Πάρτι γεβεθλίων

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
στις 02-10-2020
Η ιστορία που θα σας διηγηθώ έγινε στα μέσα της δεκαετίας του 90. Το όνομα μου είναι Νάσος και τότε ακόμα ήμουν μαθητής.

Ήταν λίγες μέρες πριν το άνοιγμα των σχολείων, αρχές Σεπτέμβρη. Εγώ μαζί με τη μητέρα μου βρισκόμασταν στο εξοχικό μας κοντά στο Ναύπλιο. Τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας μου είχαν επιστρέψει από τις διακοπές τους και έτσι είχαν μείνει ελάχιστα στη γειτονιά μας. Την επομένη μέρα είχα τα γενέθλια μου και ήθελα να κάνω ένα πάρτι. Για το λόγο αυτό παρακάλεσα τη μάνα μου να φέρω τους κολλητούς μου από την Αθήνα. Δε χρειάστηκα και πολύ προσπάθεια για να την πείσω. Μου ζήτησε να επικοινωνήσω μαζί τους να δω αν μπορούσαν να έρθουν, θα μίλαγε και η μητέρα μου με τους γονείς τους. Ο πατέρας μου δούλευε στην Αθήνα και μιας και τα γενέθλια έπεφταν Τετάρτη θα αναλάμβανε το ρόλο του ταξιτζή.

Αμέσως πλακώθηκα στα τηλέφωνα για να τους βρω, μιας και εκείνη την εποχή δεν ήταν τόσο διαδεδομένα τα κινητά. Μάλιστα η μητέρα μου είχε και την ιδέα να ζητήσει από τους γονείς τους να μείνουν μερικές μέρες μαζί μας και την Κυριακή να ανεβαίναμε όλοι μαζί Αθήνα. Με εξαίρεση το Μάκη όλοι οι άλλοι θα ερχόντουσαν. Τετάρτη πρωί πήγαμε με τη μητέρα μέχρι το Ναύπλιο να πάρουμε την τούρτα που είχε παραγγείλει καθώς και αναψυκτικά και σνακ για το πάρτι. Το μεσημέρι, μόλις ο πατέρας μου σχόλασε από τη δουλειά, πήγε σπίτι να φάει και περίμενε τους φίλους μου για να τους φέρει κάτω.

Στις 6 περίπου άκουσα το αυτοκίνητο να παρκάρει έξω από το σπίτι. Βγήκα έξω και οι αγκαλιές και τα φιλιά μαζί με τις ευχές πήγαιναν σύννεφο. Είχαμε να βρεθούμε από τότε που έκλεισαν τα σχολεία για διακοπές. Η μητέρα μου τους φώναξε να έρθουν μέσα για να τακτοποιηθούν. Τους έδειξε τα δύο δωμάτια που είχε ετοιμάσει και βγήκε έξω να κάνει παρέα με τον πατέρα μου που είχε να τον δει σχεδόν ένα μήνα. Σύντομα κατέβηκα κι εγώ για να δω τι κάνει ο πατέρας μου αλλά και για να μην κρυβόμαστε να δω τι δώρο μου είχε πάρει. Για να μην τα πολύλογώ δε μου είχε πάρει τίποτα αλλά μου έδωσε ένα δεκαχίλιαρο να πάρω ότι μου αρέσει. Η μητέρα άρχισε της προετοιμασίες για το πάρτι και εγώ περίμενα πως και τι να έρθουν οι καλεσμένοι.

Τα παιδιά είχαν κατέβει στο κήπο που θα γίνονταν το πάρτι. Ο Μιχάλης βοηθούσε τον πατέρα να βγάλουν τα ηχεία στη βεράντα. Ο Μάνος με το Διονύση και το Κώστα κουβάλησαν το τραπέζι και όλοι μαζί μετά τα σνακ και τα αναψυκτικά. Μετά από λίγο έφτασαν και οι πρώτοι καλεσμένοι. Η μουσική έξω έπαιζε δυνατά και ο κόσμος όλο και πλήθαινε. Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα ο κήπος είχε γεμίσει αγόρια με τα κορίτσια να είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Όπως καταλαβαίνετε ο ανταγωνισμός μεγάλος, έστω και για ένα χορό, με αποτέλεσμα πολύ να ξενερώσουν και από νωρίς να αρχίσουν να φεύγουν. Μέχρι τις 9:30 όλοι είχαν φύγει και εγώ έμοιαζα απογοητευμένος. Το χειρότερο μου ήταν που έμαθα πως σε λίγο θα έφευγε και ο πατέρας μου. Ο Πατέρας το κατάλαβε πως δεν πέρασα καλά και ήρθε και μου είπε:

- Μη στεναχωριέσαι που έφυγαν όλοι… στο κάτω-κάτω εσύ έχεις την παρέα σου εδώ. Τι θα έλεγες να σας πάρω όπως φεύγω και να σας πάω στο Ναύπλιο να διασκεδάσετε; Και παίρνεις τη μητέρα σου τηλέφωνο και έρχεται και σας παίρνει.

Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν, μόνο η μητέρα έφερε κάποιες αντιρρήσεις. Σε δέκα λεπτά είχαμε μπει στο αμάξι και φεύγαμε για Ναύπλιο. Μόλις φτάσαμε ο πατέρας μου έδωσε ένα ακόμα δεκαχίλιαρο και μας ευχήθηκε καλή διασκέδαση και προπαντός φρόνιμα. Εμείς στην αρχή κάτσαμε σε μια καφετέρια σύντομα όμως βρεθήκαμε να τα πίνουμε στα μπαράκια της περιοχής. Όλοι μας είχαμε φτιάξει κεφάλι ο Μιχάλης όμως είχε γίνει χάλια. Από ότι έμαθα τον είχε παρατήσει η κοπέλα του η Νέλλυ και πήγε και μας έγινε ντίρλα ενώ δε σταμάταγε να μιλά για αυτή και να την φωνάζει να γυρίσει πίσω. Ο Μάνος μας πρότεινε να τον πάρουμε και να πάμε παραλία μην γίνει καμία φασαρία μιας και την έπεφτε όπου έβλεπε γυναίκα. Εγώ και ο Μάνος τον πήραμε αγκαζέ και βγήκαμε στην παραλία.

Αφού κάτσαμε στην αμμουδιά και αρχίσαμε να του μιλάμε ο Κώστας με το Διονύση πήγαν να πάρουν από το περίπτερο μπύρες για να συνεχίσουμε μιας και όλοι δε σκεφτόμασταν και πολύ καθαρά. Τελικά αφού ήπιαμε όλοι μας από μερικές μπύρες στην παραλία τα παιδιά μου είπαν πως μάλλον ήρθε η ώρα να καλέσω τη μητέρα μου να μας παραλάβει. Την πήρα τηλέφωνο και μου είπε πως σε δεκαπέντε περίπου λεπτά θα ερχόταν. Το κακό είναι πως ο Μιχάλης είχε χειροτερέψει μιας και είχε πιει και αυτός δύο μπύρες. Σε λίγο η μητέρα μου έφτασε και μας βρήκε να προσπαθούμε να κουβαλήσουμε τον Μιχάλη. Μόλις μας είδε σχεδόν ούρλιαξε:

- Τι είναι αυτά τα χάλια; Καλά μυαλό δεν έχετε;… τι του δώσατε του παιδιού.

Προσπάθησε να το συνεφέρει ο Μιχάλης. Μόλις αντιλήφθηκε γυναικεία παρουσία άρχισε τα δικά του. Νέλλυ μου γιατί με άφησες; Εγώ σε θέλω, βρε Νέλλυ!

Εμείς είχαμε κάτσει λίγο πιο πίσω και γελάγαμε. Τότε παρατήρησα πως ο Μιχαλάκης είχε βάλει το χέρι του στον κώλο της μητέρας μου και της είχε ανασηκώσει το κόκκινο φόρεμα που φορούσε. Ενώ όπως προσπαθούσε να τον βάλει στο πίσω κάθισμα αυτός της έπεσε με τα μούτρα μέσα στο βαθύ ντεκολτέ της. Ο Διονύσης πήγε να την βοηθήσει και άνοιξε την πόρτα από την άλλη πλευρά για να τον τραβήξει μέσα. Με τα πολλά όπως το τράβαγε τα χέρια του Μιχάλη δε ξεκολλούσαν από τη μέση της μητέρας μου με αποτέλεσμα να σηκωθεί το φόρεμα γύρω από τη μέση της με όλο τον κώλο της εκτεθειμένο. Ο Μάνος με το Κώστα είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό μιας και η μάνα μου φορούσε μια ροζ διάφανη κιλότα. Τους είδα πως την κοίταγαν και πήγα από πίσω της να την καλύψω.

Με τα πολλά τον βολέψαμε στο αμάξι και ξεκινήσαμε για το σπίτι. Στο σπίτι τον αναλάβαμε εγώ και ο Μάνος και τον πήγαμε στο δωμάτιο του. Τον βάλαμε να ξαπλώσει και κατεβήκαμε στο σαλόνι μαζί με τους άλλους. Η μητέρα άρχισε το κήρυγμα πως παιδιά της ηλικίας μας δεν έπρεπε να πίνουν κτλ. Τα παιδιά σιγά-σιγά βγήκαν στη βεράντα, το ίδιο έκανα και εγώ. Καθίσαμε στο τραπεζάκι του κήπου όπου ο Μάνος σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα πάρουμε καμιά μπύρα από το ψυγείο χωρίς να μας πάρει είδηση η μάνα μου. Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά όταν είδαμε τη μάνα μου να σηκώνεται από το καναπέ και να πηγαίνει προς της σκάλες.

- Να η ευκαιρία μας… είπε ο Χρήστος. Άντε βρε μαλάκα πιάσε μερικές μπύρες από το ψυγείο.

- Μη βιάζεσαι… του λέω.

Εν τω μεταξύ από μέσα ακούγονταν κάποιοι παράξενοι ήχοι. Σταματήσαμε να μιλάμε και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι γινόταν ξαφνικά μέσα από άναρθρες ομιλίες ξεχωρίσαμε μία λέξη "Νέλλυ". Ωχ σηκώθηκε ο μαλάκας είπα πάμε να βοηθήσουμε.

- Εσύ αρκετά άκουσες για σήμερα, άσε θα πάω εγώ… είπε ο Μάνος.

- Έρχομαι κι εγώ είπε ο Διονύσης.

Σηκώθηκαν και άνοιξαν την πόρτα της βεράντας από πίσω αθόρυβα. Πήγαμε κι εγώ με τον Κώστα. Ο Κώστας αφού έριξε μια ματιά πήγε καρφί στο ψυγείο για μπύρες. Τα παιδιά βοήθησαν τη μάνα μου να τον πάει στο κρεβάτι και μετά τους ζήτησε να κατέβουν κάτω μιας και ήταν δική της ευθύνη το τι του συνέβη. Τα παιδιά κατέβηκαν και κάτσαμε στο σαλόνι βλέποντας τηλεόραση. Από πάνω κάθε τρεις και λίγο ακούγαμε και ένα "Νέλλυ εγώ σε θέλω" και από κάτω σκάγαμε στα γέλια.

Είχε περάσει κανένα μισάωρο όταν άκουσα κάποια γέλια από πάνω. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και ο Κώστας μου κάνει νόημα θα πάω να δω. Ανέβηκε αθόρυβα τη σκάλα και άνοιξε ελαφρός την πόρτα εγώ τον έβλεπα από κάτω. Ξαφνικά γυρίζει και μας κάνει νόημα να πάμε πάνω. Ανέβηκα χασκογελώντας μην ξέροντας τη με περιμένει. Ο Κώστας έρχεται προς το μέρος μου και μου κάνει σήμα να κάνω ησυχία. Διονύσης και Μάνος είχαν πάει στην πόρτα και κοίταζαν και οι δύο μέσα. Πάω και εγώ και τι να δω. Ο Μιχάλης έχει ξαπλώσει πάνω στο στήθος της μάνας μου ενώ το χέρι του είναι κάτω από την φούστα της στο μουνί της.

Να σας πω την αλήθεια από τη μία τσαντίστηκα και από την άλλη καύλωσα. Βλέπετε η μάνα μου ήταν αυτό που σήμερα λένε μιλφάρα. 1.72 ύψος, γύρω στα 57 κιλά, μακριά καστανόξανθα μαλλιά, μεγάλα εκφραστικά μάτια, χυτά πόδια, ένα στήθος μικρού θα έλεγα μεγέθους και ένα κώλο σε σχήμα αχλάδι. Πήγα να μπω μέσα να τους διακόψω αλλά οι φίλοι μου δε με άφησαν. Ο Μιχάλης είχε σηκώσει την φόρεμα μέχρι τη μέση της ενώ αυτή προσπαθούσε να το κατεβάσει.

- Νέλλυ μου σε θέλω πολύ…

της έλεγε με πιο ήρεμη φωνή από ότι πριν. Το αριστερό του χέρι την είχε αγκαλιάσει και προσπαθούσε να τις κατεβάσει το φόρεμα. Σε λίγο το αριστερό βυζί της μάνας μου είχε απελευθερωθεί από το φορεματάκι κι ο Μιχάλης πιπίλαγε τη ρώγα της. Η μάνα μου προσπάθησε να του σπρώξει το κεφάλι από το στήθος της. Αυτή ήταν και η τελευταία της αντίσταση, καθώς την είδα να γέρνει το κεφάλι πίσω και να αφήνει ένα αναστεναγμό. Οι φίλοι μου είχαν χαζέψει με το θέαμα.

- Μαλάκα την ψήνει…

είπε ο Διονύσης. Τώρα το δεξί της χέρι που τράβαγε το φόρεμα κάτω και έδιωχνε το χέρι του που ήταν ανάμεσα στα μπούτια της σταμάτησε να τον απωθεί και τώρα έσπρωχνε το κεφάλι του πάνω στα βυζιά της. Ο Μιχάλης αν και ντίρλα άρχισε να της χουφτώνει τα βυζιά. Εμείς από έξω είχαμε μείνει παγωτό. Δεν ήξερα πως να αντιδράσω. Τότε με έπιασε ο Κώστας και μου είπε:

- Μη θυμώνεις, όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος τόσο πιο πολύ αναζητά να κάνει σεξ. Και η μάνα σου είναι γεννημένη για να τη γαμάνε. Στο κάτω-κάτω σήμερα μην τη βλέπεις σαν μάνα σου. Πήγαινε κάτω και πιες μια μπύρα.

Σαν να είχε δίκιο σκέφτηκα ο Κώστας και άρχισα να κατεβαίνω τη σκάλα. Έλα όμως που η καύλα έκανε το πούτσο μου πύραυλο. Στα μισά της σκάλας γύρισα το κεφάλι να κοιτάξω προς την πόρτα και ο Μάνος με το Διονύση τον είχαν πετάξει έξω και τον έπαιζαν. Αυτό ήταν, τα πόδια μου έτρεμαν το μυαλό φανταζόταν τη μάνα μου ολόγυμνη με τους φίλους μου και η καύλα μεγάλωνε. Ο Διονύσης με το Μάνο ήταν έτοιμοι να ορμήσουν ο Κώστας όμως τους συγκράτησε. Όχι ακόμα βρε μαλάκες περιμένετε να γδυθεί πρώτα. Εγώ ανέβηκα ξανά τα σκαλιά και πήγα δίπλα τους να πάρω μάτι. Ο Μάνος γύρισε με είδε και μου έκλεισε το μάτι χαμογελώντας. Ο Μιχάλης μέσα την είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι και της έγλειφε τα βυζιά ενώ το δεξί του χέρι της κατέβαζε την ροζ κιλότα. Οι φίλοι μου είδαν της μουνότριχες της μάνας μου και τρελάθηκαν. Της κατέβασε το βρακί μέχρι το γόνατο και τώρα το χέρι του έπαιζε τα μουνόχειλα της. Η μάνα μου είχε χαθεί μέσα στην καύλα.

Ο Κώστας γυρίζει και μου λέει:

- Εσύ κάτσε εδώ μην τρομάξει και μπαίνεις μέσα σε λίγο δήθεν πως μας ψάχνεις.

Έγνεψα καταφατικά. Κάθισα στο πλάι στον τοίχο μη με δει η μάνα μου και ο Μάνος άνοιξε την πόρτα μπαίνοντας μέσα μαζί με το Διονύση. Ο Κώστας κάθισε μαζί μου μάλλον για να με συγκρατήσει.

- Τι έχουμε εδώ;… λέει ο Μάνος, κάνετε πάρτι μόνοι σας;

Η Μάνα μου προσπάθησε να τραβήξει κάτω το φόρεμα όμως το θέαμα ήταν θανατηφόρο. Τα βυζιά της χύμα έξω να της τα γλείφει ο Μιχάλης, η κιλότα στα γόνατα και το χέρι του μέσα στο μουνί της.

- Μην ανησυχείτε κυρία Ειρήνη, της λέει ο Διονύσης, εμείς δεν πρόκειται να πούμε τίποτα…

και κάθισε δίπλα στα πόδια της χαϊδεύοντας τα μπούτια της. Ο Μάνος πήγε από την άλλη πλευρά του κρεβατιού και κάθισε δίπλα στο Μιχάλη. Η Μάνα μου σάστισε.

- Που είναι ο Νάσος;… τους ρώτησε. Έξω στη βεράντα…

της είπε ο Μάνος και άρχισε να της χουφτώνει το στήθος. Δε χρειάστηκε να περάσουν ούτε δύο λεπτά για να γδύσουν την μάνα μου εντελώς. Ο Μάνος της χούφτωνε την κωλάρα και προσπαθούσε να της βάλει κωλοδάχτυλο ενώ ο Διονύσης είχε κατέβει και της έγλειφε το μουνί. Ο Μιχάλης στο κόσμο του! "Τι κάνετε στη Νέλλυ μου…" φώναζε. Εκείνη τη στιγμή μου λέει ο Κώστας άντε πάμε ώρα είναι να μπούμε και εμείς στο παιχνίδι. Πρώτα κοντά τους πήγε ο Κώστας εγώ έμεινα δυο βήματα πριν το κρεβάτι παγωμένος. Μόλις η μάνα μου κατάλαβε την παρουσία του Κώστα σταμάτησε να κάνει οτιδήποτε και κοίταξε προς την πόρτα. Μόλις με είδε χαμήλωσε τα μάτια και προσπάθησε να τραβήξει το σεντόνι για να κρυφτεί. Τα παιδιά δεν την άφησαν. Ο Μάνος μου έκανε νόημα να πάω πιο κοντά. Εγώ σκέφτηκα αυτά που μου είπε ο Κώστας και είπα από μέσα μου σήμερα δεν είναι η μάνα μου. Έκανα τα επόμενα δύο βήματα προς το κρεβάτι και κατευθείαν πήγα να χουφτώσω και να μυρίσω το μουνί της.

Για να σας πω την αλήθεια αρκετές φορές την είχα παίξει μυρίζοντας τα εσώρουχα της στο μπάνιο. Η μάνα μου μόλις είδε ότι άρχισα να τρίβω τα υγρά μουνόχειλα της κατάλαβε πως όλα τα ταμπού είχαν ξεπεραστεί. Ο Κώστας για να μη με κοιτά πήγε και άρχισε να την φιλά στο στόμα. Εγώ της είχα βάλει δύο δάχτυλα μες την μουνάρα της και προσπαθούσα να βάλω και τρίτο, ενώ έγλειφα με λαιμαργία ότι υγρό έβγαζε από την τρύπα της. Ο πούτσος μου ήταν έτοιμος να εκραγεί, όταν σηκώνω το κεφάλι και τη βλέπω να ρουφάει τον πούτσο του Μάνου ενώ Διονύσης και Κώστας ξεντύνονταν. Κοιτάζοντας αριστερά μου βλέπω το Μιχάλη να τον έχει πάρει ο ύπνος.

- Άντε γδύσου κι εσύ… μου λέει ο Κώστας.

Σηκώθηκα από το μουνί της και ο Διονύσακης πήρε τη θέση μου ανάμεσα στα μπούτια της.

- Μπράβο ρε φιλαράκι, μου λέει, τη μούσκεψες για τα καλά την πουτάνα…

και πιάνοντας τον πούτσο του της έκανε ένα ελαφρύ πινέλο μέχρι να βρει την τρύπα της. Στη συνέχεια ο πούτσος του χάθηκε μες το μουνί της μάνας μου. Έμεινε ακίνητος για μερικά δεύτερα πιθανόν για να αισθανθεί τη γλύκα του μουνιού της. Στη συνέχεια άρχισε να μπαινοβγαίνει με ταχύτητα. Ειλικρινά με καύλωνε που έβλεπα το πούτσο του φίλου μου να σκίζει τη μάνα μου.

Γύρισα να δω τι κάνει ο Μάνος. Η μάνα μου με το δεξί χέρι του τρόμπαρε το πούτσο ενώ η γλώσσα της του έγλειφε το κεφαλάκι. Ο Μάνος έκανε κάτι μορφασμούς σα να ήταν έτοιμος να χύσει. Με τα δύο χέρια της πιάνει το κεφάλι και καρφώνει το πούτσο του στο λαρύγγι της.

- Παρ' τα μωρή πουτάνα…

της λέει και κάνει τρεις τέσσερεις κινήσεις τραβώντας το πούτσο του και ξανασπρώχνοντας. Εγώ είχα πάει από πάνω της και τον έπαιζα, μη μπορώντας να πιστέψω αυτά που έβλεπα. Χωρίς να χρειαστώ πολύ χρόνο άρχισα να χύνω πάνω στα βυζιά της. Ήθελα να φωνάξω παρ' τα μανούλα αλλά δεν το έκανα, δεν ήθελα να γίνω ρεζίλι μπροστά στους φίλους μου. Σε λίγο Διονυσάκης την έχυσε μες το μουνί της και την θέση του πήρε ο Κώστας. Εγώ πήγα και της τον έδωσα στο στόμα. Δε μπορώ να πω πως σοκαρίστηκε που θα έγλειφε τον πούτσο του γιού της. Δε χρειάστηκε και πολύ προσπάθεια για να μου ξανασηκωθεί όπως και τον υπόλοιπων παιδιών. Μιλάμε ήμασταν στην ηλικία ντούρασελ.

Ο Κώστας της είχε σηκώσει τα πόδια στον ώμο του και εγώ έβλεπα το πούτσο του να μπαινοβγαίνει και να γυαλίζει από τα υγρά της. Μάνος και Διονύσης είχαν πέσει πάνω στα βυζιά της και την έγλειφαν. Η μάνα μου είχε χαθεί μες την καύλα λες και ήταν το τελευταίο τσουλί του δρόμου. Μου έπαιζε τον πούτσο και ταυτόχρονα μου έγλειφε τα αρχίδια. Σε λίγο άρχισα να εκτοξεύω καυτό σπέρμα στο πρόσωπο της. Μόλις την έχυσα, με κοίταξε γελώντας και μου έκλεισε το μάτι. Τη θέση μου πήρε ο Διονυσάκης ενώ και ο Κώστας άρχισε να την χύνει βαθιά μες το μουνί της. Τη θέση του πήγε να πάρει ο Μάνος. Την άρπαξε και τη γύρισε στα τέσσερα ενώ ο Διονυσάκης κάθισε μπροστά της για να συνεχίσει να τον τσιμπουκώνει.

- Εγώ θέλω να σου γαμήσω την κωλάρα…

της λέει ο Μάνος. Τότε η μάνα μου γυρίζει και του λέει…

- για αυτό θα πρέπει να περιμένεις! Έχουμε στην παρέα και κάποιον που γιορτάζει.

Ο Μάνος συμφώνησε και της τον έβαλε στη μουνάρα, ενώ εγώ κοίταζα το δώρο που ήθελε να μου κάνει η μάνα μου. Έσκυψα πάνω από τον κώλο της και άρχισα να γλείφω και να δαγκώνω ελαφρά τα κωλομάγουλα της, ενώ όχι μόνο έβλεπα αλλά μύριζα κιόλας τον πούτσο του Μάνου που μπαινόβγαινε μες τη μουνάρα της. Σε λίγο η γλώσσα μου είχε φτάσει στην κωλοτρυπίδα της η οποία κάθε φορά που έμπαινε μέσα ο πούτσος του Μάνου πεταγόταν έξω. Σε λίγο ο Μάνος άρχισε και αυτός να χύνει μες το μουνί της και εγώ το έβλεπα να ξεχειλίζει από το πολύ σπέρμα. Τα υγρά έτρεχαν στα μπούτια της. Μόλις βγήκε πήρα τη θέση του, σημάδεψα την κωλοτρυπίδα της με τον πούτσο μου.

- Σάλιωσε τον λίγο…

με παρότρυνέ ο Διονυσάκης. Η μάνα μου γύρισε, με κοίταξε και χαμογέλασε ενώ άπλωσε το χέρι της από κάτω για να με οδηγήσει στη κωλάρα της. Μιλάμε ήταν πιο ωραία η αίσθηση του να ανοίγει η σάρκα και να τεντώνει γύρω από το πούτσο σου ακόμα και από την πίπα που μου έκανε πριν. Αφού πέρασα τα πρώτα ζόρικά εκατοστά την έπιασα από τους γοφούς και το κάρφωσα όλο με μιας μέσα. Την άκουσα να βγάζει μια κραυγή. Φοβήθηκα μήπως την τραυμάτισα. Εκείνη όμως με το χέρι άρχισε να μου χαϊδεύει τα αρχίδια. Έτσι εγώ άρχισα να μπαινοβγαίνω μες τον κώλο της. Μιλάμε κράτησα τρία λεπτά μέχρι να χύσω μες τον κώλο της, τρία λεπτά που μου φάνηκαν σαν ώρα. Συνεχίσαμε να γαμάμε τη μάνα μου μέχρι της τέσσερις τα ξημερώματα όπου μας πήρε ο ύπνος.

Το πρωί κατά της δέκα χτύπησε το τηλέφωνο. Η μάνα μου σηκώθηκε και αφού μας είδε όλους ότι κοιμόμαστε κατέβηκε κάτω για να απαντήσει στο τηλέφωνο. Ήταν ο πατέρας μου. Ήθελε να μάθει τι έγινε το βράδυ και αν ήμασταν φρόνιμοι.

- Μην ανησυχείς, του είπε, ήταν τα καλύτερα παιδιά. Με πήραν τηλέφωνο να τα πάρω κατά της 12 και έπεσαν για ύπνο κατά της τέσσερις.

Εγώ είχα βγει μέχρι την πόρτα για να δω τι θα του πει. Η μάνα μου γυρνούσε κάτω στο σαλόνι ολόγυμνη. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα γυμνή στο φως της μέρας. Το σώμα της ήταν πραγματικά αψεγάδιαστο. Στη συνέχεια ανέβηκε πάνω στο δωμάτιο και μάζεψε τα ρούχα της από το πάτωμα. Με είδε που την κοίταζα.

- Πάω να κάνω ένα μπάνιο, μου είπε.

Σε λίγο άκουσα το νερό να τρέχει και σκέφτηκα πως προσπαθούσε να ξεπλύνει τα χύσια μας από μέσα της. Γύρισα να δω τους φίλους μου. Όλοι κοιμόντουσαν γυμνοί στο πάτωμα εκτός από το Μιχάλη.

Ακολούθησαν τρεις μέρες ακολασίας. Τα παιδιά δεν άφηναν σε ησυχία τη μάνα μου, ενώ δε την άφηναν να φορέσει κανένα είδος εσώρουχο αλλά ούτε και παντελόνι. Ακόμα και όταν πηγαίναμε παρέα στην πλατεία ή στο σουπερμάρκετ. Τα παιδιά ήθελαν να την έχουν συνέχεια εύκαιρη, ενώ δε σταματούσαν ποτέ να της βάζουν χέρι ακόμα και στην καφετέρια. Είχε γίνει η πουτάνα μας. Τη βάζαμε να φοράει ότι μίνι είχε στη ντουλάπα χωρίς κιλότα. Στη συνέχεια τη βάζαμε να μας ανοίγει τα πόδια της, αυτή έπαιρνε ναζιάρικές πόζες και μας κοίταγε στα μάτια. Περίμενε να δει ποιος θα κάνει την αρχή. Ακόμα και όταν πήγαμε για μπάνιο στη θάλασσα, μόλις τελειώσαμε της ζήτησαν να βάλει την φούστα χωρίς μαγιό από κάτω και στο σπίτι η παρτούζα πήγαινε σύννεφο. Είχαμε μετακομίσει όλοι στο δωμάτιο της. Εγώ έψαχνα ευκαιρία να την ξεμοναχιάσω και το κατάφερα δυο φορές. Τη μία τη γάμησα στο δωμάτιο πάνω και την άλλη στην κουζίνα. Βέβαια μόλις γυρίσαμε Αθήνα η μητέρα μου απέφευγε επιμελώς να βρεθεί μόνη της με την παρέα μου. Αν και κάποιες φορές δε μπορούσε να το αποφύγει.




Copyright protected OW ref: 179161