Πέρα από το χρόνο (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Ιανός
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (2 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Πέρα από το χρόνο

Σήμερα

Παρακολουθούσε την κοπέλα για μέρες. Πάντοτε από μακριά, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Πλέον μπορούσε να αντιληφθεί κάθε αλλαγή στη διάθεσή της. Μπορούσε να την οσφρανθεί από χιλιόμετρα. Και ήξερε επίσης τη μυρωδιά του αίματος της, γιατί της είχε έρθει περίοδος. Το άρωμά της ήταν μεθυστικό γι' αυτόν. Δεν τολμούσε να μένει πολύ καιρό μακριά της, για να μην το ξεχάσει. Όχι πως θα συνέβαινε ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά έτσι δικαιολογούσε τα αδικαιολόγητα. Έλεγε στον εαυτό του ότι την προστατεύει. Υπάρχουν θηρευτές έξω στο σκοτάδι και οι άνθρωποι δεν έχουν ιδέα γι' αυτούς. Κι ο ίδιος ήταν ο απόλυτος κυνηγός.

Χωρίς τις αδυναμίες της φυλής του, αφύσικα πιο γρήγορος και πιο δυνατός. Οδοιπόρος της ημέρας όσο και της νύχτας, αν και στο σκοτάδι ένοιωθε καλύτερα. Με ικανότητες που άλλοι βρυκόλακες δεν τολμούσαν να ονειρευτούν. Το σώμα του δεν ήταν κρύο, αν το ήθελε. Μπορούσε να καταναλώσει φαγητό και ποτό χωρίς να έχει πρόβλημα, γιατί διέταζε το πεπτικό του σύστημα να λειτουργήσει. Η καρδιά του χτυπούσε όταν της το έλεγε. Αίμα πλημμύριζε το σώμα του και το έκανε πιο ροδαλό και όχι αφύσικα ωχρό. Αν και όσοι τον ήξεραν πριν αλλάξει, γνώριζαν ότι έπασχε από αλφισμό. Παλούκι στην καρδιά; Αηδίες! Έμπηξε ο ίδιος ένα στον εαυτό του, το βράδυ που άλλαξε και ούτε καν τον πείραξε. Σταυροί; Φορούσε και ίδιος το βαφτιστικό του. Καθαγιασμένο χώμα! Έμπαινε σε εκκλησία και δεν πάθαινε τίποτα, ούτε καν τον γαργαλούσε. Ασήμι; Όχι φίλε μου, αυτό είναι για τους λυκανθρώπους. Και ο ίδιος μπορούσε να τραφεί με ενέργεια (κυρίως φόβο) αν χρειαζόταν και να μην τραφεί για μέρες αν δε χρειαζόταν. Και όλα αυτά γιατί οι γνώσεις που του είχαν δοθεί ενισχύθηκαν από τις τρεις φωνές στα όνειρα του.

Το μόνο του ελάττωμα ήταν ότι συνέχισε να καπνίζει. Βέβαια τον έκανε να δείχνει πιο ανθρώπινος, αλλά η νικοτίνη του ήταν αχρείαστη πλέον. Όταν άλλαξε, τα πάθη του δε μεγιστοποιήθηκαν, αλλά τα έλεγχε με άνεση. Δε μισούσε, δε φοβόταν, δεν κρατούσε κακίες. Όλα αυτά ήταν μικροπράγματα. Μια γκόμενα που τον είχε παρατήσει όταν ήταν πιτσιρικάς και του είχε ρίξει την ψυχολογία, ούτε πια την σκεφτόταν. Κάποιος τον είχε βρίσει. Δεν τον ένοιαζε. Μια φορά είχε φάει ξύλο μπαμπέσικα από τρεις μόρτηδες. Αν τους συναντούσε θα τους αγνοούσε. Πριν αλλάξει ήταν εκδικητικός. Μετά τη μεταμόρφωση όλα αυτά τα έβρισκε αστεία. ΓΙΑΤΙ; Μα επειδή θυμόταν όχι μόνο τη ζωή του πριν, αλλά ακόμα πιο παλιά. Γιατί η Χάθα η πανώρια ήταν γυναίκα του και τον είχε αγαπήσει ολόκληρο. Τον άρχοντα, τον άνθρωπο και το τέρας.

Αλλά παρόλο που οι μνήμες της παλιάς ζωής του επέστρεφαν κάθε που κοιμόταν, ο ίδιος επέμενε να αποκαλεί τον εαυτό του Γιάννη. Για την ώρα προτιμούσε να συνεχίσει τη ζωή του θνητού. Για την ώρα...

Προ Κατακλυσμού

Ο άρχοντας περίμενε με αγωνία τους αξιωματικούς του. Για πρώτη φορά εδώ και αμέτρητα χρόνια διέταξε την καρδιά του να ξαναχτυπήσει. Απολάμβανε την αγωνία όσο και τις σφαγές που είχε διαπράξει στο παρελθόν. Όταν επιτέλους μαζεύτηκαν όλοι, ρώτησε αυτό που ήθελε. Για λίγο (ούτε μισό καρδιοχτύπι δηλαδή) ένοιωσε τρόμο, αλλά του πέρασε. Η απάντηση που έλαβε από έναν, ήρθε σα βάλσαμο στη σκοτεινή καρδιά του. Ο πατέρας και τα αδέρφια της Χάθα ήταν ζωντανοί. Αμέσως έδωσε εντολές να τους φέρουν στον στάβλο που βρισκόταν και να τους φερθούν με σεβασμό.

Στη συνέχεια πήρε από έναν υπασπιστή καθαρά ρούχα και ντύθηκε εν ριπή οφθαλμού. Κατόπιν μπήκε ξανά στο στάβλο κρατώντας δύο γυναικείες φορεσιές. Το βλέμμα του εντόπισε τη Χάθα και τη μητέρα της. Ο καλύτερος γιατρός του στρατού πήρε στάση προσοχής και υποκλίθηκε. Ο άρχοντας ένευσε και εκείνος άρχισε να μιλάει.

- Η κυρία Ακορέττα είναι καλά και δεν την πείραξαν. Ίσως είναι λιγάκι φοβισμένη με αυτό που της συνέβη. Η δεσποινίς Χάθα έχει ένα μικρό σοκ, πιθανώς από το θάνατο που προξένησε, αλλά (ξερόβηξε) και από αυτά που είδε. Θα το ξεπεράσει όμως. Έχουν και οι δύο γερή κράση. Χρειάζονται όμως καλύτερο φαγητό. Είναι υποσιτισμένες.

Ο άρχοντας έγνεψε χαμογελώντας στο γιατρό. Τα αίματα και οι ακαθαρσίες των διαμελισμένων σωμάτων είχαν καθαριστεί, αλλά οι γυναίκες δεν ήθελαν να φύγουν από το στάβλο και την προστασία του.

- Ειδοποίησε να ετοιμάσουν δείπνο για έξι άτομα στο παλάτι της πόλης και πες στους μάγειρες να ετοιμάσουν απ' όλα όσα χρειάζονται. Πες τους να με περιμένουν εκεί σε δύο ώρες.

Ο γιατρός υποκλίθηκε και έφυγε γρήγορα για να δώσει τις απαραίτητες οδηγίες. Ο άρχοντας στράφηκε προς τις γυναίκες. Είχαν και οι δύο χαμηλωμένο το βλέμμα.

- Δεσποινίς Χάθα. Κυρία Ακορέττα! Οι συγγενείς σας είναι ζωντανοί. Και οι τρεις. Θα έρθουν εντός ολίγου.

Μάνα και κόρη αγκαλιάστηκαν με χαρά και άρχισαν να κλαίνε δοξάζοντας τους θεούς.

- Θα ήθελα να μου κάνετε την τιμή να δειπνήσετε μαζί μου απόψε. Όλοι μαζί.

Η Χάθα έστρεψε τα μεγάλα πράσινα μάτια προς τον άρχοντα. Λόγω της πολιορκίας οι μερίδες φαγητού ήταν μικρές. Όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν εκείνος υποκλίθηκε σα να ήταν η ίδια βασίλισσα. Και το σώμα του, τα αρρενωπά χαρακτηριστικά του, το ενδιαφέρον του γι' αυτήν, την έκανε να κοκκινίσει από ντροπή και κρυφό πόθο και γρήγορα σφίχτηκε στην αγκαλιά της μητέρας της.

Σήμερα

- Να θυμάσαι πώς κυβερνιέται η ανθρώπινη καρδιά. Το σκοτάδι είναι ο σύμμαχος σου. Οι δαίμονες της Βαλντούζ θα αναστηθούν και είναι καθήκον σου να τους ξαναστείλεις στο διάολο, είπε η πρώτη φωνή που ήταν αρχαία και σκοτεινή.

- Το έχεις κάνει και στο παρελθόν, αλλά να προσέχεις. Ο κόσμος άλλαξε. Δεν πιστεύει! Έχεις τις γνώσεις που θα σου δώσουν τη δύναμη κι εγώ θα είμαι κοντά σου, είπε η δεύτερη φωνή που ήταν σοφή και διαλλακτική.

- Λίγες φορές είναι που συμφωνώ μαζί τους. Αυτό και μόνο να σε βάλει σε εγρήγορση. Μην ξεχνάς όμως ότι αν δεν αγαπάς κάτι ή κάποια ίσως να θες να μην παλέψεις με όλες τις δυνάμεις σου, είπε η τρίτη φωνή που είχε πάθος για ζωή.

Τα μάτια του άνοιξαν. Απόμακρα άκουσε τη γειτόνισσα απέναντι να περπατάει με τον τεράστιο δονητή χωμένο στο μουνί της. Κάτι είχε αλλάξει στην ατμόσφαιρα της Αθήνας όσο κοιμόταν. Άπλωσε τις αισθήσεις του για να την βρει. Ευτυχώς ήταν εντάξει. Αναστέναξε και σηκώθηκε από το κρεββάτι. Δε χρησιμοποιούσε τις ικανότητες του αν δεν τις χρειαζόταν. Ντύθηκε σα φυσιολογικός άνθρωπος και κοίταξε στο καλάθι των άπλυτων. Σκέφτηκε να βάλει πλυντήριο, αλλά ξαφνικά ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα του.

- Χμ! Ενδιαφέρον! Δεν είχα καν σκεφτεί να ψάξω για άλλους σαν κι εμένα. Κι όμως νοιώθω την παρουσία τους. Είναι συγκεντρωμένοι όλοι μαζί.

- Μπορείς να τους κυβερνήσεις αν θες, να τους βρεις και να δηλώσεις την εξουσία σου πάνω τους...

- Θα πρέπει να τους παρατηρήσεις, να μάθεις πως λειτουργούν και ποιες είναι οι αδυναμίες τους...

- Η Αγγέλικα έχει βγει για σινεμά με τις φίλες της, δεν πας να δεις κι εσύ καμιά ταινία;

- Πρέπει να επιβάλεις νόμους και να μάθουν να τους τηρούν! Μπορεί μεν να έχουν το δικό τους σύστημα διοίκησης, αλλά ποιος ξέρει αν αυτοί...

- Δεν είναι υπεύθυνοι για την έγερση των δαιμόνων της Βαλντούζ. Επίσης χρειάζεσαι εισόδημα και μπορείς να το πάρεις από...

- Την εργασία σου. Γιατί σπούδαζες τόσα χρόνια; Και με τη νέα φύση σου μπορείς να κάνεις περισσότερα...

Οι φωνές σταμάτησαν. Η πανσέληνος είχε σηκωθεί. Η αίσθηση της αλλαγής μεγάλωνε μέσα του. Όλα τα πλάσματα του υπερφυσικού θα ήταν έξω απόψε. Έπρεπε να αποφασίσει ποιος είχε προτεραιότητα. Αυτή ή όλοι οι άλλοι; Η επιλογή ήταν εύκολη. Αποφάσισε να πάει σινεμά.

Πολύ πριν τον Κατακλυσμό

Η γη ήταν ποτισμένη με αίμα, στάχτες, γούνες, φτερά και διαμελισμένα αλλόκοτα σώματα γύρω του. Μικρές φλόγες σιγόκαιγαν σε διάφορα σημεία του πεδίου μάχης. Η νύχτα ήταν σκοτεινή, χωρίς φεγγάρι. Η μυρωδιά των περιττωμάτων, του αίματος και του θειαφιού θα έκανε οποιονδήποτε άλλα να βγάλει τα σωθικά του. Όχι αυτόν όμως. Στεκόταν μόνος και νικητής. Αναρωτήθηκε αν άξιζε τον κόπο. Αλαζόνες μάγοι, που δεν έλεγαν να πάρουν το μάθημά τους και επαναλάμβαναν τα ίδια λάθη, είχαν συνάξει τους δαίμονες της Βαλντούζ και αυτάρεσκα πίστευαν ότι μπορούσαν να τους ελέγξουν.

- Ηλίθιοι! είπε τη σκέψη του φωναχτά.

Κανένα πλάσμα δεν ήταν τριγύρω για να τον ακούσει. Εξέτασε τον εαυτό του. Οι πληγές του είχαν επουλωθεί. Όχι οι απλές πληγές από τα όπλα ή τα δόντια των αντιπάλων του. Αλλά οι καταραμένες πληγές από τα νύχια των δαιμόνων. Αυτές ήταν πιο δύσκολο να κλείσουν. Με μια απότομη κίνηση έβγαλε το σπασμένο προστήθιο της πανοπλίας του και το πέταξε μακριά. Ένοιωσε πιο ελεύθερος.

Σήκωσε τα χέρια του και άρχισε να χαράζει μυστικιστικά σύμβολα στον αέρα. Από το στόμα του έβγαιναν κραυγές σε μια γλώσσα που κανείς δεν είχε ξεστομίσει για πολύ καιρό. Τα μάτια του ορθάνοιχτα, ακολουθούσαν τις κινήσεις των χεριών. Με μια τελευταία ισχυρή διαταγή, τα σπλάχνα της γης άνοιξαν μπροστά του σε μια απύθμενη άβυσσο. Όλα τα νεκρά σώματα τραβήχτηκαν μέσα στα έγκατα της. Όλος ο τόπος καθάρισε και δεν έμεινε ούτε ίχνος από το τι είχε προηγηθεί την προηγούμενη νύχτα. Καθώς ο ήλιος ξεπρόβαλε από την ανατολή, η γη μπροστά του έκλεισε. Απότομα οι αισθήσεις του κατέγραψαν μια παρουσία πίσω του. Κάτι είχε υλοποιηθεί από το πουθενά. Έκανε μεταβολή σαν αυτόματο και το κόκκινο της ίριδας των ματιών του έγινε ακόμα πιο σκούρο, όμως όταν αντίκρισε το πλάσμα, οι μύες του ξεσφίχτηκαν.

Η οπτασία μπροστά του υποκλίθηκε με σεβασμό.

- Ποιος να το έλεγε άρχοντα, ακούστηκε η μελιστάλαχτη φωνή, ότι ΕΣΥ θα έσωζες την ανθρωπότητα.

- Τι θέλεις απεσταλμένε (άγγελε);

- Μόνο να σου δώσω τις ευχαριστίες. Οι άνθρωποι έχουν ελεύθερη βούληση να διαλέξουν το καλό ή το κακό. Όπως κι εσύ άρχοντα μου. Αλλά ο Κύριος μου δε θα ήθελε να τους δει να καταστρέφονται. Είναι δημιουργήματά του.

Ο άρχοντας ανασήκωσε το ένα φρύδι του. Εξέτασε την αγγελική μορφή μπροστά του. Κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε και αναστέναξε.

- Θα ξεχάσουν! Και κάποια στιγμή θα το επαναλάβουν! Μπορεί γρήγορα! Μπορεί αργά! Αλλά θα γίνει. Να δω τότε ποιος θα τους σώσει απεσταλμένε! Όχι! Μη μου αναφέρεις τα ίδια λόγια. Τα ξέρω! Τα έχω ξανακούσει!

- Έκανα το καθήκον μου, είπε η οπτασία και υποκλίθηκε ξανά.

Ο άρχοντας έκανε μια κίνηση αποπομπής με το χέρι του και η μορφή εξαφανίστηκε. Ήταν μόνος. Για λίγο. Στα ρουθούνια του ήρθε νέα μυρωδιά από θειάφι και κεχριμπάρι, όμως ήταν προετοιμασμένος αυτή τη φορά. Στράφηκε στην ανατολή και είδε μια ανθρώπινη γυναικεία μορφή να πλησιάζει. Περίμενε υπομονετικά να έρθει. Λίγο αργότερα η μορφή είχε πέσει στο ένα πόδι και προσκυνούσε με τον τρόπο υποταγής. Ο άντρας της έκανε νόημα να σηκωθεί.

- Συγχαρητήρια άρχοντα για τη νίκη σου. Ο κύριος μου είναι ευχαριστημένος.

- Ο κύριος σου τα ξεκίνησε όλα αυτά. Και θα έπρεπε να ξέρει ότι ούτε με τη βοήθεια του δε θα μπορούσαν να τους υποτάξουν. Ήθελα να γνώριζα! Αν όλος ο κόσμος χανόταν τι σόι ψυχές θα κυβερνούσε.

Η γυναίκα έσκυψε το κεφάλι και δέχτηκε την επίπληξη.

- Δε μου φταις εσύ σε τίποτα απεσταλμένε, συνέχισε να λέει ο άρχοντας. Κάνεις τη δουλειά σου. Σήκω και πήγαινε πίσω στην κόλαση και άσε αυτή τη γυναικά στην ησυχία της.

Η γυναίκα υποκλίθηκε. Το σώμα της άρχισε να ριγεί και ξαφνικά έπεσε κάτω βγάζοντας αφρούς από το στόμα της. Ο άντρας έσκυψε και τη συγκράτησε. Έσχισε γρήγορα μια άκρη από τα ρούχα της και καθάρισε το στόμα της. Τα μάτια της άνοιξαν και το σώμα της σφίχτηκε όταν τον αντίκρισε.

- Πού βρίσκομαι; Ποιος είσαι;

- Ηρέμησε κυρία, είπε ο άρχοντας με καθησυχαστική φωνή. Δυο σάτυροι σε απήγαγαν και σε μάγεψαν. Έχεις ακούσει γι' αυτά τα πλάσματα πιστεύω. Μην ανησυχείς! Τους σκότωσα. Δε θα σε ενοχλήσουν ξανά. Όμως είσαι ακόμα κάτω από την επίδραση του ξορκιού τους.

- Ευχαριστώ, ψέλλισε η γυναίκα. Τι μάγια είναι αυτά; Θα μου συμβεί τίποτα;

- Δυστυχώς ναι, της απάντησε και τη βοήθησε να σηκωθεί. Σε λίγο θα αρχίσεις να νιώθεις σεξουαλική διέγερση που δε θα μπορείς να την ελέγξεις. Μπορεί να κάνεις κακό στον εαυτό σου. Μπορεί να βρεθείς σε καταστάσεις που δε θα σου άρεσαν, αλλά δε θα είχες τρόπο να αντισταθείς.

- Τι; Τι εννοείς;

- Για παράδειγμα! Θα γυρνούσες πίσω στην πόλη σου και όποιον άντρα συναντούσες θα του έκανες διάφορα πράγματα. Και όχι μόνο έναν άντρα. Πολλούς! Ακόμα και γυναίκες.

- Ω θεοί! Μα τι να κάνω;

- Μπορώ να σε βοηθήσω αν θες...

- Πώς;

- Αν δεχτείς να πλαγιάσεις μαζί μου. Θα σε βοηθήσω να σπάσεις τα μάγια.

Η γυναίκα τον κοίταξε πιο καλά. Ήταν αρρενωπός! Με όμορφα γωνιώδη χαρακτηριστικά. Κάτι μέσα της σκίρτησε. Ξεροκατάπιε χωρίς να το θέλει, καθώς ένα ζεστό κύμα καύλας ξεπήδησε από τα πόδια της. Το άρωμα του άντρα, το παρουσιαστικό του, θα μπορούσε να σαγηνέψει οποιαδήποτε γυναίκα. Είδε τον πόθο να ανάβει στα μάτια της. Έσκυψε προς το πρόσωπό της και τη φίλησε με τέτοιο πάθος που η ίδια δεν είχε ξανανιώσει ή ονειρευτεί.

Το σώμα της πήρε φωτιά σχεδόν αμέσως. Τα χέρια της έψαξαν να βρουν αυτό που η σάρκα της λαχταρούσε. Τα ρούχα τους βγήκαν γρήγορα. Ο άντρας την άρπαξε στην αγκαλιά του εύκολα κι ενώ συνέχιζε να την φιλάει, της άνοιξε τα πόδια και της έβαλε την πούτσα του μέσα στο γεμάτο υγρά μουνί της. Άρχισε να την γαμάει σε αυτή την όρθια στάση καθώς τα πόδια της τυλίχτηκαν στη μέση του. Η γυναίκα κραύγαζε δυνατά και παρακαλούσε ή προσευχόταν στους θεούς της. Καθώς η πούτσα του ακουμπούσε στη μήτρα της οι κραυγές της έγιναν εντονότερες. Τα μάτια της έκλεισαν σφιχτά και με το μυαλό της προσπαθούσε να αντιληφθεί τι συνέβαινε στο σώμα της. Ο όμορφος άνδρας της γαμούσε το σώμα και την ψυχή. Οι οργασμοί της διαδεχόταν ο ένας τον άλλο με εκπληκτική ταχύτητα κι αυτός συνέχιζε να την κρατάει μέσα στην αγκαλιά του, προσφέροντας εμπειρίες απόλαυσης που η ίδια δεν είχε ξαναζήσει, αλλά ούτε και θα ένοιωθε ποτέ.

Η γυναίκα μέσα στην έκστασή της πίστεψε ότι ο χρόνος είχε σταματήσει να κυλά. Πλέον οι κραυγές προς τα θεία είχαν μεταβληθεί σε μια λέξη, επαναλαμβανόμενη συνέχεια:

- Ναι, ναι, ναι, ναι, ναι, ναι, ναι.........

Η δίψα του άρχοντα ξεκίνησε να παρακαλεί για κορεσμό, αλλά για πρώτη φορά στη ζωή του σταμάτησε τον εαυτό του. Τα λόγια της αγγελικής μορφής ήρθαν στο μυαλό του. "Οι άνθρωποι έχουν ελεύθερη βούληση να διαλέξουν το καλό ή το κακό. Όπως κι εσύ άρχοντα μου". Η γυναίκα που ήταν παραδομένη στη σαρκική απόλαυση δεν του έφταιγε σε τίποτα. Ακόμα χειρότερα ένας δαίμονας τη χρησιμοποίησε χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Οι κυνόδοντες του άρχοντα που είχαν επιμηκυνθεί, επανήλθαν στην κανονική τους θέση.

Καθώς συνέχιζε να της προσφέρει ένα απίστευτο σεξ, ένοιωσε την ενέργεια που εξέπεμπαν τα συναισθήματά της. Τα μάτια της γυναίκας άρχισαν να κλαίνε από χαρά. Ο ίδιος με τις αισθήσεις του γράπωσε μέρος αυτής της χαράς, αλλά δεν την κατέστρεψε όπως είχε μάθει να κάνει αιώνες τώρα. Αντίθετα συμπαρέσυρε τον εαυτό του μαζί της και άρχισε επιτέλους να απολαμβάνει κι αυτός το σμίξιμο τους. Η πούτσα του σκλήρυνε ακόμα πιο πολύ και σε λίγο εκτόξευσε τα χύσια του μέσα της. Τη στιγμή του δικού του οργασμού πήρε από αυτήν ένα ελάχιστο κομμάτι της ζωικής της δύναμης και της το ξανάδωσε με το σπέρμα του. Κατά ένα περίεργο τρόπο το σώμα του είχε χορτάσει λες και είχε πιει το αίμα δέκα θνητών.

Η γυναίκα στην αγκαλιά του είχε λιποθυμήσει από την καύλα...

Σήμερα (λίγο πριν την αλλαγή)

Επειδή ο Γιάννης ήθελε να ξεφύγει από την παρέα του, μετά το χωρισμό του με την Ελένη, άρχισε να "στοιχειώνει" άλλα στέκια. Πάντοτε όμως η μουσική έπρεπε να ήταν ροκ. Κι έτσι εκείνο το βράδυ βρέθηκε σε ένα μπαράκι κάπου χαμένο μεταξύ Παγκρατίου και Νέου Κόσμου. Το μπαρ μπορεί να ήταν μικρό (περίπου 60 τετραγωνικά) σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, αλλά η ξύλινη επένδυση του πατώματος που έμοιαζε με σκασμένο και παλιό ξύλο, ο τρόπος που πέντε μεγάλα ξύλινα βαρέλια είχαν τοποθετηθεί ώστε να εξυπηρετούν σαν τραπεζάκια, αλλά και η ίδια η μπάρα που ήταν γρανιτένια με επενδυμένο λούστρινο ξύλο από πάνω, τον έκαναν να νοιώσει ευχάριστα.

Φυσικά το παρουσιαστικό του τραβούσε τα βλέμματα του κόσμου. Δεν ήταν τα ρούχα και η μαύρη δερμάτινη καμπαρντίνα, αλλά το δέρμα του. Λευκό σα φύλλο χαρτί, εξαιτίας της ασθένειας του. Αλφισμός ή αλμπινισμός. Έλλειψη μελανίνης στο δέρμα. Επικίνδυνο για την υγεία. Νύχια, μαλλιά, όλα άσπρα. Μάτια κόκκινα σαν αίμα, φωτοφοβικά, που κρύβονταν πίσω από γυαλιά ηλίου με σκούρους φακούς. Έβγαλε το παλτό του, το δίπλωσε τακτικά και πλησίασε προς την πιο σκοτεινή γωνία της μπάρας. Σε ένα κενό σκαμπό το τοποθέτησε σχεδόν ευλαβικά και στάθηκε όρθιος δίπλα. Το μαγαζί ήταν μισοφωτισμένο και κατέβασε τα γυαλιά του. Η όραση του αφού προσαρμόστηκε καλύτερα έψαξε να βρει τον μπάρμαν.

Την άκουσε να περπατάει πίσω από τη μπάρα, παρά την είδε. Γύρισε προς το μέρος της. Ήταν ξανθιά με ολόισιο μαλλί. Γύρω στο 1,80 ύψος. Φορούσε μια ντένιμ μίνι φούστα και ένα εξίσου ίδιο μικροσκοπικό γιλεκάκι με τρία κουμπιά μπροστά . Οι κοιλιακοί της ήταν εκτεθειμένοι, αλλά όχι το στήθος της που αν και μεγάλο ήταν καλά καλυμμένο από το ύφασμα, χωρίς καμιά σχισμή στη χαράδρα. Τα μάτια της είχαν μια ανοιχτή γαλάζια απόχρωση, σχεδόν σαν να ήταν άσπρα. Τα πόδια της μεγάλα και καλλίγραμμα. Τον πλησίασε και του χαμογέλασε, σαν να τον γνώριζε από παλιά.

- Καλησπέρα, είπε και καθώς έσκυψε προς το μέρος του σταμάτησε και δεν ολοκλήρωσε αυτό που ήθελε να πει.

Ο Γιάννης θαύμασε αδέξια την ομορφιά της. Ευτυχώς που δε μπορούσε να κοκκινίσει σαν ένας φυσιολογικός άνθρωπος.

- Καλησπέρα, είπε. Μια μεγάλη βαρελίσια μπύρα με παγωμένο ποτήρι παρακαλώ.

Η γυναίκα του χαμογέλασε και αυτός σχεδόν έλιωσε. Ο τύπος που καθόταν δίπλα στην ταμειακή μηχανή πλησίαζε κοντά τους.

- Το παλικάρι πάσχει από μια ασθένεια που λέγεται αλμπινισμός, είπε με γλυκιά αλλά δυνατή φωνή η μπαργούμαν. Δεν είναι κολλητική και δε θα έπρεπε να τον σταματήσει από το να ζητάει διασκέδαση. Γι' αυτό είναι έτσι το παρουσιαστικό του.

Στη συνέχεια αφού γύρισε προς το μέρος του Γιάννη και του χαμογέλασε, έσκυψε και ψιθύρισε:

- Καλό θα ήταν να βάλεις τα γυαλιά σου. Όχι ότι ενοχλεί τον κόσμο, αλλά επειδή μπορεί καμιά φορά να αυξομειωθεί η τάση του ρεύματος και τα φώτα από πάνω (έδειξε με το χέρι της) μπορεί να ανάψουν απότομα. Καταλαβαίνω ότι έχεις ευαίσθητα μάτια. Εμένα όμως να ξέρεις μου αρέσουν, συμπλήρωσε και του έκλεισε τσαχπίνικα το μάτι.

Η καρδιά του Γιάννη χτύπησε πιο γρήγορα καθώς το πρόσωπό της είχε βρεθεί δίπλα του. Την είδε να του σκάει ένα ακόμα χαμόγελο και πήγε να του σερβίρει...

Πολύ πριν τον Κατακλυσμό

Η πόλη Ζαντέρια ήταν ξακουστή ως η πόλη των χιλίων απολαύσεων. Ήταν χτισμένη ανάμεσα σε δύο ποτάμια και το κλίμα της ήταν εύκρατο. Δεν είχε στρατό εκτός από μια φρουρά στην είσοδο της πόλης για την τήρηση της τάξης, αλλά κανείς δεν την πείραζε. Πολλές φορές μισθοφορικές ομάδες την είχαν υπερασπιστεί και κανένας δεν τολμούσε να τη λεηλατήσει, από το φόβο πως θα αντιδρούσαν οι διάφοροι δολοφόνοι, κλέφτες, τυχοδιώκτες που σύχναζαν εκεί. Υπήρχαν τρεις βασικοί νόμοι στην πόλη και όλοι τους μάθαιναν πριν μπουν και τους ακολουθούσαν κατά γράμμα. Ή πέθαιναν!

Ο άρχοντας βρέθηκε στη μοναδική είσοδο της πόλης και πίσω από τα τείχη. Μια αρκετά μεγάλη ουρά ατόμων, πραματευτάδων και διάφορων άλλων περίμενε να μπει. Επιτέλους έφτασε η σειρά του και ο επικεφαλής της φρουράς τον κοίταξε πιο προσεχτικά, αλλά ήταν σχεδόν μεσημέρι και έτσι δεν υποψιάστηκε τίποτα.

- Δεν πιστεύω να είσαι άρρωστος;

- Όχι. Απλά λευκός.

- Δε θα σκοτώσεις κανέναν μέσα στην πόλη για κανένα λόγο. Αν θες να σκοτώσεις κάποιον, περίμενε τον να βγει. Δε θα κλέψεις κανέναν μέσα στην πόλη. Αν θες να κλέψεις κάποιον, περίμενε τον να βγει. Δε θα σκοτώσεις ή θα κλέψεις κανέναν πολίτη της πόλης. Απλοί κανόνες. Εμπέδωσε τους γιατί η παράβασή τους σημαίνει θάνατος.

- Αν κάποιος πολίτης προσπαθήσει να με σκοτώσει ή κλέψει;

Τα μάτια του φρουρού γούρλωσαν λες και ο άρχοντας τον είχε προσβάλλει θανάσιμα.

- Κανένας πολίτης δε θα έκανε κάτι τέτοιο, αλλιώς η φήμη της πόλης μας θα μαγαριζόταν, είπε με σφιγμένα τα δόντια.

- Χμ! είπε ο άρχοντας μέσα από τα ρουθούνια του. Καλώς. Θα σε πιστέψω. Που θα βρω το καλύτερο μαγαζί με γυναίκες; Το ακριβότερο και πιο εξωτικό;

- Ονομάζεται "Θα ξανάρθεις" και βρίσκεται στο κέντρο της πόλης με τα συντριβάνια.

- Πρωτότυπο όνομα. Πάρε κάτι για τον κόπο σου, είπε ο άρχοντας και του έβαλε πέντε χρυσά νομίσματα στη χούφτα.

Μισή ώρα αργότερα έμπαινε στο κατάστημα. Ήταν χτισμένο με μάρμαρο και οι τοίχοι του ήταν βαμμένοι με διάφορες καλαίσθητες απεικονίσεις που ευχαριστούσαν το μάτι του πελάτη. Άντρες ευνούχοι με χρυσές φορεσιές και πανέμορφες κοπέλες κυκλοφορούσαν στον κυρίως χώρο. Αυτά όμως δεν ένοιαζαν τον άρχοντα. Έψαξε να βρει κάποιον υπεύθυνο όταν ένας καλοντυμένος άντρας με περιποιημένα μαλλιά και γένια τον πλησίασε.

- Τι επιθυμεί ο άρχοντας; Να σερβίρουμε φαγητό και χορούς; Τραγούδια που ακούγονται σε χώρες μακρινές; Μια γυναικά να ικανοποιήσει τις ορέξεις σας;

Η φωνή του ήταν μελιστάλαχτη καθώς τα μάτια του είχαν πέσει στο πουγκί της ζώνης του.

- Δώσε μου το καλύτερο δωμάτιο και στείλε μου τις καλύτερες γυναίκες σου.

Τα μάτια του άντρα άστραψαν από φιλαργυρία και τον οδήγησε ο ίδιος στο καλύτερο δωμάτιο, που διέθετε ένα τεράστιο μαλακό κρεβάτι στρωμένο με φύλλα λεβάντας.

Λίγο αργότερα εφτά κοπέλες εξωτικής ομορφιάς που φορούσαν μεταξωτούς χιτώνες που κάλυπταν ίσα- ίσα τα προσόντα τους, μπήκαν στο δωμάτιο. Ο άρχοντας της εξέτασε με το βλέμμα του. Αυτές παρουσίασαν τα κόλπα τους και τα θέλγητρά τους, αλλά μέσα τους και χωρίς να το καταλαβαίνουν επιθυμούσαν να της διαλέξει ο αλλόκοτα παράξενος αλλά και πανέμορφος άντρας. Σπάνια είχαν την ευκαιρία να κοιμηθούν με κάποιον πραγματικά αρρενωπό.

- Όλες! Και να μη μας ενοχλήσει κανείς μέχρι αύριο παρά μόνο όταν θα φέρουν φαγητό και ποτά.

- Μα άρχοντα μου, έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά ο άρχοντας τον διέκοψε.

- Περιττές κουβέντες να μου λείπουν.

Άνοιξε το πουγκί του και έβγαλε εφτά διαμάντια μεσαίου μεγέθους, απίστευτης κοπής και πραγματικά μεγάλης αξίας, που θα μπορούσαν να αγοράσουν το κατάστημα. Ο υπάλληλος τα πήρε στο χέρι του και άρχισε τους τεμενάδες.

- Θέλετε κάτι άλλο;

- Φαγητό και ποτό την ώρα που το σερβίρεται. Δε θα με ενοχλήσει κανείς. Αν θέλω κάτι, κάποια δεσποσύνη θα βγει να το ζητήσει.

Όταν ο υπάλληλος έφυγε, οι νεαρές τον κοιτούσαν με λαγνεία. Πρώτη φορά στη ζωή τους ήταν έτοιμες να τσακωθούν για το χατίρι ενός άντρα. Ο άρχοντας τους είπε να ηρεμήσουν και άρχισε να βγάζει αργά τα ρούχα του. Οι γυναίκες θαύμασαν τα μυώδη χαρακτηριστικά του και το διογκωμένο πούτσο του που στεκόταν στητός. Τους έκανε νόημα να πλησιάσουν. Όλες βρέθηκαν γρήγορα κοντά του και τον παρέσυραν στο κρεβάτι. Εκείνος άρχισε να της φιλάει με πάθος στο στόμα με τη σειρά. Τα δάχτυλα του χτένιζαν το κάθε σώμα του κοριτσιού που φιλούσε και χάιδευαν με τόλμη, κάνοντας όλες να ανάψουν με μεγαλύτερη λαχτάρα. Οι χιτώνες τους λύθηκαν και τα σώματά τους αναζητούσαν το δικό του είτε για να δεχτούν ένα χάδι ή για να τριφτούν πάνω του. Πλέον ήθελαν να συναγωνιστούν για την προσοχή του.

Ξαφνικά μια από αυτές αναστέναξε με πάθος. Οι υπόλοιπες μέσα στη ζάλη της καύλας τους δεν είχαν καταλάβει όπως ήταν γερμένες στο κρεβάτι πάνω του ή δίπλα του, ότι την είχε σηκώσει και η πούτσα του είχε τρυπήσει το μουνάκι της ως τη μήτρα της. Ο άρχοντας αρμονικά άλλαζε παρτενέρ στο φιλί και άφηνε τη νεαρή γυναίκα να τον ιππεύσει. Εκείνη ανεβοκατέβαινε πάνω στην πούτσα του χύνοντας και κραυγάζοντας δυνατά. Τα δάχτυλα του ενός χεριού του βρέθηκαν μέσα σε ένα άλλο καυτό μουνάκι. Το ίδιο συνέβη και στο άλλο χέρι. Η κοπέλα που τον καβαλούσε δε σταματούσε να χύνει και να βογκάει.

Τότε ο άρχοντας ξεκίνησε να απορροφά την ενέργεια που εξέκλυε η καύλα της και σχεδόν αμέσως τη διοχέτευσε πίσω ραντίζοντας με το σπέρμα του τη μήτρα της. Ο ίδιος ήθελε να τελειοποιήσει αυτό το νέο τρόπο τροφής, αλλά ακόμα δεν είχε αντιληφθεί κάτι σημαντικό.

Νέα κοπέλα πήρε τη θέση της προηγούμενης και άρχισε κι αυτή να χορεύει πάνω στην πούτσα του. Και μετά κι άλλη και η επόμενη ακολούθησε. Όλες τον καβάλησαν και όλες έχυσαν δυνατά. Όλες λιποθύμησαν από την έκσταση δεχόμενες το σπέρμα του.

Όταν η τελευταία λικνιζόταν στη λήθη, η πρώτη άνοιγε τα μάτια. Τον πλησίασε και τον παρακάλεσε να την πάρει σκλάβα του. Τον ικέτεψε με δάκρυα στα μάτια. Του είπε ότι θα έκανε ότι της ζητούσε. Αυτό δεν του είχε συμβεί με τη γυναίκα που την είχε καταλάβει το δαιμόνιο. Και τότε αντιλήφθηκε γιατί συνέβαινε αυτό. Όταν τρεφόταν με την έκσταση τους, φοβούμενος μήπως τους απορροφήσει περισσότερη ενέργεια και τους σκοτώσει, εκσπερμάτωνε για να ισοζυγίσει αυτό που πήρε. Αλλά οι δικοί του χυμοί δεν ήταν φτιαγμένοι για θνητές. Έπρεπε απλά να ελέγχει πόσο παίρνει, αλλά πλέον γνώριζε επειδή ο ίδιος δεν ήταν δαίμονας- σούκουμπους, θα έπρεπε να βρει μια τέτοια για να μάθει καλύτερα.

Όσο η πανέμορφη κοπέλα τον παρακαλούσε, την έπιασε απότομα και χώθηκε ανάμεσα στα σκέλια της. Γρήγορα έβαλε τη γλώσσα του μέσα της και την επιμήκυνε για να μαζέψει τον σπόρο του, αναμεμειγμένο με τα υγρά της. Όταν την καθάρισε, η κοπέλα είχε ξαναφτάσει σε οργασμό και τα πόδια της έτρεμαν. Άκουσε τους χτύπους της καρδιάς και οσφράνθηκε. Αμέσως την τράβηξε και έχωσε όλη την πούτσα του μέσα της. Κουνήθηκε με απίστευτη ταχύτητα και εκείνη έχυσε για ακόμα μια φορά και ακόμα πιο δυνατά. Καθώς έπεφτε παραδομένη σε έναν γλυκό ύπνο, ο άρχοντας ξεκίνησε να γλείφει τη δεύτερη γυναίκα.

- Η μητέρα μου μάλλον με προίκισε με δυνάμεις που δε θα έπρεπε να έχω. Γι' αυτό είμαι πιο δυνατός από τα αδέρφια μου. Όλα τα αδέρφια μου, μονολόγησε καθώς γαμούσε την έβδομη κοπέλα και της έδινε έναν απίστευτο οργασμό.

Είχε βραδιάσει και η πόρτα χτύπησε. Οι κοπέλες ήταν αποκαμωμένες και ριγμένες σε έναν γλυκό, αποχαυνωτικό ύπνο.

- Περάστε, είπε ο άρχοντας και υπηρέτες μπήκαν μέσα με φαγητά και ποτά, καθώς και ζαχαρωμένα φρούτα και διάφορες λιχουδιές. Τα άφησαν στο τραπέζι του δωματίου και κοίταξαν προς το κρεβάτι που οι κοπέλες κοιμόντουσαν μακάρια.

Ο υπάλληλος που τον είχε πληρώσει, πλησίασε τις κοπέλες δισταχτικά και διαπίστωσε ότι πραγματικά κοιμούνται με χαμόγελα ικανοποίησης χαραγμένα στα πρόσωπά τους. Μετά έκανε υπόκλιση προς τον άρχοντα και γονάτισε.

- Όλες άρχοντα μου; Αν μπορούσα να μάθω το μυστικό σου...

- Αν το μάθεις θα πάψει να είναι μυστικό. Μπορείς να πηγαίνεις...




Copyright protected OW ref: 178113