Η τιμωρία (1ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από SKLIROS AFENTIS
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Η επόμενη συνάντηση έγινε στο σπίτι της Μαρίας, μετά από μερικές ημέρες.

Είχαν προηγηθεί συζητήσεις για τη μετάβαση της από το ρόλο της υποτακτικής στο ρόλο της σκλάβας, κάτι που το αποζητούσε χρόνια, χωρίς να το χει ξεκάθαρο μέσα της, τι είναι αυτό που ψάχνει, παρά έμενε με το συναίσθημα του μισού, του ανολοκλήρωτου, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει τι της έλειπε.

Της έλειπε η απόλυτη εξουσία πάνω της, το να παραδώσει το είναι της μαζί με το σώμα της. Αποζητούσε την ταπείνωση και την τιμωρία. Προσδοκούσε στη λύτρωση μέσω του εξευτελισμού και της παράδοσης.

Δε θα κουραστώ να το λέω και να το γράφω, το bdsm δεν είναι βία ούτε καταπίεση, αλλά μια σχέση βαθιά ίση κι ισότιμη που βασίζεται σε παιχνίδια, κυρίως, του μυαλού, παιχνίδια εξουσίας κι υποταγής.

Υπάρχουν ψυχολογικές προεκτάσεις κι αναλύσεις που εξηγούν για ποιους λόγους οδηγούμαστε, όσοι οδηγούμαστε, σ' αυτό το μαγικό μονοπάτι, αλλά δεν είναι εδώ η θέση τους. Το γράφω επειδή θα ακολουθήσουν βίαιες σκηνές, απόλυτα πραγματικές, κι είναι λογικό να ξενίζουν κόσμο άσχετο με το χώρο.

Η οδηγία μου ήταν ξεκάθαρη, στις 9 παρά πέντε το βράδυ, θα έβαζε το κλειδί του διαμερίσματος της κάτω απ το χαλάκι της εισόδου, θα έκλεινε τη πόρτα και θα με περίμενε γονατισμένη στο χωλ, σβηστά φώτα και λίγα κεριά να φωτίζουν το σπίτι.

Αυτή ήταν και η εικόνα που αντίκρισα όταν άνοιξα και μπήκα στο διαμέρισμά της.

Γονατισμένη στο πάτωμα, σκυμμένο κεφάλι κι ένα καρδιοχτύπι που σχεδόν ακουγόταν ως την πόρτα, παρ' όλα αυτά ένα τεράστιο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της όταν της είπα "καλησπέρα σκλάβα".

- Καλησπέρα Κύριε, απάντησε, να σηκωθώ;

- Όχι ακόμη, της είπα.

Την άφησα γονατισμένη και πήγα στο σαλόνι, έψαξα τους δίσκους της, έβαλα μουσική, έβαλα ένα ποτό και τότε της έδωσα την άδεια να σηκωθεί.

Σηκώθηκε κι ήρθε στο σαλόνι λίγο αμήχανη, λίγο ταραγμένη και σίγουρα πολύ ανυπόμονη για τη συνέχεια.

Φορούσε μαύρο μισοδιάφανο baby doll, μαύρες γόβες και από μέσα κόκκινα δαντελένια εσώρουχα.

Χαμογέλασα με την επιλογή της, ακόμη με θεωρούσε εύκολο, θα μάθαινε, ίσως με το δύσκολο τρόπο, αλλά θα μάθαινε.

Έβγαλα από το σακίδιο μου μια δερμάτινη μάσκα για τα μάτια κι ένα ζευγάρι μεταλλικές χειροπέδες.

Σηκώθηκα, στάθηκα πίσω της και με αργές κινήσεις την έγδυσα κι αφού της έδεσα τα μάτια, έφερα τα χέρια της πίσω από την πλάτη της και τα κλείδωσα με τις χειροπέδες.

Ήταν μια οπτασία, ολόγυμνη, μόνο με τις γόβες της, δεμένη, παραδομένη, η κοφτή της ανάσα μαρτυρούσε πόσο αδημονούσε για τη συνέχεια.

Την άφησα όρθια και γδύθηκα με αργές κινήσεις, τη ρωτούσα για τη μέρα της, άναψα τσιγάρο, έπινα το ποτό μου κι απολάμβανα την καύλα της. Έβγαλα από το σακίδιο ένα ζευγάρι μεταλλικά κλιπς με αλυσίδα και βαράκι, την πλησίασα κι αφού έπαιξα με τις ρώγες της, τις έπιασα με τα κλιπς. Οι ήδη σκληρές ορθωμένες ρώγες της με το βάρος στην αλυσίδα τεντώθηκαν κι άλλο.

Βογγητά πόνου και καύλας ξέφευγαν απ' το στόμα της μαζί με κοφτές ανάσες, το σώμα της τεντωμένο, ανυπόμονο, η μυρωδιά της είχε πλημμυρίσει το δωμάτιο. Κατέβασα το χέρι μου στο ξυρισμένο μουνάκι της, άνοιξε αυτόματα τα πόδια, έσταζε, λεπτά χειλάκια βρεγμένα ήδη απ τα υγρά της. Σκληρή ερεθισμένη κλειτορίδα.

Την εξερεύνησα για λίγο με τα δάχτυλά μου, τα βογγητά της έγιναν πιο έντονα, η ανάσα της πιο κοφτή, η επιθυμία της χτύπησε κόκκινο.

- Τι θέλεις σκλάβα; Τη ρώτησα.

- Εσάς Κύριε, απάντησε.

- Εδώ είμαι σκλάβα, μ' έχεις…

- Μη με παιδεύετε Κύριε, είπε με παράπονο.

- Δε σε παιδεύω εγώ σκλάβα, εσύ το κάνεις, με τις ντροπές σου. Λοιπόν; Τι θέλεις σκλάβα;

Ακολούθησαν λίγα δευτερόλεπτα σιωπής. Δεν την άφησα να απαντήσει, έπρεπε να τιμωρηθεί ο καθωσπρεπισμός της.

- Σκασμός καργιόλα, την έχασες την ευκαιρία σου.

Κάτι πήγε ν' απαντήσει αλλά δυο απανωτά δυνατά χαστούκια στο κώλο της την έκαναν να σωπάσει.

- Ανοιχτά πόδια και σκύψε ψώλα, τη διέταξα και υπάκουσε αμέσως. Μείνε ακίνητη.

Μάλιστα Κύριε, απάντησε και προσπαθούσε να ισορροπήσει στην άβολη θέση που την έστησα. Πήρα μια μεταλλική σφήνα από το σακίδιο, της έριξα λίγο λιπαντικό και πήγα πίσω της.

Με αργές περιστροφικές κινήσεις την έχωσα στο κώλο της, πόνεσε και σφίχτηκε στην αρχή αλλά δεν έδωσα καμία σημασία μέχρι που τη ρούφηξε ολόκληρη και το δαχτυλίδι της κωλοτρυπίδας της σφίχτηκε κι έκλεισε γύρω απ τη λεπτή βάση της σφήνας.

- Όρθια σκλάβα…

τη διέταξα κι ένας μορφασμός πόνου σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Την έπιασα από το μπράτσο και την έστριψα στην ευθεία του διαδρόμου του σπιτιού της. "Περπάτα" τη διέταξα.

- Μα.. δε βλέπω Κύριε, φοβάμαι, θα πέσω…

- Είμαι εγώ εδώ σκλάβα, εμπιστεύσου με και κάνε ότι σε διέταξα.

- Μάλιστα Κύριε, απάντησε κι άρχισε με δειλά, μικρά βήματα να περπατά.

- Με περισσότερη χάρη ψώλα, θέλω το κορμί σου να λικνίζεται, υπάκουσε. Στοπ εκεί, μεταβολή κι έλα πάλι εδώ.

Πήρα ένα κοντό μαστίγιο με πολλές σχοίνινες ουρές κι αυτή τη φορά την ακολουθούσα στο διάδρομο και μαστιγώνοντας τον κώλο της, της έδινα βήμα και ρυθμό. Πάλι και πάλι μέχρι που πια οι γοφοί της λικνίζονταν με χάρη και το βήμα της είχε γίνει πιο σίγουρο και σταθερό. Την έφερα πάλι στο σαλόνι.

- Βλέπεις σκλάβα πως όλα είναι θέμα εμπιστοσύνης; Είδες όταν μ' εμπιστεύτηκες κι αφέθηκες πόσο πιο εύκολο έγινε;

- Μάλιστα Κύριε, έχετε δίκιο.

- Μπορώ να απαντήσω τώρα σ' αυτό που με ρωτήσατε πριν;… ρώτησε εμφανώς αναστατωμένη και ερεθισμένη.

- Όχι σκλάβα, δε μπορείς, την έχασες εκείνη την ευκαιρία, θα δούμε πως θα τα πας στις επόμενες.

- Μάλιστα Κύριε, απάντησε με ένα αναστεναγμό λύπης.

Την έπιασα από το μπράτσο, την οδήγησα στον καναπέ και την έβαλα να καθίσει.

- Ανοιχτά πόδια σκλάβα, τη διέταξα και τα μισό άνοιξε.

- Περισσότερο της ξαναείπα.

Υπάκουσε, ορθάνοιχτα πόδια, τεντωμένες ρώγες απ' την καύλα και τα κλιπς, μουνί να στάζει και το κεφάλι σηκωμένο ψηλά να προσπαθεί να αντιληφθεί τη συνέχεια με όλες της τις αισθήσεις. Πλησίασα κοντά της, τράβηξα το σώμα της στην άκρη του καναπέ κι έσπρωξα τον κορμό της να γείρει πίσω στην πλάτη του καναπέ. Ορθάνοιχτη και παραδομένη, η ανάσα της βαριά αλλά πια σίγουρη, ανάσα εμπιστοσύνης, ανάσα που αδημονούσε για τη συνέχεια. Γονάτισα ανάμεσα στα ορθάνοιχτα πόδια της, μια ανάσα απ το μουνί της.

Ξεκίνησα να φυσάω τα υγρά της μουνόχειλα, σε κάθε φύσημα τιναζόταν ολόκληρη, έσπρωχνε το σώμα της, προσπαθούσε να με κάνει ν' αγγίξω το μουνί της. Ένα χαστούκι στο μουνάκι της την έκανε να συσπαστεί.

- Ακίνητη ψώλα σκλάβα, τη διέταξα κι υπάκουσε και πάλι.

Ξεκίνησα να γλείφω το εσωτερικό των μηρών της, πλησίαζα στο μουνί της, αποτραβιόμουν, ασχολούμουν με το άλλο πόδι. Πλησίαζα κι απομακρυνόμουν χαράζοντας υγρές διαδρομές στα μπούτια της με τη γλώσσα μου. Οι συσπάσεις της έγιναν τραντάγματα, τα βογκητά της κραυγές. Είχε λυθεί και το σώμα της και η γλώσσα της.

- Σας παρακαλώ Κύριε…

- Τι θέλεις σκλάβα;

- Γλείψτε με Κύριε.

- Σε γλείφω σκλάβα, δεν κάνω κάτι άλλο.

Δευτερόλεπτα σιωπής, η καθώς πρέπει Μαρία έδινε την τελευταία μάχη της, το ήξερε κι η ίδια πως την είχε χάσει.

- Το μουνί μου Κύριε, σας παρακαλώ, γλείψτε το μουνί μου.

Το χε κερδίσει αυτή τη φορά, της άξιζε μια μικρή ανταμοιβή. Άγγιξα με τη γλώσσα μου την ερεθισμένη κλειτορίδα της και τινάχτηκε ολόκληρη σα να τη διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Κατέβηκα στα χειλάκια της, απόλαυσα τα τινάγματά της, έχωσα τη γλώσσα μου βαθιά μέσα της, το μουνί της σφίχτηκε, ρουφούσε τη γλώσσα μου μέσα του, ρουφούσα τη γεύση της, τα υγρά της, το άρωμά της.

Μαγική αντιστροφή ρόλων, ο Κυρίαρχος γονατισμένος μπροστά στη σκλάβα του, να την ικανοποιεί, να την απογειώνει.

Ξανά στην κλειτορίδα της, γλείψιμο, ρούφηγμα, δάγκωμα. Έτρεμε, δε θ' άντεχε περισσότερο. Έχωσα ξανά τη γλώσσα μου στο καυτό της μουνί, τη γάμαγα πια με τη γλώσσα μου, σφίχτηκε, έτρεμε. Έπιασα την αλυσίδα των κλιπς και την τράβηξα με δύναμη.

Ο έντονος ξαφνικός πόνος στις ρώγες της μαζί με τη γλύκα και την καύλα από το γλειφομούνι που της έκανα την έκαναν να ουρλιάξει και να ξεκινήσει να χύνει ποτάμια με σπασμούς. Τιναζόταν ολόκληρη, συστρέφονταν το σώμα της στον καναπέ, τη μια έκλεινε τα πόδια της γύρω απ το κεφάλι μου και την άλλη τα άνοιγε διάπλατα. Έχυνε, έχυνε και τη ρούφαγα, έχυνε και την ἐπινα ολόκληρη μέχρι που ικανοποιημένη έπεσε πίσω στην πλάτη του καναπέ. Την άφησα να ηρεμίσει, να πάρει τις ανάσες της.

Η συνέχεια θα ήταν πιο δύσκολη. Εκείνη δεν το ήξερε ακόμη…




Copyright protected OW ref: 177872