουκυδίδη. Κοιταχτήκαμε για λίγο κατάματα και έπιασε με το ένα του χέρι το κεφάλι μου και αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Τα χέρια μου πήγαν και χούφτωσαν τον κώλο του πάνω από τη γκρι φόρμα του.

Με έσπρωξε και με έριξε στα γόνατα, κατέβασε γρήγορα-γρήγορα τη φόρμα και το σλιπ του και πετάχτηκε σηκωμένος ο πούτσος του.

-    Δημήτρης: Γλείφε μωρό μου…

μου είπε κι άρχισα να του γλείφω τον πούτσο. Έγλειφα κυρίως το πουτσοκέφαλο και του είχε πια σηκωθεί τέντα. Μετά του έγλειψα λίγο και τα αρχίδια που μάλλον του άρεσε κάργα αν κρίνω από τα πνιχτά βογκητά που έβγαλε.

Με σήκωσε, ρίξαμε ένα ωραίο γλωσσόφιλο και δαγκώνοντάς μου το αυτί μου είπε να στηθώ στον τοίχο για να μου τον χώσει. Κατέβασε με τη μία τη φόρμα και το μποξεράκι μου. Ένιωσα τον κρύο αέρα στο κωλαράκι μου. Τα είχε σχεδιάσει όλα. Άνοιξε τα κωλομέρια μου, μου έκανε πινέλο για λίγο με τον πούτσο του και σε λίγο ένιωθα τον μικρό Δημητράκη να προσπαθεί να μπει στην τρυπούλα μου. Αυτή τη φορά δε σφιγγόμουν, ακόμα δεν είχα συνειδητοποιήσει τι θα γινόταν. Συνήλθα μόλις το πουτσοκέφαλο του μικρού Δημητράκη παραβίασε την στενή μου τρυπούλα και ένιωσα ένα τρελό τσούξιμο. Πήγα να φωνάξω αλλά δε μπορούσα, θα μας έπιαναν στα πράσα. Τα χέρια του Δημήτρη με έπιασαν από τους ώμους και μου είπε "κάτσε ήσυχα μωρό". Δάγκωσα τη μπλούζα μου προσπαθώντας να μην φωνάξω. Έπαιξε λίγο με το πουτσοκέφαλο στην τρυπούλα μου. Τον έβαζε λίγο πιο μέσα και τον έβγαζε χωρίς να βγάζει τον πουτσοκέφαλο. Δεν πρέπει να είχε βάλει περισσότερο από το μισό, όσες φορές τον έπαιζε. Ξαφνικά άρχισε να βαριανασαίνει και άρχισε να με χύνει. Ούτε εγώ, ούτε ο Δημήτρης το καταλάβαμε ότι άρχισε να χύνει. Μόλις το κατάλαβα σφίχτηκα αρκετά για να τον πετάξω έξω από την τρύπα μου ενώ ο Δημήτρης έπιασε τον πούτσο του και σημαδεύοντας τον κώλο μου έριξε όσα χύσια απόμειναν στα κωλομάγουλα μου.

Μετά μου ανέβασε το μποξεράκι και μου ζήτησε ψιθυριστά στο αυτί να ντυθώ και να μείνω με τα χύσια του στον κώλο μου για να έχω την αίσθησή του.

Έτσι έμεινα με τα χύσια του, άλλα μέσα στον κώλο μου κι άλλα έξω στα κωλομάγουλα μου να τα ρουφάει το μποξεράκι μου. Με έπιασε και με φίλησε ενώ τα χέρια του χούφτωσαν τον κώλο μου για να βεβαιωθεί ότι μου κόλλησε τα χύσια του. Αμέσως φύγαμε από την βιβλιοθήκη και ίσα που προλάβαμε να μην πέσουμε μούρη με μούρη με τα παιδιά της χορωδίας. Όλη την υπόλοιπη μέρα στο σπίτι θυμόμουν το σκηνικό και τράβαγα μαλακίες για να ηρεμήσω τις κάβλες μου.



Copyright protected OW ref: 118899