Μάνα και γιος σε περιπέτειες (1ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Arrogant
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.58 (12 Votes)
Με λένε Νίκο. Ένα ανήσυχο νιάτο σαν όλα τα άλλα. 1.80 στο ύψος, μελαχρινός, με καστανά μάτια. Πάντα με διακατείχε ο πόθος για τις μεγαλύτερες γυναίκες. Η οικογένεια μου κάπως περίεργη. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε εύπορη οικογένεια με αποτέλεσμα οι επαφές με άλλο κόσμο να είναι λίγες. Ο πατέρας μου ο Κωνσταντίνος διευθύνων σύμβουλος στην εταιρία που έχει κληρονομήσει απ' τον πάτερα του. Ένας καραφλός τύπος, 56 ετών με λίγα γκρίζα μαλλιά να του έχουν απομείνει στο πάνω μέρος του κεφαλιού. Τον πάτερα μου τον έκοβες σαν κάτι χαρακτήρες από σειρές στην τηλεόραση. Μια καρικατούρα δηλαδή ενός οικογενειάρχη που συχνά νευρίαζε και αγχωνόταν με το παραμικρό. Θα έλεγα πως στα 21 χρόνια μου πλέον, μεγάλωσα το πολύ τα 4 από αυτά με τον πάτερα μου. Συνέχεια ήταν εκτός σπιτιού και όταν ήταν στο σπίτι, κλεινόταν με τις ώρες στο γραφείο του μέχρι αργά το βράδυ.

Η μητέρα μου η Σοφία, στα 48 της χρόνια πλέον, ήταν σαν να μην πέρασε ο χρόνος από πάνω της. 1.80 στο ύψος, με βαθύ μελαχρινό μαλλί και πράσινα μάτια. Το άτομο που έδωσε πολλά για μένα και περνούσα το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου μαζί. Η μητέρα μου γνώρισε τον πάτερα μου ως Αεροσυνοδός, μια δουλειά που εξασκεί και αγαπά ακόμα και σήμερα. Γρήγορα παντρεύτηκαν και πολύ σύντομα ήρθα εγώ. Στα 8 μου χώρισαν. Ο πατέρας μου μετακόμισε και έμεινα με τη μάνα μου. Παρ' όλο που δεν παρείχε αγάπη, τουλάχιστον η οικονομική συνεισφορά του ήταν μεγάλη και ακόμα και σήμερα παίρνει τηλεφωνώ και έμενα και τη μάνα μου για να μάθει νέα μας. Μεγάλωσα σε ένα μεγάλο σπίτι, σε καλή περιοχή. Και έτσι συνεχίστηκε η ζωή μας με την ενηλικίωση μου. Με τον πατέρα μου να τον βλέπω 4 φορές το χρόνο και με το πέρασμα απ' την εφηβεία στην ενηλικίωση ερχόμουν πιο κοντά στη μάνα μου.

Μέτα τα 18 σπούδασα στο εξωτερικό. Εκεί γνώρισα πολλά κορίτσια. Καμιά όμως δεν κατάφερε να σβήσει την καύλα μου ένιωθα για μια συγκεκριμένη γυναίκα. Παρ' όλο που η μάνα μου επαγγέλλεται Αεροσυνοδός, δυστυχώς ήταν μετρημένες οι φόρες που την είδα κατά τη διάρκεια των σπουδών. Έτσι, αποφοίτησα και επέστρεψα στον τόπο μου. Είχα μιλήσει με τη μάνα μου και της είχα πει πότε θα έρθω. Ωστόσο κανόνισα να έρθω 2 μέρες νωρίτερα για να της κάνω έκπληξη. Η ώρα Ελλάδος ήταν 1 το μεσημέρι όταν προσγειώθηκε το αεροπλάνο. Φόρτωσα τις βαλίτσες στο λεωφορείο και πήγα προς στο σπίτι. 4 χρόνια μετά, σχεδόν τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ανέβηκα τις σκάλες. Έψαξα για τα κλειδιά του σπιτιού στη βαλίτσα ελπίζοντας πως η κλειδαριά θα ήταν η ιδία. Έβαλα το κλειδί και ακούστηκε το χαρακτηριστικό "κλακ" που κάνει η πόρτα όταν ανοίγει. Έσυρα τις βαλίτσες μου στο χωλ της εισόδου και της άφησα σε μια γωνία. Περίμενα να δω τη μάνα μου στο σαλόνι χαζεύοντας στην τηλεόραση όπως συνήθιζε να κάνει πάντα όταν δεν είχε υπηρεσία, αλλά η τηλεόραση ήταν κλειστή και το σαλόνι τακτοποιημένο.

Στην κουζίνα ο φούρνος άναβε με κοτόπουλο στο φούρνο, οπότε κατάλαβα πως η μάνα μου είναι κάπου στο σπίτι. Αθόρυβα ανέβηκα τις σκάλες για το 2ο όροφο. Πάνω επικρατούσε ησυχία με μια μικρή εξαίρεση. Κάτι ψίθυροι ερχόντουσαν απ' το δωμάτιο της μάνας μου. Όσο πλησίαζα προς την πόρτα οι ψίθυροι γινόταν πιο δυνατοί, μέχρι που έφτασα στο δωμάτιο. Η πόρτα τελείως ανοιχτή και μέσα ένα άτομο ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Προς έκπληξη μου βρήκα τη μάνα μου να μαλακίζεται με ένα μικρό ροζ δονητή. Ξαπλωμένη, με κλειστά τα μάτια, έχοντας κατεβάσει το σορτσάκι που φόραγε, έτριβε το μουνί της και έβγαζε μικρούς αναστεναγμούς. Χάθηκα στη θέα. Είχαν περάσει 20 δευτερόλεφτα; 2 λεπτά; Η ήταν 2 ώρες; Δεν ήξερα. Το τζιν μου πήγε να ανατιναχτεί. Με το δεξί χέρι έχωνε το δονητή και με το αριστερό χάιδευε το αριστερό της βυζόμπαλο. Μέτα από λίγο έφτασε στην κλιμάκωση της και αφέθηκε λίγο στο κρεβάτι σα να ήταν κοιμισμένη. Εκεί ξύπνησα κι εγώ και πήρα χαμπάρι πως ήταν η ώρα να φύγω. Καθώς κατέβαινα τις σκάλες άκουσα να σηκώνεται απ το κρεβάτι και να πηγαίνει προς την τουαλέτα. Με το που γύρισα στο χωλ, ανοίγω την πόρτα της εισόδου και την ξανά κλείνω με δύναμη ώστε να ακουστεί. Γρήγοροι βηματισμοί ακούστηκαν να κατεβαίνουν τις σκάλες και εκεί αντικρίζω τη μάνα μου.

Με το που με βλέπει τα χάνει. Έρχεται με φόρα προς το μέρος μου και μου δίνει μια μεγάλη αγκαλιά.

- Ήρθες; Δεν το πιστεύω. Αγόρι μου γλυκό.

- Δε με περίμενες ε;…

της λέω χιουμοριστικά. Άρχισε να μου χαϊδεύει τα μάγουλα με τα χεριά της και να με κοιτάει βαθιά στα μάτια. Είχε ξεχάσει βέβαια πως το χέρι της ήταν γεμάτο υγρά από πριν, αλλά δεν το κατάλαβε πως πλέον το πρόσωπο μου μύριζε απ την καύλα της. Με το που γύρισε πλευρά να κατευθυνθεί προς την κουζίνα, έτριψα όσα υγρά είχε το πρόσωπο μου και τα γεύτηκα. Το παντελόνι μου ακόμα ήταν να σπάσει. Την ακολούθησα στην κουζίνα. Δε σταματούσε να μου κάνει ερωτήσεις για το πως περνούσα εκεί που ήμουν. Φάγαμε το φαγητό μας και μετά έφτιαξα τα πράγματα μου που είχα φέρει απ' το εξωτερικό. Το βράδυ κανονίσαμε να βγούμε για ποτό, ώστε να γιορτάσουμε της επιστροφή μου. Η μητέρα μου καλοντυμένη και φτιαγμένη όπως πάντα, με μια βαθιά κόκκινη τουαλέτα. Πήραμε το αμάξι και κατευθυνθήκαμε προς το κέντρο της πόλης. Κάτσαμε σε ένα κυριλάτο μαγαζί, παραγγείλαμε τα κοκτέιλ και άρχισε η συζήτηση περί ανέμων και υδάτων. Η ωρά περνούσε ευχάριστα.

- Και από κορίτσια, τι λέει το εξωτερικό;…

ρώτησε με μεγάλη περιέργεια.

- Ε κάτι έγινε. Ωραίες οι κοπέλες και εκεί, άλλα σαν τις δικές μας δεν έχει.

- Αλήθεια;

- Ε ναι. Εσύ από σχέσεις πως τα πας;

Αναψοκοκκίνισε λίγο. Ποτέ δεν της είχα κάνει αυτή την ερώτηση. Ήξερα πως μετά τον πάτερα μου δεν είχε ξανά κάνει σχέση. Αλλά πλέον είχα αποκτήσει αρκετό θάρρος ώστε να τη φέρω εκεί που θέλω.

- Ε ξέρες τώρα. Μετά τον πάτερα σου εγώ δεν κοίταξα πουθενά άλλου πάρα μόνο σε εσένα. Άσε που πέρασαν τα χρόνια.

- Σιγά. Μια χαρά γυναικάρα είσαι. Εγώ άνετα θα έκανα κάτι μαζί σου.

Αν πριν έχει πάρει ροζ χρώμα, τώρα είχε γίνει κατακόκκινη απ' τη ντροπή της. Η συζήτηση συνεχίστηκε και σε αλλά θέματα μέχρι που μου λέει:

- Α… σου έχω και ένα δώρο για την επιστροφή σου. Κανόνισα ένα ταξίδι στη Σκιάθο. Έτσι για να γιορτάσουμε την αποφοίτηση σου και να χαρούμε το καλοκαίρι που έρχεται. Πήρα απ τη δουλειά μια μικρή άδεια, οπότε είμαι ελεύθερη για κάποιες μέρες. Μόνο που δεν έχω κλείσει ακόμα το ξενοδοχείο και τα εισιτήρια. Εσύ που τα πας καλύτερα με την τεχνολογία από μένα, ίσως να τα καταφέρεις καλύτερα.

Αυτή ήταν η ευκαιρία μου. Εκεί πρέπει να γίνει παιχνίδι, αλλιώς δε θα γίνει ποτέ. Η βράδια τελείωσε και γυρίσαμε σπίτι. Στο χωλ σταθήκαμε και μου λέει:

- Πέρασα πολύ όμορφα σήμερα!

- Κι εγώ. Στις διακοπές θα περάσουμε ακόμα καλύτερα.

Χαμογελάει και έρχεται προς το μέρος μου να με φιλήσει το μάγουλο. Τελευταία στιγμή όμως εγώ γυρνάω το πρόσωπο μου με αποτέλεσμα τα χείλη μας να σμίξουν. Πριν προλάβει να αντιδράσει την πιάνω απ την μέση. Ωστόσο δεν ήθελα να είμαι πολύ πιεστικός και έτσι σύντομα το φιλί μας τέλειωσε. Με κοιτάει κάπως χαμένη.

- Καληνύχτα…

ξεστόμισε κάπως χαμένη και κατευθύνθηκε προς τα υπνοδωμάτια. Οι επόμενες μέρες συνεχίστηκαν στο ίδιο μοτίβο. Κάθε πρωί κατέβαινα στην κουζίνα, πήγαινα από πίσω της την ώρα που τηγάνιζε αυγά, την αγκάλιαζα τρυφερά στη μέση φιλώντας με πάθος στο μάγουλο η στο λαιμό. Πάντα αυτή προσπαθούσε να με ξεκόψει ναζιάρικα με δικαιολογίες πως δεν ήταν σωστό, αλλά βαθιά μέσα μου ήξερα πως της άρεσε. Θυμάμαι πριν φύγω για σπουδές, στην εφηβεία μου να την κρυφοκοιτάζω όταν αλλάζει ή όταν κάνει μπάνιο. Αυτές οι στητές βυζάρες και η κωλαρά της δεν είχε αλλάξει καθόλου όσο έλειπα.

Έκλεισα εισιτήρια για το αεροπλάνο και βρήκα διαμονή σε ξενοδοχείο. Στο ξενοδοχείο είχα δυο επιλογές. Η 1 δωμάτιο με 2 μονά κρεβάτια η 1 δωμάτιο με ένα διπλό κρεβάτι. Σε 2 εβδομάδες φτιάξαμε βαλίτσες και φύγαμε για το νησί. Μας υποδέχτηκαν στην ρεσεψιόν το πρωί τις Δευτέρας, δίνοντας μας τα κλειδιά για το δωμάτιό. Ανεβήκαμε στον 4ο όροφο και μπήκαμε στη σουίτα που είχα κλείσει. Η μάνα μου με το που είδε το ένα κρεβάτι τα έχασε.

- Κάποιο λάθος πρέπει να έγινε στην κράτηση… της λέω όσο πιο αθώα μπορούσα.

- θα κατέβω στην υποδοχή να τους ζητήσω αλλαγή.

Αγχώθηκα. Δε σκέφτηκα πως μπορεί να αλλάξει το δωμάτιο. Έτσι, κατέβηκα κι εγώ κάτω αγχωμένος για το τι θα τις πουν οι υπάλληλοι. Προς ανακούφιση μου το διπλό δωμάτιο που είχα δει στο ίντερνετ πλέον έχει κρατηθεί από άλλον και η μόνη μας επιλογή ήταν η σουίτα με το ένα κρεβάτι. Η μάνα μου απογοητευμένη επέστρεψε στο δωμάτιο κι εγώ την ακολούθησα με το χαμόγελο ως τα αυτιά. Την υπόλοιπη μέρα κάναμε βόλτα στα μέρη του νησιού, ενώ το απόγευμα γυρίσαμε στο ξενοδοχείο να ξεκουραστούμε. Η μάνα μου είχε ξεχάσει το πρωινό συμβάν και είχε αφεθεί στις ομορφιές του νησιού. Πλέον ήταν ώρα να βάλω μπρος το σχέδιο μου. Της πρότεινα να βγούμε το βραδύ στο μπαρ του ξενοδοχείου. Ντύθηκα με ένα μαύρο πουκάμισο και περίμενα στην πόρτα του δωματίου τη μάνα μου να βγει απ το μπάνιο. Βγήκε εκθαμβωτική όσο ποτέ, με ένα μαύρο κοντό φόρεμα που τόνιζε το ντεκολτέ και της καμπύλες της. Πήγαμε προς το μπαρ του ξενοδοχείου. Το μπαρ ήταν σε εξωτερικό χώρο. Σε ένα μπαλκόνι με κήπο. Τα φυτά και τα φώτα που κρεμόταν σε σχοινιά έδιναν πολύ ωραία αισθητική. Στη μέση του κήπου ήταν στημένη η μπάρα με 3 σερβιτόρους να εξυπηρετούν τους πελάτες που κάθονταν σε ξύλινα σκαμνιά, ενώ στην άκρη του κήπου υπήρχε το μπαλκόνι με μια δεύτερη μπάρα που έδινε θέα σε όλο το νησί. Με το που μπήκαμε στο μπαρ μας ρωτάει ένας περιποιημένος κύριος για το που θα θέλαμε να καθίσουμε. Του υποδεικνύω το μπαλκόνι με τη θέα αλλά μας αρνήθηκε ευγενικά.

- Λυπάμαι… αλλά το μπαλκόνι είναι μόνο για πελάτες που είναι ζευγάρια.

- Μα και εμείς ζευγάρι είμαστε…

λέω και πιάνω τη μάνα μου απ' τη μέση. Η μάνα μου γυρνά και με κοιτάει με απορία.

- Α… σας ζητώ συγνώμη κύριε. Λάθος μου. Παρακαλώ ακολουθήστε με…

Ακολουθήσαμε το σερβιτόρο. Μας επέδειξε 2 καθίσματα στη γωνιά της μπάρας και καθίσαμε. Απέναντι έβλεπες φάτσα όλο το νησί, απ' τις πλαγιές του μέχρι και τις παράλιες που καταλήγουν στη θάλασσα. Η μάνα μου ακόμα κατσουφιασμένη.

- Ακόμα νευριασμένη είσαι με το δωμάτιο;

- Ε… να μη μπορούν να μας δώσουν ένα δωμάτιο με 2 μονά κρεβάτια; Τι σκατά ξενοδοχείο είναι;

- Μην ανησυχείς. Δε ροχαλίζω σαν τον μπαμπά…

της είπα και αμέσως έσκασε στα γέλια. Συνέχισα να λέω αστειάκια και έτσι κύλισε η ώρα πολύ ευχάριστα. Ήρθαν τα ποτά μας και η μαμά χαλάρωσε λίγο. Σε μια φάση, ένα ζευγάρι ήρθε και έκατσε δίπλα μας. Η μάνα μου με το που τους είδε παραξενεύτηκε πολύ. Το ζευγάρι ήταν Σουηδοί οι οποίοι φαίνονταν να έχουν μεγάλη διαφορά ηλικίας. Ο άντρας ήταν κοντά στην ηλικία μου, ξανθός, ψηλός με πράσινα μάτια. Η γυναικά και αυτή ψηλή και ξανθιά με γαλάζια μάτια, κοντά στην ηλικία της μάνας μου. Εγώ με το που είδα το ντεκολτέ της τα έχασα. Κοιτούσα σαν ηλίθιος ενώ η μάνα μου με διέκοψε απότομα νευριασμένη που χάζευα τόση ώρα τη γυναικά απέναντι.

- Τι θα γίνει Νικολάκη, θα πεις τίποτα;

- Τι έγινε ρε μάνα; Ζηλεύουμε;

- Εγώ; Καθόλου…

είπε χωρίς να το πιστεύει. Στο επόμενο 20λεπτο έκανα επίτηδες καζούρα στη μάνα μου για να την κάνω να ζηλέψει πιο πολύ. Της έλεγα πόσο όμορφη είναι η γυναίκα δίπλα μας και τη ρωτούσα για συμβουλές πως θα μπορούσα να την έριχνα.

- Μα αυτή έχει σχέση, δεν τη βλέπεις; Και είναι και 20 χρόνια μεγαλύτερη σου;

- Ε και;

Είπα χαζοχαρούμενα για να την τσιγκλήσω πιο πολύ. Σε μια φάση το αγόρι με τη γυναικά που σχολιάζαμε τόση ώρα μας μίλησαν. Μας ζήτησαν αν έχουμε αναπτήρα και από εκεί άρχισε μια συζήτηση περί ανεμών και υδάτων στα αγγλικά. Μας είπαν πως σήμερα έφτασαν στο νησί και θα ήθελαν να μάθουν περισσότερα για την Ελλάδα. Οπότε κι εγώ, μη χάνοντας ευκαιρία, προσφέρθηκα να γίνουμε οι προσωπικοί τους ξεναγοί. Στη μάνα μου δεν άρεσε πολύ αυτό. Η συζήτηση μας συνέχισε για την επόμενη ώρα. Μας είπαν πως είναι ζευγάρι εδώ και 1 χρόνο περίπου. Το αγόρι ήταν στην ηλικία μου και τον έλεγαν Κλάους, ενώ τη γυναικά την έλεγαν Άναμπελ και ήταν 1 χρόνο μικρότερη απ' τη μάνα μου. Η βραδιά σιγά-σιγά έφτασε στο τέλος και εμφανώς κουρασμένοι απ την πολυλογία και το ταξίδι μέχρι να φτάσουμε στο νησί, γυρίσαμε στο δωμάτιο λίγο πριν τη 1 τη νύχτα. Με το που έκλεισε η πόρτα του δωματίου άρχισε η μουρμούρα.

- Και τι θέλεις εσύ τώρα να μπλέξεις με αυτούς; Τίποτα χασικλήδες τουρίστες είναι… δεν τους βλέπεις;

- Έλα μωρέ... χαβαλέ θα κάνουμε να περάσουν και πιο γρήγορα οι μέρες.

- Καλά. Αύριο θα βγούμε για πρώτη και τελευταία φορά. Άλλη όρεξη δεν έχω να κάνω βολτούλες με τους ξένους.

Κανονίσαμε με τα παιδιά να πάμε βόλτα στο νησί αύριο το πρωί. Έτσι πέσαμε για ύπνο και ήρθε η επόμενη μέρα γρήγορα. Σηκωθήκαμε κατά τις 8 και κατεβήκαμε για πρωινό στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Πήραμε το πρωινό μας και όπως ετοιμαζόμασταν να γυρίσουμε στο δωμάτιο για να ντυθούμε για την βόλτα, είδαμε τους φίλους μας. Δώσαμε ραντεβού σε 1 ώρα να βρεθούμε στην πόρτα του ξενοδοχείου για να πάμε βόλτα. Εγώ φόρεσα μια κίτρινη κοντομάνικη μπλούζα και μια μπλε βερμούδα. Η μάνα μου μια άσπρη μπλούζα με τιράντες και ένα μπλε σορτσάκι, τονίζοντας το καλογυμνασμένο σώμα της. Σε μια ώρα βρεθήκαμε με τα παιδιά και η βόλτα ξεκίνησε. Αρχικά πήγαμε στην πόλη και χαζεύαμε από εδώ και από εκεί. Μετέπειτα κατευθυνθήκαμε παραλιακά και βλέπαμε τα διάφορα αξιοθέατα και αρχαία του νησιού. Ύστερα πήγαμε για φαγητό και ρετσίνα. Η μάνα μου άρχισε να αλλάζει γνώμη γι αυτούς. Το πρωί ήταν πολύ λιγομίλητη και κατσουφιασμένη. Τώρα άρχισε να τους συμπαθεί λίγο παραπάνω. Μετά το φαγητό πήγαμε για περίπατο. Όπως προχωρούσαμε απόμερα απ τις συνοικίες του νησιού, ανακαλύψαμε πίσω από κάτι βράχια μια απόμερη παράλια. Οι τουρίστες ξετρελάθηκαν με το αξιοθέατο. Η θάλασσα ήταν γαλάζια σαν τον ουρανό και η παράλια καθαρή και χρυσαφένια.

- Τι θα λέγατε να κάνουμε ενα μπάνιο;

Δεν κρατούσαμε μαγιό μαζί μας γιατί δεν ξέραμε πως θα πάμε για μπάνιο σήμερα. Πριν προλάβουμε όμως να απαντήσουμε, ο Κλάους και η Άναμπελ ήδη κατέβαιναν τα βράχια προς την παράλια. Τους ακολουθήσαμε κι εμείς. Φτάσαμε και η Άναμπελ έβγαλε απ την τσάντα της μια πετσέτα θαλάσσης και την άπλωσε στην άμμο μιας και δεν υπήρχαν ξαπλώστρες. Εκεί λοιπόν που περιμέναμε να βάλουν τα μαγιό τους οι φίλοι μας, ξαφνικά άρχισαν να ξεντύνονται μπροστά μας χωρίς να τους νοιάζει. Βγάλανε τα πάντα και μείνανε εντελώς γυμνοί. Άφησαν τα ρούχα τους στην πετσέτα και πήγαν τρέχοντας στη θάλασσα χωρίς να πουν λέξη. Εμείς ακόμα τους χαζεύαμε με το στόμα ανοιχτό.

- Ελάτε κι εσείς…

μας φώναξε η Άναμπελ αλλά η μάνα μου απ' την ντροπή της ακόμα τη χάζευε να κολυμπάει χωρίς να πει τίποτα. Μέτα από 10 λεπτά βγήκαν. Εμείς ωστόσο είχαμε καθίσει στην πετσέτα χωρίς να μιλήσουμε καθόλου. Όπως έρχονταν προς το μέρος μας προσπαθούσα να μην κοιτάξω τα απίστευτα βυζιά την Άναμπελ, αλλά δε μπορούσα. Ήταν μεγάλα και στητά. H μάνα μου δίπλα έκανε μεγάλη προσπάθεια να κοιτάει τον Κλάους και την Άναμπελ στα μάτια. Κάθισαν διπλά μας, η Άναμπελ έβγαλε νερό απ' την τσάντα της και άρχισαν να πίνουν εμφανώς κουρασμένοι απ το κολύμπι και τον καύσωνα του καλοκαιριού.

- Ελπίζω να μην σας πειράζει που είμαστε γυμνιστές…

είπε ο Κλάους. Όχι του απαντήσαμε ακόμα γεμάτοι ντροπή.

- Πάντως χάνετε που δε μπαίνετε. Στο κάτω-κάτω ζευγάρι είστε και δεν υπάρχει άλλος κόσμος εκτός από εμάς στην παράλια…

συμπλήρωσε η Άναμπελ

- Τώρα που το λες δεν σας έχουμε δει ούτε ένα φιλί να δίνετε όλη μέρα. Δεν είστε ερωτευμένοι;

- Είμαστε…

είπαμε και οι 2 ταυτόχρονα για να μη μας καταλάβουν πως είμαστε μάνα και γιος. Με το που το είπαμε κοιταχτήκαμε και ξέραμε τι πρέπει να γίνει. Άλλο που δεν ήθελα εγώ. Με τη μια όρμισα στα χείλη της. Η μαμά είχε μείνει παγωτό.

Το φιλί μας τελείωσε και τώρα ο Κλάους φιλούσε την Άναμπελ. Βεβαία φιλιόταν πολύ πιο άνετα από εμάς. Έδιναν πιο πολύ πάθος. Εμείς πάλι αμήχανοι τους χαζεύαμε. Δεν είχαν ντυθεί. Γυμνοί φιλιόταν λες και ήταν στο κρεβάτι τους. Εγώ αυτή τη στιγμή δε μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου απ' τα βυζιά της Άναμπελ. Σκαφτόμουν πως άμα καυλώσω τώρα θα γίνω ρόμπα, όποτε συγκεντρωμένος προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος. Πως να τα καταφέρω όμως όταν ο Κλάους άρχισε να βάζει γλωσσά στα χείλη της Άναμπελ και με το δεξί του χέρι να χουφτώνει το βυζί της λες και ήταν καρπούζι. Η μάνα μου δεν άντεξε άλλο. Σηκώθηκε γρήγορα και απομακρύνθηκε σχεδόν τρέχοντας. Αναγκάστηκα και την ακολούθησα.

- Που πάτε;

Φώναξε η Άναμπελ;

- Πρέπει να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο… είπε η μάνα μου.

Στο δρόμο του γυρισμού η γκρίνια ήταν ανυπόφορη.

- Τελικά ήταν χειρότεροι απ' ότι περίμενα. Μα να ξεγυμνωθούν μπροστά μας χωρίς να τρέχει τίποτα; Τσίπα δεν έχουν αυτοί οι ξένοι!

- Εγώ πάντως πέρασα καλά… είπα χαρούμενος

- Είμαι σίγουρη. Δεν πήρες τα μάτια σου στιγμή από αυτή την ξερακιανή. Και σιγά τη γυναικά δηλαδή.

Από μέσα μου γελούσα. Ήξερα πως ζηλεύει τρελά. Και είχα σκοπό να χρησιμοποιήσω τη ζήλια της προς όφελος μου. Έτσι γυρίσαμε στο ξενοδοχείο. Η μάνα μου δεν ήθελε να τους ξανά δει και μου απαγόρεψε να κανονίσουμε συνάντηση με αυτούς. Ωστόσο εγώ έστειλα μήνυμα στον Κλάους και τον ρώτησα που θα πάνε το βράδυ. Μου είπε πως έχουν σκοπό να πάνε για ποτό σε ένα μπαρ του νησιού. Έτσι κι εγώ έκανα μια πρόταση στη μάνα μου για βραδινή έξοδο, δήθεν για να γλυτώσουμε απ' τους τουρίστες. Έτσι το απόγευμα ντύθηκα με μπλε πουκάμισο και ένα μαύρο παντελόνι. Η μάνα μου και αυτή με μια μαύρη φούστα και ένα άσπρο πουκάμισο που προς απογοήτευση μου είχε κουμπώσει όλα τα κουμπιά. Φύγαμε απ το ξενοδοχείο και φτάσαμε στο μπαρ. Βρήκαμε ένα ωραίο τραπέζι και κάτσαμε. Δεν πέρασαν 10 λεπτά και εμφανίστηκαν οι φίλοι μας.

- Έλεος. Ούτε εδώ δε μπορούμε να γλυτώσουμε;…

είπε η μάνα μου ξεφυσώντας. Τα παιδιά ήρθαν, μας χαιρέτησαν και κάθισαν απέναντι μας. Η Άναμπελ φορούσε ένα μπλε φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ. Το βόλεμα μου πάλι έπεσε εκεί. Τα ποτά ήρθαν. Η συζήτηση άρχισε και σιγά-σιγα ζέστανε το κλίμα. Ο Κλάους και η Άναμπελ σηκώθηκαν να χορέψουν.

- Πάλι δε σήκωσες βλέμμα απ' το ντεκολτέ της…

είπε η μάνα μου

- Τι να κάνω. Αφού δεν έχω που αλλού να κοιτάξω.

Τσαντισμένη σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα. 5 λεπτά μετά γύρισε και προς έκπληξη μου είχε ανοίξει 4 κουμπιά απ' το πουκάμισο της. Το ντεκολτέ της μάνας μου πιο πλούσιο απ' της Άναμπελ, σε σημείο που να φαίνεται ελαφρά το μαύρο σουτιέν της. Έκατσε και το έπαιζε αδιάφορη. Εγώ ήμουν με το χαμόγελο στα χείλη. Το τραγούδι τέλειωσε και τα παιδιά γύρισαν και έκατσαν ξανά στο τραπέζι. Ήταν προφανές πως είχαν κάνει κεφάλι γιατί άρχισαν πάλι να φιλιούνται με γλώσσα, χωρίς να τους νοιάζει τίποτα. Γυρνάω στη μάνα μου και λέω:

- Είμαι σίγουρος πως αυτή η Άναμπελ φιλάει υπέροχα. Γι' αυτό είναι τρελαμένος ο άλλος μαζί της

- Αλήθεια;…

είπε εξοργισμένη έτοιμη να θέλει να με σκοτώσει. Γυρνάει κι αυτή και φέρνει τα χείλη της στα δικά μου. Τα έχασα. Δεν ήξερα τι γινόταν. Ανταπέδωσα πλήρως το φιλί ενώ χωρίς να τη ζορίσω άρχισε να βάζει γλωσσά. Φιλιόμασταν και τα 2 ζευγάρια για κάνα 5λεπτο χωρίς σταματημό. Στο τέλος σταματάμε και ρωτάει η μάνα μου:

- Λοιπόν;

- Το παίρνω πίσω…

είπα και είδα το χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη της. Μετά από ένα μισάωρο τελειώσε η βραδιά και γυρίσαμε στο δωμάτιο.

- Πως πέρασες;

- Πόλυ όμορφα.

- Τι θα έλεγες για ένα τελευταίο φιλί;

- Μα τώρα δεν είμαστε μπροστά σε κόσμο…

είπε η μάνα μου. Χωρίς όμως να προλάβει να τελειώσει την πρόταση, την πιάνω απ' τη μέση και τη φέρνω στα χείλη μου. Φιληθήκαμε για λίγο άλλα δεν κατάφερα να το πάω κάπου. Με διέκοψε.

- Φτάνει για σήμερα…

είπε και κατευθύνθηκε στο μπάνιο χωρίς να με κοιτάξει. Ξαπλώσαμε για σβήσαμε τα φώτα. 5 λεπτά μετά ακούσαμε φασαρία απ το διπλανό δωμάτιο. Ελαφρά βογκητά και περίεργοι ήχοι έρχονταν απ το διπλανό τοίχο. Ο ήχος του στρώματος του κρεβατιού να τεντώνεται και μια γυναικεία φωνή να λέει στα ξένα "ναι". Ο πούτσος μου έγινε πέτρα. Γυρνάω προς το πλευρό της μάνας μου, αλλά είχε αλλάξει πλευρό και κοιτούσε προς εμένα. Ήμουν σίγουρος πάντως πως ήταν ξύπνια και άκουγε. Μήπως τώρα είναι η ευκαιρία… αναρωτήθηκα. Κάτι όμως με σταμάτησε. Μετά από λίγα λεπτά τα βογκητά σιώπησαν και έτσι σιγά-σιγά άρχισε να με παίρνει ο ύπνος. Πριν καταφέρω να κοιμηθώ τα βογκητά ξανά άρχισαν και η πούτσα μου ξανά καύλωσε. Η μάνα μου δίπλα δεν έκανε καμία κίνηση. Σα να κοιμόταν. Αυτό το σκηνικό συνεχίστηκε για κάμποσες φορές ακόμα. Η ώρα πλέον κάπου 4 και δεν είχα κλείσει μάτι. Οι γείτονες μας πλέον είχαν ησυχάσει αλλά εγώ καθόλου. Με έτρωγε το όλο σκηνικό. Καθώς φαντασιωνόμουν την όλη φάση, διπλά η μάνα μου σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην τουαλέτα. Με το που μπήκε στο μπάνιο πετάγομαι απ' το κρεβάτι και την ακολουθώ. Από απερισκεψία ίσως, ξέχασε να κλείσει την πόρτα του μπάνιου και έτσι μια χαραμάδα στην πόρτα με άφηνε να δω στην τουαλέτα.

Είχε καθίσει στη γωνιά της μπανιέρας. Είχε σηκώσει την άσπρη νυχτικιά και χάιδευε το ξυρισμένο μουνί της. Μικροί αναστεναγμοί έβγαιναν από το στόμα της, ενώ με πάθος χούφτωνε το ένα της βυζί καθώς χαϊδευόταν. Νόμιζα πως θα ανατιναχτώ απ' την καύλα. Κατέβασα το μποξεράκι μου και άρχισα να τραβάω με αυτό που έβλεπα απέναντι μου. Τα επόμενα λεπτά φάνηκαν δευτερόλεπτα. Όμως δε χόρταινα. Ήξερα πως αν μπω και τη διακόψω τώρα, θα αποτύχαινα στο στόχο μου. Δεν ήταν έτοιμη ακόμα.

Όταν τελείωσε, τελείωσα κι εγώ. Και μην έχοντας που να χύσω, ο τείχος δίπλα απ' την τουαλέτα γέμισε υγρά. Ευτυχώς ήταν βράδυ. Όταν βγήκε απ' το μπάνιο εγώ ήδη είχα γυρίσει στο κρεβάτι και έκανα πως κοιμόμουν. Πως να κοιμηθώ βέβαια. Μετά από 5 λεπτά πάλι πέτρα ήμουν. Εν τέλει κάπου στις 7 το χάραμα κοιμήθηκα για λίγο. Ευτυχώς ξύπνησα πιο νωρίς από αυτή και κατάφερα να καθαρίσω τον τοίχο για να μην πάρει χαμπάρι. Κατά τις 9 κατεβήκαμε για πρωινό στο εστιατόριο. Εκεί συναντήσαμε πάλι τους φίλους μας. Το περίεργο ήταν πως η μάνα μου πρώτη τους προσέγγισε και κάθισε μαζί τους. Πήραμε μαζί πρωινό και μας πρότεινε η Άναμπελ να πάμε για μπάνιο σε μια παραλία που διάβασε σε ένα βιβλίο χθες. Έτσι γυρίσαμε στο δωμάτιο, ντυθήκαμε και σε μισή ώρα φύγαμε μαζί με τους άλλους.

Η παραλία ήταν παρόμοια με την προηγουμένη που είχαμε πάει. Ένας μεγάλος λάκκος, απόμερα από κόσμο και γύρω-γύρω ψηλά βράχια που ο ένας είχε ένα πλούσιο καταρράκτη που κατέληγε στη θάλασσα. Το μέρος έμοιαζε παραμυθένιο. Αφήσαμε τα πράγματα μας και βουτήξαμε κατευθείαν. Ο Κλάους και η Άναμπελ φορούσαν μαγιό αυτή τη φορά. Η μάνα μου φορούσε ένα μπλε μπικίνι που τόνιζε πολύ το στήθος της. Ρίξαμε μερικές βουτιές και μείναμε στο νερό να μιλάμε για διάφορα θέματα. Σε μια στιγμή, η φίλοι μας άρχισαν να χαμουρεύονται. Αγκαλιασμένοι στο νερό, καθώς επέπλεαν, έδιναν παθιασμένα φιλία. Έτσι πίστεψα πως είναι μια καλή ευκαιρία να κάνω το ίδιο. Με το που πλησιάζω τη μάνα μου με σταματάει με το χέρι της.

- Ούτε καν να το διανοηθείς!

Σταμάτησα απογοητευμένος. Παραμείναμε στο νερό χαζεύοντας το ζευγάρι να προχωράει ολοένα και πάρα πέρα. Τώρα ο Κλάους, αν και δε φαινόταν καθαρά, έβαζε δάκτυλο στην Άναμπελ κάτω απ' το νερό και αυτή έδειχνε να το απολαμβάνει.

- Πάντως θαυμάζω το ποσο ερωτικοί είναι οι ξένοι σε αντίθεση με τους Έλληνες. Οι δικοί μας είναι μόνο ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσαμε…

είπε η μάνα μου σχολιάζοντας το ζευγάρι καθώς τους κοιτούσαμε. Εκεί τα πήρα λίγο. Δε με ενδιέφερε αν ήθελε. Την πιάνω και την κολλώ στο βράχο που ήταν δίπλα μας.

- Τι κάνεις; Όχι. Ασε με…

είπε καθώς πάλευε να με σπρώξει. Άρχισα να τη φιλάω στο λαιμό όσο πιο παθιασμένα μπορώ. Σιγά-σιγα εξασθένησε η αντίσταση και πήραν θέση οι αναστεναγμοί. Εκεί που με απωθούσε, τώρα είχε βάλει το χέρι της γύρω απ' το κεφάλι μου και δε με άφηνε. Κατεβάζω τη μια τιράντα του σουτιέν της και πέφτω κατευθείαν στο φαί. Ήταν ήδη καυλωμένη. Μια κλεφτή ματιά στον Κλάους, έκανε κι αυτός το ίδιο στην Άναμπελ. Εκεί που φιλιόμασταν μας διέκοψε ένα λεωφορείο που σταμάτησε πάνω απ' την παράλια. Απ' το λεωφορείο κατέβηκε ένα γκρουπ τουριστών, μάλλον για ξενάγηση. Έτσι κακήν κακώς διακόψαμε ότι κάναμε και φύγαμε. Είχε πλέον μεσημεριάσει. Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο για φαγητό. Εφόσον χάλασε το πρωινό απότομα, ο Κλάους έδωσε την ιδέα να κάνουμε σάουνα. Έτσι μετά το φαγητό κλείσαμε στη Ρεσεψιόν ένα πακέτο για εμάς τους τέσσερις.

Συνεχίζεται...




Copyright protected OW ref: 174917