Η δασκάλα του έρωτα

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
στις 28-08-2020
Όλα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του ’87. Αλλά ας συστηθώ πρώτα. Το όνομά μου είναι Βάιος - Πάρης, οι φίλοι μου όμως με φωνάζουν Πάρη. Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά πριν γίνω ενός χρόνου πήγαμε οικογενειακώς στις Ην. Πολιτείες. Ο πατέρας μου ήταν πιλότος στον αμερικάνικο στρατό. Τον έχασα όταν ήμουν 10 χρονών σε στρατιωτικό ατύχημα και γυρίσαμε με τη μητέρα μου Αθήνα. Μείναμε με τον παππού και την γιαγιά στα Βόρεια Προάστια.

Καλοκαίρι του ’87… έχω κλείσει τα 16 μου χρόνια, αλλά δείχνω κατά πολύ μεγαλύτερος. 1,78 ύψος, αθλούμαι συστηματικά (παίζω μπάσκετ στην ομάδα του Λυκείου μου), γαλανά μάτια και ξανθό μακρύ μαλλί (ήταν της μόδας τότε) και από προσόντα, η φύση με προίκισε και με το παραπάνω. Αυτό αν και πολλοί θα το ζήλευαν, εμένα μου στάθηκε εμπόδιο με τα κορίτσια, καμιά δεν ήθελε να το κάνει μαζί μου. 22 πόντους καυλί και χοντρό σαν στειλιάρι, καμιά δεν ήθελε να το πάρει στο στενό μουνάκι της. Άντε καμιά πίπα κι αυτή με το ζόρι. Οι μόνες μου ερωτικές εμπειρίες ήταν με βιζιτούδες, που πληρώναμε, εγώ και ο φίλος μου Αλέξης, 3 χρόνια μεγαλύτερος μου, αλλά όπως είπα και πριν, δείχναμε συνομήλικοι. Πριν δυο χρόνια, έχασα και τον παππού μου από καρδιά (ταξίαρχος εν υπηρεσία) και η μητέρα μου, σαν κόρη αξιωματικού και χήρα αμερικανού πιλότου, έφυγε Αμερική για σπουδές, χρηματοδοτούμενες από την Αμερικάνικη Πρεσβεία. Έμενα λοιπόν με τη γιαγιά και με τον αδερφό της το Μίλτο, ένα στριμμένο γεροντοπαλλήκαρο, που κάθε μέρα μας έσπαγε τα νεύρα με τις φωνές του και τις ιδιοτροπίες του (αργότερα έμαθα το γιατί. αλλά αυτό θα σας το πω στο τέλος).

Τέλη Ιουνίου, διακοπές μόλις ξεκινάνε κι εγώ με τον Αλέξη αχώριστοι, σχεδιάζουμε το πώς θα τις περάσουμε. Γυρνώντας από την πρωινή μου προπόνηση, κι όπως πάντα ακούγοντας τα σχολιανά μου από τον αδερφό της γιαγιάς μου, μαθαίνω, πως θα πάω διακοπές με τη γιαγιά μου, στο Μαραθώνα, προσφορά του αμερικάνικου στρατού (τότε υπήρχε ακόμα η αμερικανική βάση στο Μαραθώνα). Η μια γκαντεμιά πάνω στην άλλη. Εγώ έκανα σχέδια με τον Αλέξη για τις διακοπές μας και σε τρεις μέρες, βρίσκομαι σε μια βίλα, έξω από το Μαραθώνα, προς Ν. Μάκρη, 100 μέτρα από τη Χρυσή Ακτή, με την γιαγιά μου, χωρίς παρέες, χωρίς κάποιο γνωστό. Βέβαια, έχω και τα θετικά. Το σπίτι είναι υπέροχο, διώροφη μεζονέτα, με τεράστιο κήπο με γκαζόν και πεύκα, μια μικρή πισίνα και πίσω ένα χώρο σαν μίνι γήπεδο μπάσκετ. Αποφασίζω λοιπόν να χαρώ τις διακοπές, μια και θα μείνουμε εκεί μέχρι τέλη Αυγούστου. Η γιαγιά μου, Μαίρη το όνομά της, είναι μια μοντέρνα γυναίκα, 56 χρονών (παντρεύτηκε πολύ μικρή, όπως και η μητέρα μου), 1,70 ύψος, μελαχρινή, με γαλανά μάτια (από κει τα ‘χω «κληρονομήσει» κι εγώ), με κορακί βαμμένο κοντό μαλλί και υπέροχο σώμα, μια και γυμνάζεται καθημερινά. Βέβαια, μετά τον θάνατο του παππού, έχει χάσει το κέφι της, αλλά παρ’ όλα αυτά, πάνω από 50 δεν την κάνεις με τίποτα.

Οι τρείς πρώτες μέρες, πέρασαν γρήγορα, με δουλειές στο σπίτι και διάφορα ψώνια στα μαγαζιά του Μαραθώνα. Ξεκινήσαμε και τα μπάνια. Πρωί – απόγευμα στη θάλασσα. Εγώ, αν κι έχω σπαστεί, είμαι πολύ ευδιάθετος, γιατί όντως το μέρος είναι μαγευτικό. Και η γιαγιά μου, έχει αρχίσει να φτιάχνει η διάθεσή της, μακριά από την γκρίνια του αδερφού της. Την παροτρύνω κι εγώ να βγαίνει έξω, αλλά δε θέλει να με αφήνει μόνο μου. Ένα μεσημέρι, ψάχνοντας στην αποθήκη κάτω από το γκαράζ, να βρω τίποτα να ασχοληθώ, ανακαλύπτω μια κούτα, με πορνοπεριοδικά, όλα αμερικάνικα. Μια και δεν έχω πρόβλημα με την γλώσσα, αρχίζω να τα χαζεύω. Άλλα είναι εικονογραφημένα σαν φωτορομάντζα κι άλλα είναι κείμενα. Διαλέγω μερικά κι ανεβαίνω στο δωμάτιο μου. Αρχίζω το ξεφύλλισμα. Η πούτσα μου σύντομα παίρνει τα ύψη και η καύλα μου βαράει κόκκινο. Παίζω το καυλί μου σαν να είμαι μόνος μου στο σπίτι. Χύνω. Και σε λίγο, διαβάζοντας η κοιτώντας, ξανακαυλώνω και ξαναχύνω.

Πέμπτη απόγευμα. Η γιαγιά μου χαζεύει ένα σήριαλ στην τηλεόραση. κι εγώ μετά από ένα ντουζάκι, για να φύγουν τ’ αλάτια της θάλασσας από πάνω μου, ανεβαίνω στο δωμάτιο μου και πιάνω δουλειά. Έχω χύσει μια φορά, όταν με φωνάζει η γιαγιά μου. Θέλει να πεταχτώ μέχρι το σούπερ μάρκετ με το ποδήλατο, για κάτι ψώνια. Θα πήγαινε η ίδια, αλλά το βράδυ, ξεκινάνε εκδηλώσεις στο Μαραθώνα και θέλει να ετοιμαστεί για να πάμε. Ξέρω… χτένισμα, βάψιμο κι όλα τα σχετικά. Πηγαίνω με βαριά καρδιά. Ο πούτσος μου θα ήθελε άλλη μια περιποίηση, αλλά τι να κάνω; Γυρίζω μετά από καμιά ώρα. Η γιαγιά μου, μου λέει ν’ αφήσω τα ψώνια στη κουζίνα και θα κατέβει να τα τακτοποιήσει. Ανεβαίνω στο δωμάτιό μου. Το κρεβάτι μου είναι στρωμένο, τα σεντόνια αλλαγμένα. Μ’ έκοψε κρύος ιδρώτας. Δεν περίμενα κάτι τέτοιο και φεύγοντας δεν είχα μαζέψει τίποτα. Τα ψωλοχύματα μου ήταν στα σεντόνια και τα περιοδικά πεταμένα παντού. Και τώρα είναι όλα τακτοποιημένα. Άρα η γιαγιά τα είδε όλα. Μου κόπηκε η διάθεση για να τον ξαναπαίξω.

Πάω, κάνω ένα μπάνιο κι ετοιμάζομαι κι εγώ για την έξοδο μας. Η γιαγιά χαζεύει τηλεόραση σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Το παίζω λοιπόν κι εγώ αδιάφορος. Κάτι όμως μου χτυπάει αλλιώς. Η εμφάνισή της. Πιο προσεγμένη. Πιο προκλητική. Στενή μαύρη φούστα, μια πιθαμή πάνω από το γόνατο, που όπως κάθεται αφήνει τα υπέροχα μαυρισμένα μπούτια της σε κοινή θέα, στράπλεξ κόκκινη μπλούζα, που με το ζόρι καλύπτει τις βυζάρες της και ψιλοτάκουνα πέδιλα που τονίζουν τα μακριά πόδια της με τα βαμμένα κατακόκκινα νύχια της. Κι ένα άρωμα μεθυστικό απλώνεται στο σαλόνι. Όχι πως δεν την είχα ξαναδεί έτσι ντυμένη, αλλά σίγουρα είναι η πρώτη φορά που την προσέχω. Ασυναίσθητα νιώθω το καυλί μου να σηκώνεται. Προσπαθώ να μην την σκέπτομαι σαν γυναίκα, αλλά αυτό είναι δύσκολο. Σε κάνα μισάωρο φεύγουμε για τις εκδηλώσεις.

- Μικρέ, σήμερα θα συνοδεύσεις την γιαγιά σου… και μου δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. (Μικρό με φωνάζει πάντα η γιαγιά μου)

- Γιαγιά, απόψε είσαι πανέμορφη… Χαρά μου να συνοδεύω μια κυρία σαν εσένα…

Κι έτσι βρεθήκαμε στις εκδηλώσεις… ομιλίες, τραγούδια κι όλα τα σχετικά. Η γιαγιά μου όταν περπατάγαμε, με κράταγε αγκαζέ κι εγώ καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι, βλέποντας τα μάτια των αντρών να καρφώνονται πάνω της. Πρώτη φορά συνόδευα τέτοια μουνάρα. Πολλοί πήγαν να της πιάσουν την κουβέντα, αλλά όλους τους απέφευγε έξυπνα. Κάτσαμε για παγωτό. Δίπλα - δίπλα οι καρέκλες μας. Δε μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από τα μπούτια της. Μάλλον το ‘χε καταλάβει, αλλά δεν έκανε τίποτα για να τα κρύψει. Τι να κάνει άλλωστε;

- Γιαγιά, απόψε καις καρδιές. Όλοι σε κοιτάνε…

- Συνοδεύομαι… κι ο νεαρός συνοδός μου είναι ότι χρειάζομαι δίπλα μου αυτή τη στιγμή….

Νεαρός συνοδός… πρώτη φορά με αποκαλεί έτσι. Κάτι τα μπούτια της. Κάτι οι βυζάρες της. Κάτι το άρωμά της… νιώθω την πούτσα μου να καυλώνει. Το στενό μαύρο τζην, με πιέζει αφόρητα. Το φούσκωμα διαγράφεται κι ελπίζω να μην το δει η γιαγιά μου. Νιώθω άβολα….

Κάπως έτσι η ώρα πήγε 23:30 και παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής. Καθώς οδηγάει μέσα στους μισοσκότεινους δρόμους, έχω την αίσθηση πως η φούστα έχει σηκωθεί πολύ περισσότερο απ’ ότι θα έπρεπε. Το χέρι μου με δυσκολία το ελέγχω να μην χαϊδέψω αυτά τα υπέροχα πόδια. Η καύλα μου στα ύψη. Κι ευτυχώς, φτάνουμε σπίτι. Βιαστικά ανεβαίνω στο δωμάτιό μου ν αλλάξω. Δεν αντέχω. Τον παίζω. όχι για καμιά ξένη… αλλά για την ίδια μου τη γιαγιά. Πρώτη φορά νιώθω την επιθυμία να θέλω να τη γαμήσω. Θέλω να την ξεσκίσω. Χύνω, τα ψωλοχύματα πετάγονται στα σεντόνια. Όταν ηρεμώ, ο τρόπος του λέγειν ηρεμώ… τρέχω γρήγορα για ένα ντουζάκι. Ελπίζω το δροσερό νερό να με ηρεμήσει. Μάταια. Γυρνάω στο δωμάτιο μου και κλείνω την πόρτα πίσω μου. Η γιαγιά μου, χωρίς να μπει στο δωμάτιο, μου φωνάζει πως πάει για ύπνο και με καληνυχτίζει. Η εικόνα της είναι στο μυαλό μου. Ξανακαυλώνω. Ψάχνω στα περιοδικά μου. Πιάνω ένα και το ξεφυλλίζω χαϊδεύοντας το καυλί μου. Και τότε θυμάμαι πως ένα, είχε φωτογραφίες από ώριμες γυναίκες (matures - grannies) που γαμιούνται με νεαρούς.

Θέλω να τον παίξω πάλι. Καυλώνω στην σκέψη ώριμων γυναικών να ξεσκίζονται με νεώτερους τους. «Εδώ το είχα. που είναι; Είμαι σίγουρος» σιγοψιθυρίζω, μην μπορώντας να το βρω πουθενά. «Αλλαγμένα σεντόνια… τα περιοδικά μαζεμένα… λες;» Αυτή η σκέψη βασανίζει το μυαλό μου. Βγαίνω και πάω προς το μπάνιο. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας της γιαγιάς ανοιχτή. Κοντοστέκομαι. Δεν είναι στο κρεβάτι της. Ήμουν σίγουρος πως θα την βρω ξαπλωμένη στο κρεβάτι. «Πού είναι;» σκέπτομαι. Το ελαφρύ νυχτερινό αεράκι κουνάει την κουρτίνα της μπαλκονόπορτας (βλέπει στο πίσω μέρος του σπιτιού, πάνω από το γηπεδάκι, αντίθετα από την δική μου που είναι στη φάτσα). Πλησιάζω αθόρυβα. Το άρωμα της φτάνει στα ρουθούνια μου. Η γιαγιά, ξαπλωμένη σε μια ξαπλώστρα, με το κατάμαυρο σατέν νυχτικό της. Το ένα χέρι της, έχει βγει από το ραντάκι και το ένα της βυζόμπαλο είναι ήδη έξω. Με το ένα χέρι της τσιμπάει και τραβάει την σκούρα τεράστια ρώγα της. Το άλλο χέρι της έχει χαθεί ανάμεσα στο πόδια της, που έχουν ανοίξει διάπλατα. Δε βλέπω πολλά, γιατί είναι γυρισμένη πλάτη σε μένα, αλλά από τις κινήσεις και τα βογκητά της καταλαβαίνω πως χαϊδεύεται. Το περιοδικό που έψαχνα, πεσμένο στα πλακάκια της βεράντας. Δεν αντέχω, βγάζω βιαστικά το σλιπάκι μου, η πούτσα μου είναι έτοιμη να εκραγεί, τη χουφτώνω και την παίζω δυνατά, έχω καυλώσει τρελά, θέλω να χύσω, ν' αδειάσω και να ηρεμήσω… και τότε ένας ψίθυρος φτάνει στ’ αυτιά μου.

«Μ… γάμα με μικρέ… σκίσε μου τη μουνάρα… αχ και να την είχα τώρα μέσα μου…».

Τότε συνειδητοποιώ πως χαϊδεύεται με τη σκέψη μου, έχει καυλώσει για μένα. Δεν ξέρω τι να κάνω, δεν έχω τις εμπειρίες που θα ήθελα. Άλλο η βιζιτούδες, άλλο η γιαγιά σου.

Όλα στο μυαλό μου μπερδεμένα. Προσπαθώ να σκεφτώ. Αδύνατον. Η καύλα με οδηγεί προς το μέρος της. Η ψωλή μου είναι ακόμα στη χούφτα μου… μια ψωλάρα 22 εκατοστά, ολόισια σαν κοντάρι, χοντρή, γεμάτη νεύρα, μ' ένα τεράστιο γυαλιστερό ψωλοκέφαλο, μια ψωλάρα που καμιά από τα κορίτσια που είχα γνωρίσει δεν ήθελε να δοκιμάσει. Βρίσκομαι πίσω της. Τότε βλέπω το νυχτικάκι να ‘χει σηκωθεί ως την κοιλιά της και το ξυρισμένο μουνί της να γυαλίζει από τα ζουμιά της που μουσκεύουν τα τρία μακριά δάκτυλα της που μπαινοβγαίνουν άγρια μέσα του.

- Μ… σκίσε μου τη μούνα μικρέ μου, σκίσ' τη… σε θέλω. Μακάρι να σ είχα εδώ καυλιάρη μου. Μακάρι να έχυνες εμένα κι όχι τα σεντόνια σου… δεν αντέχω… Σε χύνω…

Σπαρταράει και χύνει, χύνει για μένα, δεν αντέχω, ένα βήμα και το καυλί μου αγγίζει τα μισάνοιχτα χείλια της. Χωρίς να σταματήσουν οι σπασμοί, ανοίγει τα μάτια. Δυο ορθάνοιχτα ξαφνιασμένα γαλανά μάτια καρφώνονται πάνω μου. Δε θυμάμαι αν είπε ή αν είπα κάτι. Σπρώχνω την πούτσα μου στο στόμα της. Όλο το ψωλοκέφαλο χάνεται στις χειλάρες της. Τραβιέται λίγο πίσω. Μέσα στην καύλα της στιγμής, χουφτώνει την ψωλάρα μου κι αρχίζει να τη γλείφει. Έχω τρελαθεί… τσιμπουκώνω τη γιαγιά μου. Τη χώνει βαθιά στο στόμα της. Την κρατάει εκεί, βαθιά μέσα. Της κόβεται η ανάσα. Αυτό δεν το ‘χω ξαναδεί… τι τσιμπούκι είναι αυτό; Τη βγάζει από το στόμα της. Σάλια τρέχουν από το καυλί μου κι από το στόμα της. Παίρνει κάποιες ανάσες και το ξανακαρφώνει στο λαρύγγι της. Το κρατάει μέσα, πνίγεται και το ξαναβγάζει. Ανάσες και ξανά μέσα. Ούτε μπορώ να καταλάβω τι κάνει, ούτε πόσες φορές το έκανε. Τ’ αρχίδια μου έχουν αρχίσει να πονάνε.

- Γιαγιάκα χύνω… δεν κρατιέμαι… χύνω…

Σφίγγει πιο δυνατά την ψωλάρα μου, τη βγάζει από το στόμα της, μόνο το ψωλοκέφαλο κρατάει σφιχτά στα χείλη της και τα παίρνει όλα τα καυλόζουμα στο στόμα. Καταπίνει αλλά αδειάζω σα βρύση. Τα χύσια μου τρέχουν από τα χείλη της στο λαιμό και στα βυζιά της. Μόλις ηρεμούμε λιγάκι, σηκώνεται.

- Πάμε μέσα μικρέ, θα μας ακούσει όλη η γειτονιά…

μου σιγοψιθυρίζει με μια καυλιάρικη λαχανιασμένη φωνούλα. Μπαίνουμε στην κρεβατοκάμαρά της, κλείνει την μπαλκονόπορτα και ανοίγει το αιρκοντίσιον. Κατεβάζει και το άλλο ραντάκι από το νυχτικάκι της και το αφήνει να γλιστρήσει στο πάτωμα.

- Γιαγιά συγνώμη για ότι έκανα. Δεν άντεχα άλλο. Όση ώρα είμαστε έξω, μ' είχες καυλώσει άγρια. Αλλά δεν έχω εμπειρίες και δεν ήξερα πώς να σε πλησιάσω.

Με πλησιάζει χαμογελαστή. Μ’ αγκαλιάζει και μου δίνει το ομορφότερο γλωσσόφιλο της ζωής μου. Οι γλώσσες μας παίζουν και μας ταξιδεύουν σε μονοπάτια πάθους. Τα χείλια της έχουν ακόμα την γεύση από τα ζουμιά μου. Δεν ξέρω πόση ώρα φιλιόμαστε. Ο χρόνος έχει σταματήσει. Όταν τα χείλη μας ξεκολλάνε και ξαναβρίσκουμε την αναπνοή μας.

- Πάμε πασάκο μου να κάνουμε μαζί ένα ντουζάκι. Η βραδιά και οι διακοπές μας, τώρα ξεκινάνε. Και μην ανησυχείς καυλιάρικο αγόρι, η γιαγιά θα στα μάθει όλα. Ένα να θυμάσαι. Έξω είμαι η γιαγιά σου και είσαι ο μικρός μου. Μέσα στο σπίτι είσαι ο καυλιάρης μου… ο γαμιάς μου.

- Οκ γιαγιά. ότι πεις…

- Μαίρη άντρα μου… Μαίρη από δω και μπρός όταν είμαστε οι δυο μας ψωλαρά μου. Η δασκάλα σου στον έρωτα…

και αγκαλιασμένοι πάμε για το ντουζάκι μας. Στο διάδρομο προς το μπάνιο, με κολλάει στον τοίχο και μου δίνει άλλο ένα παθιασμένο γλωσσόφιλο.

- Σ΄ αγαπάω Πάρη μου… σ’ αγαπάω. Κομμένο το μικρός, από δω και μπρος είσαι ο Πάρης μου, ο άντρας μου, ο γαμιάς μου.

Μπαίνουμε στην τεράστια μπανιέρα. Το νερό τρέχει δροσερό πάνω μας, το αφρόλουτρο απλώνεται στα κορμιά μας, πλένει ο ένας τον άλλο, δίνοντας περισσότερη έμφαση, στα επίμαχα σημεία μας. Καυλώνω πάλι. Κάτι η καύλα, κάτι η απειρία μου, είμαι λιγάκι αδέξιος. Η γιαγιά μου με καθοδηγεί… με διδάσκει.

Με τα νερά να τρέχουν από πάνω μας, πάμε στο δωμάτιο της. Το αιρκοντίσιον ήδη το έχει δροσίσει ευχάριστα. Μ' ένα βάδισμα που θα ζήλευαν και μοντέλα και κουνώντας προκλητικά τον υπέροχο κώλο της, πλησιάζει στο κομοδίνο, ανάβει το πορτατίφ, ανοίγει το συρτάρι, κάτι κοιτάει και βγάζει ένα κόκκινο μαντίλι μαλλιών και το ρίχνει πάνω του. Ένα κόκκινο ερωτικό φως, γεμίζει το δωμάτιο. Κλείνει και τις κουρτίνες στη μπαλκονόπορτα κι έρχεται μπροστά μου. Τα γαλανά της μάτια έχουν μια έκφραση που δεν έχω ξαναδεί. Πόθος, πάθος, καύλα, προσμονή, όλα είναι ζωγραφισμένα στην έκφραση της. Το χέρι της, με τα υπέροχα μακριά δάκτυλα χουφτώνει την ψωλάρα μου. Τη μαλάσει απαλά. Οι βυζάρες της τρίβονται πάνω μου. Νιώθω τις ρώγες της πέτρα. Τα χείλη της κολλάνε στα δικά μου. Η γλώσσα μου χώνεται βαθιά στο στόμα της. Τη ρουφάει σαν πούτσα. Μετά το παθιάρικο γλωσσόφιλο, οι χειλάρες της αγγίζουν το λαιμό μου. Νιώθω τη γλώσσα της στη σάρκα μου. Κατεβαίνει στο στήθος μου… πιπιλάει τις ρώγες μου. Γλιστράει χαμηλότερα. Νιώθω την καυτή ανάσα της στο φουσκωμένο μου ψωλοκέφαλο.

- Μ… τι ψωλάρα είναι αυτή καυλιάρη μου;… μοιάζεις του παππού σου… μόνο που εσύ την ξυρίζεις, αχ... τι πούτσα θα φάω η γυναίκα…

ψελλίζει μέσα στη καύλα της. Αισθάνομαι την γλώσσα της παντού πάνω στο καυλί μου, το σαλιώνει, φτύνει το ψωλοκέφαλο και το χώνει όλο στο στόμα της. Με έχει τρελάνει με την πίπα της. Μέσα – έξω στις χειλάρες της, ίδιο ρυθμό με τη χούφτα της. Μου τον παίζει και μου τον ρουφάει. Είναι δύσκολο να τον πάρει όλο… τον καρφώνει βαθιά στο λαρύγγι της. Μένει ακίνητη, πνίγεται, τον βγάζει από το στόμα, σάλια παντού. Ανάσα και ξανά βαθιά μέσα. Ασυναίσθητα την πιάνω από τα μαλλιά και με δύναμη σπρώχνω την πούτσα μου στο στόμα της. Κάνει να τραβηχτεί, δεν την αφήνω, με σπρώχνει, προσπαθεί να πάρει ανάσες…

- Γάμα μου το λαρύγγι ψωλαρά μου… πνίξε με την πουτανόγρια… τι πούτσα είναι αυτή;… όλα θα μου τα ξεσκίσεις εσύ μωρό μου, όλα…

Έχω καυλώσει τρελά. Τι τσιμπούκι είναι αυτό; Νιώθω τ’ αρχίδια να θέλουν ν’ αδειάσουν. Σαν να το κατάλαβε. Σηκώνεται. Με αγκαλιάζει και φιλιόμαστε.

- Τώρα η σειρά σου αγορίνα μου… φάε με!

Αρχίζω να τη φιλάω και να τη γλείφω στο λαιμό. Κατεβαίνω στις υπέροχες βυζάρες. Τις μαλάσω, οι ρώγες της κάγκελο, από τις μεγαλύτερες ρώγες που έχω δει. Τις τσιμπάω, τις γλείφω, τις δαγκώνω, τις τρίβω με τα δόντια μου. Πρέπει να το κάνω καλά, αν κρίνω από την ανάσα της. Η αναπνοή της έχει γίνει πιο γρήγορη. Καυλώνει. Επίτηδες δεν αγγίζω τη μουνάρα της. Μετά από αρκετή ασχολία με τα βυζόμπαλα της, γονατίζω, η γλώσσα μου παίζει με τον αφαλό της, γλιστράω χαμηλότερα, σηκώνει το πόδι και πατάει στο κρεβάτι. Η μουνάρα της βγάζει μια ευωδιαστή μυρωδιά από τα μουνόζουμα, γυαλίζει, είναι μούσκεμα. Με τα δάκτυλα της ανοίγω τα μουνόχειλα και της γλείφω τα γλωσσίδια. Τρέμει. Νιώθω τους σπασμούς της. Με μια καυλιάρικη, αδύναμη, λαχανιασμένη φωνούλα με κατευθύνει. Παίρνω την κλειτορίδα της στο στόμα μου. Την πιπιλάω και τη δαγκώνω ελαφρά. Με πιάνει από το κεφάλι και το πιέζει στη μουνάρα της. Συνεχίζω στους ίδιους ρυθμούς. Τρέμει. Δυο δάκτυλα μου καρφώνονται στη μουνάρα της. Την δακτυλιάζω. Παραδίνεται. Δε μπορεί να κρατηθεί όρθια. Γέρνει προς το κρεβάτι. Πέφτει… κι αμέσως αρχίζουν οι σπασμοί. Συνεχίζω να τη δαχτυλιάζω…

- Χύνω… χύνω… βγαίνει μια κραυγή από τα χείλη της.

Κολλάω το στόμα μου στη μούνα της κι αρχίζω να ρουφάω τα ζουμιά της. Σπαρταράει πάνω στα χείλη μου, τη νιώθω ν’ αδειάζει. Τρέμει και σπασμοί κάνουν το σώμα της να χτυπιέται. Τη ρουφάω όσο πιο δυνατά μπορώ. Πόση ώρα κράτησε αυτό ούτε που κατάλαβα. Τρέμοντας ακόμα με τραβάει πάνω της. Σηκώνει ψηλά τα πόδια και τα ακουμπάει στους ώμους μου. Στηρίζομαι με τα χέρια στο κρεβάτι. Μου πιάνει τη πούτσα κι αρχίζει να την τρίβει πάνω στα μουνόχειλά της. Έχουν πάρει φωτιά.

- Μ… σκίσε με… πάρε με… δεν αντέχω άλλο… σκίσε μου τη μουνάρα ψωλαρά μου… ξέσκισε τη γαμιά μου…

Με μια κίνηση μπαίνω μέσα της, μάλλον πόνεσε.

- Αχ… πιο σιγά μωρό μου… με πονάς, έχω χρόνια να ξεσκιστώ η άμοιρη…

Βρίσκω το ρυθμό μου, τη γαμάω αργά αλλά βαθιά. Όλη η ψωλάρα μου χάνεται μέσα της. Τώρα πια ξεσκιζόμαστε άγρια. Έχουμε συντονιστεί και την ξεσκίζω. Νιώθω τη μουνάρα της καυτή. Μπαίνω δυνατά μέσα της. Τα πόδια της διπλώνονται γύρω μου και μου δίνουν το ρυθμό. Χώνω όλη την ψωλάρα μέσα της δυνατά. Σταματάω, έξω και πάλι δυνατά μέσα της. Της χτυπάω τη μούνα αλύπητα. Τα χέρια της ανοιχτά, σφίγγει τα σεντόνια λες και θέλει να τα σκίσει. Βογγητά και κραυγές βγαίνουν από μέσα της, έχει παραδοθεί στη καύλα, κάθε φορά που το καυλί μου τερματίζει μέσα της ουρλιάζει…

- Μ... σκίσε με… αχ… ναι… αχ…

- Σε γαμάω… σε ξεμουνιάζω…

Έχω ιδρώσει και γλιστράω στα πλακάκια. Τα πόδια μου έχουν αρχίσει να με πονάνε, βγαίνω από μέσα της και τη γυρνάω στα τέσσερα πάνω στο κρεβάτι. Στέκομαι όρθιος πίσω της. Η κωλάρα της έχει ανοίξει. Ο πούτσος μου είναι μούσκεμα από τα μουνόζουμα της. Πιάνει την ψωλάρα μου, τη βάζει πάλι στη μουνάρα της και κάνει πίσω να την πάρει όλη μέσα. 22 πόντους ψωλάρα και χάνεται στη μούνα της. Νιώθω τα μουνόχειλα να με αρμέγουν, τι υπέροχα που σφίγγει την μουνάρα της… άλλοτε τη νιώθω χωνί κι άλλοτε σφιχτή σαν παρθενιάρικο.

- Ξέσκισέ με γαμιά μου… σκίσε μου τη μήτρα, μίλα μου, μίλα μου, βρίζε με την πουτάνα, ξεφτίλισε με ψωλαρά μου, τι μου κάνεις;… πες μου… είμαι η πουτάνα σου, είμαι η γαμιόλα που λιώνει πάνω στο καυλί σου, ξέσκισέ με την καργιόλα, έλα πουτσαρά μου! Τι μου κάνεις της γυναίκας καυλιάρη... τι μου κάνεις;…

- Πουτάνα… σε ξεσκίζω ψώλα και γουστάρεις… σου οργώνω τη μήτρα καργιόλα…

Καρφώνομαι δυνατά μέσα της. Τα κωλομάγουλα με προκαλούν. Της ρίχνω μια κωλιά και ένα «αχ…» βγαίνει από τα σωθικά της. Της ρίχνω και δεύτερη, πιο δυνατή, «αχ… καριόλη…» την πλακώνω στα κωλοσκάμπιλα και τα κωλομέρια της κοκκινίζουν.

- Αχ… ναι… χύνω… χύνω!

Σπαρταράει πάνω στο καυλί μου, τρέμει, με πλημμυρίζει υγρά. Δεν έχω ξαναζήσει τέτοιο γυναικείο οργασμό, πολλά υγρά!

- Α… χύνω, χύνω από παντού μωρό μου, παρ’ τα καργιόλη… αδειάζω η πουτάνα…

Δεν αντέχω άλλο… πρέπει να χύσω. τα’ αρχίδια μου θέλουν ν’ αδειάσουν…

- Θα χύσω γιαγιά. Θα χύσω…

- Μέσα μου, μέσα μου ψωλαρά μου, να τα νιώσω η γυναίκα, άδειασε μέσα μου, πνίξε μου τη μήτρα…

Καρφώνω την πούτσα μου βαθιά μέσα της και τη χύνω… χύνω μέσα στη μούνα της γιαγιάς μου.

- Παρ’ τα… παρ’ τα πουτάνα ξεσκισμένη… παρ’ τα… χύνω… χύνω…

Δεν αντέχω άλλο… όπως αδειάζω πέφτω πάνω της, στραγγίζω μέσα της, τι γαμήσι ήταν αυτό; Πόση ώρα μείναμε σ' αυτή τη στάση ούτε που ξέρω. Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Αργά – αργά βγαίνω από μέσα της. Ξαπλώνουμε δίπλα – δίπλα. Αγκαλιαζόμαστε και φιλιόμαστε παθιασμένα. Μόλις βρίσκουμε την ανάσα μας:

- Μωρό μου είσαι υπέροχος… το καλύτερο γαμήσι της ζωής μου. Ούτε θυμάμαι από πότε έχω να γαμηθώ έτσι, απόψε ένιωσα γυναίκα μετά από πολλά χρόνια.

- Γιαγιά… Μαίρη ήθελα να πω… και για μένα ήταν το καλύτερο γαμήσι… αλλά εσένα ο παππούς δε σε γαμούσε έτσι;

- Πάρη μου. Σ’ αγαπάω, σ΄ αγαπάω σαν εγγονό μου αλλά και σαν εραστή μου. Νιώθω ερωτευμένη μαζί σου. Θα σου εκμυστηρευτώ κάτι. Η μητέρα σου το έμαθε πριν κάτι χρόνια. Καιρός να το μάθεις κι εσύ. Δεν ξέρω πως θα ακουστεί… πως θα το πάρεις, αλλά είναι η πλέον κατάλληλη στιγμή να το μάθεις. Ξέρεις γιατί έχεις βαφτιστεί Βάιος και Πάρης; Το Βάιος είναι από το συγχωρεμένο τον άντρα μου. Το Πάρης, από τον συγχωρεμένο τον αδερφό μου. Ο αδερφός μου είναι ο βιολογικός σου παππούς. Είχαμε δυο χρόνια ερωτικές επαφές και έμεινα έγκυος στη μαμά σου. Ο παππούς ο Μίλτος το έμαθε και από τότε τρέφει ένα μίσος για μένα. Το βλέπεις και στην συμπεριφορά του. Τον Πάρη τον αγάπαγα και σαν αδερφό μου και σαν εραστή μου. Ο Πάρης ήταν ανθυπολοχαγός. Για να μην γίνουμε βούκινο, ζήτησε μετάθεση Θεσ/νικη και με πήρε μαζί του. Δυστυχώς… ένα βράδυ γυρνώντας από υπηρεσία σκοτώθηκε σε τροχαίο. Έμεινα μόνη μου 6 μηνών έγκυος. Τότε, ο καλύτερος του φίλος, ο παππούς Βάιος, με ζήτησε σε γάμο, για να με προστατεύσει. Καταλαβαίνεις λοιπόν πως βρέθηκε παππούς σου ο Βάιος. Ο Βάιος, από ένα ατύχημα που είχε, ήταν ανίκανος. Έτσι λοιπόν όλοι βολευτήκαμε. Ο Βάιος ήταν τέλειος σύντροφος και πατέρας για τη μητέρα σου. Με την προτροπή του είχα γνωρίσει διάφορους ερωτικούς συντρόφους. Τέλος πάντων. αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Καλά είναι όμως να τα ξέρεις. Εσύ μοιάζεις πολύ με τον Πάρη. Ξανθός, γαλανομάτης, ψηλός και ψωλαράς. Αλλά Πάρη μου, σε ξορκίζω… μη μάθει κανείς για την σχέση μας. Βέβαια οι εποχές έχουν αλλάξει, αλλά γιαγιά και εγγονός, δε θα είναι κι ότι καλύτερο αν μαθευτεί. Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Βέβαια για μένα είσαι ο μοναδικός μου έρωτας. Σ΄ αγαπάω Πάρη μου. Σε λατρεύω. Δε σκέφτηκα ούτε για μια στιγμή την αιμομιξία…

Τα μάτια της βουρκώνουν. Την αγκαλιάζω τρυφερά.

- Μαίρη στ΄ ορκίζομαι. Κανείς δε θα μάθει για μας. Ούτε ο φίλος μου ο Αλέξης. Θα ‘μαι για σένα ο τότε Πάρης, ο εγγονός σου ο Πάρης και ο εραστής σου ο Πάρης. Μπορεί να είμαι άπειρος ακόμα, αλλά όχι και αδιάβαστος. Θα βγαίνουμε έξω και τα δυο μας. Ξέρω πολλά στέκια, που κυρίες της ηλικίας σου κυκλοφορούν με νεαρούς… κι εγώ δεν μοιάζω για δεκαεξάχρονο.

Βάλαμε κι οι δυο τα γέλια. Η έκφρασή της άλλαξε στη στιγμή. Τα χείλη μας ενώθηκαν κι οι γλώσσες μας άρχισαν ένα καυλιάρικο παιχνίδι. Τα χέρια μου ταξιδεύουν στο κορμί της. Το χέρι της αγγίζει το καυλί μου…

- Μ… καυλωμένος ψωλαρά μου; Δεύτερος γύρος!…




Copyright protected OW ref: 178306