Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (4ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από DemT
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.86 (14 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (3ο μέρος)

Κεφάλαιο 6

Η Κυριακή πέρασε γρήγορα. Η Μαρία και η Φλώρα ξύπνησαν σχεδόν ταυτόχρονα, γύρω στις δώδεκα και ο Σταύρος χτυπούσε το κουδούνι λίγο μετά. Φαινόταν κομμένος. Τον αντίκρισα με κάποια αμηχανία μην ξέροντας πώς θα αντιδρούσε αργότερα στα νέα της Μαρίας. Για την ακρίβεια, δεν ήξερα καν αν η Μαρία θα του έλεγε τι συνέβη μεταξύ μας.

Η Φλώρα μπήκε να κάνει μπάνιο, εγώ έφτιαχνα ήδη μακαρονάδα για τους δυο μας, ο Σταύρος και η Μαρία θα πήγαιναν σπίτι τους. Καθώς η Μαρία ντυνόταν ο Σταύρος με πήρε παράμερα.

-    Πού να σου λέω τι έγινε χτες το βράδυ. Της τρελής.

-    Δηλαδή;

-    Η κυρία Πόπη είναι φωτιά... καύλα! Έμειναν σπίτι. Το κάναμε όλο το βράδυ. Τη γάμησα τρεις φορές ως το πρωί, αν μπορείς να το φανταστείς.

Το καυλί μου σκίρτησε. Η κυρία Πόπη, όπως έχω εξηγήσει, με καύλωνε. Γενικότερα η περιρρέουσα ατμόσφαιρα των τελευταίων ημερών βοηθούσε.

-    Μα… ο άντρας της;

-    Σου είπα «το κάναμε». Την είχαμε στη μέση. Αν το ήξερα από πριν. Τσαντίζομαι και μόνο για τις ευκαιρίες που έχω χάσει. Μου είπαν απίθανες ιστορίες. Κάθε τόσο οργανώνουν ένα είδος παρτούζας όπου την πηδάνε στη σειρά μέχρι και φίλοι της κόρης τους. Θα στα πω αναλυτικά. Μας κάλεσαν να πάμε μια φορά κι εμείς, μαζί.

-    Και εμένα;

Παραξενεύτηκα.

-    Θα σου εξηγήσω. Αλλά τσιμουδιά στις γυναίκες μας για την ώρα (έκανε νόημα προς τη Μαρία που ντυνόταν στο βάθος).

-    Σιγά μην το πω!

-    Αν και...

Φαινόταν ότι ήθελε να πει κάτι ακόμα, αλλά δίσταζε. Τελικά:

-    Ξέρεις τι τους καύλωσε περισσότερο χτες; Μου το έλεγαν όλο το βράδυ.

-    Πες μου.

-    Μόνο, μην σε πειράξει...

Το μυαλό μου πήγε αμέσως στη Φλώρα. Και πράγματι:

-    Η Φλώρα. Τους καύλωσε όπως χόρευε, ξέρεις... πριν γυρίσεις. Και το μισάνοιχτο πουκάμισό της, όταν φεύγατε. Τι κάνατε ρε στην κρεβατοκάμαρα;
-    Τι να κάναμε; Δεν φαντάζεσαι; Ήταν κάπως... ερεθισμένη.

Με χτύπησε ελαφρά με ένα γέλιο στον ώμο.

-    Τι ερεθισμένη; Και η Φλώρα φωτιά ήταν χτες. Καλά, θα τα πούμε. Μακάρι να την καταφέρουμε να έρθει μαζί μας σε μια παρτούζα.

Ο πληθυντικός δεν με ενθουσίασε. Κανόνιζε τώρα και ο Σταύρος για τη Φλώρα; Είπαμε, η καύλα-καύλα, μια φορά πίπα στο αυτοκίνητο εντάξει (ας πούμε εντάξει...), αλλά η σύζυγος, σύζυγος. Μόλις βγήκαν στο διάδρομο και ο Σταύρος άνοιγε την πόρτα του ασανσέρ, η Μαρία γύρισε δήθεν να πάρει κάτι που είχε ξεχάσει.

-    Ωραία ήταν χτες, μου είπε χαμηλόφωνα.

-    Ναι... Αλλά πες μου, πρέπει να ξέρω. Θα τα πεις στον Σταύρο;

Γέλασε.

-    Όλα! Και παραπάνω από ό,τι κάναμε. Δεν ξέρεις πώς καυλώνει.

Δεν ήξερα, αλλά μπορούσα να φανταστώ κρίνοντας από εμένα. Μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.

-    Και σίγουρα θα τα μάθει όλα και η αδελφή μου, πρόλαβε να πει πριν κλείσει την πόρτα πίσω της.

Ωχ... Μπερδέματα. Κι εγώ δεν είχα ιδέα πώς έπρεπε να χειριστώ την κατάσταση. Πάντως δεν άνοιξα κουβέντα στη Φλώρα, ιδιαιτέρως αφού κι εκείνη δεν φαινόταν να έχει όρεξη για πολλά-πολλά. Μετά το φαγητό ξάπλωσε να διαβάσει ένα βιβλίο και σύντομα βυθίστηκε ξανά στον ύπνο. Το ίδιο έκανα κι εγώ στην τηλεόραση, στον καναπέ. Το απόγευμα και το βράδυ πέρασαν χωρίς καμία αναφορά στα χτεσινά και επίσης χωρίς την παραμικρή νύξη ή διάθεση για σεξ.

Η Δευτέρα στη δουλειά ήταν χωρίς κανένα ενδιαφέρον, μέχρι που ξαφνικά, γύρω στις δώδεκα έλαβα ένα sms από την Φλώρα: «Θα αργήσω έχει προκύψει κάτι στη δουλειά μην με περιμένεις για φαγητό». Με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Ως εκείνη τη στιγμή είχα κατατάξει το «δεν μπορεί να περιμένει ως τη Δευτέρα» στα λόγια της στιγμής (βλ. κεφάλαιο 3). Ξαφνικά όμως αποκτούσαν άλλο νόημα.

Μέχρι τις δύο και είκοσι που σχόλασα καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα. Δεν άκουγα καν τι με ρωτούσαν, ήμουν αλλού. Έφυγα νωρίτερα από το συνηθισμένο (είχα την άνεση) και κατέβηκα στο αυτοκίνητο. Έβαλα μπρος και έμεινα για λίγο ακίνητος, μη μπορώντας να αποφασίσω τι να κάνω. Μια φωνή με παρότρυνε «πήγαινε να δεις τι θα κάνει η γυναίκα σου μόλις σχολάσει», η άλλη έλεγε «άσε τα ρεζιλίκια».

Όταν τελικά ξεκίνησα, το τιμόνι λες γύριζε μόνο του. Έφτασα κοντά στη δουλειά της γυναίκας μου δέκα λεπτά πριν τις τρεις. Εκείνη σχολούσε ακριβώς τρεις, νωρίτερα ήταν αδύνατο από τη φύση της εργασίας της. Πάρκαρα μακριά και έμεινα μέσα, μη μπορώντας να αποφασίσω ακόμα και εκείνη τη στιγμή. Ήξερα ότι η γυναίκα μου θα έβγαινε με το διθέσιο smart της χωρίς να περάσει από δίπλα μου, λόγω της φοράς του δρόμου (μονόδρομος αντίθετος από εκεί που στεκόμουν). Όλο που ήθελα, ή τουλάχιστον έτσι έλεγα στον εαυτό μου, ήταν να διαπιστώσω αν θα σχολούσε στις τρεις ακριβώς (οπότε τα περί έκτακτης δουλειάς ήταν ψέματα και ποιος ξέρει πού θα πήγαινε) ή θα έμενε πράγματι περισσότερο όπως μου είχε γράψει στο μήνυμα. Να την ακολουθήσω ούτε λόγος, θα με έβλεπε αμέσως. Αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες.

Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά όταν τρία λεπτά μετά τις τρεις την είδα να βγαίνει από την πύλη με το smart και ένα συνεπιβάτη. Ποιον, δεν μπορούσα να διακρίνω, ήμουν περίπου 70 μέτρα μακριά. Είδα το smart να πηγαίνει ευθεία και ήμουν σίγουρος ότι θα χάνονταν στο βάθος, προς την κεντρική λεωφόρο. Τελείως αναπάντεχα, στα εκατό μέτρα, έστριψε δεξιά. Ορίστε; Πού πήγαιναν; Τι υπήρχε από εκεί; Στην περιοχή που ήταν η δουλειά της Φλώρας υπήρχαν μόνο μικροί κάθετοι δρόμοι με εξοχικές μονοκατοικίες και αδιέξοδα. Είχα μπει κάποια φορά μέσα, όταν είχα έρθει σε μια γιορταστική εκδήλωση και λόγω του κόσμου έψαχνα να παρκάρω.

Ξαφνικά σκέφτηκα ότι ο συνεπιβάτης της θα ήταν ο Πέτρος ή ο Παύλος ο οποίος θα έμενε κάπου κοντά. Βγήκα από το αυτοκίνητο και προχώρησα με τα πόδια προς εκεί που υπολόγιζα ότι βρίσκονταν, ακολουθώντας όμως όχι το κάθετο δρόμο (δρομίσκο θα τον έλεγες) που είχαν πάρει, αλλά τον αμέσως προηγούμενο. Βάδισα περίπου πενήντα μέτρα κρατώντας μια σχετική προφύλαξη μην βγουν ξαφνικά μπροστά μου, έστριψα αριστερά, άλλα πενήντα μέτρα, μετά πάλι δεξιά. Δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα εκεί, κάποιες μονοκατοικίες, οι μισές φαίνονταν κλειστές, εξοχικές, δυο εργαστήρια - συνεργεία, μια μεταφορική εταιρία. Ούτε ένας διαβάτης, ούτε ένα παιδί να παίζει στο δρόμο (ήταν και χειμώνας).

Τότε, τελείως αναπάντεχα, το μάτι μου πήρε το σμαρτ. Ήταν παρκαρισμένο στον εσωτερικό χώρο ενός περιφραγμένου οικοπέδου, κάτω από ένα σκέπαστρο. Έμοιαζε αποθήκη, κάτι τέτοιο, χωρίς πάντως κανέναν άνθρωπο. Μάλλον εγκαταλειμμένη. Πλησίασα προς την περίφραξη ακριβώς από την απέναντι πλευρά του οικοπέδου και κοίταξα το smrt, που ήταν με το πορτ μπαγκαζ προς εμένα. Αδύνατο να με δουν, η περίφραξη ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος χτισμένη, με μικρά ανοίγματα, και με κάλυπτε τελείως.

Για τρία λεπτά δεν έβλεπα τίποτα, αν και απέφευγα να φανταστώ τι μπορεί να γινόταν μέσα στο αυτοκίνητο. Τότε κάτι με αιφνιδίασε, σχεδόν με τρόμαξε: Ένα άλλο αυτοκίνητο (ένα peugeot) μπήκε από την είσοδο του οικοπέδου και στάθμευσε δίπλα στο smart, χωρίς να σβήσει τη μηχανή. Από το smart άνοιξαν αμέσως και οι δύο πόρτες και η Φλώρα βγήκε έξω με το συνεπιβάτη της, που ήταν πράγματι ένας από τους δύο συναδέλφους της. Ακόμα δεν είχα μάθει σε ποιο πρόσωπο αντιστοιχούσε ο καθένας τους, αν δηλ. αυτός ήταν ο Πέτρος ή ο Παύλος. Προφανώς ο οδηγός του άλλου οχήματος ήταν ο δεύτερος.

Η Φλώρα προχώρησε, έσκυψε και μίλησε στον οδηγό του Πεζό που είχε χαμηλώσει το παράθυρο (ναι, ήταν ο δεύτερος). Γέλασαν, είπαν κάτι ακόμα, ενώ ο άλλος από το smart ήρθε δίπλα της και την έπιασε από τη μέση. Εκείνη δεν αντέδρασε καθόλου στο άγγιγμά του, ούτε απομάκρυνε το χέρι του. Λίγες ομιλίες ακόμα, ξανά γέλια και έπειτα η Φλώρα άνοιξε την πίσω πόρτα του πεζό και κάθισε πίσω από τον οδηγό. Ο άλλος έκανε το γύρο. Ήμουν σίγουρος ότι θα καθόταν μπροστά και κάπου θα πήγαιναν, τα σχέδιά τους όμως ήταν άλλα.

Τα πόδια μου κόπηκαν όταν είδα να ανοίγει την άλλη πισινή πόρτα, πίσω από το συνοδηγό και να μπαίνει μέσα. Ο οδηγός έκλεισε το παράθυρο και πίσω φάνηκαν κάποιες κινήσεις. Το πεζό έμενε ακίνητο, πάντα με τη μηχανή αναμμένη.

Με μια αίσθηση ιλίγγου, προσπάθησα να διακρίνω λίγο καλύτερα τι γινόταν πίσω, αλλά από εκεί που ήμουν ήταν αδύνατο. Ίσως αν πήγαινα σε ένα άλλο σημείο, είκοσι μέτρα πιο πέρα. Όταν έφτασα εκεί (με πόδια που έτρεμαν), κοίταξα ξανά. Ναι, τώρα έβλεπα καλύτερα. Η Φλώρα και ο άλλος καθόντουσαν αντικριστά και μιλούσαν, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε στην αρχή. Σύντομα κατάλαβα ότι τα πρόσωπά τους έρχονταν σε επαφή, δηλ. σίγουρα φιλιόντουσαν (πιο καθαρά ήταν αδύνατο να δω, ήδη το τζάμι μάζευε υδρατμούς) ενώ λίγο μετά εκείνη έβαλε τα χέρια της στα μαλλιά του.

Ο ίλιγγος αυξήθηκε απότομα, σε βαθμό σχεδόν να μην με κρατάνε τα πόδια μου, όταν είδα κινήσεις που φανέρωναν ότι η Φλώρα έβγαζε το μπουφάν της. Την ίδια στιγμή που έτρεμα από τις εικόνες απιστίας που ξετυλίγονταν μπροστά μου, με έκπληξη αντιλήφθηκα το καυλί μου να σηκώνεται.

Προσπάθησα να λογικευτώ. Δεν είναι δυνατό να καυλώνεις που κάποιος γλεντάει με τη γυναίκα σου στο πίσω κάθισμα ενός ξένου αυτοκινήτου, είπα στον εαυτό μου. Αν όμως η καύλα είχε λογική, ο κόσμος μας δεν θα ήταν αυτός που είναι. Με το χέρι μου έπιασα το καυλί μου πάνω από το παντελόνι και το έτριψα ελαφρά, ωστόσο αρνήθηκα να κάνω κάτι άλλο. Μου φαινόταν πολύ υποτιμητικό εκείνη τη στιγμή και στη θέση που βρισκόμουν.

Τα επόμενα πέντε λεπτά παρακολούθησα την απιστία της Φλώρας σα να έβλεπα κινηματογράφο, σαν να ήταν άγνωστή μου η πρωταγωνίστρια. Ο Πέτρος ή Παύλος έγειρε το κεφάλι του πίσω και η γυναίκα μου είχε εξαφανιστεί στο κάθισμα. Δεν ήθελε πολύ για να καταλάβω τι του έκανε εκείνη τη στιγμή με το στόμα. Ήταν πράγματι αυτή η Φλώρα που γνώριζα; Ήταν δυνατό η γυναίκα μου να παίρνει πίπα σε δεύτερο άντρα μέσα σε αμάξι (μετά το Σταύρο), μέσα σε δυο βδομάδες; Πώς είχε μετασχηματιστεί από μια καυλιάρα μεν, αλλά πιστή σύζυγος, στο πουτανάκι που έγλειφε κάθε πούτσο που εμφανιζόταν πλάι της;

Τις σκέψεις μου διέκοψαν οι κινήσεις του κεφαλιού του άντρα, που έδειχναν ότι τέλειωσε. Πέρασε μισό λεπτό ακόμα και εμφανίστηκε ξανά το κεφάλι της γυναίκας μου. Κάτι του έλεγε. Συνέχισαν έτσι να μιλάνε για λίγο μέχρι που εκείνος άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω, φτιάχνοντας τα ρούχα του. Πέρασε και κάθισε μπροστά, στη θέση του συνοδηγού.

Τότε δέχτηκα το επόμενο χτύπημα. Ο οδηγός άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Στο παντελόνι του σχηματιζόταν σηκωμένο το καυλί του, προφανώς από αυτά που είχε παρακολουθήσει, αλλά δεν έδειχνε να τον νοιάζει. Άνοιξε την πόρτα και κάθισε δίπλα στη γυναίκα μου.

Ακολούθησαν άλλα πέντε λεπτά με μια από τα ίδια. Αυτή τη φορά μάλιστα η γυναίκα μου έβγαλε και την μπλούζα της (στο αρκετά θολό πλέον τζάμι είδα καθαρά τα χέρια της να σηκώνονται καθώς έβγαζε τα μανίκια). Το κεφάλι του άντρα ήταν ακίνητο στο κάθισμα ενώ δεχόταν την περιποίηση της γυναίκας μου, η οποία και πάλι εξαφανίστηκε χαμηλά. Κάποια στιγμή φαίνεται ότι τέλειωσε και αυτός, δεν έβλεπα πια καθαρά, πέρασαν άλλα τρία – τέσσερα λεπτά και η γυναίκα μου βγήκε από το αυτοκίνητο φορώντας πλέον τη μπλούζα της, με το μπουφάν στα χέρια. Γύρισε στο smart, έβαλε μπρος και έφυγε βιαστικά, ενώ το peugeot παρέμενε ακόμα ακίνητο, με τους δύο προφανώς να συζητούν την εμπειρία που είχαν.

Είχα δει αρκετά! Έφυγα βιαστικά προς το αυτοκίνητό μου. Ήθελα να φτάσω πριν τη γυναίκα μου σπίτι, να δω το βλέμμα της όταν θα με αντίκριζε. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό και είδα τη φωτογραφία της Μαρίας που με καλούσε.

-    Ναι;

Προσπάθησα να μη δείξω κάτι στη φωνή μου.

-    Δημήτρη; Τι κάνεις; Θες να έρθεις μια βόλτα από το σπίτι;

-    Είσαι μόνη;

-    Ναι, ο Σταύρος θα αργήσει. Θέλω να μιλήσουμε.

Ήμουν έτοιμος να απαντήσω «έχω σοβαρό λόγο να γυρίσω σπίτι», αλλά αντί για αυτό άκουσα τη φωνή μου να λέει «οκ, έρχομαι».

Κεφάλαιο 7

Μου άνοιξε την πόρτα ευδιάθετη, με το «απογευματινό» νυχτικό της (ξέρω, αντίφαση).

-    Έλα, έχω φτιάξει καφέ.

Η μυρωδιά του φίλτρου ερχόταν από την κουζίνα πλούσια. Η Μαρία ήξερε πόσο μου άρεσε ο δυνατός, αρωματικός καφές φίλτρου. Μια φορά το μήνα που πήγαινα σπίτι τους έβαζε τα δυνατά της να μου τον φτιάξει καλό. Με έβαλε δίπλα της στον καναπέ και μου έδωσε στα χέρια την κούπα. Ένιωσα τη ζεστασιά του. Λίγο πριν στο αμάξι έτρεμα, μάλλον όχι μόνο από το κρύο.

-    Σε ήθελα να μιλήσουμε.

-    Μ… απάντησα.

Έχοντας κάτσει με το πλάι, πλησίασε τα χέρια της στα πόδια μου.

-    Δεν ξέρεις πόσο μου άρεσε προχτές.

-    Δεν ήταν επειδή ήσουν μεθυσμένη;

Γέλασε δυνατά.

-    Σου είπα. Ονειρευόμουν πολύ καιρό να το κάνουμε. Δεν ήταν μόνο σεξ... Ήταν συναίσθημα.

Εξακολουθούσα να κοιτώ μπροστά, τον καφέ μου.

-    Δε σου άρεσε εσένα; ρώτησε. Δεν ήθελες;

-    Ήθελα πολύ. Ήθελα χρόνια, ίσως πριν από εσένα, απάντησα αργά. Σκέφτομαι όμως τον Σταύρο.

Αυτή τη φορά γέλασε ακόμα πιο δυνατά.

-    Ο Σταύρος τα ξέρει όλα, χαζέ. Τις μισές φορές που κάνουμε σεξ του μιλώ για σένα.

-    Και τις άλλες μισές;

Γέλασε πάλι.

-    Για άλλους που με έχουν πάρει.

-    Είναι πολλοί;

-    Αρκετοί... αλλά για την καύλα μόνο.

-    Αρκετοί; Νόμιζα ότι τα λέτε όλα με την αδελφή σου.

-    Αν της τα έλεγα όλα, δε θα κρατιόταν. Θα πηδιόταν διαρκώς δεξιά και αριστερά.

Δεδομένων των συνθηκών προτιμούσα να αλλάξω θέμα.

-    Δηλαδή ο Σταύρος ξέρει για προχτές;

-    Ξέρει ότι ήθελα να το κάνουμε και ότι κάποια στιγμή θα γινόταν. Δεν ήθελα να του το πω ακόμα, αν δεν συμφωνούσες και εσύ.

Ανασήκωσα τους ώμους.

-    Τι να σου πω. Αν δεν έχει πρόβλημα εκείνος...

-    Τι πρόβλημα να έχει; Θα σου πω ένα «μυστικό». Ο Σταύρος θέλει να του κάνω τα πάντα, και να κάνουμε παιχνίδι με όσους το θέλουν και δεν το διαλαλούν. Δεν τον πειράζει τίποτα εδώ και χρόνια, αρκεί να το ξέρει.

-    Μ… έκανα πάλι κοιτώντας μπροστά.

-    Νομίζω ξέρω τι έχεις, συνέχισε. Δεν πιστεύω ότι σκέφτεσαι τον Σταύρο. Την αδελφή μου σκέφτεσαι.

-    Με απασχολεί είναι αλήθεια, είπα αόριστα.

Για άλλο λόγο από αυτόν που φανταζόταν, βέβαια.  

-    Το πουτανάκι θα έκανε το ίδιο στη θέση σου. Ξέρεις πόσο την αγαπώ, αλλά δεν την είδα να έχει ενοχές όταν έπαιρνε τον άντρα μου στο αμάξι μας.

-    Και εσύ τον Ιταλό στο πίσω κάθισμα, της είπα (ψεύτο) δηκτικά.

-    Χα! Αυτό ήταν μόνο για την καύλα σου λέω. Δεν υπήρχε κανένα συναίσθημα. Αυτά τα κάνω γιατί αρέσουν του Σταύρου. Και το πουτανάκι σου για αυτό καύλωσε τον Ιταλό.

-    Χμ… η Φλώρα τον καύλωσε ή εσύ;

-    Χα! Η Φλώρα το ξεκίνησε. Όταν άρχισε να τη χαϊδεύει στο πίσω κάθισμα δε διαμαρτυρήθηκε.

-    Γιατί τη χάιδευε;

-    Γιατί τη γούσταρε, ανόητε!

Το «ανόητε» το είπε γελώντας.  

-    Και εκείνη ανταποκρινόταν;

-    Δεν ξέρεις τι καύλα που ήταν! Αυτή καθόταν πίσω, μαζί του, και μας μίλαγε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ρωτούσε τι θα κάνουμε και αν θα γυρίσουμε σπίτι ή θα πιούμε άλλο ένα ποτό, ενώ εκείνος της χάιδευε στην αρχή τα γόνατα, μετά τη μέση, μετά το κάτω μέρος από το στήθος της.

Ήξερα σε ποιο σημείο είχαν γίνει όλα αυτά, αλλά δεν τολμούσα να το πω για να μη φανερωθώ. Στο κάθετο δρόμο, έξω από το εστιατόριο.

-    ...μετά τη φιλούσε στο λαιμό, μετά στην άκρη από τα χείλη.

Το καυλί μου άρχισε να σηκώνεται, καθώς οι εικόνες του τι πραγματικά είχε συμβεί εκείνο το 15λεπτο στη Μερσεντές έπαιρναν πρώτη φορά σάρκα και οστά στο μυαλό μου. Η Μαρία με αγκάλιασε από το λαιμό, ακουμπώντας τα χείλη της πάνω του. Έπειτα συνέχισε με φωνή καύλας.

-    ...και αυτή εξακολουθούσε να μας μιλά δήθεν αδιαφορώντας για όσα της έκανε ο Ιταλός. «Νομίζετε ότι στον Νταβίντε θα αρέσει μια βόλτα γύρω από το κέντρο»;…

έκανε η Μαρία παριστάνοντας την αδελφή της. Σαν να του έλεγε «κάνε ό,τι θες με τα χέρια σου, ένα πουτανάκι είμαι». Από όσα είχα ακούσει και δει τις τελευταίες δυο μέρες, την πίστευα απολύτως. Ανακάλεσα και τη σκηνή λίγο πριν: Ο ένας από τους δύο συναδέλφους την είχε πιάσει από τη μέση και εκείνη εξακολουθούσε να μιλά στον άλλο σα να μη συνέβαινε τίποτα. Η Μαρία έβαλε το χέρι της πάνω στο καυλί μου, που σχηματιζόταν ευδιάκριτα στο παντελόνι μου.

-    Μ... Βλέπω καυλώνεις. Σε καυλώνει να μαθαίνεις πόσο πουτανάκι είναι η αδελφή μου;

-    Ναι… παραδέχτηκα.

Με φιλούσε στο λαιμό κάτω από το αυτί, στέλνοντας ρίγη παντού στο σώμα μου.

-    Και τι έκανε μετά;…

ρώτησα σχεδόν με ντροπή που ενώ ήμουν μαζί της, έδινα συνέχεια στην περιγραφή της γυναίκας μου.

-    Μετά εκείνος έβαλε τα χέρια κάτω από την μπλούζα της και έπιασε τα πουτανιάρικα βυζιά της.

-    Κι εκείνη;

Δεν χόρταινα, ήθελα να ακούσω περισσότερα. Την ίδια στιγμή καύλωνα τρελά καθώς η Μαρία ακουμπούσε μια τη γλώσσα της στο αυτί μου, μια ψιθύριζε καυλωτικά μέσα του.

-    Εκείνη έλεγε «αν έχετε κουραστεί ας γυρίσουμε σπίτι» την ώρα που αυτός της σήκωνε τη μπλούζα και φιλούσε τα βυζιά της. Δεν κοιτούσε καν προς το μέρος του. Ακόμα και όταν αυτός έβαλε το κεφάλι του όλο μέσα στην μπλούζα της, η αδελφή μου μας μιλούσε σαν να μην έτρεχε τίποτα.

-    Και μετά;

-    Μετά είχε πετύχει το σκοπό της...

-    Να καυλώσει τον Ιταλό;

-    Χα! Ανόητε (πάλι παιχνιδιάρικα). Δεν ήθελε να καυλώσει τον Ιταλό, ήθελε να καυλώσει τον άντρα μου. Να του δείξει ότι είναι έτοιμη για εκείνον.

Μέσα μου κάτι έκανε κλικ.

-    Και τότε;

Με το χέρι της έπιασε το φερμουάρ μου, χωρίς να πάρει το στόμα της από το λαιμό μου. Τη διευκόλυνα ανοίγοντας τη ζώνη και το κουμπί του παντελονιού.

-    Τότε της είπα να έρθει μπροστά, γιατί ήξερα ότι δεν ήθελε να πάρει πίπα του Ιταλού, αλλά του Σταύρου.

Έβαλε το χέρι της στο παντελόνι, μέσα από το σλιπ και έβγαλε έξω το σηκωμένο καυλί μου. Άρχισε να το παίζει. Τι καύλα ήταν αυτή; Πόσο μπορούσα να αντέξω στο παίξιμό της, στα λόγια της μες το αυτί μου, στο στόμα της στο λαιμό μου και κυρίως στις εικόνες της Φλώρας να είναι κυριολεκτικά έρμαιο στα χέρια ενός ανθρώπου που μόλις είχε γνωρίσει; Της Φλώρας να παίρνει με κάθε ευκαιρία πίπες στα αυτοκίνητα;

-    Και έπειτα;

-    Έπειτα φύγαμε και πήγαμε στο δασάκι.. Εκεί τους τσιμπουκώσαμε και οι δύο μας.

Ναι, αυτά τα ήξερα. Και ταίριαζαν τόσο οι περιγραφές που ήταν σίγουρο ότι μου έλεγε αλήθεια. Με το χέρι της εξακολουθούσε να παίζει αργά (ευτυχώς) το καυλί μου.

-    Όπως λέω να τσιμπουκώσω εσένα τώρα.

-    Ναι... Δεν θα κρατηθώ πολύ.

-    Γιατί καυλιάρη; Σε καυλώνει να ακούς ότι η γυναίκα σου παίρνει πίπες;

-    Ναι…

-    Ότι έκανε σαν πουτάνα μες το αμάξι μου;

-    Ναι...

-    Ότι γαμιέται με αυτούς τους δύο;

-    Ναι... Γαμιέται με αυτούς;

-    Πάντως πίπες τους παίρνει. Μπορεί και να τη γαμάνε.

-    Τους πήρε πίπα προχτές το βράδυ στη γιορτή;… είπα.

-    Πού;

Με κοίταξε με ειλικρινή έκπληξη.

-    Εδώ παρά μέσα. Στην κρεβατοκάμαρά σου, αχ… θα χύσω.

Έσκυψε αμέσως και το πήρε στο στόμα τη στιγμή που το σπέρμα ξεχυνόταν. Πόσες φορές στη ζωή μου είχα χύσει με τέτοια καύλα; Κάποιες σίγουρα, όχι πολύ συχνά πάντως. Ένιωσα να ζαλίζομαι. Η Μαρία συνέχισε να το κρατά στο στόμα της, χωρίς ευτυχώς να το γλείφει γιατί θα με τρέλαινε ο ερεθισμός. Το άφησε μόνο όταν στέγνωσε τελείως, ενώ εγώ είχα γύρει το κεφάλι πίσω και προσπαθούσα να ανακτήσω την αναπνοή μου. Ξαφνικά άλλαξε ύφος, αφήνοντας κατά μέρος τους ψιθύρους στο αυτί μου.

-    Έλα, σειρά μου τώρα. Πάρε με. Θέλω να νιώσω την πούτσα σου μέσα μου, θέλω να με γαμάς ως το βράδυ, να ξεσκίσεις το μουνάκι μου.

Ωχ! Δέκα χρόνια πριν ίσως μπορούσα να το κάνω αυτό, τώρα όμως;

-    Έλα, γάμα τη κουνιάδα σου, ξέσκισέ της το μουνί.

Η φωνή ήταν καυλωμένη και αυτό μου άρεσε αν και η καύλα μου είχε φυσικά υποχωρήσει. Σαν τρελή, σαν να μην κρατιόταν με τίποτα, σηκώθηκε και μου κατέβασε τελείως το παντελόνι. Το καυλί μου ήταν ακόμα σηκωμένο βέβαια. Αμέσως με βιαστικές κινήσεις πέταξε μακριά το νυχτικό και έμεινε με την κιλότα. Δεν φορούσε σουτιέν και τα υπέροχα, στρογγυλά, στητά (ίσως λίγο πιο στητά από της Φλώρας) και μικρά, έως μεσαία στο μέγεθος στήθη της ήρθαν μπροστά μου. Αυτά που για δέκα χρόνια φανταζόμουν τόσο συχνά. Με μια κίνηση της κιλότας στο πλάι, χωρίς να τη βγάλει, κάθισε πάνω μου και έφερε το μουνί της στο καυλί μου. Μπήκε χωρίς δυσκολία, σαν να ήταν έτοιμη από ώρα και άρχισε να κουνιέται.

-    Γάμα με καύλα μου... σκίσε με. Θα σε βάλω να με γαμάς κάθε μέρα, θα γίνω η ψωλού σου, η γαμιόλα κουνιάδα σου. Κάθε πότε θες να με παίρνεις, λέγε μου!

-    Κάθε μέρα…

είπα διστακτικά, ελπίζοντας ότι η απάντηση θα την ικανοποιούσε. Την ίδια στιγμή φοβόμουν ότι θα μου έπεφτε και θα την άφηνα στη μέση, κάτι που δεν θα ήταν πολύ ευχάριστο.

-    Κάθε ώρα, όποτε θες! Θα έρχεσαι εδώ και θα λες «ήρθα να σε σκίσω, να σε γαμήσω, να σου τρυπήσω το μουνί πουτάνα μου»!

Τι την είχε πιάσει; Πριν λίγο αποκαλούσε την αδελφή της πουτανάκι.

-    Κάθε ώρα θα με γαμάς; Κάθε ώρα; επέμεινε.

Φώναζε σχεδόν:

-    Θα σου λέω ιστορίες για την αδελφή μου να καυλώνεις και εσύ θα με γαμάς;

-    Ναι, της είπα προσπαθώντας να δώσω ένα τόνο καύλας στη φωνή μου.

-    Θα είμαι πιο πουτάνα από την αδελφή μου; αχ...

και με αυτή την τελευταία φράση έχυσε με ένα απίστευτο πολλαπλό σπασμό, εξακολουθώντας να φωνάζει δυνατά. Θα την άκουσε όλη η πολυκατοικία, δεν είχα αμφιβολία. Αν όχι όλοι οι όροφοι, ο από πάνω και από κάτω σίγουρα. Όσο για μένα, ένιωθα πια το καυλί μου σχεδόν τελείως πεσμένο. Ευτυχώς, δεν την είχα αφήσει στη μέση, αν και αυτό οφειλόταν στο πόσο καυλωμένη ήταν, παρά στις δικές μου ικανότητες. Έμεινε πάνω στον ώμο μου, να ανασαίνει βαριά.

-    Μην νομίζεις ότι χύνω πάντα έτσι εύκολα, είπε στο αυτί μου μετά από λίγο. Είναι που έχω μεγάλη καύλα για σένα αυτές τις μέρες. Αχ, τι ωραία που ήταν.

Απάντησα με ένα απλό «ναι».

-    Μόνο ναι;

Γέλασε και μου έδωσε ένα ψεύτικο χαστούκι στο μάγουλο. Χαμογέλασα κι εγώ.

-    Έλα τώρα... Ήταν πολύ καλά, είπα.

Χαλαρή πλέον, έμεινε καθισμένη πάνω μου, κρατώντας με αγκαλιά. Το βλέμμα μου πήγε στην πόρτα και επανήλθα στα λογικά μου. Θεέ μου, παρά τα όσα μου είχε πει για το Σταύρο δεν ξέρω τι θα έκανα αν άκουγα να γυρίζει εκείνη τη στιγμή το κλειδί και να ανοίγει η πόρτα.

-    Μήπως να ντυθούμε;

-    Γιατί καλέ; Δεν θέλεις το καυλί σου μέσα μου;

-    Πώς, αλλά...

της είπα το λόγο.

-    Σου είπα, ο Σταύρος θα αργήσει. Ξέρω τι σου λέω.

Άρχισε να με φιλάει στο λαιμό. Ελπίζω ότι δεν ήθελε και άλλο γαμήσι, γιατί εγώ αδυνατούσα. Αλλά...

-    Θες να χύσεις ξανά; Θες να χύσεις το καινούργιο σου πουτανάκι;

Δεν ήξερα τι να της απαντήσω.

-    Θες να γίνει πραγματικότητα αυτό που σου έλεγα; Θες να είμαι η πουτάνα σου; Να με γαμάς όποτε θέλεις; Να με παίρνεις τηλέφωνο και να έρχομαι;

-    Ναι... θέλω.

-    Τι θέλεις; Πες μου.

Μου μιλούσε ξανά όπως πριν, ψιθυριστά στο αυτί.

-    Θέλω να σε γαμάω.

-    Να με γαμάς απλά ή να με γαμάς όποτε θέλεις;

-    Να σε γαμάω όποτε θέλω.

-    Να με γαμάς με ένα τηλεφώνημα;

-    Ναι, με ένα τηλεφώνημα. Πού όμως;

Ο ρεαλισμός με πείραξε!

-    Όπου θες. Θα μου λες «έλα με το αμάξι να πάμε κάπου να μου πάρεις μια πίπα» και θα έρχομαι…

και λέγοντας αυτά άρχισε ξανά να κουνιέται πάνω στο μαλακό καυλί και τα πόδια μου.

-    Όπως έκανες με τον Ιταλό;

-    Ναι, όπως έκανα τότε που η Φλώρα έπαιρνε το Σταύρο στο μπροστινό κάθισμα.

Τα λόγια της είχαν αποτέλεσμα. Θυμήθηκα την πουτανιά της γυναίκας μου, που προφανώς επενεργούσε πάνω μου όπως το μαγικό ραβδάκι. Ένιωσα να καυλώνω, αν είναι δυνατόν. Έπιασα τα βυζιά της, το καθένα χωρούσε στην παλάμη μου, και άρχισα να τα πιέζω στο σώμα της, ενώ εκείνη κουνιόταν με ωραίο, καυλωτικό ρυθμό.  

-    Και αν είσαι με τον Σταύρο; ρώτησα.

-    Θα του λέω «περίμενε μισή ώρα, πάω να με γαμήσει ο Δημήτρης γιατί είμαι η πουτάνα του».

-    Η εικόνα (φανταστική βέβαια, γιατί ποτέ δεν θα της έλεγα στο τηλέφωνο «έλα να σε γαμήσω» αν ήξερα ότι είναι μπροστά ο άνδρας της), έδωσε μια ώθηση στην καύλα μου που ξυπνούσε ξανά. Το καυλί μου είχε σηκωθεί αρκετά για να το βάλω ξανά μέσα, ενώ εκείνη εξακολουθούσε να κουνιέται πάνω του.

-    Θα το κάνεις αλήθεια αυτό;… ρώτησα.

-    Στο ορκίζομαι, θα το κάνω όποτε με πάρεις. Και ξέρεις τι άλλο θα του πω;

-    Τι;

-    Θα του πω «περίμενέ με εδώ να γυρίσω χυμένη, να με δεις με τα χύσια του Δημήτρη πάνω μου».

-    Αχ… με καύλωσες πάλι, της είπα.

-    ... όπως χυμένη γύρισε σε σένα η Φλώρα εκείνο το βράδυ, με τα χύσια του Σταύρου στο στόμα της.

Η πουτάνα, είχε καταλάβει το «κουμπί» μου.

-    ... η πουτάνα η γυναίκα σου. Η πιπατζού... που τσιμπουκώνει στη δουλειά της.

-    Το ξέρεις αυτό;

-    Μου το έχει πει... Θέλει να πάρει τσιμπούκι όλη τη δουλειά της. Αλλά εγώ είμαι πιο πουτάνα από αυτήν.

-    Τους έχει ήδη πάρει;… επέμεινα να μάθω.

-    Χα! Είσαι στο μουνί μου αλλά καυλώνεις με την πουτανάρα, ε; Θες να τους έχει πάρει;

-    Δεν ξέρω...

-    Θες...

-    Ναι... θέλω! Θέλω να τους πάρει όλους.

-    Η ψωλού. Θες να κατρακυλήσει στην πουτανιά... αυτό θες!

-    Ναι!

-    Θέλεις να είναι σκυμμένη στο γραφείο όλη μέρα. Κάτω από τα τραπέζια...

και λέγοντας αυτά εξακολουθούσε να κουνιέται πάνω μου. Είχα χύσει πριν τρία λεπτά, πριν δυο στιγμές ήμουν σίγουρος ότι δεν θα μου σηκωνόταν ξανά ούτε ως αύριο, και ξαφνικά βρισκόμουν μισό βήμα πριν το δεύτερο οργασμό.

-    ...και να γυρίζει σε σένα με το σουτιέν της χυμένο.

-    Ναι!

-    Θέλεις να στη στείλω μια μέρα με χυμένο το σουτιέν της, να το φοράει;

-    Ναι!

Δεν ξέρω αν χωρούσε περισσότερη καύλα στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή.

-    Θέλεις να στη στείλω μια μέρα με χυμένα τα μαλλιά και το πρόσωπο;

-    Αχ… ναι, ναι...

-    Θα το κάνω. Θα βάλω το Σταύρο να τη χύσει και δεν θα την αφήσω να τα σκουπίσει. Η πουτάνα, ό,τι και να της πω θα το κάνει, αρκεί να είναι πρόστυχο.

-    Αχ ναι... χύνω!

Δεν ένιωσα απλή ζαλάδα, ένιωσα να χάνω τη θέση του δωματίου καθώς το σπέρμα μου πετάχτηκε μέσα της.
-    Αχ...

Ευτυχώς σταμάτησε να κουνιέται. Ποιος ξέρει τι θα γινόταν αν ήθελε και άλλο! Έγειρα τελείως αδύναμος πάνω της και αυτή πάνω μου, αγκαλιά. Άφησα το καυλί μου να πέσει αργά-αργά και σε λίγο εκείνη έβαλε την κιλότα πίσω στη θέση της και σηκώθηκε να σκουπιστεί. Κάθισα άλλη μια ώρα στον καναπέ της, αγκαλιά, σχεδόν με νανούρισε. Θα είχε πάει έξι το απόγευμα όταν σηκώθηκα να γυρίσω σπίτι.

-    Θυμήσου, μου είπε στην πόρτα με πονηρό ύφος. Τηλεφώνημα και γαμήσι. Δεν ήταν λόγια της καύλας αυτά.

Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν σκεφτόμουν εκείνη, καθώς με χτύπησε ο κρύος αέρας στο δρόμο, στα λίγα μέτρα που χώριζαν τις πολυκατοικίες που μέναμε. Σκεφτόμουν τη γυναίκα μου που θα συναντούσα σε λίγο. Γιατί ανεξαρτήτως τι είχα μόλις κάνει εγώ, εκείνη με είχε απατήσει με δύο άντρες στο αμάξι τους.



Copyright protected OW ref: 104361