Πονηρές περιπέτειες (4ο μέρος): Η επόμενη μέρα

Δημοσιεύθηκε από Christina25
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 2.82 (17 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Πονηρές περιπέτειες (3ο μέρος): Η επόμενη μέρα

Γυρίσαμε πίσω στο εξοχικό, ο παππούς μου εγώ, το αγόρι μου και οι γονείς του. Ξεφορτώσαμε τα πράγματα και το αγόρι μου ήρθε να μείνει με εμένα στο δωμάτιο. Είχε αρχίσει να βραδιάζει όταν φτάναμε. Τα κάρβουνα ήραν ακόμη αναμμένα και η ατμόσφαιρα ζεστή. Η μουσική χαμηλή. Ο Παππούς έκατσε στο τραπέζι με τους γονείς του δικού μου, ενώ εγώ και ο δικός μου ξεφορτώσαμε τα πράγματα και τα τακτοποιήσαμε. Προσπαθώ να δείχνω ότι περνάω καλά γιατί ξέρω ότι τελείωσε το μαρτύριο. Αύριο θα φύγω για το κάμπινγκ και θα μπορέσω να ηρεμήσω. Ο δικός μου και οι υπόλοιποι άντρες άρχισαν να πίνουν την μια μπύρα μετά την άλλη, μετά πιάσανε μοχίτος και στο τέλος τεκίλα. Ο δικός μου φαίνεται δεν αντέχει άλλο και θέλει να πάμε για ύπνο. Ο παππούς και ο θείος τότε μου λένε:

-    Παππούς: Χριστινάκι άσε εγγονούλα μου το αγόρι σου να πάει για ύπνο και έλα κάθισε μαζί μας.

-    Δε μπορώ παππού, είμαι κι εγώ ψόφια και αύριο έχουμε άλλο ταξίδι να κάνουμε.

Παίρνω το αγόρι μου και πάμε να μείνουμε στον ξενώνα. Βάζω το δικό μου να ξαπλώσει κομμάτια με την βοήθεια του μπαμπά, ετοιμάζομαι κι εγώ για το κρεβάτι, βγάζω το τζινάκι μου και το μπλουζάκι και βάζω ένα αεράτο παρεό λόγω ζέστης και προτού προλάβω καν να ξαπλώσω, δέχομαι ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι μου. Δεν ξέρω πόσες ώρες είχαν περάσει αλλά πάλι ξύπνησα βράδυ. Το λαμπατέρ δίπλα στο κομοδίνο ήταν αναμμένο. Βρισκόμουν μπρούμυτα στο κρεβάτι δίπλα στο κοιμισμένο αγόρι μου. Προσπάθησα να μιλήσω μα στο στόμα μου βρίσκονταν ποσότητες από σπέρμα. Το έφτυσα μεμιάς βήχοντας. Κατόπιν γύρισα να κοιτάξω πίσω μου και αυτό που είδα με σόκαρε. Ο κώλος ήταν κόκκινος με αποτυπώματα χεριού πάνω! Μα το χειρότερο δεν ήταν αυτό. Η κωλοτρυπίδα μου είχε ανοίξει, είχε ξεχειλώσει και ήταν γεμάτη χύσια.

Με το που κινήθηκα λίγο ήρθε και ο πόνος. Το κωλάντερο μου πονούσε μέχρι μέσα βαθιά. Δε μπορούσα να πιστέψω πως κάποιος με είχε βιάσει από πίσω. Γύρισα ανάσκελα και η φρίκη συνεχίστηκε. Τα στήθη μου ήταν γυμνά γεμάτα δαγκωματιές και αμυχές, οι ρώγες μου κατακόκκινες. Το αιδοίο μου ήταν και αυτό ερεθισμένο. Τα μάτια μου είχαν γουρλώσει από τον τρόμο. Δεν ήταν δυνατόν αυτό που συνέβαινε. Ποιος μπορεί να το έκανε αυτό; Σαν απάντηση στην ερώτηση μου η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ο μπαμπάς μου. Ήταν γυμνός, το πέος του ήταν όρθιο και τεράστιο. Έμεινα κοκαλωμένη. Στο χέρι του κρατούσε ένα τενεκεδάκι μπίρα. Ήπιε μια γουλιά και το πέταξε κάτω.

-    Ωραία… ξύπνησες Χριστινάκι πουτανί, γιατί είχα βαρεθεί να σε πηδάω αναίσθητη.

Έμεινα να τον κοιτάω. Ήταν μεθυσμένος. Δεν το πίστευα ότι με βίασε με τον δικό μου ξαπλωμένο δίπλα και δεν πήρε κανείς χαμπάρι.

-    Ήρθες πριν με τον δικό σου τσουλάκι και με έφτιαξες πολύ. Με το κοντό τζινάκι και τα πρόστυχα κουνήματα σου με καύλωσες και έπρεπε να σε γαμήσω σήμερα.

-    Σε παρακαλώ μπαμπά, γιατί πάλι; Δε θα στο συγχωρέσω ποτέ.

Στεκόταν μπροστά στην πόρτα και δεν μ’ άφηνε να περάσω.

-    Σε παρακαλώ μπαμπά, άσε με να φύγω, πονάω και θέλω να πλυθώ, άσε με να περάσω και δε θα πω τίποτα θα το ξεχάσω.

-    Περίμενε λίγο Χριστινάκι, ένα τελευταίο άγγιγμα θέλω.

Μου είπε και με σκούντηξε στον τοίχο. Με το αριστερό χέρι άρχισε να μαλάζει τα στήθη μου ενώ με το άλλο χέρι με τράβηξε από τα μαλλιά και έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα μου. Το ίδιο χέρι κατέβηκε και άρχισε να χουφτώνει άγαρμπα τον κώλο μου. Σταμάτησε να με φιλάει και με το που πήγα να τον παρακαλέσω, με κόλλησε με την μάπα στον τοίχο και μου έχωσε το σκληρό του πέος στον κώλο μου μέχρι μέσα.

-    Τι περίμενες ότι θα σ’ άφηνα χωρίς να φας και άλλο πούτσο μωρή καριόλα;…

είπε και άρχισε να με σφυροκοπάει. Το κάθαρμα με είχε στήσει στον τοίχο και με βίαζε από πίσω. Άρχισε να μου σφίγγει τις ρώγες και να μου ψιθυρίζει:

-    Θα σε κάνω εγώ πουτάνα! Θα φωνάζω άτομα να σε ξεκωλιάζουν σε καθημερινή βάση και θα μαζεύω λεφτά. Πουτάνα θα σε κάνω κορούλα μου…

και λέγοντας το αυτό έχυσε άλλη μια φορά καυτό σπέρμα βαθιά στον κώλο μου. Μ’ άφησε να φύγω έπειτα. Έφτασα στην πόρτα βγήκα και κοίταξα έξω. Σκοτάδι. Φτάνω στα σκαλοπάτια και κατεβαίνω κάτω. Πηγαίνω μέχρι το μπάνιο να πλυθώ και με πιάνουν τα δάκρυα όταν ένα χέρι με γράπωσε από τα μαλλιά και με πέταξε στα γόνατα. Ήταν ο Θείος, με σέρνει μέχρι το σαλόνι όπου ήταν ο παππούς και με αναγκάζει να τον δω στα μάτια. Με φτύνει στο πρόσωπο και στο στόμα και καθώς πονάω και ανοίγω το στόμα μου το χοντρό πέος του θείου μου χάθηκε μέσα στο λαρύγγι μου και άρχισε να μου γαμάει το στόμα. Τον νιώθω στο βάθος του λαιμού μου. Προσπαθώ να τραβηχτώ και να ανασάνω αλλά αυτό τον εκνευρίζει μου πιάνει και κλείνει την μόνη δίοδο για οξυγόνο και μου γαμάει άγρια το στόμα. Το χέρι του με σπρώχνει και με τραβάει από τα μαλλιά με σέρνει στον πάνω όροφο πάλι και μας ακολουθεί ο παππούς. Μπαίνουμε πάλι στο δωμάτιο που κοιμάται το αγόρι μου και κάθεται ο θείος στο κρεβάτι και με αναγκάζει να τον ξανατσιμπουκώσω.  Βλέποντας ότι δεν κάθομαι καλά, με αρπάζει από τα μαλλιά και μου ρίχνει μερικά χαστούκια με δύναμη στο πρόσωπο που με ζάλιζαν και τον ξαναβάζει στο στόμα μου.

-    Θα σε βιάσουμε δίπλα στο αγόρι σου. Δε θα πεις τίποτα βρωμιάρα, γιατί θα φας πολύ ξύλο.

-    Όχι, όχι σας παρακαλώ, όχι, όχι... μη....

άρχισα να του λέω εγώ. Αυτός με κράταγε από τα μαλλιά πάνω, σαν αλογοουρά και είχε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στο πρόσωπο. Ήμουν σκυμμένη στα όρθια με τον κώλο τούρλα και πάλευα να μη μου γαμήσει το στόμα. Ο πούτσος του ήταν καυλωμένος και μεγάλος μπροστά μου και μύριζε ιδρωτίλα. Απείχε ελάχιστα από το στόμα μου.

-    Όχι, μη μου το κάνεις αυτό Θείε, όχι σε παρακαλώ...

του είπα και η φράση μου κόπηκε στη μέση καθώς ένιωσα πίσω μου δυο χέρια να μου αρπάζουν τα κωλομέρια και ένα σκληρό πούτσο να εισβάλει στο μουνί μου μέχρι μέσα. Είχα ξεχάσει ότι ήταν και ο παππούς στο δωμάτιο. Την ώρα που μου τον κάρφωσε άνοιξα διάπλατα το στόμα βγάζοντας ένα βογκητό και την ώρα εκείνη βρήκε ευκαιρία και ο θείος μου και μου έχωσε τον πούτσο του βαθιά πνίγοντας με. Ξαφνικά άρχισαν να με γαμάνε μαζί και δίπλα στο αγόρι μου το οποίο κοιμόταν. Αγχωμένη προσπαθούσα να μην κάνω θόρυβο και τον ξυπνήσω. Τι ντροπή. Οι δύο πούτσοι μπαινόβγαιναν μέσα μου ρυθμικά με βία και με γαμούσαν παράλληλα. Τα χέρια τους ήταν τραχιά και με χτυπούσαν παντού, Χούφτωναν τα βυζιά μου, τσιμπούσαν και τραβούσαν τις ρώγες και προσπαθούσα να μην ουρλιάξω και το καταλάβαιναν γι’ αυτό και μου φέρονταν έτσι. Μετά από λίγο ένιωσα το δάχτυλο του παππού στον κώλο μου, έκανα με το χέρι μου να τον διώξω και ο παππούς μου το έπιασε από τον καρπό και μου το σήκωνε προς τα πάνω, νόμιζα πως θα μου το σπάσει.

-    Ωραία, αφού δεν θέλεις να βάλω δάχτυλο δεν θα σου χαλάσω χατίρι.

Ένιωσα τα δάχτυλα του να φεύγουν από την τρύπα μου. Ανακουφίστηκα έως ότου ένιωσα την ψωλή του παππού να βγαίνει από το μουνί μου και να χώνεται στον κώλο μου. Έτσουξε, τα μάτια μου γούρλωσαν και δάκρυα πόνου άρχισαν να τρέχουν. Ο Θείος χαζογέλαγε  και με δύο σπρωξιές είχε μπει όλος ο πούτσος του μέσα και με σφυροκοπούσε έτσι όπως τρανταζόταν το σώμα μου και το κεφάλι μου χωνόταν ακόμα ποιο βαθιά στον πούτσο του θείου σχεδόν πνίγοντας με.  Με είχαν κάνει πουτάνα ο παππούς, ο θείος και ο μπαμπάς μου και με κάνανε πάσα ο ένας στον άλλον. Προσπάθησα να διώξω την σκέψη αλλά δε μπορούσα. Είχα ξεφτιλιστεί. Κοκκίνισα με δυο καυλιά να με ξεσκίζουν ασταμάτητα. Μετά από λίγο ένιωσα καυτό σπέρμα να χύνεται μέσα στον κώλο μου και καθώς εκσπερμάτιζε άρχισε να χαστουκίζει τα κωλομάγουλα μου με βία. Καθώς βογκούσα δυνατά με τον πούτσο του θείου στο στόμα, ένα δεύτερο κύμα σπέρματος μου γέμισε τα δόντια, τη γλώσσα και προσπάθησα να το καταπιώ καθώς δεν είχα περιθώριο για κάτι άλλο.  Έχυνε διαρκώς, νόμιζα πως δεν θα σταματήσει ποτέ. Έπειτα έβγαλε τον πούτσο του και με έφτυσε στην μάπα. Το σπέρμα έτρεχε απ’ τα χείλη μου, έφτανε στο πηγούνι και χυνόταν κάτω. Άρχισα να παίρνω βαθιές ανάσες. Ο παππούς από πίσω μου έφυγε από το δωμάτιο. Νόμιζα  πως θα έφευγε και ο θείος, όταν μου είπε:

-    Κάτσε μια στιγμή Χριστινάκι να καθαρίσω τον πούτσο μου και την κάνω.

Με έπιασε από τα μαλλιά, μου σήκωσε το κεφάλι και καθώς πήγα να του πω να με αφήσει, μου έχωσε για μια τελευταία φορά τον πούτσο στο στόμα, μέχρι μέσα.

-    Καθάρισε το μου καλά βρωμιάρα…

μου είπε και εγώ υπάκουσα. Πιπίλισα, ρούφηξα και τότε ξεκινάει να γελάει και μαζί του και η χρυσή βροχή. Με το χέρι του με κρατάει και το κάτουρο πηγαίνει απευθείας στο στομάχι μου και ήπια κάθε σταγόνα που είχε απομείνει, μέχρι που όταν τον έβγαλε ήταν πεντακάθαρος.

-    Έτσι μπράβο Χριστινάκι μου, εμείς αύριο το πρωί θα φύγουμε νωρίς για μπάνιο στην άλλη μεριά του νησιού, επομένως δε θα σε αποχαιρετούσαμε. Γι’ αυτό σε γαμήσαμε σήμερα για να μην μείνεις με το παράπονο κούκλα μου. Άντε κοιμήσου τώρα γιατί αύριο έχεις ταξίδι.

Μου είπε κι έφυγε. Σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο έξω από το δωμάτιο να κάνω ένα μπάνιο. Στη συνέχεια επέστρεψα στο δωμάτιο και καθάρισα όπως-όπως τα πάντα. Μην ξυπνήσει το αγόρι μου και μυριστεί τίποτα. Έπειτα ξάπλωσα δίπλα του και με πήρε ο ύπνος ενώ δάκρυσα από τη θλίψη μου.


Το επόμενο πρωί ξύπνησα κατά τις 10. Απόλυτη ησυχία. Το αγόρι μου ακόμα κοιμόταν, είχα εκνευριστεί μαζί του, από την μια χτες δεν ήθελα να ξυπνήσει και δει την κοπέλα του να γαμιέται σαν πουτάνα, από την άλλη ήλπιζα να ξυπνήσει και να με σώσει. Δεν τον ξύπνησα, τον άφησα, άλλωστε όταν ξυπνούσε θα ήταν με πονοκέφαλο. Ξεκίνησα να προχωράω στο διάδρομο όλες οι πόρτες ανοιχτές και κανένας πουθενά. Μάλλον έφυγαν από νωρίς όπως είπαν. Κατέβηκα την σκάλα και είδα τον κύριο Στέλιο, το μπαμπά του δικού μου να κάθεται στην κουζίνα και να πίνει τον καφέ του.

-    Καλημέρα, κύριε Στέλιο.

-    Καλημέρα, Χριστίνα μου. Κοιμήθηκες καλά?

Πηγαίνω στο ντουλάπι και τεντώνομαι να πάρω τα δημητριακά, τότε ένα χέρι με χαστουκίζει τον κώλο, κολλάει το χέρι του πάνω και συνεχίζει να με χουφτώνει. Προσπαθώ να τραβηχτώ και γυρνάω να του κάνω παρατήρηση. Το χαστούκι στο μάγουλο με ζαλίζει. Τον καρφώνω με τα μάτια μου.

-    Χριστίνα θέλω να σε γαμήσω.

Ο Κύριος Στέλιος, πατέρας του αγοριού μου. Δε μιλούσαμε ποτέ πολύ, τίποτα που να δικαιολογεί τέτοιο θράσος.

-    Αυτό που άκουσες, ξέρω ότι γαμιέσαι πολύ ωραία Χριστινάκι και θέλω κι εγώ να σε γαμήσω.

-    Τι λέτε κύριε Στέλιο, πάτε καλά;

-    Άστα αυτά πουτανίτσα, χτες στο καφενείο όταν μπήκα μετά από σένα είδα πόσους άντρες να καθαρίζουν τις ψωλές τους λες και μόλις είχαν γαμήσει. Και χτες το βράδυ ξύπνησα να πάω τουαλέτα και περνώντας από το δωμάτιο σου σε είδα τι έκανες. Εσύ μπρούμυτα ξαπλωμένη και ο μπαμπάς σου από πίσω να στον καρφώνει.

Με είδε την περίοδο που ήμουν ακόμα αναίσθητη και με γαμούσε ο μπαμπάς μου.

-    Μη κάνεις πως δεν ξέρεις για τι μιλάω Χριστίνα.

-    Δεν έχω ιδέα για τι μιλάτε.

-    Έλα που θα μου το παίξεις και παρθενοπιπίτσα τώρα.  Μετά την τουαλέτα ξάπλωσα και δεν με έπαιρνε ο ύπνος, άρχισα να τον παίζω και τότε σ’ ακούω που κολλάς στον τοίχο του δωματίου μου, επίτηδες να με ανάψεις ήθελες και έσκουζες έτσι σαν πουτάνα. Μην μου κάνει τώρα την ανήξερη πουτανάκι και κάτσε καλά να στο χώσω, πριν ξυπνήσει η γυναίκα μου και ο γιόκας μου. Θα σου αρέσει το παλούκι μου, είναι μεγάλο και χοντρό, θα το ευχαριστηθείς τέτοια πουτάνα που είσαι.

Με σπρώχνει, με γονατίζει και μου χώνει την ψωλή του στο στόμα.

-    Βρωμιάρα, μου ψιθυρίζει. Με προκαλείς επίτηδες μ’ αυτά που λες και θα τον φας και θα παρακαλάς να μην τελειώσει ποτέ.

Ξεκινάει να κουνάει το κεφάλι μου ενώ με κρατά σφιχτά από την ρίζα των μαλλιών μου με δύναμη. Νιώθω την ψωλή του να χάνεται στο στόμα μου ενώ με έχει γονατισμένη με πλάτη στον πάγκο της κουζίνας. Όταν χτυπάει το λαρύγγι σταματάει να με τραβάει προς τα έξω. Πνίγομαι, τα μάτια μου γουρλώνουν και ξεκινούν να δακρύζουν. Τον βγάζει έξω, προσπαθώ να πάρω κάποιες ανάσες όμως απευθείας τον χώνει ξανά. Με βρίζει αισχρά και με ξεφτιλίζει. Πόσο χαμηλά μπορώ να πέσω. Τι καριόλα είμαι και άλλα πολλά.

-    Σας παρακαλώ κύριε Στέλιο, σταματήστε με πονάτε.

-    Όταν σε πονούσαν χτες οι κωλόγεροι και ο πατέρας σου και απατούσες το γιόκα μου δεν σε πείραζε ε; Μη στεναχωριέσαι πουτάνα Χριστίνα θα φροντίσω ο γιός μου να σε παντρευτεί και όσο ζω θα σε ξεσκίζω όποτε θέλω. Θα σε γκαστρώσω.

-    Σας παρακαλώ δεν θέλω. Αφήστε με.

-    Θα σε γκαστρώσω παλιοπούτανο.

Ξαφνιάστηκε και ο ίδιος όταν άκουσε ένα χτύπημα στο παράθυρο πάνω από τον πάγκο της κουζίνας, ήταν ο χοντρός και απαίσιος γείτονας μας καραφλός. Από το διπλανό εξοχικό. Άνοιξε το παράθυρο ο Κύριος Στέλιος και ο γείτονας είπε:

-    Καλημέρα σας, Είναι μέσα κανείς άλλος;

-    Όχι πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω.

-    Δε σας γνωρίζω εσάς γι’ αυτό.

-    Είμαι ο πατέρας του αγοριού της Χριστίνας. Ήρθαμε χτες το βράδυ για διακοπές εδώ…

λέει ενώ ψάχνει το κεφάλι μου κάτω στο πάτωμα. Το βρίσκει και με τραβάει από τα μαλλιά και με οδηγεί στην ψωλή του. Κατεβάζει πάλι το φερμουάρ διακριτικά και τον βγάζει έξω. Τον χώνει στο στόμα μου και καθώς με μπουκώνει με κατουράει απευθείας στο στομάχι. Και εκνευρισμένος πιέζει με τους γοφούς του να έρθει πιο κοντά στον πάγκο και έτσι να χωθεί η ψωλή του πιο βαθιά στο στόμα μου και με πνίγει.

-    Μπορώ να μιλήσω με την Χριστίνα;…

ρωτάει ο γείτονας και ο Κύριος Στέλιος του απαντάει:

-    Δεν μπορεί είναι απασχολημένη τώρα.

-    Κοιτάξτε κύριε, θέλω απλά να μιλήσω με κάποιον από το σπίτι να δω ότι πράγματι δεν τρέχει τίποτα και θα φύγω.

-    Καλά Χριστιανέ μου τι φωνάζεις;

Έκανε νόημα στον γείτονα να έρθει από την πόρτα, ενώ έβαλε τον πούτσο του μέσα και μισό-έκλεισε το φερμουάρ του. Μόλις κινήθηκαν και οι δύο προς την πόρτα σηκώθηκα και σκουπίστηκα όσο καλύτερα μπορούσα. Πήρα ένα ποτήρι γάλα και μερικά μπισκότα και πήγα στο σαλόνι. Έκατσα στον καναπέ και ο κύριος Στέλιος άνοιξε την πόρτα. Αναρωτιόμουν που είχα μπλέξει πάλι. Εκεί που έβλεπα να γλυτώνω από τον ένα, έμπλεκα με τον άλλον. Άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο γείτονας. Κάθισε στον καναπέ αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα και πρόσεξα πως με κοιτούσε και ξεροέγλειφε ο αηδιαστικός. Ενώ ο Κύριος Στέλιος έκατσε δίπλα μου στον καναπέ.

-    Με συγχωρείτε για πριν, ονομάζομαι Βασίλης.

-    Δεν πειράζει, δε διακόψατε και τίποτα το σοβαρό. Εδώ συζητούσαμε με την Χριστίνα.

Μιλούσανε για εμένα λες και δεν ήμουν εκεί. Ο κύριος Στέλιος με τράβηξε να αράξω στην αγκαλιά του, δεν ήθελα, αλλά το έκανα σκεπτόμενη ότι δε θα κάνει καμία βλακεία και ο γείτονας θα φύγει. Άρχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και να μου χαμηλώνει το κεφάλι.

-    Δεν σας πειράζει να συνεχίσουμε αυτό που κάναμε πριν ενώ μιλάμε. Έλα Χριστίνα δείξε στον κυρ Βασίλη τι έκανες πριν…

και λέγοντας τα αυτά ξεκουμπώνει τη ζώνη και κατεβάζει το παντελόνι και το μποξεράκι και πετάει τον πούτσο του έξω, ακόμα σκληρός σαν πέτρα και τεράστιος. Ο γείτονας γούρλωσε τα μάτια του. Ο Κύριος Στέλιος είπε:

-    Ρούφα τον πούτσο μου. Καύλωσε το καλά γιατί θα σε ξεσκίσω μ’ αυτό το χοντρό εργαλείο. Θα σου πετάξω τα μάτια έξω βρωμοπούτανο. Ρε Βασίλη αυτή ρουφάει καλά.

Με ανάγκαζε να γλείφω με τη γλώσσα το καυλί του σα γλειφιτζούρι, ενώ με την άκρη του ματιού μου είδα τον κυρ Βασίλη να τον πετάει και εκείνος έξω και να  τον παίζει, δείχνοντας φανερά ότι απολάμβανε αυτό που έβλεπε.

-    Έτσι πνίξε τη με τον πούτσο σου. Την πουτανίτσα, που την έβλεπα κι εγώ χτες το πρωί στην αυλή να την γαμάνε και να την παίρνουν παρτούζα μπαμπάς, θείος και παππούς…

μας έλεγε ο κυρ Βασίλης, και ακούγοντας τον ο Κύριος Στέλιος, με άρπαξε ξανά από το κεφάλι και με κάρφωσε με δύναμη στο καυλί του. Δε μπορούσα να αναπνεύσω. Η μύτη μου κόλλησε στην κοιλιά ανάμεσα στις τρίχες του. Πίεσε το κεφάλι μου και το άφησε εκεί για κάμποση ώρα μουγκρίζοντας από ηδονή μέχρι που άρχισα να παλεύω για αέρα. Χαλάρωνε λίγο τη λαβή του, έπαιρνα μια βαθιά ανάσα και ξανά το ίδιο. Αυτό κράτησε για λίγη ώρα ενώ ο κυρ Βασίλης συνέχιζε να τον παίζει με το ένα χέρι και με το άλλο να τραβάει βίντεο  και φωτογραφίες με το κινητό του και να σχολιάζει:

-    Ρούφα τον όλον παλιοπουτάνα.

-    Έτσι… θα σου γαμήσω και τον κώλο βρωμιάρα...

μου εξήγησε ενώ μου έχωνε μέχρι την ρίζα τον πούτσο του στο στόμα. Ο κυρ Βασίλης συνέχισε να χαϊδεύεται και να τον παίζει ενώ είπε:

-    Έλα να γλύψεις και τον δικό μου πούτσο βρωμιάρα.

Δεν ήθελα να υπακούσω. Με τράβηξε απ’ τα μαλλιά ο κύριος Στέλιος και μου έδειξε τον κυρ Βασίλη. Σηκώθηκε από τα νεύρα του ο κυρ Βασίλης που δεν υπάκουσα και με κλώτσησε στο στομάχι.

-    Σε καυλώνει ο βιασμός και η αγριάδα καργιολίτσα έτσι; Έλα που θα σε γαμάω μέχρι τα βαθιά γεράματα πλέον καριόλα. Θα περάσουμε καλά οι δύο μας. Από τότε που πάτησες τα δεκατρία ήθελα να σε ξεμουνιάσω, αλλά φοβόμουν μην πάω φυλακή. Τώρα που ξέρω τι πορνίδιο είσαι δε θα χάσω ευκαιρία.

Ήρθε ο κύριος Στέλιος και με σήκωσε στην αγκαλιά του πάνω στον καναπέ. Άνοιξε τα πόδια μου και έκατσα πάνω στο καυλί του με το στήθος μου να βλέπει στο πρόσωπό του. Ο ίδιος οδήγησε τον πούτσο του στην τρύπα μου. Κάθισα σιγά – σιγά και νιώθοντας το πουτσοκέφαλο να μπαίνει μέσα μου. Ακόμα πονούσα από χτες και έτσι προσπάθησα να μπω εκατοστό – εκατοστό αλλά αυτός σήκωσε τη λεκάνη του απότομα και τον κάρφωσε με μία κίνηση μπαίνοντας όλος μέσα μου. Η κραυγή μου δεν πρόλαβε να ακουστεί καθώς ο κυρ Βασίλης τον έχωσε στο στόμα μου. Δεν τον ένοιαζε αν ακουστούμε. Με άρπαξε από τη μέση και με ανεβοκατέβαζε με γρήγορους ρυθμούς πάνω στο καυλί του. Ανάπνεε βαριά και μου έλεγε:

-    Πόσο καύλα είσαι Χριστινάκι; Θέλω να σε ξεσκίσω.

Εγώ προσπαθούσα να μη φωνάξω απ’ τον πόνο. Ο κυρ Βασίλης είχε καυλώσει πολύ. Άρχισε να επιταχύνει κι εκείνος και να με τραβάει από τα μαλλιά σκληρός σαν πέτρα, και μου λέει:

-    Θέλω να σε γαμήσω Χριστίνα. Σε βλέπω θες να με ξεκάνεις με το στοματάκι σου. Γρήγορα καριόλα να ξεμπερδεύεις…

ενώ την ίδια στιγμή ο Κύριος Στέλιος άρχισε να μου δαγκώνει και να τραβάει με τα δόντια του τις ρώγες μου.

-    Έχω καυλώσει μ’ αυτό το σωματάκι που έχει η Χριστίνα. Χωσ’ τον στον κώλο της Βασίλη. Είναι μήπως γκόμενα μου; Για να τη γαμήσουμε είναι εδώ. Κάνε ότι θες…

λέει ο κύριος Στέλιος ενώ περνάει το χέρι του από πίσω μου, δίνει χαστούκια στα κωλομάγουλα και με ακούει που βογκάω από τον πόνο και με αποκαλεί τσουλάκι. Με συγχρονισμένη κίνηση χαστουκίζει και τα δύο μου κωλομάγουλα. Ο Κυρ Βασίλης δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα. Ήρθε πίσω μου και μου τον κάρφωσε με δύναμη στον κώλο μέσα. Καθόμουν στον πούτσο του κύριου Στέλιου και με γαμούσε τον κώλο ο κυρ Βασίλης. Με γαμούσαν με αυτό τον τρόπο για αρκετή ώρα. Κάποια στιγμή ο Κυρ Βασίλης έσκυψε πλησιάζοντας το στόμα του στο αυτί μου και μου λέει:

-    Χύνω πουτανάκι μέσα σου…

-    Σας παρακαλώ κύριε Βασίλη μην με ξεφτιλίζετε έτσι!

Παρακούει τα παρακαλετά μου και τελειώνει μέσα μου, με δύναμη και νιώθοντας το μουνάκι μου να πιέζει και να σφίγγει την ψωλή του κύριου Στέλιου χύνει κι εκείνος μέσα μου. Σηκώνομαι, προσπαθώ να καθαριστώ ενώ από το μουνάκι μου τρέχει ένα μείγμα ψωλοχύματος και μουνοχύματος. Με παρακολουθούν ενώ αράζουν με τις πούτσες τους να στάζουν. Φεύγω και πάω και πλένομαι. Την ώρα που κάνω μπάνιο, ένα χέρι με αγγίζει και τρομάζω, γυρνάω και είναι το αγόρι μου. Με φιλάει και με καλημερίζει. Κάνουμε ντουζάκι αγκαλιά και βγαίνουμε να ετοιμαστούμε για το ταξίδι μας.

Μετά από δύο ώρες προετοιμασίας και πακεταρίσματος μπήκαμε σε ένα φορτωμένο αμάξι. Πίσω το αγόρι μου και η μητέρα του και μπροστά εγώ με τον κύριο Στέλιο. Στη διαδρομή και καθώς οδηγούσαμε, οι μπροστινές θέσεις με τις πίσω δεν είχαν καμία επαφή. Δε μπορούσα να δω πίσω τι κάνουν και εκείνοι εμάς. Κάποια φάση ο Κύριος Στέλιος καθώς οδηγούσε μου είπε:

-    Γυμνάζεσαι Χριστίνα έμαθα από τον γιο μου.

-    Ναι κύριε Στέλιο ασχολούμαι με πολλά αθλήματα από μικρή ηλικία.

-    Και έχεις και πολύ γυμνασμένα πόδια βλέπω από την κολύμβηση ίσως.

Και καθώς το λέει αυτό μου πιάνει το αριστερό μπούτι και το χαϊδεύει. Μου κάνει νόημα και μου σιγοψιθυρίζει:

-    Χριστινάκι απάντα, Μην νομίζουν οι πίσω ότι τρέχει τίποτα. Κουβεντούλα κάνουμε άλλωστε.

-    Ε... ναι. Είναι επειδή γυμνάζομαι κύριε Στέλιο.

-    Φαντάζομαι μόνο.... τι ανοίγματα κάνεις...

και μου τραβάει το μπούτι ανοίγοντας μου τα πόδια ξεδιάντροπα και κοκκινίζω από ντροπή. Μου πιάνει το μουνί ξεδιάντροπα και μου ψιθυρίζει:

-    Σ’ αρέσει καργιολάκι που σου πιάνει το μουνάκι ο πατέρας του φίλου σου; Να νιώθεις έρμαιο στα χέρια μου;

Τραβάει το χέρι του, πιάνει το δικό μου και το φέρνει πάνω στο παντελόνι του ενώ ξεκουμπώνει το φερμουάρ.

-    Χριστίνα πες μου, έχεις πιάσει ποτέ τον λεβιέ ταχυτήτων; Έλα πιασ’ το δεν είναι κάτι δύσκολο όταν σου πω αλλάζεις στον αριθμό που βλέπεις.

-    Δεν χρειάζεται Κύριε Στέλιο τώρα να ξέρω…

λέω ενώ τραβιέμαι αλλά ο κύριος Στέλιος βγάζει τον πούτσο του έξω και μου τον δίνει στο χέρι και μου λέει:

-    Χριστίνα έτσι πιασ’ το γερά μη σου φύγει. Γιατί με μια λάθος κίνηση μπορεί να πάθουμε τίποτα.

-    Κύριε Στέλιο μην επιμένετε…

λέω ενώ αφήνω τον πούτσο από το χέρι μου και πάω να το τραβήξω. Τότε ακούγεται από πίσω η μητέρα του αγοριού μου:

-    Έλα Χριστίνα, σιγά… δεν είναι κακό να ξέρεις, ποτέ δεν ξέρεις που θα χρειαστεί…

και μου βάζει ξανά το χέρι στον πούτσο του ενώ μου τραβάει την μπλούζα κάτω και πετάγονται τα βυζιά μου έξω. Εδώ να πω ότι φοράω μαγιό και από πάνω μια φούστα μέχρι το γόνατο και ένα μπλουζάκι στράπλες.

-    Ωραίες βυζάρες Χριστινάκι…

Ψιθυρίζει, μου χαϊδεύει το στήθος και από ‘κει το μπούτι και το χέρι του χάνεται ανάμεσα στα πόδια μου. Με βλέπει που προσπαθώ να μαζευτώ νευριάζει και κουνάει τους γοφούς του για να του τον παίζω καλύτερα με το χέρι ενώ λέει:

-    Έλα Χριστινάκι, μην αντιστέκεσαι.

Σταματάμε σε ένα φανάρι, γυρνάει και μου ρίχνει μια μπουνιά στο στομάχι. Λυγίζω από τον πόνο στα δύο. Μ’ αρχίζει στα χαστούκια, αλλά αυτά δεν ακούγονται γιατί έχει βάλει τη μουσική στο διαπασών. Με πιάνει από τον λαιμό και προσπαθεί να με κατεβάσει στον πούτσο του. Όταν βλέπει ότι ακόμα αντιστέκομαι με σφίγγει λίγο τον λαιμό και με κατεβάζει με δύναμη. Τον βγάζει και τον παίζει μπροστά στο πρόσωπο μου.

-    Ωχ με πονάς κύριε Στέλιο, πονάει το κεφάλι μου.

-    Σκάσε βρώμα της κοινωνίας.

Μου ρίχνει μια μπουνιά στα πλευρά, ανοίγω το στόμα μου να φωνάξω και βρίσκει ευκαιρία να μου τον χώσει βαθιά. Ενώ το δεξί του χέρι το βάζει μέσα στο παντελόνι μου και γραπώνει με μανία τον κώλο μου. Βάζει μπρος ξανά και μου ψιθυρίζει:

-    Ήθελα να σε γαμήσω από πέρυσι που μας γνώρισε ο κανακάρης μου που ήρθες για δείπνο. Τρώγαμε όλοι μαζί και όταν σηκωνόσουν κοίταζα την πλαδαρή κωλάρα σου.

Με πίπωσε εκεί και με έχυσε μέσα στο στόμα μου. Μου κράτησε το κεφάλι δυνατά όταν με έχυνε και με ανάγκασε να τα καταπιώ όλα. Σκούπισα κάτι υπολείμματα που είδα στο καθρεφτάκι και φτάσαμε στον προορισμό μας. Ανέβασα το μπλουζάκι και κατέβασα τη φούστα. Βγήκα έξω με το αγόρι μου και ο κύριος Στέλιος και η γυναίκα του μας βοήθησαν να ξεφορτώσουμε τα πράγματα. Πρώτος κατέβηκε στην παραλία ο δικός μου με τη μάνα του για να ελέγξει το μέρος που θα μέναμε. Τα παιδιά είχαν μαζευτεί ήδη και είχαν ανάψει φωτιά. Ο κύριος Στέλιος ήρθε και μου γράπωσε βίαια τα κωλομέρια λέγοντας:

-    Αχ… τσουλάκι, με καυλώνει το σωματάκι σου. Γαμώ τη χοντροκωλάρα σου.

Μου τράβηξε την φούστα κάτω και μ’ άρχισε στα χαστούκια. Έπειτα με γονάτισε μπροστά του και μου τον έδωσε στο στόμα ενώ στεκόταν πίσω από το αμάξι. Ανέβηκε πάνω στο λόφο που ήταν παρκαρισμένο το αμάξι ένας απ’ τους φίλους του δικού μου ο Άγγελος. Είδε τον κύριο Στέλιο και του είπε:

-    Ε… κύριε Στέλιο οι σκηνές είναι πίσω;

-    Ναι Άγγελε παρ’ τες αν θέλεις.

-    Η Χριστίνα που είναι;

-    Πήγε να κατουρήσει νομίζω...

και ξαφνικά άρχισε να κατουράει και να με αναγκάζει να τα καταπιώ όλα

-    Μην έρθεις προς τα εδώ Άγγελε γιατί κατουράω αγόρι μου οκ;

-    Ναι κύριε Στέλιο κανένα πρόβλημα, τις σκηνές ήρθα να πάρω άλλωστε…

είπε ο Άγγελος, πήρε τις σκηνές κι έφυγε. Τραβήχτηκα και έφτυσα όσα μπορούσα. Ο κύριος Στέλιος πήρε μερικά πράγματα που είχαν μείνει κι εγώ μερικά δικά μου κατεβήκαμε κάτω. Τα παιδιά ήδη μας είχαν στήσει τη σκηνή. Ο κύριος Στέλιος και η σύζυγός του μας αποχαιρέτησαν κι έφυγαν. Ο Άγγελος είπε:

-    Αύριο κάποιος θα πρέπει να πάει στο χωριό με το αμάξι μου και να πάρει προμήθειες, κρέατα, αλκοόλ, κάρβουνα κι άλλα πολλά.

-    Θα το κανονίσουμε το πρωί αυτό…

είπε ο δικός μου και έπειτα μπήκαμε στην σκηνή να κοιμηθούμε. Δεν ξέρω για το αγόρι μου εγώ πάντως ήμουν ψόφια και τον ύπνο τον ήθελα πολύ.



Copyright protected OW ref: 120459