Αγνώστου πατρός (2ο μερος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (2 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Αγνώστου πατρός

Όπως σας είπα και στο πρώτο μέρος, αυτό που έβλεπα με καύλωσε και ήταν η πρώτη φορά που ένοιωσα αυτό το συναίσθημα. Η μαμά είχε ρίξει το κορμί της μπροστά, είχε αγκαλιάσει τον παππού και τον φιλούσε στο στόμα  με πάθος.

-    Μωρό μου, μωράκι μου είσαι καύλα... φώναξε ο παππούς.

-    Γάμα με μπαμπάκα, γάμα το πουτανάκι σου, ξέσκισε το μουνί της κόρης σου.

Για μένα η καύλα είχε γίνει ανεξέλεγκτη. Η γλυκιά ανατριχίλα που ένοιωσα ανάμεσα στα πόδια  μού είχε απλωθεί σε όλο μού το κορμάκι. Το βρακάκι μου είχε μουσκέψει και το δάχτυλο είχε ανοίξει τη σχισμή μαζί με το ύφασμα απ το εσώρουχο και έτριβε εσωτερικά τα χειλάκια. Ήθελα να ουρλιάξω όπως και η μαμά αλλά ο φόβος μη με ακούσουν με έκανε να συγκρατηθώ. Η μαμά σηκώθηκε και στήθηκε στα ύστερα. Ο παππούς ήρθε πίσω της και μπήκε με δύναμη μέσα της. Ήμουνα ακριβώς πίσω τους και έβλεπα τα αρχίδια του να χορεύουν ανάμεσα στα πόδια της. Την κρατούσε απ τα μαλλιά και σφυροκοπούσε ανελέητα το μουνί της.

-    Απ' τον κώλο μπαμπά! Απ' τον κώλο πάρε με. Ξέσκισε το κωλαράκι της σκύλας της κόρης σου!

Ο παππούς τον έβγαλε απ το μουνί της και μπήκε με δύναμη στον κώλο της. Την άκουσα να μουγκρίζει σα ζώο.

-    Έτσι μπαμπά μου, έτσι, σκίσε το κωλαράκι μου. Μ' αρέσει μπαμπάκα μου τρελαίνομαι. Γάμα με, γάμα με, δεν αντέχω, χύνω…

Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι και ο παππούς από πάνω της. Δεν ξέρω αν πραγματικά είχα χύσει και αν ναι πόσες φορές. Παντός είχαν μουσκέψει και τα μπουτάκια μου.

-    Που θες να σε χύσω  καύλα μου;

-    Στο στόμα  μπαμπά μου… στο στόμα. Δεν τα χόρτασα ποτέ.

Ο παππούς βγήκε, τη γύρισε ανάσκελα, άνοιξε τα πόδια της, έχωσε το κεφάλι ανάμεσα και άρχισε να γλείφει το μουνί της. Η μαμά  έβγαζε άναρθρες κραυγές, τον είχε πιάσει απ τα μαλλιά  και πίεζε το κεφάλι στο μουνί της.

-    Χύνω η πουτάνα… χύνω…

φώναζε και τα κορμί της τινάζεται λες και τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο παππούς σηκώθηκε και γονάτισε κοντά στο κεφάλι της. Η μαμά γύρισε και τον πήρε στο στόμα. Για κάποια δευτερόλεπτα είχε χαθεί στο στόμα της. Τον έβγαλε πήρε μια ανάσα και τον εξαφάνισε και πάλι. Όταν τον έβγαλε ξανά άρχισε να βήχει, σημάδι πως είχε φτάσει στο λαιμό της. Τον έπαιζε με το χέρι και έγλειφε το κεφάλι που ήταν κατακόκκινο και έτοιμο να εκραγεί. Η ανάσα του παππού γινόταν όλο και πιο γρήγορη και πιο βαριά. Άνοιξε το στόμα και τον έπαιζε μπροστά στο πρόσωπο της. Ο παππούς μούγκρισε και το σπέρμα του προσγειώθηκε στη γλώσσα της μία ποσότητα στο πρόσωπο και μερικές σταγόνες στα βυζιά της. Τα σκούπισε με το χέρι και τα έγλειφε. Ο παππούς ξάπλωσε δίπλα της και την πήρε αγκαλιά. Γύρισε τον φίλησε στο στόμα.

-    Σ' αγαπώ μπαμπά!

-    Κι εγώ σ' αγαπώ μωρό μού. Είσαι όλη μού η ζωή.

Κόλλησαν τα χείλη τους σε ένα ατέλειωτο φιλί. Πατώντας στα δάχτυλά να μην κάνω θόρυβο, πήγα στο δωμάτιο χωρίς να πάρω το χέρι απ' το μουνάκι μου. Συνέχισα να χαϊδεύομαι όταν ξαφνικά μια σκέψη με έκανε να ξεχάσω και την καύλα και την ευχαρίστηση που είχα βιώσει. Ο παππούς είναι ο πατέρας μου! Γι' αυτό ποτέ… όχι μόνο δε μου είπε ποιός είναι, αλλά απέφευγε κάθε κουβέντα για το θέμα. Η Αρχική σκέψη ήταν να πάω και  να ζητήσω εξηγήσεις, αλά δε βρήκα το θάρρος. Θα είναι καλύτερα να το κάνω την ώρα που θα είναι στο κρεβάτι και δε θα μπορούν να με βγάλουν  τρελή. Δεν ξέρω πόσες φορές άλλαξα γνώμη και τι ώρα αποκοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα ήταν μεσημέρι. Η μαμά ήταν στην  κουζίνα. Ο παππούς συνήθως γύρναγε απ την δουλειά γύρω στις τέσσερις.

-    Καλημέρα μαμά.

-    Καλημέρα μωρό μού. Τι έγινε, δε θα φιλήσεις τη μανούλα;

-    Πάω στο μπάνιο.

-    Έχεις κάτι;

-    Όχι… τι να έχω;

-    Δεν ξέρω σε βλέπω κάπως.

-    Καλά είμαι.

-    Βάνα, σε ξέρω καλά. Κάτι μου κρύβεις.

-    Ναι… όλα τα ξέρεις εσύ…

και μπήκα στο μπάνιο. Το βράδυ ξάπλωσα και έκανα πως κοιμάμαι, μέχρι που άκουσα και πάλι την μάνα μου να φωνάζει. Έφτασα όσο πιο αθόρυβα στην πόρτα, με την ελπίδα ότι κάτι θα ακούσω που θα με αφορά. Το μόνο που κατάφερα ήταν να καυλώσω και πάλι και να χαϊδεύω το μουνάκι μου. Αυτό συνεχίστηκε σχεδόν κάθε βράδυ χωρίς να πάρω μια απάντηση. Σιγά-σιγα άρχισε να μου γίνεται συνήθεια. Έβαζα το χέρι μέσα απ το βρακάκι και πολλές φορές το άφηνα να πέσει στους αστραγάλους. Με το άλλο χέρι χάιδευα τα βυζάκια μου. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος. Είχε έρθει και πάλι καλοκαίρι. Ήμουν σίγουρη ότι ο παππούς είναι ο μπαμπάς μου και πλέον δε με απασχολούσε και τόσο. Μου άρεσε τόσο να τους βλέπω, που κάποια βράδια που το κάνανε  στο σαλόνι και δε μπορούσα να τους δω τρελαινόμουν. Είχα πραγματικούς οργασμούς. Πολλές φορές στο κρεβάτι έβαζα τον εαυτό μου στη θέση της μαμάς  Και φανταζόμουν ότι έκανα σεξ με τον παππού.

Ένα  βράδυ που έπαιρνα μάτι, αφού είχαν αλλάξει πολλές στάσεις, την έβαλε στα τέσσερα και της τον έβαζε μία στο μουνί και μια στον κώλο και εκείνη ούρλιαζε από καύλα και ηδονή. Εγώ πέρασα το κεφάλι μέσα απ την πόρτα για να βλέπω καλλίτερα.  Έπαιζα το μουνάκι μου άγρια και ήμουν έτοιμη να χύσω, όταν άκουσα την μάνα μου.

-    Θεέ μου! Το παιδί.

Έκανα να τρέξω, αλλά όπως είχα το βρακάκι στους αστραγάλους, σκόνταψα. Το μάζεψα όπως-όπως και έτρεξα στο δωμάτιο μου. Χώθηκα κάτω απ' τα σεντόνια και το κεφάλι μέσα. Άκουσα την μαμά να έρχεται. Προσπαθούσα να μην ακούγεται ούτε η ανάσα μου, αλλά η καρδιά  μου που πήγανε να σπάσει με πρόδιδε.

-    Βάνα μωρό μού να σού εξηγήσω! Βάνα! Μωρό μού, πρέπει να μιλήσουμε.

Εγώ δεν απάντησα. Μου χάιδεψε το κεφάλι πάνω απ το σεντόνι.

-    Εντάξει μωρό μού, κοιμήσου, θα τα πούμε το πρωί που θα ηρεμήσεις.

Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος και το πρωί όταν ξύπνησα ή μαμά ήταν ήδη καθιστή στο κρεβάτι.

-    Καλημέρα μωρό μού.

-    Καλημέρα. Τι θες;… της είπα με άγριο ύφος.

-    Μωρό μού πρέπει να μιλήσουμε. Πρέπει να καταλάβεις.

-    Δε με ενδιαφέρουν ή εξηγήσεις και δε με νοιάζει τι κάνατε. Σε ένα θέλω να μού απαντήσεις, και πρόσεχε! Θέλω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια.

-    Ναι… πες μου.

-    Ο παππούς... είναι… ο μπαμπάς μου;

-    Ναι… μου απάντησε χωρίς καν να το σκεφτεί.

-    Και γιατί δεν μου το είπες τόσα χρόνια;

-    Μωρό μού πρέπει να καταλάβεις/ Δεν είναι τόσο εύκολο ούτε τόσο απλό. Η αλήθεια είναι πώς δε θα θελα να το μάθεις ποτέ, αλλά Αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα καλύτερα να ξέρεις την αλήθεια. Και να ξέρεις πως και για μένα και για τον παππού είσαι τα πάντα. Είσαι η ζωή μας. Για τη σχέση μας με τον μπορείς να πεις ότι θέλεις. Θες να μας βρίσεις, θες να μη μας μιλήσεις ξανά, ότι επιλέξεις θα το δεχτούμε. Ένα μόνο να ξέρεις… ότι δεν πρέπει να το μάθει κανείς και για κανένα λόγο. Πιστεύω να καταλαβαίνεις.

-    Μην ανησυχείς μαμά, δεν έχω πρόβλημα και δε με πειράζει. Για μένα μπορείτε να κάνετε ότι θέλετε. Άλλωστε δικαίωμα σας είναι. Εμένα δε μου πέφτει λόγος.

Με αγκάλιασε και με φίλησε.

-    Μωρό μού σ' ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ πολύ! Να πάρω τον παππού γιατί έχει τρελαθεί απ την αγωνία του.

Αφού του εξήγησε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα με ζήτησε στο τηλέφωνο.

-    Ναι;

-    Μωρό μού σ αγαπώ!

-    Κι εγώ σ' αγαπώ παππού… μπαμπά.

Από εκείνη την ημέρα, μέσα στο σπίτι ζούσαν σαν πραγματικό ζευγάρι. Φιλιόντουσαν μπροστά μου, κάθονταν αγκαλιά στον καναπέ και κυρίως δεν προσποιούνταν ότι ο κάθε ένας έχει το δωμάτιο του. Πλέον μετακόμισε μόνιμα στο δωμάτιο  του παππού.

Συνεχίζεται…






Όπως σας είπα και στο πρώτο μέρος, αυτό που έβλεπα με καύλωσε και ήταν η πρώτη φορά που ένοιωσα αυτό το συναίσθημα. Η μαμά είχε ρίξει το κορμί της μπροστά, είχε αγκαλιάσει τον παππού και τον φιλούσε στο στόμα  με πάθος.

-    Μωρό μου, μωράκι μου είσαι καύλα... φώναξε ο παππούς.

-    Γάμα με μπαμπάκα, γάμα το πουτανάκι σου, ξέσκισε το μουνί της κόρης σου.

Για μένα η καύλα είχε γίνει ανεξέλεγκτη. Η γλυκιά ανατριχίλα που ένοιωσα ανάμεσα στα πόδια  μού είχε απλωθεί σε όλο μού το κορμάκι. Το βρακάκι μου είχε μουσκέψει και το δάχτυλο είχε ανοίξει τη σχισμή μαζί με το ύφασμα απ το εσώρουχο και έτριβε εσωτερικά τα χειλάκια. Ήθελα να ουρλιάξω όπως και η μαμά αλλά ο φόβος μη με ακούσουν με έκανε να συγκρατηθώ. Η μαμά σηκώθηκε και στήθηκε στα ύστερα. Ο παππούς ήρθε πίσω της και μπήκε με δύναμη μέσα της. Ήμουνα ακριβώς πίσω τους και έβλεπα τα αρχίδια του να χορεύουν ανάμεσα στα πόδια της. Την κρατούσε απ τα μαλλιά και σφυροκοπούσε ανελέητα το μουνί της.

-    Απ' τον κώλο μπαμπά! Απ' τον κώλο πάρε με. Ξέσκισε το κωλαράκι της σκύλας της κόρης σου!

Ο παππούς τον έβγαλε απ το μουνί της και μπήκε με δύναμη στον κώλο της. Την άκουσα να μουγκρίζει σα ζώο.

-    Έτσι μπαμπά μου, έτσι, σκίσε το κωλαράκι μου. Μ' αρέσει μπαμπάκα μου τρελαίνομαι. Γάμα με, γάμα με, δεν αντέχω, χύνω…

Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι και ο παππούς από πάνω της. Δεν ξέρω αν πραγματικά είχα χύσει και αν ναι πόσες φορές. Παντός είχαν μουσκέψει και τα μπουτάκια μου.

-    Που θες να σε χύσω  καύλα μου;

-    Στο στόμα  μπαμπά μου… στο στόμα. Δεν τα χόρτασα ποτέ.

Ο παππούς βγήκε, τη γύρισε ανάσκελα, άνοιξε τα πόδια της, έχωσε το κεφάλι ανάμεσα και άρχισε να γλείφει το μουνί της. Η μαμά  έβγαζε άναρθρες κραυγές, τον είχε πιάσει απ τα μαλλιά  και πίεζε το κεφάλι στο μουνί της.

-    Χύνω η πουτάνα… χύνω…

φώναζε και τα κορμί της τινάζεται λες και τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο παππούς σηκώθηκε και γονάτισε κοντά στο κεφάλι της. Η μαμά γύρισε και τον πήρε στο στόμα. Για κάποια δευτερόλεπτα είχε χαθεί στο στόμα της. Τον έβγαλε πήρε μια ανάσα και τον εξαφάνισε και πάλι. Όταν τον έβγαλε ξανά άρχισε να βήχει, σημάδι πως είχε φτάσει στο λαιμό της. Τον έπαιζε με το χέρι και έγλειφε το κεφάλι που ήταν κατακόκκινο και έτοιμο να εκραγεί. Η ανάσα του παππού γινόταν όλο και πιο γρήγορη και πιο βαριά. Άνοιξε το στόμα και τον έπαιζε μπροστά στο πρόσωπο της. Ο παππούς μούγκρισε και το σπέρμα του προσγειώθηκε στη γλώσσα της μία ποσότητα στο πρόσωπο και μερικές σταγόνες στα βυζιά της. Τα σκούπισε με το χέρι και τα έγλειφε. Ο παππούς ξάπλωσε δίπλα της και την πήρε αγκαλιά. Γύρισε τον φίλησε στο στόμα.

-    Σ' αγαπώ μπαμπά!

-    Κι εγώ σ' αγαπώ μωρό μού. Είσαι όλη μού η ζωή.

Κόλλησαν τα χείλη τους σε ένα ατέλειωτο φιλί. Πατώντας στα δάχτυλά να μην κάνω θόρυβο, πήγα στο δωμάτιο χωρίς να πάρω το χέρι απ' το μουνάκι μου. Συνέχισα να χαϊδεύομαι όταν ξαφνικά μια σκέψη με έκανε να ξεχάσω και την καύλα και την ευχαρίστηση που είχα βιώσει. Ο παππούς είναι ο πατέρας μου! Γι' αυτό ποτέ… όχι μόνο δε μου είπε ποιός είναι, αλλά απέφευγε κάθε κουβέντα για το θέμα. Η Αρχική σκέψη ήταν να πάω και  να ζητήσω εξηγήσεις, αλά δε βρήκα το θάρρος. Θα είναι καλύτερα να το κάνω την ώρα που θα είναι στο κρεβάτι και δε θα μπορούν να με βγάλουν  τρελή. Δεν ξέρω πόσες φορές άλλαξα γνώμη και τι ώρα αποκοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα ήταν μεσημέρι. Η μαμά ήταν στην  κουζίνα. Ο παππούς συνήθως γύρναγε απ την δουλειά γύρω στις τέσσερις.

-    Καλημέρα μαμά.

-    Καλημέρα μωρό μού. Τι έγινε, δε θα φιλήσεις τη μανούλα;

-    Πάω στο μπάνιο.

-    Έχεις κάτι;

-    Όχι… τι να έχω;

-    Δεν ξέρω σε βλέπω κάπως.

-    Καλά είμαι.

-    Βάνα, σε ξέρω καλά. Κάτι μου κρύβεις.

-    Ναι… όλα τα ξέρεις εσύ…

και μπήκα στο μπάνιο. Το βράδυ ξάπλωσα και έκανα πως κοιμάμαι, μέχρι που άκουσα και πάλι την μάνα μου να φωνάζει. Έφτασα όσο πιο αθόρυβα στην πόρτα, με την ελπίδα ότι κάτι θα ακούσω που θα με αφορά. Το μόνο που κατάφερα ήταν να καυλώσω και πάλι και να χαϊδεύω το μουνάκι μου. Αυτό συνεχίστηκε σχεδόν κάθε βράδυ χωρίς να πάρω μια απάντηση. Σιγά-σιγα άρχισε να μου γίνεται συνήθεια. Έβαζα το χέρι μέσα απ το βρακάκι και πολλές φορές το άφηνα να πέσει στους αστραγάλους. Με το άλλο χέρι χάιδευα τα βυζάκια μου. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος. Είχε έρθει και πάλι καλοκαίρι. Ήμουν σίγουρη ότι ο παππούς είναι ο μπαμπάς μου και πλέον δε με απασχολούσε και τόσο. Μου άρεσε τόσο να τους βλέπω, που κάποια βράδια που το κάνανε  στο σαλόνι και δε μπορούσα να τους δω τρελαινόμουν. Είχα πραγματικούς οργασμούς. Πολλές φορές στο κρεβάτι έβαζα τον εαυτό μου στη θέση της μαμάς  Και φανταζόμουν ότι έκανα σεξ με τον παππού.

Ένα  βράδυ που έπαιρνα μάτι, αφού είχαν αλλάξει πολλές στάσεις, την έβαλε στα τέσσερα και της τον έβαζε μία στο μουνί και μια στον κώλο και εκείνη ούρλιαζε από καύλα και ηδονή. Εγώ πέρασα το κεφάλι μέσα απ την πόρτα για να βλέπω καλλίτερα.  Έπαιζα το μουνάκι μου άγρια και ήμουν έτοιμη να χύσω, όταν άκουσα την μάνα μου.

-    Θεέ μου! Το παιδί.

Έκανα να τρέξω, αλλά όπως είχα το βρακάκι στους αστραγάλους, σκόνταψα. Το μάζεψα όπως-όπως και έτρεξα στο δωμάτιο μου. Χώθηκα κάτω απ' τα σεντόνια και το κεφάλι μέσα. Άκουσα την μαμά να έρχεται. Προσπαθούσα να μην ακούγεται ούτε η ανάσα μου, αλλά η καρδιά  μου που πήγανε να σπάσει με πρόδιδε.

-    Βάνα μωρό μού να σού εξηγήσω! Βάνα! Μωρό μού, πρέπει να μιλήσουμε.

Εγώ δεν απάντησα. Μου χάιδεψε το κεφάλι πάνω απ το σεντόνι.

-    Εντάξει μωρό μού, κοιμήσου, θα τα πούμε το πρωί που θα ηρεμήσεις.

Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος και το πρωί όταν ξύπνησα ή μαμά ήταν ήδη καθιστή στο κρεβάτι.

-    Καλημέρα μωρό μού.

-    Καλημέρα. Τι θες;… της είπα με άγριο ύφος.

-    Μωρό μού πρέπει να μιλήσουμε. Πρέπει να καταλάβεις.

-    Δε με ενδιαφέρουν ή εξηγήσεις και δε με νοιάζει τι κάνατε. Σε ένα θέλω να μού απαντήσεις, και πρόσεχε! Θέλω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια.

-    Ναι… πες μου.

-    Ο παππούς... είναι… ο μπαμπάς μου;

-    Ναι… μου απάντησε χωρίς καν να το σκεφτεί.

-    Και γιατί δεν μου το είπες τόσα χρόνια;

-    Μωρό μού πρέπει να καταλάβεις/ Δεν είναι τόσο εύκολο ούτε τόσο απλό. Η αλήθεια είναι πώς δε θα θελα να το μάθεις ποτέ, αλλά Αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα καλύτερα να ξέρεις την αλήθεια. Και να ξέρεις πως και για μένα και για τον παππού είσαι τα πάντα. Είσαι η ζωή μας. Για τη σχέση μας με τον μπορείς να πεις ότι θέλεις. Θες να μας βρίσεις, θες να μη μας μιλήσεις ξανά, ότι επιλέξεις θα το δεχτούμε. Ένα μόνο να ξέρεις… ότι δεν πρέπει να το μάθει κανείς και για κανένα λόγο. Πιστεύω να καταλαβαίνεις.

-    Μην ανησυχείς μαμά, δεν έχω πρόβλημα και δε με πειράζει. Για μένα μπορείτε να κάνετε ότι θέλετε. Άλλωστε δικαίωμα σας είναι. Εμένα δε μου πέφτει λόγος.

Με αγκάλιασε και με φίλησε.

-    Μωρό μού σ' ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ πολύ! Να πάρω τον παππού γιατί έχει τρελαθεί απ την αγωνία του.

Αφού του εξήγησε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα με ζήτησε στο τηλέφωνο.

-    Ναι;

-    Μωρό μού σ αγαπώ!

-    Κι εγώ σ' αγαπώ παππού… μπαμπά.

Από εκείνη την ημέρα, μέσα στο σπίτι ζούσαν σαν πραγματικό ζευγάρι. Φιλιόντουσαν μπροστά μου, κάθονταν αγκαλιά στον καναπέ και κυρίως δεν προσποιούνταν ότι ο κάθε ένας έχει το δωμάτιο του. Πλέον μετακόμισε μόνιμα στο δωμάτιο  του παππού.

Συνεχίζεται…



Copyright protected OW ref: 126988