Θεοδώρα: Η Θεοδώρα με το θείο της

Δημοσιεύθηκε από Writer13
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.58 (6 Votes)
Ο πατριός της Ντόρας είχε βάλει στο μάτι ένα κτήμα που είχε εξ’ αδιαιρέτου η ξανθομούνα η γυναίκα του με τον αδερφό της στην Κω. Ο κουνιάδος του και θείος της Δώρας ήταν ένας αγροίκος, ένας χωριάταρος παρακμιακός που δεν το είχε κουνήσει σε όλη τη ζωή του από το νησί. Καλλιεργούσε εκεί κάτι ξεροχώραφα (ένα από τα οποία ήταν κι αυτό που λιγουρευόταν ο πατριός). Η ιδέα του ήρθε ένα απόγευμα την ώρα που τσουτσούνιζε την προγονή του. Η μάνα της έλειπε στο μαγαζί (δηλαδή μπαλαμουτιαζόταν με τον καινούργιο της υπάλληλο), οπότε, ο πατριός με το πεδίο ελεύθερο. Είχε βάλει το κλειδί πίσω από την πόρτα, πήρε τη βυζαρού στην κρεβατοκάμαρα και τη γαμούσε του καλού καιρού. Ενώ της έγλειφε τους βύζους και της μουρμούριζε προστυχιές σκέφτηκε… «Αμάν, αυτή είναι η λύση στο πρόβλημα. Θα ρίξω τη μουνίτσα δίπλα στον χωριάταρο και έτσι θα τον εκβιάσω να μου γράψει το χωράφι».

Αμ’ έπος αμ’ έργον λοιπόν, με του που έχυσαν την κράτησε δίπλα του και συνέχισε να τη χαϊδεύει.

-    Άκου Θοδώρα… τι θα έλεγες να πηγαίναμε μερικές μέρες στο θείο σου στην Κω; Καλύτερα να φεύγαμε μεθαύριο, ε;…

της είπε ενώ της χάιδευε το μουνάκι.

-    Μα… έχω σχολείο, αχ-αχ ωραία με χαϊδεύετε, αχ ναι-ναι, εκεί-εκεί κι άλλο, ναι…

-    Καλά, καλά δεν πειράζει να μην πας στο σχολείο δύο-τρεις μέρες, θα σου τις δικαιολογήσω εγώ τις απουσίες. Λοιπόν, πάω για τα εισιτήρια. Σε δύο μέρες φεύγουμε. Άντε ντύσου τώρα μην έρθει η μάνα σου κι έχουμε άλλα. Α… και μην πάρεις τίποτα βαριά ρούχα, μόνο σορτσάκια, μαγιό και τέτοια…

είπε και σηκώθηκε βιαστικά. Στην ξανθομούνα είπε μια ιστορία για κάτι δουλειές που είχε στην Κω και ότι η μικρή θα είχε κατάληψη στο σχολείο. Η μάνα της δεν πολυασχολήθηκε γιατί η απουσία όλων από το σπίτι τη βόλευε κι αυτή για να μπάσει κανέναν γκόμενο να γαμηθούν με την ησυχία τους. Οπότε δύο ημέρες μετά έφευγαν για το λιμάνι του Πειραιά.

Το σχέδιο του πατριού της ήταν απλό: θα την κρατούσε καυλωμένη όσο περισσότερο μπορούσε χωρίς όμως να τη φέρνει σε οργασμό, ώστε όταν ο θείος της θα της την έπεφτε να μην του φέρει δυσκολίες και μετά να τους πιάσει στα πράσα. Ήξερε ότι η βυζαρού είχε συνηθίσει να χύνει και δε θα έλεγε όχι ακόμη και στον πούτσο του βρωμιάρη του θείου της, ο οποίος δεν υπήρχε περίπτωση να αντισταθεί στα θέλγητρα της μικρής του ανιψιάς με τους μεγάλους βύζους. Με το που ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο άρχισε να την ανάβει. Τη χάιδευε και την έτριβε χαμηλά στον κώλο και το μουνάκι πάνω από ένα κοντό σορτσάκι που φορούσε. Η βυζαρού χαμογελούσε και γουργούριζε. Όταν δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα γύρω τους της τσιμπούσε και τα ρωγόβυζα. Όταν πάρκαραν στο λιμάνι, το σορτσάκι της μικρής ήταν ξεκούμπωτο με τη μπλούζα κατεβασμένη χαμηλά για να μη φαίνεται το μουνάκι της, ο κώλος της ιδρωμένος, η μπλούζα τσαλακωμένη από το χούφτωμα των βυζιών της και η Δώρα κατακόκκινη από την καύλα.

Στο πλοίο είχαν καμπίνα. Η μουνίτσα νόμιζε ότι μόλις έκλειναν την πόρτα θα την αλάλιαζε στο γαμήσι, αλλά εις μάτην. Ενώ μέσα στο αυτοκίνητο την είχε φέρει στο αμήν στην καμπίνα ούτε που την άγγιξε. Την άφησε στην κουκέτα της και ξάπλωσε να κοιμηθεί για μεσημέρι. Μόλις ξύπνησε, την έβαλε να του τον παίξει για να του φύγουν οι σηκωμάρες του ύπνου και αφού έχυσε στα γρήγορα βγήκαν έξω για να φάνε. Και στο φαγητό την μπαλαμούτιαζε στα κρυφά κάτω από το τραπέζι. Η Δώρα ήθελε να χύσει σαν τρελή, αλλά δεν τολμούσε να του πει τίποτα. Αφού είδαν λίγο τηλεόραση ξαναπήγαν στην καμπίνα.

Μέσα… αφού γδύθηκαν, τη χάιδεψε για λίγο ψιθυρίζοντάς της βρωμόλογα:

-    Μ… έλα, έλα πουτανάκι, ωχ κάτσε να σου πιάσω τις βυζάρες, πω-ρε πράμα που έχεις, αυτά είναι μαστάρια, κοίτα-κοίτα πως μου σηκώθηκε πάλι. Γλειψ’ τον μου, έλα τσιμπουκλού μου, θέλω να χύσω στα γρήγορα!

Η Δώρα έσκυψε και άρχισε να τον τσιμπουκώνει. Ο πατριός της παρόλο που πολύ θα ήθελε να την ξεμουνιάσει δεν ξεχνούσε το σχέδιό του, οπότε τσιμπώντας της δυνατά τα βυζιά έχυσε μέσα στο στόμα της, ενώ η προγονή του μπουκωμένη με τον πούτσο του, ένιωθε το μουνάκι της καυτό να… την τρώει.

«Πάλι έτσι με άφησε το γουρούνι, είμαι φοβερά καυλωμένη αλλά ντρέπομαι να του ζητήσω να με γαμήσει. Άντε να δούμε πως θα κοιμηθώ τώρα…», σκέφτηκε η μουνίτσα φουρκισμένη και αφού χαϊδεύτηκε για λίγο χωρίς να καταφέρει να έρθει σε οργασμό (με τόσους γαμιάδες δεν είχε συνηθίσει να αυνανίζεται) κοιμήθηκε.

Μόλις έφτασαν στο νησί ο θείος τους περίμενε με το αγροτικό. Χοντρός, αξύριστος, βρώμικος ο μεσόκοπος αγροίκος γρύλισε μόλις είδε την ανιψιά του.

«Αμάν, η ανιψιά μ’ έχει γίνει κορίτσαρος», σκέφτηκε ο θείος και δεν έχασε την ευκαιρία να χουφτώσει την κωλάρα της ανιψιάς του στα… καλωσορίσματα, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από τον πατριό της Δώρας. Στο αγροτικό η Δώρα κάθισε ανάμεσα στο θείο που οδηγούσε και στον πατριό που καθότανε με όλη του την άνεση στο παράθυρο. Ο θείος όταν άλλαζε ταχύτητες… και άλλαζε συνέχεια, ακουμπούσε την χερούκλα του στα μπούτια της ανιψιάς του, προς αγαλλίαση του πατριού που έβλεπε το σχέδιό του να βαδίζει προς την επιτυχία.

-    Για δες την ανιψούλα μ’, για ιδές την που έγινε κοτζάμ γυναίκα. Τι γυναίκα λέω, γυναικάρα…

έλεγε και ξανάλεγε ο χωριάταρος και κοιτούσε μερακλίδικα το πλούσιο μπούστο της ανιψιάς του.

-    Ελάτε τώρα καλέ θείε…

απαντούσε με σκέρτσο η Ντόρα που ένιωθε το μουνάκι της να μυρμηγκιάζει. Η καύλα, όχι μόνο δεν της είχε περάσει αλλά με το στρίμωγμα στο αγροτικό και τις λακκούβες της είχε ενταθεί περαιτέρω.

Στο σπίτι ο θείος τους άφησε στο δωμάτιο και βγήκε στα χωράφια να τελειώσει κάτι δουλειές. Μόλις άκουσε το αγροτικό να απομακρύνεται ο πατριός της Ντόρας την τράβηξε κοντά του:

-    Χ… για έλα λίγο τώρα που έφυγε ο μπάρμπας σου. Καύλωσα στο αγροτικό και θέλω να μου τον παίξεις λίγο στα γρήγορα, έλα, έλα λοιπόν σου λέω προτού γυρίσει!

Την άρπαξε κοντά του, της έδωσε τον πούτσο του στο χέρι και χουφτώνοντάς της βυζιά, μπούτια και κώλο της ψιθύριζε:

-    Έτσι, έτσι μπράβο πουτανάκι μου, έτσι παιξ’ τον μου, μ’ αρέσει, έλα πιο ζωηρά, πιο γρήγορα, ναι-ναι, έλα θέλω να χύσω έλα, ναι… πάρε-πάρε το σπέρμα μου…

της είπε ενώ εκτόξευε το πράμα του.

-    Τελειώσατε κιόλας;… δε θέλετε να…

ψέλλισε η Δώρα που πήγαινε να τρελαθεί από την καύλα.

-    Λοιπόν… αρκετά για σήμερα. Τώρα θέλω να κοιμηθώ λίγο. Εσύ τράβα να βρεις το θείο σου μήπως θέλει βοήθεια στα χωράφια…

της είπε και γύρισε από την άλλη χαμογελώντας πονηρά. Η μουνάρα τράβηξε βαριεστημένα για τα χωράφια. Ο χοντρό-θείος της καθόταν σε μια καλύβα αποσταμένος από τη δουλειά στον ήλιο.

-    Γεια σου θείε, ο πατριός μου είπε να σε βοηθήσω…

του είπε αηδιασμένη από την εικόνα της κοιλάρας του που κρεμόταν.

-    Βρε, καλώς την ανεψιά, καλώς τον κορίτσαρο. Έλα-έλα να κάτσουμε λίγο και μετά θα σε δείξω τι να κάνεις…

της είπε και έκανε χώρο στον πάγκο. Η Δώρα κάθισε και ο θείος την παλαμάριασε αμέσως. Μετά από λίγη ψιλοκουβεντούλα με αρκετό παλαμάριασμα, θείος και ανιψιά σηκώθηκαν να δουλέψουν. Της έδωσε μία τσάπα για να σκαλίσει. Ενώ η βυζαρού έκανε την αγρότισσα με τα ψηλοτάκουνα, το καυτό σορτσάκι και το πουκάμισο δεμένο πάνω από τον αφαλό, ο θείος συνεχώς την έπιανε από πίσω τάχα μου για να της δείξει τη σωστή στάση που έπρεπε να έχει το σώμα της και πώς να δουλεύει καλύτερα το τσαπί. «Συνέχεια μου βάζει χέρι ο κωλόγερος. Και μου τρίβει και τον πούτσο του από πίσω. Πρέπει να του έχει σκληρύνει του γουρουνιού. Σα δε ντρέπεται λίγο…» σκέφτηκε η Δώρα αλλά ένιωθε το μουνάκι της να θέλει την επαφή του στειλιαριού του μπάρμπα της.

-    Θείε κουράστηκα. Τι λες δεν πάμε στο σπίτι καλύτερα;…

ρώτησε το πουτανάκι ξαναμμένο από τον ανοιξιάτικο ήλιο και την καύλα. Πριν προλάβει ο θείος της να απαντήσει άκουσαν θόρυβο πιο δίπλα που είχαν μερικά ζώα. Ένα κριάρι γαμούσε βίαια από πίσω μια προβατίνα. Η Δώρα κοίταζε συνεπαρμένη από το θέαμα και κατακόκκινη.

«Ωχ, κοίτα πως τη βατεύει! Τι βία και τι τεράστιο πράγμα» σκέφτηκε. Στο σπίτι ο πατριός της τους περίμενε. Άνοιξε κουβέντα στο θείο για το χωράφι και τον βρήκε όπως πάντα ανένδοτο. Εν τω μεταξύ έβαζε συνέχεια την Δώρα να τον περιποιείται, σερβίροντάς τον, φέρνοντάς του τις παντόφλες, γεμίζοντάς του το ποτήρι κλπ. Η Δώρα υπάκουε παθητικά. Σε μια στιγμή που η βυζαρού ανιψιά και προγονή έπλενε τα πιάτα στην κουζίνα, ο πατριός της αφού σιγουρεύτηκε ότι ο θείος τους έβλεπε πήγε και την χούφτωσε από πίσω. Η Θοδώρα πήγε να γυρίσει αλλά τη σταμάτησε και της ψιθύρισε ψέματα ότι δεν τους έβλεπε ο μπάρμπας της. Ο θείος είχε γουρλώσει τα μάτια. «Της έβαλε χέρι κανονικά ο γαμπρός μ’. Με φαίνεται παίρνει κι απ’ αυτήν μιζέ…» σκέφτηκε πονηρά.

Ο πατριός έστειλε την Ντόρα για ψώνια στο χωριό και εκμυστηρεύτηκε του μπάρμπα ότι τάχα μου η Θοδώρα όλο έβγαινε με άντρες και ανησυχούσαν… και της άρεσαν τα… ξινά. Στο τέλος του το ξεφούρνισε:

-    Εσύ, μόνος σου είσαι, τι θα έλεγες να…

και έκανε τη γνωστή χειρονομία.

-    Αφού, την έχω ανιψιά ρε, κάνει;…

ρώτησε διστακτικά ο μπάρμπας που του καλάρεσε η ιδέα.

-    Σώπα αδερφέ τώρα, ανιψιά σου είναι… δεν είναι κόρη σου…

απάντησε ο πατριός.

-    Τώρα που θα γυρίσει εγώ θα σας αφήσω μόνους και δωσ’ της να καταλάβει! Μόνο, να… κάνε μου τη χάρη να ξεμπερδεύουμε με αυτό το παλιοκτήμα. Τι το κρατάς, τόσα έχεις. Γραψ’ το μας εκεί πέρα να πάει στο διάολο και θα καλοπεράσεις…

του έκλεισε το μάτι πονηρά. Μόλις γύρισε η Ντόρα, ο πατριός της, της είπε:

-    Εγώ θα πεταχτώ μέχρι το λιμάνι για μια δουλειά. Εσύ Θοδώρα κάνε ένα μπάνιο και πέσε…

και φεύγοντας ξαναπάτησε το μάτι του θείου που έστριβε το μουστάκι. Η βυζαρού κουνώντας τον κώλο της μπήκε στο μπάνιο. Μόλις ο πατριός έφυγε, έκανε το γύρο του σπιτιού και παραμόνεψε πίσω από το παράθυρο του μπάνιου. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και ο μπάρμπας άνοιξε την πόρτα και μπούκαρε στο μπάνιο.

-    Αχ… καλέ θείε, βγείτε έξω σας παρακαλώ. Τι κάνετε εδώ, είμαι γυμνή, δε βλέπετε;

Το πουτανάκι τρομαγμένο προσπαθούσε να κρυφτεί. Ήταν γεμάτη σαπουνάδες.

-    Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι. Ου πατριός σ’ μ’ είπε να σε βοηθήσω. Μη με ντρέπεσαι εμένα, μπάρμπα μ’ έχεις.

Ο πορνόβλαχος πήρε το σαπούνι και άρχισε να της πλένει την πλάτη.

-    Μα θείε, εγώ, όχι-όχι τι κάν… μα δεν κάνει… σας παρακαλ… αχ θείε, όχι εκεί, θείε, μη, καλέ μη!

Με τα χοντρόχερα του την έπιανε παντού και η μικρή βυζαρού ένοιωθε ότι με την συσσωρευμένη καύλα όλων των ημερών δε θα μπορούσε να του αντισταθεί για πολύ. Μετά από λίγα λεπτά σαπουνίσματος σταμάτησε να αντιστέκεται και άρχισε να γουργουρίζει.

-    Θείε αχ, αχ πως με χαϊδεύετε έτσι, θείε μα εσείς με… αχ, θείε θέλετε να κάνετε κι εσείς ένα μπάνιο να μη μυρίζετε;…

ρώτησε η μικρή σχεδόν παραδομένη; Ο πατριός της τα έβλεπε όλα αυτά από το παραθυράκι του μπάνιου και καύλωνε. «Μ… θα φάει καλά ο μπάρμπας. Έτοιμο είναι το πουτανάκι μου. Χαλάλι του αφού θα μας γράψει το κτήμα. Ακριβά θα το πληρώσει το γαμήσι ο κωλόγερος. Είναι όμως καύλα η Δώρα! Τέτοιους βύζους δύσκολα βρίσκεις».

Ο μπάρμπας γδύθηκε στα γρήγορα και μπήκε στη μπανιέρα. Η πούτσα του είχε γίνει σαν ξύλο και του τον έπαιζε κανονικά. Έβαζε συνέχεια σαπούνι στα χέρια της για να γλιστράει καλύτερα και με τα χοντρά δάχτυλα του μπάρμπα της στο μουνάκι της ένιωθε να σπαρταράει.

-    Φτάνει έτσι, φτάνει γύρνα τώρα, γύρνα θα σε βατέψω όπως το κριάρι την προβατίνα προτύτερα…

είπε ο βλάχος και τη γύρισε. Η Δώρα έσκυψε και πιάστηκε καλά από το νιπτήρα ενώ ο μπάρμπας της μπαινόβγαζε το σαπουνισμένο πούτσο του στο μουνάκι της.

-    Ώ… ρε μανάρα μ’, τι σου κάνω, μπράβο-μπράβο ανιψούδα μ’, τι είσαι ‘συ, κάτσε-κάτσε να πιάνω και τα μαστάρια σ…

έλεγε ενώ τη γαμούσε δυνατά για αρκετή ώρα. Όταν ο μπάρμπας έχυσε η Δώρα είχε ήδη αρκετούς οργασμούς (το σχέδιο του πατριού είχε απόλυτη επιτυχία). Μόλις τελείωσε, νοιώθοντας αμήχανα βγήκε από την μπανιέρα και πήγε στο δωμάτιό του. Εν τω μεταξύ ο πατριός είχε καθίσει στο σαλόνι. Τον είδε να βγαίνει κατακόκκινος με μια πετσέτα γύρω του.

-    Λοιπόν, κουνιάδε, αφού τα… είπαμε, ας πάμε αύριο να τελειώνουμε και με τα συμβολαιογραφικά…

του είπε ξέροντας ότι τώρα τον κρατούσε στο χέρι. Ο μπάρμπας μουρμούρισε κάτι σαν κατάφαση και μπήκε γρήγορα στο δωμάτιό του.

Το βράδυ, ο πατριός έγκαυλος από το θέαμα που παρακολούθησε, έριξε στην προγονή του δύο γαμήσια ξεγυρισμένα, προσέχοντας μόνο να μην κάνει πολύ θόρυβο και καταλάβει ο μπάρμπας ότι με την ανιψιά του όποιος πεινάει, τρώει.

-    Πουτανάκι μου, είδα τι έγινε με τον θείο σου. Έλα τώρα να στο χώσω κι εγώ γιατί δεν αντέχω άλλο. Ήσυχα όμως γιατί δεν θέλω να μας καταλάβει ο παλιόβλαχος. Από πούτσο όμως πρέπει να σε ευχαρίστησε. Τα είδα όλα. Είδα πως μούγκριζες όταν στον έχωνε με τα σαπούνια. Εξελίσσεσαι σε μεγάλη πουτάνα. Μου φαίνεται στο τέλος θα το κάνεις επάγγελμα. Έλα τώρα, κάτσε πάνω μου και κουνήσου, έτσι, κούνα την κωλάρα σου κι εγώ θα σου γλείφω τα μαστάρια, που έλεγε κι ο κωλόβλαχος. Άκου, αύριο το πρωί εγώ θα πάω στο λιμάνι, να τον αφήσεις πάλι να σου κάνει ότι θέλει. Ελπίζω να κατάλαβες ότι θα μας γράψει εκείνο το κτήμα. Μετά το βράδυ θα φύγουμε με το τελευταίο πλοίο…

της έλεγε ενώ εκείνη ανεβοκατέβαινε στον πούτσο του.

-    Αχ, ναι, ναι εντάξει, θα τον αφήσω να μου κάνει ό,τι θέλει, μη-μη σταματάτε, χύνω, έχυσα πάλι, τι ωραία που με γαμάτε! Ο πούτσος σας είναι μεγαλύτερος από του θείου, έτσι, έτσι δώστε μου, ναι…

η πουτανίτσα βέλαζε και έχυνε ασταμάτητα.



Copyright protected OW ref: 123283