Ο Θείος και οι φίλοι του

Δημοσιεύθηκε από np77
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.50 (14 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Στο χωριό με το θείο και ένα φίλο του

Μετά από ένα απίστευτο Σαββατοκύριακο επιστρέψαμε στην Αθήνα. Η Μαρία ήταν εμφανώς πιο κουρασμένη αλλά και πολύ ικανοποιημένη. Το Σαββατοκύριακο για εκείνη κύλησε όπως το φανταζόταν, με γαμήσι μέχρι τελικής πτώσης. Μέχρι και μία ώρα πριν φύγουμε κάναμε σεξ, άγριο σεξ, χωρίς συναίσθημα, ένιωθα ότι πηδούσα μία κοινή πουτάνα κι εκείνη συμπεριφερόταν έτσι. Γυρίσαμε αργά το βράδυ της Κυριακής, την επόμενη μέρα δουλεύαμε και οι δύο, οπότε κάναμε ένα μπάνιο και οι δύο και κοιμηθήκαμε.

Την άλλη μέρα το απόγευμα, αφού γυρίσαμε από τη δουλειά, χτυπά το τηλέφωνο της Μαρίας, ο αριθμός που καλούσε της ήταν άγνωστος.

-    Παρακαλώ... λέει καθώς το σηκώνει.

-    Γεια σου πουτανάκι μου... της απαντά μία αντρική φωνή. Εγώ ήμουν ακριβώς δίπλα της και τα άκουγα όλα.

-    Ποιος είναι; Ρωτάει εμφανώς αναστατωμένη.

-    Αυτός που σου έσκιζε το μουνάκι πριν δυο μέρες μαζί με το θείο σου, με ξέχασες κιόλας βρωμοπούτανο;

-    Στέλιο εσύ είσαι;

-    Με θυμάσαι μωρή καργιόλα βλέπω. Προφανώς του έδωσε το τηλέφωνο ο θείος ο Τάκης.

-    Τι θες;… του απαντά τσαντισμένα η Μαρία, γιατί δεν της πολυαρέσει το ύφος του.

-    Τι να θέλω; Να σε γαμήσω πάλι μωρό μου. Με τρέλανες, σκέφτομαι το κορμάκι σου το τέλειο και καυλώνω, θέλω να νιώσω πάλι το καυτό μουνάκι να μου καίει τον πούτσο.

-    Αλήθεια; Τόση ζημιά σου έκανα;

Του απαντά η Μαρία με πολύ νάζι και εμφανώς πιο ήρεμα τώρα. Της αρέσει που τρελαίνει τους άντρες, που τους καυλώνει και δεν μπορούν να τη βγάλουν από το μυαλό τους, έστω και αν αυτός είναι ένας τύπος σαν το Στέλιο.

-    Ναι ξεκωλάκι μου, με πέθανες προχθές, θέλω πάλι να σε γαμήσω, να με παρακαλάς να σε λυπηθώ γιατί δε θα αντέχεις άλλο.

Έχουμε ανάψει και οι δύο, μας αρέσει αυτό που γίνεται, της έχω βάλει το χέρι μου στο μουνάκι της, πάνω από το κολάν που φοράει και της το τρίβω.

-    Και αν εγώ δε θέλω;… τον ρωτάει όλο νάζι.

-    Σιγά που δε θέλεις, εσύ δε χορταίνεις πούτσο και γαμήσι, είσαι γεννημένη πουτάνα. Αλλά και αν δε θες θα σε πάρω με το ζόρι, θα σε σαπίσω στο ξύλο και θα σε γαμάω.

Εγώ ήδη είχα βάλει το χέρι μου από μέσα απ’ το κολάν της, ήταν μούσκεμα, είχε ανάψει τρελά, τη καυλώνει πολύ να της μιλάνε έτσι. Όπως της έτριβα την κλειτορίδα, ξαφνικά χωρίς να το περιμένει της έβαλα δύο δάχτυλα στο μουνάκι της και της έφυγε ένας αναστεναγμός.

-    Αναστενάζεις καυλιάρα ε; Είναι που δε θες, είμαι σίγουρος πως παίζεις το μουνάκι σου που θα έχει γίνει μούσκεμα.

Η Μαρία δεν απάντησε, είχε κλείσει τα μάτια και απολάμβανε τα δάχτυλα μου που γαμούσαν το μουνάκι της και αυτά που της έλεγε ο Στέλιος.

-    Δεν απαντάς πουτανίτσα ε; Τόσο πολύ καύλωσες; Αφού καυλώνεις τόσο πολύ λέω να έρθω το Σαββάτο με το θείο σου στην Αθήνα να σε περιποιηθούμε πάλι. Να είσαι έτοιμη σαν καλό πουτανάκι, θα σε ξαναπάρω για τις λεπτομέρειες…

και της το κλείνει πριν προλάβει να απαντήσει κάτι. Τη θεωρούν το πουτανάκι τους, είναι ολοφάνερο ότι με την πρώτη ευκαιρία, θα έρχονται και θα την ξεσκίζουν. Δεν ξέρω πως ακριβώς νιώθει η Μαρία αλλά είμαι σίγουρος πως με τον τρόπο που της συμπεριφέρεται ο Στέλιος, παρ' όλο που δεν της αρέσει σαν άντρας, την κάνει να μη μπορεί να του αντισταθεί, την κάνει ότι θέλει. Η Μαρία από τη φύση της είναι υποτακτική, γουστάρει να τη διατάζει ο άντρας και με το Στέλιο έχει βρει το μάστορά της.

-    Θα σε ξεσκίσουν πάλι πουτανάκι μου;…

της λέω ενώ χώνω και τρίτο δάκτυλο στο μουνάκι της.

-    Ναι, ναι θα με ξεσκίσουν τη πουτάνα. Θα μου ανοίξουν διάπλατα πάλι όλες μου τις τρύπες...

μου λέει αναστενάζοντας. Της βγάζω τα δάχτυλα μου από μέσα της και την ξαπλώνω στον καναπέ, τη γδύνω τελείως, της ανοίγω τα πόδια και βάζω το κεφάλι μου ανάμεσα τους και αρχίζω και της ρουφάω το μουνάκι. Έχυνε τρελά η καύλα, της έβαζα τη γλώσσα μου μέσα της και μου γέμιζε το στόμα με τα υγρά της. Της δάγκωνα την κλειτορίδα και τα μουνόχειλα της και τρελαινόταν. Αφού την έκανα να χύσει στο στόμα μου, σηκώθηκα, έβγαλα τον πούτσο μου έξω και της τον έχωσα με όλη μου τη δύναμη μέσα της. Τη γαμούσα με μανία λέγοντάς της πόσο πουτάνα έχει γίνει, που γαμιέται με τον οποιοδήποτε, με τους γεροχωριάτες από το χωριό της που την μετατρέπουν στο πουτανάκι τους, έρμαιο στα χέρια τους. Εκείνη να μου απαντάει ότι γουστάρει να τη κάνουν ότι θέλουν και θα κάνει ότι της πουν σαν καλό τσουλάκι που έχει γίνει. Λέγοντας μου αυτά και φέρνοντας στο μυαλό μου αυτά που της έλεγε ο Στέλιος στο τηλέφωνο, δεν ήθελα και πολύ και τελείωσα μέσα της. Τρελαίνομαι στην ιδέα της γυναίκας μου να γαμιέται σαν πουτάνα, ανυπομονούσα για αυτό που θα έρθει το Σάββατο, νομίζω το ίδιο και η Μαρία.

Οι μέρες περνούσαν σχετικά γρήγορα, και οι δύο ήμασταν διαρκώς καυλωμένοι. Η προσμονή για το Σαββάτο διαρκώς μεγάλωνε, κάθε μέρα κάναμε και κάτι για να ικανοποιήσουμε την καύλα μας, είτε σεξ, είτε στοματικό ή η Μαρία προσπαθούσε να ικανοποιηθεί με δονητή, αλλά η καύλα μας διαρκώς μεγάλωνε αντί να σβήνει. Την Πέμπτη το πρωί πήρε ο Τάκης τη Μαρία ενώ ήταν στη δουλειά. Η Μαρία ταράχτηκε όταν είδε στην αναγνώριση ότι ήταν αυτός, μιας και ήταν στη δουλειά και δε μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα. Εδώ να σας πω ότι η Μαρία έχει πιάσει πρόσφατα δουλειά σε μία εταιρεία εισαγωγών ανταλλακτικών αυτοκινήτων ως γραμματέας. Ανδροκρατούμενος ο χώρος όπως καταλαβαίνετε, η μόνη γυναίκα η Μαρία και ως νέα στη δουλειά, δε θα ήθελε να δώσει δικαιώματα, αλλά και γενικά δε θα ήθελε να καταλάβουν κάτι οι συνάδελφοί της, γιατί ήδη της την πέφτουν πολλοί και φανταστείτε ότι στη δουλειά πάει πολύ μαζεμένη.

-    Γεια σου θείε.

-    Γεια σου καυλιάρα ανηψούλα μου. Τι κάνεις;

-    Καλά είμαι, εδώ στη δουλειά.

-    Ελπίζω να μην ενοχλώ, δε θα σε καθυστερήσω πολύ.

-    Όχι θείε δεν ενοχλείς...

απαντά η Μαρία κόβοντας και κίνηση γύρω-γύρω να δει αν την ακούει κανείς.

-    Μου είπε ο Στέλιος ότι σε ενημέρωσε για το Σάββατο, σε θέλουμε πολύ, δε μας βγαίνεις από το μυαλό και για αυτό θα έρθουμε εμείς εκεί… μιας και δε μπορούμε να περιμένουμε να ξανάρθετε. Σε πήρα λοιπόν για να σου πω ότι θα σου στείλω αύριο το πρωί με ένα κούριερ χρήματα να πας να ψωνίσεις, σε θέλουμε πιο καυτή από ποτέ, πάρε ότι γουστάρεις, ότι πιο πουτανέ βρεις, μαζί με τα κατάλληλα εσώρουχα, να μας τρελάνεις πάλι καυλιάρα μου κι εμείς να σε ανταμείψουμε με το πιο δυνατό γαμήσι. Κατάλαβες;

-    Ναι θείε.

-    Έτσι μπράβο, καλό πουτανάκι… και το Σαββάτο το πρωί θα σου στείλω μήνυμα για το ξενοδοχείο και την ώρα. Άντε γεια τώρα καυλίτσα...

και την έκλεισε. Η Μαρία πλημμύρισε από υγρά αλλά ήταν στη δουλειά και δεν μπορούσε να κάνει κάτι, αναψοκοκκίνισε από την καύλα της. Φοβόταν ότι θα την καταλάβουν. Γύρισε σπίτι και μου είπε τι συνέβη. Είχε τρελαθεί. Ανυπομονούσε. Μου είπε ότι φοβάται ότι θα την καταλάβουν και στη δουλειά και δε θα γλιτώνει από πουθενά μετά, ήδη νομίζει ότι τη λιγουρεύονται κάποιοι… και πως να μην δηλαδή, αφού είναι πολύ όμορφη και έχει ένα σώμα που ότι και να βάλει σέξι είναι. Αφού ηρέμησε λιγάκι έκανε ένα ντουζάκι και άρχισε και σκεφτόταν τι να πάρει. Της είπα οπωσδήποτε να πάρει ένα πολύ σέξι φόρεμα να τονίζει τον τέλειο κώλο της και τα τέλεια πόδια της και τη συμβούλευσα να πάρει και ζαρτιέρες με κάλτσες ως το μπούτι, διχτάκι κατά προτίμηση. «Όλες οι πουτάνες φοράνε» της είπα. Της άρεσε η ιδέα μου και θα την ακολουθήσει.

Το επόμενο πρωί, Παρασκευή, χτύπησε πρωί-πρωί ο κούριερ το κουδούνι, πήγε η Μαρία και παρέλαβε το φάκελο με τα χρήματα.

-    Μωρό μου όπως καταλαβαίνεις θα αργήσω μετά… μου λέει.

-    Ήρθαν τα λεφτά από τους γαμιάδες σου καύλα μου και σαν υπάκουο πουτανάκι θα πας να τους κάνεις τα χατίρια ε; Πουτανίτσα...

-    Ναι είμαι...

μου δίνει ένα φιλί και φεύγει για τη δουλειά. Το απόγευμα που σχόλασε πήγε για ψώνια, άργησε αρκετά, φαίνεται δυσκολεύτηκε να βρει αυτό που θα τους έκανε να τη γαμάνε με λύσσα. Γύρισε σπίτι και μου έδειξε τι αγόρασε. Πήρε ένα κόκκινο σούπερ μίνι φόρεμα στράπλες, κόκκινο δαντελωτό στρινγκάκι, σουτιέν, είπε πως δεν χρειάζεται και ζαρτιέρες όπως της είπα, πρώτη φορά δεν θα τις φορούσε για μένα, κάλτσες διχτάκυ μαύρο και γόβες κόκκινες.

-    Που να τα δεις και πάνω μου μωρό μου.

-    Φαντάζομαι και ανυπομονώ να τα δω αύριο πριν πας να γαμηθείς καύλα μου.

Φασωθήκαμε λίγο πριν κοιμηθούμε, ήμασταν και οι δύο πολύ καυλωμένοι, αλλά δεν τη γάμησα. Της είπα "δε θα σε γαμήσω γιατί θέλω να πας και η καύλα σου να είναι στο ζενίθ, να στάζεις από απόψε μέχρι αύριο που θα πας εκεί, να διψάς να το φας και να το ζητάς σαν τρελή, μέχρι να φύγεις θα σε ανάβω αλλά δε θα σε σβήνω."

Ξημέρωσε επιτέλους το Σάββατο και η Μαρία από το πρωί άρχισε τις ετοιμασίες, αποτριχώσεις, κρέμες, νύχια κλπ. Κάποια στιγμή της ήρθε και το πολυπόθητο μήνυμα, στις 9 το βράδυ το ραντεβού σε ξενοδοχείο στην εθνική οδό, προφανώς θα είναι από τους λεγόμενους γαμιστρώνες. Θα περάσει ένας φίλος μου με ταξί να σε πάρει. Την έβλεπα με τι λαχτάρα ετοιμαζότανε, το ήθελε πάρα πολύ. Πόσο πουτάνα έχει γίνει σκέφτομαι και αμέσως μου σηκώνεται. Οι ώρες περνούσαν νομίζω βασανιστικά αργά, δεν είναι και λίγο να ξέρεις ότι ετοιμάζεται η γυναίκα σου για να πάει να τη γαμήσουν δύο ξένοι πούτσοι. Ζήλευα λίγο, αλλά καύλωνα κιόλας, άλλωστε δικό μου δημιούργημα είναι αυτό. Έφτασε λοιπόν η ώρα για να φύγει, σκέτη καύλα ήταν η ρουφιάνα, το φόρεμα της τόνιζε τέλεια τις καμπύλες ενώ ίσα που σκέπαζε τις ζαρτιέρες της. Οι ρώγες της φαίνονταν που ήταν πρησμένες από την καύλα, έντονα βαμμένη σα σωστή πουτάνα, έντονο άρωμα και το δέρμα της να λάμπει από τις κρέμες που είχε βάλει. Θα φάει καλά κι απόψε, σκέφτηκα ενώ το καυλί μου είχε γίνει πέτρα. Μόλις ακούσαμε την κόρνα από το ταξί, φόρεσε το παλτό της, μου έδωσε ένα φιλί παθιασμένο στο στόμα ενώ εγώ της έπιασα για τελευταία φορά το μουνάκι. Το στρινγκάκι της είχε γίνει μούσκεμα ήδη.

Μπήκε στο ταξί στο πίσω κάθισμα, έβγαλε το κραγιόν της με ένα μικρό καθρεφτάκι και το τόνισε μιας και της το πήρα με το φιλί. Έβγαλε το παλτό της, ο ταξιτζής που κοιτούσε από τον καθρέπτη κόντεψε να τρακάρει, κατέβασε τον καθρέφτη έτσι ώστε να φαίνονται τα μπουτάκια της Μαρίας, φαίνονταν και λίγο οι ζαρτιέρες της, τον καύλωσε τρελά, άλλαζε πόδι συνέχεια και τον τρέλανε. Μέχρι να φτάσουν κόντεψε να τρακάρει 3 φορές μου είπε η Μαρία. Φτάσανε και της είπε "τέτοια καυλιάρα γυναίκα σαν εσένα δεν έχω ξαναδεί, έχει δίκιο ο φίλος μου ο Τάκης...". Αυτή του χαμογέλασε και βγήκε από το ταξί.

Μπήκε στο ξενοδοχείο και ανέβηκε στο δωμάτιο. Πριν χτυπήσει, τόνισε λίγο το μπούστο της και έλεγξε λίγο το μακιγιάζ της, χτύπησε την πόρτα και της άνοιξαν και οι δύο μαζί, με τα μποξεράκια τους, εμφανώς καυλωμένοι και οι δύο. Της έβγαλαν το παλτό και άρχισαν να τη χουφτώνουν στο όρθιο και οι δύο μαζί. Ο Στέλιος της βουτάει το πρόσωπο και της δίνει ένα δυνατό γλωσσόφιλο. Ένιωσε πάλι την βρώμικη ανάσα του που από τη μία την αηδίαζε από την άλλη όμως την καύλωνε. Την έβαλαν και έκατσε στο κρεβάτι, έβγαλαν τις πούτσες τους και άρχισε να τους τις παίζει. Δε χωρούσαν καλά-καλά στα χέρια της. Όπως καθόταν, το φόρεμα είχε ανέβει τόσο ψηλά, που φαινόταν το γυμνό μέρος από το μπούτι της με τις ζαρτιέρες. Της δίνει ένα δυνατό χαστούκι ο Στέλιος και της λέει:

-    Ψωλίτσα, φόρεσες και ζαρτιέρες σαν καλή πουτάνα που είσαι, θα σε ξεσκίσουμε, μας τρέλανες…

και πριν προλάβει να μιλήσει, τρώει άλλο ένα χαστούκι από το θείο της αυτή τη φορά. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα.

-    Ξεκωλάκι που τόσα χρόνια μου το έπαιζες δύσκολη, θα είσαι το πουτανάκι μου, θα ικανοποιείς κάθε μου επιθυμία και τη δική μου και των φίλων μου...

της είπε ο θείος της και της μπουκώνει τον πούτσο του στο στόμα. Έτσι όπως τον τσιμπούκωνε, χτυπάει η πόρτα. Πάει και ανοίγει ο Στέλιος. Ήταν ο ταξιτζής ο φίλος του θείου της. Αν και το είχε φανταστεί, δεν το περίμενε.

-    Να σου συστήσω το Γιώργο το φίλο μου που θα σε ξεμουνιάσουμε παρέα. Δεν έχεις πρόβλημα να φανταστώ...

της λέει χώνοντας της τέρμα μέσα στο στόμα τον πούτσο του, για να μην της δώσει τη δυνατότητα να απαντήσει, ενώ ο Γιώργος με δύο κινήσεις έμεινε και αυτός με το μποξεράκι.

-    Τι πρόβλημα να έχει η καργιόλα; Δεν τη βλέπεις ρε Τάκη;… μια αχόρταγη πουτάνα είναι...

λέει ο Γιώργος, και κάθεται δίπλα της, της παίρνει το χέρι και το βάζει στον πούτσο του να του τον παίξει. Μεγάλος και χοντρός, γύρω στους 18 με 20 πόντους. Τώρα είχε ένα πούτσο σε κάθε χέρι και ένα στο στόμα. Μετά από λίγο χύνει ο Τάκης.

-    Κατάπιε τα όλα μωρή πουτάνα…

της λέει κι εκείνη δεν άφησε ούτε σταγόνα. Ο Τάκης κάθεται απέναντι σε μία πολυθρόνα για να ηρεμήσει λίγο. Σειρά είχε ο Στέλιος για πίπα. Της κατεβάζει το φόρεμα πρώτα να φανούν τα βυζιά της, της ρίχνει δύο πουτσοσκάμπιλα στα χείλη και της το χώνει στο στόμα με δύναμη και αρχίζει να της το γαμάει, ενώ η Μαρία περιποιείται με το χέρι της τον ταξιτζή. Αυτός όπως είναι δίπλα της τη γλείφει παντού, λαιμό, βυζιά και της περνάει και το χέρι του κάτω από το φόρεμα. Της χουφτώνει τα μπούτια και το μουνί, της παραμερίζει το βρακάκι και της χώνει ένα δάχτυλο. Μετά από ένα λεπτό και δεύτερο. Η Μαρία βογκάει. Ο Στέλιος την πιάνει από τα μαλλιά και της κουνάει το κεφάλι ώστε να παίρνει όλο τον πούτσο του στο στόμα. Παράλληλα της δίνει και χαστουκάκια. Η Μαρία έχει δακρύσει από τα χαστούκια και την ηδονή.

-    Έτσι σε θέλουμε πουτάνα… να κλαις, της λέει ο ταξιτζής...

Ο Στέλιος βγαίνει και τη χύνει στο πρόσωπο και στα βυζιά.

-    Παρ’ τα βρωμοπούτανο, άνοιξε το στόμα σου και καθάρισέ τον μου…

της λέει, με τη Μαρία να υπακούει πρόθυμα. Ο Στέλιος ξαπλώνει στο κρεβάτι ανακουφισμένος. Σειρά έχει ο Γιώργος που όμως ήθελε να την ευχαριστήσει πρώτα. Της έβγαλε το φόρεμα τελείως, την άφησε με το στρινγκάκι, τις ζαρτιέρες με τις κάλτσες και τις γόβες της. Οπτασία ήταν η ρουφιάνα. Όπως ήταν καθισμένη στο κρεβάτι, την έσπρωξε να ξαπλώσει τον κορμό της. Γονάτισε, της άνοιξε τα πόδια, παραμέρισε το στρινγκάκι της και άρχισε να της γλείφει το μουνάκι. Η Μαρία βογκούσε τρελά από την ηδονή. Ήξερε να γλείφει τέλεια, μου είπε. Της έβαλε τη γλώσσα μέσα και τη γαμούσε με αυτή. Έχυνε τρελά κι αυτός έπινε τους χυμούς της. Ξαφνικά τραβιέται και με μία βίαιη κίνηση της χώνει μέσα τον πούτσο του και αρχίζει να τη γαμάει άγρια.

-    Αρκετά με την ευχαρίστηση σου καργιόλα, ώρα να ευχαριστήσεις εμένα!
 
Τη γαμούσε πολύ δυνατά και ούρλιαζε. Της έριξε και δύο χαστούκια γιατί όπως της είπε της αξίζουν γιατί είναι πουτάνα. Ο Στέλιος που είχε ξανακαυλώσει έπαιζε με τα βυζιά της και της έδινε γλωσσόφιλα. Δεν άντεξε και πολύ ο ταξιτζής, βγαίνει και της το δίνει στο στόμα να τη χύσει εκεί. Χύνει ποτάμια, της γεμίζει το στόμα και αυτό ξεχειλίζει και τρέχει από το πλάι σπέρμα. Τα κατάπιε όλα η πουτανίτσα.

Χωρίς να την αφήσουν λίγο να χαλαρώσει, τη στήνουν στα 4, έρχεται ο Τάκης από πίσω που του ‘χε ξαναγίνει τούμπανο και την καρφώνει με μανία στο μουνάκι. Ένα πνιχτό ουρλιαχτό βγαίνει από τα χείλη της Μαρίας. Τη γαμάει και της χτυπάει με δύναμη τα κωλομέρια, πολύ δυνατά. Της τα κοκκινίζει.
 
-    Έτσι σκίστε με άγρια τη πουτάνα... τους λέει δακρυσμένη από τον πόνο.

-    Ναι γαμιόλα μου, της λέει ο Στέλιος, θα σε ξεμουνιάσουμε απόψε και της μπουκώνει τον πούτσο του στο στόμα.
 
Της γαμάνε με δύναμη μουνί και στόμα. Έχει τρελαθεί, το μουνάκι της συσπάται, τελειώνει για άλλη μια φορά, μαζί της και ο Τάκης, μέσα στο μουνί της. Δεν άντεξε πολύ, τον καύλωσε τρελά που ένιωσε να τελειώνει και εκείνη.
 
-    Σειρά μου τώρα καργιόλα, θα σου σκίσω το κωλαράκι που δε στο πήρα την προηγούμενη φορά. Το ονειρευόμουν. Της λέει ο Στέλιος βγαίνοντας από το στόμα της.

-    Κι εγώ παράλληλα θα σου σκίζω το μουνί…

της λέει ο ταξιτζής και με μια κίνηση τη βάζει από πάνω του. Αυτή ζαλισμένη από την καύλα του τον πιάνει και τον οδηγεί στο μουνί της. Ο Στέλιος έρχεται από πίσω και μπαίνει στην κωλοτρυπίδα της, χωρίς καμία προετοιμασία. Σιγά-σιγά ακουμπάει το πουτσοκέφαλο στην τρύπα της και το σπρώχνει όλο και πιο βαθιά, ενώ της δίνει χαστούκια στα κωλομέρια που της τα χουν κάνει μαύρα από τις μελανιές. Σε δυο λεπτά έχει μπει τελείως μέσα της. Τη γαμάνε και οι δύο δυνατά, άψογα συγχρονισμένα και αυτή το απολαμβάνει αν και πονάει τρελά. Μετά από λίγο έρχεται και ο Τάκης από μπροστά και της το δίνει στο στόμα, πρώτη φορά έχει τρεις πούτσες ταυτόχρονα μέσα της. Χύνει τρελά, το μουνάκι της συσπάται σαν τρελό. Αυτοί τη γαμάνε όλο και πιο δυνατά και τη βρίζουν, «ξεφτιλισμένη, πουτάνα, ξεκωλιάρα, που μας το έπαιζες και δύσκολη, θα σε πάμε στον άντρα σου και δε θα μπορείς να περπατήσεις». Μετά από αρκετή ώρα, και ενώ η Μαρία φαίνεται να μην έχει άλλες δυνάμεις, αρχίζουν και τη χύνουν ένας-ένας, ο Στέλιος μέσα στον κώλο, ενώ οι άλλοι δύο βγαίνουν και τη λούζουν. Τη χύνουν παντού.
 
-    Παρ' τα βρωμοπούτανο, έτσι χυμένη θα σε έχουμε πάντα…. της λέει ο Τάκης.

-    Καθάρισε τα μας τώρα…

τη διατάζει ο Στέλιος. Τους τα πιάνει ένα-ένα και τα καθαρίζει με τη γλώσσα της. Νιώθει πολύ ξευτιλισμένη. Πουτάνα με όλη τη σημασία της λέξης. Μετά σωριάζεται στο κρεβάτι, μαζί με τους άλλους που είναι και αυτοί εξαντλημένοι, κοιμάται ανάμεσα σε 3 γυμνούς άντρες που μόλις την είχαν ξεσκίσει. Το πρωί γύρω στις 5 τη φέρνει ο Γιώργος ο ταξιτζής σπίτι. Μύριζε σπέρμα ολόκληρη και ήταν γεμάτη μελανιές, αλλά με μία ευχαρίστηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.



Copyright protected OW ref: 122587