Ο Αλβανός που με ξεφτίλισε

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 2.00 (5 Votes)
Είμαι ο Πέτρος, 24 χρονών και δουλεύω το μεταπτυχιακό μου στον τομέα της Χημείας. Η ιστορία που θα σας διηγηθώ, συνέβη όταν πήγαινα 3η λυκείου, δηλαδή 17 χρονών. Αρχικά να περιγράψω τον εαυτό μου σε εκείνη την ηλικία. Ήμουν 1.77, 78 κιλά. Είχα δηλαδή τα πιασίματα μου και ένα πεταχτό κωλαράκι, που ζητούσε σφαλιάρες. Είμαι μελαχρινός με σκούρα καφέ μάτια. Αυτά λοιπόν για την περιγραφή μου. Ζω σε ένα χωριό έξω από την Αθήνα, με περίπου 7.000 κατοίκους. Όλοι σχεδόν είμαστε γνωστοί, ενώ υπάρχουν τα γνωστά κουτσομπολιά και οι φήμες που διαδίδονται συνεχώς. Στη γειτονιά μου υπάρχουν 4 σπίτια, τα 3 από συγγενείς και το ένα, στο οποίο κατοικεί μια οικογένεια αλβανών. Ο πατέρας μου είναι ασφαλιστής και έχει ένα γραφείο κοντά στην πλατεία του χωριού, είναι ο μοναδικός, που σημαίνει ότι ξέρει τους ανθρώπους του χωριού, αλλά και αυτοί τον γνωρίζουν εξίσου.

Ο αλβανός που κατοικεί δίπλα στο σπίτι μου, ονόματι Στεφ, ήταν πελάτης του πατέρα μου. Τώρα τελευταία τον επισκεπτόταν συχνά, καθώς είχε προβλήματα με την γυναίκα του και σκεφτόταν το διαζύγιο. Κρατήστε το αυτό. Τώρα εγώ δεν ξέρω αν είμαι gay, αλλά βρίσκω τις γυναίκες ελκυστικές, οπότε θα έλεγα ότι είμαι bi. Όταν έχω καύλες στήνομαι μπροστά από μία κάμερα και μιλάω με άτομα μέσω ίντερνετ. Γουστάρω τρελά να ξεντύνομαι, και να παίρνω πόζες, στήνομαι στα τέσσερα και καυλώνω μόνο με την ιδέα ότι κάποιος με κοίτα γυμνό. Έχω ένα βίτσιο, να αυνανίζομαι σε εξωτερικούς χώρους. Το έχω κάνει αρκετές φορές και μόνο με την ιδέα ότι κάποιος μπορεί να με πιάσει γυμνό, τραβώντας μαλακία. Με καύλωνε άγρια. Φυσικά δεν το ξέρει κανένας ότι, κάνω τέτοια πράγματα και δεν σκόπευα να αφήσω κανέναν να το μάθει. Έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Να σημειώσω, ότι ποτέ δε νόμιζα ότι θα με πιάσει κάποιος στα πράσα, όποτε το ρίσκαρα συνέχεια.

Έτσι, μια μέρα, ήταν καλοκαίρι, είχα βγει έξω για ποτό με την παρέα. Κατά τις 2 ώρα το βράδυ, πήρα τον δρόμο του γυρισμού, για το σπίτι μου, το οποίο ήταν 10 λεπτά μακριά με τα πόδια. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόμουν να πήγαινα να το ξαναέκανα. Να σημειώσω ότι, μέσα στη γειτονιά μου, υπήρχε ένα σπίτι του οποίου ο ιδιοκτήτης δεν βρισκόταν πλέον στην ζωή και ήταν παρατημένο. Κολλημένο με αυτό το σπίτι, ήταν και μία μεγάλη αποθήκη, η οποία ήταν αχρησιμοποίητη. Συνήθως πήγαινα σε αυτήν την αποθήκη και έκανα τα δικά μου. Με το που ανοίγεις την πόρτα της αποθήκης, μπορείς να δεις όλο τον χώρο, οπότε δεν υπήρχε χώρος για να κρυφτώ, σε περίπτωση που κάτι γινόταν. Αυτό όμως με καύλωνε ακόμα περισσότερο. Έτσι λοιπόν, εκείνη την νύχτα, καθώς μπήκα στη γειτονιά, κάθισα λίγο για να αποφασίσω αν τελικά θα πάω ή όχι. Μετά από 10 λεπτά, ήμουν μέσα στην αποθήκη.

Δεν είχα μαζί μου χαρτί για να σκουπιστώ. Το πάτωμα ήταν τόσο βρώμικο, καθώς σαν αποθήκη δεν υπήρχε κάλυμμα κάτω, απλά τσιμέντο γεμάτο σκόνη. Μπήκα μέσα, σκοτεινά τριγύρω, οπότε άνοιξα το φλας του κινητού, χωρίς να καταλάβω ότι μπορεί να φανεί προς τα έξω, διότι είχε 3 παράθυρα λίγο ψηλά, ( κάπου στα 5 μέτρα, η αποθήκη είχε ύψος 10+ μέτρα). Οπότε εγώ άναψα το φλάς και κατέβασα το παντελόνι μαζί με το μποξεράκι μου και άρχισα να τραβάω μαλακία. Την προηγούμενη μέρα είχα ξυριστεί εντελώς, οπότε έπιανα και το κωλαράκι μου, για να καυλώσω παραπάνω. Ξέχασα να πω, ότι η πόρτα δεν έκλεινε από μέσα, οπότε ήταν ελαφρώς ανοιχτή, σκουριασμένη από τα πολλά χρόνια. Καθώς λοιπόν αυνανιζόμουν, μου ήρθε η ιδέα να βγάλω εντελώς τα ρούχα, και να μείνω μόνο με τα παπούτσια.

Αυτή η ιδέα με καύλωνε τρελά. Σκέφτηκα ότι κανείς δεν επρόκειτο να ερχόταν, 2:30 η ώρα εκεί, εκτός αν ήταν κλέφτης, αλλά και πάλι δεν υπήρχε τίποτα να κλέψεις από εκεί. Οπότε έβγαλα τα παπούτσια μου, το παντελόνι, το μποξεράκι και την μπλούζα μου. Φόρεσα τα παπούτσια γυμνός, για να κινούμαι στο χώρο. Τώρα ήμουν ολόγυμνος, και για να έβαζα τα ρούχα μου, έπρεπε να βγάλω πρώτα τα παπούτσια μου. Ήμουν τέρμα καυλωμένος. Άρχισα λοιπόν να περπατάω γυμνός, κοιτώντας στην πόρτα που και που, πιανόμουν παντού και τραβούσα σιγά-σιγά μαλακία.

Κάποια στιγμή, άκουσα έναν ήχο από έξω. Έμεινα ακίνητος. Τρόμαξα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Για λίγο, σκέφτηκα να ντυθώ και να φύγω, να μην το ρισκάρω, αλλά η ηδονή εκείνη την στιγμή με έκανε να σκεφτώ και να πειστώ ότι ήταν κάτι άλλο, π.χ σκύλος ή γάτα. Συνέχισα αυτό που έκανα, έχοντας το μυαλό μου στον ήχο. Ήταν 3 η ώρα, έβαλα το κινητό στο αθόρυβο, για να μη χτυπήσει. Όχι ότι θα το άκουγε κανείς δηλαδή, αλλά έτσι για τη δική μου ''ασφάλεια''. Ο ίδιος ήχος ξανά-ακούστηκε και αυτή την φορά, ήταν ξεκάθαρα βήματα. Εκείνη την στιγμή τα έπαιξα. Πότε δε νόμιζα ότι θα βρισκόμουν σε τέτοια θέση. Στην μέση της αποθήκης υπήρχε μια κολώνα, που μπορούσες να καλυφθείς, αλλά και πάλι φαινόσουν. Πήγα εκεί, ελπίζοντας να μην έρθει κανείς μέσα. Άκουσα την πόρτα να ανοίγει. Τελείωσε είπα από μέσα μου, έγινα ρεζίλι. Κοίταξα δεξιά και είδα τα ρούχα μου. Τα είχα αφήσει εκεί, στοιβαγμένα. Φαινόταν κατευθείαν. Με τα χέρια μου κάλυψα την πούτσα μου. Πλέον, κάποιος ήταν μέσα στην αποθήκη. Τον άκουγα να πλησιάζει.

Γυρνάω το κεφάλι μου και βλέπω το Στεφ. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.

-    Πέτρο; Γιατί είσαι γυμνός; Τι κάνεις;…

μου είπε. Εγώ κόκκαλο, δε μπορούσαν να μιλήσω, δεν έβγαινε λέξη. Είχα τα χέρια μου στο πέος μου και προσπαθούσα να το καλύψω. Έκανα μια κίνηση να πάρω τα ρούχα μου, αλλά με έπιασε από το χέρι με τέτοια δύναμη, που τα χέρια μου έφυγαν από εκείνο το σημείο και πλέον η πούτσα μου ήταν σε ελεύθερη θέα. Ο Στεφ κοίταξε χαμηλά, εγώ εκείνη τη στιγμή, ένιωθα ντροπή, ένιωθα ευάλωτος, υποταγμένος, μπορούσε να μου κάνει οτιδήποτε. Καύλωσα λίγο, αλλά προσπαθούσα να το κάνω να μην φανεί.

-    Το ξέρει ο πατέρας σου ότι τα κάνεις αυτά;…

μου είπε.

-    Όχι… του απαντάω.

-    Όταν του το πω όμως, θα αλλάξει γνώμη για σένα… μου είπε.

-    Σε παρακαλώ, μην του πεις τίποτα, θα κάνω ότι θέλεις… απάντησα.

-    Μου λέει ότι διαβάζεις, και ότι δεν κάνεις δουλειές. Σε έχουν καλομάθει. Που να μάθουν ότι τριγυρνάς γυμνός έξω 3 η ώρα τη νύχτα…

μου είπε με ανεβασμένο τόνο. Εγώ προσπαθούσα να το σώσω. Δεν σώζονταν όμως.

-    Θέλεις λεφτά; Απλά μην το πεις…

είπα και του έδειξα το παντελόνι μου. Είχα ένα εικοσάρικο μέσα.

-    Για πες, είσαι gay; Καυλώνεις έτσι;

-    Όχι, απλά… είπα και με διέκοψε λέγοντας:

-    Για να μην το πω στον μπαμπάκα σου, θα πρέπει να σε γαμήσω.

Εκείνη τη στιγμή τα είδα όλα. Ένιωθα εκβιασμένος. Δεν είχα άλλη επιλογή. Άνοιξε το φερμουάρ από το παντελόνι του και έβγαλε έξω την πούτσα του. Ήταν κάπου στα 18 εκατοστά, χόντρη με καθόλου τρίχες γύρω-γύρω. Με πίεσε να πέσω στα γόνατα, πιάνοντας μου το κεφάλι.

-    Γλείψ' τη πουτάνα…

μου είπε και εγώ σαν καλό πουτανάκι έκανα ότι μου είπε. Η πούτσα του ήταν τόσο χοντρή που δε μπορούσα να τη φάω όλη. Αυτός όμως με πίεζε, μέχρι που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Μετά από λίγο, μου πιάνει το κεφάλι, και μου το στρέφει προς το πρόσωπο του, λέγοντας μου.

-    Εγώ θα κάτσω στην καρέκλα κι εσύ θα χορεύεις μπροστά μου.

Ένιωθα τόσο περίεργα. Εγώ… ένα παιδί που διάβαζε όλη μέρα σπίτι, να κάνω τέτοια πράγματα. Ήταν ο απόλυτος εξευτελισμός.

-    Ότι πείτε…

απάντησα. Άρχισα να χορεύω μπροστά του, σκύβοντας για να φανεί η παρθένα τρυπούλα μου, ακριβώς σαν στριπτιζέζ. Έτσι, πως χόρευα τον πλησίασα για να τον ακουμπήσω. Με το που έπιασα την πούτσα του, μου βάρεσε ένα δυνατό χαστούκι. Το μάγουλο μου είχε κοκκινίσει.

-    Δε σου είπα να μ' ακουμπήσεις!

Εκείνη την στιγμή καύλωσα, μου άρεσαν κατά βάθος αυτά. Και χωρίς να το σκεφτώ του λέω:

-    Τιμώρησε με γι’ αυτό. Χτύπα με.

Μετά κατάλαβα τι είχα κάνει. Με πιάνει από το χέρι και με ακουμπάει μπρούμυτα πάνω του, καθισμένος στην καρέκλα. Άρχισε να χτυπάει το κωλαράκι μου. Είχε γίνει κατακόκκινο. Βογκούσα από την ηδονή και από τον πόνο. Μου έβαλε τις βρώμικες κάλτσες του στο στόμα μου για να μην κάνω φασαρία και συνέχισε να με χτυπάει. Χτυπούσε δυνατά, ανεξέλεγκτα. Το κωλομάγουλα μου είχαν γίνει κατακόκκινα. Σαν να είχε μίσος μέσα του και το έβγαζε σε μένα.

-    Πέσε στα τέσσερα να σου γαμήσω την κωλότρυπα. Τώρα!...

μου φώναξε. Υπάκουα σε ότι μου έλεγε. Ένιωθα ότι αν δεν έκανα ότι μου έλεγε θα μου έκανε κακό. Άρχισε να φτύνει την τρυπούλα μου και να παίζει μαζί της.

-    Είμαι παρθένος, μη μπεις απότομα…

του είπα.

-    Θα μπω όπως θέλω, μου ανήκεις τώρα!

Τα έπαιξα. Έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου. Μια απλή συνήθεια προσωπικής ευχαρίστησης, είχε αυτό το τέλος. Πλέον, έπρεπε να υπακούσω σε αυτόν. Δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν γι' αυτό. Κάνει μια απότομη κίνηση, και μου την χώνει όσο πιο βαθιά γινόταν. Εκείνη τη στιγμή θυμάμαι είχα λιποθυμήσει. Ο πόνος ήταν υπερβολικός, τόσος που δεν γινόταν να τον αντέξεις. Όταν συνήλθα βρισκόμουν ανάσκελα και συνέχιζε να με γαμάει ανελέητα. Χωρίς καν να τον νοιάζει ότι είχα λιποθυμήσει. Άρχισε να βογκάει. Ήταν έτοιμος να χύσει.

-    Θα σε χύσω στα μούτρα. Γύρνα, πουτάνα…

μου είπε. Εγώ παρά τον πόνο της τρύπας μου, υπάκουσα. Με έχυσε. Με ανάγκασε να τα γλύψω και να τα καταπιώ. Μέτα από αυτό, με έσπρωξε, πέφτοντας κάτω στα βρώμικα τσιμέντα γυμνός. Μου είπε ότι ήμουν καλή πουτάνα και ότι τώρα αντί να πηγαίνει στα μπουρδέλα, θα γαμάει εμένα. Αλλιώς θα τα έλεγε στον πατέρα μου. Δεν είχα επιλογή. Έκανα ότι μου είπε. Του έδωσα το κινητό μου, για να μου στέλνει μήνυμα όταν θέλει να με ξεσκίζει. Όταν έχει όρεξη. Πριν φύγει, μου πήρε το μποξεράκι, για να τραβάει μαλακία και να το χύνει. Και μου είπε πως κάθε φορά που θα βρισκόμαστε, θα με βάζει να γλείφω το μποξεράκι που θα παίρνει κάθε φορά. Και έφυγε.



Copyright protected OW ref: 104710