Πονηρές περιπέτειες (3ο μέρος): Η επόμενη μέρα

Δημοσιεύθηκε από Christina25
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.36 (18 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Πονηρές περιπέτειες (2ο μέρος): Οικογενειακή συνάντηση

Πριν 2 μήνες, όταν ετοιμαζόμασταν για εξεταστική, κανονίζαμε το καλοκαιρινό μας πρόγραμμα εγώ με το αγόρι μου. Θέλαμε να είναι κάτι ιδιαίτερο μιας και ήταν το καλοκαίρι που θα του έδινα την παρθενιά μου. Όπως κάθε καλοκαίρι εγώ με την οικογένεια μου θα επισκεπτόμασταν τους παππούδες μας στο εξοχικό στη Θάσο. Έπειτα από λίγο καιρό θα ερχόταν για ένα σαββατοκύριακο ο δικός μου με τους γονείς του και μετά εκείνοι θα έφευγαν για Τουρκία και εγώ με το αγόρι μου θα πηγαίναμε για ελεύθερο κάμπινγκ μαζί με την αντροπαρέα του και τα κορίτσια τους σε μια απομονωμένη παραλία που είχαμε σταμπάρει.

Φυσικά έγινε ότι έγινε τις τελευταίες μέρες, με το μπαμπά μου, το θείο μου και τον παππού μου και μετά τα περιστατικά της προηγούμενης μέρας, ξύπνησα ανανεωμένη με την ελπίδα ότι όλα ήταν ένας χαζός εφιάλτης. Ιδιαίτερα χαρούμενη καθώς σήμερα θα έρχονταν το αγόρι μου με την οικογένεια του.

Κατέβηκα κάτω και δεν ήταν κανένας στο σπίτι, έκανα ένα πρόχειρο καφέ και πήρα μερικά τσιγάρα από το πακέτο του θείου που ήταν παρατημένο εκεί. Μ' αυτά που πέρασα ακόμα και αν δεν κάπνιζα, έπρεπε τώρα να το ξεκινήσω. Απ’ το παράθυρο, πρόσεξα το μπαμπά και τον παππού μου στο τραπέζι στην αυλή να πίνουν τσίπουρα ενώ ο θείος μου είχε ανάψει κάρβουνα για ψήσιμο. Δεν ήθελα να βγω έξω. Αποφάσισα να βγω στην πίσω αυλή και να αράξω να ηρεμήσω. Θα προσπαθούσα να τους αποφύγω μέχρι να έρθουν οι υπόλοιποι.

Μια φωνή με έκανε να ανατριχιάσω όταν είδα τον μπαμπά μου να έρχεται στην πίσω αυλή και να λέει:

-    Χριστίνα, κοριτσάκι μου καλημέρα. Γιατί κάθεσαι εδώ πίσω και δεν έρχεσαι μπροστά με τον θείο σου και τον παππού;

Με κοιτούσε λες και τα γεγονότα από χτες δεν έγιναν ποτέ. Λες και ήταν όλα ένας εφιάλτης, ένας εφιάλτης που δεν νομίζω πως είχα ποτέ την φαντασία να τον φανταστώ.

-    Θέλω λίγο να κάτσω μόνη μου μπαμπά να ηρεμήσω.

-    Γιατί κοριτσάκι μου τι έχεις; Δεν είσαι καλά; Ίσως γιατί παρακοιμήθηκες από χτες τ' απόγευμα.

Χτες το απόγευμα; Τα έλεγε και τα πίστευε; Ήταν δυνατόν εγώ να τα ‘χω ονειρευτεί όλα αυτά; Να μην ήταν τίποτα αλήθεια; Σηκώθηκα και τον ακολούθησα μπροστά στο τραπέζι. Με έβαλαν να κάτσω ανάμεσα στον μπαμπά και στον παππού στο τραπέζι. Πήγα έκατσα πολύ αγχωμένη και με τρεμάμενη φωνή ρώτησα:

-    Η μαμά, η θεία, η γιαγιά και τα ξαδέρφια που είναι;

-    Πήγαν θάλασσα αγάπη μου, δεν ήθελαν να σε ξυπνήσουν. Καλά εσύ τρέμεις γλυκιά μου έχεις κάτι;

Ο μπαμπάς μου χάιδευε το πόδι, χαιρόμουν και σκεφτόμουν πως ίσως ναι να είχα δίκιο τίποτα δεν ήταν πραγματικότητα. Ο μπαμπάς χάιδευε το πόδι μου και ο παππούς το κεφάλι μου από πίσω χαριτωμένα. Άκουγα τον παππού που συζητούσε με τον μπαμπά ενώ εγώ έπινα τον καφέ και κοιτούσα τον μπαμπά:

-    Τι έχει η εγγονούλα μου γιατί είσαι έτσι;

-    Δεν ξέρω πατέρα μπορεί επειδή κοιμόταν από χτες το απόγευμα να ζαλίστηκε, επόμενο είναι αν κοιμάσαι τόσες πολλές ώρες αγάπη μου.

-    Καλά ρε εγγονούλα μου τον καφέ έτσι σκέτο τον πίνεις;… θα σε χτυπήσει στο κεφάλι.

-    Δεν πειράζει παππού ας με χτυπήσει…

είπα και έκανα να γυρίσω το κεφάλι μου προς εκείνον και η βαριά χοντρή πούτσα του χτύπησε στο πρόσωπο μου ενώ συνέχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά μου είπε:

-    Αχ εγγονούλα μου, μόλις σε είδα μου σηκώθηκε πάλι, Χριστινάκι πουτανίτσα μου καλή, βοήθησε τον παππού σου και θα σου δώσει γαλατάκι μετά για τον καφέ σου μπόλικο.

-    Δε θέλω.

-    Καλά ρε Χριστίνα, ο παππούς σου ζητάει να τον βοηθήσεις γιατί φέρεσαι έτσι;

Με μιας με αρπάζει απ’ τα μαλλιά ο πατέρας μου και φτύνει μέσα στο στόμα μου. Ο παππούς με αρπάζει απ’ τα μαλλιά και με πιπώνει άγρια. Καθώς με πίπωνε τον δάγκωσα και βγήκε απότομα από μέσα μου.

-    Αχ την πουτάνα, με δάγκωσε η καριόλα.

-    Τι έκανε λέει η πουτάνα;…

είπε ο Θείος, που πήρε την σπάτουλα που έκανε τα κάρβουνα και έκαιγε. Ήρθε μου κατέβασε απότομα το σορτσάκι και με έσπρωξε στο τραπέζι. Εκεί με άρχισε στα χαστούκια με τη σπάτουλα και πονούσα, καιγόμουν ολόκληρη. Ο παππούς ξανακαύλωσε με το θέαμα και ήρθε και με τράβηξε από το μαλλί στο χώμα κάτω. Έπεσε ανάσκελα ο θείος μου και με έβαλε να κάτσω πάνω στο καυλί του με χαστούκια. Ο Παππούς ήρθε πίσω μου και τον ακούμπησε στην κωλοτρυπίδα μου. Άρχισε να σπρώχνει, από τη δυσκολία κατάλαβε ότι σφιγγόμουν.

-    Έλα εγγονούλα μου, χαλάρωσε την τρύπα σου να στην σκίσω…

και αμέσως άρχισε να μου ρίχνει με μανία κωλοσκάμπιλα πάνω στα σημάδια από το κάψιμο της σπάτουλας που έτσουξαν πάρα πολύ.

-    Αχ... πονάω, μη σας παρακαλώ!

-    Σκάσε μαλακισμένη πόρνη…

λέει ο μπαμπάς μου και με μια κίνηση ο χοντρός πούτσος του μπαμπά χάνεται στην κωλάρα μου.

-    Μη! Σας Παρακαλώ, πονάω!

Τότε ο μπαμπάς μου βουλώνει το στόμα με την ψωλή του και με μπουκώνει όσο περισσότερο μπορεί.

-    Σκάσε μωρή καριόλα κορούλα. Σκάσε γαμώτο θα μας ακούσουν οι γείτονες. Σκάσε πουτάνα αλλιώς θα σε ματώσουμε πορνίδιο του κερατά.

Τότε άρχισε να μου σφυροκοπάει το στόμα με δυνατές και κοφτές κινήσεις και ένιωθα ότι θα κάνω εμετό. Κάποια στιγμή αρχίζω και νιώθω κάτι υγρό να τρέχει στον λαιμό μου, με κατουρούσε.

-    Κατάπιε μωρή ξεφτίλα! Προσωπική μου τουαλέτα θα σε κάνω πουτανάκι. Έτσι, έτσι να γεμίσει το στομαχάκι σου με μπόλικο κάτουρο.


Ο παππούς και ο θείος συνέχιζαν να με σφυροκοπούν δυνατά με τις ψωλάρες τους ενώ ξαφνικά χτύπησε το κινητό μου. Το παίρνει ο μπαμπάς μου από το τραπέζι και το σηκώνει ενώ τους κάνει νόημα να μην κάνουν φασαρία.

-    Α γεια σου μικρέ, το αγόρι της κόρης μου δεν είσαι;

-    Καλημέρα σας, η Χριστίνα είναι εκεί; Μου είπε να έρθω στο νησί για μερικές μέρες και δεν ξέρω ακριβώς που είναι το εξοχικό.

-    Που είστε τώρα; Αν είναι να έρθει κάποιος να σας δείξει το δρόμο για το εξοχικό να ετοιμάσουμε δωμάτιο για εσάς…

του έλεγε ενώ η πούτσα του ήταν χωμένη στο λαρύγγι μου. Δεν το πίστευα αυτό, προσπαθούσα να σφιχτώ να κρατηθώ να μην ουρλιάξω και γίνω ρεζίλι στο τηλέφωνο. Όσο σφιγγόμουν τόσο ποιο στενή γινόμουν και αυτό τους έφτιαχνε τους ανώμαλους.

-    Έρχομαι με τους γονείς μου, αλλά θα μείνουμε σε ένα ξενοδοχείο εκεί κοντά. Σε λίγο φτάνουμε στο χωριό.

-    Ανοησίες μικρέ θα έρθετε να μείνετε με εμάς.

-    Δε θέλουμε να σας βάλουμε σε μπελάδες τώρα.

Και ο πατέρας μου με πιάνει από τα μαλλιά και με κοπανάει με δύναμη ενώ αγριεύει και λέει:

-    Μην κουνιέσαι κορούλα μου θα σε κάνω χάλια.

-    Μπορώ να μιλήσω λίγο με την κοπέλα μου κύριε...

-    Όχι τώρα δεν μπορείς είναι μπουκωμένη...

έλεγε, ενώ πράγματι ήμουν μπουκωμένη με τις ψωλές τους από κάθε τρύπα βαθιά μέχρι τον πάτο.

-    Τι εννοείτε μπουκωμένη;

-    Ε να είμαστε στην παραλία και τρώει χοτ ντογκ και μπουκώθηκε γι' αυτό.

-    Να μην ξεχάσει αντηλιακό να βάλει πείτε της γιατί συνέχεια το ξεχνάει και όταν πάμε μαζί παραλία.

-    Μην αγχώνεσαι, 3 άντρες εγώ ο παππούς και ο θείος της, της δίνουμε τα αντηλιακά μας τώρα να μην καεί.

Άρχισα να μουδιάζω. Ο μπαμπάς μου κλείνει το κινητό και το πετάει στο τραπέζι. Ακούω τον παππού που χτυπιέται και βαριανασαίνει και τρέμοντας λέει:

-    Θα σου χύσω το κωλάντερο βρωμοπούτανο, θα στο γεμίσω με αντηλιακό να μην καείς ποτέ σου πουτάνα εγγονή μου. Χύνω! Παρ’ τα γαμημένη Χριστίνα, έτσι πουτανάκι, στην σφιχτή κωλάρα σου μέσα βαθιά. Αχ...
 
Και ο Θείος την ίδια στιγμή το ίδιο:

-    Θα σε γκαστρώσω ξεφτιλισμένη πόρνη. Θα σε γκαστρώνουμε μια ζωή να πάει να στα μεγαλώσει ο κερατάς σου πουτάνα.

Τότε και ο μπαμπάς με πιάνει από τα αυτιά με τόση δύναμη που νόμιζα ότι θα μου τα ξεριζώσει και μου τον χώνει όσο πιο βαθιά γίνεται, και τα αρχίδια μέσα και λέει:

-    Παρ' τα κορούλα μου! Πιες το γαλατάκι σου μωρό μου! Έτσι σε γεμίσαμε από παντού ξεφτυλόμουνο.

Μετά βγήκαν όλοι από μέσα μου και ντύθηκαν πρόχειρα. Ο μπαμπάς έκατσε στο τραπέζι και ο θείος πήγε να ψήσει ενώ ο παππούς έφυγε να πλυθεί για να φέρει το αγροτικό που είχε παρκαρισμένο από πίσω. Ο μπαμπάς μου άναψε τσιγάρο και είπε:

-    Άντε Χριστίνα άσε τα δάκρυα τώρα, σήκω πάνε πλύσου μην σε δουν μέσα στα χάλια ο δικός σου και οι γονείς του.

-    Αφήστε με.

-    Τι είπες;

Τι άλλο θέλουν από μένα; Είχα κουλουριαστεί στο γρασίδι και έκλαιγα. Γιατί το κάνουν αυτό αναρωτιόμουν ξανά και ξανά μέσα μου. Σηκώθηκα και πήγα μέσα να πλυθώ και να ετοιμαστώ. Ο μπαμπάς μου με ακολούθησε καθώς είδε από μακριά τους υπόλοιπους να έρχονται από την παραλία με τα πόδια. Έρχεται πάνω στο μπάνιο που ήμουν και ανοίγει την πόρτα. Με βλέπει στην τουαλέτα που προσπαθούσα να ξεπλύνω και να βγάλω τα χύσια από μέσα μου στην τουαλέτα.

-    Φρόντισε να καθαριστείς καλά γιατί έρχονται οι υπόλοιποι από την παραλία, ναι κορούλα μου;

Δεν του είπα τίποτα, ήμουν θυμωμένη, όποτε ήθελε με αποκαλούσε κορούλα του και όποτε δεν ήθελε με έλεγε πουτάνα γαμημένη.

-    Γιατί δεν μου μιλάς αγάπη μου καλή;

-    Γιατί είμαι θυμωμένη μαζί σας.

-    Γιατί μωράκι μου καλό;…

λέει ενώ έρχεται και μου χαϊδεύει το κεφάλι.

-    Ρωτάς το γιατί; Πρώτα με βιάζει ο θείος, μετά με εκμεταλλεύεται ο ίδιος μου ο πατέρας και μετά με χρησιμοποιείτε όπως θέλετε όλοι σας.

ΣΛΑΠ! Τρώω ένα χαστούκι στο πρόσωπο. Με σπρώχνει και κάθεται στην τουαλέτα με τραβάει και με βάζει να κάτσω στην αγκαλιά του, ο πούτσος του βαρύς ακουμπάει πάνω στην κοιλιά μου.

-    Σου έχω πει άπειρες φορές να μην λες ψέματα Χριστίνα.

Άρχισα να τρέμω πάλι από τον φόβο μου και με τρεμάμενη φωνή του λέω:

-    Σε παρακαλώ μπαμπά, δε λέω ψέματα γιατί το κάνετε αυτό;

Άλλα τρία χαστούκια στο πρόσωπο. Γραπώνει τα χέρια του στα κωλομέρια μου και με σηκώνει τον βλέπω εξαγριωμένο μου λέει:

-    Κατεύθυνε την ψωλάρα του μπαμπά στο μουνάκι σου για τιμωρία.

Την κατευθύνω με το χέρι μου και την βάζει μέσα με την μια κάνοντας με να φωνάξω από τον πόνο. Τότε με φιλάει παθιασμένα με γλώσσα και μου λέει:

-    Αν δεν έλεγες ψέμματα πουτανίτσα, ποτέ δεν θα έβαζες την πούτσα μου μέσα σου από μόνη σου, θα επέμενες ότι σε αναγκάσαμε αλλά δεν βλέπεις πόσο μούσκεμα είναι το μουνάκι σου; Το θέλεις καργιόλα.

Συνεχίζει να με γαμάει ενώ ακούμε φασαρία από κάτω, όλοι μαζεμένοι στην κουζίνα από κάτω μας συζητάνε.

-    Ο θείος μου τα είπε όλα. Ήσουν σπίτι και ήξερες ότι σε παρακολουθεί ο θείος. Μπήκε μέσα και του είπες ότι καυλώνεις και ονειρεύεσαι κάθε μέρα να σε γαμάνε όλο το σόι σου. Ότι παίρνεις πούτσες κάθε μέρα και αν δεν πάρεις τρελαίνεσαι.

Λέγοντας τα αυτά με σήκωσε στην αγκαλιά του και με κόλλησε στον παγωμένο τοίχο ενώ με γαμούσε μανία μου ψιθύριζε στο αυτί πράγμα που άθελα μου με καύλωνε, γινόμουν πιο μούσκεμα και το καταλάβαινε:

-    Ο Θείος σε παρακάλεσε να μην κάνεις τίποτα και εσύ πήγες και έσκυψες και έγλειψες το παντελόνι του καυλώνοντας τον, τον ξεκούμπωσες και τον γάμησες επιτόπου. Όταν τελειώσατε του είπες πως ονειρεύεσαι να έρθει ο μπαμπάς σου την ώρα που κοιμάσαι και να σε ξεσκίσει.

-    Δεν είναι έτσι μπαμπά.

Λέγοντας του το αυτό τρώω και άλλο χαστούκι στο αριστερό βυζί μου ενώ μου τραβάει και τσιμπάει τη ρώγα με μίσος, με γονατίζει μπροστά του κολλημένη με την πλάτη στον παγωμένο τοίχο και με μπουκώνει με τον πούτσο του και με σφυροκοπά άλλη μια φορά ενώ μου λέει:

-    Κι εγώ πουτανίτσα τι περίμενες να κάνω όταν τα άκουσα όλα αυτά; Αποφάσισα να σου κάνω τα όνειρα πραγματικότητα. Μη στεναχωριέσαι, εσύ ήθελες τις πούτσες μας και οι γυναίκες μας δεν μας κάθονται, πάντα θέλαμε να πηδήξουμε όλοι τις φίλες σας τα κοριτσάκια άλλα λέγαμε δεν είναι σωστό, τουλάχιστον βρήκαμε εσένα. Αχ… σε μπουκώνω πιες τα όλα.

Τα κατάπια όλα. Τράβηξε το παντελόνι του και σύρθηκε έξω από το μπάνιο. Πλύθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και έβαλα λίγο μπενταντίν στον πισινό μου. Έβαλα άλλα ρούχα και κατέβηκα γρήγορα κάτω πέτυχα την μαμά μου που μου λέει:

-    Χριστίνα, άντε κορίτσι μου καλό σε περιμένει ο παππούς να πάτε να πάρετε το αγόρι σου και τους γονείς του.

-    Συγνώμη μαμά ετοιμαζόμουν.

-    Άντε γρήγορα και βάλε και κανένα αντιλιακό, φαίνεται ο ήλιος σε πειράζει, πολύ κόκκινη είσαι.

Έτρεξα έξω και είδα τον παππού με το αγροτικό που μου κόρναρε. Μπήκα στο αμάξι του και φύγαμε για το χωριό που ήταν κανένα μισάωρο. Στην διαδρομή ακούω τον παππού να λέει:

-    Τέτοια μπουτάκια Χριστίνα είναι για χαστουκάκια, τόσο όμορφα…

είπε και έβαλε την χερούκλα του πάνω στο αριστερό μου μπούτι. Τρόμαξα και μαζεύτηκα πάνω στην πόρτα.

-    Σε παρακαλώ παππού είμαστε στον δρόμο, δε φτάνει το μαρτύριο που πέρασα από εχτές; Είμαι η εγγονούλα σου, είμαι ανήλικη. Γιατί το κάνετε αυτό;

-    Σας ξέρω τι σιγανά πουτανάκια είστε τα κορίτσια την σήμερον ημέρα Χριστίνα, δικιά μου εγγονή δε θα ντυνόταν έτσι, με τον βούρδουλα θα σε είχα μαλακισμένο.

Το χέρι του ανέβηκε απότομα ψηλά και χώθηκε κάτω απ' τη φούστα μου, τραβήχτηκα, ανέπτυξε ταχύτητα και άρχισε να τρίβει το μουνάκι μου, πάνω κάτω, πάνω κάτω απαλά. Και άρχισα να δακρύζω.

-    Δεν με πείθουν τα ψεύτικα δάκρυα σου. Κοίτα τι έχω εδώ για εσένα πουτανάκι Χριστίνα… μούγκρισε. Ξέρω τι θέλουν πουτανάκια σαν και εσένα εγγονή μου.

-    Με παρεξήγησες παππού δεν είμαι τέτοια, μου φερθήκατε άσχημα και δε θέλω να θυμάμαι, θέλω να ξεχάσω ότι μου κάνατε.

-    Μιλάς λες και σε βιάσαμε πόρνη. Με καύλωσες τώρα και χρειάζομαι τη βοήθεια σου.

-    Σου είπα παππού πως δεν θέλω, δεν θα το κάνω.

-    Και όμως θα το κάνεις, αλλιώς τι θα πει ο κόσμος όταν μαθευτεί σε όλο το ίντερνετ πόσο πουτάνα είσαι;…

και βγάζει το κινητό του και μου δείχνει το βίντεο που με τράβηξε ο θείος όταν με γαμούσε.

-    Σε παρακαλώ παππού μην το κάνεις αυτό. Κατάλαβα τι ήθελε να κάνω. Έπιασα τον πούτσο του και άρχισα να του τον παίζω.

-    Αχ θα σε λιώσω πουτάνα Χριστίνα αν δε το κάνεις σωστά!

Άρπαξε τα μαλλιά μου και τράβηξε το κεφάλι μου πάνω στον πούτσο του. Χτύπησα με το στήθος μου τον λεβιέ των ταχυτήτων και πόνεσα. Τον ρουφούσα και τον έγλειφα γεμάτη αηδία. Τον ένιωθα να φουσκώνει και να καυλώνει περισσότερο στο στόμα μου, είχε ιδρώσει και βρώμαγε, έκλαιγα από τη θλίψη πως μπόρεσε ο ίδιος ο παππούς μου να είναι ένα τέτοιο τέρας. Πίεζε το κεφάλι μου τόσο πολύ που πνιγόμουν, ήθελα να ξεράσω, σάλια έτρεχαν στις γκρίζες τρίχες της ψωλής του. Ξαφνικά σταμάτησε, φτάναμε μέσα στο χωριό.

-    Σε χύνω! Παρ' τα όλα πουτανάκι και πρόσεξε μην λερώσεις το αμάξι και καταλάβει κάτι ο κερατάς σου.

Έχυσε κρατώντας το κεφάλι μου στον πούτσο του μέχρι που αναγκαστικά τα κατάπια όλα. Μετά με τίναξε με δύναμη τόσο που χτύπησα το κεφάλι μου στην πόρτα του συνοδηγού. Δεν το περίμενα μέχρι εκείνη την στιγμή αλλά άρχισα να καταλαβαίνω ότι δε νοιαζόντουσαν για το αν θα πάθω ψυχολογικά ή σωματικά κάτι. Άνοιξε την πόρτα του και βγήκε έξω. Έκανε το γύρο του αυτοκινήτου και άνοιξε και την δική μου.

-    Έλα Χριστινάκι πάρε τον δικό σου τηλέφωνο και πεσ' του να έρθει στην καφετέρια εδώ πιο κάτω.

-    Ποια καφετέρια;

-    Το καφενείο ρε Χριστίνα που μαζεύονται τα γερόντια του χωριού.

-    Έλα μωρό μου που είσαι; Α σε λίγο φτάνεις; Καλά όταν φτάσετε ελάτε στο κεντρικό καφενείο του χωριού. Δεν υπάρχει και άλλο.

Φτάνοντας στο καφενείο, μπήκαμε μέσα και όλοι χαιρετούσαν τον παππού. Ο παππούς άκουγε σχόλια για εμένα και το πόσο όμορφη εγγονή έχει και άλλα τέτοια. Ένιωθα κάπως αμήχανα λόγω ίσως ντυσίματος κιόλας. Φορούσα ένα τζιν σορτσάκι όχι πολύ αποκαλυπτικό αλλά αρκετά κοντό και μια μαύρη κοντή μπλουζίτσα και από κάτω το μαγιό μου έτοιμη για θάλασσα μαζί με σανδάλια και το σγουρό μαλλί το είχα πιασμένο αλογοουρά πίσω. Ο παππούς έπιασε ένα τραπέζι σε μια γωνία και με έβαλε να κάτσω δίπλα του. Όσο του μιλούσαν μου χάιδευε την πλάτη και τα δάχτυλα του όλο και λίγο ποιο πολύ έμπαιναν στο σορτσάκι μου. Πράγμα που είχε παρατηρήσει μόνο ο ιδιοκτήτης του καφενείου.

-    Τι να σε φέρω Θανάση; Και στην όμορφη εγγονούλα σου τη Χριστίνα;

-    Έναν ελληνικό για εμένα και έναν φραπέ αλλά χωρίς γάλα γιατί ήπιε μπόλικο σήμερα. «Έ πουτανάκι;» μου ψιθύρισε.

Σηκώθηκα και πήγα να πλυθώ στην τουαλέτα, ήθελα να βγάλω τα χύσια του παππού από την πίπα νωρίτερα. Βγαίνοντας είδα στο τραπέζι του παππού καθόταν ένας άλλος γέρος, χοντρός καραφλός και άσχημος ο φίλος του ο Γρηγόρης. Πήγα έκατσα πάλι στην θέση μου η οποία ήταν ανάμεσα τους,

-    Καλημέρα κουκλίτσα μου, Τι κάνεις Χριστινάκι, ο μπαμπάς η μαμά, ο αδερφός; Όλοι καλά;

-    Όλοι καλά είναι κύριε Γρηγόρη. Θα τους δώσω χαιρετίσματα μετά.

-    Πως μεγάλωσες έτσι ρε Χριστίνα; Ολόκληρη γυναίκα έγινες, μάκρυναν και τα σγουρά τα μαλλάκια σου.

Και καθώς το λέει αυτό μου πιάνει το μπούτι, αφήνει το χέρι του εκεί και ο παππούς μου, πιάνει το άλλο μπούτι και το χαϊδεύει. Όταν ο κωλόγερος βλέπει ότι δεν τραβιέμαι, αρχίζει μου χαϊδεύει και εκείνος το πόδι ενώ τα μάτια του γυαλίζουν. Είμαι σίγουρη πως κάτι του είπε ο παππούς, αν και με τα χρόνια πάντα τον έβλεπα πως με κοιτούσε και τίποτα παρά μόνο ένα παγωμένο βλέμμα από εμένα. Και τώρα είναι εδώ και μου χαϊδεύει το μπούτι. Σκύβει κοντά μου και μου ψιθυρίζει:

-    Έχω κι εγώ μεγάλη και χοντρή πούτσα σαν του παππού σου και θέλουμε να σε πάρουμε παρτουζίτσα.

-    Σας παρακαλώ κύριε Γρηγόρη, δε θέλω.

-    Αφού είδα το βίντεο που μου έδειξε ο παππούς σου, φαίνεται πόσο πολύ το θέλεις. Και μου είπε ότι έχεις πολύ τρυφερό κωλαράκι και ότι είναι στενό. Ότι είσαι βιτσιόζα, τα ξέρω όλα πουτανίτσα Χριστίνα.


Προσπαθώ να σωθώ έστω μέχρι να έρθει ο δικός μου. Αν μπορώ να τους καθυστερήσω για να γλιτώσω ένα ακόμα μαρτύριο θα το κάνω και του λέω:

-    Που θα με πάρετε κύριε Γρηγόρη; Το καφενείο είναι γεμάτο, δε θέλετε να το κανονίσουμε άλλη μέρα;

Ο παππούς μου σφυρίζει στον μαγαζάτορα και ο μαγαζάτορας λέει ότι θα βάλουν να δουν όλοι μαζί ένα ντοκιμαντέρ για τον πόλεμο και κλείνουν τα παντζούρια κλειδώνουν την εξώπορτα. Ωχ σκέφτομαι τώρα σίγουρα θα προσπαθήσει να κάνει κάτι μέσα σε τόσο κόσμο. Και το λουκέτο; Γιατί έβαλαν λουκέτο στην εξώπορτα, δεν το είχα επεξεργαστεί εκείνη την στιγμή, αλλά αργότερα το κατάλαβα. Ο κύριος Γρηγόρης άρχισε να βάζει δάχτυλα στο μουνάκι μου και εγώ προσπαθούσα να τραβήξω το χέρι του αλλά μάταια, ο γέρος πήρε το χέρι μου και το έβαλε πάνω στον πούτσο του.

-    Κάτσε πάνω στο καυλί μου παλιό πουτανάκι γιατί θα σε ξεκωλιάσω!

-    Σας παρακαλώ κύριε Γρηγόρη όχι άλλο.

Όπως είχε 2 δάχτυλα μέσα στο μουνάκι μου, τα τραβάει και με πιάνει από το λαιμό με μανία, με σηκώνει και με τραβάει και μου κατεβάζει απότομα το σορτσάκι κάτω αφήνοντας με με το μαγιό να κάτσω πάνω του. Ένας ήχος βγαίνει ζουμερός όταν ο χοντρός γέρικος πούτσος του χάνεται μέσα στο μουνάκι μου και κάνα δυο γέροι αρχίζουν και καταλαβαίνουν τι συμβαίνει ενώ χαμογελάνε και τρίβουν το καβάλο τους.

-    Έτσι θέλω, να πονάς καργιολάκι Χριστινάκι κι εσύ το θέλεις μωρό μου. Εσύ ανοιχτομούνα μου θες δυο χοντρές πουτσάρες μέσα σου να στανιάρεις.

-    Σε παρακαλώ σταμάτα κύριε Γρηγόρη θα μας ακούσουν.

-    Καργιολίτσα Χριστίνα, τι μουνάκι είναι αυτό; Θα φας καλά σήμερα. Θα σε ξεκωλιάσουμε εδώ που σε έφερε ο παππούς σου βρωμοπούτανο Χριστίνα.

Ένας άλλος ηλικιωμένος πλησιάζει κοντά μας και μου χουφτώνει το κωλαράκι άγαρμπα. Τον βγάζει έξω και τον παίζει ενώ λέει:

-    Ναι έτσι σκίσε της τη μουνάρα Γρηγόρη!

-    Τι  ξεκωλιάρα είσαι εσύ Χριστινάκι μωρό μου; Τι τρυπούλα είναι αυτή;

Λέει ένας άλλος ενώ μου βγάζει την μπλούζα και ελευθερώνει τα βυζιά μου από το πάνω μέρος του μαγιό. ο Γρηγόρης ο φίλος του παππού συνεχίζει να με σφυροκοπά και να ακούγεται πλαφ πλαφ, ενώ εμφανίζονται άλλοι 3 τύποι σχεδόν την ίδια ηλικία με τις ψωλές έξω. Αυτός στρίβει λίγο να τους δώσει καλύτερη θέα και εκείνοι με αρπάζουν απ' τα μαλλιά και με πιπώνουν ενώ με στολίζουν:

-    Αχ, έτσι πουτανίτσα Χριστίνα. Τι τυχερός που είναι ο Θανάσης που σε 'χει εγγονή.

-    Γλείψε και τη δική μου γέρικη ψωλή πουτάνα. Δεν δίνουμε λίγα λεφτά στο Θανάση για τις γαμημένες σου τρύπες.

 Εκείνη την στιγμή πλησιάζει ένας άλλος γέρος μου τον καρφώνει στον κώλο και μου λέει:

-    Σου αρέσει να τρως ψωλές σε όλες τις τρύπες σου ε Χριστινάκι; Θα σε ξεκωλιάσουμε να μην μπορείς να περπατήσεις μετά.

-    Σας παρακαλώ γιατί μου φέρεστε έτσι; Είμαι η εγγονή του φίλου σας.

-    Είσαι ένα μικρό πουτανάκι, μας τα είπε όλα ο Θανάσης τι έκανες στο κτήμα ακόμα και με τον ίδιο σου τον πατέρα, παρ' τα καργιολίτσα Χριστίνα τώρα, παρ' τα στην κωλάρα σου…

και άρχισε να χύνει και να γεμίζει με χύσια το έντερο μου. Σταματά να με πηδά ο άλλος, με τραβάει να σηκωθώ και αμέσως με σπρώχνουν με δύναμη στον τοίχο, έρχεται με πιάνει από το σβέρκο σαν ζώο με ακινητοποιεί, με γραπώνει από το κωλομέρι μου και μου τον καρφώνει όλο μέσα στο κωλαράκι μου.

-    Αχ με πονάτε κωλόγεροι.

-    Μωρή πουτάνα, τολμάς να υψώνεις τον τόνο της φωνής σου σε εμάς; Σκουπίδι της κοινωνίας, θα πεθάνεις στον πούτσο σήμερα. Θα σε ξεσκίσουμε και θα σε χύσουμε παντού μωρή ψώλα βρωμιάρα Χριστίνα.

-    Θα κάτσεις μωρή ψώλα να σε σκίσουμε, Θα σε πεθάνουμε στην αιμορραγία μωρή τσούλα…

λέει ο κύριος Γρηγόρης εξαγριωμένος. Πλησιάζει ένας και ενώ είμαι κολλημένη στον τοίχο με αρπάζει απ' τα μαλλιά, μου ρίχνει μια χλέπα και με τραβάει με δύναμη ενώ το στήθος μου σέρνεται πάνω στον τοίχο και μου γαμάει το στόμα, κοντεύω να ξεράσω. Βγαίνει ο άλλος από τον κώλο μου και χύνει πάνω στην πλάτη ενώ ένας άλλος τον αντικαθιστά, αυτή την φορά στο μουνάκι μου και αρχίζει με βία να ρίχνει χαστούκια στο κωλαράκι μου. Μου το έχει κάνει κατακόκκινο.

-    Έτσι ξεκωλιάρα Χριστίνα, τι κωλάρα γυμνασμένη και σφιχτή είναι αυτή, πουτανάρα Χριστίνα, δε θα μπορείς να κάτσεις βρωμοπούτανο!

Αυτός που με γάμαγε το στόμα το κρατάει με δύναμη μέσα στο λαρύγγι μου και το καρφώνει απανωτά και απότομα πολλαπλές φορές.

-    Παρ' τα καργιόλα, έτσι ρούφα τα όλα, αχ... αχ... έτσι…

και αφού άδειασε και αυτός στο στόμα μου τα κατάπια όλα. Όσοι είχαν μείνει άρχισαν να χύνουν όπου βρουν επάνω μου. Ξαφνικά είδα τον παππού να σηκώνεται έρχεται κοντά μου με αρπάζει απ' τα μαλλιά και με σέρνει μέχρι την τουαλέτα πίσω που είχε το μαγαζί με μια ντουζιέρα δίπλα. Με κοιτάει με ένα καυλιάρικο βλέμμα, ενώ οι άλλοι ακολουθούν και κάνουν σειρά έξω απ' το μπάνιο. Άρχισε να χύνει και εκείνος στα βυζιά μου. Δεν είπα τίποτα, με χαστούκισε και άρχισε να κατουράει πάνω μου.

-    Αχ εγγονούλα μου… είσαι βρωμιάρα Χριστίνα μου και πρέπει να κάνεις ένα μπανάκι, δε μπορείς να εμφανιστείς στο αγόρι σου έτσι χυμένη και βρωμιάρα καργιόλα. Γι’ αυτό όλοι εδώ θα σε ξεπλένουμε όσο μπορούμε.

Άρχισαν όλοι να παίρνουν σειρά και να με κατουράνε όπου βρουν ενώ μερικοί με ανάγκαζαν με κλωτσιές να τα καταπιώ. Με βρίζανε συνεχώς. Ήμουν έτοιμη να κλάψω αλλά κρατιόμουν, ότι και να γινόταν δεν θα έκλαιγα μπροστά τους. Όταν τελείωσαν όλοι μ' άφησαν να πλυθώ και ένα χέρι μου έφερε τα ρούχα μου να ντυθώ. Έβαλα το σορτσάκι μου, τη μπλούζα, βάφτηκα πρόχειρα και πήρα την τσάντα μου και βγήκα έξω. Στο μαγαζί ήταν το αγόρι μου με τους γονείς του. Κάθονταν με τον παππού και τα λέγανε. Με φώναξε όταν με είδε το αγόρι μου απ' την χαρά του. Είδα και τους γέρους πως με κοιτούσαν. Τα μάτια τους γυάλιζαν ενώ κάποιοι επιδεκτικά έπιαναν τις πούτσες τους πάνω από το παντελόνι. Βγήκαμε έξω και μέχρι να φτάσουμε στα αμάξια για να φύγουμε όλοι με κοίταζαν καλά – καλά.

Φτάνοντας στο αμάξι μου λέει ο παππούς μου:

-    Αχ Χριστίνα μου καλό μου εγγόνι, ξέχασα να πάρω τα λεφτά από το Μπάρμαν, πάνε να τα παραλάβεις σε παρακαλώ πολύ.

-    Ναι παππού έρχομαι αμέσως.

Μπαίνοντας μέσα με κοιτάνε πάλι όλοι μέχρι να φτάσω στο μπαρ τις είχαν βγάλει όλοι έξω και τις παίζανε για πάρτη μου. Ο Μπάρμαν μου λέει:

-    Αχ Χριστίνα δεν έρχεσαι να τα πάρεις από το μπαρ πίσω; Έχω την μέση μου και δε φτάνω.

Πηγαίνοντας από πίσω, σκύβω να τα πάρω και ο μπάρμαν μου χώνει την ψωλή του στο στόμα και με μπουκώνει στα μάγουλα περισσότερο σπρώχνει και λέει:

-    Αχ Ναι πουτανάκι, εγώ δεν έχυσα πριν, γρήγορα κάνε με να χύσω μην μας πάρουν χαμπάρι οι φίλοι σας.

Όλοι έκαναν ουρές από πίσω μου, κατέβαζαν το παντελόνι και τον έπαιζαν ή μου τον έχωναν για λίγο και μου έλεγαν πως θα έρχονται να με γαμάνε κάθε φορά που έρχομαι στη Θάσο. Θα γίνεις η πουτάνα του νησιού. Ο μπάρμαν βγάζει την πούτσα του από μέσα και μου βάζει μερικά χαρτονομίσματα στο στόμα και τον ξαναβάζει μέσα μπουκώνοντας με αυτήν την φορά χύνει.

Βγάζει την πούτσα του και τα χαρτονομίσματα, τα τυλίγει με άλλα λεφτά και μου τα δίνει όλα. Βγαίνοντας από το καφενείο τρέχοντας πέφτω πάνω στον μπαμπά του αγοριού μου.

-    Ωχ, με συγχωρείς Χριστίνα μου. Είδα ότι αργείς και είπα να χρησιμοποιήσω λίγο την τουαλέτα.

-    Δεν πειράζει κύριε Στέλιο.

Μπήκε στο μαγαζί και βγήκε λίγο αργότερα, μπήκε στο αμάξι και μας ακολούθησε για το εξοχικό. Ο παππούς μου δεν έκανε ούτε κίνηση. Ήμουν επιτέλους χαρούμενη, το μαρτύριο φαινόταν να τελειώνει. Ή έτσι τουλάχιστον νόμιζα...



Copyright protected OW ref: 117788