24 ώρες: Φωτιά με φωτιά

Δημοσιεύθηκε από lost in space
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.88 (8 Votes)

Προηγούμενο μέρος: 24 ώρες: Ανήθικη πρόταση :

05:35 Η γάμπα της Χριστίνας πέρασε ξυστά μπροστά από το πρόσωπό μου. Ο Τζίμης όπως την πηδούσε στα τέσσερα, την είχε αγκαλιάσει και χωρίς να βγει από μέσα της, έγειρε στο πλάι και ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι, φέρνοντας την Χριστίνα να κάθεται στη κοιλιά του, με τα πόδια της διάπλατα ανοικτά, με την πλάτη της προς το πρόσωπό του. Τεντώθηκε προς τα πίσω ακουμπώντας τα χέρια της, δεξιά και αριστερά. Την κράτησε, με τα δυο του χέρια από τη μέση ανασηκώνοντας τη λίγο για να ξανακαρφωθεί στο καβλί του που ήταν πάντα στον κώλο της.

- Ψηλά το κεφάλι…

Με τράβηξε απότομα απ’ το μαλλί αναγκάζοντας με να σηκώσω το κεφάλι μου από το κρεβάτι. Στηρίχτηκα στα χέρια μου. Καθώς με τράνταζε πηδώντας με έντονα, το μάγουλό μου ακουμπούσε το γόνατο της. Ήμουν στα τέσσερα στην κάτω άκρη του κρεβατιού, κάθετα στα σώματα του Τζίμη και της φίλης μου που ήταν μπροστά μου. Τα γόνατα μου ήταν στην πλαϊνή άκρη και ο Βασίλης ο… χορηγός, που με γαμούσε, στεκόταν όρθιος, μπαίνοντας με αργές δυνατές κινήσεις στο μουνί μου. Βογκούσα χωρίς μεγάλη ένταση. Το απίθανο καβλί του Καπετάνιου με χαστούκισε πάλι στο μάγουλο. Δεν ήταν ακόμα εντελώς σκληρός αλλά μου φάνηκε σαν να έχει μεγαλώσει κι άλλο! Όρθιος μπροστά στο κρεβάτι, τον έπαιζε αργά, παρατηρώντας το Τζίμη και το Βασίλη να μας πηδάνε. Όσο ό Τζίμης γαμούσε τη Χριστίνα στα τέσσερα, τον έδινε μια στα χείλη της και μια στα δικά μου. Τώρα που το κεφάλι της δεν ήταν προσβάσιμο περιορίστηκε να σκαμπιλίζει εμένα μόνο με την ψωλή του και να προσπαθεί να μου τη χώσει στο στόμα. Πράγμα που δεν ήταν καθόλου εύκολο! Όσο κι αν προσπαθούσα να τον πάρω, ήταν αδύνατο να μην τον αγγίζω με τα δόντια. Σπρώχνοντάς με, μου δημιουργούσε την αίσθηση ότι πνίγομαι και τραβήχτηκα βήχοντας.

- Καλά, είκοσι χρονών κορίτσι και δεν έχεις μάθει ακόμα να παίρνεις πίπα;

Τον έβγαλε και τον χτύπαγε στο πρόσωπό μου.

- Την έχετε λερώσει ρε μαλάκες την κοπέλα... (γέλια σχεδόν απ’ όλους)

Με το σεντόνι, μου σκούπισε το πρόσωπο απ’ το σπέρμα και συνέχισε να μου χτυπάει την ψωλή στα μάγουλα, στα μάτια και στη μύτη μου. Ξαφνικά, σα να παρατήρησε κάτι που είχε ξεχάσει, άφησε το βαρύ όργανο του να αιωρείται μπροστά στο πρόσωπό μου και άρπαξε τα βυζιά μου που ταρακουνιόντουσαν κι αυτά καθώς ο Βασίλης συνέχιζε το σφυροκόπημα στο μουνί μου.

- Ρε μαλάκα Γρηγόρη, είπαμε να χύσεις, όχι να βγάλεις τη μάνικα (ξαναείπε ο Καπετάνιος προκαλώντας κι άλλα γέλια από τους υπόλοιπους).

Το στήθος μου ήταν κι αυτό πασαλειμμένο με σπέρμα. Ο Κεραυνός, ο Γρηγόρης, πράγματι με είχε γεμίσει στο πρόσωπο και στο στήθος. Με ζούληξε δυνατά με τα δυο του χέρια, τσίμπησε σαδιστικά τη ρώγα μου και ξαναπήρε το καβλί του στο χέρι χτυπώντας πότε το ένα μου μάγουλο και πότε το άλλο. Ο Καπετάνιος έριξε μια ματιά στη Χριστίνα, μπροστά μου που ανεβοκατέβαινε πάνω στον πούτσο του Τζίμη. Είχε κλειστά τα μάτια της και βόγκαγε σιγανά. Ικανοποιημένος μ' αυτό που έβλεπε, ξαναγύρισε το βλέμμα του σε μας, λέγοντας στο χορηγό που είχε επιταχύνει τον ρυθμό πίσω μου, κάνοντας με να φωνάζω πλέον πιο δυνατά:

- Εσύ Βασιλάκη μουνάκι γαμάς; Τρυφερούλη σε βρίσκω!

- Βασιλάκης ο τρυφερούλης! Σε λίγο θα της φέρει και λουλούδια.

Ο Σπύρος, ό αδελφός του Τζίμη, το είπε με την τραγουδιστή, Κερκυραϊκή, προφορά του προκαλώντας γέλια σε όλους ακόμα και σε μένα ένα αυθόρμητο χαμόγελο.

- Γελάς πουτανάκι; (ο Καπετάνιος με ρώτησε τραβώντας με απ’ το μαλλί για να με αναγκάσει να τον κοιτάξω στα μάτια) Γελάς;

Με χαστούκισε με το χέρι του μάλλον δυνατά.

- Γελάς; (ξαναρώτησε) Γλείψε τα' αρχίδια καλά.

Ο συμπαθητικός κυριούλης της παρέας στο κέντρο, είχε αναδειχθεί σε αρχηγό της παρέας και στο σεξ. Καταλάβαινα τώρα ότι μπορεί αυτός να είχε τελικά τη ιδέα να μας προτείνουν να μας φέρουν στο ξενοδοχείο. Κι από εκεί που ήμουν επιφυλακτική για την παρουσία του, τώρα η συμπεριφορά του με καύλωνε.

Έφερε τη βάση της πούτσας του στο στόμα μου. Έγλειψα τη ζαρωμένη σάρκα κινώντας γρήγορα τη γλώσσα μου. Κοιτούσα το πρόσωπο του. Είχε κλείσει τα μάτια του στραμμένος προς το ταβάνι. Το απολάμβανε! Έπαιζε το τεράστιο καβλί του με το ένα χέρι ενώ με το άλλο κρατούσε μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου, στη κορυφή του κεφαλιού μου, πιέζοντας με επάνω του. Πιπίλισα τις μπάλες του που ήταν μεγάλες, αναλόγως με το όργανό του. Χαλάρωσε λίγο την πίεση. Ένοιωσα το μάγουλό μου ζεστό απ’ τη πλευρά που με χαστούκισε. Πέρασα τη γλώσσα μου κατά μήκος ξεκινώντας απ’ τη βάση και φτάνοντας ως τη βάλανο. Δεν είχα ως τώρα αντιμετωπίσει τέτοιο μέγεθος! Το επανέλαβα ξανά και ξανά κοιτώντας πάντα προς τα μάτια του. Τελικά, πήρα στο στόμα το κεφάλι πιπιλώντας το ανάμεσα στα χείλια και στα δόντια μου. Με βοήθησε κατευθύνοντας τον με το χέρι του στο στόμα μου. Με τα χέρια μου στηριζόμουν στο κρεβάτι και με τις σπρωξιές του Βασίλη πίσω μου δεν ήταν εύκολη η προσπάθεια μου, έτσι, με τη βοήθεια του, τον τσιμπούκωσα ξανά.

- Άνοιξε το στοματάκι σου καλά, καργιολίτσα.

Προσπάθησα να ανοίξω τις σιαγόνες μου όσο γινόταν και αμέσως έσπρωξε μέσα μου ένα μέρος απ’ την ψωλή του. Η αίσθηση είναι παράξενη. Αισθάνθηκα να πνίγομαι καθώς ο άλλος από πίσω μου, με μια δυνατή κίνηση, έφερε τη σάρκα που είχα στο στόμα μου, στη βάση της γλώσσας μου. Συγκρατήθηκα για να μην πανικοβληθώ πάλι και γύρισα το κεφάλι μου στο πλάι, κατευθύνοντας το τεράστιο όργανο προς το εσωτερικό μάγουλό μου. Αυτή φορά κατάφερα να τον πιπώσω κάπως. Απαιτούσε αρκετή συγκέντρωση και προσπάθεια ώστε να διατηρώ το στόμα μου αρκετά ανοικτό και σε θέση τέτοια που να μη με πνίγει.

Όλα διακόπηκαν απότομα καθώς ο χορηγός μου τον έχωσε ξαφνικά στον κώλο. Η, ήδη ερεθισμένη από το προηγούμενο γαμήσι, κωλοτρυπίδα μου πόνεσε έντονα, παρόλο που το καβλί του Βασίλη ήταν αρκετά μικρότερο απ’ αυτό του Κεραυνού που με είχε ξεκωλιάσει πριν. Τραβήχτηκα απ’ τον πούτσο του Καπετάνιου γουρλώνοντας τα μάτια μου και φωνάζοντας ξαφνικά. Στηρίχθηκα στο ένα χέρι μου και με το άλλο προσπάθησα να τον σπρώξω πιέζοντας την κοιλιά του. Να μην τον αφήσω να μπει απότομα μέσα μου. Βγήκε. Με κράταγε απ’ τους μηρούς μου και προσπαθούσε να πιέσει την μέση μου προς τα κάτω, να φέρει την τρυπούλα μου σε τέτοια θέση ώστε να τον διευκολύνει για να με σοδομίσει. Ανέβασε το πόδι του και πάτησε πάνω στο κρεβάτι. Με ακούμπησε πάλι στην κωλοτρυπίδα, με τράβηξε και ένοιωσα το σφιγκτήρα μου εκεί να ανοίγει πάλι. Κράτησα την αναπνοή μου παίρνοντας μια έκφραση που πρόδιδε τον πόνο που αισθανόμουν.

- Παρ’ τον πουτανάκι, παρ’ τον. (Λέξεις καύλας και ικανοποίησης, μουρμουρίζοντας)

- Έτσι… έτσι!

Ο Καπετάνιος επιδοκίμασε καθώς έκανε δυο βήματα πίσω και πήρε, από το τραπεζάκι που χώριζε τις πολυθρόνες του Κεραυνού και του Σπύρου, ένα προφυλακτικό. Φώναζα πλέον δυνατά.

Η Χριστίνα με κοίταξε και πίσω απ’ το θολό βλέμμα της, διέκρινα καθαρά ένα χαμόγελο. Ο Τζίμης εξακολουθούσε ακούραστος να τη σηκώνει και να την ξανακαρφώνει στο καβλί του. Στο ένα μέτρο από το πρόσωπό μου έβλεπα καθαρά ότι όταν ήταν μέσα της, οι γλουτοί της ακουμπούσαν, βαριά, στα μπούτια του. Της έμπαινε όλο στον κώλο. Η φίλη μου ξεσκιζόταν κανονικά. Το ωραίο της μαλλί, απ’ τη μεριά που την κοιτούσα, ήταν γεμάτο σπέρμα από την... «αστοχία» του Σπύρου πριν λίγο. Τα χύσια είχαν τρέξει στο μάγουλό της και στο γυμνό της ώμο. Ο Τζίμης τώρα της έσφιγγε το ένα στήθος με τη χερούκλα του ενώ το τοπάκι της ήταν ακόμα, μαζεμένο στη κοιλιά της. Έδωσα ένα μικρό φιλί στο γόνατό της, που κουνιόταν ακόμα δίπλα στο πρόσωπό μου, και ξεκάθαρα πλέον μου χαμογέλασε.

- Είδες τι παθαίνεις άμα είσαι άτακτο κορίτσι;

Ο Καπετάνιος ξαναβρέθηκε μπροστά στο πρόσωπό μου με την καπότα φορεμένη πλέον. Έμοιαζε αστείο γιατί κάλυπτε λίγο περισσότερο απ’ το μισό του όργανο. Το χτύπαγε πάλι στο πρόσωπό μου κρατώντας με απ’ το μαλλί για να τον κοιτάω..

- Είδες; Γιατί σε πηδάει ο Βασίλης; Γιατί είσαι πουτάνα. Τι είσαι; (Με τράβηξε δυνατά)

- Πουτάνα…

- Πες το όλο τι είσαι;

- Είμαι πουτάνα... είμαι πουτάνα!

- Έτσι! (ικανοποιημένος) Κοίτα τώρα τι θα πάθει η φίλη σου και μη ζηλέψεις, έχει και για σένα.

Πλησίασε τη Χριστίνα κρατώντας το καβλί του με το χέρι. Έμοιαζε σαν όπλο! Ο Τζίμης της ανασήκωσε τα πόδια ανοίγοντας την εντελώς. Η πούτσα του σχεδόν δε φαινόταν μπηγμένη μέσα της. Το ύφος της ήταν.. αλλού! Της τον ακούμπησε στα μουνόχειλά της και σέρνοντάς τον πάνω στο πούτσο του Τζίμη , τον έσπρωξε μέσα της. Η Χριστίνα βόγκηξε. Η μεγάλη ψωλή του Καπετάνιου άνοιξε το ροδαλό μουνί της φτάνοντας περίπου μέχρι το τέλος του προφυλακτικού. Το σενάριο που μόνο σε γαργαλιστικές τσόντες είχα ξαναδεί, εκτυλισσόταν σε ένα παραλιακό ξενοδοχείο με πρωταγωνίστριες εμένα και τη Χριστίνα. Ακούμπησα το κεφάλι μου, πάλι, στο κρεβάτι. Μερικά εκατοστά μπροστά μου, οι γοφοί του Καπετάνιου που παρτούζωνε τη φίλη μου. Πέρασα το χέρι μου κάτω απ’ τα πόδια μου και χάιδεψα την κλειτορίδα μου. Έχυσα, ξανά, φωνάζοντας δυνατά!

00.30 Ποτέ δεν ήμουν καλή στο σίδερο. Γυμνή, όρθια μπροστά στη σανίδα σιδερώματος, προσπαθούσα να τελειοποιήσω το φόρεμα μου. Στην κατσαρόλα τα σπαγγέτι ήταν σχεδόν έτοιμα. Κρέμασα με προσοχή το φόρεμα και κατανάλωσα ένα μεγάλο πιάτο μακαρόνια με τυρί. Έχω μάθει πλέον ότι τα μπουζούκια θέλουν φαγητό πριν! Έστειλα ένα email που «χρώσταγα» σε μια φίλη με κάποιες σημειώσεις για το μάθημα της Τρίτης, έκανα ένα ντους ακόμα και καταπιάστηκα να βαφτώ. Κοίταξα, μισοικανοποιημένη τον καθρέφτη και έχωσα τα υλικά του μακιγιάζ σε ένα μικρό σακουλάκι. Θα τα έβαζε η Χριστίνα στο τσαντάκι της μια κι εγώ δεν έχω κάτι που να ταιριάζει. Τελικά, έβαλα το μπορντό σουτιέν μου και ένα στρινγκ, φόρεσα το φόρεμα μου, τα πέδιλα μου και ξαναστήθηκα στον καθρέφτη.

Η καθημερινή μου εμφάνιση καμμία σχέση δεν έχει με φορέματα και τακούνια. Η γνωριμία μου όμως με τη νυχτερινή ζωή της Αθήνας, έκανε την ύπαρξή του απαραίτητη. Και το πήρα! Το πήρα με μια αρνητικότητα ομολογώ. Σα να λυπόμουν τα 85€ που έδωσα. Κι από τότε το χρησιμοποιώ. Και καταλαβαίνω πια ότι πρέπει να πάρω και κάποια ακόμα ώστε να μην εμφανίζομαι πάντα με το ίδιο. Πάντως το έχω αποσβέσει, το χρησιμοποιώ απόγευμα, βράδυ, σε πάρτι, στα μπουζούκια, κάτι σαν αλεύρι για όλες τις χρήσεις! Είναι κόκκινο έντονο, από βαμβακερό, απλό ύφασμα. Είναι αρκετά κοντό, πάνω από το μέσο των μηρών μου και αρκετά φαρδύ και αεράτο στο κάτω μέρος. Έχει μια τετράγωνη λαιμόκοψη στο ντεκολτέ, όχι πολύ τολμηρή, καλύπτει σχετικά καλά το στήθος. Το μανίκι σχεδόν μέχρι τον αγκώνα, είναι πολύ φαρδύ αποτελώντας μάλλον το χαρακτηριστικό του φορέματος. Σειρές κεντημάτων, ψιλές σα δαντέλες, στο ίδιο κόκκινο χρώμα, ανάγλυφες, κάθετες στο ύψος μου, του δίνουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Μπορεί κανείς να το φανταστεί σαν μια μεγάλη, φαρδιά πουκαμίσα με μανίκες. Καθώς δεν έχει μέση και καθώς το σχετικά μεγάλο στήθος μου το τεντώνει ψηλά, πέφτει και καλύπτει τη σχετικά μεγάλη περιφέρεια μου και τον σχετικά φουσκωτό πωπό μου και με δείχνει λεπτότερη, τονίζοντας τα ωραία πόδια μου.

Μου άρεσε η εικόνα μου. Μαζί με το κόκκινο μαύρο, υφασμάτινο βραχιόλι μου και το ασορτί κρεμαστό στο στήθος μου, αναγνώρισα στον καθρέφτη τη «νυχτερινή» Μελίνα! Μια προσεκτική δόση La Vie est belle στο στήθος και στους καρπούς μου (είμαι και τσιγγούνα), και έτοιμη. Η Χριστίνα ήταν ήδη κάτω.

01.50 Καλά, ήταν θεά η άτιμη! Μαύρη, στενή, κοντή, ελαστική φούστα και τοπάκι μαύρο, επίσης ελαστικό, που αγκάλιαζε το λαιμό της, σταύρωνε στο στέρνο πάνω απ’ το στήθος της και αγκάλιαζε τα βυζιά της ξεχωριστά κουμπώνοντας πίσω στη πλάτη της. Η κοιλιά της ακάλυπτη όπως και η πλάτη της, μαυρισμένη όπως ήταν, της έδιναν μια προκλητική, σέξι λάμψη. Ψηλή και με ωραίο παράστημα, με το ίσιο καστανό μαλλί της να πέφτει ελεύθερο στους ώμους της η φίλη μου είχε την εμφάνιση εντυπωσιακού μανεκέν! Με μια (μικρή) δόση ζήλειας σκέφτηκα όπως την αντίκρισα πως μοιάζει με την Σίντυ Κρόφορντ στα νιάτα της.

- Καλά δε παίζεσαι!

- Κι εσύ κουκλάρα είσαι (μου είπε χαμογελαστή και μου έδωσε μια στον κώλο καθώς την προσπέρασα για να κάτσω στη θέση του συνοδηγού στο Smart)

Η συζήτηση αμέσως ξεκίνησε σχετικά με τον... «πελάτη». Της είπα ότι συμφώνησα, της είπα ότι θα περιμένω να προτείνει ημερομηνία και μέρος, συζητήσαμε αν θα το κάνω ή όχι και διανύσαμε γρήγορα την απόσταση με μια μάλλον χαλαρή κίνηση στο δρόμο.

Ο φίλος ο Δημήτρης, μας υποδέχτηκε μάλλον... μαγκωμένος.

- Κορίτσια σας βάζω στο μπαρ και βλέπουμε… γίνεται ο χαμός.

Μπήκαμε στο μαγαζί και, παρόλο το air condition και τον εξαερισμό, η ατμόσφαιρα ήταν πηχτή. Υποτίθεται ότι το κάπνισμα απαγορευόταν αλλά ο καπνός είχε κάνει σύννεφο! Οι εκλογές θα γίνονταν σε μερικές μέρες και ο επικρατέστερος υποψήφιος είχε δηλώσει ότι θα επιβάλλει το νόμο. Προς το παρόν πάντως κάπνιζαν σχεδόν όλοι. Καθίσαμε σε 2 σκαμπό στην άκρη του μπαρ, δίπλα σε πολλές παρέες που περίμεναν τραπέζι. Προσπαθούσα να συνηθίσω την ατμόσφαιρα και την εκκωφαντική ένταση της μουσικής. Μας ζήτησαν τι θα πιούμε και διάλεξα Βότκα-Πορτοκάλι παρασύροντας και τη Χριστίνα.

- Δύσκολα τα πράγματα Μελί μου. Ας περιμένουμε.

Ήξερα ότι της αρέσει ο Κιάμος πολύ. Θα έκανα υπομονή. Αλλά η προοπτική να περάσω στο σκαμνί τις επόμενες 3 ώρες δε με ενθουσίαζε. Στη σκηνή ήταν η Αντωνέλλα που δε μπορούσε να με κάνει να μπω στο πνεύμα καθόλου. Η βραδιά δεν είχε ξεκινήσει καλά. Τα άλλαξε όλα όμως ο παράγων «Τζίμης»!

Δεν μου ήταν άγνωστο το όνομα. Η φίλη μου με είχε πληροφορήσει, αν και αφορούσε το διάστημα πριν την γνωρίσω. Είχε παίξει μαζί του μερικές φορές και θα ήθελε πολύ περισσότερες καθώς τον είχε περιγράψει κούκλο. Αλλά ο τύπος δεν πιανόταν. Μου είχε πει για τις άπειρες γκόμενες παντού, στη δουλειά του, στο κινητό, στο Facebook, παντού. Ο Τζίμης ήταν «αέρας», δεν ήταν για σχέση. Και κάποια στιγμή είχε χαθεί. Δεν της απαντούσε. Και ξαναεμφανίστηκε μπροστά μας σαν το μαγικό Τζίνι!

- Χριστίνα;

Γούρλωσε διάπλατα τα μάτια της.

- Τζίμη! Απίστευτο, από που ξεφύτρωσες;

Αγκαλιά και φιλί, σταυρωτά μεν αλλά δίπλα στο στόμα της, αν όχι στα χείλη της.

Όντως ήταν κούκλος. Κούκλος, όμως. Από αυτούς που όλες οι γυναίκες θέλουν. Γύρω στα 30. Ψηλότερος απ’ τη Χριστίνα, αν και αυτή φορούσε λίγο τακούνι, ξανθός έντονα, σαν ξένος, γαλανό, πολύ ανοιχτό μάτι, ωραίο σώμα που φαινόταν παρά το χαλαρό, θαλασσί πουκάμισο που φορούσε και ένα τέλειο πρόσωπο. Τέλειο χαμόγελο. Δύσκολο να του αντισταθείς. Προφανώς, θα είχε πολλές γκόμενες.

Η φίλη μου ήταν φανερά χαρούμενη, αν είχε ουρά θα είχε τρελαθεί στο κούνημα. Μου έχει πει διάφορα για αυτόν. Ο πατέρας του είναι Άγγλος. Δε μένει μόνιμα στην Αθήνα και έρχεται για δουλειές κυκλοφορώντας με ένα περίεργο σπορ αυτοκίνητο. Η ζωή του όπως μου την περιέγραψε η Χριστίνα που είχε εντυπωσιαστεί, είναι ανάμεσα στην έντονη δουλειά και στην έντονη διασκέδαση.

Μιλούσαν ο ένας στο αυτί του άλλου, δικαιολογημένα, για να ακούγονται μέσα στην ηχητική θύελλα. Και σε κάποια στιγμή έστρεψε την προσοχή του και σε μένα.

- Εγώ είμαι ο Τζίμης (τείνοντας το χέρι του προς το μέρος μου).

Αμ δε σε ξέρω; Σκέφτηκα. Απάντησα όμως τυπικά.

- Μελίνα.

- Έχεις και ωραία φίλη (το είπε μιλώντας προς τη Χριστίνα που την είχε πάρει ήδη αγκαλιά). Και συνέχισε ρωτώντας...

- Μόνες είστε;

- Μόνες (απάντησε η Χριστίνα).

- Ελάτε στο τραπέζι μας, στην παρέα μας αν θέλετε. Δεν ξέρω αν προτιμάτε μόνες, πάντως εγώ σας προσκαλώ.

- Είναι με το team της ιστιοπλοΐας... (μου διευκρίνισε η Χριστίνα)

Τα μάτια της φίλης μου, έδειχναν πόσο ήθελε να συμφωνήσω. Δεν ήξερα για ποιο team μου έλεγε και η περίσταση, με τη μουσική στο διαπασών και με τους δυο τους να με κοιτάνε στα μάτια περιμένοντας απλά να πω «ναι», δε μου άφηνε και πολλά περιθώρια.

- Ε, ας πάμε (είπα κοιτώντας χαμογελαστή τη φίλη μου)

Με τα ποτά μας στο χέρι μας οδήγησε μέσα από την κατάμεστη αίθουσα. Και όταν έλεγε «παρέα» εννοούσε μεγάλη παρέα! Με μια πρώτη ματιά πρέπει να ήταν πάνω από 20 άτομα! Άντρες, γυναίκες, νεότεροι, μεγαλύτεροι, σε μια αλλοπρόσαλλή παρέα που απ’ το ύφος των περισσοτέρων δεν έδειχνε να διασκεδάζει. Νομίζω ότι όλοι επικεντρώθηκαν σε μας, ιδίως στη Χριστίνα και στην εντυπωσιακή της εμφάνιση. Άλλοι με ενδιαφέρον κι άλλοι (οι γυναίκες της παρέας) με ένα, μάλλον, αποδοκιμαστικό βλέμμα. Όπως ήταν διαμορφωμένος ο χώρος δίπλα στο τραπέζι αναγκαστήκαμε να χωριστούμε. Η Χριστίνα κάθισε ανάμεσα στο Τζίμη βεβαίως και στον αδελφό του (όπως μάθαμε), ενώ εγώ απ’ την άλλη μεριά του τραπεζιού, ανάμεσα σε έναν κύριο λίγο πιο μεγάλο και σε έναν 30αρη τύπο με σκληρά χαρακτηριστικά προσώπου και από ένα εντυπωσιακό tattoo σε κάθε μπράτσο, με τη χαρακτηριστική φιγούρα του κεραυνού!

- Κώστας

- Μελίνα

- Καλώς τες ( ο κυριούλης δίπλα μου συστήθηκε ευγενικά και χαμογελαστός και μου σύστησε και τον... Κεραυνό και τους υπόλοιπους δεξιά και αριστερά)

Στις συστάσεις ανταποκρίθηκα με ένα χαμόγελο σε όλους και με χειραψία στους κοντινούς μου ενώ κι η Χριστίνα απέναντι έκανε το ίδιο. O κύριος Κώστας μου έπιασε αμέσως κουβέντα, πλησιάζοντας κάθε τόσο στ’ αυτί μου και αναγκάζοντας με να του απαντάω. Με ρώτησε πως... προκύψαμε, του είπα για τη Χριστίνα και τον Τζίμη και μου εξήγησε πως σχηματίστηκε αυτή η… όντως ετερόκλητη, παρέα. Οι οκτώ απ’ αυτούς ήταν μέλη του πληρώματος ενός ιστιοπλοϊκού που θα έπαιρνε μέρος, μετά από μερικές μέρες σε μια ρεγκάτα στις Σπέτσες. Ο συνομιλητής μου ήταν ο καπετάνιος. Η ομάδα ήταν απ’ την Κέρκυρα και στην Κέρκυρα έμεναν οι περισσότεροι. Έφτασαν στην Αθήνα με το σκάφος και θα έκαναν κάποια προπόνηση στον Αργοσαρωνικό ακόμα πριν πάνε στις Σπέτσες για τον αγώνα. Ο Τζίμης που ήξερε από Αθήνα, τους είχε προτείνει την έξοδο στον Κιάμο. Στην παρέα ήταν και κάποιοι από την εταιρεία-χορηγό και κάποιοι (αυτοί που έμεναν Αθήνα) είχαν φέρει γυναίκες ή τις φίλες τους.

Μας διέκοψε μια μεγάλη κανάτα σφηνάκια που κανόνισε μάλλον ο Τζίμης. Μετά τον πρώτο γύρο κατέβασα κι ένα δεύτερο και είδα ότι Χριστίνα πήρε κι ένα ακόμα σκάζοντας στα γέλια με κάτι που της είπε ο Τζίμης στ’ αυτί. Διπλωνόταν στη μέση γελώντας και κρατώντας το μηρό του Τζίμη. Η εικόνα του φώναζε δυνατά «σεξ» και αδιαφορούσαν για τα υπόλοιπα γύρω τους. Αδιαφορούσαν για τις ενοχλημένες ματιές της συνοδού του «χορηγού», αδιαφορούσαν για το βλέμμα του Σπύρου, του αδελφού του Τζίμη που κοίταζε τη Χριστίνα σα λουκούμι Συριανό. Δεν ήταν άσχημος, by the way, ούτε κι αυτός. Όχι Τζίμης αλλά ωραίο παιδί. Αδιαφορούσαν και για τον Χατζηγεωργίου, το νεαρό τραγουδιστή που είχε βγει στη πίστα τραγουδώντας «κάθε φορά». Απ’ όσο κατάλαβα απ’ τα λουλούδια που πέσανε, ήταν το σουξέ του. Και ήταν εντυπωσιακό που δεν έδινε σημασία η Χριστίνα καθώς λίγο πριν μπούμε μου έλεγε ότι έβρισκε τον τυπάκο «απίθανο γκομενάκι». Τώρα όμως είχε μάτια μόνο για το Τζίμη.

Ο Γρηγόρης, ο τύπος με τους κεραυνούς δίπλα μου, θα με έγδυνε, αν τα μάτια μπορούν να γδύσουν. Δεν ήταν ο τύπος που θα τα έφτιαχνα. Συνήθως δε προτιμώ άντρες-σφίχτες. Στη συγκεκριμένη φάση, αυτός μου άρεσε με έναν ιδιαίτερο, μάλλον πρωτόγονο τρόπο. Το κεφάλι του ήταν σχεδόν ξυρισμένο. Το πρόσωπό του πολύ βαριά αντρικό, με σκούρα γένια. Φορούσε μαύρο εφαρμοστό μπλουζάκι κι ένα απλό γκρι, λινό παντελόνι. Το στήθος του και το στομάχι του διαγραφόταν σαν πέτρα κάτω από το μπλουζάκι του. Με την ηλιοκαμένη του φάτσα, το σκοτεινό βλέμμα του και τα σμιλεμένα μπράτσα του με τους κεραυνούς, ήταν σα να ζωντάνευε τον ήρωα κάποιων σπάνιων γυναικείων φαντασιώσεων. Τον έβλεπα που προσπαθούσε κάπως να μπει στη κουβέντα που είχα με τον καπετάνιο αλλά τον αγνοούσα προκλητικά. Η αλήθεια είναι πως, γενικά, με ερεθίζει να «παιδεύω» τους άντρες που με πολιορκούν.

Καθώς λουλούδια πήγαιναν κι ερχόντουσαν από παντού, ο Βασίλης, έτσι λεγόταν ο χορηγός, πέταξε δυο ταψάκια με λουλούδια προς το μέρος μου χαμογελώντας. Δίπλα του χαμογελούσε και η φίλη του, μόνο που το δικό της χαμόγελο ήταν… δηλητηριώδες! Έριξε και μια ακόμα ματιά προς το μέρος του Τζίμη. Το… φανερό πλέον, ζεύγος φιλιόταν απροκάλυπτα ενώ το χέρι του είχε χαθεί κάτω απ’ το τραπέζι προς το μέρος της Χριστίνας. Ο αδελφός του είχε καρφωθεί στα βυζιά της φίλης μου καθώς οι ρώγες φαινόντουσαν καθαρά ερεθισμένες κάτω απ’ το ελαστικό τοπάκι της.

Το σκηνικό διέκοψαν δυο σερβιτόροι με μια ακόμα κανάτα που είχε διαφορετικό χρώμα απ’ την προηγούμενη. Νέοι γύροι σφηνάκια προστέθηκαν στο οινόπνευμα που έτσι κι αλλιώς έτρεχε άφθονο γύρω μου. Ο Κεραυνός δίπλα μου προσπάθησε να τσουγκρίσει το σφηνάκι του αλλά προτίμησα να το κάνω με τον καπετάνιο. Η «χορηγήνα» με ύφος κουρασμένης κάτι έλεγε στον χορηγό και σε λίγο οι δυο τους ανακοίνωσαν αναχώρηση παρασέρνοντας δυο ακόμα ζευγάρια απ’ την παρέα. Ο χορηγός, μουτρωμένος μας χαιρέτισε. Έκανα μια γκριμάτσα σαν αυτή που κάνουμε όταν καταλαβαίνουμε ότι κάτι δεν πήγε καλά και ο καπετάνιος το πρόσεξε.

- Αυτά συμβαίνουν...

Το είπε με ένα πονηρό χαμόγελο. Η Χριστίνα σηκώθηκε και πήγε προς τις τουαλέτες και σε μερικά δευτερόλεπτα την ακολούθησε κι ο Τζίμης αφήνοντας τους υπόλοιπους (κι εμένα) με ένα αμήχανο χαμόγελο. Ο κεραυνός συνέχισε τις προσπάθειες αδειάζοντας επάνω μου δυο-τρία δισκάκια. Πήρα το ένα γαρύφαλλο, του χαμογέλασα στιγμιαία και συνέχισα τη συζήτηση μου με τον καπετάνιο. Με μάλωσε τρίτη φορά που του μίλαγα στο πληθυντικό. Λέγαμε για την ιστιοπλοΐα. Ο μπαμπάς μου, δεινός skipper, με είχε μάθει αρκετά πράγματα, τόσα που μπορούσα άνετα να συζητώ με τον καπετάνιο.

04.00 Τα στρογγυλά γυαλάκια του είχαν θαμπώσει αλλά τα μάτια του αλληθώριζαν στο στήθος μου. Υπό κανονικές συνθήκες δεν είχε πιθανότητα να έχει τη προσοχή μου τόση ώρα. Ο 55αρης όμως καπετάνιος μου φάνηκε μια ουδέτερη, ακίνδυνη παρουσία, ιδανική για να κάνω τον Κεραυνό να λιώσει. Ανοιχτός καστανός, με πολύ λίγα μαλλιά, ηλιοκαμένος με μια κανονική σωματική διάπλαση, ο καπετάνιος έδειχνε μια ασύμμετρη με την εμφάνιση του αυτοπεποίθηση και άνεση. Είχα στραφεί προς το μέρος του ολόκληρη δείχνοντας την πλάτη μου στον Κεραυνό όταν τα φώτα στην πίστα άλλαξαν η ένταση δυνάμωσε προαναγγέλλοντας το αστέρι του μαγαζιού.. Ο Κιάμος εμφανίστηκε χαμογελαστός. Σχεδόν την ίδια στιγμή εμφανίστηκε και η Χριστίνα. Έλαμπε πανέμορφη! Αξιοποιώντας τις θέσεις που είχαν αδειάσει στο τραπέζι, κάθισε δίπλα μου. Μείναμε αμίλητες μερικές στιγμές κοιτάζοντας τον τραγουδιστή. «Δικός σου για πάντα» τραγουδούσε μέσα σε βροχή από λουλούδια. Της ψιθύρισα στ’ αυτί με μισόκλειστα τα χείλια μου:

- Στη τουαλέτα Χριστινάκι μου; Που είναι οι καλοί σου τρόποι;

Χαμογέλασε αμίλητη. Και συνέχισα…

- Καλά μωρή, δεν είχε κόσμο;

Έσκυψε στ’ αυτί μου..

- Με πήγε στη τουαλέτα των ΑΜΕΑ.

Σκέφτηκα ότι ο Τζίμης τα ξέρει τα κατατόπια εδώ.

- Καλά; ( Η σκέψη με ερέθισε αμέσως και δε κρατήθηκα να μη ρωτήσω)

Έγνεψε καταφατικά και με το χέρι της σκούντηξε τον μηρό μου για να κοιτάξω. Άνοιξε τη χούφτα της και πέταξε κάτω απ’ το τραπέζι το σκισμένο στρινγκ που κρατούσε.

- Με ξέσκισε. Είμαι ακόμα μούσκεμα.

Κι εγώ ήμουν ξαφνικά!

- Με βλέπω να πηγαίνω με ταξί στο σπίτι.

Πριν τελειώσω την κουβέντα μου, η Χριστίνα σηκώθηκε ξαφνικά πηγαίνοντας προς τη πίστα. Ο Τζίμης και ο Σπύρος, ο αδελφός του, πήγαν για να χορέψουν. Με τράβηξε κι εμένα αλλά προτίμησα να μην πάω. Έκατσα ξανά δίπλα στον Καπετάνιο παρακολουθώντας τα αγόρια να χορεύουν και την Χριστίνα, γονατιστή να χτυπάει παλαμάκια. Ο Κεραυνός αντί να κοιτά τη πίστα κοίταγε απροκάλυπτα εμένα, με το σκοτεινό του ύφος, καπνίζοντας. Έκανα πως δεν τον είδα και ρώτησα χαμογελαστή:

- Κύριε Κώστα πάτε συχνά στα μπουζούκια ή εδώ σας παρασύρανε;

- Α… κεριά και λιβάνια, άμα συνεχίσεις τον πληθυντικό θα σε τιμωρήσω.

Γελάσαμε κι οι δυο αλλά είπα να τσιγκλήσω τον κυριούλη μπροστά μου, λίγο πιο πολύ, γυρνώντας επιδεικτικά την πλάτη στον άντρα πίσω μου που με έτρωγε με τα μάτια.

- Τι τιμωρία κύριε Κώστα; Μπορεί και να μ' αρέσει. Θα με δέσετε στο κατάρτι;

Ήταν η συνηθισμένη απειλή του πατέρα μου, σε μένα και τον αδελφό μου όταν κάναμε αταξίες στο σκάφος. Με κοίταξε με ένα περίεργο (αυτή τη φορά) χαμόγελο αλλά δεν απάντησε.

Ο γυρισμός των «χορευτών» στο τραπέζι συνδυάστηκε με την τρίτη κανάτα-σφηνάκι με τρίτο, διαφορετικό πάλι, χρώμα. Αυτή τη φορά η παρέα έκανε μια ομαδική πρόποση για καλή επιτυχία, με πρωτοστάτη τον Καπετάνιο. Η ατμόσφαιρα είχε «ανέβει» πολύ και όλοι έδειχναν να βρίσκονται σε κέφι. Η Χριστίνα τραγούδαγε αγκαλιά με το Τζίμη και τον αδελφό του κι εγώ προσπαθούσα να μάθω στον καπετάνιο τα λόγια του «τρελοκομείου» που έπαιζε εκείνη τη στιγμή. Ακόμα και ο Κεραυνός έδειχνε να διασκεδάζει τραγουδώντας με το διπλανό του, αφού ήταν ξεκάθαρο πλέον, ότι εγώ δεν ήμουν δεκτική στο καμάκι.

Τα φώτα της πίστας βάφτηκαν κόκκινα. Καπνοί, φωτιές και βροχή από λουλούδια ήταν η εισαγωγή για να πει ο Κιάμος το σουξέ. Με τους πρώτους στίχους το μισό μαγαζί κινήθηκε προς την πίστα. Ο Τζίμης μας προέτρεψε όλους να σηκωθούμε. Το γενικό κέφι με είχε συνεπάρει. Θα το χόρευα αυτό. Σηκώθηκα, παρακάμπτοντας τις καρέκλες μπροστά μου για να πάω προς τη σκηνή αλλά η Χριστίνα με σταμάτησε αποφασιστικά, με το ύφος «έχω μια καλή ιδέα».

- Στο τραπέζι, στο τραπέζι.

Χορεύω καλά! Το ξέρω και δε φοβάμαι να το δείξω. Και η Χριστίνα το ξέρει. Ειδικά με αυτό το τραγούδι, με έχει ξαναδεί. Δε χρειάστηκε να μου το ξαναπεί. Κράτησα το χέρι της για να στηριχτώ και πάτησα στην καρέκλα μπροστά μου. Ένας μικρός πανικός. Τα αγόρια, γρήγορα έκαναν χώρο στο τραπέζι μπροστά μου. Ο αδελφός του Τζίμη μου έδωσε κι αυτός το χέρι του. Τα διπλανά τραπέζια στράφηκαν κοιτώντας με και χωρίς να το ξανασκεφτώ, βρέθηκα όρθια στο τραπέζι, με τα πόδια μου ενωμένα, τα χέρια σηκωμένα ψηλά και τα μάτια μου κλειστά. Συγκεντρώθηκα και μπήκα στο ρυθμό. Πέρασα το χέρι μου πίσω απ’ τα μαλλιά μου αφήνοντάς τα να πέσουν ελευθέρα στο πρόσωπό μου. Ένοιωσα τα λόγια του τραγουδιστή σαν δυνατό ηλεκτρικό ρεύμα, να κινεί το σώμα μου, να κάνει την επιδερμίδα να ανατριχιάζει, να κάνει τα βυζιά μου να τρέμουν, τις ρώγες μου να τεντώνουν το ύφασμα μπροστά τους και τελικά να γεμίζει το κεφάλι μου συντονίζοντας το μυαλό μου και να φτάνει ψηλά στα τεντωμένα ακροδάχτυλα του χεριού μου, εκτοξεύοντας ενέργεια προς τον ουρανό.

Αισθανόμουν λουλούδια να πέφτουν πάνω μου. Άκουγα μόνο τα λόγια και τη μουσική. Η φασαρία του μαγαζιού είχε απομονωθεί απ’ τον εγκέφαλο μου. Μισάνοιξα τα μάτια μου και κατάλαβα ότι κάποιος προβολέας του μαγαζιού με φώτιζε.

Σήκωσα λίγο το ένα πόδι μου, το ένα μου γόνατο λίγο πιο ψηλά απ’ το άλλο, γλιστρώντας τον ένα μηρό μου πάνω στον άλλο. Το φαρδύ, κοντό μου φόρεμα θα έδινε ανεμπόδιστη θέα στον κώλο μου. Σκέφτηκα τον Κεραυνό. Υπολόγισα που περίπου καθόταν και άνοιξα τα μάτια μου προς τα εκεί. Διάνα! Στα μάτια του ακριβώς. Το βλέμμα του έκπληκτο και κάπως αμήχανο. Έμεινα επάνω στα μάτια του 4-5 προκλητικά δευτερόλεπτα νοιώθοντας ότι τον τσάκισα εντελώς.

Πράγματι έσταζα. Ένοιωθα τον ιδρώτα να περνά ανάμεσα στα στήθη μου. Αλλά και το μουνί μου ήταν υγρό. Ο χορός είναι σαν το σεξ! Κάποιες φορές ακόμα πιο ερεθιστικός. Ένοιωθα σα να κάνω σεξ, εκεί πάνω στο τραπέζι όρθια, μπροστά σε όλους, μ' έναν άγνωστο Θεό της νύχτας! Η σκέψη της φίλης μου με το Τζίμη στη τουαλέτα έκανε ακόμα πιο έντονο τον ερεθισμό μου. Το σώμα μου λύγισε, ακόμα μια φορά, στο ρυθμό της μουσικής και ο παλμός μεταφέρθηκε απ’ τους αστραγάλους μου στη λεκάνη, στη κοιλιά μου και κατέληξε να τραντάξει το στήθος μου.

"Φωτιά με φωτιά, φωτιά με φωτιά…"

Στο τέλος του τραγουδιού άνοιξα τα μάτια μου χαμογελαστή κοιτώντας τη σκηνή. Ο Κιάμος με κοιτούσε! Έπιασε στον αέρα κάποιο απ’ τα άπειρα λουλούδια που έπεφταν και το πέταξε προς το μέρος μου χτυπώντας τα χέρια του δυο φορές, σε ένα μικρό χειροκρότημα. Κατέβηκα κρατώντας το χέρι του Τζίμη και κάθισα στη καρέκλα ιδρωμένη και λαχανιασμένη κάνοντας αέρα με το χέρι μου στο πρόσωπό μου. Αισθανόμουν σα να με κοιτούν όλοι. Η Χριστίνα με φίλησε στο ιδρωμένο μου μάγουλο και μου ψιθύρισε:

- Το έκαψες το μαγαζί, τσουλάκι.

Προσπαθούσα να κατεβάσω θερμοκρασία και σφυγμούς, καθισμένη μόνη μου στη μια άκρη του τραπεζιού ενώ η φίλη μου, στο τσακίρ κέφι ξανά, μαζί με το Τζίμη και τον αδελφό του, μου πετούσαν λουλούδια προσπαθώντας να πετύχουν το κενό ανάμεσα στο ντεκολτέ του φορέματος μου και του στήθους μου, χωρίς πάντως να τα καταφέρνουν. Ο Κεραυνός παρατηρώντας το αυτοσχέδιο μπάσκετ, σηκώθηκε απ’ τη θέση του (δυο καρέκλες πιο πέρα), έπιασε ένα λουλούδι απ’ το τραπέζι και το στήριξε ανάμεσα στο στήθος μου.

- Εκεί είναι η θέση του.

Η φωνή του ήταν τραχιά, ασορτί με το πρόσωπό του. Το χαμόγελο που συνόδευσε τα λόγια του, το γλύκαναν κάπως. Τον κοίταξα για λίγο στα μάτια του, του χάρισα μια υποψία χαμόγελου, πήρα το λουλούδι απ’ το στήθος μου, σηκώθηκα και κάθισα άλλες δυο καρέκλες πιο κει, δίπλα στον Καπετάνιο που καθόταν επίσης μόνος του. Του χαμογέλασα και έβαλα το λουλούδι του Κεραυνού στο αυτί του, γελώντας. Σκέφτηκα ότι ο Κεραυνός θα έβραζε με τη γνωστή τακτική μου, μια ζέστη και τρεις κρύο. Τα γυαλάκια του Καπετάνιου είχαν θαμπώσει ελαφρώς πάλι.

- Μπορώ;

Χωρίς να περιμένω απάντηση του τα έβγαλα και τα καθάρισα με το φόρεμα μου, σίγουρη ότι ο Κεραυνός κοιτάει και σκάει!

- Χορεύεις πολύ καλά!

- Υπερβάλετε κύριε Κώστα…

Δεν διόρθωσε τον πληθυντικό αυτή τη φορά.

- Όλο εκπλήξεις είσαι. Αναρωτιέμαι σε πόσα ακόμα είσαι καλή...

Απάντησα με ένα απ’ τα καλά χαμόγελά μου κοιτάζοντας απέναντι τη φίλη μου να φιλιέται πάλι με τον Τζίμη. Πρόσεξα ότι το χέρι του Σπύρου, του αδελφού, ήταν κάπου χαμένο προς τη μεριά της Χριστίνας. Σαν να ήταν πάνω στο πόδι της.

Κάποιες αποχωρήσεις ακόμα από την παρέα, μας άφησαν με το Τζίμη, τον αδελφό, τον Κεραυνό, τον Καπετάνιο και ένα ζευγάρι ακόμα.

04:40

- Τι λες μωρή τρελή;

Η φωνή μου ήταν πιο δυνατή απ’ όσο έπρεπε και ακούστηκε λίγο πιο δυνατά από τις μπερδεμένες κουβέντες όσων ήταν εκείνη τη στιγμή στις γυναικείες τουαλέτες του μαγαζιού. Η ένταση ήταν δικαιολογημένη καθώς μου ξεφούρνισε την πρόταση Τζίμη να μας πάνε σε ένα ξενοδοχείο μετά! Να μας πάνε; Και τις δυο; Ρώτησα.

- Καλά στο πρότεινε έτσι στη ψύχρα;

Με κοίταξε με ένα ένοχο χαμόγελο.

- Εντάξει, όχι τόσο στη ψύχρα.

Εξακολουθούσε με μια δόση παράνοιας στο χαμόγελο της. Δε μπόρεσα να θυμηθώ παρόμοια έκφραση στη φίλη μου στο χρόνο που την ξέρω.

- Εσύ το πρότεινες μωρή;

- Μελί μου, μου την πέφτει και ο Σπύρος (ο αδελφός). Κατάλαβα ότι έχουν συνεννοηθεί να με πάρουν μαζί. Ο Τζίμης μου πρότεινε να πάμε κάπου οι τρεις μας με το Σπύρο μετά. Ε… εγώ απάντησα ότι έχω εσένα και δε σ’ αφήνω, και μου λέει πες και στη Μελίνα.

Την κοιτούσα άναυδη, με ένα αμήχανο χαμόγελο και αναρωτιόμουν αν μου κάνει πλάκα. Αλλά μιλούσε σοβαρά... και συνέχισε.

- Ρώτησα που να πάμε. Μου είπε στο σπίτι του δε γίνεται, είναι ο πατέρας του εκεί. Και μου είπε να πάμε σε κάποιο ξενοδοχείο.

Είχα καταλάβει ότι θα πήγαινα με ταξί στο σπίτι. Είχα καταλάβει ότι δε θα έφευγε μόνο με το Τζίμη. Αλλά ότι η φάση θα περιλάμβανε κι εμένα, δεν το είχα σκεφτεί. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Μου άρεσε και ο Τζίμης και ο αδελφός του και την κοιτούσα με το ίδιο ηλίθιο, αμήχανο χαμόγελο σχεδόν έτοιμη να δεχτώ όταν συνέχισε και με κούφανε εντελώς.

- Αλλά μου είπε να φέρει κι αυτός τους φίλους του!

Το είπε με ύφος μικρού παιδιού που ντρέπεται να πει την αταξία που έκανε. Δε μπορούσα να κλείσω το στόμα απ’ την έκπληξη. Έμεινα αμίλητη για λίγο κοιτώντας με γουρλωμένα μάτια τα μάτια της. Τελικά τόλμησα να ρωτήσω…

- Ποιους;

- Το Γρηγόρη και τον Καπετάνιο!

Εντάξει, οι εκπλήξεις διαδεχόντουσαν ή μια την άλλη, με γεωμετρική αύξηση της έντασης. Συνειδητοποίησα ότι τους είδα, λίγο πριν, τους τέσσερις τους, να μιλούν συνωμοτώντας αλλά που να φανταστώ ότι κανόνιζαν, πως να μας παρτουζώσουν. Και καλά ο Τζίμης και καλά ο αδελφός, φαινόταν το πονηρό ματάκι του… και καλά ο Γρηγόρης ο Κεραυνός. Δεν είχα βάλει, μέχρι εκείνη τη στιγμή στη φαντασία μου, σεξ μαζί του. Είχα καταλάβει, προφανώς, ότι αυτός γουστάρει και ναι… δεν αρνούμαι ότι δε θα έλεγα όχι, κάποια στιγμή, με κάποιον «μάτσο» τύπο σαν κι αυτόν, αλλά σε καμμιά περίπτωση δεν είχα σκεφτεί σεξ μαζί του την ίδια βραδιά. Και μάλιστα παρτούζα! Και τέλος πάντων, άντε και ο Κεραυνός είχε κι αυτός κάποια λογική, αλλά ο Καπετάνιος; Ο κυριούλης που χρησιμοποιούσα όλο το βράδυ για να την σπάσω στον Κεραυνό; Ο Καπετάνιος; Που έμοιαζε με τον λογιστή φίλο του μπαμπά μου στο πιο ηλιοκαμένο;

- Είσαι τελείως τρελή.

Το είπα και το εννοούσα. Ακολούθησε ένα διάστημα κάποιων δευτερολέπτων που κοιτούσαμε η μια στα μάτια της άλλης και σκεφτόμασταν χωρίς να μιλάμε. Γινόταν κάτι σαν μεταβίβαση σκέψεων. Για να φτάσει να μου το προτείνει κατάλαβα ότι δεν απέρριπτε την ιδέα, αν δεν την είχε ήδη αποδεχτεί. Φαινόταν και απ’ τα μάτια της που προσπαθούσαν να μεταδώσουν στα δικά μου μια θετική απάντηση. Καλύπτοντας παραπάνω απ’ τη μισή απόσταση, είπα:

- Μα με τον Καπετάνιο; Δε μπορώ βρε Χριστίνα. Θα ντρέπομαι (γελώντας). Με τον μπάρμπα βρε τρελαμένη;

Ξεσπάσαμε σε νευρικά γέλια. Μίλησε πρώτη:

- Έλα ρε, αυτός θα κοιτάει μάλλον.

Νέα πιο έντονα νευρικά γέλια. Και συνέχισε με μια δόση πονηρής σοβαροφάνειας στα λόγια της

- Θα είναι πιο kinky, που θα κοιτάει ο μπάρμπας.

Κι άλλα γέλια. Και πρέπει να πω ότι η ιδέα της παρτούζας είχε πολλές φορές συζητηθεί μεταξύ μας. Με πολλά σχήματα και με πολυάριθμους παρτενέρ. Και πάντα με την επισήμανση ότι θα μας άρεσε και στις δυο να μας βλέπει η άλλη να πηδιόμαστε άγρια και να βλέπουμε και τη φίλη μας να γαμιέται. Αλλά είναι άλλο να το φαντασιώνεσαι, άλλο να το συζητάς κι άλλο να το έχεις μπροστά σου για να γίνει.

Συμφώνησα!

Η Χριστίνα γύρισε να πει στον Τζίμη τα... «χαρμόσυνα» νέα κι εγώ, με το τσαντάκι της, έμεινα λίγο να φτιαχτώ. Τσούλα! Τσούλα! Αυτή η λέξη στριφογύριζε στο μυαλό μου. Πως αλλιώς λέγεται αυτή που παίρνει δυο άντρες το πρωί και τέσσερις, μαζί, το βράδυ που, μάλιστα, μόλις τους έχει γνωρίσει; Η σκέψη με τρόμαξε. Δε θεωρώ τον εαυτό μου τσούλα και δε θέλω να συνδυάζομαι με αυτή τη λέξη. Απ’ την άλλη, δε μου αρέσουν οι ετικέτες. Δε χρωστάω, δεν κλέβω από κανέναν και θέλω να γευτώ την εμπειρία που φαντασιώνομαι καιρό. Και δε με νοιάζει τι θα πουν οι άλλοι για μένα, αλλά τι θα πω εγώ για τον εαυτό μου. Κι εγώ αισθάνομαι καλά με μένα. Και θα έστυβα το πιο τρελό εικοσιτετράωρο της ζωής μου μέχρι την τελευταία σταγόνα.

05.05 Στην χαλαρή κίνηση της παραλιακής η Χριστίνα οδηγούσε, με τα δύο αυτοκίνητα μπροστά μας. Προηγήθηκε ένα αμήχανο εικοσάλεπτο μέχρι να τακτοποιηθεί ο λογαριασμός και να φύγουμε. Καθισμένη σε μια καρέκλα μόνη μου, προσπαθούσα να μην κοιτάω κανέναν τους. Μοιραζόμασταν πλέον ένα ένοχο μυστικό. Αισθανόμουν κάτι ανάμεσα σε αμηχανία και σε ντροπή. Η Χριστίνα, πιο άνετη, γέλαγε με κάποιο αστείο του Σπύρου καθώς ο Τζίμης ασχολούταν με τον λογαριασμό. Και μετά, στη ζεστή υγρή ατμόσφαιρα, έξω απ’ το μαγαζί, η φίλη μου συνεννοήθηκε να ακολουθούμε τα αυτοκίνητα του Τζίμη και του Καπετάνιου.

Ξεκινώντας μου είχε πει πως αν ήθελα φεύγαμε και γυρίζαμε σπίτι.

- Εσύ θέλεις να φύγεις;… (τη ρώτησα)

- Όχι…

- Πάμε να το ζήσουμε… (της χαμογέλασα)

Παρά το οινόπνευμα το μυαλό μου δούλευε έντονα. Καθώς οδηγούσε η φίλη μου, στο μυαλό μου γινόταν πόλεμος. Απ τη μια η λογική που μου φώναζε να φύγω. Απ' την άλλη η καύλα και η επιθυμία να ξεπεράσω την προκατάληψη. Και τι ανησυχείς; (σκεφτόμουν). Σεξ, απλά σεξ θα είναι. Δε θα είναι ένας αλλά σεξ θα εξακολουθεί να είναι. Κι αν γίνουν πιο βίαιοι; Κι αν μας χτυπήσουν; Μα γιατί να μας κάνουν κακό (ανταπαντούσα στον εαυτό μου). Μόνο να γαμήσουν θέλουν. Συνήθως η λογική χάνει σε κάτι τέτοια διλήμματα. Συνήθως κάνεις αυτό που θέλει το σώμα σου. Κι εγώ ήμουν απίστευτα καυλωμένη!

Αλάρμ αναβόσβησαν ξαφνικά μπροστά μας. Σταμάτησαν σε ένα περίπτερο. Σταματήσαμε κι εμείς αμίλητες πίσω τους. Ο Τζίμης βγήκε βιαστικός και μετά από μερικά δευτερόλεπτα επέστρεψε κρατώντας κάτι στα χέρια του. Τσιγάρα;

- Όχι ρε μαλάκα

Η Χριστίνα το είπε σκύβοντας για να μη δουν το χαμόγελό της.

- Καπότες είναι! Τουλάχιστον 10 κουτιά!

Πνιχτά γέλια, ανάμικτα με ντροπή, καύλα και ίσως λίγο φόβο. Συνεχίσαμε να γελάμε νευρικά καθώς ξεκινήσαμε. Το ξενοδοχείο φάνηκε στο απέναντι ρεύμα της λεωφόρου. Οι στιγμές που μπορούσαμε να αποφασίσουμε να δραπετεύσουμε, λιγόστευαν δραματικά.

- Πήρε όσες είχε το περίπτερο.

- Ξέρεις που θα είναι σε λίγο όλες αυτές οι καπότες, ε;

Γέλια, νευρικά γέλια. Και οι σκέψεις επανήλθαν. Κι αν παρασυρθούν ο ένας με τον άλλο και γίνουν βίαιοι; Οι φάτσες του Τζίμη, του Σπύρου, του Καπετάνιου πέρασαν αστραπιαία απ’ το μυαλό μου. Όχι δε νομίζω ότι κινδυνεύαμε. Σεξ θέλουν, όχι να μας κάνουν κακό. Και μετά δε χρειάζεται να τους ξαναδούμε και ποτέ. Μένουν στην Κέρκυρα οι περισσότεροι, δε μας ξέρουν δεν τους ξέρουμε. Ακόμα και το κινητό της Χριστίνας δεν το ξέρει ο Τζίμης γιατί πρόσφατα είχε αλλάξει αριθμό θέλοντας να κάνει «ένα reset». Παρά τις καθησυχαστικές σκέψεις ένοιωθα έντονη ταραχή και νευρικότητα. Και το συνεχές γέλιο της Χριστίνας μαρτυρούσε πως κι αυτή ήταν νευρική κι ας φαινόταν πιο άνετη μέχρι να μπούμε στο αυτοκίνητο. Από την άλλη ήμουν απίστευτα καυλωμένη. Ένοιωθα εκεί κάτω το εσώρουχό μου υγρό, μούσκεμα. Προσπαθούσα να φανταστώ πως θα ξεκινήσει. Θα καθίσουμε κάπου για ένα ακόμα ποτό; Πως θα μας αγγίξουν; Ποιος θα κάνει την αρχή; Θα πονέσω; Σκέφτηκα ότι μέχρι να συνηθίσω τη διείσδυση από πίσω πονάω αρκετά. Σκέφτηκα την τελευταία φορά που το έκανα έτσι, με το Στάθη, πριν λίγες μέρες. Σκέφτηκα λιπαντικό. Κ-Υ. Και θυμήθηκα ότι είναι στη τσάντα της θάλασσας! Στη τσάντα που είχα αφήσει το απόγευμα εδώ. Στο smart, πίσω απ’ τη θέση μου.

Στο μεταξύ φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Ένα φωτισμένο, κάπως ροζ-σωμόν, σχετικά ψηλό, κτίριο επάνω στην παραλιακή, στη Γλυφάδα, στο ρεύμα προς Αθήνα. Το αυτοκίνητο του Τζίμη που προπορευόταν έστριψε ήδη προς το πάρκινγκ που ήταν απ’ την πίσω μεριά. Ακολούθησε κι ο Καπετάνιος. Η Χριστίνα, με μικρή ταχύτητα έστριψε κι αυτή πίσω τους. Οι σκέψεις και οι ενδοιασμοί τελείωσαν. Η καρδιά κτυπούσε σαν τρελή. Μίλησα αποφασιστικά:

- Πάρκαρε λίγο πιο εκεί Χριστίνα.

Και τις έδειξα με το χέρι που εννοούσα. Χωρίς κουβέντα ακολούθησε την υπόδειξη. Παρκάραμε 30 μέτρα μακρύτερα, στο απέναντι πεζοδρόμιο. Στράφηκα πίσω και έπιασα την τσάντα. Κοίταξα προς την μεριά των αγοριών και τους είδα όρθιους μπροστά στα αυτοκίνητα δίπλα στην είσοδο του ξενοδοχείου.

- Μας περιμένουν… (μου είπε με μια βραχνή φωνή)

- Μην ανησυχείς, δε θα φύγουν.

- Μα τι κάνεις;

Ψαχούλευα τη τσάντα κάτω απ’ την πετσέτα και βρήκα την Κ-Υ. Της την έδειξα προκαλώντας ένα χαμόγελό της.

- Θέλεις;

Με κοίταξε με πιο πλατύ χαμόγελο.

- Θα χρειαστεί ε;

- Ε όσο να 'ναι! Βάλε πρώτη και δώσε μου και το τσαντάκι σου.

Της έδωσα το άσπρο- μπλε σωληνάριο και μου έδωσε το τσαντάκι, ρίχνοντας μια ματιά πίσω.

- Περιμένουν ε;

- Χριστίνα μου, αν δε γκρεμιστεί το ξενοδοχείο δεν θα φύγουν αυτοί χωρίς εμάς. (γέλια).

- Άσε που όσο περιμένουν τόσο πιο πολύ καυλώνουν... (κι άλλα γέλια)

Πήρα απ’ το τσαντάκι το κραγιόν μου και προσπάθησα να φτιάξω τα χείλη μου στο μισοσκόταδο του αυτοκινήτου κοιτώντας στο καθρεφτάκι μπροστά μου. Την ίδια στιγμή η Χριστίνα έβαλε κρέμα στη τρυπούλα της, στρίβοντας κάπως τη λεκάνη της προς το πλάι. Έβγαλα το σουτιέν μου και το σλιπάκι μου. Μου έδωσε την κρέμα και έβαλα κι εγώ μια καλή δόση στη κωλοτρυπίδα μου. Ψέκασα λίγο άρωμα στο στήθος μου, παρατηρώντας τη φίλη μου να φτιάχνει, με το μάσκαρα τα μάτια της και στριφογυρίζοντας στο μυαλό μου την παλαβή ιδέα που μου ήρθε βλέποντας την Κ-Υ. Γράφοντας σήμερα, σχεδόν ένα χρόνο μετά, το τι έγινε εκείνο το απίστευτο εικοσιτετράωρο, απορώ κι εγώ με το θράσος μου. Γενικά είμαι τολμηρή και θαρραλέα. Εκείνη η κίνηση μου όμως, ομολογώ σήμερα, πως ήταν πράγματι… θράσος! Πέταξα την κρέμα στη τσάντα και έβγαλα την σφήνα με την ουρά! Η φίλη μου δε πίστευε στα μάτια της. Με μια κίνηση την έβαλα μέσα μου.

- Μελί μήπως το, το, (έψαχνε τη λέξη), μήπως να μην το κάνεις αυτό;

Άνοιξα τη πόρτα και βγήκα στη ζεστή, υγρή νύχτα που έφτανε στο τέλος της. Η Χριστίνα με ακολούθησε κλειδώνοντας. Ήταν και πάλι απίστευτα όμορφη! Προχωρήσαμε προς τα αγόρια που μας περίμεναν έξω από την είσοδο. Ένοιωσα την ουρά να κρέμεται μέχρι το γόνατά μου σχεδόν. Στα πέντε πρώτα βήματα το είχα ήδη μετανιώσει και έπαθα μια μικρή κρίση πανικού. Μήπως είμαι γελοία; Μήπως τους προκαλέσω να είναι πιο βίαιοι; Μήπως με θεωρήσουν εντελώς τσούλα; Μ’ αρέσει αυτό τελικά η όχι; Απ' την άλλη που θα με ξαναδούν; Και στο κάτω-κάτω, αν είναι να κάνεις μια αμαρτία καν τη καλά να το ευχαριστηθείς! Αυτό έλεγε ο Γιάννης ο καθηγητής μου. Βέβαια το έλεγε για το κρασί... όχι για την παρτούζα. Αλλά η γενίκευση βόλεψε τη σκέψη μου.

Τα βήματα τέλειωσαν. Μας υποδέχτηκαν αμίλητοι και χαμογελαστοί, αλλά και με μια έκπληξη. Δεν ήταν τέσσερις αλλά… πέντε! Εμφανίστηκε και ο Βασίλης ο... Χορηγός! Προφανώς σε συνεννόηση με τα άλλα αγόρια, άφησε την ξινή φίλη του και ήρθε. Ούτε αυτός βέβαια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γκόμενος. Μικρή φαλάκρα πίσω, αρκετά πεταχτή κοιλίτσα και πονηρό βλέμμα, δε θα του έδιναν καμιά πιθανότητα επιτυχίας αν μου έκανε καμάκι απευθείας. Εδώ όμως τώρα τι να πούμε; Έτσι κι αλλιώς η αμηχανία και η ντροπή δε με άφηναν ούτε στα μάτια να τους κοιτάξω. Πάντως πρόσεξα μια γκριμάτσα του Τζίμη προς τη Χριστίνα, σα να της έλεγε… «δε μπορούσα να πω όχι».

Μπήκε ο Σπύρος, ο αδελφός πρώτα, πίσω του εμείς και ακολούθησαν οι υπόλοιποι. Καθώς διασχίζαμε τον σχετικά μακρύ διάδρομο μέχρι τη ρεσεψιόν άκουσα ένα επιφώνημα «ω…» πίσω μου. Δε γύρισα, δεν αντέδρασα. Μείναμε με τη Χριστίνα λίγο πιο πίσω ενώ ο Σπύρος, με την υποστήριξη του Καπετάνιου κανόνισε μια σουίτα. Τα αγόρια πήραν πακέτα με πετσέτες και τα κλειδιά και βρεθήκαμε μπρος στο ασανσέρ με τη καρδιά μου να προσπαθεί να βγει απ το στήθος μου.

- Ανεβείτε πρώτοι (προέτρεψε ο Καπετάνιος το Τζίμη και τη Χριστίνα, μπροστά στη ταμπέλα «ΑΤΟΜΑ 3»)

- Σιγά μωρέ, πάμε με τα πόδια… (ο Χορηγός βιαστικός)

- Είναι στον πέμπτο… (είπε ο Καπετάνιος)

- Καλά, ανεβαίνω εγώ σιγά-σιγά

Ο Χορηγός πράγματι ξεκίνησε την ανάβαση με τη σκάλα. Η Χριστίνα μπήκε στο ασανσέρ με το Τζίμη και τον αδελφό ενώ ο Τζίμης της έπιασε απροκάλυπτα τον κώλο μπαίνοντας, σπρώχνοντας τη, σχεδόν, μέσα. Μείναμε με τον Καπετάνιο, τον Κεραυνό, την αμηχανία και την ταχυπαλμία. Το ψηφιακό ρολόι στον τοίχο έδειχνε 05.22

- Είσαι και πονηρή αλεπού. Καλά σου είπα πριν, είσαι όλο εκπλήξεις.

Χαμογέλασα ελαφρώς, χωρίς να τον κοιτάξω ή να απαντήσω. Μερικά δευτερόλεπτα ακόμα σιωπηλής προσμονής και το ασανσέρ επέστρεψε. Μου άνοιξαν και μπήκα πρώτη. Έκλεισε η πόρτα πίσω μας και αμέσως σχεδόν ο Καπετάνιος πιάνοντάς μου τον ώμο, με γύρισε με το πρόσωπό μου στο τοίχωμα του ασανσέρ. Παραμέρισε τα μαλλιά μου και βρήκε το φερμουάρ του φορέματος μου, στη πλάτη μου. Το άνοιξε με μιας. Γλίστρησε το ύφασμα στους ώμους μου με τα χέρια του και το φόρεμα έπεσε στα πόδια μου. Φτάσαμε. Ο Κεραυνός έσπρωξε τη πόρτα και βγήκαμε μπροστά σε μια σαστισμένη γυναίκα που με τους κουβάδες της καθαριότητας περίμενε για να κατεβεί. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν, την είδα να γουρλώνει τα μάτια και αμέσως να τα κατεβάζει στο πάτωμα. Η ντροπή χτύπησε κόκκινο! Στάθηκα λίγο αμήχανη στο χολ μπροστά στο ασανσέρ μέχρι να βρει ο Καπετάνιος τον αριθμό και να με οδηγήσει προς τα εκεί κρατώντας με απ' το μπράτσο και δίνοντας μου δυο ξυλιές στο κώλο. Η πόρτα ήταν μισάνοικτη και ο λαχανιασμένος απ' τις σκάλες χορηγός έστεκε στην είσοδο γελώντας ενώ από μέσα ακουγόταν έντονο το γέλιο του Τζίμη.

- Την έχυσε ρε ο μαλάκας. Στα πέντε δευτερόλεπτα την έχυσε ο μαλάκας…

Ο Τζίμης ήταν γελαστός, με μισοκατεβασμένο το παντελόνι του και κρατώντας το πολύ ενδιαφέρον καβλί του. Φορούσε ακόμα το γαλάζιο πουκάμισο του που όμως ήταν εντελώς ξεκούμπωτο. Ο αδελφός του ακουγόταν μέσα στο μπάνιο, στο ντους, να διαμαρτύρεται για τις κοροϊδίες του Τζίμη.

- Ναι κύριε παπάρα. Εσύ γάμησες στο μαγαζί, έχυσες και μας κάνεις τώρα τον έξυπνο. Ναι ρε έχυσα, μου είχαν πρηστεί τα' αρχίδια όλο το βράδυ.

Η σουίτα ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο. Εκτός απ’ το μεγάλο διπλά κρεβάτι υπήρχε καναπές και δυο πολυθρόνες, χαμηλό τραπεζάκι μια τηλεόραση. Η Χριστίνα ήταν γονατιστή μπροστά στο κρεβάτι. Χαμογελούσε διστακτικά σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να συμμετέχει στη πλάκα που έκανε ο Τζίμης στον αδελφό του. Η μια πλευρά του προσώπου της ήταν γεμάτη χύσια.

- Ώπα! (σταμάτησε απότομα τα χαχανητά καθώς με είδε ξαφνικά γυμνή) Καλώς την αλεπού.

Με γύρισε ώστε να δει την ουρά. Στο μεταξύ ο Χορηγός είχα κατεβάσει ήδη το παντελόνι του, αποκαλύπτοντας ένα μάλλον μικρό αλλά εντελώς καυλωμένο, καυλί. Από εκείνη τη στιγμή ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά. Το άγχος κλείστηκε έξω απ’ την πόρτα της σουίτας και βίωσα μια απίστευτη εμπειρία.

Ο Κεραυνός, γυμνός, έμοιαζε να έχει φτιαχτεί για επιβήτορας. Τέλειο κορμί, τρομεροί κοιλιακοί, σφιχτός κώλος και ένας καλοσχηματισμένος πούτσος συμπλήρωναν, με τη σκληρή του φάτσα την εικόνα του ανελέητου γαμιά που συμμετείχε στις πιο βρώμικες σκέψεις μου. Αμίλητος, χωρίς να συμμετέχει στις πλάκες των άλλων, με το ίδιο σκληρό ύφος, χωρίς χαμόγελα, με άρπαξε απ’ το μαλλί, με έβαλε να κάτσω στη μια πλευρά του κρεβατιού και μου τον έβαλε στο στόμα βιαστικά. Γάμησε άγρια το στόμα μου, πνίγοντας με και όταν θεώρησε πως ήταν αρκετό, με γύρισε στα τέσσερα, έβγαλε τη σφήνα και με ξεκώλιασε!

Ούρλιαζα. Και γιατί πόναγα και γιατί γούσταρα. Με κρατούσε σφιχτά απ' τη μέση μου και με πήδαγε γρήγορα και δυνατά. Η ατμόσφαιρα έμοιαζε σα να έχει βγει απ’ την πραγματικότητα, με του άντρες να μας γαμούν ή να περιμένουν τη σειρά τους να γαμήσουν. Και ο Καπετάνιος πρόσθεσε μια ακόμη έκπληξη στη βραδιά εμφανίζοντας το απερίγραπτο καυλί του. Απερίγραπτο γιατί δεν είχα ξαναδεί τέτοιο ούτε σε τσόντα. Ο ευγενικός κυριούλης που έκανα πλάκα όλο το βράδυ είχε ένα πουλί που ξεπερνούσε τους 25 πόντους. Κρεμόταν μισοκαυλωμένο ανάμεσα στα πόδια του με πάχος αρκετά χοντρό, αναλογικό με το μήκος του.

Πέρασα πάλι σε μια φάση έκστασης μισοκλείνοντας τα μάτια. Και όταν τα ξανάνοιξα είδα μπροστά μου ένα γνώριμο πρόσωπο αλλά με τρόπο που δεν το είχα ξαναδεί ποτέ! Τα χείλη της βρίσκονταν μερικά εκατοστά απ’ τα δικά μου. Κουνιόταν ρυθμικά καθώς ο Τζίμης την είχε κι αυτήν στα τέσσερα απέναντι μου. Την κρατούσε απ το μαλλί οδηγώντας το πρόσωπό της στο δικό μου. Τη φίλησα! Η αίσθηση ήταν πρωτόγνωρη και απίστευτα ερεθιστική. Το άρωμα της, η γεύση της, η μυρωδιά του άντρα και του σπέρματος, στο μάγουλό της ήταν σαν μια ένεση καθαρής καύλας. Έχυσα. Χύσαμε μαζί σε μια στιγμή που δε θα ξεχάσω.

Τις φωνές μας διέκοπταν τα φιλιά μας. Μου έπιασε το στήθος και ανασηκώθηκα για να της το προσφέρω. Έγλειφε τις ρώγες μου και χούφτωνε τα βυζιά μου. Από πίσω μου, ο άντρας, παρακολουθώντας τη σκηνή, με έσκιζε με αυξανόμενη ένταση, πονώντας με. Ένοιωθα σα να μεγαλώνει η περιφέρεια μου ακόμα πιο πολύ, από τη δύναμη που έβαζε να ανοίξει πολύ τα κωλομέρια μου για να μπει βαθύτερα μέσα μου. Σταμάτησε απότομα και ήρθε μπροστά μου και τράβηξε τα μαλλιά μου αναγκάζοντας με να γυρίσω προς το μέρος του. Το χέρι του έμοιαζε σιδερένιο και ο κεραυνός στον πήχη του έμοιαζε να γυαλίζει. Στην κοιλιά του οι μύες φαινόντουσαν καθαρά. Έβγαλε το προφυλακτικό και τον έβαλε ανάμεσα στα βυζιά μου. Κουνήθηκε ρυθμικά για λίγο και άδειασε τους αδένες του στο πρόσωπό μου, εκτοξεύοντας το σπέρμα από μια απόσταση, κρατώντας με πάντα απ’ τα μαλλιά για να σημαδέψει εκεί που ήθελε. Τον έβαλε μετά στο στόμα μου στραγγίζοντας εκεί ότι περίσσεψε. Τελικά, με πίεσε να ανοίξω το στόμα μου για να βεβαιωθεί ότι τα είχα πιεί και μου έδωσε δυο «φιλικά» χαστούκια λέγοντας, με το ζόρι, τρεις λέξεις: « Πουτανάκι! Μ' έπρηξες όλο το βράδυ».

06:10 Άφησα το νερό να τρέχει επάνω μου έχοντας το μαλλί μου μαζεμένο ψηλά με ένα λαστιχάκι. Ο Χορηγός πριν λίγο με είχε χύσει κι αυτός στο πρόσωπο. Κατάφερα να γλιστρήσω στο μπάνιο, ενώ τη Χριστίνα την είχε περιλάβει ο αδελφός, αφού ο Τζίμης έχυσε επιτέλους. Η αίσθηση ήταν σουρεαλιστική. Απολάμβανα το χλιαρό νερό και το αφρόλουτρο, ξέροντας ότι στο διπλανό δωμάτιο πηδάνε τη φίλη μου κι ότι περιμένουν κι εμένα για να με ξαναπηδήξουν.

Η μοναξιά μου δε κράτησε πολύ καθώς ο Κεραυνός μπήκε στο μπάνιο με θράσος, καπνίζοντας, κάθισε στο σκαμνί δίπλα στον νιπτήρα και τον έπαιζε ενώ με κοιτούσε προκλητικά, κρατώντας την ουρά! Πρέπει να ομολογήσω ότι μου άρεσε πολύ το γαμήσι του Κεραυνού. Ναι, δε θα τα έφτιαχνα για να βγαίνω μαζί του αλλά ο τύπος ήταν αφροδισιακό σκέτο. Ξεπλύθηκα και βγήκα απ’ την ντουζιέρα, έστρωσα στο πάτωμα την πετσέτα μου, έπεσα στα τέσσερα και προχώρησα προς το μέρος του. Όταν έφτασα μπροστά του γύρισα και τούρλωσα τον κώλο μου προς το μέρος του. Ένοιωσα αμέσως τη σφήνα να καρφώνεται μέσα μου. Γύρισα και πήρα το καυλί του στο στόμα, κάνοντάς τον να αναστενάξει. Με κοιτούσε με το θολό, άγριο του βλέμμα κι εγώ σαν πραγματική τσούλα.

- Είσαι πολύ όμορφη πουτάνα. Ναι, γλείψε την ψωλή καλά...

Τελικά μιλάει κιόλας, σκέφτηκα, με ένα παρανοϊκό χιούμορ. Σηκώθηκα χαμογελαστή νοιώθοντας την ουρά να κρέμεται στους μηρούς μου, τον τράβηξα και τον φίλησα. Μετά έπιασα το σκληρό καυλί του στο χέρι μου σφικτά και γύρισα προς την πόρτα του μπάνιου λέγοντάς του:

- Πάμε, περιμένουν κι άλλοι να γαμήσουν...

Ήμουν σίγουρη ότι μπορούσα πλέον να κάνω τον, σκληρό, Κεραυνό ότι θέλω.

06:45 Ο ομιλητικότατος Καπετάνιος είχε χύσει τελικά μετά από μιάμιση σχεδόν ώρα γαμησιού. Και έχυσε κι αυτός στα πρόσωπά μας καθώς μας είχε δίπλα-δίπλα και αφού τον είχε τρίψει στα βυζιά μου. Το καυλί του είχε σκληρύνει. Δεν ήταν όρθιο αλλά ήταν σκληρό αρκετά και όπως το κρατούσε και το έπαιζε έμοιαζε σαν κάτι αγαλματάκια του θεού Πάνα αλλά με γυαλιά. Μετά από διάφορους συνδυασμούς και στάσεις είχε προσπαθήσει, με τη βοήθεια όλων που κοιτούσαν και έκαναν διάφορα χυδαία αστεία, να μας το βάλει κι αυτός από πίσω. Ομολογώ δεν τα κατάφερα, πονούσα πάνω από το όριο. Η Χριστίνα όμως πήρε σχεδόν το μισό. Οι περιπτύξεις μαζί της όμως ξέφυγαν εντελώς καθώς με έγλειψε την ώρα που την πηδούσε ο Χορηγός στα τέσσερα. Μέσα σε δυο ώρες, σκέψεις κρυφές, φαντασιώσεις και ανομολόγητοι πόθοι που κρυβόντουσαν πάνω από ένα χρόνο κάτω απ’ τα γέλια και τα χαχανητά μας, έγιναν ξαφνικά πραγματικότητα. Ήξερα από εκείνη τη στιγμή, ότι η σχέση μας δεν θα ήταν ποτέ η ίδια. Ένοιωσα ένα φόβο, καθώς άφηνα τον εαυτό μου να τη φιλά με πάθος, ένα φόβο μήπως κάτι χαλάσει. Αφέθηκα όμως και απόλαυσα την κάθε στιγμή που τη φιλούσα μπροστά στα μάτια των τρελαμένων αγοριών.

Στην τουαλέτα, καθώς ντυνόμασταν και προσπαθούσαμε να συμμαζέψουμε κάπως τα μαλλιά μας τρύπωσε ξαφνικά ο Κεραυνός δίνοντάς μου μια κάρτα με το τηλέφωνό του κάνοντας τη Χριστίνα να κρυφογελάσει.

Σε λίγο τους χαιρετήσαμε. Φεύγοντας τον φίλησα ξανά μπροστά σε όλους προκαλώντας χαχανητά.

Μου ζήτησε να οδηγήσω εγώ. Μου ζήτησε να κοιμηθώ σπίτι της και συμφώνησα. Πολλές φορές είχαμε κοιμηθεί μαζί αλλά αυτή τη φορά σκέφτηκα την προοπτική με ένα ελαφρύ μούδιασμα. Ήταν λιγότερο από δυο ώρες αλλά αισθανόμασταν και οι δυο εξουθενωμένες. Η κωλοτρυπίδα μου έκαιγε και πρόσεξα ότι και η Χριστίνα κάθονταν κάπως στραβά στο κάθισμά της. Το τελευταίο γαμήσι με τον Καπετάνιο πρέπει να την είχε σκίσει εντελώς.

Είχε ξημερώσει για τα καλά. Σκέφτηκα να πάω από Βουλιαγμένης αποφεύγοντας πιθανό αλκοτέστ. Αμίλητες σχεδόν, φτάσαμε γρήγορα έξω απ’ την πολυκατοικία της. Δυο εργάτες που έβαζαν ένα μεγάλο προεκλογικό πανό, μας κοίταξαν περίεργα.

Γρήγορα μπήκαμε στο σπίτι της και πήγα πρώτη για ντους. Βγήκα τυλιγμένη με την πετσέτα στα μαλλιά μου ενώ η Χριστίνα είχε κλείσει τα παραθυρόφυλλα για να μην μπαίνει φως και είχε βάλει απαλά μουσική. Άπλωσα την πετσέτα στο μαξιλάρι για να μην το βρέξω και έμεινα με ορθάνοιχτα μάτια να κοιτάω το ρολόι στον τοίχο: 08.05

Η κιθάρα ακουγόταν σα να ρωτούσε κάτι... και αφού επανέλαβε αρκετές φορές την «ερώτηση» της χάθηκε σε μια απίστευτη περιπλάνηση.

Στο μυαλό μου οι εικόνες και οι σκέψεις είχαν φτιάξει ένα μαγικό καλειδοσκόπιο. Ο Κεραυνός, ο Καθηγητής, ο Καπετάνιος. Ο πόνος που ένοιωσα καθώς με έπιασε με τα χέρια του σαν τανάλιες και μπήκε στο κώλο μου χωρίς να με λυπάται. Η Χριστίνα…

Το αρμόνιο πήρε το ρυθμό απ’ την κιθάρα και συνέχισε την περιπλάνηση στον αιθέρα του πρωινού και στο μυαλό μου.

Τον έβλεπα σχεδόν. Με κοιτούσε με το βλέμμα της τρέλας, της καύλας. Ήμουν επάνω του, 20 εκατοστά απ’ το πρόσωπό του, ήταν μέσα μου βαθιά και με τα χέρια του άνοιγε τον κώλο μου για να μπορέσει ο φίλος του να μπει πιο βαθιά μάσα μου.

Οι νότες μπλεκόντουσαν με τις σκέψεις. Η κιθάρα συνέχισε να ρωτά παραπονιάρικα, με τη γλυκιά, ζεστή φωνή της.

Ένοιωθα τη γλώσσα της να με τρώει, να με οδηγεί σε απανωτούς οργασμούς.

Η μουσική λες και γράφτηκε για εκείνο ακριβώς το λεπτό, για αυτή τη στιγμή στο σκοτεινό δωμάτιο της Χριστίνας. Λες και οι κιθάρες μιλούσαν, λες και τα πλήκτρα απαντούσαν.

Η Χριστίνα ξάπλωσε δροσερή δίπλα μου. Κοιταζόμασταν χωρίς να μιλάμε, απλά κοιταζόμασταν. Ακούγαμε τους μάγους της μουσικής αφήνοντάς τους να μας μαγέψουν. Έπιασε το στήθος μου που τόσο της άρεσε. Είπε μόνο «πω, πω είναι πολύ ωραίο» πριν προλάβω να τη φιλήσω.

Μετά από αρκετά λεπτά που η μελωδία γέμιζε το χώρο χωρίς λόγια, η φωνή του τραγουδιστή, του διάσημου συγκροτήματος ακούστηκε τόσο τέλεια συντονισμένη, που έμοιαζε σα να βγαίνει απ την ίδια μαγική κιθάρα. Remember when you were young... You shined like the sun... Shine on you crazy diamond…




Copyright protected OW ref: 177085