Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (7ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από DemT
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.74 (17 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (6ο μέρος)

Κεφάλαιο 12 – Το «παιχνίδι»

Οι επόμενες δύο μέρες πέρασαν χωρίς απρόοπτα, εκτός από ένα sms του Σταύρου την Παρασκευή το πρωί: «αύριο βράδυ μην κανονίζεις τίποτα, δε μπορώ να σου εξηγήσω τώρα, δουλειά, θα πάρω αργότερα». Δεν πήρε και λίγο πριν σχολάσω η Μαρία με κάλεσε στο κινητό.

-    Δε με πήρες ένα τηλέφωνο.

-    Δεν πρόλαβα. Σκόπευα να σε πάρω σήμερα, πιο μετά.

-    Ψεύτη...

Αλήθεια της έλεγα.

-    Και νόμιζα ότι σου λείπω, συνέχισε.

-    Μα θα σε έπαιρνα...

-    Λοιπόν, δεν έχει σημασία. Σήμερα έχουμε κανονίσει κάτι με την αδελφή μου.

-    Οι δυο σας;

-    Οι τέσσερις.

-    Τι ακριβώς;

-    Τίποτα. Θα έρθετε για ένα ποτάκι.

-    Σπίτι;

-    Ναι... Πού αλλού; Αύριο προτιμούσα να βρεθούμε, που είναι Σάββατο, αλλά λέει ο Σταύρος έχετε να κάνετε μια δουλειά. Τι δουλειά θα είναι αυτή;

Ήταν αυτή που δεν μπορούσε να μου «εξηγήσει τώρα».

-    Ε... Δεν έχω ιδέα. Μάλλον θέλει να πάμε κάπου. Σε κάποια έκθεση;

-    Καλά τώρα... «Έκθεση». Ωραία θα βγούμε κι εμείς με τη Φλώρα αύριο. Πάντως σήμερα κατά τις οχτώ σπίτι μας.

Το μεσημέρι η Φλώρα μου επιβεβαίωσε ότι θα βρισκόμασταν όλοι μαζί στο σπίτι της αδελφής της. Η ίδια έφυγε κατά τις έξι για να πιει πρώτα καφέ μαζί της. Δεν ήταν συχνό να μας καλούν για ποτό, αλλά ούτε παράδοξο. Το κάναμε μια φορά κάθε δυο-τρεις μήνες. Την τελευταία φορά είχαμε παίξει επιτραπέζιο. Μπορώ να πω ότι ήταν σχεδόν βαρετά. Στο όριο του να με πάρει ο ύπνος. Ωστόσο από την τελευταία φορά είχαν αλλάξει πολλά και ήμουν σίγουρος ότι η Μαρία δεν είχε στο νου της να παίξουμε επιτραπέζιο. Μετά τα προχτεσινά, το να κανονίζουμε να βρεθούμε οι τέσσερις «έβγαζε» ηλεκτρισμό.

Όταν έφτασα σπίτι ήταν οι δυο αδελφές μόνο, η Μαρία με το «απογευματινό» νυχτικό. Ο Σταύρος «θα αργούσε λίγο αλλά είχε ξεκινήσει από το γραφείο». Είχαν ανοίξει μια καλή σαμπάνια και έπιναν. Ο Σταύρος αγαπούσε το καλό κρασί, δεν έβρισκες ποτέ κάτι απλό σπίτι του. Εμείς, λόγω των οικονομικών μας, ήμασταν πολύ πιο συγκρατημένοι. Εξάλλου όταν έπινα προτιμούσα ένα καλό ουίσκι, αλλά το κρασί ερχόταν αμέσως μετά στην προτίμησή μου. Οι δύο τους ήταν ήδη σε ευθυμία. Μου έβαλαν σαμπάνια και απόλαυσα τη μυρωδιά κοιτάζοντας τις μικρές φυσαλίδες που ανέβαιναν στην επιφάνεια.

Όταν έφτασε ο Σταύρος ήμουν ήδη στο δεύτερο ποτήρι και τα κορίτσια δεν ξέρω σε ποιο, αλλά σίγουρα πιο προχωρημένες. Εκείνος είπε ότι θα κάνει ένα ντους και θα μας προλάβει. Δεν υπήρχε τίποτα ερωτικό στην ατμόσφαιρα, και προς στιγμή νόμιζα ότι θα ήταν μια απλή βραδιά, ιδιαιτέρως όταν λίγο μετά η Μαρία πρότεινε να παίξουμε (πράγματι!) επιτραπέζιο. Λίγο μετά ο Σταύρος εμφανίστηκε με τις πιτζάμες του και καθώς πέρασε από δίπλα μου, μου είπε συνωμοτικά: «Αύριο βράδυ κυρία Πόπη». Έπειτα έβαλε αμέσως ένα ποτήρι σαμπάνια για τον εαυτό του.

-    Τι παιχνίδι; ρώτησε τη γυναίκα του.

Το ίδιο με την προηγούμενη φορά. Προσπάθησα να μη δείξω την αδιαφορία μου. Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου. Μήπως με αυτό το βραδινό κάλεσμα για κουβέντα και παιχνίδι οι δύο αδελφές έστελναν μήνυμα ότι οι σχέσεις των ζευγαριών θα επέστρεφαν στο «κανονικό»; Παραδόξως η ώρα δεν πέρασε άσχημα και κατά τις δέκα (και στο πέμπτο ποτήρι σαμπάνιας εγώ,  η οποία βέβαια ήταν ελαφριά) γελούσαμε ήδη πολύ. Κάποια στιγμή με έναν τελείως ψεύτικο τσακωμό η Μαρία το χάλασε λέγοντας ότι ήθελε να αράξει στον καναπέ. «Έχουμε στο νου να παίξουμε κάτι άλλο» είπε, κοιτώντας την αδελφή της που γελούσε. Να τα... Είπα κι εγώ. Η Φλώρα, ολοφάνερα, ήταν ήδη στην αρχή της μέθης. Όπως έχω ξαναπεί, τόσο εκείνη όσο και η αδελφή της, δεν ήταν του ποτού, έπιναν μια φορά τη βδομάδα και τις έπιανε.

-    Τι; Τι;… έκανε ο Σταύρος με πονηρό ύφος. Κάτι καλό;

-    Κάτι καλό…

απάντησε η Μαρία και ήρθε πίσω από την καρέκλα της αδελφής της. Έπειτα έσκυψε, έβαλε το κεφάλι της στον ώμο της Φλώρας και μας κοίταξε με το ίδιο πονηρό χαμόγελο. Η Φλώρα κατέβασε άλλη μια γουλιά.

-    Θα μας καυλώσει αυτό το παιχνίδι;

Κοίταξα τον Σταύρο. Το έθετε λίγο χοντρά, λίγο ωμά. Χωρίς καμία εισαγωγή. Ωστόσο καμία από τις δυο δεν ενοχλήθηκε: η Μαρία εξακολουθούσε να χαμογελάει, όπως και η Φλώρα.

-    Θα σας καυλώσει σίγουρα.

-    Πώς παίζεται; Με τα στόματά σας;

Γέλασαν δυνατά και δυο αδελφές, η Φλώρα πάνω στη γουλιά της, πετώντας σταγόνες μπροστά της στο τραπέζι, χωρίς να δείχνει καθόλου να ενοχλείται.

-    Με τα στόματα, αλλά όχι όπως εννοείς.

-    Δηλαδή πώς; επέμεινε ο Σταύρος.

-    Δηλαδή θα μιλήσουμε.

-    Τι;… Εξεγέρθηκε. Μόνο θα μιλήσουμε;

-    Μόνο... Δεν θα αγγίξετε καμία από τις δύο μας.

-    Και τι θα λέμε;

-    Για τις πουτανιές μας. Αλλά εσείς δεν θα πιάνετε τίποτα. Εκτός ίσως από τα καυλιά σας.

-    Τι! Αυτό είναι βασανιστήριο… επανέλαβε τις διαμαρτυρίες του ο Σταύρος.

-    Ναι, είπε η Φλώρα μιλώντας πρώτη φορά. Θα σας βασανίσουμε λίγο.

-    Γιατί είμαστε πουτάνες… συμπλήρωσε η αδελφή της.

-    Ωραία… είπε αυτή τη φορά ο Σταύρος. Όπως και να έχει εγώ παίζω.

Εγώ είχα μείνει αμίλητος, παλεύοντας μέσα μου να αποφασίσω αν αυτό που έβλεπα να έρχεται μου άρεσε ή όχι, υπό την παρούσα σύνθεση. Μια ανατριχίλα πάντως στο καυλί μου την ένιωσα. Η Μαρία πήρε από το χέρι την Φλώρα και την πήγε στον καναπέ. Την έβαλε να καθίσει και κάνοντας κύκλο στάθηκε από πάνω της, όρθια, πίσω από την πλάτη του καναπέ.

-    Λοιπόν πώς παίζεται; ρώτησε πάλι ο Σταύρος.

-    Θα καθίσετε στις πολυθρόνες απέναντι και θα κάνουμε όλοι στη Φλώρα από τρεις ερωτήσεις. Αν καταφέρετε να μην χύσετε μέχρι να τις απαντήσει όλες, τότε βλέπουμε τι θα κερδίσετε.

-    Σιγά το δύσκολο! Είπε ο Σταύρος.

-    Το λέω γιατί οι ερωτήσεις θα είναι ερωτικού περιεχομένου φυσικά. Και η Φλώρα είναι υποχρεωμένη να απαντά την αλήθεια. Αν πει ψέματα, κάηκε.

-    Δηλαδή τι παθαίνει όποιος καίγεται;

-    Όποιος καίγεται θα το μετανιώσει, απάντησε η Μαρία και η Φλώρα γέλασε πάλι δυνατά, κατεβάζοντας άλλη μια γουλιά σαμπάνιας.

Ναι, είχε σίγουρα αρχίσει να μεθάει.

-    Ωραία, ωραία…

είπε ο Σταύρος και στρογγυλοκάθισε με το δικό του ποτήρι στην απέναντι πολυθρόνα. Εγώ κάθισα αντικριστά, στην άλλη πολυθρόνα, ξέροντας καλά γιατί η Μαρία είχε διαλέξει τη Φλώρα να απαντά, αντί για τον εαυτό της. Με τιμωρούσε που δεν την είχα πάρει τηλέφωνο ενώ την ίδια στιγμή ήξερε πόσο με καύλωναν οι πουτανιές της γυναίκας μου.

-    Λοιπόν ποιος θα αρχίσει; ρώτησε η Μαρία.

Τα χέρια της κατέβαιναν από τους ώμους της Φλώρας ως πλάι από το στήθος της, χωρίς φυσικά να το ακουμπά. Έσκυβε λίγο, με το κεφάλι της πάνω στο κεφάλι της αδελφής της, μια στάση ερεθιστική, υπό τις περιστάσεις.

-    Ξεκινώ εγώ, προσφέρθηκε αμέσως ο Σταύρος. Φλώρα, τελειώνεις όποτε το κάνεις με τον Δημήτρη;

-    Ω, μα δεν καταλαβαίνεις;… τον διέκοψε η Μαρία. Είπαμε ερωτήσεις για την πουτανιά της! Κομπρί παιδί μου; Είναι πουτανιά να τελειώνεις με τον άντρα σου;

-    Μα...

-    Λοιπόν, θα κάνω εγώ την πρώτη ερώτηση για να καταλάβετε πώς παίζεται…

συνέχισε η Μαρία, δήθεν εκνευρισμένη.

-    Μπορείς και εσύ;…

είπα για να πω κάτι. Για την ώρα ήμουν σχετικά κρύος, με μια υποψία καύλας.

-    Είπαμε από τρεις ο καθένας μας. Άρα παίζω κι εγώ.

Έσκυψε, έπιασε το ποτήρι της από το τραπεζάκι δίπλα στην Φλώρα (που δεν είχε αφήσει καθόλου το δικό της), ήπιε μια γουλιά αργά-αργά, υποθέτω για την ατμόσφαιρα, και το άφησε ξανά πίσω.

-    Λοιπόν Φλώρα, είπε στην αδελφή της: Πότε πήρες τελευταία φορά πίπα στον άνδρα μου;

Η Φλώρα κοίταξε μπροστά και γέλασε.

-    Ε...

Κοίταξα τον Σταύρο που επίσης χαμογελούσε με προσμονή.

-    Όχι «ε…», είπε η αδελφή της. Την απάντηση παρακαλώ.

-    Ε... σήμερα.

Σήμερα; Μόλις που κρατήθηκα να μη φωνάξω. Πώς «σήμερα»; Πότε;

-    Σήμερα;…

έκανε και η Μαρία εξίσου έκπληκτη με μένα. Καλά φαντάστηκα ότι κάτι θα κάνετε. Λέγε, περιγραφή. Ο κανόνας είναι περιγραφή.

-    Σήμερα. Τι περιγραφή;

-    Όλα. Πού ήσασταν, της είπε η Μαρία με αυστηρή φωνή.

-    Πού ήμασταν Σταύρο; ρώτησε η Φλώρα γελώντας.

Κοιτούσε το Σταύρο, αποφεύγοντας επιμελώς το βλέμμα μου.

-    Α, δεν απαντώ εγώ, είπε εκείνος.

-    Ήμασταν...

Η Φλώρα κατέβασε με μια γουλιά την υπόλοιπη σαμπάνια στο ποτήρι της.

-    Πέρασε με το αμάξι ο Σταύρος και με πήρε. Κανόνισα και πήρα μια ώρα άδεια να βγω έξω.

-     Και πού πήγατε; ρώτησε ξανά η Μαρία.

-    Αυτό είναι δεύτερη ερώτηση;… είπε η γυναίκα μου γελώντας δυνατά.

-    Αυτό είναι ακόμα η πρώτη ερώτηση, της είπε η Μαρία, γιατί δεν έχεις απαντήσει πλήρως.

-    Πήγαμε κάπου κοντά στη δουλειά μου. Σε ένα σημείο που δεν περνά κανείς. Μια μάντρα.

-    Πούστη... έκανε περιπαιχτικά η Μαρία στον άντρα της. Σε μάντρες πας την αδελφή μου; Χάθηκαν τα καλύτερα μέρη;

Και έπειτα επιστρέφοντας σε εκείνη:

-    Δεν σου έφτανε η προχτεσινή πίπα, πουτανάκι;

-    Α, αυτό είναι άλλη ερώτηση είπε η Φλώρα. Και απαντώ «όχι, δεν μου έφτανε».

-    Δεν πιάνεται, ήταν «ρητορική», της απάντησε η Μαρία. Και δεν έχεις τελειώσει με την πρώτη: Πρέπει να κάνεις περιγραφή.

-    Με πήρε τηλέφωνο ο Σταύρος. Πήγαμε κοντά στη δουλειά. Του την πήρα. Γυρίσαμε.

Με αυτό σηκώθηκε, γέμισε ξανά το ποτήρι της και κάθισε πίσω στον καναπέ, μπροστά από την αδελφή της.

-    Και πού έχυσε;

-    Έχυσε...

Και με μια ωραία θεατρική κίνηση έδειξε το στόμα της.

-    Και εσύ τα ρούφηξες όλα;

-    Όλα! απάντησε γελώντας.

Ακόμα να κοιτάξει προς το μέρος μου. Η εικόνα της γυναίκας μου να διηγείται κυνικά την πρωινή της πίπα με ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι με έκανε - για πρώτη φορά στη διάρκεια του «παιχνιδιού» - να νιώσω το καυλί μου να σηκώνεται. Φανταζόμουν μάλιστα πού την είχε πάρει. Ποια ήταν η περίφημη «μάντρα». Αλλά αυτό που άρχισε να με καυλώνει περισσότερο ήταν, όπως είπα, η κυνικότητά της. Η γυναίκα μου θεωρούσε αστείο να δείχνει το στόμα της και να απαντά ότι τα «ρούφηξε όλα».

-    Δεύτερη ερώτηση; είπε η Μαρία.

-    Εγώ, προσφέρθηκε ξανά ο Σταύρος. Από πόσους έχεις πάρει πίπα την τελευταία βδομάδα;

Η Φλώρα γέλασε και ήπιε άλλη μια γουλιά. Ασφαλώς θα είχα να την κουβαλήσω σπίτι μετά.

-    Εκτός του Δημήτρη;

-    Εκτός. Για ξένες μιλώ.

-    Μ... τρεις.

-    Περιγραφή…

είπε επιτακτικά ο Σταύρος. Είχε κάνει κτήμα του τους κανόνες.

-    Λοιπόν... Εσένα... Του Παύλου... Του Πέτρου.

-    Σε ποιο μέρος του Παύλου και του Πέτρου;

Γέλασε πάλι δυνατά. Κάθε ερώτηση της φαινόταν αστεία.

-    Στη μάντρα!

-    Πουτανάκι… είπε αμέσως ο Σταύρος. Είπα και εγώ, πού την ήξερες τη μάντρα.

-    Μόνο στη μάντρα; Είπε η Μαρία. Δεν τους πήρες και αλλού αυτούς;

-    Τους πήρα και αλλού. Μέσα, χαχα!

Και έδειξε με το χέρι προς την κρεβατοκάμαρα. Έπειτα ανασήκωσε λίγο το κεφάλι, να κοιτάξει την αδελφή της:

-    Την ώρα που εσύ πηδιόσουν με τον άντρα μου.

Πρώτη φορά τότε κοίταξε προς εμένα, αλλά το ύφος της ανέδιδε μόνο μεθύσι. Ούτε καύλα, ούτε φόβο για τις αποκαλύψεις της.

-    Πώς τους πήρες αυτούς στη μάντρα; συνέχισε η Μαρία αδιαφορώντας για την τελευταία φράση της αδελφής της.

-    Στο πίσω κάθισμα. Έναν-έναν.

-    Είχες γδυθεί;

-    Μόνο τη μπλούζα.

-    Δηλαδή έτσι ήσουν;…

είπε η Μαρία και της σήκωσε αργά την μπλούζα, φανερώνοντας την κοιλιά της, μετά το σουτιέν. Έπειτα σήκωσε τα χέρια της αδελφής της (που ήταν τελείως υπάκουη) και την έβγαλε τελείως. Συνειδητοποίησα ποιο σουτιέν φορούσε. Το χυμένο! Όλα ήταν καλά οργανωμένα, σκέφτηκα, καθώς κοίταζα το ωραίο, πάντα καυλιάρικο σώμα της, το σκούρο χρώμα του δέρματος, το όμορφο, γεμάτο στήθος.

-    Αα... έβαλες το χυμένο σου σουτιέν, είπε ταυτοχρόνως με τις σκέψεις μου η Μαρία. Καλά σε λένε τσουλάκι αυτοί οι δύο.

-    Ναι... έτσι με λένε. το τσουλάκι τους.

Τότε η Μαρία έκανε κάτι που -παρά τα όσα είχα δει αυτές τις μέρες- με σόκαρε. Έπιασε (από πίσω όπως στεκόταν) τα στήθη της Φλώρας, με τις παλάμες της ανοιχτές, πάνω από το σουτιέν και κοιτώντας προς εμάς τους δύο, είπε με φωνή χρωματισμένη με λαγνεία, που εκείνη τη στιγμή καταλάβαινα ότι στόχευε εμάς:

-    Και τους άφησες να σου χύσουν τα βυζιά;

-    Όχι. Τους πήρα ως το τέλος. Μέσα στο στόμα.

-    Αλλά τους άφησες να τα πιάσουν;

-    Ναι... Μου τα έπιαναν.

-    Σου έβγαλαν το σουτιέν;

-    Ναι... το κατέβασαν λίγο και τα φίλησαν.

-    Έτσι;

Και με τα χέρια της κατέβασε το σουτιέν δεξιά αριστερά, αργά-αργά, μέχρι που αποκάλυψε σχεδόν ολόκληρη τη ρώγα. Τι καύλα! Πριν ένα λεπτό σκεφτόμουν ότι ήμουν «κρύος» και τώρα.

-    Καύλωνες να σου φιλάνε τις ρώγες;

-    Ναι πολύ. Κόντευα να χύσω από την καύλα.

-    Θα ήθελες να σου φιλήσει τις ρόγες τώρα ο Σταύρος;

Γιατί ο Σταύρος; Για να με καυλώσει η πουτάνα. Για να με τιμωρήσει.

-    Ναι... άφησέ τον να με φιλήσει.

Ο Σταύρος δεν περίμενε οδηγία. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και κάθισε στα γόνατα στο πάτωμα μπροστά από τη Φλώρα.

-    Δε θα απλώσεις τα χέρια σου, του είπε η Μαρία. Είναι ο κανόνας. Θα τη φιλήσεις μόνο.

Έτσι και έκανε. Καθώς έσκυψε έκρυψε από εμένα το στήθος της (μπήκε μπροστά) αλλά φαινόταν ότι τη φιλούσε. Ακόμα και η Μαρία κοιτούσε τώρα μπροστά της το θέαμα με καύλα στο βλέμμα, ενώ εξακολουθούσε με τα χέρια της να παίζει ελαφρά το στήθος της Φλώρας στο στόμα του άντρα της. Η Φλώρα έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω ανασηκώνοντας ελαφρά το σώμα της και άρχισε να βογκάει. Η Μαρία τους άφησε λίγο και έπειτα έσπρωξε το κεφάλι του Σταύρου μακριά, βάζοντας την παλάμη στο μέτωπό του.

-    Στοπ. Τόσο επιτρέπω. Πίσω στην πολυθρόνα σου. Άλλη ερώτηση.

Ο Σταύρος γύρισε στην πολυθρόνα με ένα χαμόγελο στα χείλη. Το καυλί του φαινόταν σηκωμένο κάτω από την πιτζάμα του. Δεν έκανε τίποτα για να το κρύψει.

-    Έχετε σκοπό να μας βασανίσετε, έτσι;… είπε.

-    Μπορείτε αν θέλετε να τη βγάλετε έξω και να την παίξετε.

Δεν ήθελε ενθάρρυνση ο Σταύρος. Από το άνοιγμα της πιτζάμας του (φορούσε τις παραδοσιακές) έβγαλε έξω το καυλί του, το κράτησε στο χέρι και άρχισε να το παίζει αργά και μαλακά. Αυτό ήταν μια «πρώτη» για μένα. Κάποιος πλάι μου να την παίζει εννοώ. Και είχε έρθει μετά από μια άλλη «πρώτη»: Κάποιος να φιλά το στήθος της γυναίκας μου, ενώ κοιτούσα. Πόσες «πρώτες» περιλάμβανε ακόμα η βραδιά; Γύρισα ξανά προς τη Φλώρα. Η Μαρία της είχε ανεβάσει το σουτιέν, κρύβοντας ξανά τις ρώγες. Είχε αφήσει τα τιραντάκια να πέφτουν στο πλάι. Μάλλον για τη συνέχεια, σκέφτηκα.

-    Κρυώνεις;…

ρώτησε την αδελφή της, η οποία έκανε «μου-μου» (όχι). Έπειτα η Μαρία κοίταξε εμένα.

-    Τρίτη ερώτηση;  

Ένιωσα μέσα μου την καύλα να παίρνει το πάνω χέρι.

-    Τους έχεις πάρει στη δουλειά; ρώτησα.

-    …

-    Ναι, πες μας για τη δουλειά, επανέλαβε ο Σταύρος θαρρείς και χρειαζόταν.

-    Όχι... ναι... όχι πίπα.

-    Σε πήδηξαν;… φώναξε τώρα ο Σταύρος.

-    Σταύρο είναι δική σου η ερώτηση;… τον μάλωσε η Μαρία. Μην πετάγεσαι. Λέγε Φλώρα.

-    Όχι πίπα... Ούτε γαμήσι... Δεν με έχει γαμήσει κανείς από τότε που είμαι με το Δημήτρη…

είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν σαν να ντρεπόταν. Ένιωσα -είναι αλήθεια- μια ικανοποίηση. Ήξερα ότι έτσι ήταν, πράγματι.

-    Τότε τι; ρώτησα.

-    Τότε... τους άφησα να μου πιάσουν τα βυζιά μια μέρα. Στο γραφείο τους.

-    Και στα φίλησαν;

-    Και μου... ναι, τα φίλησαν... αλλά όχι μόνο.

-    Τι άλλο, πουτανάκι;…

είπε η Μαρία σκύβοντας περισσότερο πάνω από την αδελφή της.

-    Μήπως ακουμπήσανε το καυλί πάνω τους; Το ακούμπησαν;… ρώτησε η Μαρία.

-    Ναι, το ακούμπησε ο ένας.

-    εσύ πώς ήσουν; Σκυφτή;

-    Στα γόνατα. Είχα ανεβάσει τη μπλούζα πάνω από το στήθος και εκείνος καθόταν στη καρέκλα του.

-    Και δεν φοβόσουν μη μπει κανείς μέσα;…

διέκοψα εγώ, θυμούμενος την πρόσφατη κουβέντα μας, στη κουζίνα του σπιτιού μας.

-    Φοβόμουν. Αλλά θα χτυπούσε την πόρτα. Θα προλάβαινα να κατεβάσω τη μπλούζα.

-    Και γιατί το έκανες αυτό;

-    Γιατί επέμεναν. Με λέγανε τσουλάκι. Σαν τη γυναίκα του ενός, που το κάνει με όλους. Και ότι αν δεν έχυναν στα βυζιά μου θα έπρεπε να με γαμήσουν.

-    Κι εσύ κάθισες και...

-    Ναι... γιατί καύλωνα που ήμουν το τσουλάκι τους εκείνη τη στιγμή.

-    Και πού έχυσαν;

-    Στα βυζιά μου... παντού. Σκουπιζόμουν μετά για ώρα.

Το βλέμμα μου τράβηξε μια κίνηση στα αριστερά μου. Ο Σταύρος την έπαιζε τώρα πιο γρήγορα. Η Μαρία χάιδευε απαλά το στήθος της αδελφής της από κάτω, ενώ και στο δικό της βλέμμα υπήρχε καύλα. Δεν μπορούσα να μείνω έτσι. Άνοιξα το φερμουάρ και έβγαλα το καυλί μου έξω.

-    Άλλη ερώτηση, είπε η Μαρία. Εμ... τέταρτη;

-    Τέταρτη, επιβεβαίωσε ο Σταύρος. Να τη κάνω εγώ;

Δεν περίμενε απάντηση.

-    Πόσες πίπες έχεις πάρει σε αυτούς τους δύο;

-    Μμ... κάτσε…

Δηλαδή δεν ήταν καν σίγουρη. Αναρωτιόμουν αν είναι αυτή η γυναίκα μου, όμως σιγά-σιγά, τις τελευταίες μέρες είχα αρχίσει να συνηθίζω. Και επίσης, καύλωνα. Καύλωνα τρελά, παίζοντας ελαφρά το καυλί στην παλάμη μου.

-    Πέντε... έξι. Αφού είμαι το τσουλάκι τους...

και την πήραν πάλι τα γέλια.

-    Περιγραφή, είπε ξανά ο Σταύρος.

-    Τι όλες; Δεν γίνεται με μια ερώτηση, διαμαρτυρήθηκε η Φλώρα, μπερδεύοντας λίγο τα λόγια της από το μεθύσι.

Μου θύμισε πώς μιλούσε τη βραδιά του πάρτι.

-    Πού; Θα πεις τουλάχιστον πού, επέμεινε ο Σταύρος.

-    Λοιπόν… κρεβατοκάμαρα (και έδειξε προς τα μέσα), μια φορά. Όλες οι άλλες στο αυτοκίνητο.

-    Τότε θα μας πεις (μίλησα εγώ) κάτι άλλο. Μπορώ; κοίταξα τον κριτή, τη Μαρία, που με τη σειρά της κοίταξε το καυλί μου στο χέρι μου και έκανε μια κίνηση με τη γλώσσα της, τελείως φανερά.

-    Καυλώνεις Δημητράκη με τις πουτανιές της γυναίκας σου;… με ρώτησε.

-    Ναι καυλώνω... Καυλώνεις και εσύ;

-    Καυλώνω κι εγώ, απάντησε η Μαρία. Καυλώνω που η αδελφή μου είναι μια πουτανίτσα... ένα τσουλάκι…

και λέγοντας έτσι άρχισε να παίζει ξανά με τα χέρια της τα βυζιά της Φλώρας, η οποία κατέβασε άλλη μια γουλιά σαμπάνια.

-    Λοιπόν… ρώτα, μου είπε.

-    Γιατί έγινες το τσουλάκι τους;

-    Ναι γιατί;…

είπε και ο Σταύρος που φαίνεται ότι χαιρόταν να επαναλαμβάνει κάθε φράση καύλας.

-    Γιατί ήμουν τόσα χρόνια κανονική. Αλλά τώρα θέλω να γαμηθώ. Να γίνω μια τσούλα που θα τον παίρνει. Ασταμάτητα.

-    Αλλά πώς έγινες; επέμεινα.

-    Αυτοί οι δυο με κάνανε. Που μου λέγανε για τη γυναίκα του Παύλου. Την τέλεια πουτάνα. Και καύλωνα που άκουγα τις ιστορίες. Και έπειτα μου έλεγαν ότι μπορούν να με κάνουν ίδια. Και ότι τα βυζιά μου θέλουν χύσιμο. Και το στόμα μου είναι για πίπες. Και με καύλωναν...

-    Και τι θες να κάνεις;… συνέχισα παίζοντας πάντα το καυλί μου στο χέρι.

-    Θέλω να γαμηθώ. Να ξεσκιστώ. Να τους παίρνω δυο-δυο στο μουνί και στον κώλο. Να γίνω εξώλης και προώλης (γέλασε). Να ξέρουν όλοι ότι γαμιέμαι με όποιον το θέλει.

Η Μαρία την άκουγε με λάγνο ύφος. Τότε έκανε ακόμα μια κίνηση που -παρά την κατάσταση ακραίας καύλας που είχα φτάσει- με σόκαρε. Κατέβασε το χέρι της στο μουνί της αδελφής της, πάνω από το παντελόνι και άρχισε να το τρίβει ελαφρά.

-    Αχ… επανέλαβε εκείνη. Εξώλης και προώλης. Ένα καραπούτανο για όλους.

-    Έλα, βγάλε το παντελόνι σου…

της είπε η Μαρία ψιθυριστά, ίσα για να το ακούσουμε. Ήταν απίθανο, απίστευτο, αλλά η Φλώρα υπάκουσε αμέσως: Άρχισε να κατεβάζει το παντελόνι της, με δυσκολία πάντως (από το μεθύσι), ενώ η Μαρία της πήρε από τα χέρια το ποτήρι για να μην πέσει. Τελικά η Φλώρα κατάφερε να πετάξει το παντελόνι μακριά με μια κίνηση των ποδιών της και έμεινε με την κιλότα και το μισοκατεβασμένο σουτιέν. Έπειτα άνοιξε τα πόδια τελείως, μια στάση που κάποιες (όχι πολλές) φορές είχα δει να παίρνει στο κρεβάτι καθώς με περίμενε και (χωρίς να βγάλει το βρακί) άρχισε να χαϊδεύει μόνη της το μουνί της.

-    Θέλεις να γαμηθείς Φλώρα; της είπε η Μαρία.

-    Ναι... γίνεται να γαμηθώ;

Υπέθεσα ότι το «γίνεται» πήγαινε στους κανόνες του παιχνιδιού.

-    Ωχ… έκανε παρατεταμένα ο Σταύρος. Ωχ, πουτάνες θα με τελειώσετε με αυτά που κάνετε...

-    Μην τελειώνεις παιδί μου έτσι…

είπε η Μαρία. Και αμέσως στην αδελφή της:

-    Πήγαινε πάρε τον στο στόμα, μην πάει χαμένο το χύσιμο.

Το έκανε με χαρά. Γυμνή, μόνο με εσώρουχα, τα δύο τιραντάκια του σουτιέν πάντα μισοπεσμένα και με βήμα ασταθές από το μεθύσι διέσχισε την απόσταση ως την πολυθρόνα και κάθισε στα γόνατα μπροστά στον Σταύρο. Πήρε κατευθείαν το καυλί του στο στόμα και άρχισε να το γλείφει καυλωτικά, σε όλο του το μήκος, κοιτώντας τον. Άλλη μια «πρώτη» της βραδιάς για μένα.

-    Έτσι... της είπε από μακριά η αδελφή της.

-    Ωχ… έκανε σχεδόν αμέσως ο Σταύρος. Δεν κρατιέμαι άλλο... ωχ...

και άρχισε να χύνει μέσα της. Η Μαρία είχε στο μεταξύ κάνει τον κύκλο του καναπέ και είχε έρθει δίπλα της.

-    Όχι όλο μέσα... θέλω λίγο για το σουτιέν σου.

Έκατσε και εκείνη στα γόνατα πλάι τους και με μια μαλακή αλλά επίμονη κίνηση της το έβγαλε από το στόμα. Έπειτα πήρε με τα δάκτυλά της το υπόλοιπο σπέρμα που έβγαινε ακόμα και το άλειψε στο στήθος της γυναίκας μου.

-    Έτσι πουτάνα... να είσαι χυμένη.

Η «πουτάνα» γέλασε.

-    Ναι, είπε. Χυμένη... αλλά θέλω και γαμημένη.

Η Μαρία κάθισε ακόμα λίγο εκεί στα γόνατα, πλάι τους, ενώ ο άντρας της άφηνε τα τελευταία βογκητά ικανοποίησης. Έπειτα πήρε τη γυναίκα μου από τα χέρια και την οδήγησε πίσω στον καναπέ. Την έβαλε ακριβώς όπως καθόταν πριν και η ίδια επέστρεψε πίσω, από πάνω της. Με τα χέρια της συνέχισε να απλώνει το σπέρμα παντού στο στήθος της αδελφής της. Κοίταξε το έργο της σαν να είχε κάνει ζωγραφιά.

-    Επόμενη ερώτηση, ανήγγειλε.

-    Επόμενη... επανέλαβε η Φλώρα. Θέλω και άλλες... να σας τα πω όλα.

-    Όλες τις πουτανιές σου;… τη ρώτησε η Μαρία.

-    Όλες... και αυτές που δεν ξέρετε.

Δε θα αργούσα πολύ. Προσπάθησα να αντισταθώ. Σταμάτησα να την παίζω παρά την καύλα μου, φοβούμενος ότι αν τέλειωνα θα μου έφευγε όλη η διάθεση για αποκαλύψεις μπροστά στον Σταύρο και τη Μαρία.

-    Ωραία, πέμπτη ερώτηση είπα. Ποια πουτανιά σου δεν ξέρουμε;

Με κοίταξε με καύλα στο βλέμμα.

-    Για να δω...

-    Είναι πολλές;

-    Μπορεί...

-    Πες μου μια μεγάλη.

-    Ότι μου λένε «πάρε μας πίπα» και εγώ σκύβω υπάκουα.

-    Αυτοί οι δύο, ε;

-    Ναι. Μου λένε «σήμερα έχει πίπα;» και με παίρνουν με το αυτοκίνητο και με πηγαίνουν εκεί.

-    Στη μάντρα;

-    Ναι... και δεν φέρνω καμία αντίρρηση. Σαν να είμαι έρμαιο στις επιθυμίες τους. Στις καύλες τους.

-    Και κάθεσαι στο πίσω κάθισμα.

-    Ναι. Και αυτοί έρχονται ένας-ένας πίσω, ενώ ο άλλος βλέπει.

Πού να ήξερε ότι τα ήξερα.

-    Και τι σου λένε;

-    Ότι δεν ξέρουν άλλη τέτοια πουτάνα, εκτός από τη γυναίκα του Παύλου. Και ότι πρέπει να ανοίξω τα πόδια μου να με γαμήσουν εκεί μέσα.

-    Αλλά εσύ δεν τα ανοίγεις;

-    Εγώ τους λέω ότι το μουνί μου το έχω ακόμα μόνο για τον άντρα μου.

-    Αλλά θες να τους το δώσεις; επέμεινα.

-    Θέλω... αν με αφήσεις θα τους το δώσω. Θα με γαμήσουν...

και τη στιγμή που τα έλεγα αυτά άρχισε να χαϊδεύει πάλι το μουνί της πάνω από το μαύρο βρακί. Προσπάθησα να ξεχωρίσω αν έβλεπα υγρά πάνω του, αλλά δεν ήταν εύκολο. Στο μεταξύ η Μαρία, ενώ της έπαιζε τα βυζιά πάνω από το σουτιέν έσκυψε και της είπε, ψιθυριστά και πάλι, αλλά αρκετά δυνατά για να ακούσουμε:

-    Έλα, δείξε τους το μουνί σου.

-    Όχι... ντρέπομαι.

Γέλασε. Της είχαν μείνει ακόμα μερικές αναστολές.

-    Έλα, επέμεινε η αδελφή της. Δείξε τους το έστω λίγο. Από το πλάι.

Η Φλώρα έκανε ότι το σκέπτεται. Ύστερα ανασήκωσε λίγο το βρακί της από το πλάι και άφησε να φανούν πρώτα λίγες τριχίτσες και έπειτα τα όμορφα μουνόχειλα της. Όχι ολόκληρο το μουνί πάντως.

-    Ναι, έτσι... της είπε η Μαρία. Έτσι, χάιδεψε το να το βλέπουν και να θέλουν σε γαμήσουν.

Η Φλώρα ακούμπησε τα δάχτυλά της ελαφρά πάνω του, χωρίς όμως να το χαϊδεύει όπως έκανε τόση ώρα πάνω από το βρακί. Είχε αλήθεια τις αναστολές της.

-    Πώς ακριβώς στο ζητάνε; επέστρεψα στο θέμα.

-    Μου λένε... «Αύριο τσουλάκι όταν σχολάσουμε θα μας πάρεις πίπα στο αυτοκίνητο». Και εγώ τους λέω «εντάξει, ναι...» χωρίς δεύτερη κουβέντα.

-    Ποια άλλη πουτανιά σου δεν ξέρουμε; πετάχτηκε ο Σταύρος.

-    Αυτή είναι η τρίτη σου ερώτηση… επισήμανε η Μαρία. Η τελευταία σου.

-    Ναι… έκανε αυτός με σοβαρότητα. Α όλα και όλα, το παιχνίδι είχε κανόνες.

-    Ποια άλλη;… γέλασε πονηρά η Φλώρα. Δεν έχω άλλη. Εκτός ότι έχω γίνει πουτάνα.  Ότι κάθομαι στο γραφείο και σκέπτομαι αν θα μου ζητήσουν να τους πάρω πίπα.

«Ωωχ» έκανα, όπως ακριβώς είχε κάνει ο Σταύρος λίγο πριν. Με κοίταξαν και οι δύο.

-    Ορίστε, θα τον κάνεις να χύσει με αυτά, είπε η Μαρία, δήθεν αυστηρά.

Έπιασα πάλι το καυλί μου.

-    Ωχ... θα τελειώσω...

Δεν ήθελα να τελειώσω, όμως ότι ήταν αδύνατο. Ερχόταν.

-    Και σκέφτομαι, συνέχισε η Φλώρα βλέποντας την κατάστασή μου, ότι είμαι ένα ξέκωλο, ένα γαμιόλικο πουτανάκι που παίρνει εκείνη την ώρα τον ένα μετά τον άλλο. Και καμιά φορά εκεί που κάθομαι στο γραφείο μόνη μου, πάει το χέρι μου στο μουνάκι μου και χύνω.

-    Θα χύσω... είπα ξανά.

-    Πήγαινε, της είπε η Μαρία δείχνοντας προς εμένα. Πήγαινε, αλλά θέλω όλα τα χύσια του στο σουτιέν σου.

Η Φλώρα σηκώθηκε τη στιγμή που το σπέρμα μου πεταγόταν στον αέρα. Κάθισε μπροστά μου και έφερα το καυλί μου στα βυζιά της, όπως είχε προστάξει η αδελφή της. Όλο το υπόλοιπο σπέρμα πήγε εκεί και στο σουτιέν της. Εκείνη είχε βάλει το χέρι της χαμηλά και χάιδευε το μουνί της.

-    Αχ... έκανε. Θέλω να χύσω... θέλω το καυλί σου.

Η Μαρία, όπως και πριν με το Σταύρο, ήρθε και κάθισε δίπλα της, στα γόνατα.

-    Θες να γαμηθείς, ε; της είπε λάγνα.

-    Ναι!

-    Θες να σε γαμήσει ο Σταύρος;

-    λίγο, είπε αμέσως εκείνος. Δεν είμαι έτοιμος.

Εγώ ήταν σαν να μην υπάρχω. Άλλοι αποφάσιζαν.

-    Ή θες να πάρεις το Δημήτρη;… ρώτησε ξανά η Μαρία.

Ξέχασε ότι μόλις είχα χύσει;

-    Μπορώ να του το κρατήσω όρθιο, είπε σαν να κατάλαβε τη σκέψη μου. Το έχω ξανακάνει.

Η γυναίκα μου την κοίταξε με ενδιαφέρον.

-    Ο άντρας σου έχυσε δυο φορές απανωτά μέσα μου όταν του μίλαγα για τις πουτανιές σου. Να εκεί ήμασταν (και της έδειξε τον καναπέ).  

Σηκώθηκε, έβγαλε το βρακί της σκύβοντας λίγο και το πέταξε μακριά. Έπειτα, όπως ήταν με το νυχτικό ήρθε και κάθισε στα πόδια μου. Ακριβώς όπως είχε γίνει την προηγούμενη Δευτέρα το βράδυ. Ήταν φανερό βέβαια ότι δεν το έκανε «για να το κρατήσει όρθιο» και να «εξυπηρετήσει» την αδελφή της, όπως μόλις της είχε πει. Το έκανε γιατί ήταν εξίσου καυλωμένη, γιατί ήθελε να το πάρει μέσα της. Και το δικό μου καυλί ήταν εκείνη τη στιγμή το μόνο σηκωμένο. Το πήρε, ερεθισμένο όπως ήταν ακόμα, και το έβαλε με ευκολία στο μουνί της, υγρό, γλιστερό, σαν να είχε μόλις χύσει και η ίδια. Ήμουν σε μια παράδοξη κατάσταση. Το καυλί μου σχεδόν να πονάει καθώς ακουμπούσε στα τοιχώματά της, ακόμα τρελά ερεθισμένο, την ίδια στιγμή όμως, ήθελα να έχω τη Μαρία ακριβώς έτσι, πάνω μου, με το νυχτικό. Για μια στιγμή ξέχασα τη γυναίκα μου και έπιασα μέσα από το νυχτικό τα όμορφα, μικρά, στητά βυζάκια της. Η Μαρία άρχισε να κουνιέται πάνω κάτω, αδιάφορη για το ότι εγώ είχα μόλις τελειώσει.

-    Αχ…

έκανε με τα γνωστά, δυνατά, καυλιάρικα βογκητά της. Θα μας άκουγε πάλι όλη η πολυκατοικία. Αλλά μάλλον θα την είχαν συνηθίσει. Είδα τον Σταύρο να μας κοιτά χωρίς ίχνος ζήλιας. Κρατούσε το καυλί στα χέρια του, σχεδόν τελείως πεσμένο πια. Τότε η Φλώρα πήγε προς το μέρος του χωρίς να σηκωθεί, στα γόνατα -μια αστεία σκηνή καθώς προχωρούσε λικνιζόμενη. Στήθηκε μπροστά του και πλησίασε το στόμα της.

-    Πουτανάκι... δεν κρατιέσαι ε; της είπε αυτός. Πόσες πίπες θέλεις να πάρεις;

-    Μμ... Πολλές…

και τον πήρε στο στόμα όπως ήταν, έτσι μισο-πεσμένος.

-    Όλο το βράδυ μπορείς να με τσιμπουκώνεις;… συνέχισε αυτός.

-    Μ...

-    Αχόρταγη... χυμένη... καραχυμένη.

Ενώ κοιτούσα το Σταύρο και τη γυναίκα μου, η Μαρία με είχε αγκαλιάσει από το λαιμό και μου μιλούσε, ανεβοκατεβαίνοντας στο καυλί μου.

-    Τι πουτάνα έχει γίνει; Τι πουτάνα; Κοίταξέ τη. Κοίτα, χαϊδεύει το μουνί της ενώ παίρνει τον άντρα μου. Κοίτα την.

Πράγματι, αυτό γινόταν. Φυσικά είχα δει πολλές φορές τη γυναίκα μου να χαϊδεύει το μουνί της ενώ μου έπαιρνε πίπα, πρώτη φορά όμως την έβλεπα να το κάνει υπό αυτή τη γωνία, από πίσω, ενώ στο στόμα της είχε το καυλί του Σταύρου, το χέρι της ξεπρόβαλε από κάτω, μέσα από τα πόδια της και χάιδευε το μουνί της πάνω από το βρακί. Η σκηνή με καύλωσε ακαριαία -να που μου συνέβαινε δεύτερη φορά σε λίγες μέρες. Ήμουν μέσα στο μουνί της Μαρίας και ενώ είχα μόλις χύσει, καύλωνα ξανά.

-    Αχ... ακουγόταν η Φλώρα να βογκάει.

-    Θέλεις καυλί ξέκωλο;…

της είπε η αδελφή της, διακόπτοντας για λίγο τα δικά της δυνατά βογκητά.

-    Ναι θέλω! Δώστε μου... ναι.

-    Σταύρο, γάμησε τη. Έλα από πίσω και γάμησε τη. Χώσε το στο μουνί της!

Ο Σταύρος σηκώθηκε, με το καυλί του αρκετά όρθιο τώρα από το γλείψιμο της γυναίκας μου (όχι πάντως τελείως) και ήρθε πίσω της. Κάθισε στα γόνατα και κατέβασε το βρακί της ως τα δικά της γόνατα. Έπειτα, με τα χέρια του άνοιξε τα μουνόχειλα της γυναίκας μου. Δοκίμασε να μπει μέσα, δεν τα κατάφερε αμέσως, άλλαξε λίγο θέση, δοκίμασε δεύτερη, τρίτη φορά, μπήκε. Έτσι, χωρίς προφυλακτικό.

-    Αχ…

έκανε εκείνη θεαματικά, με μια μακρόσυρτη κραυγή. Σαν να ήταν κάτι που της στερούσαν τριάντα μέρες. Ο Σταύρος άρχισε να κουνιέται μέσα της, πιάνοντας τα βυζιά της από πίσω. Της είχα δώσει την άδειά μου; Μόλις πριν λίγα λεπτά δεν έλεγε «μόνο αν με αφήσει ο άντρας μου»;  Ωστόσο ένιωθα καύλα, απίστευτη καύλα -τίποτα άλλο- βλέποντας πρώτη φορά τη γυναίκα μου να γαμιέται με κάποιον άλλο, ενώ εγώ γαμούσα την αδελφή της.

-    Είδες πώς γαμιέται η πουτάνα; Είδες πώς έκανε μόλις τον έφαγε;…

μου είπε στο αυτί η Μαρία.

-    Αχ... θα χύσω... θα χύσω η πουτάνα…

φώναξε η Φλώρα, έτοιμη από ώρα.

-    Γάμα τη, είπε ξανά η Μαρία, αυτή τη φορά δυνατά. Γάμα το πουτανιάρικο μουνί της.

-    Αχ… χύνω!

-    Γάμα τη!

Η Φλώρα άρχισε να χύνει σφαδάζοντας. Τόσο άντεξε με το καυλί του Σταύρου μέσα της, λιγότερο από μισό λεπτό. Ρεκόρ! Έπειτα ξάπλωσε το κεφάλι και το στήθος στο χαλί, ανήμπορη, ο κώλος της ακόμα στον αέρα, ενώ ο Σταύρος εξακολουθούσε να τη γαμάει από πίσω.

-    Αχ! Άρχισε να φωνάζει η Μαρία τώρα. Αχ καύλα μου, τελειώνω... Αχ!

Ήταν η σειρά της να τελειώσει με σπασμούς, λίγα δευτερόλεπτα μετά την αδελφή της. Έμεινε πάνω μου, χαλαρή, τελειωμένη και αποκαμωμένη. Ο Σταύρος δεν σταμάτησε. Συνέχισε να γαμάει τη γυναίκα μου με δύναμη, κρατώντας με το αριστερό του χέρι το ένα βυζί της ενώ με το δεξί τραβούσε τώρα (ελαφρά) τα μαλλιά της προς τα πίσω.

-    Σου άρεσε ο ξένος πούτσος, μουνάκι; της είπε.

-    Ναι... έκανε εκείνη άψυχα.

-    Ο πρώτος που έφαγες ήταν;

-    Ναι.

-    Θα φας και άλλους;

-    Ναι... πολλούς...

-    Πόσους θες μωρή ψωλού;

-    Πολλούς... όλους...

Ο Σταύρος με κοίταξε. Τους κοιτούσα κι εγώ με την καύλα στον ουρανό, το καυλί μου ακόμα χωμένο στο μουνί της γυναίκας του.

-    Τους θέλει όλους, μου είπε και συνέχισε να τη γαμάει.

Του έκανα νόημα, «ναι».

-    Θα σε γαμάω όλο το βράδυ, είπε γυρίζοντας ξανά το κεφάλι του προς το μέρος της. Δεν θα σταματήσω, όλο το βράδυ θα σε γαμάω.

-    Ναι... αχ... γάμα με.

Καύλωνε ξανά;

-    Όλο το βράδυ θα είμαι στο μουνί σου, πουτάνα.

-    Ναι... γάμα το, ξέσκισέ το, το θέλω η τσούλα... το θέλω!

Ναι, σίγουρα καύλωνε ξανά. Το ξέρω, γνώριζα τη φωνή της. Ή, ίσως, δεν είχε ξεκαυλώσει ποτέ, ούτε όταν τέλειωσε.

-    Έκανες υπομονή τόσα χρόνια, ε; Αλλά τώρα θα σε πάρουν σειρά, όλοι.

-    Ναι... θα γαμιέμαι κάθε μέρα. Κάθε μέρα με άλλον.

-    Γιατί πουτάνα; Τι σου αρέσει τόσο;

-    Μου αρέσει... με τρελαίνει το καυλί.

-    Το ξένο;

-    Το ξένο...

-    Θες να έχεις το μουνί σου χυμένο;

Οι διάλογοι του Σταύρου με τη Φλώρα μου φαίνονταν σουρεαλιστικοί.

-    Ναι... να το χύνουν όλοι.

-    Και αυτοί οι δυο στη δουλειά;

-    Ναι... πρώτοι αυτοί.

-    Και να τρέχουν τα χύσια σου στη δουλειά;

-    Ναι. Να τα βλέπουν και οι άλλοι και να θέλουν να με γαμήσουν και αυτοί.

-    Αυτούς τους δύο θέλω να τους πάρεις τη Δευτέρα κιόλας, συνέχισε ο Σταύρος.

-    Ναι, θα τους πάρω.

-    Μόλις πας στη δουλειά θα τους πεις «από σήμερα μπορείτε να μου γαμάτε και το μουνί».

-    Ναι... θα τους πω έτσι.

Η Μαρία με κοίταξε και μου είπε σιγά στο αυτί:

-    Τι πουτανάκι θεέ μου. Θέλεις να το χύσεις ή να χύσεις μέσα μου;

Πήγα να πω «το ίδιο μου κάνει», αλλά πρόλαβα και συγκρατήθηκα. Δεν θα ήταν τόσο «ευγενικό» την ώρα που ήμουν μέσα της. Κυρίως, δεν ήθελα να σταματήσω να βλέπω τη Φλώρα να γαμιέται έτσι και να παραδέχεται πόσο πουτάνα ήταν.

-    Μέσα σου, απάντησα. Αλλά όχι αμέσως. Μετά το Σταύρο.

Γέλασε και άρχισε να κάνει αργές, κυκλικές, καυλωτικές κινήσεις.

-    Ξέρεις, είπε ξανά στο αυτί μου, εγώ μπορώ να γαμηθώ αμέσως, δεύτερη φορά.

-    Από ό,τι βλέπω, το ίδιο και η αδελφή σου, απάντησα.

Πράγματι, η Φλώρα βογκούσε ξανά, καυλωμένη. Η μόνη διαφορά με πριν ήταν ότι αντί να είναι τα τέσσερα είχε μόνο τη μέση της στον αέρα, ενώ ο Σταύρος τη γαμούσε αποκαλώντας τη πουτάνα σε όλες τις πτώσεις.

-    Η έβδομη ερώτηση; είπε η Μαρία, ενώ εξακολουθούσε να κουνάει τη λεκάνη της αργά-αργά πάνω μου.

Μέσα στην καύλα, γέλασα.

-    Μένουν ακόμα ερωτήσεις;

-    Άλλες τρεις.

Ωραία.

-    Φλώρα. Πες μας για τη γυναίκα του συναδέλφου σου. Την πουτάνα.

-    Ναι... είναι πουτάνα. Γαμιέται και με τους δύο μαζί. Και με άλλους. Ψωνίζεται όπου πάει.

-    Και γιατί στο έχουν πει εσένα;

-    Για να με κάνουν ίδια.

-    Θα κάνετε και παρτούζα;

-    Μου έχουν πει να κάνουμε παρτούζα.

-    Είναι καλό μουνί αυτή;

-    Καλό. Έχει ωραίο σώμα. Βυζιά στητά... αχ... καυλώνω.

-    Πού τα έχεις δει πουτανάκι; Σου έχουν δείξει φωτογραφίες;

-    Ναι... Φωτογραφίες και βίντεο στο κινητό.

-    Και καύλωνες;

-    Ναι, ενώ τους πίπωνα στο αμάξι... άκουγα τις φωνές της στο κινητό.

-    Δεν πιστεύω να πήραν και εσένα βίντεο; ρώτησα.

-    Ήθελαν.

-    Δεν τους άφησες, έτσι;

-    Όχι... αλλά τους είπα ότι την άλλη φορά θα τους αφήσω.

-    Πουτάνα... δεν μου το είχες πει αυτό.

-    Ούτε εμένα! πετάχτηκε η Μαρία.

-    Ναι... αχ, χύνω, χύνω ξανά... χύνω... φώναξε η Φλώρα.

Ούτε ο Σταύρος κρατήθηκε. Με μια κραυγή άρχισε και αυτός να χύνει μέσα το μουνί της. Έπεσε πάνω της και εκείνη ξάπλωσε στο πάτωμα, στο χαλί. Ο Σταύρος έβγαζε τώρα μικρότερες κραυγές ενώ έπαιρνε βαθιές ανάσες. Δε μπορούσα να κρατηθώ άλλο. Άφησα τα βυζιά της Μαρίας και κατέβασα τα χέρια μου στον κώλο της, που ήταν (όπως έχω ξαναπεί) λίγο πιο τουρλωτός από της αδελφής της. Κάθε χέρι στο ένα μάγουλο, τον κούνησα όπως καθόταν πάνω μου πέρα-δώθε με ένταση, δυο τρεις φορές, πιέζοντας το καυλί μου μέσα στο μουνί της. Με αυτή την κίνηση ήρθε το τέλος -ένιωσα το σπέρμα μου να βγαίνει με ορμή. Έχυσα έτσι μέσα της, αλλά ήσυχα, χωρίς κραυγές. Έγειρα το κεφάλι μου στον ώμο της και έμεινα ακίνητος.  Προσπάθησα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Τι τρέλα. Όλοι είχαμε χύσει από δυο φορές. Όλοι εκτός από τη Μαρία, που πάντως δεν έδειχνε να τη νοιάζει.

-    Κοίτα πώς είναι ξαπλωμένη η πουτάνα, μου είπε στο αυτί. Γαμημένη και χυμένη στο πάτωμα.

-    ...

Δεν είχα τι να απαντήσω. Ένιωσα να ζαλίζομαι, από το ποτό ή τον οργασμό, ή και τα δύο. Πέρασε ένα δεκάλεπτο χωρίς να κινείται κανείς. Η ατμόσφαιρα έμοιαζε όπως μετά από πυρηνική έκρηξη, η στάχτη να κάθεται αργά-αργά στο έδαφος. Μετά από δέκα λεπτά η Μαρία ανέβασε το βρακί της Φλώρας στη θέση του βάζοντας από μέσα δυο χαρτομάντιλα. Έπειτα τη βοήθησε να σηκωθεί και την πήγε στο δικό της κρεβάτι. Ο Σταύρος έκανε ξανά ντους.

-    Σήμερα θα κοιμηθείτε σπίτι μας, μου είπε. Δεν έχουμε δουλειές αύριο.

Έγνεψα «ναι».

-    Θα κοιμηθείς μαζί μου; Σε πειράζει;

Εκείνη τη στιγμή δεν με πείραζε τίποτα.

-    Εντάξει, εμείς θα πάμε στον ξενώνα και ο Σταύρος με τη Φλώρα εκεί που την έβαλα, στην κρεβατοκάμαρα.

Ο ξενώνας τους, αντίθετα από τον δικό μας, ήταν κανονικό δωμάτιο με διπλό κρεβάτι. Ξάπλωσα θολωμένος και άκουσα τον Σταύρο να βγαίνει από το ντους και να πηγαίνει κι αυτός να κοιμηθεί, προφανώς στο κρεβάτι τους, που βρισκόταν ήδη η γυναίκα μου. Ένα δυο λεπτά μετά ένιωσα την Μαρία να έρχεται δίπλα μου, αλλά ήμουν ήδη στα όρια του ύπνου. Ούτε που την ακούμπησα, αναρωτήθηκα μόνο «τι μας ξημερώνει;»

Έπειτα κοιμήθηκα βαθιά, χωρίς όνειρα.



Copyright protected OW ref: 113257