Delivery boy

Δημοσιεύθηκε από dmpir
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (4 Votes)
Από πολύ μικρή ηλικία, τα καλοκαίρια οι δικοί μου με έστελναν πάντα στην γιαγιά. Στο χωριό, μέσα στο πουθενά, παρόλο που είχα όση ελευθερία ήθελα, δεν είχε και πολλά πράματα να κάνεις. Οι ντόπιοι της ηλικίας μου δε με πολυέκαναν παρέα γιατί με θεωρούσαν ψηλομύτη πρωτευουσιάνο και εγώ πάλι δεν ήθελα πολλές παρτίδες. Έτσι τον περισσότερο καιρό τον πέρναγα στο παντοπωλείο/μανάβικο/καφενείο του κυρ Ανέστη, μακρινού συγγενή στο σόι μας, που ήταν το πολυκατάστημα της εποχής εκείνης παριστάνοντας τ βοηθό.

Η διάπλαση μου δε βοηθούσαν καθόλου για τις πιο βαριές δουλειές καθότι ήμουν μικρόσωμος και υπερβολικά αδύνατος οπότε συνήθως έτρεχα για διάφορα μικροθελήματα του Ανέστη ή των υπολοίπων πελατών. Αυτό γινόταν για κάμποσα χρόνια μέχρι και το καλοκαίρι στα τέλη του '80 όπου 17 χρονών πια βρέθηκα πάλι εκεί για τις καθιερωμένες διακοπές.

Ο Ανέστης, προχωρημένος 50ρης τότε, με καλοδέχτηκε και γρήγορα μπήκα στη γνωστή ρουτίνα μου. Όλα ήταν όπως και πριν εκτός από το γεγονός ότι αρκετές φορές των έπιανα να με κοιτάει λίγο περίεργα. Η εφηβεία δεν είχε προκαλέσει ιδιαίτερες αλλαγές επάνω μου. Εξακολουθούσα να είμαι μικροκαμωμένος, με κάτασπρο δέρμα που το σκέπαζε μόνο ένα απαλό χνούδι στα περισσότερα σημεία αλλά πλέον είχα βάλει μερικά παραπάνω κιλά τα οποία όμως έκαναν το κωλαράκι μου να είναι πιο πεταχτό και το στήθος μου να φουσκώνει λίγο παραπάνω από το κανονικό. Αυτό, συν το γεγονός ότι μου άρεσε να φοράω κολλητά σορτάκια, συνήθως χωρίς εσώρουχο και σχετικά κοντά μπλουζάκια από πάνω καταλάβαινα ότι ήταν η αιτία για όλες αυτές τις περίεργες ματιές.

Όχι ότι δε μου άρεσε, είχα καταλάβει ότι με έφτιαχνε όταν προκαλούσα τους άλλους και στο χωριό είχα περισσότερη ελευθερία να ντύνομαι όπως ήθελα, αλλά μέχρι εκεί. Η υπόλοιπη συμπεριφορά μου δεν είχε κάτι το διαφορετικό από τα αγόρια της εποχής και δεν είχα προχωρήσει παραπάνω αυτό το παιχνίδι καυλαντίσματος.

Εξακολουθούσα να κάνω τα θελήματα και πλέον μπορούσα να παίρνω το μηχανάκι του Ανέστη για να παραδίνω τα ψώνια στα σπίτια βγάζοντας κάτι παραπάνω σα χαρτζιλίκι.

Ένα βράδυ, πολύ αργά, μαζεύαμε τα τραπέζια όταν κτυπάει το τηλέφωνο. Απαντάει ο Ανέστης.

- Ναι; Έλα ρε Μένιο, τί γίνεται;

Κάτι του είπαν.

- Ρε Μένιο, κοντεύει 12 και κλείνω, μην με γαμάς για ένα πακέτο τσιγάρα.

Κάτι του λένε πάλι.

- Καλά ρε μαλάκα, 'ντάξει, μη φωνάζεις. Θα σου στείλω τον πιτσιρικά με το μηχανάκι αλλά κανόνισε να του δώσεις κάτι παραπάνω.

Ομιλία από την άλλη άκρη.

- Ναι ρε, το Δημητράκη, τον εγγονό της κυρά Παναγιώτας.

Ομιλία πάλι.

- Ναι ρε, καλός είναι, έχει γίνει μαναράκι από τα λίγα…

τον ακούω να λέει και παρατηρώ ένα πονηρό χαμόγελο στο στόμα του χωρίς να δώσω ιδιαίτερη σημασία. Κλείνει το τηλέφωνο, βάζει σε μια σακούλα 2 πακέτα τσιγάρα και 4 μπύρες και μου δίνει οδηγίες που να πάω. Το σπίτι του Μένιου ήταν αρκετά έξω από το χωριό και όχι χωρίς λόγο. Κυκλοφορούσαν πολλές φήμες για αυτόν, άλλοι έλεγαν ότι έλειπε πολλά χρόνια ναύτης, άλλοι ότι είχε κάνει φυλακή και όλοι σχολίαζαν πονηρά το ότι δεν είχε παντρευτεί ποτέ παρόλα τα προξενιά που του είχαν στείλει. Γενικά δεν πολυκυκλοφορούσε και δεν τον έβλεπαν συχνά στο χωριό.

Ξεκινάω με το μηχανάκι ακούγοντας τον Ανέστη να μου λέει ότι θα ειδοποιήσει τη γιαγιά μου να μην ανησυχεί. Μετά από κάνα μισάωρο φτάνω σε ένα μικρό σχετικά σπιτάκι στην άκρη του δάσους μες στα σκοτάδια. Χτυπάω, δεν απαντάνε. Ξανακτυπάω.

- Σπρώξε την πόρτα και μπες μικρέ, ανοικτά είναι, ακούω μια βαριά και μπάσα φωνή.

Μπαίνω μέσα στο μισοσκότεινο σπίτι και βλέπω το Μένιο να κάθεται σε έναν μικρό καναπέ και να χαζεύει την τηλεόραση. Σηκώθηκε, μου έριχνε τουλάχιστον 2 κεφάλια, φόραγε μόνο ένα σλιπάκι οπότε παρατηρώ ότι είναι ογκώδης, γεροδεμένος και καλυμμένος παντού από τρίχα. Το πρόσωπο του έδειχνε άγριο, με αξυρισιά κάμποσων ημερών, γεμάτος ρυτίδες και λίγα γκρίζα μαλλιά που μαρτυρούσαν και την ηλικία του. Πρέπει να είχε πατήσει τα 60. Παίρνει την σακούλα από τα χέρια μου.

- Ευχαριστώ μικρέ, έλα, κάτσε να σε κεράσω κάτι.

- Όχι ευχαριστώ, είναι λίγο αργά, πρέπει να γυρίσω. Κάνω κοιτώντας το πάτωμα, ντρεπόμουν που τον έβλεπα έτσι μισόγυμνο.

- Κάτσε ρε, δε θα σε φάω… απαντάει μισοάγρια.

Φοβισμένος κάθομαι στην άκρη του καναπέ. Ο Μένιος ανοίγει 2 μπύρες, μου δίνει τη μία και κάθεται στα δεξιά σχεδόν κολλητά επάνω μου. Μου έρχεται μια αντρική μυρωδιά, σκέτη βαρβατίλα στα ρουθούνια. Αδειάζει μονοκοπανιά τη μισή μπύρα, ρίχνει ένα απίστευτο ρέψιμο και γυρνάει προς το μέρος μου.

- Καλά μου τα είπε ο Ανέστης, είσαι πολύ καυλιάρικο μωρό. Κάνει και μου κλείνει το μάτι.

- Ε… ευχαριστώ. απαντάω.

- Τί γίνεται, παίζει κανένα γκομενάκι στην Αθήνα; Ρωτάει.

Περνάνε 2 λεπτά με ησυχία, όταν αδειάζει το μπουκάλι που έπινε και μου κάνει με ένα πονηρό βλέμμα.

- Έχω μία πολύ καλή ταινία στο βίντεο, γουστάρεις να τη δούμε μαζί;

Πριν προλάβω να απαντήσω απλώνει το χέρι του στο τηλεκοντρόλ και ανοίγει το βίντεο. Κοιτάω την τηλεόραση και μένω παγωτό. Στην οθόνη βλέπω έναν μαύρο με ένα τεράστιο παλούκι και μια κατάξανθη γκόμενα να του παίρνει τσιμπούκι. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ τσόντα μέχρι τότε, έβαλα το μπουκάλι στο στόμα, ήπια μία γουλιά από την μπύρα και άρχισα να χαζεύω την ταινία αναστατωμένος από το θέαμα ενώ ένοιωθα το καυλάκι μου να έχει γίνει πύραυλος. Ο Μένιος ξαπλώνει, απλώνει τις ποδάρες του στο τραπεζάκι μπροστά και παρακολουθεί την ταινία ενώ εγώ παρατηρώ το φούσκωμα στο σλιπάκι του που μεγαλώνει διαρκώς. Μετά από λίγο, βάζει το δεξί του χέρι στην πούτσα του και την χαϊδεύει επάνω από το ύφασμα ενώ παράλληλα νοιώθω το αριστερό του χέρι στην πλάτη μου.

- Μικρέ, μην κάθεσαι σαν ξώανο, χαλάρωσε πίσω στον καναπέ και απόλαυσε το θέαμα.

Ξαπλώνω προς τα πίσω κοιτώντας το θέαμα στην οθόνη, το τσιμπούκωμα από την ξανθιά συνεχίζει και ο μαύρος έχει γραπώσει το κεφάλι της και της γαμάει το στόμα με δύναμη χώνοντας το παλούκι του μέχρι το λαιμό της. Από τα ηχεία ακούγονται οι πνιχτές κραυγές της και ο ήχος από τα σάλια και τα υγρά που τρέχουν επάνω της. Το θέαμα συνεχίζει για κάνα δεκάλεπτο ενώ νοιώθω το Μένιο δίπλα μου που κουνιέται νευρικά.

- Ρε πούστη μου, πού να βρεις να σου κάνουν τέτοια εδώ πάνω, όλες το παίζουν μυξοπαρθένες… τον ακούω να λέει.

- Δεν αντέχω άλλο, sorry μικρέ αλλά έχω τρελαθεί από την καύλα…

κάνει και βγάζει το εργαλείο του έξω από το σλiπ. Για πρώτη φορά βλέπω αντρική ψωλή από κοντά, μου φαίνεται τεράστια, με χοντρές φλέβες, ένα μεγάλο κεφάλι σα μανιτάρι που γυάλιζε στο μισοσκόταδο και πολλές τρίχες στην βάση της. Ο Μένιος αρχίζει να την παίζει ανεβοκατεβάζωντας το χέρι του σιγά σιγά. Γυρίζει σε μένα.

- Έλα μικρέ, μη ντρέπεσαι, βγάλε και την δική σου έξω να τις παίξουμε μαζί.

Διστακτικά κατεβάζω λίγο το σορτς μου και βγάζω έξω την δική μου, φαινόταν μικροσκοπική δίπλα στο θηρίο του Μένιου που συνέχιζε να κοιτάει την οθόνη παίζοντας την ελαφρά με το χέρι του. Εγώ αντί να κοιτάω την ταινία έχω κολλήσει στο θέαμα της ψωλάρας που παλλόταν δίπλα μου. Αρχίζω να μαλακίζομαι γρήγορα.

- Καλό καυλάκι έχεις μικρέ, κάνει ο Μένιος, μου αρέσει που είναι έτσι άτριχο ακόμα.

Απλώνει την χερούκλα του, πιάνει την άκρη του παντελονιού μου και το σπρώχνει λίγο προς τα κάτω.

- Μπα; Δε φοράμε εσώρουχο;… μου κάνει.

- Για σήκω πάνω να σε δω λίγο.

Σηκώνομαι διστακτικά και όπως στέκομαι μπροστά του απλώνει το χέρι και μου κατεβάζει λίγο ακόμα το σορτς. Με χαϊδεύει στο μπούτι και την κοιλιά. Ανατριχιάζω από το άγγιγμα του και το καυλί μου αρχίζει να πάλλεται μόνο του στον αέρα.

- Γουστάρεις κάργα μωρό μου έτσι;… κάνει πιάνοντας το χέρι μου.

Ανοίγει τις ποδάρες του, με περνάει ανάμεσα και τραβώντας με προς τα κάτω με γονατίζει μπροστά του.

- Έλα, βλέπω πώς το κοιτάς το καυλί μου τόση ώρα και ξερογλείφεσαι.

Πιάνει την ψωλή του από την βάση και την κατεβάζει προς το πρόσωπο μου. Προσπαθώ να αντισταθώ.

- Άνοιξε το στόμα σου μωρή καριόλα… κάνει άγρια.

Σαν υπνωτισμένος ανοίγω τα χείλια μου και μου το χώνει με την μία μέσα. Πιάνει το κεφάλι μου με το αριστερό του χέρι και αρχίζει να το ανεβοκατεβάζει επάνω στο στειλιάρι του.

- Αχ, έτσι μωρή πούστρα, ρούφα.

Μου γαμάει το στόμα όπως ο μαύρος στην ταινία, ευτυχώς όχι με την ίδια ένταση. Η βαρβάτη μυρωδιά στην μύτη μου, η γεύση από τα υγρά που έσταζαν στην γλώσσα μου και με έκαιγαν, η αίσθηση από το δέρμα της ψωλάρας που τριβόταν στα τοιχώματα του στόματος μου με συνεπαίρνουν. Κλείνω τα μάτια μου και απολαμβάνω την πρωτόγνωρη αίσθηση. Νοιώθω το στόμα μου γεμάτο και σιγά-σιγά αρχίζω να δουλεύω τη γλώσσα μου γλείφοντας και πιπιλώντας το πουτσοκέφαλο. Ο Μένιος αρχίζει να αυξάνει τον ρυθμό του. Σιγά-σιγά όταν σταματάω το γλείψιμο αρχίζω να σφίγγω τα χείλια μου επάνω στον κορμό όταν μπαινοβγαίνει πιέζοντας τη στη γλώσσα μου.

- Καργιολίτσα, τί στόμα είναι αυτό που έχεις; Φυσικό ταλέντο είσαι στο τσιμπούκι μανάρι μου. Τρελαίνεις το καυλί μου.

Συνεχίζει το κούνημα ενώ ο ρυθμός του αυξάνει συνέχεια και νοιώθω τον κορμό από την πούτσα του να σκληραίνει και να μεγαλώνει όλο και περισσότερο στο στόμα μου. Σταματάει με την μισή ψωλή μέσα μου.

- Πάρε βαθιά ανάσα και άνοιξε καλά πούστρα… φωνάζει με ένταση.

Μόλις προλαβαίνω να πάρω μισή ανάσα και το χέρι του σπρώχνει το κεφάλι μου και μου καρφώνει την ψωλάρα του βαθιά μέσα μου. Σταματάει όταν χάνεται ολόκληρη μέσα στο στόμα μου ενώ οι τρίχες από τη βάση της κολλάνε στα μάγουλα μου. Δένει τα πόδια του γύρω από τον λαιμό του και νοιώθω το κορμί του που τεντώνεται ενώ με σφίγγει με απίστευτη δύναμη.

- Έτσι, έτσι, παρ' τα μωρή πουστάρα, χύνω, χύνω...

αρχίζει να φωνάζει με δύναμη. Προσπαθώ να δεχτώ όλο αυτό το μέγεθος μέσα στο στόμα μου ενώ αρχίζω να πνίγομαι καθώς πιέζει τις αμυγδαλές μου. Χοντρές στάλες ιδρώτα τρέχουν στο πρόσωπο μου που το νοιώθω να καίει, ασυναίσθητα κτυπάω τα πόδια του με τα χέρια μου για να με απελευθερώσει και παράλληλα νοιώθω όλο αυτό το τέρας να αρχίζει να πάλλεται. Με έχυνε και ένοιωθα τα καυτά υγρά του να εκτοξεύονται βαθιά στο λαιμό μου. Προσπαθώ μάταια να το βγάλω από μέσα μου, πνίγομαι, τα μάτια μου τρέχουν δάκρυα ποτάμι από την πίεση και πάνω που αρχίζει να σκοτεινιάζει η όραση μου με αφήνει. Σκύβω προς το πάτωμα και αρχίζω να βήχω, πασχίζοντας να γεμίσω τα πνευμόνια μου με οξυγόνο ενώ ξερνάω σάλια και χύσια. Ξεσπάω σε λυγμούς.

Ο Μένιος εξακολουθεί να κάθεται μισοξαπλωμένος στον καναπέ, κοιτώντας με απάθεια. Περνάνε 3-4 λεπτά και καταφέρνω να συνέλθω, σκουπίζω λίγο τα υγρά που ήταν καλυμένα τα μάγουλα μου ενώ δεν τολμάω να τον κοιτάξω.

- Δεν τελείωσες ακόμα πουστράκο, καθάρισε το καυλί μου.

Κοιτάω την πούτσα του που κρέμεται μπροστά μου μισοκαυλωμένη ενώ συνεχίζει ακόμα να στάζει χύσια. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να σηκωθώ και να φύγω, να το βάλω στα πόδια όσο ποιό μακριά γίνεται. Όμως αυτό το κρεατένιο θηρίο μπροστά μου που παραλίγο να με πνίξει με καλεί. Σα να μην έχω πλέον θέληση, σκύβω και υπάκουα αρχίζω να γλείφω το κεφαλάκι. Γεύομαι για πρώτη φορά κανονικά τα χύσια του πάνω στην γλώσσα μου, αλμυρά, τα καταπίνω και μου καίνε τον λαιμό, το καυλί μου έχει γίνει πάλι κάγκελο. Συνεχίζω να γλείφω το πουτσοκέφαλο και ολόκληρο τον κορμό από την ψωλή του καθαρίζοντας τη.

Ακουμπάω τα χέρια μου επάνω στα μπούτια του, αρχίζω να τον χαϊδεύω νοιώθοντας τη δύναμη και τους μύες των ποδιών του, φτάνω στην βάση της ψωλής του και την πιάνω με τα ένα μου χέρι. Προσπαθώ να την ξαναχωρέσω όσο περισσότερο γίνεται στο στόμα μου ενώ με το άλλο χέρι μου πιάνω το καυλί μου τρομπάροντας το με δύναμη.

- Τόσο πολύ γουστάρεις τελικά πούτσα μωρή; Θα περάσουμε καλά οι δύο μας. Κάθε βράδυ θα έρχεσαι να μου τη γυαλίζεις.

Βαριανασαίνοντας και μουγκρίζοντας από την ηδονή, όπως ήμουν μπουκωμένος με την μισοκαυλωμένη ψωλή, αρχίζω να χύνω εκτοξεύοντας τα χύσια μου παντού. Ήταν το καλύτερο και μεγαλύτερο χύσιμο που είχα κάνει μέχρι τότε. Ο Μένιος με κοίταζε και μόλις τελείωσα και ηρέμησα μου κάνει:

- Λοιπόν πουστράκο, σήκω τώρα να την κάνεις σιγά-σιγά γιατί πέρασε η ώρα.

Έπιασε ένα πορτοφόλι από δίπλα, το άνοιξε και μου έχωσε ένα ολόκληρο πεντοχίλιαρο στο χέρι.

- Παρ' τα, τα αξίζεις και με το παραπάνω… κάνει και μου κλείνει το μάτι.

Κοιτάω τα λεφτά αποσβολωμένος, δε μπορούσα να πω τίποτα. Φεύγοντας τον ακούω να μου λέει.

- Τώρα που το ξέρεις το σπίτι έλα όποτε έχεις καύλες. Θα τρως καλά εδώ.

Οι διακοπές μου, τώρα ξεκίναγαν.




Copyright protected OW ref: 178243